Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Σεγόβια, η νικηφόρος πόλη της Καστίλλης και Λεόν



Την ύπαρξη αυτής της παραμυθένιας πόλης δεν την γνώριζα. Όταν προετοιμαζόμουν για το ταξίδι κι αναζητούσα πόλεις κοντά στην Μαδρίτη, την προσπέρασα χωρίς να ανατρέξω σε μια φωτογραφία της. Φτάνοντας όμως Ισπανία, την μάθαμε μέσα από κουβέντες τρίτων. Η ομορφιά της και το μεγαλείο της έρχονται σε αντίθεση με τη φήμη που κουβαλάει σήμερα καθώς λίγοι την επισκέπτονται σε σχέση με τις υπόλοιπες γειτονικές πόλεις.
Λόγω κούρασης των προηγούμενων ημερών, επέλεξα να πάω με κάποιο ημερήσιο τουριστικό γκρουπ στη Σεγόβια και στην Άβιλα. Αγουροξυπνημένος, περίμενα πρωινό Πέμπτης στη Γκραν Βία να περάσει το πούλμαν που θα μας μαζέψει. Γύρω μου άρχισαν να μαζεύονται τουρίστες από διάφορες χώρες περιμένοντας με μένα. Διστακτικά βλέμματα συναντιόντουσαν που και που με την ίδια απορία, "ταξιδεύουμε μαζί;". Δεν είχα διάθεση να μιλήσω σε κανέναν. Κοιτούσα τον μουντό ουρανό και παραξενευόμουν με την πρωινή ψύχρα καθώς οι μέρες μας στην Ισπανία ήταν σχεδόν καλοκαιρινές.
Με μια μικρή καθυστέρηση αναχωρήσαμε προς το βορρά με τη ξεναγό να μιλάει μια ισπανικά μια αγγλικά. Η προφορά της ήταν τόσο καθαρή που με βοηθούσε να καταλάβω όλα όσα έλεγε. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, μας έδειξε τον θεόρατο σταυρό που είχε υψώσει ο δικτάτορας Φράνκο για τα θύματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Κάτω απ' αυτόν φυλάσσονται οστά κι από τις δυο μαχόμενες πλευρές. Επιθυμία του ίδιου ήταν να τοποθετηθούν και τα δικά του εκεί, αλλά μετά από επίμονες αντιδράσεις δημοκρατών, απομακρύνθηκαν.
Γι' αρκετή ώρα στη διαδρομή, μας συντρόφευε η οροσειρά της Γκουανταράμα, μέχρι που μπήκαμε σ' ένα τούνελ για να περάσουμε από την άλλη μεριά των ορεινών όγκων αφήνοντας πίσω μας τη μουντάδα της Μαδρίτης. Ένας γλυκός ήλιος μας υποδέχτηκε λίγο πριν συναντήσουμε τα πρώτα σπίτια της Σεγόβια.
Κατηφορίζοντας προς την πόλη, αποκαλύφθηκε μπροστά μας το επιβλητικό υδραγωγείο. Δε το χωρούσε ο νους μου το μεγαλείο αυτού του έργου. Το μνημείο αυτό είναι ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα ρωμαϊκά έργα της Ιβηρικής χερσονήσου. Ξεκινώντας από τη μία πλαγιά, υψωνόταν πάνω από τις στέγες των σπιτιών που δίπλα του έδειχναν χάρτινα και μικρά και χανόταν στις οχυρώσεις της παλιάς πόλης.
Δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια η χρονολογία του υδραγωγείου καθώς δεν διαθέτει αναγνώσιμη εγγραφή του έτους κατασκευής του. Παρόλο που θεωρείται άγνωστη η χρονιά κατασκευής του, εικάζεται ότι αυτή έλαβε χώρα τον 1ο αιώνα μ.Χ., κατά τη διάρκεια της εξουσίας των αυτοκρατόρων Δομιτιανού, Νέρβα και Τραϊανού. Στα τέλη του 20ού αιώνα, ένας Γερμανός αρχαιολόγος κατάφερε να αποκρυπτογραφήσει το κείμενο στην αφιερωτική πλάκα μελετώντας τα σημάδια των χαμένων μπρούτζινων γραμμάτων. Χρησιμοποιώντας αυτή τη μέθοδο, κατάφερε να προσδιορίσει ότι ο αυτοκράτορας Δομιτιανός (81-96 μ.Χ.) διέταξε την κατασκευή του. Μαζί με το υδραγωγείο και οι απαρχές της Σεγόβια δεν είναι απόλυτα γνωστές. Κι εδώ αρκετοί πιστεύουν πως η περιοχή κατοικήθηκε από τους Βακκαίους πριν οι Ρωμαίοι κατακτήσουν την πόλη. Μετέπειτα, τα ρωμαϊκά στρατεύματα που στάλθηκαν για να ελέγξουν την περιοχή παρέμειναν και εγκαταστάθηκαν εκεί.
Το υδραγωγείο είναι το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό μνημείο της πόλης ενώ η λειτουργία του κράτησε για αιώνες. Γι' αυτό το λόγο διατηρείται σε άψογη κατάσταση. Είναι χτισμένο χωρίς κονίαμα, με ογκόλιθους γρανίτη. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η καθεμία από τις τρεις ψηλότερες καμάρες είχε μία επιγραφή με χάλκινα γράμματα, αναφέροντας το όνομα του κατασκευαστή του, μαζί με την ημερομηνία κατασκευής. Σήμερα, δύο κόγχες είναι ακόμα ορατές, μία σε κάθε πλευρά του υδραγωγείου. Είναι γνωστό ότι σε μία από αυτές βρισκόταν μία εικόνα του Ηρακλή, ο οποίος, σύμφωνα με το μύθο, ήταν ο ιδρυτής της πόλης. Η άλλη θέση περιέχει τώρα εικόνες της Παρθένου της Φουενθίσλα (η προστάτιδα της Σεγόβια) και του Αγίου Στεφάνου. Η διαφορετική διάβρωση των πέτρινων τμημάτων, προκάλεσε ρωγμές στη γρανιτένια τοιχοποιία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το μνημείο να συμπεριληφθεί από το 2006 στο τμήμα παρακολούθησης παγκόσμιων μνημείων από το Παγκόσμιο Ταμείο Μνημείων.
Πίσω από τις θεόρατες καμάρες του υδραγωγείου απλώνεται η παλιά πόλη της Σεγόβια. Στενά δρομάκια ανηφορικά σε οδηγούν αιώνες πίσω, έχοντας κρυμμένα σε διάφορες γωνίες ίχνη λαών και παραδόσεων που πέρασαν κι εδραιώθηκαν σ' αυτή τη γωνιά της Ισπανίας. Ένα απ' αυτά είναι η εκκλησία του Σαν Μαρτίν. Μια εντυπωσιακή εκκλησία ρωμανικού ρυθμού που χτίστηκε τον 12ο αι. Ο ρυθμός της, η τοξωτή της στοά και το χοντρό καμπαναριό θυμίζουν αρκετά την περίοδο των Ρωμαίων. Στη μικρή της πλατεία ξεχωρίζουν δύο σφίγγες που κοιτούν με νόστο τους επισκέπτες της πόλης. Βρήκα μια παρέα κοριτσιών να διασκεδάζει με μία απ' αυτές. Ανέβαιναν στη ράχη της και φωτογραφίζονταν. Δίπλα στα χαμογελαστά τους πρόσωπα διέκρινα τη μελαγχολία που μόνο τα γλυπτά μπορούν να εκφράσουν.
Ο δρόμος από κει μας οδήγησε στη Πλάθα Μαγιόρ. Παλιά κτίρια άλλοτε αριστοκρατικά στέκουν με αρκετές φθορές περιμετρικά της πλατείας, δίνοντας μια παρελθοντική αίγλη στην πόλη. Έκανα βόλτα γύρω από το άνοιγμα κοιτώντας τα μπαλκόνια και τα παράθυρα. Οι ευθείες είχαν ακυρωθεί καθώς η φθορά είχε δημιουργήσει αρκετές καμπύλες στις προσόψεις των κτιρίων. Στην άλλη άκρη όμως ορθωνόταν ο πανέμορφος καθεδρικός. Ο Καθεδρικός της Σεγόβια που είναι αφιερωμένος στην Παρθένο Μαρία είναι ένας από τους τελευταίους γοτθικούς ναούς που κατασκευάστηκαν στην Ευρώπη κι ο τελευταίος στην Ισπανία. Η οικοδόμησή του ξεκίνησε στα μέσα του 16ου αιώνα, όταν στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική ήταν το νέο σημείο αναφοράς.
Ο καθεδρικός φέρει τρία ψηλά κλίτη, με όμορφα παράθυρα και πολυάριθμα βιτρώ. Το εσωτερικό χαρακτηρίζεται από την ομοιομορφία του ρυθμού του, με εξαίρεση τον τρούλο, ο οποίος κατασκευάστηκε περίπου το 1630 από τον Πέδρο δε Μπριθούελα. Τα γοτθικά κλίτη έχουν ύψος 33 μέτρα, 50 μέτρα πλάτος και 105 μήκος. Το κωδωνοστάσιο έχει ύψος περίπου 90 μέτρα. Ο σημερινός πέτρινος οβελός στην κορυφή του κωδωνοστασίου χρονολογείται από το 1614 και ανεγέρθη μετά από μία μεγάλη πυρκαγιά που προκλήθηκε από κεραυνό. Ο αρχικός οβελός, ολόκληρος γοτθικός, κατασκευάστηκε από αμερικανικό μαόνι, είχε πυραμοειδές σχήμα και ήταν ο ψηλότερος πύργος στην Ισπανία. Το κύριο τέμπλο του καθεδρικό είναι έργο του Φραντσίσκο Σαμπατίνι και είναι αφιερωμένο στην Παναγία της Ειρήνης. Τα πιο εξέχοντα παρεκκλήσια είναι αυτά των Σαντίσιμο Σακραμέντο, με τέμπλο φιλοτεχνημένο από τον Χοσέ δε Τσουρριγκέρα, του Σαν Ανδρές, με ένα τρίπτυχο της Αποκαθήλωσης του Αμπρόσιους Μπένσον, και της Αποκαθήλωσης.
Ένα στενό κατηφορικό δρομάκι με οδήγησε στην άλλη άκρη της πόλης. Μικρά σπίτια μαζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο φανέρωναν την αμυντική φύση μιας πόλης-φρούριο, με τις χαρακτικές τους προσόψεις να δίνουν ένα τέμπο στο βάδισμά μου. Κάθε σπίτι είχε κι από μια προσωπικότητα. Μοναδική παραφωνία στη βόλτα ήταν τα αυτοκίνητα που περνούσαν ξυστά από τους τοίχους των σπιτιών και τα κορναρίσματα των νευριασμένων οδηγών που δεν χωρούσαν μαζί με τους τουρίστες στους δρόμους της μικρής τους πόλη. Όμως μεγάλη εντύπωση μου έκανε η συνάντησή μου με αμάξι που είχε δυνατή ένταση στα ηχεία αλλά αντί για κλαρίνα και καημούς, ακουγόταν κλασική μουσική.
Στο τελείωμα της κατηφόρας ανοιγόταν ένα μικρό πάρκο. Από τα δυτικά φαινόταν το μοναστήρι του Ελ Παρράλ κι η εκκλησία ντε λα Βέρα Κρουζ ενώ στο βάθος υψωνόταν το παραμυθένιο Αλκαζάρ της Σεγόβια πάνω σε έναν απόκρημνο βράχο. Το φρούριο-παλάτι θεωρείται ως ένα από τα ομορφότερα κάστρα της Ευρώπης με τη μια του όψη να μοιάζει αρκετά με πλώρη καραβιού.
Το Αλκάθαρ αρχικά κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα ως οχυρό, αλλά έκτοτε μετατράπηκε σε βασιλικό ανάκτορο, φυλακή, κολέγιο βασιλικού πυροβολικού και στρατιωτική ακαδημία. Σήμερα χρησιμοποιείται ως μουσείο και κτίριο φύλαξης στρατιωτικών αρχείων. Το κτίριο χωρίζεται σε δύο τμήματα: το εξωτερικό με την αυλή, την τάφρο με μία ανασηκώμενη γέφυρα και τον πύργο, και τα εσωτερικά δωμάτια, τα οποία περιλαμβάνουν ένα παρεκκλήσι με πολλές αίθουσες για τους ευγενείς (αίθουσα του Θρόνου, της Γαλέρας, του Ανανά, των Βασιλιάδων και άλλες), οι οποίες σήμερα είναι επισκέψιμες. Η διάταξή του είναι πολύ ανώμαλη καθώς έχει προσαρμοστεί στο λόφο πάνω στον οποίο βρίσκεται. Ξεχωρίζει πολύ όμορφα ο πύργος φύλαξης, ο οποίος έχει τετράγωνο σχήμα με τέσσερις πύργους. Ανεγέρθη από τον βασιλιά Ιωάννη Β΄ και αρχικά χρησιμοποιούταν ως οπλοστάσιο. Μέσα, οι αίθουσες και τα δωμάτια είναι διακοσμημένα με πολυτελή και όμορφα έργα τέχνης. Προσωπικά ενθουσιάστηκα με την αίθουσα της Γαλέρας όπου βρίσκεται μια τεράστια τοιχογραφία που απεικονίζει τη στέψη της βασίλισσας Ισαβέλλας της Καστίλλης. Αυτό που μου κανε εντύπωση ήταν πως όλες οι μορφές στον πίνακα είναι χωρίς μάτια, μ' αποτέλεσμα οι φιγούρες όλων να δείχνουν εφιαλτικές. Δυστυχώς δεν άκουσα καθαρά τη ξεναγό για να καταλάβω τον λόγο που σχεδιάστηκαν έτσι.
Επιστρέφοντας στο υδραγωγείο, πέρασα από την παλιά εβραϊκή γειτονιά με τα διακριτικά της σπίτια και τα μικρά τους μπαλκόνια που εξέχουν δειλά κάτω από τη σκιά του καμπαναριού. Όσο προχωρούσα προς το κέντρο της παλιάς πόλης, πλήθαιναν γύρω μου πολλά μικρά παλάτια με μεσαιωνικές προσόψεις και πλακόστρωτες αυλές. Το πιο γνωστό απ' όλα τα παλάτια είναι της Αγιάλα Βεργάνθα, γνωστό στους ντόπιους ως το "σπίτι του εγκλήματος" καθώς τον 19ο αι. είχε διαπραχθεί ένας φόνος εκεί. Τέλος η Κάσα ντε λα Μοντέδα είναι το παλαιότερο βιομηχανικό κτήριο της Ευρώπης.
Φεύγοντας από την πόλη, δε σταμάτησα να παρατηρώ το υδραγωγείο μέχρι που χάθηκε πίσω από τα κτίρια. Η Σεγόβια είναι μια από τις σπάνιες εκπλήξεις που έχω ζήσει στα ταξίδια μου. Χωρίς να γνωρίζω κάτι γι' αυτήν και πηγαίνοντας τελείως απροετοίμαστος, έφυγα κατενθουσιασμένος. Η ομορφιά της ήταν τόσο μεγάλη που έσβησε την ανυπομονησία μου να συναντήσω τα περίφημα τείχη της Άβιλα. Μάλιστα, όταν έφτασα εκεί, μου φάνηκε η πόλη πολύ λιτή κι αδιάφορη. Τα τείχη εντυπωσιακά κι ο Καθεδρικός ορθωμένος σαν αστακός. Δυστυχώς όμως η Άβιλα επισκιάστηκε από την παραμυθένια ομορφιά της Σεγόβια. 

