Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Ληστεία στο Μουσείο


Θα ομολογήσω με όλη μου  την ειλικρίνεια τους δύο βασικότερους λόγους που με ώθησαν να δω αυτήν την ταινία. Πρώτα απ' όλα, ήταν το poster του Dark Side of The Moon που φαίνεται στο τρέιλερ της ταινίας. Για μένα όπου υπάρχουν οι Pink Floyd υπάρχει ουσία, προβληματισμός και ποιότητα. Ο δεύτερος λόγος ήταν ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, τον οποίον εκτιμώ βαθύτατα ως ηθοποιό αλλά κι ως πολιτικοποιημένο ον, με εξαιρετικές κινηματογραφικές επιλογές κι αξιόλογες πολιτικοκοινωνικές απόψεις που έχει αναπτύξει σε συνεντεύξεις του. Οι δυο παραπάνω λόγοι όσο αβάσιμοι κι αν φανούν σε αρκετούς, όχι μόνο κάλυψαν τις προσδοκίες μου, αλλά μου έδωσαν την ευκαιρία να απολαύσω μία άκρως ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία πέρα από την άρτια σκηνοθετική δουλειά, πρόσφερε μπόλικη τροφή για σκέψεις και συζητήσεις. 
Η ιστορία μας γυρνάει στα μέσα της αγαπημένης μας δεκαετία των 80s όπου δυο τριαντάρηδες αποφασίζουν τη νύχτα των Χριστουγέννων να ληστέψουν πολύτιμα εκθέματα από το μουσείο ανθρωπολογίας του Μεξικού. Η επιχείρησή τους στέφεται με απόλυτη επιτυχία, αλλά η πορεία δείχνει πολύ πιο δύσκολη απ' όσο φαντάζονται καθώς αδυνατούν να βρουν πλούσιους συλλέκτες που να ενδιαφέρονται για τα κλοπιμαία. 
Όμως κατά τη διάρκεια της αναζήτησης αγοραστών, φουντώνει εντός τους μια ανιδιοτελής αγάπη για την χώρα τους και τον πολιτισμό. Μία αγάπη που θα τους μετατρέψει από θύτες σε λάτρεις της ιστορίας και των τεχνών. Από καταζητούμενους σε ήρωες ενός ουτοπικού κόσμου όπου ο σεβασμός κι η γνώση υπερτερούν από το ατομικό συμφέρον και την πλεκτάνη.
Σίγουρα η ιστορία με ληστείες μουσείων έχει παιχτεί σε πολλές ταινίες, και παρ' όλες τις εναλλακτικές εκδοχές, παραμένει ως μια συνηθισμένη πετυχημένη συνταγή για όποιον θέλει να απολαύσει ένα δίωρο δράσης κι αγωνίας. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ληστεία περνάει σε δεύτερη μοίρα. Για να το θέσω καλύτερα λειτουργεί ως αφορμή για να αναπτυχθούν διάφορα σημαντικά ερωτήματα και να αναλυθούν οι ενδιαφέροντες χαρακτήρων των πρωταγωνιστών καθώς και των οικογενειακών τους κύκλων. 



