Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Ξερά Χόρτα (2023)




Η επιστροφή του σπουδαίου και πολυαγαπημένου Τούρκου σκηνοθέτη Νουρί Μπίλγκε Τζεϊλάν στις σκοτεινές αίθουσες, θεωρείται από μόνη της ως ένα από τα αναμενόμενα και σημαντικότερα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Πόσο μάλλον όταν η νέα του ταινία έρχεται με πολλές διακρίσεις από τα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ, με σημαντικότερη τη βράβευση της εκπληκτικής πρωταγωνίστριας Μέρβε Ντισντάρ στο φετινό φεστιβάλ των Καννών. Μετά από τα δύο προηγούμενα αριστουργήματα Χειμερία Νάρκη (2014) κι Άγρια Αχλαδιά (2018) αλλά και τα εξαιρετικά Κλίματα Αγάπης (2006), Μακριά (2002) και Σύννεφα του Μάη (1999), οι προσδοκίες μου για τον κινηματογραφικό έργο του Τζεϊλάν είναι ιδιαίτερα απαιτητικές, καθώς η νέα του ταινία έρχεται με έναν αέρα δυναμισμού κι ωριμότητας. 
Με τα "Ξερά Χόρτα", ο σπουδαίος Τούρκος δημιουργός αναζητάει την πολυπόθητη Άνοιξη της χώρας του, σε μια δύσκολη περίοδο όπου κυριαρχεί ο τσουχτερός χειμώνας και το ιδιαίτερα θερμό κι άνυδρο καλοκαίρι, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να έχουν παρόμοια μοίρα μ' αυτήν των χόρτων στις αφιλόξενες στέπες της Τουρκίας, όπου παραμένουν συνεχώς ξερά. Γι' αυτόν τον λόγο, ο Νουρί Μπίλγκε Τζεϊλάν, μας ταξιδεύει για μια ακόμη φορά στα βάθη της Τουρκίας, θέλοντας σ' αυτό το σκληρό περιβάλλον να μας παρουσιάσει τα αδιέξοδα των ανθρώπων, τα ναρκωμένα τους όνειρα, τον εγκλωβισμό τους σε μια θανάσιμη στασιμότητα και το κουρδικό ζήτημα που εξακολουθεί να ελοχεύει στην τουρκική κοινωνία. 
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, παρόλο που στις ταινίες του υπάρχουν πολλά εμπλεκόμενα πρόσωπα, είναι ένας καθηγητής καλλιτεχνικών, ο Σαμέτ, ο οποίος νιώθει εξόριστος στην ίδια του τη χώρα, περιμένοντας την πολυπόθητη μετάθεσή του στην Κωνσταντινούπολη. Μέσα από τη στάση του και τις απόψεις που εκμυστηρεύεται στους γύρω του, φαίνεται πως ο Σαμέτ αντιμετωπίζει την εργασιακή του καθημερινότητα με αδιαφορία και κάποιες φορές με κυνικότητα όταν έρχεται σε αντιπαράθεση με τους μαθητές του, όπως στη σκηνή που τους λέει πως όλα όσα διαδραματίζονται μες στην τάξη είναι ένα θέατρο, διότι κανείς τους δεν έχει έφεση στις τέχνες κι επειδή όλοι τους θα καταλήξουν στον πρωτογενή τομέα όπου θα μοχθούν για να προσφέρουν τα απαραίτητα αγαθά στην πλούσια αστική τάξη. Οι μόνες στιγμές, στις οποίες αποκαλύπτεται η καλλιτεχνική του φύση κι η διακριτική του ευαισθησία, είναι όταν απαθανατίζει τους κατοίκους, τους συναδέλφους και τους φίλους που έχει στο μικρό χωριό. Με τον δικό του καλλιτεχνικό και συναισθηματικό τρόπο, καταγράφει την άγρια ζωή της ανατολικής Τουρκίας.  
Όμως, όλα θα ανατραπούν απότομα μετά από μια σειρά κατηγοριών που θα προκύψουν εις βάρος του από την αγαπημένη του μαθήτρια, τη Σεβίμ. Εγκλωβισμένος σ' αυτήν την απρόσμενη κατάσταση, θα αναζητήσει καταφύγιο στις συναναστροφές και τις συζητήσεις με τους λιγοστούς ανθρώπους που εμπιστεύεται. Ένας απ' αυτούς είναι ο συγκάτοικός του, ο Κενάν κι η Νουράι, μια δασκάλα από μια διπλανή πόλη και πρώην ακτιβίστρια, η οποία έχασε το πόδι της σε μια τρομοκρατική επίθεση. 
Η σχέση των τριών πρωταγωνιστών θα προσπαθήσει να καρποφορήσει στην άγονη στέπα της Ανατολίας, όπου επικρατούν δύο μόνο εποχές, ο χειμώνας και το καλοκαίρι, μ' αποτέλεσμα η φύση να μην προλαβαίνει να πρασινίσει, καθώς από το πυκνό χιόνι που τη σκεπάζει καθόλη τη διάρκεια του χειμώνα, περνάει στην ξηρασία του καλοκαιριού. Μέσα σ' αυτό το τόσο δύσκολο περιβάλλον προσπαθούν μάταια οι παραπάνω χαρακτήρες να ανθίσουν...
 



Ωστόσο, παρατηρείται πως τα τρία παραπάνω πρόσωπα, παρόλο που βρίσκονται χρόνια στην εργασιακή ζούγκλα, επιλέγουν, ή για να το θέσω καλύτερα, αναγκάζονται να ζουν με έναν εφηβικό τρόπο. Η Νουράι εξακολουθεί να ζει με τους γονείς της, ενώ ο Σαμέτ συγκατοικεί μαζί με τον Κενάν, ο οποίος επιμένει να μη θέλει να παντρευτεί, παρόλο που τον πιέζει η μητέρα του. Κι οι τρεις εκπροσωπούν τρεις διαφορετικές όψεις της τούρκικης κοινωνίας που ασφυκτιά στη σημερινή εποχή. 
Η Νουράι εκπροσωπεί το αριστερό κι ακτιβιστικό κομμάτι της Τουρκίας που έχει διωχθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια κι έχει παραγκωνιστεί. Γι' αυτόν τον λόγο, διακρίνουμε ένα ίχνος απογοήτευσης κι εγκατάλειψης στο θλιμμένο της βλέμμα. Ο Κενάν εκπροσωπεί το κουρδικό κομμάτι της Τουρκίας που προσπαθεί να ορθοποδήσει και να ενσωματωθεί στον υπόλοιπο εθνικό κορμό, παρά τις διώξεις και τα εμπόδια που συναντά στο διάβα του. Τέλος, ο Σαμέτ, εκφράζει το διανοουμενίστικο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας που έχει πια απαυδήσει με την αδιαφορία του υπόλοιπου κόσμου κι έχει περιέλθει σε μια εσωστρεφή και κυνική κατάσταση. Αυτοί οι τρεις διαφορετικοί κόσμοι θα μπλέξουν σε ένα παράδοξο ερωτικό τρίγωνο, όπου ο καθένας αναζητά την παρηγοριά στον άλλον, έχοντας αποδεχτεί πως το εγγύς μέλλον προμηνύεται δυσοίωνο. 
Οι προβληματισμοί των τριών πρωταγωνιστών, ο τρόπος ζωής που έχουν επιλέξει κι οι προσδοκίες τους από τα μελλοντικά τους σχέδια, παρουσιάζονται μέσα από τους μεγάλους σε διάρκεια και πλούσιους σε επιχειρήματα διαλόγους των ταινιών του Τζεϊλάν. Με έναν μοναδικό τρόπο, ο σπουδαίος Τούρκος δημιουργός παντρεύει τον δοκιμιακό λόγο με τον κινηματογραφικό, προσφέροντας άκρως ενδιαφέρουσες σκηνές πλούσιων διαλόγων. Ο πιο ενδιαφέρων διάλογος της συγκεκριμένης ταινίας, είναι αυτός που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στον Σαμέτ και τη Νουράι σχετικά με την αιώνια διαμάχη του ατομικού με το συλλογικό, το κατά πόσο αξίζει να ανήκει κανείς σε μια ομάδα, ώστε να μπορεί να προσφέρει, αλλά και να δέχεται τη βοήθεια και τη στήριξη των άλλων ή να παραμένει μόνος του χωρίς  προσδοκίες κι απαιτήσεις από κανέναν, προστατεύοντας μ' αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του από την προδοσία και την απογοήτευση. Υπάρχουν κι άλλοι αξιόλογοι διάλογοι, μέσα από τους οποίους θίγεται η ματαιότητα των τσακισμένων προσώπων, η ελπίδα όσων εξακολουθούν να πιστεύουν σε ένα όραμα, αλλά κι η προσκόλληση ορισμένων πληγωμένων ανθρώπων με το παρελθόν, γεγονός που τους οδηγεί στην αφάνεια. Και φυσικά απορρέει η βεβαίωση πως οι ώριμες κι ειλικρινείς συζητήσεις αποκαλύπτουν πως μας ενώνουν περισσότερα πράγματα απ' όσα μας χωρίζουν, κι αυτό από μόνο του είναι ελπιδοφόρο. Αρκεί οι άνθρωποι να μπορούν να ανοιχτούν ελεύθερα.  
Για μια ακόμη φορά, ο Τζεϊλάν πετυχαίνει να κάνει πειστικούς τους διαλόγους που ξετυλίγονται στην ταινία, με το να παρουσιάσει άκρως ρεαλιστικούς τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών. Από τη μια ο Σαμέτ είναι ένας ακόμη αντιήρωας (ίδια συνταγή με τους αντίστοιχους πρωταγωνιστές σε "Άγρια Αχλαδιά" και "Χειμερία Νάρκη"), ο οποίος δε γίνεται ιδιαίτερα συμπαθής παρόλο που σε πολλές σκηνές ταυτίστηκα με τα λεγόμενά του, αλλά και με τη στάση του, ενώ από την άλλη έχουμε τη Νουράι με τον δυναμισμό της και την αυτοπεποίθησή της, παρόλο που έχει χάσει το ένα της πόδι, η οποία καταφέρνει να 'ρθει σε κόντρα με το πατριαρχικό κατεστημένο της γειτονικής μας χώρας. 






