Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Γάνδη, η μποέμικη όψη ενός λιμανιού




Κάθε πλούσιο κι ισχυρό λιμάνι κρύβει κι από μία καλλιτεχνική γωνιά. Μικρά στενά και μισοσκότεινα στέκια όπου οι νέοι αναζητούσαν έναν τρόπο έκφρασης αντίθετο μ' αυτόν του χρήματος και της αγοράς. Μία απ' αυτές τις γοητευτικές γειτονιές απλώνεται πέρα από την ιστορική ψαραγορά και το επιβλητικό φρούριο της Γάνδης.
Το Patershol είναι η πιο καλοδιατηρημένη μεσαιωνική γειτονιά της πόλης, γεμάτη χρωματιστά σπίτια και στενά δρομάκια όπου δεν επιτρέπονται τα αυτοκίνητα. Τα παλαιότερα κτίσματα διατηρούν μέχρι σήμερα τα χαρακτηριστικά παλαιοτέρων εποχών όπως ανάγλυφες μορφές κάτω από τα παρτέρια και χρωματιστά τζάμια που προστάτευαν τον εσωτερικό χώρο από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών. Από την άλλη τα νεώτερα σπίτια προσπαθούν να διατηρήσουν το ύφος των παλιότερων δίνοντας περισσότερο χώρο σε εικαστικές επεμβάσεις από τους ιδιοκτήτες και τους υπολοίπους κάτοικους. Που και που ξεπετάγονται μικρές γκαλερί και διακριτικά μουσεία που συσχετίζονται μόνο με το χώρο της σύγχρονης τέχνης. Ένα παλιό σιλό έχει μετατραπεί σε μουσείο μοντέρνας τέχνης ενώ ένα άλλο δίπλα στο ποτάμι είναι αφιερωμένο στη ζωή ενός δημιουργού απ' αυτούς που αναγέννησαν την περιοχή. Απ' όλες τις γκαλερί μαγνητίστηκα από δυο που βρίσκονται στο ποτάμι. Η μία είχε μια πλούσια συλλογή ξυλόγλυπτων και μεταλλικών μορφών, οι οποίες εντυπωσίαζαν με την ζωντάνια τους ενώ στην άλλη υπήρχε μια μεγάλη γκάμα φωτιστικών που ήταν φτιαγμένα με μουσικά όργανα, γυάλινα μπουκάλια και με μαχαιροπίρουνα.
Η ιστορία της συγκεκριμένης γειτονιάς έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η ύπαρξή της ξεκινάει ως χώρος στρατιωτικού νεκροταφείου. Τον 15ο αι. το Συμβούλιο της Φλάνδρας μεταφέρθηκε στο Gravensteen αναγκάζοντας όλους τους δικαστές και δικηγόρους να εγκατασταθούν εκεί. Ακολούθησαν έμποροι και βυρσοδεψίες δίνοντας ζωντάνια σε όλη την περιοχή. Όμως με την εκβιομηχάνιση του 19ου αι. το Patershol θυσιάστηκε στο βωμό της προόδου. Πολλά κτίρια κατεδαφίστηκαν κι όσα έμειναν όρθια δόθηκαν σε εργάτες που δούλευαν εκεί. Όταν όμως τα εργοστάσια κι η εργατική τάξη μεταφέρθηκαν στα προάστια της πόλης, άφησαν το Patershol έρημο και κατεστραμμένο. Η περιοχή υποβαθμίστηκε και μετατράπηκε σε γκέτο. Η αναγέννησή του ξεκίνησε τέλη του 19ου αι. όταν μια ομάδα μποέμ καλλιτεχνών άρχισαν να μετακομίζουν εκεί δίνοντάς της έναν νέο παλμό διαφορετικό απ' αυτόν που είχε ζήσει στα χρόνια της ευημερίας αλλά και της παραγωγής. Από το 1960 κι έπειτα, η γειτονιά γέμισε και με φοιτητές κάτι που οδήγησε στο άνοιγμα μικρών μπυραριών κι εστιατορίων. Η κίνηση αυτή διέσωσε την εναπομείναντα αύρα αυτής της γειτονιάς καθώς η τότε διοίκηση της Γάνδης είχε προχωρήσει στις κατεδαφίσεις παλιών κι αχρησιμοποίητων γειτονιών της πόλης.
Σε αντίθεση με άλλες μεσαιωνικές γειτονιές που έχω επισκεφθεί στα ταξίδια μου, το Patershol απέχει από τις τουριστικές δραστηριότητες καθώς επιμένει να είναι κομμάτι των κατοίκων του κι όχι εκμεταλλεύσιμο προϊόν για τους επισκέπτες της πόλης. Τα εστιατόρια παραμένουν λίγα και διακριτικά, τα σπίτια είναι γεμάτα κατοίκους που επιθυμούν την ηρεμία της καθημερινότητάς τους. Μικρά ξέφωτα ξεπετάγονταν σε διάφορα στενά, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα όσων δεν επιχειρούσαν να εισχωρήσουν στη γειτονιά κι αρκούνταν στο να περπατήσουν δίπλα στο ποτάμι. Μικρά και πεντακάθαρα παγκάκια με καλούσαν να ξαποστάσω για να θαυμάσω τα πολύχρωμα λουλούδια που αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι μου αλλά και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες των μικρών κατοίκων πάνω σε παράθυρα και τοίχους.
Αντί να επιστρέψω προς το ποτάμι για να ακολουθήσω τη ροή του προς το ιστορικό κέντρο, περπάτησα προς την άλλη μεριά με την επιθυμία να περιπλανηθώ στα άγνωστα προάστια της Γάνδης. Το χρώμα εξακολουθούσε να κυριαρχεί στα γύρω σπίτια παρ όλο που ξεθώριαζε η καλλιτεχνική επιρροή της Patershol. Όμως που και που ξεπεταγόταν μια παιχνιδιάρικη λεπτομέρεια, όπως η μορφή του Τεν-Τεν στο παράθυρο ενός καλοδιατηρημένου σπιτιού ή η μορφή της κουκουβάγιας σε γκράφιτι.
Μια μικρή γέφυρα στάθηκε αφορμή για να ξαποστάσω λίγο καθώς το είδα ως ευκαιρία να παρατηρήσω τα σπίτια γύρω μου από μια διαφορετική θέση. Κι ενώ ρέμβαζα μαγεμένος από τον ήχο της ψιλής βροχής που έπεφτε κάθε τόσο, ξύπνησα από τις χαρούμενες φωνές μιας κοριτσοπαρέας που περνούσε από κάτω μου με μια βάρκα. Χαμόγελα, φιλιά και βελγικές φράσεις που δεν κατάφερα να καταλάβω. Μέχρι που μια απ τις κοπέλες μου ζήτησε να τις φωτογραφίσω. Ο βαρκάρης χαμήλωσε ταχύτητα και τα τρία κλικ του κλείστρου μου κράτησαν για πάντα αυτήν την τόσο ευχάριστη συνάντηση.
Το βράδυ, η γειτονιά αποκτούσε μια μυστηριακή όψη. Ο χαμηλός φωτισμός κι οι έρημοι δρόμοι σε ταξίδευαν πίσω στο μεσαίωνα. Άκουγες μια πόρτα να ανοίγει και περίμενες να εμφανιστεί κάποιος δικαστικός ή τιναζόσουν με το κουδουνάκι του ποδηλάτου και γυρνούσες περιμένοντας να δεις τον εργάτη που επέστρεφε κουρασμένος από τη φάμπρικα. Στο ποτάμι όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά, ειδικά τη δεύτερη νύχτα στη Γάνδη που ήταν ιδανική. Το ποτάμι ήταν καθρέφτης κι ο ουρανός ξάστερος. Τα μπαράκια ήταν γεμάτα νεαρό κόσμο. Η μπύρα άφθονη και τα γέλια ατελείωτα. Αυτό που κρατάω από τις βόλτες μου στα εκεί στέκια είναι μια παρέα σε ένα μπαράκι που είχε βγάλει τα τραπεζάκια του σε μια κλιμακούμενη κατεβασιά προς το ποτάμι. Τα παιδιά κάθονταν δίπλα στο νερό και συζητούσαν με μια χαρωπή ζωντάνια. Στάθηκα στην αντίπερα όχθη και τους χάζευα άφοβα καθώς δεν με είχαν αντιληφθεί διότι ήμουν σε σκιερό μέρος. Είναι από τα σημεία και τις στιγμές που σπανίως συναντάει κάποιος στα ταξίδια του. Είναι τα σημεία που κάποιοι επίμονοι ταξιδευτές παύουν να είναι ξένοι και γίνονται μεμιάς κομμάτι της πόλης.
