Σάββατο 10 Αυγούστου 2024

Βενετία, η αιώνια γοητεία της Γαληνοτάτης αίγλης

 



Η Βενετία γίνεται η πρώτη πόλη που επισκέπτομαι ξανά για δεύτερη συνεχή χρονιά, παρόλο που έχω μια μεγάλη λίστα πόλεων σε αναμονή για επερχόμενα ταξίδια. Η απόφασή μου αυτή ήρθε αναπάντεχα σε μια από τις όμορφες και χαλαρές κουβέντες που είχα με δυο πολύ καλούς μου φίλους, καθώς συζητούσαμε για ταξίδια και πιθανούς προορισμούς. Πέρα όμως από την καλή παρέα, είναι κι η αιώνια γοητεία της Βενετία που με δυσκόλεψε να πω το όχι σε μια ακόμη επίσκεψή μου εκεί. Έχοντας λοιπόν ακόμη ζωντανές τις εικόνες από τις πρόσφατες περιπλανήσεις μου στα γραφικά κανάλια της πανέμορφης πλωτής πόλης του ιταλικού βορρά, ανυπομονούσα να δω τις αντιδράσεις των φίλων μου που θα την επισκέπτονταν για πρώτη φορά. Να όμως που η Βενετία κατάφερε να με ενθουσιάσει για μια ακόμη φορά, πριν προλάβω να πατήσω το πόδι μου στο έδαφός της, καθώς την ώρα που προσγειωνόμασταν στο αεροδρόμιο του Μάρκο Πόλο, διέκρινα στιγμιαία έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου, το λαμπερό καλωσόρισμα του πελώριου καμπαναριού του Αγίου Μάρκου και των γερμένων καμπαναριών των υπολοίπων εκκλησιών.  
Από τις πρώτες μας περιπλανήσεις στην πόλη, διαισθάνθηκα μια ιδιαίτερη οικειότητα που απ' ότι φαίνεται έχω πια αποκτήσει με τη Βενετία, η οποία προκλήθηκε από την πρώτη μου επίσκεψη τον Μάρτιο του 2023. Χάρις αυτής της οικειότητας, αρχίσαμε τις περιπλανήσεις μας στα στενά σοκάκια και τα μικρά κανάλια των βενετσιάνικων συνοικιών, χωρίς χάρτες και πλοηγούς μέσω του gps. Η άνεσή μου αυτή καθησύχαζε τους φίλους μου, οι οποίοι ακολουθούσαν με απόλυτη εμπιστοσύνη τα βήματά μου, αφήνοντας το βλέμμα τους να τρέξει αχόρταγα σε καθετί όμορφο και μοναδικό που συναντούσαμε στο διάβα μας. 
Στη δεύτερη επίσκεψή μου είχα αποφασίσει να επισκεφθώ μέρη της πόλης που δεν είχα περπατήσει την πρώτη φορά, συνδυάζοντάς τα με τα σημαντικότερα αξιοθέατα που ήθελα να δείξω στους φίλους μου. Από τα πρώτα σημεία που επισκεφθήκαμε ήταν η εκκλησία της Santa Maria di Nazareth, με τις ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες από τις οποίες περισσότερο εντυπωσιάστηκα με τις ζωγραφιστές καμπάνες που είχαν σχεδιαστεί με έναν παιχνιδιάρικο τρισδιάστατο τρόπο, κεντρίζοντας αμέσως την προσοχή μου. 
Από εκεί διασχίσαμε το Μεγάλο Κανάλι πάνω από μια μεγάλη λευκή γέφυρα για να βγούμε στη συνοικία San Polo, στην οποία ορθώνονται κάποια από τα διασημότερα παλάτσα της πόλης όπως το Κα Πεζαρο (ένα αναγεννησιακό ανάκτορο που φιλοξενεί έργα μοντέρνας τέχνης) κι η επιβλητική Βασιλική της Santa Maria Gloriosa dei Frari, της μεγαλύτερης εκκλησίας της πόλης, η οποία φιλοξενεί τον εντυπωσιακό τάφο του Τιτσιάνο και τον γεμάτο συμβολισμούς τάφο του Αντόνιο Κανόβα. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε τον ναό του San Zaccaria, ο οποίος περηφανεύεται για την πλούσια συλλογή πινάκων που καλύπτουν σχεδόν ολόκληρες τις επιφάνειες των τοίχων τους και τον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου, μέσα στον οποίο υπάρχει μια αρμονική συνύπαρξη ορθόδοξου και καθολικού θρησκευτικού διάκοσμου. Επίσης, μπήκαμε στην πολυφωτογραφημένη λευκή εκκλησία της Santa Maria della Salute, της οποίας ο λιτός εσωτερικός διάκοσμος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την στιβαρή εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας του Χάνδακα (δηλαδή του Ηρακλείου Κρήτης). Φυσικά μέσα στο πρόγραμμα δεν μπορούσε να λείπει κι ο ιδιόμορφος ναός του Αγίου Μάρκου, με την πολύμορφη αρχιτεκτονική του όψη, τις έντονες βυζαντινές του επιρροές στον ψηφιδωτό του διάκοσμο και τα διάσημα χιώτικα άλογα. Απ' όλες τις παραπάνω επισκέψεις, θα ξεχωρίσω την πιο απρόσμενη που κάναμε στην Chiesa della Pieta, η οποία βρίσκεται στην Παλιά Προκυμαία της Βενετίας. Περνώντας έξω από τον ναό, μαγευτήκαμε από τις ονειρικές μελωδίες μιας νεανικής συμφωνικής ορχήστρας που είχε έρθει από την Αμερική. Δεν μπορούσαμε να αγνοήσουμε τη συγκεκριμένη εμπειρία καθώς είναι εντυπωσιακή η ακουστική των καθολικών ναών. Μπήκαμε διακριτικά και καθίσαμε στα αναπαυτικά στασίδια κι απολαύσαμε υπέροχα κλασικά κομμάτια, αναζητώντας την μορφή του Βιβάλντι στην οροφογραφία του ναού. 
Τις μέρες που επισκεφθήκαμε τη Βενετία, είχαν ξεκινήσει οι εργασίες της νέας Μπιενάλε, η οποία δεν είχε ανοίξει ακόμα. Παρόλα αυτά, υπήρχαν αρκετά περίπτερα χωρών που είχαν ανοίξει στην ευρύτερη περιοχή του Ναυαρχείου, του νησιού Σαν Πιέτρο Ντι Καστέλο και της ανατολικής πλευράς της πόλης που φτάνει μέχρι το τελευταίο νησάκι της Αγίας Ελένης, όπου βρίσκεται κι η έδρα της ποδοσφαιρικής ομάδας Venezia F.C., προσφέροντάς μας μια μικρή γεύση από τη θεματική της φετινής έκθεσης. Όπως ήταν αναμενόμενο, κανένα έργο δεν μας συγκίνησε, οπότε αρκεστήκαμε σε ευχάριστες απογευματινές περιπλανήσεις στις ανατολικές συνοικίες, αναζητώντας την αθέατη πλευρά της Βενετίας. Ήρεμες γειτονιές με περισσότερους ντόπιους και λιγότερους τουρίστες κι ήσυχα πάρκα με ιδιαίτερες καφετέριες, όπου μια απ' αυτές την κάναμε στέκι.  
Σ' αυτή την ανατολική γωνιά της Βενετίας κρύβεται μια συγκλονιστική ιστορία. Σε ένα μικρό κανάλι δίπλα στο Ναυαρχείο, στο rio della Tana, βρίσκεται η Rifondazione Comunista, στην είσοδο της οποίας δεσπόζει το σφυροδρέπανο δίπλα σε ένα ξεχωριστό πορτραίτο του Χριστού, ενώ σε μια πινακίδα πάνω από την πόρτα αναφέρεται σε κάποιους "Επτά Μάρτυρες". Αναζητώντας την ιστορία των "Επτά Μαρτύρων", μάθαμε πως αναφερόταν σε επτά