Στόχος του συνόλου των "κατηγορώ" που ακούγονται στην ταινία, είναι η ελλιπής παιδεία της κοινωνίας, η οποία μαθαίνει να ζει χωρίς όραμα κι ελπίδα. Γι' αυτόν τον λόγο, ο Τζεϊλάν θέτει ως κέντρο αναφοράς της ιστορίας του το σχολείο, το οποίο κατά κάποιον τρόπο αντιπροσωπεύει το αποδυναμωμένο σύστημα της χώρας του, διότι λειτουργεί χωρίς να έχει επίκεντρο τον άνθρωπο, μ' αποτέλεσμα να εφαρμόζει ένα σύνολο ανούσιων κανόνων και να προσφέρει μια άκρως αναποτελεσματική εκπαίδευση στις νέες γενιές. Οπότε, ο χώρος του σχολείου μετατρέπεται σε αρένα όπου συγκρούονται όλες οι πλευρές της πολυπρόσωπης τουρκικής κοινωνίας, δημιουργώντας μια αιχμηρή κριτική στην πολιτική της χώρας που την οδηγεί σε μια επικίνδυνα μη αναστρέψιμη ερημοποίηση.
Αυτή η αντίφαση της τουρκικής κοινωνίας, εκφράζεται έντονα από την εσωστρεφή φύση του Σαμέτ και τα απότομα ξεσπάσματά του μέσα στην τάξη. Από τη μια είναι ευαίσθητος και προσιτός με τους μαθητές του κι από την άλλη κυνικός σχετικά με το μέλλον τους. Σε κάποιες στιγμές τον βλέπουμε να 'χει ανάγκη για επικοινωνία με τους λιγοστούς ανθρώπους του στενού του κύκλου, ενώ σε κάποιες άλλες επιθυμεί την ηρεμία της μοναξιάς, φωτογραφίζοντας πρόσωπα και τοπία, προσφέροντας στους θεατές ένα υπέροχο μωσαϊκό που παρουσιάζει την άγνωστη πλευρά μιας χώρας, που επιθυμεί να παρουσιάζεται ως περιφερειακή υπερδύναμη. 
Επίσης, έχοντας ο Τούρκος σκηνοθέτης ως σημείο αναφοράς τον Σαμέτ, προσπαθεί να δείξει πως στη σύγχρονη εποχή, οι άνθρωποι έχουν την επιθυμία να προσφέρουν στους συνανθρώπους τους και να κάνουν πράγματα για να ομορφύνουν τη ζωή τους, αλλά κάτι τους αποτρέπει διότι η κάθε τους προσπάθεια δεν καταφέρνει να γεμίσει το συναισθηματικό τους κενό, μ' αποτέλεσμα να μην νιώθουν ολοκληρωμένοι.
Ωστόσο, η ταινία αφήνει αρκετές εκκρεμότητες και κάποια σημεία αναπάντητα, όπως την απρόσμενη περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στα παρασκήνια της ταινίας. Μια σκηνή για την οποία ακόμη δεν έχω καταλάβει τη σημασία της και το νόημα που ήθελε να περάσει. 
Παρόλα αυτά, η ταινία είναι ένα ακόμη υπέροχο κινηματογραφικό διαμάντι με εκπληκτικές κι άκρως ρεαλιστικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών, με συγκλονιστικά πλάνα από τα άγρια κι άγνωστα μέρη της Ανατολίας, με εξαιρετικές φωτογραφίες και φυσικά με συγκινητική μουσική επένδυση. Όσο για τη μεγάλη της διάρκεια, που την κάνει αποτρεπτική για πολλούς, ομολογώ πως δεν κατάλαβα πότε πέρασαν οι τρεις ώρες, ή για να είμαι πιο ακριβής, τα 197 λεπτά.
Με τα "Ξερά Χόρτα", ο Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν καταφέρνει να μας προσφέρει μια ακόμα άκρως λυρική ταινία, προσπαθώντας μέσα απ' αυτήν να βρει τη χαμένη άνοιξη της Τουρκίας, ώστε μαζί με το φθινόπωρο (μέσω της Άγριας Αχλαδιάς), να επανενώσει πάλι τις τέσσερις εποχές, φέρνοντας την πολυπόθητη ισορροπία στους ανθρώπους. Ο εννοιολογικός συμβολισμός του τίτλου δεν είναι τίποτα παραπάνω από τους σύγχρονους σκεπτόμενους ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούν να μοιραστούν τις ανησυχίες τους και τα όνειρά τους, αλλά και να ενώσουν τις δυνάμεις τους, ξέροντας πως μέσα από τη συνύπαρξη και την αλληλεγγύη, θα καταφέρουν να βρουν μια πολυπόθητη ηλιαχτίδα ελπίδας για να αντιμετωπίσουν τη μοναξιά και την πλήξη των σημερινών κοινωνιών.


Βαθμολογία: 9/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου