Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2020

1917


Με μία κινηματογραφική καμπάνια αρκετών μηνών, είχαμε προετοιμαστεί να δούμε μια ακόμη αξιόλογη πολεμική ταινία στις σκοτεινές αίθουσες. Το όνομα του Σαμ Μέντες και το πέρασμα γνωστών ονομάτων σε μικρούς ρόλους, εξίταραν όλο και περισσότερο την ανυπομονησία μας. Όμως με τους τίτλους τέλους κυριάρχησε ένα περίεργο μείγμα συναισθημάτων ικανοποίησης αλλά και δυσφορίας. Η ταινία ήταν όντως εξαιρετική στο σκηνοθετικό της κομμάτι αλλά ήταν καθαρά πολεμική. Κι όταν λέω πολεμική, εννοώ πως δεν επεδίωξε να περάσει κανένα απολύτως μήνυμα είτε αντιπολεμικό είτε καθαρά ουμανιστικό. Ήταν απλά ένα δίωρο εκπληκτικών πλάνων που σε έβαζαν στη καρδιά του πολέμου. 
Ας αρχίσουμε λοιπόν από τα καλά στοιχεία που μου άφησε η ταινία. Είναι γεγονός πως από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό δεν σ' αφήνει σε ησυχία. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές κι αδιάκοπες με μικρές μόνο παύσης που αποδείχτηκαν αναγκαίες ακόμη και για μας τους θεατές που παρακολουθούσαμε με κομμένη την ανάσα. 
Τα σκηνικά είναι εντυπωσιακά κι άκρως ρεαλιστικά. Τα χαρακώματα σου προκαλούν μια πρωτόγνωρη κλειστοφοβία και οι όψεις των στρατιωτών φανερώνουν τη συμφιλίωσή τους με τον θάνατο. Άψογα στημένη και η νεκρή ζώνη με τα πτώματα των αλόγων και τους εγκλωβισμένους νεκρούς  στα συρματοπλέγματα. Μεμιάς η αίθουσα πλημμύριζε με τη δυσοσμία του μετώπου και την ανατριχιαστική μυρωδιά του μπαρουτιού από τις οβίδες που είχαν ανοίξει μεγάλους λάκκους. Η συνεχόμενη κίνηση της κάμερας που ακολουθεί τους δυο στρατιώτες στην αποστολή τους, σου δίνει την αίσθηση πως είσαι ο τρίτος αυτής της μυστικής αποστολής. Έρπεις μέσα στις λάσπες, μπλέκεις μες στα πτώματα, κρατάς τη μύτη σου για να αποφύγεις τη δυσωδία, εγκλωβίζεσαι μες στα τούνελ και χαμογελάς δειλά όταν βλέπεις τις ανθισμένες κερασιές. 
Εκεί όμως που δίνω τα εύσημα στον Σάμ Μέντες και στον βετεράνο διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερς Ντίκινς είναι τα νυχτερινά πλάνα της ισοπεδωμένης πόλης και το παιχνίδι που κάνουν οι σκιές κάθε φορά που πέφτει μια φωτοβολίδα. Οι εφιαλτικές εικόνες, η επιβλητική μουσική και το καθηλωτικό άγχος του σεναρίου, μου πρόσφεραν μια μοναδική κινηματογραφική στιγμή για την οποία άξιζε που πήγα σινεμά να δω αυτήν την ταινία.
Κι ερχόμαστε στα αρνητικά της ταινίας. Οι δυο πρωταγωνιστές μπήκαν στο πετσί του ρόλου κι έδωσαν όμορφες ερμηνείες αλλά οι χαρακτήρες που γράφτηκαν γι' αυτούς είχαν διάφορα κενά που χαλούσαν το όλο σύνολο. 
Πρώτα απ' όλα με ενόχλησε ο κρατικός εκβιασμός όπου ένας διοικητής στέλνει έναν στρατιώτη σε μια αποστολή αυτοκτονίας με πρόσχημα να σώσει τον άλλον του αδελφό που βρίσκεται σε κάποιο άλλο τάγμα. Έκτοτε ο πρωταγωνιστής αναλαμβάνει μια αποστολή όπου πατάει πάνω στην αδελφική του αγάπη κι όχι στην πίστη του για την πατρίδα και τη σωτηρία των άλλων του συντρόφων. Από εκεί και πέρα για μένα χάνεται το αντιπολεμικό ύφος της ταινίας. 
Επίσης έχει γίνει πλέον κουραστικό να παρουσιάζονται φρικαλεότητες από τη μία μόνο πλευρά. Ειδικά στη συγκεκριμένη ταινία, οι Γερμανοί παρουσιάζονται ως το απόλυτο κακό ενώ μέσα από τις κουβέντες η χώρα τους περιγράφεται ως η επίγεια κόλαση που προσπαθεί να επεκταθεί και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Γι' αυτό το λόγο αφήνουν πίσω τους ισοπεδωμένες πόλεις, τουφεκισμένες αγελάδες, ανακατεμένα στείρα χωράφια και τουμπανιασμένα πτώματα νεκρών. Οι ίδιοι οι Γερμανοί εμφανίζονται σε ελάχιστες στιγμές σαν σκιές που ακόμη και στην ύστατη στιγμή διψάνε για αίμα και θάνατο σε αντίθεση με τους Βρετανούς που είναι αναβλητικοί κι αναζητούν άλλες λύσεις πέρα από το να σκοτώσουν κάποιον. Μόνο που με την αναβλητικότητα και την "αγνότητα" δε κερδίζεται κανένας πόλεμος. Οπότε κάπου δε μας τα λένε καλά οι μονόπλευρες αυτές πολεμικές ταινίες. 
Ένα ακόμη αρνητικό στοιχείο που φανερώνει πως η ταινία πέρα από δράση έχει μια άκρως φανατισμένη πολεμική ματιά, είναι το τραγούδι που ακούγεται προς το τέλος και που μου το σχολίασε μετά την προβολή ένας καλός μου φίλος, ο οποίος μου επεσήμανε πως οι στίχοι του έχουν θρησκευτικό κι όχι πατριωτικό χαρακτήρα και πως λέει ότι θα πεθάνετε, αλλά μη φοβάστε, θα "επιστρέψετε" στην πραγματική πατρίδα σας, τον παράδεισο, και στον πατέρα σας τον Θεό. Όπως καταλαβαίνετε, το άσμα δεν είναι ούτε ηρωικό ούτε εμψυχωτικό αλλά ένας τραγουδιστός φανατισμός προς το θάνατο. 
Εντέλει, η ταινία είναι μια άρτια πολεμική ιστορία που αξίζει να τη δει κανείς για τα καλοστημένα της πλάνα. Σου προσφέρει ένα δίωρο γεμάτο ένταση, εκρήξεις, θάνατο και θέαμα. Αλλά ως εκεί. Τίποτα παραπάνω.

Βαθμολογία: 7/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου