Αν αναζητήσει κανείς το Λέτσε στον ιταλικό χάρτη, θα διαπιστώσει πως βρίσκεται στο ανατολικότερο άκρο της χώρας. Από τη μια φαίνεται τόσο απομακρυσμένο από την υπόλοιπη Ιταλία κι από την άλλη δείχνει να εγγίζει διακριτικά τη δική μας γεωγραφική γειτονιά και ιδιοσυγκρασία. Παρόλο που η πόλη αυτή δείχνει τόσο αποκομμένη από τις υπόλοιπες ιταλικές πόλεις, της αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός "Φλωρεντία του Νότου", θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να την εντάξουν στο τουριστικό άρμα των υπολοίπων διάσημων πόλεων της Ιταλίας ή να της προσδώσουν κάποιο δανειζόμενο κύρος για να τραβήξει την προσοχή των απανταχού περιπλανώμενων ταξιδιωτών. Προσωπικά, θεωρώ πως ο όρος αυτός είναι τελείως παραπλανητικός και δεν αξίζει να τον φέρει η συγκεκριμένη πόλη καθώς είναι από μόνη της ξεχωριστή τόσο για τον δικό της αναγεννησιακό χαρακτήρα όσο και για την έντονη μπαρόκ αισθητική, η οποία έχει αποτυπωθεί εντυπωσιακά στο μαλακό πέτρωμα της περιοχής του Λέτσε, το οποίο έδωσε τη δυνατότητα να σμιλευθούν υπέροχα διακοσμητικά ανάγλυφα στις προσόψεις των ναών και των αρχοντικών κτηρίων του Λέτσε.
Για την επίσκεψή μας στην αναγεννησιακή πόλη του ιταλικού νότου, αναχωρήσαμε από το Μπάρι με τραίνο με κατεύθυνση προς την άκρη του τακουνιού της ιταλικής μπότας. Στη σχεδόν δίωρη διαδρομή περάσαμε από διάφορα διάσημα σημεία της Απουλίας όπως το Polignano a Mare, τη Μονόπολη, το Οστούνι καθώς και το λιμάνι του Μπρίντιζι. Διασχίζοντας τις ατελείωτες ακτές της Αδριατικής και τους αιωνόβιους ελαιώνες του Σαλέντο, φτάσαμε στο Λέτσε.
Η πόλη σύμφωνα με τον μύθο, ιδρύθηκε από τον Μαλέννιο, απόγονο του βασιλιά Μίνωα γύρω στο 1200 π.Χ. και γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη τον 3ο αι. π.Χ. κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας. Έκτοτε υπήρξε για πέντε αιώνες κομμάτι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η οικονομική άνθηση της πόλης συνεχίστηκε και κατά την περίοδο της κυριαρχίας των Νορμανδών αλλά και του Βασιλείου της Νάπολης, με το απόγειό της να ανάγεται στον 16ο αι. όταν ορθώθηκαν τα τείχη και το κάστρο από τον Κάρολο Ε' των Αψβούργων, ο οποίος ήθελε να την προστατεύσει από τους Οθωμανούς. Εκείνη την περίοδο, το Λέτσε μετατράπηκε σε μια από τις σημαντικότερες μπαρόκ πόλεις του βασιλείου του.
Η πλούσια ιστορία του Λέτσε και τα ίχνη των κατακτητών της, αντανακλώνται παντού στην πόλη. Εξακολουθούν να ορθώνονται τα ισχυρά τείχη της, προστατεύοντας όλες τις αρχιτεκτονικές τάσεις που άνθισαν εντός της πόλης. Περπατώντας στα στενά και φωτεινά από το χρώμα της πέτρας σοκάκια της, μπορεί κανείς να συναντήσει κτήρια με νεοκλασικό, νεομαυριτάνικο ή νεογοτθικό ρυθμό. Αυτός όμως που υπερισχύει είναι ο μπαρόκ ρυθμός με τον αριστοτεχνικό καλλιτεχνικό διάκοσμο, ο οποίος έφτασε σε ένα ιδιάζων επίπεδο, αποκτώντας τον χαρακτηρισμό "Barocco Leccese", ο οποίος βασίστηκε στο μαλακό πέτρωμα "Pietra Leccese", με τη θερμή της απόχρωση.
Η βόλτα μας στην πόλη ξεκίνησε από την "Porta San Biagio", η οποία βρίσκεται δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό. Η συγκεκριμένη πύλη μαζί με την "Porta Napoli", είναι ένα από τα πιο εμβληματικά αρχιτεκτονικά ορόσημα του Λέτσε, που κάποτε χρησίμευαν ως τελετουργικές εισόδους για την πόλη. Χτίστηκε το 1548 προς τιμήν του αυτοκράτορα Καρόλου Ε' και ξεχωρίζει για τα κορινθιακά κιονόκρανά της και τις μπαρόκ ανάγλυφες λεπτομέρειές της. Η λατινική επιγραφή που δεσπόζει πάνω από την πύλη υπενθυμίζει στους επισκέπτες τη στρατηγική σημασία της πόλης στην ιστορία.
Απέναντι από την πύλη και λίγο έξω από τα όρια του ιστορικού κέντρου βρίσκεται το μνημείο πεσόντων του Λέτσε, το οποίο στήθηκε το 1928 για να αποτίσει φόρο τιμής στους στρατιώτες του Λέτσε που έπεσαν κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο. Στο κέντρο του μνημείου ορθώνεται ένας πέτρινος οβελίσκος, ο οποίος πλαισιώνεται από δύο πτέρυγες διακοσμημένες με αναμνηστικές πλάκες. Επίσης, στο μπροστινό μέρος του μνημείου, στέκει ένα χάλκινο γυναικείο άγαλμα που αναπαριστά τη μορφή της Νίκης. Στην κορυφή του οβελίσκου, σχεδόν αιωρείται μια κόκκινη σφαίρα που συμβολίζει την παγκόσμια σημασία της θυσίας. Το συγκεκριμένο προπαγανδιστικό μνημείο είναι έργο του αρχιτέκτονα Eugenio Maccagnani, το οποίο σήμερα είναι καταγεγραμμένο ως κειμήλιου του Α' Παγκοσμίου Πολέμου σύμφωνα με τη νομοθεσία για την προστασία της στρατιωτικής ιστορικής κληρονομιάς.
Στην ευρύτερη περιοχή της "Porta San Biagio" υπάρχουν διάφορα αρχοντικά κτήρια, πάνω στα οποία αποτυπώνονται όλες οι αρχιτεκτονικές τάσεις που είχαν ανθίσει στην πόλη, όπως η "Villa Martini" με το μαυριτανικό της στυλ και το "Palazzo Grassi" με τον πλούσιο μπαρόκ διάκοσμό του.
Έχοντας μπει στο ιστορικό κέντρο της πόλης, συναντήσαμε πρώτα την "Chiesa di San Matteo", η οποία είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα "architettura barocca" με την κυρτή της πρόσοψη (facciata curva) και τις πλούσιες από ανάγλυφα διακοσμητικά στοιχεία κολώνες της (colonne scolpite). Ο συγκεκριμένος ναός χτίστηκε το δεύτερο μισό του 17ου αι. στη θέση ενός παρεκκλησιού του 15ου αι. και βασίστηκε σε σχέδια του Achille Larducci di Salo (ανιψιός του Francesco Borromini).
Λίγα βήματα πιο πέρα από την μπαρόκ εκκλησία, απλώνεται η καρδιά της πόλης, η "Piazza Sant' Oronzo". Σε αυτό το άνοιγμα συναντάμε όλες τις ιστορικές αρχιτεκτονικές τάσεις που εδραιώθηκαν σ' αυτό το σημείο της ιταλικής χερσονήσου. Μέσα σε ένα πλάνο μπορεί κανείς να παρατηρήσει ρωμαϊκά απομεινάρια περιβαλλόμενα από μεσοπολεμικά και φασιστικά κτήρια ενώ στο φόντο ξεπηδούν μπαρόκ προσόψεις ναών κι ορθώνονται αναγεννησιακά καμπαναριά. Ας τα πάρουμε όμως όλα με τη σειρά.