Κλείνοντας θέλω να μνημονεύσω την ομορφότερη μπυραρία της Γάνδης αν και θα μπορούσα να πω πως είναι μια από τις καλύτερες του Βελγίου, την Dulle Griet. Μπορεί να μη γεμίζει απ' έξω το μάτι αλλά τραβάει τη προσοχή με μια πινακίδα που έλεγε πως έχει πάνω από 500 είδη μπύρας. Δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε απ το να την τιμήσουμε. Και τελικά η περιέργειά μας ανταμείφθηκε δεόντως καθώς εισχωρήσαμε στην πιο εντυπωσιακή μπυροπολιτεία. Το ντεκόρ, οι μπύρες, οι θαμώνες, το παπούτσι που δίνουν όσοι παραγγέλνουν μπύρα σε ποτήρι του ενός λίτρου. Στιγμές, γέλια, γεύσεις κι αρώματα που μας έχουν μείνει αξέχαστα. 

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Γάνδη, η ατέρμονη γοητεία του γκρίζου



Στη δεύτερη επίσκεψη που πραγματοποίησα στο Βέλγιο, ενδιαφερόμουν περισσότερο να δω την τόσο φημισμένη Μπριζ και τον πλούτο της Αμβέρσας παρά την Γάνδη, την οποία είχα επιλέξει με τις λιγότερες προσδοκίες παρόλο που είχε τραβήξει το ενδιαφέρον μου. Όμως από την πρώτη στιγμή που περιπλανήθηκα στους δρόμους της, συνειδητοποίησα τη λάθος εκτίμησή μου για την ομορφότερη έκπληξη του ταξιδιού. Μετά από δυο μέρες περιπλανήσεων κάτω από τις σκιές των θεόρατων γκρίζων όγκων του ιστορικού κέντρου και ανάμεσα σε πολύχρωμες πινελιές των μποέμικων γειτονιών, διαπίστωσα πως η πόλη έχει δυο τελείως διαφορετικές όψεις. Το ένα μαρτυρά το ένδοξο παρελθόν της και το άλλο το ανέμελο παρόν της.
Παρ' όλο που το δωμάτιο βρισκόταν κοντά στο ιστορικό κέντρο, σκεφτήκαμε να το προσεγγίσαμε για πρώτη φορά μέσω ενός πιο ανορθόδοξου τρόπου καθώς προτιμήσαμε να περιπλανηθούμε για λίγο στο αστικό κομμάτι της πόλης, θέλοντας να αφουγκραστούμε τους καθημερινούς της ρυθμούς. Από την πανύψηλη σχολή των Καλών Τεχνών βρεθήκαμε έξω από την υπερμοντέρνα βιβλιοθήκη, η οποία ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε παλιές έρημες φάμπρικες. Το μαύρο της χρώμα χτυπούσε έντονα στο μάτι κι η αλήθεια είναι πως δεν μου έκανε κέφι να την επισκεφθώ. Μοντέρνο κτίριο, εντυπωσιακό αλλά λίγο περίεργο για βιβλιοθήκη.
Η απογοήτευσή μας κράτησε για λίγο καθώς από 'κεινο το σημείο συνεχίσαμε τη βόλτα μας προς το ιστορικό κέντρο. Πρώτος απ΄όλους ξεπετάχτηκε ο επιβλητικός ναός του Αγίου Μπάφο με το εντυπωσιακό μνημείο προς τιμή των αδελφών Φαν Άικ κι έπειτα μας ανοίχτηκε ένα από τα ομορφότερα ιστορικά κέντρα που έχω επισκεφθεί στα ως τώρα ταξίδια μου, μ' ένα πλήθος μεσαιωνικών κι αναγεννησιακών κτισμάτων που δεν υπέστησαν φθορές στους δυο παγκόσμιου πολέμους. Ο πανύψηλος πύργος Belfry ανάμεσα στα δυο καμπαναριά του Καθεδρικού και του Αγίου Νικολάου και στο βάθος ο πύργος με το ρολόι του ταχυδρομίου. Η καλοδιατηρημένη αίγλη της πόλης μαρτυρά πως η Γάνδη υπήρξε η δεύτερη μεγαλύτερη και πλουσιότερη μητρόπολη της μεσαιωνικής Ευρώπης.
Ο καθεδρικός του Αγίου Μπάφο είναι αφιερωμένος στον πρώτο ιεραπόστολο που ήρθε να κηρύξει τον χριστιανισμό στη Φλάνδρα και κατόπιν έγινε ερημίτης. Κτίστηκε στη θέση ενός προγενέστερου ξύλινου κι ακολούθησε όλες τις αρχιτεκτονικές τάσεις που μεσολάβησαν ως την ολοκλήρωσή του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συναντήσουμε στοιχεία ρωμανικής αρχιτεκτονικής συνδεδεμένα άψογα με μπαρόκ και γοτθικό στυλ. Αυτό όμως που κερδίζει αμέσως τον θαυμασμό των επισκεπτών είναι το πανύψηλο καμπαναριό του με τις τέσσερις απότομες απολήξεις στην κορυφή.
Κατηφορίζοντας προς το ποτάμι, συναντάμε τον πύργο Belfry. Ίσως είναι λίγο υπερβολικό που έχει χαρακτηριστεί ως μνημείο της Unesco αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι ένα ακόμη εντυπωσιακό κτίσμα της πόλης. Μου κέρδισε όμως τις εντυπώσεις εσωτερικά καθώς σε έναν από τους ορόφους προβαλλόταν ένα ντοκιμαντέρ για την παρασκευή καμπανών. Ήταν μια ενδιαφέρουσα στάση μέχρι να ανέβω στη κορυφή. Από εκεί ψηλά απόλαυσα το μεγαλείο της πόλης. Ο Καθεδρικός απέναντί μου έστεκε λαμπρότατος ενώ από την άλλη μεριά αναπτυσσόταν η κομψότητα του Αγίου Νικολάου. Επίσης κάτω από τις καμπάνες υπάρχει μια μικρή αίθουσα με το μουσικό όργανο που παράγει τις παιχνιδιάρικες μελωδίες του πύργου όποτε σημαίνει την ώρα. Στην κορυφή του πύργου ισορροπεί ένας ιπτάμενος δράκος ο οποίος προστατεύει την Γάνδη. Ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει πως η πόλη είναι παραμυθένια.
Μέσα στα ιστορικά κτίσματα της παλιάς πόλης ορθώνεται ένα ανορθόδοξο σύγχρονο κατασκεύασμα, το City Pavilion. Παρ' όλο που δε ταιριάζει καθόλου με τα κτίρια γύρω του κι η χρηστικότητά του είναι σχεδόν μηδαμινή, είχε κάτι που με τραβούσε να το παρατηρήσω εξονυχιστικά. Η πρόσφατη κατασκευή του προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις στους κατοίκους κι όχι άδικα. Όμως το βράδυ αποκτά μια μυσταγωγική αύρα. Το χρυσαφί φως που κατεβαίνει από την οροφή του το μετατρέπει σε μια ουράνια πύλη που σε οδηγεί στο άγνωστο. Μάλιστα ένα από τα δύο βράδια που περιπλανιόμουν στη πόλη, έπεσα πάνω σε έναν νεαρό που έπαιζε με το βιολοντσέλο του κάτω από την επιβλητική στέγη. Ο ήχος απλωνόταν σε όλο το χώρο μαγεύοντας κάθε περαστικό που έστεκε για λίγη ώρα να απολαύσει την ονειρική του μουσική.
Πιο πέρα ο ρωμαιοκαθολικός ναός του Αγίου Νικολάου φαίνεται να χει θαμπώσει με την ατέρμονη αισθητική πάλη που έχει με τα μεταγενέστερα κτίσματα. Στιβαρός με ένα ογκώδες πύργο αλλά λιτός και φτωχός σε εσωτερική διακόσμηση. Τη μέρα που τον επισκεφθήκαμε είχε μια έκθεση ζωγραφικής που ούτε αυτή κέρδισε τις εντυπώσεις μας.
Παρ όλα αυτά κι ενώ παραμένω ενθουσιασμένος με το ιστορικό κέντρο της Γάνδης κι έχω θαυμάσει τους Μαυριτανούς χορευτές στην πρόσοψη του παλιού δημαρχείου και την εντυπωσιακή γοτθική όψη του νέου δημαρχείου αλλά και το πανέμορφο ταχυδρομίο με τον πύργο του, φτάνω στο σημείο της απόλυτης αποκάλυψης, στη γέφυρα του Αγίου Μιχαήλ. Από κάτω που περνάει ο ποταμός Λυς. Γύρω του ορθώνονται πανέμορφα αρχοντικά σπίτια. Ο περίπατος στις όχθες του είναι άκρως ρομαντικός. Στη μέση της γέφυρας στέκει το άγαλμα του Αγίου Μιχαήλ που σκοτώνει τον δράκο. Κάποιος έχει κολλήσει μια λευκή καρδιά στο στήθος του. Στρεφόμενος απ αυτό το σημείο προς την πόλη, μένω άναυδος. Όλα τα επιβλητικά κτίσματα που προηγουμένως επισκέφθηκα είναι παρατεταγμένα στη σειρά. Δε ξέρεις ποιο να πρωτοθαυμάσεις. Πέρασα αρκετές ώρες πάνω σ' αυτήν την γέφυρα σε όλες τις φάσεις της μέρας και της νύχτας καθώς οι μορφές γύρω μου άλλαζαν αναλόγως με το που βρισκόταν ο ήλιος. Γι' αυτήν και μόνο την εικόνα άξιζε όχι μόνο η επίσκεψή μου στην Γάνδη αλλά σε ολόκληρο το Βέλγιο.
Από την γέφυρα κατέβηκα στον ποταμό. Από τη μια μεριά υπήρχαν αρχοντικά κτίτια του 16ου και 17ου αι. με τις κλιμακωτές τους απολήξεις και τα καλαίσθητα διακοσμητικά ανάγλυφα κι από την άλλη έστεκαν μεταγενέστερα αρχοντικά που σέβονταν το παρελθόν και το ύφος της πόλης.
Ο περίπατος στο ποτάμι με έβγαλε στο κάστρο Χράφενστέην, το οποίο δείχνει να επιπλέει σε μια μικρή λίμνη που σχηματίζει το ποτάμι. Καλοδιατηρημένο στέκει ακόμα με τα λάβαρά του να ανεμίζουν περήφανα πάνω από τις πολεμίστρες. Από έναν Έλληνα που γνώρισα στην Αμβέρσα, έμαθα πως κάποτε λειτούργησε ως ορμητήριο εξεγερμένων φοιτητών. Οι νεαροί είχαν ταμπουρωθεί μες στο οχυρό και πετούσαν από τα τείχη μπουκάλια μπύρας. Το πάθος τους ήταν τόσο μεγάλο που στο τέλος κέρδισαν αυτά που διεκδικούσαν. Το γεγονός αυτό μου άρεσε περισσότερο απ' την υπόλοιπη μεσαιωνική ιστορία του κάστρου.
Η βόλτα ολοκληρώνεται στη παλιά ψαραγορά με τις μικρές τις γραφικές μπυραρίες και τις άφθονες πατάτες.
Όμως το καλύτερο δώρο μου το επιφύλαξε η πόλη το τελευταίο βράδυ. Μετά την απογευματινή βροχή ήρθε η νυχτερινή γαλήνη. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και το ποτάμι τόσο ήρεμο που η επιφάνειά του είχε μετατραπεί σε έναν τεράστιο καθρέφτη. Έτσι η πόλη απέκτησε δυο αντιστρεφόμενες όψεις. Μια πάνω και μια κάτω. Ήταν σκέτη μαγεία να περπατάω στις όχθες και να παρατηρώ τα είδωλα των κτιρίων στην αρυτίδωτη επιφάνεια του νερού.
Επίσης κάτι που θα μου μείνει αξέχαστο ήταν μια παρεΐστικη μάζωξη καγιάκ που έκανε βόλτες στο ποτάμι έχοντας αναμένους πυρσούς στο πίσω μέρος των σκαφών. Ένας αξέχαστος μυσταγωγικός αποχαιρετισμός της πόλης που με συγκίνησε αρκετά.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2019

Αμβέρσα, το διαμαντένιο λιμάνι του βορρά



Γνώρισα για πρώτη φορά την αίγλη της Αμβέρσας μέσα από την γραφή του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ. Ο αείμνηστος Γερμανός συγγραφέας είχε αφιερώσει αρκετές σελίδες ενός εκ των βιβλίων του περιγράφοντας ένα φρούριο που βρίσκεται εκτός πόλης και είχε λειτουργήσει ως στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και φυσικά για τον εντυπωσιακό σιδηροδρομικό σταθμό. Απ' αυτό το πανέμορφο αρχιτεκτονικό κόσμημα ξεκίνησα με μεγάλες προσδοκίες τη βόλτα μου σε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης.
Έχοντας συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες για την Αμβέρσα, πήγα στο κεντρικό σταθμό των Βρυξελλών κι αναχώρησα για τα ολλανδοβελγικά σύνορα. Ο δροσερός ήλιος του πρωινού άφηνε μόνο κούφιες υποσχέσεις καθώς η πρόγνωση του καιρού έδειχνε βροχές ως το μεσημέρι. Όσο ανέβαινα βόρεια τόσο τα σύννεφα απλώνονταν απειλητικά πάνω από τα βαγόνια. Μπροστά μου μια οικογένεια Ιταλών μου κρατούσαν συντροφιά με τις τραγουδιστές τους συζητήσεις σε μια διαδρομή που κράτησε λίγο παραπάνω από μια ώρα. Τα πρώτα σπίτια της πόλης τα είδα από ψηλά, καθώς μία μεγάλη γέφυρα μας πέρασε πάνω από τα προάστια λίγο πριν εισέλθουμε στον τερματικό σταθμό.