Ο πρωταγωνιστής στην ιστορία είναι γιος ενός πλούσιου γιατρού, ο οποίος έχει επαναπαυθεί στην οικογενειακή θαλπωρή. Ωστόσο ο οικογενειακός του κύκλος, του έχει περάσει την ιδέα πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας άχρηστος κακομαθημένος νεαρός. Η σχέση με τον πατέρα του είναι τεταμένη καθώς γνωρίζει πως δεν μπορεί να τον φτάσει τόσο επαγγελματικά όσο και οικονομικά. Δεν είναι τυχαίο πως ενώ ο πατέρας του είναι καρδιολόγος, εκείνος σπουδάζει κτηνιατρική. Κι ενώ από την μια αναγκάζεται να αντιμετωπίσει το υπεροπτικό ύφος του πατέρα του, από την άλλη έρχεται αντιμέτωπος με τον ψυχολογικό πόλεμο που δέχεται από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Για εκείνον η ληστεία στο μουσείο, είναι η σωτήρια φυγή από ένα καταπιεστικό περιβάλλον. Από την άλλη, ο κολλητός του φίλος που θα τον ακολουθήσει, είναι ένας άβουλος νεαρός που υπακούει στις εντολές του πρωταγωνιστή. Ενώ υπάρχει χημεία μεταξύ τους, λείπει η ζεστασιά κι η εκτίμηση. Όμως αυτοί οι δυο "χαμένοι" θα καταφέρουν να ρεζιλέψουν ένα σύστημα ασφαλείας ενός μουσείου και τις κρατικές αρχές που τους αναζητούν. 
Λίγο πριν μπούμε στην ιστορία, η ταινία μας προσφέρει ένα σύντομο αλλά άκρως ενδιαφέρον πρόλογο. Η κατασκευή του υπερσύγχρονου κι άκρως μοντέρνου μουσείου ανθρωπολογίας στο Μεξικό, συνοδεύτηκε με την μεταφορά ενός γιγάντιου γλυπτού που ανακαλύφθηκε σε κάποια περιοχή της χώρας. Στα μάτια του πρωταγωνιστή ήταν μια μεγάλη πράξη ιεροσυλίας, καθώς ένα μνημείο απομακρυνόταν από το χώρο του για να στηθεί σε μία άλλη περιοχή ουδέτερη κι αταίριαστη, ακόμη κι αν βρίσκεται στο κέντρο της ίδιας της χώρας. Οπότε η ταινία μας ξεκινάει με μία νόμιμη "κλοπή", δίνοντάς μας το ερέθισμα να συγκρίνουμε την κρατική κλοπή με μια ατομική κλοπή. Σε τι διαφέρουν; Τελικά είναι προτιμότερο να μαζεύεται ολόκληρος ο πολιτισμικός θησαυρός στο κέντρο μιας χώρας ή να παραμένει μοιρασμένος στους τόπους όπου ανακαλύπτεται; 
Αντίστοιχα ερωτήματα τίθενται όταν συναντιούνται οι νεαροί με έναν Βρετανό συλλέκτη. Όταν συνειδητοποιούν την εθνικότητά του, εξοργίζονται που θα πουλήσουν ένα κομμάτι του πολιτισμού τους σε μια από τις χειρότερες αποικιακές δυνάμεις του κόσμου. Ο πρωταγωνιστής μάλιστα εξοργίζεται στη σκέψη πως μπορεί τα εκθέματα να στηθούν στο Βρετανικό Μουσείο. Ο διάλογος που ακολουθεί είναι άκρως ενδιαφέρον, καθώς κι οι δυο πλευρές υποστηρίζουν την παράνομη πράξη τους με ισχυρά επιχειρήματα. Εκεί όμως που ενθουσιάστηκα πολύ, ήταν η στιγμή που διόρθωσε ο πρωταγωνιστής τον συλλέκτη, λέγοντάς του πως η προϊσπανική περίοδος που ανέφερε ο συλλέκτης στη κουβέντα, κανονικά ονομάζεται μεσοαμερικανική. Μια πολύ σωστή και συγκινητική παρατήρηση, διότι ο πολιτισμός στην Αμερική δε ξεκίνησε με την έλευση των κατακτητών. Στην περίπτωση του Μεξικού, ο πολιτισμός εξολοθρεύτηκε με την άφιξη των κονκισταδόρων. 
Κάτι άλλο που αναφέρεται στην αρχή της ταινίας, είναι η αυθαίρετη καταγραφή της Ιστορίας. Ο πρωταγωνιστής βρίσκει γελοία την υπερβολική ανάλυση σπουδαίων προσωπικοτήτων της παγκόσμιας ιστορίας. Πως γίνεται κάποιος να γνωρίζει τι σκεφτόντουσαν σπουδαία ονόματα άλλων εποχών. Ο ίδιος πιστεύει πως πολλοί σημαντικοί άνθρωποι έδρασαν αυθόρμητα και πολλές από τις πράξεις τους δε βασίστηκαν σε πολύωρες σκέψεις και προβληματισμούς. Με αυτό το σκεπτικό κι ο ίδιος θα δράσει στη πιο κρίσιμη στιγμή της ταινίας. 
Εκεί όμως που συγκινήθηκα ήταν στη σκηνή της λύτρωσης του ήρωα. Σε έναν καβγά με τον πατέρα του, που του ζητάει εξηγήσεις για τη ληστεία του μουσείου, πέφτει στη γνωστή κατηγορία γονέα προς παιδί, "τα είχες όλα! Δεν σου έλειψε τίποτα!". Κι όμως πίσω από τις δυο αυτές φράσεις κρύβονται όλες οι γονεϊκές ενοχές. Όσα παιδιά το χουν ακούσει αυτό, γνωρίζουν μέσα τους πως δεν έλαβαν τα σημαντικότερα πράγματα που έχει ανάγκη κάθε άνθρωπος. Την ελευθερία, την εκτίμηση, την ειλικρίνεια και τον σεβασμό. Η νίκη του πρωταγωνιστή έρχεται με την ερωτοαπάντηση του πατέρα του. "Ήθελες να με εντυπωσιάσεις; Ε λοιπόν με εντυπωσίασες". Λόγια που γέμισαν δάκρυα χαράς το πρόσωπο του πρωταγωνιστή, διότι γι αυτόν δεν είχαν αξία τα χρήματα που θα 'βγαζε από τα κλεμμένα αλλά η εκτίμηση στο πρόσωπό του. Μέχρι να φτάσουμε σ' αυτήν την κορύφωση, το ηθικό του είχε ήδη ανέβει ακούγοντας τις φήμες που διέδιδαν οι αρχές για 'κείνον. Εξάλλου η αποτυχία ενός συστήματος μπορούσε να κρυφτεί μόνο με την αποθέωση του θύτη. Πάνω σ' αυτό πιάστηκε ο πρωταγωνιστής κι αποφάσισε να χτίσει το προφίλ ενός ρομαντικού οραματιστή παρά ενός τυχοδιώκτη κλέφτη.