παρτιζάνους που εκτελέστηκαν από τους ναζί, οι οποίοι τους διάλεξαν από τη φυλακή και τους σκότωσα μπροστά σε συγκεντρωμένο πλήθος για παραδειγματισμό το 1944. Η συγκεκριμένη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε επειδή οι ναζί πίστευαν ότι η ιταλική αντιφασιστική αντίσταση είχε δολοφονήσει έναν Γερμανό στρατιώτη. Τελικά αποδείχθηκε ότι ο στρατιώτης είχε πνίγει σε ένα κανάλι όντας μεθυσμένος. Με αυτήν την αποκάλυψη, η εκτέλεση των επτά παρτιζάνων μετατράπηκε σε σύμβολο του παραλογισμού και της εγκληματικής φύσης του ναζισμού.
Πέρα από το ανατολικό κομμάτι της Βενετίας, περιπλανηθήκαμε και στην περιοχή Dorsoduro έχοντας σημείο αναφοράς την πανέμορφη και ήρεμη πλατεία Santa Margherita, η οποία σφύζει από φοιτητικά στέκια με διακριτικούς θαμώνες που προτιμούν να απολαύσουν το μεσημεριανό τους καφέ και το απογευματινό τους aperol μακριά από την οχλοβοή των τουριστικών ορδών που κατακλύζουν τα κεντρικά σημεία της πόλης. Από τα άτομα που συναντήσαμε, ξεχώρισα ένα ζευγάρι που ξαπόσταινε στη σκιά ενός δέντρου κι έναν νεαρό που καθόταν δίπλα μου και τους ζωγράφιζε στο σημειωματάριό του. Κατάφερα να φωτογραφίσω και τους δύο διακριτικά, διατηρώντας αναλλοίωτες τις μορφές τους στη ψηφιακή μου μνήμη, 
Τέλος, περιπλανηθήκαμε στη συνοικία του Cannaregio, από το εβραϊκο γκέτο με τις παλιές συναγωγές και τους κρυφούς του κήπους μέχρι το πολυδιαφημισμένο βιβλιοπωλείο Acqua Alta, το οποίο έχει γίνει διάσημο με τον χαρακτηρισμό του πιο όμορφου βιβλιοπωλείου της Ευρώπης. Δε ξέρω αν είναι το ομορφότερο που εχω επισκεφθεί αλλά σίγουρα δε θα το επέλεγα για να χαθώ αμέριμνος στα φορτωμένα με βιβλία ράφια του. 
Μια από τις εικόνες που θα μου μείνουν αξέχαστες από το συγκεκριμένο ταξίδι, είναι η στιγμή που περιμέναμε το βαπορέτο από την αποβάθρα του Αγίου Μάρκου για να μας πάει στο αεροδρόμιο. Παρόλη την κούραση των γεμάτων τετραήμερων περιπλανήσεών μας, προτίμησα να σταθώ στην άκρη της πλατφόρμας και να απολαύσω μέχρι την τελευταία στιγμή το πανέμορφο σκηνικό που απλωνόταν μπροστά μου. Στα δεξιά μου ξεκινούσε το Μεγάλο Κανάλι με τη ματιά μου να φτάνει μέχρι την μεγάλη ξύλινη γέφυρα της Ακαδημίας κι απέναντί μου είχα το γνώριμο κτίριο του παλιού τελωνείου με την επιβλητική όψη της Santa Maria della Salute. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει, προσφέροντας ένα απαλό ανάγλυφο στις όψεις των παλάτσων καθώς τα λιγοστά σύννεφα του ουρανού αποκτούσαν μια μελαγχολική ροδαλή απόχρωση. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως η Βενετία είχε πάψει να μου είναι ένα ακόμη όνειρο απατηλό, παρά είχε πλέον εγχαρακτεί στις πιο γλαφυρές της γραμμές κι αποχρώσεις στον βαθύ, μα ζωηρό ορίζοντα των πιο γοητευτικών μου αναμνήσεων.


Για περισσότερες πληροφορίες για τη Βενετία επισκεφθείτε τα παρακάτω links: 

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2024

Μπουράνο, στο νησί που προσγειώθηκε το ουράνιο τόξο



Στην υπέροχη ταινία "Διακοπές στη Βενετία" (Summertime, 1955) του Ντέιβιντ Λιν, το πρωταγωνιστικό ζευγάρι Κάθριν Χέπμπορν και Ροζάνο Μπράτσι, επισκέπτονται τον πολύχρωμο οικισμό των ψαράδων που βρίσκεται στο νησί του Μπουράνο, θέλοντας για λίγο να ξεφύγουν από τα αδιάκριτα βλέμματα κάποιων προσώπων της ιστορίας. Καθώς περιφέρονται στα μικρά κανάλια με τα λιλιπούτια σπίτια, ο Ροζάνο Μπράτσι λέει στην Κάθριν Χέπμπορν πως στο Μπουράνο προσγειώθηκε το ουράνιο τόξο προσφέροντας αυτήν την πανδαισία χρωμάτων. Αυτή η πολύχρωμη πανδαισία με μάγεψε ξανά ένα χρόνο μετά την πρώτη μου επίσκεψη στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. 
Σε αντίθεση με τον Μάρτιο του 2023, η τουριστική κοσμοσυρροή στη Βενετία ήταν περιορισμένη κάτι που φάνηκε έντονα και στο μικρό νησί του Μπουράνο που βρίσκεται έντεκα χιλιόμετρα βόρεια της πλωτής πολιτείας της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Από την προκυμαία του Καστέλο κι έχοντας απέναντί μας το νησί-νεκροταφείο του Σαν Μικέλε, πήραμε το βαπορέτο για να μετακινηθούμε στα άλλα νησιά της λιμνοθάλασσας. Προσπεράσαμε το Μουράνο, το οποίο δεν με είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα την προηγούμενη φορά που το επισκέφθηκα και κινήσαμε πιο βόρεια, προσπερνώντας τις αμέριμνες ψαρόβαρκες. Μάλιστα σε μια απ' αυτές, ο ψαράς σήκωσε το ένα του χέρι με περηφάνια για να μας δείξει χαμογελαστός την ψαριά που είχε πιάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μετά από λίγη ώρα άρχισε να ξεχωρίζει στον ορίζοντα το έντονα γερμένο καμπαναριό του Αγίου Μαρτίνου (San Martino Vescovo) πάνω από τις χαμηλές σκεπές των πολύχρωμων σπιτιών. Σαν να μας διέκρινε μέσα στο άδειο βαπορέτο και μας έγνεφε να πάμε προς τη μεριά του. 
Το σύμπλεγμα των νησιωτικών οικισμών βόρεια της Βενετίας, προήλθε μετά από μια βαρβαρική εισβολή που οδήγησε τους κατοίκους του Αλτίνο να καταφύγουν στα νησιά της λιμνοθάλασσας δίνοντας τα ονόματα: Murano, Mazzorbo, Burano, Torcello, Ammiana και Costanziaca. Για την προέλευση της ονομασίας του Μπουράνο υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η μια είναι ότι το όνομα προέρχεται από το «Porta Boreana» κι η άλλη πως οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ανήκαν στην οικογένεια Μπουράνο. Επίσης υπάρχει κι η εκδοχή πως το νησί κατοικήθηκε από ανθρώπους που ήρθαν από το μικρό νησί Μπουρανέλο, το οποίο εγκαταλείφθηκε μετά από την καταστροφή που του προκάλεσε ένα ισχυρό παλιρροϊκό κύμα. 
Αρχικά το Μπουράνο αποτελούταν από πέντε διαφορετικά νησιά, τα οποία ενώθηκαν με τις κατάλληλες επιχωματώσεις, αφήνοντας την υποψία της νησιώτικης του προέλευσης στα μικρά κανάλια που χωρίζουν σήμερα τις συνοικίες. Το Μπουράνο αποτελείται από πέντε γειτονιές, τη San Martino Destro, τη San Martino Sinistro, τη San Mauro, τη Giucecca και το Terranova, οι οποίες με τη σειρά τους χωρίζονται από τα 3 κανάλια του νησιού το Rio Ponticello, το Rio Zuecca και το Rio Terranova. Από τα προγενέστερα νησιά, μόνο το Ματσόρμπο παρέμεινε ξέχωρο κι επικοινωνεί με τον υπόλοιπο πολύχρωμο οικισμό μέσω μιας γέφυρας. Ο λόγος ύπαρξης των έντονων χρωμάτων του Μπουράνο, οφείλεται στην προσπάθεια των ψαράδων να διακρίνουν τα σπίτια τους όποτε γυρνούσαν από το ψάρεμα καθώς το νησί καλύπτεται πολλές φορές και για πολλές μέρες το χρόνο με ομίχλη. 