Βγήκα με ανυπομονησία από το βαγόνι, δυο πατώματα κάτω από την κεντρική αίθουσα του σταθμού. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά κι αντίκρισα την μεγάλη γυάλινη οροφή. Το βλέμμα μου ακολούθησε τις μεταλλικές γραμμές της κατασκευής που οδηγούσαν στο κεντρικό κτίριο με το κομψό ρολόι και τα νεομπαρόκ αρχιτεκτονικά στοιχεία. Από ένα άνοιγμα κοίταξα τα υπόλοιπα επίπεδα του σταθμού. Ένα χάος επικρατούσε από κάτω μου με 25 διαφορετικές πλατφόρμες. Τραίνα από Ολλανδία, Γερμανία και Βρυξέλλες έφταναν κι αναχωρούσαν κάθε τόσο διατηρώντας την ατέρμονη μητροπολιτική αύρα του σταθμού. Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Αμβέρσα χτίστηκε το 1905 και θεωρείται μέχρι σήμερα ως ένας από τους ομορφότερους της Ευρώπης κι όχι άδικα.
Αφού θαύμασα τον θεόρατο θόλο στην αίθουσα εισιτηρίων και τις δύο πανέμορφες εισόδους του σταθμού, κινήθηκα προς το ιστορικό κέντρο. Ένας μεγάλος φιδωτός πεζόδρομος με παρατεταγμένα αρχοντικά κτίρια, με οδηγούσε προς το ποτάμι. Το γκρίζο των προσόψεων που εντεινόταν απ τη συννεφιά, έσπαγε από τις χρυσές πινελιές των γλυπτών κι ανάγλυφων διακοσμητικών. Σε πολλά σημεία συνάντησα πλώρες καραβιών και του προστάτη των εμπόρων θεού Ερμή. Δεν ήταν τυχαίες αυτές οι επιλογές καθώς η Αμβέρσα πέρα από μεγάλο λιμάνι, θεωρείται κι η μεγαλύτερη αγορά διαμαντιών στον κόσμο. Επιστέγασμα της οικονομικής ευφορίας που έζησε η πόλη στις αρχές του περασμένου αιώνα, είναι ο πύργος KBC με τους 26 ορόφους του. Ο πρώτος ουρανοξύστης της Ευρώπης, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1932.
Αφού πέρασα κάτω από τη σκιά του Boerentoren, χάθηκα στα στενά της παλιάς πόλης. Μικρά μαγαζάκια με όμορφες πραμάτειες και καφετέριες με ζεστή ατμόσφαιρα, έδιναν χρώμα στη βροχερή μου βόλτα. Κάπου εκεί συνάντησα τον ναό του Αγίου Ιακώβου. Ένας μικρός και με διακριτική παρουσία ναός, ο οποίος φημίζεται για τον εντυπωσιακό εσωτερικό του διάκοσμο και περηφανεύεται που φυλάσσει εντός του τον τάφο του φημισμένου ζωγράφου Ρούμπενς. Καθώς προσέγγιζα την είσοδό του, είδα έναν γεροντάκι να βγαίνει και να κλειδώνει την μεγάλη ξύλινη πόρτα. Επιτάχυνα το βήμα, προλαβαίνοντάς τον την ώρα που έβαζε το κλειδί στη τσέπη. Με σπαστά γαλλικά τον ρώτησα αν μπορώ να εισέλθω στο ναό. Ξαφνιασμένος γύρισε προς τη μεριά μου και με μια κίνηση του χεριού του προς το στόμα, μου είπε ένα λιτό "manger" και χάθηκε στο διπλανό στενό. Τελικά από Ρούμπενς, αρκέστηκα στο να επισκεφθώ το σπίτι του που έχει μετατραπεί σε μουσείο, μέσα στο οποίο βρίσκονταν αρκετοί γνωστοί του πίνακες με σημαντικότερο όλων μία του αυτοπροσωπογραφία. Περισσότερο όμως με άγγιξε ο πίνακας με το νεκρό βρέφος. Διαβάζοντας το βιβλιαράκι που είχα προμηθευτεί μαζί με το εισιτήριο, έμαθα πως οι γονείς των νεκρών μωρών, ζητούσαν από καλλιτέχνες να ζωγραφίσουν τα πορτραίτα τους πριν την ταφή καθώς δε θα τους δινόταν άλλη ευκαιρία. Στάθηκα αρκετή ώρα μπροστά στο πίνακα παρατηρώντας την ανατριχιαστικά γαλήνια απεικόνιση του προσώπου και το ευλαβικό κράτημα ενός κομμένου κλωναριού στα νεκρά του χεράκια.