Η επιτυχία της ταινίας βασίστηκε στις εκπληκτικές ερμηνείες τόσο του Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ όσο και του Λεονάρδο Ορτίζγκρις. Εξαιρετικοί στους ρόλους τους κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Επίσης η σκηνοθεσία του Αλόνσο Ρουιζπαλάσιος ήταν πρωτότυπη κι αρκετά έξυπνη. Ομολογώ πως τα πλάνα της ληστείας αλλά και της συμπλοκής στο στριπτιτζάδικο ήταν εντυπωσιακά πρωτότυπα και παράλληλα βίνταζ.
Επίσης η ταινία ήταν πλούσια σε ουσιώδεις διαλόγους αλλά και σε έξυπνο χιούμορ. Βρήκα πολλές φορές τον εαυτό μου να γελάει με τη ψυχή του σε διάφορες ατάκες που ειπώθηκαν, κάτι που είχα πολύ καιρό να βιώσω κινηματογραφικά. Έπειτα η ιστορία ελισσόταν εύκολα σε όλα τα είδη. Από κωμωδία σε δράμα κι από δράμα σε περιπέτεια κι από περιπέτεια σε θρίλερ.
Πολύ όμορφη ήταν επίσης η μουσική που έντυσε την ταινία αλλά και το τραγούδι που αναφέρεται στο θάνατο αλλά κι ο τρόπος που έδενε με τις χορογραφίες. Εκεί φάνηκε πως ο σκηνοθέτης είχε μεγάλο μεράκι στη συγκεκριμένη ταινία.
Τέλος, η ταινία είχε μαγευτικά πλάνα τόσο στους εσωτερικούς χώρους όπως το μουσείο όσο και σε εξωτερικούς. Χόρτασε το μάτι μου από την αρχή μέχρι το γλυκόπικρο φινάλε.
Η «Ληστεία στο Μουσείο» δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια έξυπνη κι ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση ανάμεσα στο εφήμερο και το μυθικό. Στο πως μπορεί η δική μας μικρή κι ασήμαντη ιστορία να παίξει σημαντικό ρόλο στην Επίσημη Ιστορία ενός τόπου. Επίσης η ταινία μας δίνει την δυνατότητα να δούμε με ευαισθησία και περισσότερο ενδιαφέρον τον πολιτισμό του κάθε έθνος.
Για μένα είναι η πιο γλυκιά κινηματογραφική ληστεία που έχω παρακολουθήσει.

Βαθμολογία: 7/10

2 σχόλια:

  1. Καλησπέρα αγαπητέ.
    Ως Σινεφίλ, κρατώ με ιδιαίτερη προσοχή την έξοχη παρουσίασή σου για την συγκεκριμένη ταινία.
    Η Παρουσία των Pink Floyd έστω και σε ένα ...καδράκι αγκαλιάζει και τη δική μου αφοσίωση.
    Το θέμα της ταινίας πολύ σημαντικό.
    Στέλνω τις καλησπέρες μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πραγματικά η παρουσία των Pink Floyd έστω και σε ένα καδράκι, μου δίνει το ερέθισμα πως η ταινία αξίζει. Δε θα ξεχάσω στο American Beauty όπου ο Κέβιν Σπέισι ψαχουλεύει την δισκοθήκη του γείτονά του μέχρι που πετάγεται ενθουσιασμένος και λέει "Pink Floyd, έχω χρόνια να ακούσω αυτόν τον δίσκο!". Γίνεται να μην αγαπήσεις μετά μια ταινία έστω γι' αυτό;
      Η ταινία είναι άκρως ενδιαφέρουσα. Σίγουρα όσοι την επιλέξουν για ένα δίωρο δράσης θα βαρεθούν. Αντιθέτως, όσοι αναζητούν αφορμές για συζητήσεις και προβληματισμούς θα φύγουν από τις σκοτεινές αίθουσες ικανοποιημένοι.
      Έχεις και τις δικές μου καλησπέρες.

      Διαγραφή