Φτάνοντας στο νησί, ακολούθησα την ίδια διαδρομή που έκανα ένα χρόνο πριν, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη αίσθηση οικειότητας με έναν τόπο που μέχρι πέρσι μου ήταν ακόμη όνειρο απατηλό. Συνάντησα ξανά τις πολύχρωμες συνοικίες και τα ήρεμα κανάλια, νιώθοντας πως δεν είχε  περάσει μέρα από την τελευταία μου επίσκεψη εκεί. Ο περίπατός μας, μας οδήγησε στην ανοιχτή πλατεία Galuppi, η οποία είναι γεμάτη καφετέριες και μαγαζιά γεμάτα σουβενίρ και δαντέλες. Θαύμασα ξανά την όμορφα διακοσμημένη πρόσοψη της Casa di Gianfranco Rosso, αλλά δυστυχώς δεν τη βρήκα ανοιχτή για να μπορέσω να θαυμάσω τα έργα του τοπικού λαϊκού ζωγράφου. Οπότε, για μια ακόμη φορά αρκέστηκα να θαυμάσω το καλλιτεχνικό περίβλημα του οικήματος. Πέρα όμως από τη Casa di Gianfranco Rosso, υπάρχει κι η Casa di Bepi Suà (το σπίτι του Joseph Sweaty), του οποίου η διακόσμηση αποτελείται από ένα σύνολο πολύχρωμων γεωμετρικών σχημάτων (κάτι σε πυργούσικο ξυστό αλλά με χρώμα). Αυτά τα δυο σπίτι ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα του Μπουράνο κι είναι όμορφο να τα αναζητήσει κανείς στις πολύχρωμες περιπλανήσεις του. 
Αυτή τη φορά αποφάσισα να περιπλανηθώ στις βόρειες συνοικίες του νησιού για να μπορέσω να έχω μια πληρέστερη εικόνα του νησιωτικού οικισμού. Όσο πιο πολύ απομακρυνόμουν από την πλατεία Galuppi, τόσο περισσότερο έμπαινα στην ήρεμη και διακριτική καθημερινότητα των κατοίκων. Μέσω στενών περασμάτων περνούσα σε μικρές κρυφές αυλές που κοιτούσαν προς τη λιμνοθάλασσα, σαν να προσπαθήσουν να προστατεύσουν την ιδιωτικότητα των ντόπιων από τους καθημερινούς επισκέπτες του νησιού. Από το ένα πέρασμα έμπαινα στα μικρά αίθρια των κατοικιών κι από το άλλο έβγαινα ξανά στα μικρά κανάλια του Μπουράνο. Σε κάθε αυλή, συναντούσα μπουγάδες με κατάλευκα μοσχομυριστά ρούχα που χόρευαν στις απαλές ριπές του θερινού αέρα και γάτες που αναζητούσαν την πολυπόθητη δροσιά της μεσημεριανής τους ραστώνης στις σκιές των πολύχρωμων σπιτιών. 
Φεύγοντας από το Μπουράνο, ακολουθήσαμε μια άλλη ρότα περνώντας από το Τορτσέλο (Torcello), όπου δεσπόζει η Βασιλική της Santa Maria Assunta με τα εκπληκτικά βυζαντινά ψηφιδωτά, την οποία έχουμε βάλει στόχο να την επισκεφθούμε σε ένα επόμενο ταξίδι στη Βενετία. Αφού προσεγγίσαμε τη Ca'Savio, κατηφορίσαμε νότια και προσεγγίσαμε το νησί Λίντο. 
Το Λίντο φημίζεται για το διάσημο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και τα θεόρατα ξενοδοχεία που είναι χτισμένα προς τη μεριά της Αδριατικής θάλασσας. Περιπλανηθήκαμε στην ανατολική ακτογραμμή του νησιού παρατηρώντας το τελείωμα της μακρόστενης κλειστής θάλασσας από το βορειοδυτικό της άκρο (το μακρινό 2016 είχαμε θαυμάσει το τελείωμα της Αδριατικής θάλασσας από το περήφανο λιμάνι της Τεργέστης που βρίσκεται στο βορειοανατολικό της άκρο), ενώ από την προκυμαία της πόλης με το θεόρατο μνημείο πεσόντων και το παλιό εβραϊκό κοιμητήριο μπορεί κανείς να θαυμάσει ολόκληρη την νοτιοδυτική όψη της Βενετίας με το πανύψηλο καμπαναριό του Αγίου Μάρκου να ξεχωρίζει πάνω από τα κομψά παλάτσα που ορθώνονται στο άνοιγμα του Μεγάλου Καναλιού και στην παλιά προκυμαία της Γαληνοτάτης.
Οι αδιάφορες περιπλανήσεις μας στο Λίντο κράτησαν λίγο, καθώς έκαναν το κάλεσμα της Βενετίας να ηχεί έντονα στα αυτιά μας. Και ποιος μπορεί να αντισταθεί σ' αυτό το κάλεσμα;...