Την περισσότερη ώρα των περιπλανήσεών μου, την πέρασα στην κεντρική πλατεία της πόλης. Από τη μια μεριά θύμιζε αρκετά τη Grand Place των Βρυξελλών ενώ από την πλευρά που δέσποζε ο Καθεδρικός Ναός της Παναγίας, μου έφερνε στο νου τα πανύψηλα κτίσματα της Γάνδης. Μόνο το δημαρχείο δε κατάφερα να θαυμάσω καθώς ήταν κρυμμένο πίσω από σκαλωσιές.
Στο κέντρο της πλατείας έστεκε ένα ψηλό συντριβάνι που αναπαριστούμε τον θρύλο απ' τον οποίον πήρε το όνομά της η πόλη. Σύμφωνα με τη λαογραφία, κάποιος γίγαντας με το όνομα Αντιγκόν ζούσε κοντά στον ποταμό Σχέλντε και ζητούσε δικαιώματα διέλευσης από τους βαρκάρηδες του ποταμού. Όποιος αρνούνταν να του δώσει λεφτά, του έκοβε το χέρι και το πετούσε στα νερά. Τελικά, ο γίγαντας φονεύθηκε από έναν νεαρό ήρωα, τον Σίλβιο Μπράμπο. Ο Βέλγος "Δαβίδ" αφού πρώτα σκότωσε τον ποταμίσιο "Γολιάθ", του έκοψε το χέρι και το πέταξε κι αυτός με τη σειρά του στο ποτάμι. Από το γεγονός αυτό βγήκε το όνομα Antwerpen, από τις ολλανδικές λέξεις hand και werpen, που σημαίνουν "χέρι" και "πετώ"
Την ώρα που βόλταρα στην πλατεία, μία ομάδα μαθητών πραγματοποιούσε μια πρωτότυπη οικολογική διαμαρτυρία. Αφού πρώτα ξάπλωσαν στο πλακόστρωτο και σχημάτισαν ένα μεγάλο ερωτηματικό, στη συνέχεια μοίρασαν στους περαστικούς διάφορα φυλλάδια. Προτού πάρω το δικό μου, ξέσπασε ένα ισχυρό μπουρίνι. Μεμιάς η πλατεία άδειασε. Οι περισσότεροι κλείστηκαν στις γύρω μπυραρίες περιμένοντας να κοπάσει η βροχή ενώ εγώ έτρεξα λίγο παραπέρα φτάνοντας βρεγμένος στην είσοδο του καθεδρικού, του οποίου η επιβλητική του πρόσοψη επιβεβαίωνε τον εντυπωσιακό εσωτερικό του διάκοσμο καθώς ένα μέρος του ναού είχε μετατραπεί σε μια μοντέρνα πινακοθήκη. Στο κεντρικό του σημείο ήταν στημένες οι καρέκλες των πιστών ενώ στις πλαϊνές πλευρές του ναού είχαν στηθεί διάφορα εντυπωσιακά τρίπτυχα, δυο εκ των οποίων άνηκαν στον Ρούμπενς. Περιφερόμενος στο εσωτερικό του ναού συνάντησα σε μία γωνία μια ομάδα συντηρητών που επούλωναν τις φθορές των τοιχογραφιών. Πήγα κοντά τους και διακριτικά θαύμασα το έργο και την υπομονή τους. Έμεινα γι' αρκετή ώρα στην εκκλησία καθώς η βροχή απ' έξω δεν έλεγε να κοπάσει. Λίγο πριν με πιάσει η απελπισία, έκανε την εμφάνισή του ο ήλιος δίνοντας ζωντάνια στα λιτά από διακοσμητικά βιτρό παράθυρα του ναού.
Βγήκα δειλά από τον καθεδρικό διαπιστώνοντας πως πράγματι ο ουρανός καθάρισε κι ένας ζεστός ήλιος χάιδευε τις βρεγμένες προσόψεις των σπιτιών και τις γυαλισμένες από τα νερά πέτρες της πλατείας. Σκέφτηκα να δω και την άγνωστη πλευρά της πόλης, οπότε κίνησα γεμάτος περιέργεια προς το λιμάνι. Αφού βγήκα απ' το ιστορικό κέντρο, βρέθηκα σε μια έρημη πλατεία γεμάτη μπαρ. Ένα απ' αυτά είχε το όνομα "Αθήνα". Από κει, συνέχισα τη βόλτα μου σε ένα φαρδύ πεζόδρομο που οδηγούσε προς το Μουσείο του Ποταμού. Κι ενώ περιπλανιόμουν αμέριμνος, έπιασα με την άκρη του ματιού μου μια περίεργη κίνηση. Στράφηκα προς μια βιτρίνα κι αμέσως ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με μια όμορφη ημίγυμνη γυναίκα. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα στο δρόμο με τα κόκκινα φανάρια της Αμβέρσας. Σαν ένας άλλος Οδυσσέας περιτριγυρισμένος από σειρήνες, συνέχισα τη βόλτα μου προς το ποτάμι μοιράζοντας απλόχερα το χαμόγελό μου σε κάθε κορίτσι που με χαιρετούσε.
Ο πεζόδρομος με τα κορίτσια μ έβγαλε σ' ένα φαρδύ κανάλι όπου στη μέση του υψωνόταν το μουσείο του ποταμού. Στο κτίσμα κυριαρχούσε το κοκκινωπό χρώμα των βάλτων και το τζάμι. Περπάτησα περιμετρικά του και προσπέρασα διακριτικά μια ομάδα Ελλήνων που έπιναν τις μπύρες τους σε ένα παγκάκι. Το κτίριο ήταν εντυπωσιακό αλλά η θεματολογία του δεν μου τράβηξε το ενδιαφέρον.
Κατηφόρισα παράλληλα με το ποτάμι. Στο βάθος διέκρινα τους γερανούς του λιμανιού και τα τεράστια σιλό. Ένα ολλανδικό ποταμόπλοιο πέρασε αθόρυβα από κοντά μου, καθώς συνέχιζα τη βόλτα μου προς το ιστορικό κέντρο. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση. Άρχισα να επιστρέφω προς το σταθμό καθως δε γνώριζα τι ώρα είναι το τελευταίο τραίνο για Βρυξέλλες.
Πριν φύγω όμως από την πόλη, έκανα μια τελευταία βόλτα στη Zurenborg, μια μικρή γειτονιά του 19ου αι. σε στυλ μπελ-επόκ με πολλά αρχιτεκτονικά στοιχεία αρτ-νουβώ. Κάποιος μου χε πει πως έχει τη φήμη της πιο γνήσιας αστικής γειτονιάς στην Ευρώπη. Η αλήθεια είναι πως δεν συνάντησα κάτι τέτοιο παρ' όλο που ήταν μια ήρεμη και πεντακάθαρη περιοχή με μια γλυκιά πλατεία στο κέντρο της γεμάτη καλόγουστα μπαράκια. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πως είχε πολλές συναγωγές, ενώ στο δρόμο συναντούσα συνέχεια Εβραίους ορθόδοξους με τις μαύρες τους ενδυμασίες, τα φαρδιά τους καπέλα και τα δυο στριφογυριστά κοτσιδάκια να κρέμονται στο πρόσωπό τους.
Λίγο πριν την αναχώρηση, κι ενώ περίμενα το τραίνο μου στην πλατφόρμα 23 θαυμάζοντας για τελευταία φορά τον σιδηροδρομικό σταθμό, κάτι άρχισε να μυρίζει έντονα. Στον μικρό πανικό που προκλήθηκε, μάθαμε πως μία εγκατάσταση έπιασε φωτιά μ' αποτέλεσμα να ακινητοποιηθούν κάποιοι συρμοί, μέσα σ' αυτούς κι ο δικός μου. Αυτό είχες ως αποτέλεσμα να μετακινηθούμε σε άλλη πλατφόρμα όπου μας περίμενε ένα άλλο τραίνο για Βρυξέλλες. Πολλοί θα το χαρακτήριζαν ως ένα ατυχές γεγονός. Για μένα ήταν απλώς μια ευχάριστη παράταση της παρουσίας μου σ' αυτό το τόσο όμορφο αρχιτεκτονικό στολίδι.
Μ' αυτήν την εικόνα αποχαιρέτησα την Αμβέρσα.