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα


Την ώρα που συνεχίζεται ο παροξυσμός με τον υπερτιμημένο Τζόκερ, σε διάφορες άλλες κινηματογραφικές αίθουσες προβάλλονται αθόρυβα αξιόλογα έργα που δυστυχώς περνούν απαρατήρητα. Πέρα από την εκπληκτική "Οροσειρά των Ονείρων" και το ατμοσφαιρικό "Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται" ήρθε η σειρά να παρακολουθήσω την νέα ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, του Γερμανού σκηνοθέτη που μας συγκίνησε πριν μια δεκαετία με το αξεπέραστο αριστούργημα "Οι Ζωές των Άλλων". Το ότι δε κατάφερε να αποσπάσει τον Χρυσό Λέοντα και τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ταινίας αλλά ούτε και κάποιο από τα δυο Όσκαρ που ήταν προτεινόμενη καθώς στις κατηγορίες Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και Καλύτερης Φωτογραφίας νικητής βγήκε ο Αλφόνσο Κουαρόν, σου αφήνει το αίσθημα μιας αδικημένης ταινίας. Πολλές φορές όμως η εκτίμηση του κοινού έχει μεγαλύτερη σημασία από τις βραβεύσεις, ειδικά τα τελευταία χρόνια όπου οι νικητές των διασημότερων κινηματογραφικών φεστιβάλ μου προκαλούν μια δυσαρέσκεια. 
Η ιστορία κυλάει σε ένα μεγάλο χρονικό πλαίσιο. Ξεκινάει από την Δρέσδη την περίοδο που το Τρίτο Ράιχ εδραιωνόταν στην ναζιστική Γερμανία και καταλήγει στη Δύση λίγο πριν την ένωση των Δύο Γερμανιών. Οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που βίωσε η Γερμανία εκείνες τις δεκαετίες περιγράφονται παράλληλα με την πορεία δυο προσώπων, ενός νεαρού που επιδιώκει να γίνει ένας καταξιωμένος ζωγράφος κι ενός γιατρού αξιωματικού των SS που προσπαθεί να διατηρήσει το κύρος του κρύβοντας το εγκληματικό του παρελθόν. Η σχέση των δυο αυτών προσώπων έχει ένα παρελθόν το οποίοι οι ίδιοι δεν το γνωρίζουν. 
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, ο νεαρός ζωγράφος ερωτεύεται την κόρη του ναζί γιατρού. Ο έρωτάς τους όμως θα συγκρουστεί με την ιδεολογία του πατέρα, ο οποίος εξακολουθεί να υποστηρίζει και να υπηρετεί τα ναζιστικά του πιστεύω. Ο νεαρός ζωγράφος νιώθει να συνθλίβεται κάτω από τη σκιά του πεθερού του ενώ παράλληλα αναζητάει μία δική του καλλιτεχνική πορεία καθώς δεν τον πνίγει ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Πριν υψωθεί το τείχος του Βερολίνου, περνάει στη Δυτική Γερμανία κι επιλέγει την εναλλακτική και πρωτοποριακή σχολή Καλών Τεχνών του Ντίσελντορφ. Εκεί θα ανακαλύψει τον μέντορά του καθώς γοητεύεται από την αινιγματική προσωπικότητα του καθηγητή Αντόνιους Φαν Φερτεν. Ενθουσιασμένος κι εκείνος από το πάθος του νέου του φοιτητή, θα προσπαθήσει να ξεκλειδώσει τον χαρακτήρα του, βοηθώντας τον να βρει την δική του δημιουργική έκφραση. Κι ενώ ο νεαρός ξεδιπλώνει το ταλέντο του, παράλληλα το εγκληματικό παρελθόν του πεθερού του αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια. Βίοι παράλληλοι, βίοι αντίθετοι.


Η ιστορία ξεκινάει δυναμικά καθώς καταφέρνει να κεντρίσει τη προσοχή μας με μία ιδιαίτερη ξενάγηση σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης στη Δρέσδη. Ένας εθνικοσοσιαλιστής ξεναγός εξηγεί με πάθος στους επισκέπτες την δύναμη του κλασικού κινήματος, μηδενίζοντας κάθε μορφή μοντερνισμού. Από τη παράδοξη κριτική του δε γλιτώνουν καλλιτέχνες όπως ο Καντίνσκι κι ο Μιρό. Παρ' όλη την εικαστική προπαγάνδα, ο πρωταγωνιστής που βρίσκεται σε παιδική ηλικία, πεισμώνει στην επιθυμία να γίνει ζωγράφος. Στην προσπάθειά του αυτή έχει ως στήριγμα μια θεία του, μια πανέμορφη κοπέλα που δυστυχώς κλονίζεται ψυχολογικά βλέποντας γύρω της την άνοδο του ναζισμού. Η ίδια θα υπάρξει θύμα των πρώτων διωγμών, καθώς οι ναζί επιθυμούν να καθαρίσουν τη φυλή τους από ανθρώπους με ψυχικές ασθένειες. Έκτοτε ξεκινάει ο ξεκληρισμός της οικογένειας. Απώλειες που ξεκινούν με την καταστροφή της Δρέσδης. Η κοπέλα μεταφέρεται σε ένα στρατόπεδο εξόντωσης, τα δυο της αδέλφια σκοτώνονται στο μέτωπο κι ο πατέρας της οικογένειες γράφεται αναγκαστικά στο ναζιστικό κόμμα για να συνεχίσει το λειτούργημα του δασκάλου, μία απόφαση που θα του στοιχίσει στην μετέπειτα ιστορία. 
Ο νεαρός πρωταγωνιστής, μεγαλωμένος πια σε μια σοσιαλιστική Γερμανία, αποφασίζει να βρει τα πατήματά του σε μια χώρα ηττημένη και διαλυμένη, κουβαλώντας το χρέος της επιβίωσής του απ' όσα οικογενειακά του πρόσωπα σκοτώθηκαν στον πόλεμο. Στη σχολή για μια ακόμη φορά θα ζήσει μια νέα προπαγάνδα κατά του μοντερνισμού, αυτή τη φορά μέσω της επικριτικής άποψης του καθηγητή στην καλλιτεχνική πορεία του Πικάσο. Τα χρόνια των σπουδών του στη Δρέσδη θα μάθει να δημιουργεί ως σύνολο κι όχι ως "εγώ". Αμέσως ξεχωρίζει το ταλέντο του αλλά ο ίδιος αισθάνεται πως πνίγεται στο περιορισμένο δημιουργικό πλαίσιο που του παρέχουν. 
Λίγο μετά τον πόλεμο, στη παράλληλη ιστορία της ταινίας, ο Γερμανός γιατρός συλλαμβάνεται από τους Σοβιετικούς και κρατείται στις φυλακές μέχρι να δικαστεί. Ένα περιστατικό όμως θα τον ευνοήσει, κι έτσι τα εγκλήματά του θα κρυφτούν βαθιά σε κάποιο συρτάρι δίνοντάς του την ευκαιρία να αναρριχηθεί ξανά στον κόσμο της ιατρικής ως πιστός στρατιώτης του κομμουνισμού. Θα αναγκαστεί όμως να φύγει στη δύση όταν ο διοικητής της περιοχής του αλλάξει, κάτι που αφήνει το ενδεχόμενο για μία νέα έρευνα στα εγκλήματα του παρελθόντος. 
Λίγα χρόνια αργότερα κι ενώ οι δυο πρωταγωνιστές έχουν συναντηθεί ξανά κάτω από νέες καταστάσεις, αναγκάζονται να διαφύγουν στη δύση. Ο ένας για να κρυφτεί κι ο άλλος για να αναδειχθεί. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που συμπεριφέρονται μεταξύ τους, ειδικά η έπαρση του γιατρού απέναντι στον φιλόδοξο καλλιτέχνη. Μια εκρηκτική χημεία μεταξύ των δυο αυτών προσώπων που φτάνει αρκετές φορές στα όρια μίας επικίνδυνης σχάσης. 


Την είναι αυτό που μ' εντυπωσίασε στη συγκεκριμένη ταινία. Πρώτα απ' όλα η εκπληκτική ερμηνεία του Σεμπάστιαν Κοχ. Εξαιρετικός, στιβαρός και μυστηριώδης, καθηλώνει με το παίξιμό του καλύπτοντας κάθε πλάνο. Δε μπορώ να πω το ίδιο και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς εκτός από τον Όλιβερ Μασούτσι που έχουμε γνωρίσει μέσα από την πολυαγαπημένη γερμανική σειρά Dark. Ο Τομ Σίλινγκ που είχε τον άλλον πρωταγωνιστικό ρόλο, μου φάνηκε αρκετά αδιάφορος με κάποιες μικρές αναλαμπές στις στιγμές που βρισκόταν σε δημιουργικά αδιέξοδα. 
Επίσης η ταινία εντυπωσιάζει με την εξαιρετική της φωτογραφία. Υπέροχα πλάνα με όμορφο φωτισμό. Καθαρά βλέμματα, ζωντανά χρώματα και μία ατμόσφαιρα παρελθοντικής νοσταλγίας. Πάνω σ' αυτό είχε πολύ ενδιαφέρον το ότι η αρχή της ιστορίας γίνεται στη Δρέσδη, όπου σημειώθηκε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των συμμάχων. Η πόλη αυτή απείχε από τον πόλεμο καθώς ήταν η πολιτισμική κοιτίδα των Γερμανών. Χαρακτηρίστηκε προστατευόμενη λόγω της πλούσιας συλλογής της σε έργα τέχνης και της σπουδαίας αρχιτεκτονικής στα κτίριά της. Κι όμως οι Βρετανοί κατάφεραν να την ισοπεδώσουν με βόμβες φωσφόρου, προκαλώντας μια πρωτόγνωρη για τα χρονικά καταστροφή. Έκτοτε η Δρέσδη έγινε πόλη-σύμβολο απέναντι στον παραλογισμό του πολέμου. Η εικόνα με τα βομβαρδιστικά και το φλεγόμενο τοπίο, είναι συγκλονιστική. 
Και φυσικά δε γίνεται να μην υμνήσω και τη θεσπέσια μουσική του Max Richter που ντύνει υπέροχα τα καλοστημένα πλάνα της ταινίας.


Η νέα ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, ίσως έχει μεγάλη διάρκεια κάτι το οποίο φυσικά κουράζει, αλλά μ' αυτόν τον τρόπο δίνει τον κατάλληλο χρόνο για να ξεδιπλωθεί η καλλιτεχνική πορεία του πρωταγωνιστή, η οποία δεν είναι άλλη απ' τη ζωή του γνωστού Γερμανού καλλιτέχνη Γκέρχαρντ Ρίχτερ. Έχει μια ενδιαφέρουσα σπουδή στα καλλιτεχνικά κινήματα εκείνων των ημερών. Μάλιστα η στάση του σκηνοθέτη απέναντι στη καλλιτεχνική πρωτοπορία με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. 
Στο "Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα" η Ιστορία και η Τέχνη συνυπάρχουν διαρκώς δείχνοντας το πόσο πολύ επηρεάζει η μια τη πορεία της άλλης. Μια κινηματογραφική προσπάθεια που έχουμε συναντήσει κι άλλες φορές, στις οποίες ξεδιπλώνεται ο κόσμος της Τέχνης έχοντας ως σημείο αναφοράς κάποιον καλλιτέχνη. Το είχαμε δει ξανά πριν από δύο χρόνια στο πολωνικό Afterimage. Για μένα είναι ένα κινηματογραφικό είδος που έχει ένα αξιόλογο και πιστό κοινό. Γι' αυτό το λόγο οι συγκεκριμένες ταινίες έχουν μια διαχρονική αξία. 
Παρά τη μεγάλη της διάρκεια, η ταινία αξίζει με το παραπάνω. 

Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Η Στρατηγική: Η υπόθεση Novartis ( La Strategia: Il caso Novartis)



Όσο τα εγχώρια συστημικά κανάλια συνεχίζουν τις πληρωμένες τους υπηρεσίες προς όφελος των μεγάλων εταιριών και των εγχώριων ολιγαρχών, ένα ιταλόφωνο κρατικό κανάλι της Ελβετίας (RSI), μας προσφέρει μια άκρως ενδιαφέρουσα και άρτια σκηνοθετημένη εκπομπή για την υπόθεση Novartis.
Από τη στιγμή που στην Ελλάδα οι μισοί συστημικοί δημοσιογράφοι εξελίσσονται σε βουλευτές μιας άκρως νεοφιλελεύθερης και σκοταδιστικής κυβέρνησης κι οι υπόλοιποι συνάδελφοί τους συνεχίζουν να θάβουν όσο πιο βαθιά μπορούν στο βούρκο της ανηθικότητας το επίπεδο και την οποιαδήποτε αξιοπρέπεια της εγχώριας ενημέρωσης, είναι χρέος μας να προωθήσουμε με κάθε τρόπο το ενδιαφέρον έργο των ερευνητών δημοσιογράφων Μαρία Ροζέλι και Μάρκο Ταλιαμπούε. 