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

Το Πρόσωπο του Έρωτα


 

Μόλις κυκλοφόρησε ο συλλογικός τόμος «Το πρόσωπο του Έρωτα» από τις Εκδόσεις Παρέμβαση. Ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα των Εκδόσεων συγγραφείς, φωτογράφοι και εικαστικοί εμπνεύστηκαν από το ζωογόνο αυτό στοιχείο, τον έρωτα, και κατέθεσαν τις δημιουργίες τους. 324 συμμετοχές κατέληξαν να κοσμούν τις σελίδες του βιβλίου, που μεταφράζονται σε ποιήματα, πεζά, φωτογραφίες, εικαστικές συνθέσεις, επιβεβαιώνοντας πως ο έρωτας αποτελούσε και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξής μας. 

Το έργο εξωφύλλου είναι του Αλέξανδρου Χάτσιου. 

Συμμετέχουν οι: 


Κούλα Αδαλόγλου 
Ελένη Αλεξίου 
Άννα Αφεντουλίδου 
Χρύσα Βλάχου 
Ελισάβετ Αθανασιάδου 
Τασούλα Γεωργιάδου 
Βάλια Γκέντσου 
Παναγιώτης Γκούβερης 
Γιώργος Δελιόπουλος 
Γεωργία Δεμπερδεμίδου 
Αρχοντούλα Διαβάτη 
Αθανασία Ανδρέου 
Κλεονίκη Δρούγκα 
Αλέξης Σ. Ζήρας 
Γιώργος Χ. Θεοχάρης 
Γιώργος Καλιεντζίδης 
Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά 
Β. Π. Καραγιάννης 
Ανδρέας Καρακόκκινος 
Χριστίνα Καραντώνη 
Μαρία Καρδάτου 
Σοφία Ανδρέου 
Κατερίνα Καριζώνη
Γιώργος Καρτέρης 
Γιάννης Αργυριάδης 
Ηλίας Κεφάλας 
Αφροδίτη Κοΐδου 
Δημήτρης Κονιδάρης 
Χλόη Κουτσουμπέλη 
Τίνα Κουτσουμπού 
Στάθης Κουτσούνης 
Μαρία Λάτσαρη 
Ειρήνη Βαμβουκάκη 
Ευτυχία - Αλεξάνδρα Λουκίδου 
Γεωργία Μακρογιώργου 
Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου 
Χρήστος Β. Μασσαλάς 
Σταύρος Μίχας 
Αλεξάνδρα Μπακονίκα 
Δημήτρης Μπρούχος 
Γιώργος Κ. Μύαρης 
Νίκος Μυλόπουλος 
Βασίλης Βαρσακέλης 
Ηρώ Νικοπούλου 
Στρατής Οικονόμου 
Νίκος Ορφανίδης 
Γιάννης Πανούσης 
Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου 
Δημήτρης Παπακωνσταντίνου 
Στεφανία Βελδεμίρη 
Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου 
Καίτη Παυλή 
Παύλος Δ. Πέζαρος 
Κώστας Θ. Ριζάκης 
Ελένη Α. Σακκά 
Δότα Σαρβάνη 
Ιφιγένεια Σιαφάκα 
Ελένη Σιγαλού 
Χρήστος Σκιαδαρέσης 
Αντώνης Δ. Σκιαθάς 
Κώστας Σουέρεφ 
Φοίβος Σταμπολιάδης 
Σταύρος Σταυρόπουλος 
Βαγγέλης Τασιόπουλος 
Περσεφόνη Τζίμα 
Ολυμπία Τσικαρδάνη 
Δημήτρης Τσινικόπουλος 
Eλένη Δινοπούλου 
Τάσος Φούντογλου 
Ανδρέας Φουσκαρίνης 