Το πιο σημαντικό αξιοθέατο στη συγκεκριμένη πλατεία είναι το καλοδιατηρημένο ρωμαϊκό αμφιθέατρο, το οποίο ανακαλύφθηκε το 1901 μετά από κατασκευαστικές εργασίες που έγιναν για να χτιστεί μια τράπεζα. Το αμφιθέατρο ανάγεται από την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού, τότε που το Λέτσε ήταν λιμάνι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το ρωμαϊκό αμφιθέατρο είναι ένα από τα πιο θεαματικά μνημεία της πόλης, παρόλο που ένα μικρό του κομμάτι είναι ορατό καθώς το υπόλοιπο παραμένει θαμμένο κάτω από τα υπόλοιπα κτήρια της πλατείας. Το κομμάτι που είναι σήμερα ορατό είναι ένα μέρος της αρένας και της cavea, των διαζωμάτων με τα καθίσματα των θεατών. Σύμφωνα με το ελλειπτικό του σχήμα που είναι σήμερα ορατό, έχει υπολογιστεί ότι πιθανότατα να φιλοξενούσε 12.000 με 14.000 θεατές.
Λίγο πιο πέρα από το ρωμαϊκό αμφιθέατρο, ορθώνεται η "Colonna di Sant' Oronzo", μια στήλη 29 μέτρων, η οποία παλιότερα έστεκε στο Μπρίντιζι, σηματοδοτώντας το τέλος της Αππίας Οδού. Στην κορυφή της στήλης στέκει το χάλκινο άγαλμα του Sant' Oronzo, του πολιούχου της πόλης. Η μορφή του αγίου τοποθετήθηκε το 1666 για να τον τιμήσουν που προστάτευσε την πόλη κατά τη διάρκεια της πανώλης. Ακριβώς παρόμοια στήλη υπάρχει και στο Οστούνι.
Δίπλα στη "Colonna di Sant' Oronzo" βρίσκεται το "Palazzo del Seggio", γνωστό κι ως "Il Sedile", το οποίο χτίστηκε το 1592 από τον Βενετό δήμαρχο Pietro Mocenigo και λειτούργησε ως έδρα του δημοτικού συμβουλίου και τόπο συνάντησης των ευγενών της πόλης. Το συγκεκριμένο αριστοκρατικό κτίσμα συνδυάζει το γοτθικό στυλ (τα εσωτερικά του τόξα) με το αναγεννησιακό ύφος (οι όμορφες τοιχογραφίες). Δυστυχώς δεν καταφέραμε να μπούμε μέσα καθώς ανακαινίζεται αλλά καταφέραμε να θαυμάσουμε τον εσωτερικό του διάκοσμο από τις μεγάλες τζαμαρίες του. Στην ένωση των τόξων διακρίνεται ένα οικόσημο και στα πλάγια απεικονίζονται πανοπλίες, ασπίδες, σπαθιά, ξίφη, κράνη κι άλλα στοιχεία που του προσέδιδαν κάποιο κύρος.
To "Il Sedile" γειτνιάζει με την "Ex Chiesa di San Marco", έναν ναΐσκο που κτίστηκε στη θέση ενός προγενέστερου του 1543, για να εξυπηρετήσει την βενετσιάνικη παροικία. Ο ναός είναι ένα κυβικό μπλοκ με ύστερη αναγεννησιακή τεχνοτροπίας. Στην πρόσοψη δεσπόζει το φτερωτό λιοντάρι που κρατά ένα βιβλίο, σύμβολο του Αγίου Μάρκου. Με τα χρόνια, ο ναός ερειπώθηκε κι η πύλη του υπέστη σοβαρές ζημιές μετά από πυρκαγιά. Παρόλο που δόθηκε εντολή να κατεδαφιστεί, ο ναός αναστηλώθηκε εν μέρει το 1930 κι εξακολουθεί να στέκει στη θέση του. Δυστυχώς την μέρα που επισκεφθήκαμε το Λέτσε δεν ήταν ανοιχτός.
Τέλος, στη συγκεκριμένη πλατεία βρίσκεται κι η "Santa Maria della Grazia", η οποία χτίστηκε τον 16ο αι. σύμφωνα με τα σχέδια του κληρικού Michele Coluccio και φημίζεται για την εντυπωσιακή ξύλινη οροφή της και τους πίνακες του τοπικού ζωγράφου Oronzo Tiso που χρονολογούνται από τον 18 αι. Αξίζει κανείς να θαυμάσει από κοντά την τοιχογραφία του 14ου αι. που απεικονίζει την Παναγιά και Βρέφος. Η τοιχογραφία αυτή που ανακαλύφθηκε τυχαία κατά την ανακαίνιση ορισμένων κτηρίων στις αρχές του 16ου αι. θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι, οδηγώντας τους κατοίκους της πόλης να χτίσουν τον συγκεκριμένο ναό.