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

Το Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται



Είναι φορές που βλέπω ένα trailer και σκέφτομαι πως η ταινία που παρουσιάζεται είναι αδιάφορη και βαρετή για τις δικές μου απαιτήσεις. Κάπως έτσι ένιωσα όταν είδα το trailer της τελευταίας ταινίας της Σελίν Σιαμά. Όμως οι καλές κριτικές που απέσπασε αλλά κι οι ενδιαφέρουσες συνεντεύξεις των συντελεστών που διάβασα στις εφημερίδες, μου κίνησαν το ενδιαφέρον. Πηγαίνοντας λοιπόν να την δω, δε περίμενα πως η ταινία θα καταφέρει να με απορροφήσει τόσο γρήγορα κι ότι θα αφηνόμουν τόσο εύκολα στα μαγευτικά της πλάνα να με ταξιδέψουν στην εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία. Είχα την αίσθηση πως βίωνα μία ένωση των μελαγχολικών θαλασσινών πλάνων του "Μαθήματα Πιάνου" με τα αναγεννησιακού φωτισμού κάδρα του αξεπέραστου αριστουργήματος "Όλα τα Πρωινά του Κόσμου". Με λίγα λόγια, εξήλθα από τη σκοτεινή αίθουσα μαγεμένος και συγκινημένος. 
Η υπόθεση της ταινίας μπορεί να είναι συνηθισμένη αλλά ξεχωρίζει με την αφήγησή της. Μια νεαρή ζωγράφος, μοντέρνα περσόνα που νιώθει ξένη με την εποχή της, καταφθάνει σε μία απόμερη έπαυλη καθώς της έχει ανατεθεί να ζωγραφίσει το πορτραίτο μιας κοπέλας για τον μέλλοντα σύζυγό της. Όμως η κοπέλα αυτή αρνείται να ποζάρει στους ζωγράφους διότι δεν επιθυμεί το συγκεκριμένο γάμο. Λόγω προξενιού, ο πίνακας ήταν απαραίτητος για να γνωρίσει ο γαμπρός την όψη της κοπέλας που του προτείνουν να πάρει, ώστε να αποφασίσει αν την θέλει ή όχι. Απελπισμένη η μητέρα από το πείσμα της κόρης της, ζητάει από τη ζωγράφο να μην της αναφέρει το σκοπό της παρουσίας της εκεί, αλλά να προσπαθήσει να περάσει χρόνο μαζί της προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να μελετήσει τα χαρακτηριστικά της και να δημιουργήσει ένα πορτραίτο χωρίς να ναι απαραίτητη η παρουσία της μέλλουσας νύφης. 
Οι εξονυχιστικές ματιές, οι αινιγματικοί διάλογοι και η προδιαγεγραμμένη μοίρα των γυναικών εκείνης της εποχής, θα φέρουν τις δυο κοπέλες πολύ κοντά. Το πορτραίτο μεμιάς μετατρέπεται σε μια θανάσιμη μαχαιριά και για τις δυο καθώς θα οδηγήσει την μια κοπέλα σε έναν συμβιβαστικό γάμο και θα αναγκάσει την άλλη κοπέλα να διώξει μακριά της τη νέα της αγάπης.
Ο έρωτας που φουντώνει ανάμεσα στις δυο κοπέλες είναι από την αρχή καταδικασμένος. Πρώτα απ' όλα είναι το θέμα του γάμου που έχει προσυμφωνηθεί κι από την άλλη είναι η κοινωνική στάση εκείνης της εποχής απέναντι σε κάθε ομοφυλοφιλική σχέση. Οι δυο κοπέλες όμως αφήνουν για μια στιγμή όλα τα εμπόδια στην άκρη και παρασύρονται σε έναν άναρχο χορό προσωπικών ορίων κι  αυτογνωσίας. Με επίκεντρο τη σχέση τους, παρακολουθούμε το δράμα της υπηρέτριας που έχει μείνει έγκυος και το φόβο της μάνας που ήδη έχει χάσει τη μεγαλύτερή της κόρη διότι κι εκείνη δεν ήθελε να παντρευτεί. Συλλέγοντας όλες αυτές τις μικρές ιστορίες, παρακολουθούμε τις δύσκολες συνθήκες των γυναικών εκείνης της εποχής αλλά και το πάθος μερικών για ανεξαρτησία και ίσες ευκαιρίες.


Συζητώντας οι δυο κοπέλες μεταξύ τους, η μία δηλώνει πως προτιμάει τη μοναστηριακή ζωή απ' το να παντρευτεί έναν άγνωστο άνδρα. Για 'κείνην ο συμβιβασμός δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ακόμη σκλαβιά. Ανάμεσα στη φυλακή του γάμου και στη φυλακή του μοναστηριού, προτιμάει τη δεύτερη. Σε κανένα όμως σημείο δε δηλώνει πως επιθυμεί την ελευθερία, διότι γνωρίζει πως η ελευθερία συνοδεύεται με τη μοναξιά την οποία φοβάται. Από την άλλη η ζωγράφος, δηλώνει κάθετη στο γάμο λέγοντας πως επιθυμεί να συνεχίσει το επάγγελμα του πατέρα της. Εδώ παρατηρούμε το ρίσκο της προόδου, τη απάρνηση ενός σύνηθες μοντέλου (πχ η οικογένεια) για την επίτευξη ενός ονείρου. Πολλές φορές όμως, το κυνήγι του ονείρου γίνεται δυσκολότερο διότι κάποια εμπόδια είναι πάνω από τις δυνατότητες όσων τα κυνηγούν. Όταν η μέλλουσα νύφη ρωτάει τη ζωγράφο αν έχει κάνει γυμνά πορτραίτα ανδρών, εκείνη της απαντά πως απαγορεύεται να στηθούν γυμνοί άνδρες σε γυναίκες ζωγράφους. Με το να μη μπορεί ένας καλλιτέχνης να μελετήσει το ανδρικό σώμα, σε μία περίοδο που οι ανδρικές μορφές υπερτερούσαν στο χώρο της Τέχνης, περιοριζόταν το εύρος της εξέλιξής του. Σε μία μετέπειτα έκθεση πινάκων, προωθεί τα έργα της με το όνομα τους πατέρα της καθώς γνωρίζει πως ένα ανδρικό όνομα πουλάει περισσότερο από ένα γυναικείο. Και σ' αυτό το σημείο αναρωτιόμαστε πόσες αντίστοιχες προσωπικότητες με σπουδαία ταλέντα είχαν περάσει απαρατήρητες εκείνα τα χρόνια. 
Προσπαθώντας η δημιουργός να εστιάσει στον γυναικείο κόσμο εκείνης της αντροκρατούμενης περιόδου, εξαφανίζει τους άνδρες. Μόνο σε ελάχιστες σκηνές εμφανίζονται ως φιγούρες. Παρ' όλα αυτά η παρουσία τους εξακολουθεί να κυριαρχεί καθώς πλανιέται ως φάντασμα πάνω από τις ζωές των γυναικών. Ο Μιλανέζος πλούσιος που περιμένει το πορτραίτο της μέλλουσας γυναίκας του, ο άγνωστος που άφησε έγκυο την υπηρέτρια η οποία δεν τον αναφέρει καθόλου, ο πατέρας που επηρέασε με την τέχνη του την κόρη του κ.ο.κ. Εξαλείφοντας κάθε ανδρικό στοιχείο, γίνεται εκκωφαντική η κραυγή της καταπίεσης των γυναικών. Μία κραυγή που βγαίνει με αξιοπρέπεια και πάθος. Μια κραυγή που συνοδεύεται με ένα δάκρυ κι ένα βλέμμα γεμάτο μυστήριο που αναρωτιέται "που τον βρήκατε αυτόν τον πίνακα;".  


Παράλληλα στη ταινία συναντάμε έναν χορό συμβολισμών. Το φλεγόμενο στη καρδιά πορτραίτο που γίνεται στη συνέχεια παρανάλωμα του πυρός μέσα στο τζάκι. Ο πρώτος πίνακας που ζωγράφισε η καλλιτέχνης στα κρυφά αλλά κι ο πίνακας που φιλοτεχνήθηκε με την παρουσία της μέλλουσας νύφης. Η διαφορετική όψη του προσώπου, καθώς στον πρώτο κοιτάει κατάματα και με μια υπόνοια αισιοδοξίας τον νέο της σύζυγο ενώ στη δεύτερη δείχνει ξεκάθαρα την αποστροφή της σ' αυτόν τον γάμο. Η έκτρωση που κάνει η υπηρέτρια έχοντας ένα μωρό δίπλα να της χαϊδεύει τα μάγουλα. Στο πρόσωπό του βλέπει το παιδί που εκείνη τη στιγμή έχει σκοτώσει. Πραγματικά εκπληκτική σκηνή. Το άτσαλο παίξιμο πιάνου της ζωγράφου και η πραγματική εκτέλεση της Καταιγίδας του Βιβάλντι στο τέλος. Αυτή η ατέρμονη εσωτερική μας δίνη που αναζητά μια διέξοδο για να βγει προς τα έξω. Πολλές φορές μπορεί ένα μουσικό κομμάτι να λειτουργήσει ως το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα για να ξεχυθούν όλα μαςβτα συναισθήματα. Ο έντονος χορός των νότων μετατρέπεται σε ένα χτυποκάρδι και η δύσπνοια της συναισθηματικής φόρτισης της ηρωίδας μεταφέρεται και σε μας. Μέσα σε λίγα λεπτά προλαβαίνουν να περάσουν από μπροστά μας παλιές αγάπες και παλιά απωθημένα. Βρίζουμε και καταριόμαστε τη τύχη μας αλλά μεμιάς η μουσική μας γιατρεύει κι έτσι συνειδητοποιούμε πως η ζωή παραμένει ωραία. 
Σκηνοθετικά η ταινία με μάγεψε. Τα κάδρα είναι εκπληκτικά δίνοντάς σου την αίσθηση πως παρατηρείς φωτισμένες μορφές πινάκων του Ρούμπενς. Τα δωμάτια είναι άδεια έχοντας μόνο τα απαραίτητα στοιχεία που μπορούν να συνοδεύσουν τις παρουσίες των πρωταγωνιστριών. Μια άψογη ισορροπία που σπάνια συναντάς σε κινηματογραφικά έργα. Τα χρώματα απαλά και ζεστά, σε υπνωτίζουν και σταματούν το χρόνο. Χάνεσαι μέσα στην άδεια έπαυλη κι ανασαίνεις στον ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας. Αισθάνεσαι τη δροσιά του κύματος που σκάει μπροστά σου κι ανασαίνεις ευλαβικά. 
Επίσης μου άρεσε πολύ που ο ανεκπλήρωτος έρωτας των γυναικών συσχετίζεται με τον μύθο του Ορφέα που χάνει την Ευρυδίκη του για πάντα. Διαβάζοντας την ιστορία οι δυο κοπέλες μαζί με την υπηρέτρια, δίνουν μια άλλη έννοια στον μύθο. Δε θεωρούν αδυναμία του Ορφέα το λάθος του να χάσει για πάντα την Ευρυδίκη αλλά επιθυμία του καθώς ο ήρωας επίλεξε τελικά να φυλάξει καλά μέσα στη μνήμη του την εικόνα της ερωμένης που είχε κάποτε. Η συναισθηματική φόρτιση της ιστορίας αυτής αλλά και του ανεκπλήρωτου έρωτα των δύο γυναικών δένει εξαιρετικά με το έργο Storm από τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Παίζουν οι νότες και πάλλονται τα εσώψυχά μας. 
Η ταινία μπορεί να συγκαταλεγεί απευθείας στις κλασικές διαχρονικές αξίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Οι εξαιρετικές ερμηνείες, οι υπέροχες φωτογραφίες, η ζωγραφική, η μουσική, τα κοντινά κάδρα στα μάτια και η έκφραση των προσώπων συνθέτουν ένα μοναδικό έργο τέχνης.

Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Joker


Δυο βδομάδες τώρα όλοι (παρα)μιλούν για τον άψογα προωθημένο Τζόκερ. Μάλιστα, οι περισσότεροι την αποκαλούν ως ταινία της χρονιάς, μια άποψη που μου προκαλεί γέλιο παρόμοιο μ' αυτό του Χοακίν Φοίνιξ. Προς θεού, αυτό δε σημαίνει πως υποτιμώ το έργο. Αντιθέτως το βρήκα άκρως ενδιαφέρον καθώς έθιγε αρκετούς προβληματισμούς κι ανέδειξε εύστοχα το σάπιο μοντέλο όπου δεκαετίες τώρα πορεύεται άβουλα η δυτική κοινωνία. Μια κοινωνία που εξακολουθεί να ψάχνει τη χαμένη της αξιοπρέπεια κάτω από στοίβες σκουπιδιών. Από την άλλη ολόκληρη η ταινία βασίστηκε στην ερμηνεία ενός και μόνο προσώπου, με τρόπο που καταφέρνει να καλύψει τα σεναριακά της κλισέ. Παρά τις ατέλειές της, η ταινία είναι δυνατή και πετυχαίνει να εισχωρήσει τον θεατή στον υγρό και βρώμικο υπόκοσμο της Νέας Υόρκης ή αλλιώς Γκόθαμ Σίτι. Όμως είχα την ατυχία να επιλέξω έναν από τους κινηματογράφους-αλυσίδες της πόλης όπου η έλλειψη της κινηματογραφικής παιδείας γίνεται αισθητή καθώς τα γεμάτα ποπ κορν στόματα ανταγωνίζονται τις προσπάθειες των ηχοσυστημάτων της σκοτεινής αίθουσας ενώ οι φωτεινές οθόνες των κινητών γίνονται περισσότερο ελκυστικές από το μεγάλο πανί όπου προβάλλεται το έργο. Στη συγκεκριμένη προβολή βίωσα μια ακόμη αλλόκοτη συμπεριφορά του κοινού, που με προβλημάτισε αρκετά καθώς επιβεβαίωνε κάποιες από τις κοινωνικές καταστάσεις που παρουσιάζει το έργο.
Αυτή τη φορά δε θα επεκταθώ αρκετά στη ταινία καθώς έχουν αναφερθεί άλλοι τόσοι μ' αποτέλεσμα να μετατραπεί ένα ενδιαφέρον έργο σε κινηματογραφικό μαϊντανό. Αυτό που κρατάω είναι η έξυπνη παρουσίαση του τρόπου όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επηρεάζουν τη κριτική σκεψη των τηλεθεατών, πόσο μάλλον σε μια εποχή που το ίντερνετ δεν είχε κάνει ακόμη την εμφάνισή του. Οι δημοσιογράφοι όπως πάντα εκθειάζουν εκπροσώπους των ανωτέρων αστικών τάξεων, οι οποίοι θέλουν υποτίθεται να συνεισφέρουν για το κοινό καλό. Οι ειδήσεις καλά σκηνοθετημένες προκαλούν πρώτα πανικό για να στρώσουν έπειτα το χαλί στον εκάστοτε πλούσιο μεσσία που θα ρθει να δώσει λύσεις σ' όλα τα προβλήματα. Κάπως έτσι πέφτει στη παγίδα η μητέρα του αντιήρωα, η οποία πιστεύει πως ο πάμπλουτος πατέρας του μετέπειτα Μπάτμαν Μπρους Γουέιν είναι ένας καλοκάγαθος μεγιστάνας που θα σκύψει το βλέμμα του πάνω απ' τα προβλήματα του λαού. Σ' αυτό το σημείο η ταινία έπεσε μέσα και μάλιστα σε μια περίοδο που τα εγχώρια κανάλια προσπαθούν να πλέξουν το εγκώμιο της νέας ακροδεξιάς κι άκρως νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης. 
Επίσης ο δημιουργός αναπτύσσει με ευγενικό τρόπο το οιδιπόδειο σύμπλεγμα μητέρας-γιου. Μια αρρωστημένη κατάσταση που δυστυχώς έχει παρεκτραπεί στις μέρες μας κάτι που γίνεται εμφανές στις αδιέξοδες ανθρώπινες σχέσεις. Τόσο η σχέση αυτή όσο κι η τραυματική παιδική ηλικία του αντιήρωα, τον οδηγούν στα συναισθηματικά και προσωπικά συμπλέγματα που τον έχουν μετατρέψει σε έναν ντροπαλό, αντικοινωνικό κι αδύναμο μέλος της κοινωνίας. Ένα θύμα που κανείς δε νοιάζεται μέχρι που μετατρέπεται σε θύτη-τιμωρό. Η αδικία που συντελείται στον εργασιακό χώρο, ο εκφοβισμός των αδύναμων, ο διασυρμός απλών ανθρώπων από τηλεοπτικούς "αστέρες" (η Ελλάδα έχει πολλούς απ' αυτούς), η κρατική αδιαφορία στις ανάγκες του κόσμου κι άλλα πολλά τον μετατρέπουν από αφανή πολίτη σε προσωποποιημένη κοινωνική οργή. Ο χαρακτήρας του Τζόκερ χτίζεται όμορφα και μεθοδικά όμως η αλληλεπίδρασή του με τον κόσμο είναι αβάσιμη και παιδαριώδη.  



Κι εδώ ερχόμαστε σ' αυτά που με ενόχλησαν στο έργο. Για μια ακόμη φορά ο κινηματογράφος παρουσιάζει τον κοινωνικό ξέσπασμα ως μία ανεξέλεγκτη οργή του όχλου. Με ένα τελείως απαράδεκτο τρόπο, προσπαθεί να μας πείσει πως το δίκαιο των πολιτών θα ρθει μέσα από καταστροφές, φωτιές, δολοφονίες κι άναρθρες κραυγές σε δρόμους επικίνδυνους κι αιματοκυλισμένους. Μία συνταγή που την έχουμε συναντήσει άπειρες φορές και θα εξακολουθούμε να τη βλέπουμε σ' αυτού του είδους τις ταινίες. 
Από την άλλη, ενώ η ταινία επιδιώκει να χει μια βάσιμη πολιτική χροιά καθώς αναφέρεται στη δεκαετία του '80 όπου πραγματοποιήθηκαν οι μεγάλες απεργίες των σκουπιδιάρικων (γι' αυτό το λόγο έχουμε συνηθίσει τις αμερικάνικες ταινίες του '80 και του '90 να είναι με πλάνα από δρόμους γεμάτους σκουπίδια) αλλά και στην περικοπή των δαπανών της κοινωνικής πρόνοιας που οδήγησε αρκετούς ψυχικά νοσούντες στις φυλακές, μια εξέλιξη που έκανε το κεφάλαιο να τρίβει τα χέρια του καθώς εκείνη τη περίοδο άνοιγαν οι πρώτες ιδιωτικές φυλακές στις οποίες οι έγκλειστοι ήταν οι σύγχρονοι σκλάβοι της αμερικανικής παραγωγής, τελικά καταλήγει να βροντοφωνάξει ένα εξοργιστικό "No politica" μέσω του εξεγερμένου Τζόκερ. Οπότε εκεί που θα μπορούσε να κάνει την όποια διαφορά από άλλες ταινίες ηρώων κόμικς, όπως είχε συμβεί με το αξεπέραστο "Watchmen", τελικά καταφέρνει να κάνει μια τρύπα στο νερό. 
Αυτό όμως που με προβλημάτισε στην προβολή ήταν το κοινό. Όσοι έχουν ήδη δει το Τζόκερ, θα γνωρίζουν πως η ιστορία στερείται από κωμικές σκηνές. Κι όμως, μες στην αίθουσα οι περισσότεροι θεατές γελούσαν. Γελούσαν με το χαχανητό του Φοίνιξ, γέλασαν με τον νάνο που δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα, γέλασαν με τον χορό στα σκαλιά που μετατράπηκε σε κυνηγητό. Όσο με προβλημάτισαν τα θέματα που έθετε η ταινία άλλο τόσο με προβλημάτισε η συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων. Άραγε είχαν καταλάβει κάτι από την ιστορία ή πίστευαν πως πήγαν να δουν μια ακόμη ταινία δράσης; Από την άλλη μπορεί κανείς να γελάσει απέναντι στη ψυχική πάθηση ενός ανθρώπου; Κατά μια έννοια η συμπεριφορά του κοινού επιβεβαίωνε την κοινωνική κατρακύλα που παρουσιάζει η ταινία. Από την μια οι προβληματισμοί βγαίνουν αληθινοί αλλά από την άλλη ο εφιάλτης που αναφέρονται οι συντελεστές δεν περιορίζεται στα κινηματογραφικά πλαίσια αλλά δυστυχώς αποδεικνύεται πως μας περιβάλλει. 
Έφυγα από την σκοτεινή αίθουσα απογοητευμένος όχι από την ταινία αλλά από τον κόσμο που την είδαμε μαζί. Το ότι κόπηκαν εκατοντάδες εισιτήρια μέσα σε μια βδομάδα δε μου λέει απολύτως τίποτα όταν συνειδητοποιώ πως μια σημαντική μερίδα του κοινού το παρακολούθησε χωρίς να καταλάβει τίποτα. 
Όσο για το Τζόκερ, πιστεύω πως θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά αλλά δυστυχώς δείλιασε. Αν κάτι μου μένει από την ταινία είναι η εκπληκτική ερμηνεία του Χοακίν Φοίνιξ. 

Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης


Ο ιταλικός κινηματογράφος κάθε φορά που στρέφεται προς την κατάσταση της χώρας του για να προβληματιστεί με τον υπόκοσμο της μαφίας, μας προσφέρει αρκετά ενδιαφέρουσες κι εξαιρετικές ταινίες. Στη μεγάλη λίστα όπου φιγουράρουν οι Σκοτεινές Ψυχές, το Γόμορρα, το Dogman και το Suburra έρχεται να προστεθεί κι η "Μεγάλη Νυχτά της Νάπολης". Παρ' όλο που η ταινία δε διαφέρει σε θέμα πλοκής και θεματολογίας με τις άλλες γκανγκστερικές, ξεχωρίζει διότι πρωταγωνιστές της είναι πιτσιρικάδες. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στη σύγχρονη καθημερινότητα της Νάπολης. Οι γειτονιές λυμαίνονται από τις συμμορίες, οι οποίες απαιτούν χρήματα προστασίας από τα μαγαζιά και τους υπαίθριους πάγκους νε τις μεγάλες οικογένειες να αλληλοσκοτώνονται για το ποιος θα επικρατήσει. Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ένας αρχιμαφιόζος που ήταν αρκετά αγαπητός στη Νάπολη έχει δολοφονηθεί, δίνοντας τη θέση του σε μια νέα συμμορία η οποία είναι πιο αδίστακτη και σκληρή με τους κατοίκους της πόλης. Όλη αυτή η κατάσταση που επικρατεί στην πόλη, περιγράφεται μέσα από τα μάτια μιας παρέας. Παιδιά φτωχών οικογενειών που λογικά έχουν παρατήσει το σχολείο κι αναζητούν άλλους τρόπους για να βγάλουν λεφτά. Το νεαρό της ηλικίας τους παράλληλα με την υποταγή τους στον επιδειξιομανή καταναλωτισμό, τα ωθεί προς την εύκολη εύρεση χρημάτων.
Μετά από μια ανεπιτυχής ληστεία σε ένα κοσμηματοπωλείο, επιλέγουν να δουλέψουν για τη συμμορία που κυριαρχεί στην περιοχή τους. Τους ανατιθεται διακίνηση ναρκωτικών σε φοιτητές κι είσπραξη χρημάτων προστασίας από τα μαγαζιά και τους πάγκους της λαϊκής. Το χρήμα ρέει άφθονο πια, θαμπώνοντας τους πιτσιρικάδες από την πρόσκαιρη χλιδή. Αγορά ακριβών προϊόντων, πρώτο τραπέζι στα κλαμπ κ.ο.κ. 
Όμως ένα απρόοπτο περιστατικό θα αλλάξει τις ισορροπίες στην πόλη, δίνοντας την ευκαιρία στους πιτσιρικάδες να αναλάβουν τα ηνία της περιοχής τους. Βίαιες συγκρούσεις μεταξύ παλιών συνεταίρων κι απειλές θα διαδραματιστούν στους στενούς δρόμους της πόλης. Η επικράτηση επιτυγχάνεται εύκολα αλλά η διατήρησή της φαίνεται ακατόρθωτη. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας έχοντας ως πρότυπο έναν παλιό δίκαιο μαφιόζο θα προσπαθήσει να "διοικήσει" κι αυτός με τη σειρά του δίκαια την περιοχή. Όμως η γλύκα των χρημάτων είναι ισχυρή, δημιουργώντας νέες ίντριγκες μες στην παρέα. 



Για γκανγκστερική ταινία, η πλοκή της ξεκινάει ομαλά κι εντείνεται με το πέρασμα της ώρας προσφέροντας αρκετές κορυφώσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη πραγματοποιείται πουθενά κοιλιά στο σενάριο. Μάλιστα τελειώνει αφήνοντάς σου την επιθυμία να κρατούσε λίγο παραπάνω. Ο σκηνοθέτης Κλαούντιο Τζιοβανέζι έχοντας μαζί του στην αφήγηση τον διάσημο συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο δείχνει μία αυτοπεποίθηση στο θέμα με το οποίο καταπιάνεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μας προσφέρει εξαιρετικές στιγμές αδρεναλίνης όπως η σκηνή στη ταράτσα με τα πυροτεχνήματα αλλά κι η πρώτη ανταρσία των πιτσιρικάδων με τα παλιά τους αφεντικά.
Παράλληλα εκπληκτικές είναι οι ερμηνείες σχεδόν όλων των ηθοποιών. Ειδικά τα πιτσιρίκια έχουν μια αυθεντικότητα στο παίξιμό τους που δίνουν την αίσθηση πως βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ που παρουσιάζει τη δράση μιας συμμορίας παρά μιας ακόμη γκανγκστερικής ταινία. Εξαιρετική η στιγμή που μάνα και γιος πάνε να αγοράσουν καινούργια έπιπλα για το σπίτι. Βλέποντας η μητέρα τα χρήματα που βγάζει ο γιος της από το παντελόνι, μουδιάζει. Τον κοιτάει γεμάτη θλίψη καθώς γνωρίζει πως ο δρόμος που το παιδί της χάραξε δεν έχει γυρισμό. Θέλει να κλάψει, να ουρλιάξει, να σηκωθεί να φύγει τρέχοντας. Σίγουρα περνάνε πολλά απ' το μυαλό της εκείνη την ώρα. Όμως στέκει εκεί και τον κοιτάζει πονεμένα. Τελικά καταλήγει να τον αγκαλιάσει σφιχτά καθώς ξέρει πως πλέον θα ζει με το σκεπτικό πως η κάθε στιγμή μπορεί να είναι και η τελευταία. 
Θα χαρακτήριζα την ταινία αυτή τίμια. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει κανέναν θεατή. Έχει αρκετά κλισέ και λίγο πολύ γνωρίζουμε την εξέλιξη. Κερδίζει όμως στην ντοκιματερίστικη εικόνα της, στα δυνατά της πλάνα και στην ψευδαίσθηση που έχουν οι πιτσιρικάδες ότι μπορεί να προσφέρουν δικαιοσύνη με τα όπλα. 
Η "Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης" είναι μία άκρως ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πρόταση όπου δείχνει τον βίαιο τερματισμό της παιδικής αθωότητας και το σπαρακτικό τέλος όσων επιλέγουν να ζουν με τα όπλα. 

Βαθμολογία: 7/10

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

Οροσειρά των Ονείρων


Έχω επισημάνει πολλές φορές πως τα σπουδαιότερα έργα εισέρχονται ταπεινά κι αθόρυβα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το θεματολογικό ήθος αυτών των έργων που βασίζεται στην ειλικρινή δημιουργικότητα των σκηνοθετών τους, συμπυκνώνεται καθ'όλη τη διάρκεια προβολή τους χωρίς να χει την ανάγκη μαρκετίστικων τυμπανοκρουσιών. Κουβαλώντας ήδη το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στο φεστιβάλ των Καννών, η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Χιλιανού σκηνοθέτη Πατρίσιο Γκούζμαν έκανε το πέρασμά της από το φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Είχα την τύχη να το δω στη κατάμεστη αλλά άκρως σιωπηλή αίθουσα του Δαναού. Μέσα σε μιάμιση σχεδόν ώρα ένιωσα πως όλο το κοινό είχε μπει στην ίδια συναισθηματική έκσταση. Μία κατάσταση που μόνο ο Πατρίσιο Γκούζμαν μπορεί να προσφέρει με τον άρτιο δοκιμιακό του λόγου και την άκρως μαγευτική του φωνή, πλαισιωμένα και τα δύο με την ονειρική μουσική του συγκροτήματος Miranda y Tobar. 
Η συγκεκριμένη προβολή υπήρξε για μένα μία από τις σπάνιες στιγμές συναισθηματικής έκρηξη. Ένα σφίξιμο στο στήθος κι ένα κόμπο στο λαιμό που δε μ' άφηναν να αναπνεύσω. Κι ενώ βούλιαζα στην αναπαυτική καρέκλα του κινηματογράφου, τα μάτια μου χανόντουσαν στα απέραντα τοπία των Άνδεων και το μυαλό μου άνοιγε ένα σωρό μικρές καταπακτές μέσα απ'τις οποίες ξεχυνόταν ένα σμήνος σκέψεων και συναισθημάτων. Η κατάσταση αυτή δεν προκλήθηκε αστραπιαία (αν και στο Νοσταλγώντας το Φως εντείνεται από τη πρώτη νότα της μουσικής), αλλά έρχεται με έναν αγνό κι ευγενικό τρόπο. Εκείνο το βράδυ στον Δαναό βρέθηκα απροετοίμαστος σ' αυτό που θα ζούσα, κι αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που θεώρησα πως η συγκεκριμένη προβολή, μου έχει μείνει ήδη αξέχαστη.
Η Χιλή είναι μία χώρα που λάτρεψα από τότε που άρχισα να μελετώ την πρόσφατη ιστορία της. Η αγιότητα του προέδρου Αλιέντε που δολοφονήθηκε από τους φασίστες του Πινοσέτ, η μετατροπή της χώρας σε ένα πειραματόζωο της σχολής του Σικάγο, η έντονα πολιτικοποιημένη κοινωνία της που έχουμε γνωρίσει μέσα από ταινίες, ντοκιμαντέρ και βιβλία και φυσικά η τριλογία του Γκούζμαν που μου 'χει χαρίσει μια οικειότητα με την άγνωστη κι απομονωμένη γωνιά της Λατινικής Αμερικής. 


Όπως συνέβη με το "Νοσταλγώντας το Φως" και με το "Μαργαριταρένιο Κουμπί", έτσι και στην "Οροσειρά των Ονείρων" ο δημιουργός ξεκινάει την αφήγησή του με κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του τόπου του. Αυτή τη φορά έχει την τιμητική της η πελώρια οροσειρά των Άνδεων. Ο Πατρίσιο Γκούζμαν μας περιγράφει τις μνήμες των παιδικών του χρόνων, οι οποίες συμπορεύτηκαν με τη σκιά των πελώριων βουνίσιων όγκων. Παράλληλα κάποιοι καλλιτέχνες περιγράφουν τις δικές τους εμπειρίες αλλά και τις σκέψεις που τους προκαλούν οι Άνδεις. Αυτό που διαπιστώνω είναι πως όλοι τις θεωρούν ιερές και βασικό παράγοντα που επηρέασε τον πολιτισμό αλλά και την ιστορία αυτού του τόπου. Εξάλλου όλοι τους με μία φωνή δήλωσαν πως οι Άνδεις έχουν δύο ρόλους. Από την μια προστατεύουν τον λαό της Χιλής αλλά από την άλλη τον απομονώνουν από τον υπόλοιπο κόσμο. 
Συζητώντας με τους καλλιτέχνες για τα παιδικά τους χρόνια και τον ρόλο που διαδραμάτισαν στη ζωή τους τα βουνά, ο Πατρίσιο Γκούζμαν αναφέρει πως οι μνήμες του στη Χιλή τερματίζουν με το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Μετά τη σύλληψή του και φοβούμενος τη καταστροφή του τότε κινηματογραφικού του υλικού διαφεύγει στην Ευρώπη όπου έχει παραμείνει μέχρι σήμερα. Περιγράφοντάς μας το προσωπικό του δράμα αντιλαμβανόμαστε μια χροιά θλίψης για τα χρόνια που πέρασαν ανεπιστρεπτί αλλά και μιας ενοχής καθώς έφυγε ηττημένος αφήνοντας μια χώρα στα χέρια των φασιστών. 
Η φωνή του σπάει όταν συναντά ακόμη όρθιο το σπίτι όπου γεννήθηκε, ένα υπέροχο διώροφο νεοκλασικό που εξακολουθεί να παλεύει με τη φθορά του χρόνου. Ο σκηνοθέτης χαίρεται που το βλέπει ακόμη όρθιο καθώς πολλά άλλα έχουν γκρεμιστεί για να χτιστούν στη θέση τους πολυκατοικίες κι ουρανοξύστες (τι μας θυμίζει αυτό άραγε;) Ο πρώτος σπαραγμός έρχεται όταν βλέπουμε το σπίτι από ψηλά. Ένας δυνατός συμβολισμός που περιγράφει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη όψη που έχουν οι παιδικές μνήμες του δημιουργού.
Στη συνέχεια ο σκηνοθέτης μας οδηγεί στο σπίτι όπου πέρασε την εφηβική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια των κινηματογραφικών του σπουδών. Απ' αυτό το σημείο αρχίζει η κορύφωση του έργου. Νιώθοντας ο ίδιος τύψεις που έφυγε από την χώρα εκείνα τα δύσκολα χρόνια, τιμάει έναν άλλον κινηματογραφιστή που έμεινε στη Χιλή καλύπτοντας αρκετές από τις βίαιες στιγμές της χούντας. Συζητώντας μαζί του για κείνα τα χρόνια, παρακολουθούμε παράλληλα πλάνα από τις τότε κρυφές αλλά και φανερές καταγραφές του όπως η μαζική σύλληψη δεκάδων χιλιάδων ανδρών από τις γειτονιές του Σαντιάγκο αλλά και τη συγκέντρωσή τους στο στάδιο της πόλης. Σε μία απ' αυτές τις κερκίδες που λειτούργησαν ως φυλακές βρέθηκε κι ο Πατρίσιο Γκούζμαν. Οι σκηνές που μας παρουσιάζονται είναι συγκλονιστικές. Η ασύστολη αστυνομική βία, το πάθος των ανθρώπων για ελευθερία και δικαιοσύνη κι ο χώρος ανάμεσά τους που γεμίζει κραυγές πόνου κι απειλές. Σκηνές που βιώσαμε αρκετοί τη διετία μεταξύ 2010 και 2012 όπου τα κινήματα στην Ελλάδα ήταν μαζικά. Δε μπορούσα με τίποτα να συγκρατήσω την οργή μου με όσα μου αποκαλύπτονταν στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου αλλά και μ' αυτά που θυμόμουν απ' τις δικές μας διαδηλώσεις. Μάλιστα σε ένα πλάνο όπου φαίνεται ξεκάθαρα ένας αστυνομικός να πετάει δακρυγόνο σε καθισμένες διαδηλώτριες που τραγουδούσαν ειρηνικά την "Ωδή στη Χαρά" μου προκάλεσε τόση οργή που ξεφώνισα τη λέξη "κοπρόσκυλα". Δε θυμάμαι ποτέ στο παρελθόν να αντιδρώ έτσι σε κινηματογραφική προβολή οπότε μέσα απ' αυτό εδώ το κείμενο ζητώ συγνώμη σε όποιον με άκουσε εκείνη τη στιγμή κι ίσως ενοχλήθηκε. Ο σκηνοθέτης συζητώντας μαζί με τον μάχιμο κινηματογραφιστή για κείνα τα χρόνια, συνειδητοποιούν πως οι σημερινές διαδηλώσεις δεν έχουν πια τον ίδιο παλμό όπως τότε παρόλο που η αδικία κι η φτώχεια εξακολουθούν να κυριαρχούν στο χιλιανό λαό. 


Στις συζητήσεις για τα τεκταινόμενα της χούντας, ο σκηνοθέτης ξεκινάει διάλογο και με έναν συγγραφέα, με τον οποίον συζητάνε για όσα ακολούθησαν. Ο συγγραφέας θέτει το ερώτημα στο αν τελείωσε ποτέ η χούντα καθώς οι τότε φασίστες έδωσαν την εξουσία στους διακριτικούς και σιωπηλούς συνεργάτες τους οι οποίοι θα οδηγούσαν τη χώρα σε εκλογές. Ακόμα κι εδώ, η ιστορία θυμίζει πολύ Ελλάδα καθώς κι οι δικοί μας χουντικοί παρέδωσαν την εξουσία στον Κωνσταντίνο Καραμανλή με τον οποίον είχαν όλα αυτά τα χρόνια υπόγεια επικοινωνία μέσω των Κωνσταντίνο Τσάτσο κι Ευάγγελο Αβέρωφ. Οι δυο πλευρές συμφώνησαν να πραγματοποιηθεί μια πολιτική μετάβαση αρκεί οι επερχόμενοι να αποσιωπήσουν όλα τα εγκλήματα της δικτατορίας καταδικάζοντάς τα μ' αυτόν τον τρόπο στη λήθη. Στην Ελλάδα κατά μια έννοια επιτεύχθηκε αυτή η αμνησία μ' αποτέλεσμα να ακούμε σήμερα πολλούς να μιλούν για τανκς και Παπαδόπουλους. Αντιθέτως στη Χιλή, η φωνή του λαού παρέμεινε ισχυρή κι ο επίμονος αγώνας τους διατήρησε τη μνήμη. 
Ο συγγραφέας όμως θέτει ένα ακόμη ερώτημα, πάνω στη συζήτηση για το αν έχει βελτιωθεί η κατάσταση. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του η ανασφάλεια κι η φτώχεια εξακολουθούν να κυριαρχούν. Ο πλούτος ανήκει σε λίγους κι ο λαός από κάτω αγωνιά καθημερινά ενάντια στη μιζέρια. Ο ίδιος υποστηρίζει πως το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο της Σχολής του Σικάγο εξακολουθεί να εφαρμόζεται με τη μόνη διαφορά πως πλέον δεν υπάρχουν βασανιστήρια κι αγνοούμενοι. 
Στην εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού πατάει κι ο σκηνοθέτης φέρνοντας για παράδειγμα τις εξορύξεις χαλκού, με τις οποίες κάποτε ζούσε ολόκληρη η χώρα. Μαθαίνουμε πως επί εποχής Αλιέντε όλα τα μεταλλεία χαλκού είχαν περάσει στο κράτος και τα κέρδη μοιραζόντουσαν στο λαό. Επί χούντας κι έπειτα το μεγαλύτερο κομμάτι των εξορύξεων έχει περάσει σε ξένες επιχειρήσεις, οι οποίες όχι μόνο δε συνεισφέρουν στο κράτος της Χιλής αλλά δε σέβονται και το περιβάλλον της χώρας. Ο σκηνοθέτης κάνει μια κινηματογραφική πτήση πάνω από ένα ιδιωτικό ορυχείο που κατατρώει τα σπλάχνα του βουνού. Όπως ο ίδιος δηλώνει, είναι ένα κομμάτι γης ξένο για την Χιλή καθώς κανείς δε μπορεί να πάει εκεί. Η εικόνα της θεόρατης τρύπας μέσα στο βουνό είναι συνταρακτική. Κανένας απολύτως σεβασμός (μήπως κι αυτό θυμίζει την περίπτωση των Σκουριών στη Χαλκιδική;).
Όπως δηλώνει ο μάχιμος κινηματογραφιστής, θα μπορούσε άνετα να φύγει για την Αργεντινή ή την Βραζιλία, μην αντέχοντας την αδικία που επικρατεί στη χώρα του. Όμως δεν το κανε καθώς δε θέλησε ποτέ να αφήσει τον τόπο του. Το θλιμμένο του μειδίαμα στο τέλος της συζήτησης, μου φάνηκε τόσο οικείο...
Στηριζόμενος λοιπόν σε μία θεωρία που λέει πως στον κόσμο υπάρχουν τουλάχιστον πέντε με έξι άνθρωποι που μας μοιάζουν εμφανισιακά, πιστεύω πως η Χιλή είναι το alter ego της Ελλάδος κι αντίστροφα. Κι αυτό το συμπέρασμα το έβγαλα έχοντας παρακολουθήσει αυτήν την τόσο σπουδαία κι άκρως συγκινητική τριλογία του Πατρίσιο Γκούζμαν, ο οποίος για μία ακόμη φορά μου πρόσφερε μία έντονη συναισθηματική φόρτιση. Ένα ακόμη υπέροχο μωσαϊκό όπου μπλέκεται η νοσταλγία των χαμένων μας παιδικών χρόνων κι η αγνή αγάπη των γενέθλιων τόπων με τη δύναμη της ατομικής μνήμης και τις συνέπειες της συλλογικής μας λήθης. 
Για μένα η συγκεκριμένη συναρπαστική τριλογία κλείνει με μια ανεξέλεγκτη έκρηξη συναισθημάτων.

Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Αν είχα τέσσερις καμήλες (1966)




"H φωτογραφία είναι σαν το κυνήγι. Είναι το ένστικτο του κυνηγού χωρίς την επιθυμία να σκοτώσει. Είναι το κυνήγι των αγγέλων. Παρακολουθείς, σκοπεύεις, πυροβολείς και "κλικ", κι αντί για έναν νεκρό άνθρωπο, τον κάνεις αιώνιο". Με αυτήν την τόσο λυρική περιγραφή, μου προτάθηκε να παρακολουθήσω ένα άγνωστο σε μένα φωτογραφικό ντοκιμαντέρ του 1966. Ο τίτλος του ακόμη πιο ελκυστικός καθώς η αινιγματική του φύση σε παρότρυνε να αναζητήσεις τον κόσμο μέσα από τη ματιά του φωτογράφου Chris Marker, χωρίζοντάς την σε τέσσερα κεφάλαια. 
Αρχικά προσπαθεί να μας περάσει με μια σειρά φωτογραφιών, τις ομοιότητες των κοινωνιών παρουσιάζοντάς μας ποτάμια διαφορετικών πόλεων φωτογραφημένα την ίδια απογευματινή ώρα αλλά και καθημερινές συνήθειες όπως η επίσκεψη στα κομμωτήρια δείχνοντας πόσο όμοια είναι η λάμψη των χαμογελαστών προσώπων σε όλες τις χώρες, μια προσπάθεια που φάνηκε ριψοκίνδυνη καθώς στην Κούβα τον κυνήγησαν κάποιοι κουρείς με τα ψαλίδια. Επίσης κάνει ένα παιχνιδιάρικο πέρασμα από τα τρένα του κόσμου δείχνοντας την απόλυτη κυριαρχία των ευθειών γραμμών αν κι επικεντρώνει περισσότερο τη προσοχή του στα κοιμισμένα πρόσωπα των Ιαπώνων, που προσπαθούν να ξεκλέψουν λίγο χρόνο ύπνου στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Ο φωτογραφικός φακός του Κρις Μάρκερ συνεχίζει να ταξιδεύει στις πιο απόμακρες κι ίσως άγνωστες για εκείνα τα χρόνια περιοχές του κόσμου. Μέσα από τις βόλτες του ανακαλύπτουμε την αγάπη του για την Κόκκινη Πλατεία αλλά και την συμπάθειά του στους Ρώσους. Τους συναντάμε χαμογελαστούς σε ένα υπαίθριο παζάρι ζώων όπου κάποιοι φεύγουν έχοντας επιλέξει ένα σκυλάκι, άλλοι κρατώντας προσεκτικά λευκά περιστέρια στα χέρια τους κι άλλοι σηκώνοντας μικρές γυάλες γεμάτες ψάρια. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο τον φωτογράφο είναι η λαϊκή τέχνη που συναντά σε κείνα τα μέρη. Η αυθεντικότητα εκείνων των δημιουργημένων με φτωχά υλικά πρόχειρων έργων, τον αναγκάζει να παροτρύνει αρκετούς ακαδημαϊκούς και κριτικούς τέχνης να επισκεφθούν εκείνα τα μέρη για να διδαχθούν, καθώς βρίσκει πολύ πιο ενδιαφέρον ένα ερασιτεχνικό κολάζ που συνάντησε σε ένα σπίτι παρά τα έργα που στοιβάζονται σε μεγάλες γκαλερί της Δύση. 