ΙΙ 
Αγγελική Αγγελοπούλου 
Αλέξανδρος Αηδώνης 
Φανή Αθανασιάδου 
Ρένα Αθανασοπούλου 
Αχιλλέας Αναγνώστου 
Ειρήνη Δ. Αντωνίου 
Γλύκα Διονυσοπούλου 
Γιώργος Ανωγειάτης 
Σοφία Αποστολίδου-Μπούρου 
Ασημάκης Ασημακόπουλος 
Αλέξανδρος Βαναργιώτης 
Κατερίνα Καρακατσάνη 
Καλλιόπη Βελόνια 
Κατίνα Βλάχου 
Άννα Γεωργίου 
Χρυσούλα Γεωργούλα 
Μιχαήλ Καραπαναγιωτίδης 
Κική Γιαμουρίδου 
Σάββας Γιαγτζόγλου 
Άννα Γκασνάκη 
Αριστούλα Δάλλη 
Στέλιος Καράς 
Ελένη Δεληβοριά 
Χρύστα Δημαρέλου 
Αφροδίτη Διαμαντοπούλου 
Γιάννης Δίγκας 
Παναγιώτης Ο. Δόικος 
Πένυ Δουλαβέρα (Peny Delta) 
Μάνος Δραγώγιας 
Σοφία Ελευθερίου 
Αγγελική Κουρμουλάκη 
Νάνση Εξάρχου 
Μαίριλυν Ζαννέτου 
Νένα Ζήση 
Άντζελα Ζιούτη 
Χρυσάνθη Ιακώβου 
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης 
Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη 
Γιώτα Κουτσώνα 
Χαρά Χ. Καλλιανίδου 
Παναγιώτης Καποδίστριας 
Αφόριο μέλι 
Πασχάλης Κατσίκας 
Πάνος Κεφαλάς 
Κάλι Κεχαγιά 
Γιώργος Σ. Κόκκινος 
Αλεξάνδρα Θ. Κολιγιώτη 
Κατερίνα Κολιοπούλου 
Παναγιώτα Λίγκα 
Κωνσταντίνος Κομιανός 
Παρασκευή Β. Κοτσάλου 
Αγγελική Κουντουράκη 
Κώστας Κουτρουμπάκης 
Ιωάννα Κύρου 
Γιώργος Κωνσταντινίδης 
Ελένη Κωνσταντινίδου 
Νίκος Λοφτσάλης 
Σεβαστή Κωνσταντινίδου 
Νίκος Κωσταγιόλας 
Λάμπρος Κωσταράκης 
Αγγελική Λάλου 
Έλενα Λιάτου 
Θέμης Λιβεριάδης 
Σταύρος Μακρίδης 
Ζωή Μακρονάσιου 
Δημήτρης Μάλλης 
Κωνσταντίνος Μανίκας 
Αναστάσιος Γ. Μαράς 
Κασσιανή Μαρτινάκη 
Ανατολή Μελίδου 
Αθανασία Λυκουρέση 
Νεκταρία Μενδρινού 
Λεωνίδας Μερτύρης 
Βηθλεέμ (Βίλμα) Μαυροματίδου 
Θεοδώρα Μήλιου 
Γιάννης Μήτσιος 
Αναστάσιος-Μάριος Μιχαηλίδης 
Γιώργος Κ. Μιχαηλίδης 
Χριστίνα Μιχαηλίδου 
Θανάσης Γ. Μίχος 
Βιβή (Παρασκευή) Μεντζελοπούλου 
Νίκη Μουντράκη 
Πάρης Μπερμπέρογλου 
Θεοχάρης Μπικηρόπουλος 
Χαρά Μπούκα 
Ξανθούλα Νικηφόρου 
Παναγιώτης Νικολαΐδης 
Χρήστος Ντικμπασάνης 
Μιλτιάδης Ντόβας 
Γιάννης Ξέστερνος 
Παναγιώτης Παλασίδης 
Πόπη Παντελάκη 
Δήμητρα Παπανικολάου 
Ελένη Παρασκευά 
Γεωργία Μηνά 
Βάννα Πασούλη 
Χρυσούλα Πατρώνου-Παπατέρπου 
Λεόντιος Πετμετζάς 
Μαίρη Πίσια 
Νικόλας Μπαλτζής 
Ελευθέριος Πλουτάρχου 
Μαίρη Γ. Πράσατζη 
Πολύβιος Ν. Πρόδρομος 
Αναστάσιος Ελ. Πτωχός 
Μαρία-Δέσποινα Ράμμου 
Μάουρα Ρομπέσκου 
Ερμιόνη Σαββίδου 
Χρυσούλα Ξυνέλη 
Γρηγόρης Σακαλής 
Δημήτρης Σακισλίδης 
Ελένη Σεμερτζίδου 
Γιώργος Σιώμος 
Λίτσα Στυλιανού 
Βάνια Σύρμου 
Σοφία Τριανταφυλλίδου 
Ελπίδα Δ. Τσαβδάρη 
Ηλίας Παπανικολάου 
Γιώργος Τσάρος 
Θωμαή Τσιμερίκα 
Γιάννης Τσιτσίμης 
Παρθένα Τσοκτουρίδου 
Αναστασία Υφαντίδου 
Απόστολος Α. Φεκάτης 
Γιώργος Χατζελένης 
Άνθιμος Χατζηαποστόλου 
Ζωή Χατζηγεωργίου 
Χρήστος Σαμαράς 
Κατερίνα Χατζηγιαννάκη 
Φωτεινή Χρηστίδου 
Αναστασία Π. Χρήστου 
Μαρία Ψωμά-Πετρίδου 
Αργυρώ Ψώρα-Θεοδωράτου 