Δίπλα στην πλούσια από μνημεία, καρδιά του ιστορικού κέντρου βρίσκεται το "Castelo Carlo V." Το λιτό οχυρό του 12ου αι. χτίστηκε αρχικά από τους Νορμανδούς κι ενισχύθηκε από τον Ισπανό βασιλιά Κάρολο Ε' των Αψβούργων, ο οποίος διέταξε την επέκταση και την αναδιάρθρωσή του τον 16ο αι. για να προστατευθεί η πόλη από τους Οθωμανούς. Λόγω επεμβάσεων που πραγματοποιούνταν εκείνον τον καιρό στο μνημείο, δεν είχαμε τη δυνατότητα να δούμε να ενδότερά του. Τουλάχιστον μπορέσαμε να κάνουμε μια βόλτα στον προαύλιο χώρο του και στη συνέχεια να βγούμε στον Δημοτικό Κήπο Τζιουζέπε Γκαριμπάλντι.
Αφού κάναμε μια δροσερή βόλτα μέσα στον κήπο, περάσαμε από την εσωτερική αυλή του "Palazzo dei Celestini" για να βρεθούμε μπροστά στο διασημότερο αξιοθέατο της πόλης, το οποίο είναι η "Basilica di Santa Croce" με την πλούσια μπαρόκ πρόσοψή της και τον εντυπωσιακό εσωτερικό της διάκοσμο. Στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο ναός προϋπήρχε ένα μοναστήρι του 14ου αι. που είχε ιδρυθεί από τον Walter VI, κόμης της Brienne. Το 1549 ξεκίνησε η κατασκευή μιας νέας εκκλησίας, για της οποίας το χτίσιμο χρησιμοποιήθηκαν δομικά υλικά από σπίτια Εβραίων που είχαν εκδιωχθεί από το Λέτσε το 1510. Η κατασκευή του ναού διήρκεσε δυο αιώνες. Η κάτω πρόσοψη ολοκληρώθηκε το 1582 ενώ ο τρούλος το 1590. Οι πύλες προστέθηκαν το 1606 από τον Francesco Antonio Zimbalo κι ολοκληρώθηκε από τους διαδόχους του Cesare Penna (άνω πρόσοψη και το παράθυρο με το τριαντάφυλλο) και Giuseppe Zimbalo (διακόσμηση της άνω πρόσοψης). Ο ναός έχει μια πλούσια διακοσμημένη πρόσοψη, με έξι λείες κολώνες που στηρίζουν ένα θριγκό, ο οποίος είναι φορτωμένος με ζώα, γκροτέσκες φιγούρες και με ένα μεγάλο στρογγυλό παράθυρο με τριαντάφυλλα. Η κύρια πύλη έχει ένα ζευγάρι κορινθιακών κιόνων και τα οικόσημα του Φιλίππου Γ' της Ισπανίας, της Mary of Enghein και του Walter VI της Brienne, ενώ στις πλευρικές πύλες βρίσκονται αυτά των Σελεστίνων. Οι άτλαντες που σηκώνουν τον γλυπτό διάκοσμο, πιθανώς αντιπροσωπεύουν τους Τούρκους που πιάστηκαν αιχμάλωτοι στη Μάχη της Ναυπάκτου. Τα ζώα κάτω από το κιγκλίδωμα πιθανότατα να συμβολίζουν τις χριστιανικές δυνάμεις που συμμετείχαν στη μάχη: ο δράκος ήταν το σύμβολο των Boncompagni, της οικογένειας του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄. ο γρύπας τη Δημοκρατία της Γένοβας και ο Ηρακλή τον Μεγάλο Δούκα της Τοσκάνης. Ο εσωτερικός διάκοσμος του ναού είναι σε σχέδιο λατινικού σταυρού. Αρχικά είχε έναν κυρίως ναό και τέσσερα κλίτη, δυο από τα οποία μετατράπηκαν σε πλευρικά παρεκκλήσια τον 18ο αι. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει εσωτερικά είναι η πλούσια ξύλινη οροφή του.
Φεύγοντας από την Βασιλική του Τίμιου Σταυρού περπατήσαμε ως την "Porta Napoli", φτάνοντας στο άλλο άκρο του ιστορικού κέντρου. Η "Porta Napoli" είναι μια ακόμη εμβληματική πύλη, η οποία χτίστηκε το 1548 προς τιμήν του αυτοκράτορα Καρόλου Ε'. Αυτό που την κάνει ξεχωριστή είναι οι κορινθιακοί κίονες και το οικόσημο που αντιπροσωπεύει την αυτοκρατορική εξουσία. Στη λατινική επιγραφή γίνεται αναφορά στις νίκες του αυτοκράτορα και στην πίστη του λαού του Λέτσε προς το πρόσωπό του.
Από την "Porta Napoli" διασχίσαμε την οδό Guiseppe Palmieri για να να βρεθούμε στην περίκλειστη "Piazza del Duomo", όπου βρίσκεται ο Καθεδρικός ναός "Maria Santissima Assunta" με τα παρεκκλήσια του, το πανύψηλο καμπαναριό του Καθεδρικού (Campanile del Duomo), το μουσείο MUDAS (Museo Diocesano di Arte Sacra) με την πλούσια συλλογή εκκλησιαστικής τέχνης καθώς και το "Palazzo Arcivescovile".
Πρώτα επισκεφθήκαμε το καμπαναριό καθώς θέλαμε να απολαύσουμε την πόλη από ψηλά όσο ήταν ακόμη μέρα. Το Καμπαναριό του Λέτσε (Campanile del Duomo) χτίστηκε το 1661-62 από τον Guissepe Zimbalo. Αποτελείται από πέντε κωνικά επίπεδα με κιγκλιδώματα, ανοίγματα σε περίτεχνα παράθυρα και οκταγωνικό θόλο σε μπαρόκ ύφος. Με ύψος τα 68,38 μέτρα είναι ο ψηλότερος πύργος στο Σαλέντο, ενώ πανευρωπαϊκά κατέχει την 17η θέση. Με έναν σχετικά γρήγορο και βολικό ανελκυστήρα που τοποθετήθηκε το 2022, βρεθήκαμε στην κορυφή και με τη βοήθεια των χαρτών που ήταν τοποθετημένοι στα μπαλκόνια παρατηρούσαμε από ψηλά τα μνημεία της πόλης. Πέρα όμως από την πόλη, φαινόντουσαν και τα γύρω χωριά που βρίσκονται διάσπαρτα στην ευρύτερη περιοχή (διακρίνεται ακόμη και το Μπρίντιζι) ενώ σε καθαρές μέρες μπορεί κανείς να δει τις ακτές της Αλβανίας.
Αμέσως μετά, επισκεφθήκαμε τον καθεδρικό ναό, ο οποίος είναι ένα ακόμη σημαντικό παράδειγμα της νότιας ιταλικής μπαρόκ αρχιτεκτονικής και θεωρείται ιταλικό εθνικό μνημείο. Ο πρώτος ναός χτίστηκε το 1144 από τον επίσκοπο Formoso Lubelli. Το 1230, με εντολή του επισκόπου Roberto Voltorico, ο καθεδρικός ναός ανακαινίστηκε και ξαναχτίστηκε σε ρομανικό στυλ. Το 1659, ο επίσκοπος του Λέτσε, Luigi Pappacoda, ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Guiseppe Zimbalo γνωστό ως "Zingarello", να ξαναχτίσει την εκκλησία στο στυλ του τοπικού μπαρόκ (Barocco Leccese). Πέρα από τον πλούσιο εξωτερικό διάκοσμο, ο ναός εντυπωσιάζει κι εσωτερικά με την μαρμάρινη και μπρούτζινη διακόσμηση της Αγίας Τράπεζας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με την ξυλόγλυπτη οροφή. Όμως, τις εντυπώσεις κλέβει η κρύπτη του 12ου αι. με τα μπαρόκ παρεκκλήσια και τις 92 κολώνες, των οποίων τα κιονόκρανα φέρουν ανθρώπινες μορφές.
Τέλος, το Επισκοπικό Μουσείο Ιερής Τέχνης, σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Giuseppe Cino κατόπιν εντολής του επισκόπου Michele Pignatelli και στεγάζεται στο πρώην παλάτι του Σεμιναρίου. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1694, εγκαινιάστηκε το 1709 κι επεκτάθηκε με σοφίτα το 1729 από τον Fabrizio Pignatelli. Στη συλλογή του υπάρχουν αρκετοί πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, ασημένια αντικείμενα και λειτουργικά άμφια που απεικονίζουν την καλλιτεχνική ιστορία της επισκοπής του Λέτσε. Τα έργα καλύπτουν τον 16ο με 17ο αι., με αξιοσημείωτα κομμάτια η βενετσιάνικη "Madonna of Carmine", το "Pasce oves meas" του Nicolas Poussin κι η "Madonna of the Rosary", έργο του τοπικού ζωγράφου Oronzo Tiso. Επίσης το έργο "Sacra Famiglia del Cucito" είναι φανερά επηρεασμένο από τον Καραβάτζιο. Στο ίδιο κτήριο στεγάζονται τα Επισκοπικά Αρχεία και η Βιβλιοθήκη Innocentian.
Όταν βγήκαμε από το μουσείο είχε ήδη να νυχτώνει. Το φως της μέρας αντικαταστάθηκε με το φώτα της πόλης που τόνιζαν τις προσόψεις των μνημείων και των αρχοντικών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το θερμό φως των προβολέων με το φωτεινό χρώμα της πέτρας του Λέτσε, να μετατρέπουν την πόλη σε μια φλεγόμενη πολιτεία. Μια υπέροχη πανδαισία ζεστού φωτός απλωνόταν πάνω από τα σοκάκια προσφέροντας μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα στις περιπλανήσεις μας. Οι δρόμοι μεμιάς γέμισαν κόσμο που είχε βγει να απολαύσει τις τελευταίες ζεστές μέρες του χρόνου. Μαζί μ' αυτούς κι εμείς έχοντας χορτάσει από αξιοθέατα, προσπαθήσαμε να ζήσουμε τον παλμό του Λέτσε. Στις τελευταίες μας περιπλανήσεις απολαύσαμε μια λαχταριστή καρμπονάρα έχοντας μπροστά μας το ρωμαϊκό αμφιθέατρο και το "Il Sedule" στη "Piazza Sant' Orozo" κι ανακαλύψαμε το τοπικό γλυκό "Pasticciotto Leccese", το οποίο λατρέψαμε αφάνταστα για την τραγανή του ζύμη σαμπλέ που έλιωνε στο στόμα και την πλούσια γέμιση με κρέμα αρωματισμένη με λεμόνι, κάτι που μας οδήγησε να αγοράσουμε κάμποσα κομμάτια για να τα τρώμε κάθε πρωί, όσο θα 'μασταν στην Ιταλία.
Αργά το σούρουπο, αποχαιρετήσαμε απρόθυμα την κομψά αρχοντική πόλη του Λέτσε, παρεισφρέοντας διακριτικά στους σφύζοντες από την κυριακάτικη έξοδο δρόμους της και εισπνέοντας μια γιορτινή αύρα που όλο και πλησίαζε, ενώ το υψωμένο χέρι του αγάλματος του αγίου στην "Piazza Sant' Orozo" προσκαλούσε το βλέμμα μας στον ουρανό, ίσως μια καίρια υπενθύμιση της περασμένης ώρας και του τραίνου που προετοιμαζόταν για μια ακόμη επικείμενη αναχώρηση. Φύγαμε από την πόλη χορτασμένοι από εικόνες, αξιοθέατα, στιγμές και γεύσεις. Αυτό που μου μένει από τη συγκεκριμένη επίσκεψη είναι πως το Λέτσε δεν έχει ανάγκη τη φήμη της Φλωρεντίας ή οποιασδήποτε άλλης πόλης για να αναδειχθεί. Είναι μια αυθεντική αριστοκρατική πόλη που έχει μάθει να ζει με τους κατοίκους της και τους φοιτητές της, ήσυχα στην άκρη της πολύβουης ιταλικής χερσονήσου.