Ο φωτογράφος επισκέπτεται επίσης το Άγιο Όρος. Εκεί προσπαθεί υπομονετικά κι ευλαβικά να βρει ένα συσχετισμό των βλεμμάτων των μοναχών με τις αγιογραφίες που κοσμούν τις εκκλησίες. Ανάμεσα στους αγίους της ορθοδοξίας ανακαλύπτει το πορτραίτο του δικτάτορα Μεταξά να στέκει ακόμα σε έναν τοίχο παρόλο που είχε πεθάνει δυο δεκαετίες πριν. Μεμιάς, δημιουργείται ένα ενοχλητικό μούδιασμα καθώς επιβεβαιώνεται ότι οι εκπρόσωποι των θρησκειών πορεύονται χέρι-χέρι με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο φωτογράφος εκφράζει ξεκάθαρα την αποστροφή του στην ολοκληρωτική πολιτική των μοναχών. Επίσης επισημαίνει την απαγόρευση των γυναικών στην "ιερή" χερσόνησο της Χαλκιδικής, μια απαγόρευση που ο ίδιος διορθώνει λέγοντας πως όχι μόνο απαγορεύονται οι γυναίκες αλλά και οι άνδρες χωρίς μούσια. Στα μοναστήρια δεν επιτρεπόταν  οτιδήποτε που να θυμίζει το γυναικείο φύλο. Όμως ο φωτογράφος συνάντησε αρκετά θηλυπρεπή στοιχεία μέσα στη κοινότητα των μοναχών ενώ περιπαίζει με τη συγκεκριμένη απαγόρευση παρουσιάζοντας ένα ζευγάρι χελιδονιών να κάθονται σε ένα σύρμα. Εκεί που κυριαρχεί ο παραλογισμός του ανθρώπινου παράγοντα, η φύση γελά σαρκαστικά. 
Κι από το Άγιο Όρος όπου η ανθρώπινη παράνοια εγκλωβίζει τους ανθρώπους σε μοναστήρια-φυλακές, ο φωτογράφος μας μεταφέρει σε ένα άλλο κάστρο όπου ο κόσμος ασφυκτιά κι αναζητά τρόπους διαφυγής. Με έναν άκρως λυρικό τρόπο, μας δείχνει πως τα κάστρα του μεσαίωνα στέκουν ακόμη και χωρίζουν τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Σ' αυτούς που ζουν μέσα σ' αυτά και σε κείνους που εξακολουθούν να φυτοζωούν στις σκιές των θεόρατων τειχών. Με πρόσχημα την επανάσταση στην Αλγερία μας προσωποποιεί την πολυπόθητη ελευθερία που όλοι μας κυνηγάμε. Τα χαμογελαστά πρόσωπα των Αλγερινών που ξεχύνονται στους δρόμους, φανερώνουν την ατέρμονη πάλη της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Παρόλο όμως που η ελευθερία έρχεται, το κάστρο δεν πέφτει. Η μιζέρια, η φτώχεια, η πείνα παραμένουν κι από την απρόσμενη χαρά της ελπίδας η ανθρωπότητα επιστρέφει στην ακινησία του αργού θανάτου. 



Ακολουθεί το κεφάλαιο του κήπου όπου αναλύεται η ανορθόδοξη συμβίωση μας με τα ζώα. Οι απάνθρωπες συνθήκες των τσίρκων που τότε ήταν ακόμη νόμιμα και των ζωολογικών κήπων που δεν είναι τίποτα παραπάνω από άδικες φυλακές ζώων, αποδεικνύουν το θράσος του ανθρώπινου είδους προς τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη. Η εναλλαγή των πορτρέτων ζώων κι ανθρώπων προσπαθεί να αποδείξει πως τελικά όλοι μαζί ζούμε στην ίδια φυλακή με τη διαφορά όμως ότι εμείς έχουμε επιλέξει αυτήν τη ζωή ενώ τα υπόλοιπα πλάσματα έχουν αναγκαστεί να ζουν μ' αυτόν τον τρόπο. Η βαρβαρότητα του ανθρώπινου είδους φανερώνεται στη φωτογραφία όπου ένα παιδάκι "παίζει" με ένα γατάκι που το χει δεμένο με ένα σκοινί από το λαιμό. Σημαντική λεπτομέρεια σ' αυτή τη φωτογραφία είναι πως το γατάκι είναι νεκρό. Έτσι δημιουργείται μια τρομερή αντίφαση μεταξύ της αγνότητας που κουβαλάει η παιδική ηλικία με την ενοχή μιας πράξης που επιφέρει την απώλεια ζωής ενός πλάσματος. 
Μέσα σ' αυτό το δοκιμιακό χάος, γίνεται μια μικρή στάση στη Σουηδία. Η επιλογή της συγκεκριμένης χώρας δεν είναι τυχαία καθώς είναι από τους λιγοστούς ευρωπαϊκούς τόπους όπου επικρατεί ειρήνη εδώ και δυο συνεχόμενους αιώνες. Παρόλο που οι συνθήκες ζωής είναι αξιοζήλευτες με τα πεντακάθαρα αστικά κέντρα και την υπέροχη ύπαιθρο, ο φωτογράφος επικεντρώνεται στο βλέμμα ενός Σουηδού και προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που του στερεί την απόλυτη ευτυχία. Σε 'κείνο το σημείο ο φωτογράφος μας πιάνει από το χέρι και μας περιφέρει στον επίλογο της ζωής. Μας παρουσιάζει μια ομάδα τάφων προσπαθώντας να μας δείξει πως ο υλιστικός κόσμος που όλοι κυνηγάμε είναι μάταιος. Αξία έχουν οι απλές στιγμές κι η επιστροφή στη φύση. Αξίες πολύτιμες που δυστυχώς θυσιάζουμε κυνηγώντας ανούσιες καταστάσεις. 
Επίσης είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που περιγράφει τη δυναμική της γυναίκας απέναντι στο θάνατο. Δεν την παρουσιάζει ως πιο δυνατή ούτε είναι επηρεασμένος από το φεμινιστικό κίνημα εκείνης της εποχής. Απλώς αφήνει με ένα ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο τη σημαντικότητα του γυναικείου φύλου στη σημασία της ζωής και της ομορφιάς. 
Οι τελευταίες εικόνες του σύγχρονου τρόπου ζωής ντυμένη με τις ιαχές των ζώων αποδεικνύει πως όσα λούσα κι αν έχουμε φορέσει, ποτέ δε ξεφύγαμε από το βασίλειο των ζώων. Απλώς αλλάξαμε την όψη της ζούγκλας που ζούμε κι από πράσινη την κάναμε γκρίζα.
Κλείνοντας θα χαρακτήριζα το συγκεκριμένο φωτογραφικό ντοκιμαντέρ ως ένα συγκινητικό και πανανθρώπινο ταξιδιωτικό δοκίμιο. Ένα διακριτικό πέρασμα μέσα από την ανθρώπινη φύση, όπου προβληματιζόμαστε με τον παραλογισμού του κοινωνικού παραστρατήματος και γοητευόμαστε με την άγνωστη ομορφιά των ταξιδιωτικών αποδράσεων. 

Βαθμολογία: 9/10




(Επειδή είναι δύσκολη η εύρεσή του, μπορεί κανείς να το απολαύσει στο youtube)

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Φθινοπωρινή Σονάτα (1978)


Κάθε εποχή έχει τις ανάλογες στιγμές που τη χαρακτηρίζουν. Μετά τους ανέμελους ρυθμούς του καλοκαιριού έρχονται οι εσώψυχοι στοχασμοί του φθινοπώρου. Το ίδιο πιθανότατα να ισχύει και για τις κινηματογραφικές μας επιλογές. Με αυτό το σκεπτικό θεωρώ πως δεν ήταν τυχαία η σειρά που ακολουθήθηκε στη φετινή κινηματογραφική αφιέρωση των έργων του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με τη "Φθινοπωρινή Σονάτα" να βγαίνει τελευταία στους θερινούς κινηματογράφους (ήταν και η τελευταία κινηματογραφική ταινία του σπουδαίου Σουηδού σκηνοθέτη). Τα σέπια πλάνα της που είναι ντυμένα με τις μελαγχολικές παρτιτούρες και το ασθενές φως του βόρειου ήλιου να χαϊδεύει τα θλιμμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών δένουν υπέροχα με τα πρώτα δροσερά αεράκια που κάνουν την εμφάνισή τους στις τελευταίες αθηναϊκές βραδιές του Αυγούστου. 
Η "Φθινοπωρινή Σονάτα" είναι ένα ψυχογράφημα πολυεπίπεδων καταστάσεων που προκύπτουν μέσα στους οικογενειακούς δεσμούς αλλά και στο χτίσιμο των προσωπικοτήτων. Απ' το πρώτο πλάνο με τα λόγια του συζύγου, αισθάνεται κανείς το διάλογο που ξεκινάει ο δημιουργός με τους θεατές του. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η Εύα που ερμηνεύει η Λιβ Ούλμαν, η πολυαγαπημένη μούσα του σκηνοθέτη. Η Εύα μας παρουσιάζεται στο βάθος ενός μεγάλου σαλονιού, σκυφτή πάνω απ' το γραφείο της να γράφει κάτι. Η σιωπή της ταυτόχρονα με τη παθιασμένη κίνηση του χεριού της την ώρα του γραψίματος, μαρτυρά έναν άνθρωπο λιγομίλητο και μοναχικό που έχει επιλέξει να γράφει θεωρώντας πως ο γραπτός λόγος είναι η λιγότερο επώδυνη επιλογή έκφρασης. Στην άλλη άκρη του σπιτιού, στέκεται ο άνδρας της και την κρυφοκοιτάζει. Από το βλέμμα του ξεχειλίζει η αγάπη αλλά κι ο θαυμασμός που θρέφει γι' αυτήν την γυναίκα. Στρεφόμενος προς τη μεριά μας, προσπαθεί να μας εξηγήσει συνοπτικά την όλη κατάσταση. κρύβοντας επιδέξια το δράμα που έχει ισοπεδώσει το συγκεκριμένο ζευγάρι. Διαβάζοντας μια φράση από ένα βιβλίο που έχει η ίδια γράψει, μας αποδεικνύει πως η Εύα δεν έχει μάθει να αγαπάει τον εαυτό της και ξαφνιάζεται κάθε φορά που κάποιος άνθρωπος της λέει πως την αγαπάει. Χωρίς να το δηλώνει, αποζητά την αγάπη των άλλων διότι μέσα απ' αυτήν  μπορεί να πιστέψει ξανά στον εαυτό της. Μ' αυτόν τον εκπληκτικό πρόλογο ξεκινάει η ιστορία.


Η Εύα μαθαίνοντας πως η μητέρας της έζησε μία άσχημη απώλεια ενός αγαπημένου της προσώπου, την καλεί σπίτι της για να ξεχαστεί και να ηρεμήσει. Περιμένει πως θα συναντήσει έναν άνθρωπο ισοπεδωμένο και παραδομένο στη θλίψη. Αντιθέτως, υποδέχεται μια μητέρα το ίδιο αυστηρή γεμάτη ενεργητικότητα κι αισιοδοξία. Η Ινγκριντ Μπέργκμαν στο ρόλο της μητέρας δίνει ένα αξεπέραστο ρεσιτάλ ερμηνείας γνωρίζοντας πως παίζει στη τελευταία της ταινία καθώς είχε διαγνωστεί με επιθετικό καρκίνο.     
Αρχικά η σχέση των δυο προσώπων είναι θερμή. Μέσα σε ένα διάστημα λίγων ημερών κόρη και μάνα προσπαθούν να καλύψουν το χάσμα χρόνων που έχουν να συναντήσουν η μία την άλλη. Εκεί μαθαίνουμε πως η Εύα είχε έναν γιο τον οποίον έχασε όταν ήταν τεσσάρων χρονών. Προσπαθώντας να καλύψει την αβάσιμη υποψία της μητρικής της αποτυχίας, διατηρεί ακόμη το παιδικό του δωμάτιο ευελπιστώντας πως κρατώντας τη μνήμη του ζωντανή θα αισθάνεται το γιο κοντά της. Όμως χάνοντας το παιδί της, αποφασίζει να προσφέρει όλη της τη φροντίδα στη παραπληγική της αδελφή. Εν μέρει επιλέγει να συνεχίσει τον ρόλο της μητέρας σε ένα άλλο αδύναμο πρόσωπο.
Από την αρχή της ταινίας είναι φανερό πως η Εύα επιδιώκει να δεθεί με την μητέρα της. Προσπαθεί να της μιλήσει για 'κείνην και τους προβληματισμούς της αλλά πέφτει συνεχώς πάνω σε έναν βράχο ναρκισσισμού. Όταν της δείχνει φωτογραφίες από το γιο της, παρατηρεί πως η μητέρα της δε δείχνει ίχνος θλίψης για την απώλεια ενός εγγονιού που δε γνώρισε ποτέ. Όταν προσπαθεί να της μιλήσει για την ήρεμη ζωή στο φιόρδ, εκείνη τη διακόπτει μιλώντας για περιοδείες που έζησε και για τους πολυάριθμους θαυμαστές-εραστές της. 
Το γυαλί αρχίζει να ραγίζει όταν η Εύα αποφασίζει να παίξει ένα πρελούδιο του Σοπέν στη μητέρα της. Εκείνη αντί να την συγχαρεί, κριτικάρει και υποτιμά την ερμηνεία της δείχνοντάς της τη σωστή εκτέλεση του κομματιού. Το πιάνο που θα μπορούσε να γίνει ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ μάνας και κόρης μετατρέπεται μεμιάς σε πεδίο μάχης. Είναι εκπληκτικό το βλέμμα της Σαρλότ που από τη μια θέλει να δείξει την αγάπη της προς την κόρη της αλλά από την άλλη προσπαθεί να υπερασπιστεί την αγάπη της για τη μουσική. Το ίδιο ισχύει και για το βλέμμα της Εύας, η οποία από τη μια θαυμάζει το ταλέντο της μάνας της αλλά από την άλλη την φθονεί για την απαράδεκτη συμπεριφορά της. Η ισοστάθμιση κόρης με μουσική θα φέρει το οριστικό ράγισμα. Εκεί η Εύα συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει ελπίδα να καλυφθεί το μεγάλο αυτό χάσμα που έχει ανοίξει ανάμεσά τους.


Η έκρηξη όμως θα ξεσπάσει σε απρόοπτη στιγμή, την ώρα που οι δυο γυναίκες συναντιούνται το βράδυ στο καθιστικό του σπιτιού. Για πρώτη φορά η Σαρλότ δείχνει ανασφαλής και ρωτάει την κόρη της αν την αγαπάει. Η απάντηση που δίνεται είναι άκρως διπλωματική. "Αφού είσαι η μητέρα μου" της απαντά πλαγίως η Εύα αναμένοντας την αντίδραση, η οποία δεν αργεί να φανεί. "Υπεκφεύγεις να απαντήσεις;" την ρωτάει η Σαρλότ δίνοντας το έναυσμα για μια ανελέητη αντίδραση απ' τη μεριά της κόρης. Μέσα σε λίγα λεπτά, η Εύα εξωτερικεύει όλα όσα την βασάνιζαν για χρόνια. Της αποκάλυψε την αγανάκτηση και την απελπισία της που κουβαλάει από παιδί, την ανάγκη της για μητρική στοργή που ποτέ δεν ένιωσε, την επιθυμία της να νιώσει αρεστή και ικανή για το οτιδήποτε, το άγχος της καθώς η προσωπικότητά της σκεπαζόταν από την ισχυρή περσόνα της μητέρας της, το παράπονό της για τις συχνές απουσίες της μάνας της καθώς έφευγε σε περιοδείες αφήνοντάς την μόνη με τον πατέρα της. Γεγονότα που λειτούργησαν ως μια αλυσιδωτή αντίδραση που επέφερε τον εσωστρεφή και συναισθηματικά κενό χαρακτήρα της Εύας. Η μάνα παρακολουθεί το ξέσπασμα της κόρης της μουδιασμένη. Ίσως να ήταν απροετοίμαστη ή πιθανότατα να είχε άγνοια για όσα προκάλεσε η μητρική της αδιαφορία.
Χωρίς σιωπές κι αμηχανία, ακολουθεί και το ξέσπασμα της μάνας. Η έπαρσή της κι η ανάγκη της για διεθνή αναγνώριση πάνω σε κάτι που λατρεύει, ήταν ένα απωθημένο που δημιουργήθηκε εξαιτίας του αυταρχικού της πατέρα. Εκεί συνειδητοποιούμε πως όλοι είναι θύματα και θύτες. Άνθρωποι που κουβαλάνε συμπλέγματα από τους γονείς τους και τα μεταβιβάζουν στα παιδιά τους, σχηματίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο έναν αέναο κύκλο κατεστραμμένων και θλιμμένων ανθρώπων. Ανθρώπων μοναχικών, συναισθηματικά νεκρών κι άβουλων. Ανθρώπων φαντασμάτων που περιφέρονται άσκοπα στη μικρή ζωή. 
Η ανεξέλεγκτη ένταση που προκύπτει διακόπτει κάθε προσπάθεια επανασύνδεσης μάνας και κόρης. Την επομένη η Σαρλότ φεύγει απ' το σπίτι κι η Εύα προσπαθεί να κατευνάσει το ενοχικό της σύνδρομο. Λίγες μέρες μετά της στέλνει ένα γράμμα, ζητώντας της συγνώμη για κάτι στο οποίο δε φέρει καμία απολύτως ευθύνη. Της αφήνει όμως ένα άκρως ελπιδοφόρο υστερόγραφο. Εφόσον υπάρχει καλή διάθεση κι από τις δύο μεριές, ποτέ δε θα ναι αργά στο να διορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος και να πορευτούν στη ζωή μονοιασμένες κι αγαπημένες. Το βλέμμα της Σαρλότ που διαβάζει το γράμμα της κόρης της πριν τους τίτλους τέλους, αντικατοπτρίζει την ευθύνη που απαιτείται γι' αυτήν την επιλογή. 
Διότι είναι δύσκολο να νικηθεί ο εγωισμός.


Για μια ακόμη φορά, ο σπουδαίος Σουηδός σκηνοθέτης πατάει σε αυτοβιογραφικά στοιχεία και μας παραδίδει ένα ανεπανάληπτο αριστούργημα γεμάτο ανθρωπιά, συναισθήματα κι ανάγκη για επικοινωνία. Όσο ψυχρά κι απόμακρα είναι τα πρόσωπα, τόσο έχουν την ανάγκη για λίγη αγάπη και συντροφιά. Μόνο που ο ένας την αποζητά κι ο άλλος την απαιτεί. Και οι δυο τρόποι είναι λάθος αλλά η ουσία είναι μια. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη κι οφείλουν να είναι κοντά ο ένας στον άλλον. 
Η ταινία παραμένει καθηλωτική καθ' όλη τη διάρκειά της κι αυτό για πολλούς λόγους. Πρώτα απ' όλα είναι οι εκπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και καλύτερη όλων της Ινγκριντ Μπέργκμαν. Έπειτα είναι οι μικροί χώροι όπου διαδραματίζεται η ιστορία κάτι που προκαλεί ένα αίσθημα κλειστοφοβικής ασφυξίας στους θεατές. Τα πλάνα είναι υπέροχα στημένα κι ο φωτισμός έχει ένα αναγεννησιακό ύφος. Τέλος είναι η θεατρική εξέλιξη του έργου κάτι που προσφέρει μια αμεσότητα μεταξύ συντελεστών και θεατών. 
Επίσης οι συγκυρίες εκείνης της εποχής μετέτρεψαν τη ταινία σε ηθικό βάλσαμο για τον δημιουργό. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν βρισκόταν εξόριστος στη Γερμανία καθώς η χώρα του τον κυνηγούσε για φοροδιαφυγή, μια κατηγορία που τελικά ήταν λανθασμένη. Επίσης η προηγούμενη ταινία του είχε αποτύχει τόσο σε κριτικές όσο και εισπρακτικά. Γι' αυτόν τον λόγο, η "Φθινοπωρινή Σονάτα" υπήρξε μια φωτεινή έκρηξη δημιουργίας τα γυρίσματα της οποίας κράτησαν δυο μόνο βδομάδες στη Νορβηγία. Ένας εξαιρετικός κινηματογραφικός επίλογος αντάξιος της δημιουργικής πορείας του Σουηδού σκηνοθέτη.
Τέλος θα θελα να ομολογήσω πως ο τίτλος της ταινίας ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενό της. Έχοντας τη βοήθεια του σπουδαίου φωτογράφου Σβεν Νικβιστ, τα πλάνα γεμίζουν με χρώματα φθινοπωρινά. Επικρατεί το καφέ χρώμα που συμβολίζει τον ψυχισμό των ηρώων ενώ το άρρωστο σκανδιναβικό φως που μπαίνει από τα παράθυρα δυσκολεύει στην αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ μάνας και κόρης. «Η δυστυχία της μητέρας ας είναι και η δυστυχία της κόρης. Σαν να μην κόπηκε ποτέ ο ομφάλιος λώρος», ψελλίζει η Εύα δείχνοντας με λυρικό τρόπο την λάθος χειραγώγηση των γονιών προς τα παιδιά τους. Αυτή όμως η απαισιόδοξη φράση αφήνει στο τέλος μια χαραμάδα σωτηρίας, αρκεί να ρθει η συγχώρεση που θα φέρει μαζί της την ψυχική λύτρωση. Ίσως εκεί να κρύβεται η επανάσταση των ημερών μας. Η ουσιαστική επικοινωνία με τους ανθρώπους που θέλουμε να έχουμε γύρω μας. 

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Oresteia Reversed



Μια πρωτοποριακή έκθεση θα φιλοξενηθεί από την Τρίτη 10 έως Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, καθώς θα συναντήσουμε τη μόνη αρχαία σωζόμενη τριλογία Ορέστεια του Αισχύλου σε μορφή κόμικς.
Στο Oresteia Reversed συμμετέχουν 22 σύγχρονοι καλλιτέχνες που δημιουργούν πρωτότυπες ιστορίες από την τριλογία με έμφαση στις Ευμενίδες. Καλλιτέχνες από τον χώρο των κόμικς και καλλιτέχνες με αφετηρία τις εικαστικές τέχνες, επανεξετάζουν έννοιες όπως Δίκαιο, Δικαιοσύνη, Πόλις, Πολίτης, Αυτοδικία, Νέμεσις, Ύβρις, Δημοκρατία, Ισονομία και Ισοτιμία, Προσωπική και Συλλογική Ευθύνη. 
Για τη συγκεκριμένη έκθεση, η ιστορικός τέχνης Νικόλ Λεβέντη αναφέρει: “Οι συμμετέχοντες δημιουργοί πειραματίζονται με χρώματα, έντονες φωτοσκιάσεις, ρεαλιστικό και υπερρεαλιστικό σχέδιο, αποδομούν την τραγωδία και εντοπίζουν σε αυτή διαχρονικά ζητήματα, τα οποία μεταφέρουν στο σήμερα και στο φανταστικό μέλλον μέσα από τις δικές τους ιστορίες. Οι νέες ιστορίες συχνά καθρεφτίζουν το σύγχρονο Ορέστη και υπενθυμίζουν ότι οι προβληματισμοί αυτοί είναι αέναοι μέσα στην κοινωνία και σε πολλές περιπτώσεις τη δομούν.”
Για τη συγκεκριμένη έκθεση είχα την τιμή να συνομιλήσω με τρεις από τους δημιουργούς που θα συμμετάσχουν.





Η Δέσποινα Μανώλαρου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988. Είναι τελειόφοιτη της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Κάποια άλλα ενδιαφέροντά της είναι η εικονογράφηση εντύπων και το comic, ενώ τελευταία πειραματίζεται με το animation. Οι επιρροές της πηγάζουν από το κόσμο της ποίησης, της ψυχολογίας, της βιολογίας και τη θρησκείας . Την ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σύνθεση ποικίλων εικαστικών στοιχείων ώστε να δημιουργεί φανταστικούς κόσμους που εξερευνούν τα όνειρα, το υποσυνείδητο και τις διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.


1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; 

Με απασχόλησε περισσότερο η έννοια της απόδοσης του δικαίου, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το συμβολισμό των χθόνιων θεοτήτων Ερηνύων και τη μετατροπή τους σε Ευμενίδες. Η ιστορία μου δεν είναι κάτι περισσότερο από τη σουρεαλιστική μεταφορά μιας περιπέτειας του υποσυνείδητου που προσεγγίζει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη προσωπικής ηθικής, και πως βάση αυτής αποτιμώνται από εμάς τους ίδιους οι συνέπειες συμπεριφορών που έχουν θεσπιστεί κοινωνικά ως παραβατικές ή άνομες. 

2. Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα;

Μελετώντας κανείς την Ορέστεια μπορεί να ανακαλύψει πολιτικούς, κοινωνικούς και φιλοσοφικούς προβληματισμούς διαχρονικού χαρακτήρα, εκπληκτικά επίκαιρους. Σημαντική κρίνω από μέρους μου τη αίσθηση ύπαρξης κοινού πυρήνα ανάμεσα σε ανθρώπινες δομές που ανήκουν σε διαφορετικό χρονικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Έργα όπως η Ορέστεια, φαίνεται να καταργούν για λίγο το χώρο και το χρόνο, κρατώντας μόνο τον ανθρώπινο παράγοντα και ότι τον αφορά, θυμίζοντάς μας πως μόνο η τέχνη μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο. 

3. Μέσα απ’ το έργο σας παρατηρούμε την μεταμόρφωση του εφιάλτη στη μορφή εντόμου. Ενώ έχει τη μορφή πεταλούδας που προϊδεάζει σε κάτι αθώο κι όμορφο ξεπετάγεται σαν ένα απροσδιόριστο αιμοβόρο τέρας. Εν μέρει δημιουργείται ένας κύκλος. Αυτός ο κύκλος έχει θετικό πρόσημο στο ότι όλα θα οδηγηθούν σε μια έκβαση της δικαιοσύνης είτε αυτή έρθει πρακτικά είτε ηθικά ή θα βιώνουμε ξανά την επανάληψη βίαιων κι άδικων πράξεων; 

Σκοπός μου ήταν να φωτίσω αυτό το ερώτημα, που με συνοδεύει και την ίδια από τη στιγμή που ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στην Ορέστεια, αφήνοντας την απάντηση να τη δώσει ο καθένας όπως κρίνει καταλληλότερο. Τα ζητήματα ηθικής και δικαίου είναι εξάλλου σύνθετα και θα χρειαζόμασταν πολλές παραπάνω αφορμές για να προβληματιστούμε σχετικά, πόσο μάλλον για να τα απαντήσουμε. Ωστόσο, με μια δόση ρομαντισμού, θα ήθελα να επενδύσω στη διαδικασία της κάθαρσης. Μια πορεία από το σκοτάδι προς το φως, προωθούμενη περισσότερο από την αίσθηση ηθικού αυτοπεριοριορισμού, πάρα από την επιβολή βίαιου σωφρονισμού, που στη σύγχρονη μορφή του μάλλον τροφοδοτεί εντονότερα το κύκλο της βίας.






Η Αυγή Κανάκη γεννήθηκε το 1985, και σπούδασε φιλοσοφία της επιστήμης. Αρκετό καιρό μετά, αποφάσισε ότι προτιμάει να κάνει αυτό που πάντα ονειρευόταν: comics. Κάπως έτσι συμμετείχε ως inker στο WOMANTHOLOGY: HEROIC της IDW και ξεκίνησε την περιπέτειά της στον χώρο. Από τότε, λαμβάνει μέρος σε εκθέσεις όσο συχνά μπορεί και εργάζεται ως εικονογράφος και δημιουργός comics, σε συνεργασία με εκδοτικές, μουσικές και διαφημιστικές εταιρίες, από την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική. Το 2017, σχεδίασε το πρώτο της graphic novel, το ΓΡΙΜΟΡΙΟ ΤΗΣ ΓΚΡΕΤΑ, ΒΙΒΛΙΟ 1: ΜΥΗΣΗ, το οποίο εκδόθηκε από την Jemma Press.



1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα;

Ποια ιδέα της Ορέστειας ενέπνευσε την δική μου ιστορία; Δικαιοσύνη, σωστά; Νομίζω περί αυτής της ιδέας πρόκειται. Διαβάζοντας την Ορέστεια ξανά τώρα για την έκθεση, είδα πράγματα που δεν έβλεπα μικρότερο. Η δικαιοσύνη είναι η εφαρμογή κάποιων διυποκειμενικα και μέσα από κάποιες διαδικασίες συμφωνημένων νόμων. Αλλά πάντα εφαρμόζεται υπό όρους οι οποίοι δεν έχουν αναγκαστικά να κάνουν με τους όποιους νόμους. Οι νόμοι δεν ισχύουν το ίδιο για όλους στην Ορέστεια. Και δεν ισχύουν το ίδιο για όλους και σήμερα. Από αυτή την άποψη είναι εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα, μάλλον περισσότερο από ποτέ. Και μάλλον ήδη απέτυχα στο να απαντήσω ξεχωριστά τις πρώτες δυο ερωτήσεις.

2. Στο έργο σας οι Ερινύες ξεπετάγονται από τη θάλασσα με γυναικείες μορφές. Με έναν εύστοχο τρόπο συνδυάζεται την οικολογική καταστροφή με τις αμέτρητες άγριες επιθέσεις και δολοφονίες γυναικών κι ομοφυλόφιλων. Πιστεύετε πως η δικαιοσύνη θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο μέσα από ριζικές δράσεις συνειδητοποιημένων γυναικών;

Τείνω να είμαι από αυτούς που νιώθουν ότι οι αλλαγές χρειάζονται μακρόχρονη προετοιμασία και όλων των ειδών τις δράσεις, των ριζικών συμπεριλαμβανομένων, πριν εδραιωθούν με νόμους η μπουν στο κοινωνικό συμβόλαιο. Όπως και να έχει όμως, όχι, δεν πιστεύω ότι η δικαιοσύνη θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο στα χέρια γυναικών. Αν θέλουμε δικαιοσύνη, σε αυτό το κομμάτι της ιστορίας μας, απαιτείται βαθύς συλλογισμός από όλους σχετικά με τον ρόλο μας ως άτομα. Αυτόν που νιώθουμε ότι έχουμε αναλάβει επειδή έτσι έλεγε το σενάριο, σε αντιδιαστολή με αυτόν που επιθυμούμε. Στην προσωπική μας ζωή, στην κοινωνία μας και στον κόσμο ως φυσικό τόπο μέσα στον οποίο υπάρχουμε. Και μετά από αυτό, την αντιπαραβολή με την φυσική πραγματικότητα ενός πλανήτη και μιας ανθρωπότητας που είναι και οι δυο γεμάτοι ποικιλία και μυστήριο, και τους οποίους στην προσπάθεια μας να ελέγξουμε και να εκμεταλλευτούμε, τους καταστρέφουμε, αφού πρώτα τους έχουμε κατηγοριοποιήσει ως Άλλους στην συνείδηση μας. Χρειάζεται την κατανόηση των συνεπειών των πράξεων μας και την ανάληψη της ευθύνης για το τι μας συμβαίνει ως άνθρωποι, πολίτες, είδος. Είναι μεγάλο το θέμα και είναι πολύ γενική η απάντηση μου αλλά δεν θέλω να κουράσω περαιτέρω. Σε μια προσπάθεια να είμαι λιγότερο ασαφής, τονίζω το «ως άτομα». Γυναίκες, άντρες και όλοι όσοι βρισκόμαστε στο ενδιάμεσο, είμαστε χρήσιμες και αναντικατάστατες φωνές αν είναι να γίνει αυτή η δύσκολη κι επίπονη διεργασία. Δεν αρκεί μόνο αυτή βέβαια, αλλά νομίζω ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση.







Ο Γιώργος Μικάλεφ γεννήθηκε στην Κέρκυρα Δεκέμβρη του 1985. Οι ρίζες του κρατάνε από το Γκόζο της Μάλτας. Μεγάλωσε στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο «Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης». Το 2003 μετακόμισε στην Πάτρα για σπουδές. Το 2004 παράτησε  τις σπουδές και τα δημοσιοϋπαλληλικά όνειρα της γενιάς του μετά από ένα άσχημο ατύχημα κι επέστρεψε στο “νησί του Πάσχα”. Ολικός αρνητής ενηλικίωσης, καθόταν στο δωμάτιο του και μουτζούρωνε σκηνές απ' την αυριανή ευτυχία του κόσμου. Ήρθε η ανάγκη για οπτικοακουστική έκφραση και με μια φτηνή βιντεοκάμερα στο χέρι «έκαιγε» φιλμ για δυο χρόνια. Αργότερα γεννήθηκαν λέξεις και οι underground εκδόσεις «Το Κόλο» αποκλειστικά σε ψηφιακό χαρτί. Από το 2010 άρχισε να ζωγραφίζει εντατικά και σύντομα ήρθα σε επαφή με την Εικαστική Κερκυραϊκή Ένωση η οποία τον αγκάλιασε. Απ’ τους ζωγράφους του νησιού δεν θα μπορούσε να μην αναφέρει τον Σπύρο Φρόνιμο που μας άφησε νωρίς και τον καλό του φίλο Ps Mavro που τον στήριξε και τον βοήθησε απ’ την αρχή. Αυτά τα χρόνια εργάστηκε λίγο ή πολύ ως τεχνικός τηλεοράσεων, ξενοδοχοϋπάλληλος, καφετζής, delivery και βοηθός τοπογράφου μέχρι τα 28 του χρόνια που η επιβαρυμένη υγεία του καθώς και η γυναίκα του, τον ώθησαν να τα παρατήσει και να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Το Καλοκαίρι του 2014 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και από τότε ζωγραφίζει ακατάπαυστα. Ως τώρα έχει λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις και έχει πραγματοποιήσει 6 ατομικές σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα και Πάτρα. Το Γενάρη του 2017 ξεκίνησε συνεργασία με τον Κώστα Εφήμερο και το The Press Project με αφορμή το “ημερολόγιο της Μυρτώς”. Kατά κάποιο τρόπο, έγινε σκιτσογράφος χωρίς να το καταλάβει. Απ’ το Γενάρη του 2018 συνεργάζεται με το μηνιαίο περιοδικό Πεζοδρόμιο Free Press με έδρα την Καρδίτσα, με δισέλιδη εικονογράφηση. Το 2018 κυκλοφόρησε και το πρώτο underground κόμικ του απ’ τις Εκδόσεις του Κάμπου με τίτλο “Ευγονική για Αρχάριους”.


1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; 

Η γενικότερη ιδέα της κληρονομικής αράς που διαπνέει τους μυθολογικούς κύκλους απ’ όπου αντλεί η αρχαία τραγωδία το υλικό της, ήταν πάντα κάτι που μου κινούσε το ενδιαφέρον και «κούμπωσε» με την αληθινή ιστορία που διάλεξα να φέρω στο φως, καθώς πράγματι η «γενάρχης» εκστόμισε μια κατάρα κατά του απογόνου της λίγο πριν πεθάνει. Ειδικότερα όμως η έννοια της ενοχής που στην Ορέστεια αναπτύσσεται στο γιο εξαιτίας της μητέρας του και όσων αυτή τον ώθησε να κάνει ήταν αυτό που αναδύθηκε ως κυρίαρχη ιδέα και στη δική μου ιστορία όπου ο ήρωας εμφορείται από ενοχικά συμπλέγματα εξαιτίας των πράξεων της μητέρας του και καταδιώκεται από τις τύψεις - Ερινύες, όπως και ο Ορέστης. Ακόμα, η αντιφατική συνύπαρξη της αθωότητας και της ενοχής στον ίδιο άνθρωπο, όπως ο νεαρός που θέλει να απαλλάξει από τα δεινά τον ήρωα μου, σκοτώνοντας τον - «όσια πανουργών» παραφράζοντας τον στίχο της Αντιγόνης- και βρίσκεται αντιμέτωπος με τις δικές του Ερινύες. Η ιδέα, τέλος, της επερχόμενης θεϊκής δικαιοσύνης – η οποία ενσαρκώνεται με τρόπο άτεγκτο αλλά και με κάποια τρυφερότητα προς τον βασανιζόμενο γιο, με συγκίνησε βαθιά. Στη δική μου ιστορία ο θάνατος θα ήταν βέβαια μια σκληρή κατάληξη για τον ήρωα αλλά είναι παράλληλα και η μόνη λύτρωση, κι είναι κι αυτό μια ιδιόμορφη δικαιοσύνη, πέρα από τα ανθρώπινα. 

2. Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα; 

Η τριλογία υπενθυμίζει διαρκώς τη θνητότητα, τον περιορισμό του ανθρώπινου όντος κι αυτό είναι ένα δίδαγμα για τον σύγχρονο άνθρωπο που είτε θεωρεί τον εαυτό του αιώνιο και υπερδύναμο είτε αναλώνεται σε ένα κυνήγι επιβίωσης ή υλικών απολαύσεων ξεχνώντας να ζει. Παράλληλα όμως γοητεύει το γεγονός ότι ο Ορέστης που, ως τραγικός ήρωας, είναι τόσο ένοχος όσο και αθώος μαζί, στην πράξη δεν εκλέγει πώς θα ενεργήσει, η ίδια του η ύπαρξη –που είναι η μια μείξη του εγγενή χαρακτήρα του και των αξιών μέσα στις οποίες ανδρώθηκε- του υπαγορεύει τι θα κάνει : και το έγκλημα και την επιζήτηση της τιμωρίας του. Γι’ αυτόν και τα δύο είναι αναπόδραστα. Είναι ένα ζήτημα λοιπόν στη σύγχρονη κοινωνία των διαπρύσιων ηθικολόγων που ωστόσο συχνά αποδεικνύονται αήθεις, αυτή η ισχυρή πίστη στην ουσιαστική δικαιοσύνη που δεν υποδουλώνεται σε συμφέροντα και ωφελιμισμό. 

3. Στην απελπισία του ήρωα με την επικαιρότητα των ημερών του/μας παρατηρούμε και το ενοχικό σύμπλεγμα που κουβαλάει από τη μητέρα του. Μέσα από το έργο σας, παρουσιάζεται ένας επικίνδυνος δεσμός μάνας-γιου που δύσκολα σπάει στη χώρα μας. Κατά τη γνώμη σας πόσο και πως επηρεάζει ο ευνουχισμός που υφίσταντο τα παιδιά από τους γονείς τους με την κοινωνική και ηθική παρακμή των ημερών μας; 

Η Ελληνίδα μάνα στην παρούσα ιστορία αποδεικνύεται χειρότερη και από τον καρκίνο που τρώει τον πρωταγωνιστή καθώς η αρρώστια κράτησε μονάχα δυο χρόνια ενώ η τυραννική επιβολή της μητέρας πάνω στον γιο κράτησε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αυτός ο ιδιότυπος -αλλά συνήθης στις σχέσεις των ανθρώπων- δεσμός όντως τον ευνούχισε, δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον εαυτό του από την τυραννία της ούτε όταν ακόμα αυτή φεύγει από τη ζωή: δεν ελευθερώνεται, αντίθετα σκλαβώνεται με ακόμα πιο μαρτυρικό τρόπο. Κι ενώ ο ίδιος μάλιστα όλη του τη ζωή –αυτό, μόνο υπονοείται στο σκίτσο- αγωνίστηκε για την ελευθερία του συνόλου, αυτό ήταν και το παράδειγμα του πατέρα του, δεν πέτυχε την προσωπική ελευθερία. Αυτή η μαρτυρική ανελευθερία εντός των οικογενειακών τειχών δεν μπορεί παρά να έχει αντίκτυπο και στη σκέψη και στη δράση του ατόμου και εκτός αυτών. Οι δούλοι αυτού του τύπου, επειδή ακριβώς νοσούν στην ψυχή, συχνά σκέφτονται χαιρέκακα, εκδικητικά, πράττουν σπασμωδικά, συμφεροντολογικά, σιωπούν με εγκληματική αδιαφορία ή ανοχή και διαιωνίζουν την ιδέα της σκλαβιάς δηλητηριάζοντας με αυτή κάθε υγιή θεσμό που πάει να γεννηθεί. Ο ήρωάς μου ωστόσο διαφέρει ως προς αυτό, ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος που παρά την δουλεία του, διαπότισε την κοινωνική δράση του με ειλικρίνεια και άγιες προθέσεις.



Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Ρενέ Αγγελίδου (Fokshee), Δήμητρα Αδαμοπούλου, Δημήτρης Αναστασίου, Θωμάς Βαλιανάτος, BLEΣΣΕD, Γιάννης Γαλαίος, Γεωργία Ζάχαρη, Αυγή Κανάκη, Βάλια Καπάδαη, Θανάσης Καραμπάλιος, Θωμάς Κεφαλάς, Kristanz, Δέσποινα Μανώλαρου, Γιώργος Μικάλεφ, Mekl, Μάριος Μπόρας, No Budget Epics, Αλκυόνη Παπακωνσταντοπούλου (Poisoner), Μιχάλης Σιγάλας, Στέλλα Στεργίου, Νίκος Τσουκνίδας - Μαρία Καραζάνου, Ρομπέρτα Γιαϊτζόγλου Watkinson.

Επιμέλεια: Καλλιόπη Λιαδή, Εικαστικός, Καλλιτεχνική Σύμβουλος του Προγράμματος.

Εγκαίνια: Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου στις 20:00.

Ώρες λειτουργίας: καθημερινά και Σαββατοκύριακα 18:00-22:00.

Είσοδος Ελεύθερη

Η έκθεση αποτελεί μέρος των δράσεων του ερευνητικού και καλλιτεχνικού προγράμματος Μεγάλες Αφηγήσεις_ Η Επιστροφή το οποίο διερευνά τη συνάντηση της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας με τις Πολιτικές Επιστήμες.

Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα www.ancientdrama.gr