ΙΙΙ 

Σοφία Αλεξανδρίδου 
Ζωή Αραβέλα-Κώτσου 
Φίλιππος Βίλδος 
Ευανθία Βλαχάβα 
Σπύρος Σ. Βουτσινάς 
Δημήτριος Γαρίπης 
Angela Argentino Γέργου 
Γεωργία Γιαλούρη 
Δήμητρα Γκατζηγιάννη-Αναστασίου 
Παύλος Σαπαλίδης 
Ελένη Γουγουτσά 
Αντώνης Γουλιανός 
Αλέκα Δημητροπούλου 
Μίμα Ε. Δουγαλή 
Ιωάννα Ευθυμιάδου 
Νίκος Σαχπεκίδης 
Μαρίνα-Αφροδίτη Ευθυμίου 
Αθανάσιος Ζτούπας 
Ελπίδα Θεοφανίδου 
Ελένη Ιωάννου 
Εμμανουήλ Καββουσανού 
Νικολέττα Καλαφατσή 
Απόστολος Καλουδάς 
Αντώνης Σβολιαντόπουλος 
Κατερίνα Κανάκη-Αξούγκα 
Θωμάς Καποδίστριας 
Φανή Καπουλίτσα 
Ελένη Καρακώτσου 
Διονυσία Καρνέση 
Μαίρη Καρρά 
Αλεξάνδρα Καρυπίδου 
Ελένη Κατίκογλου 
Δημήτριος Καφάσης 
Άννα Κεφαλά (Αν. Κεφά) 
Κωνσταντίνος Μ. Κικής 
Χρήστος Στέφας 
Δήμητρα Κίτσου 
Οργκέσα Κοδελάι 
Όλγα Κοτζαμανίδου 
Δημήτριος Κουκουλάκης 
Έλενα Κουρή 
Ελευθερία Κουρκούτα 
Προκόπης Κρανιάς 
Σοφία Κυριαζίδου 
Γιώργος Κύρκος 
Μαρία Δ. Κύρου 
Δημήτρης Κυτίδης 
Μαρία Κωσταράκη 
Απόστολος Τρανουλίδης 
Γεωργία Κωστούρου 
Άννα Λαμπαρδάκη 
Δήμητρα Λιαράκου 
Ιωάννα Λυγερού 
Σοφία Λυκούδη 
Ελένη Μανταδάκη 
Κική Ματέρη 
Παναγιώτης Φτάρας 
Αικατερίνη Μήλιου 
Σοφία Μπανιά 
Γεωργία Μπαντώλα 
Σωκράτης Μπουζούκας 
Μάρω Μυλωνά 
Ειρήνη Φ. Νάνου 
Βιβή Νίκου 
Ελπίδα Νταλούκα 
Γωγώ Ντούτση 
Φωτεινή Χαμιδιελή 
Κυριακή Ουζουνίδου 
Άννα Παγούνη 
Στέλλα Παθιάκη 
Γεώργιος Παλαιστής 
Απόστολος Παντσάς 
Γωγώ Παπαβασιλείου 
Μαρία Παπαβασιλείου  
Τασία Σέμψη 
Μιχάλης Παπαδόπουλος
Χρήστος Παπαδόπουλος 
Αθηνά Παπαδοπούλου 
Κυριακή Παπαλεωνίδα 
Δήμητρα Παπατσαρούχα 
Δώρα Χατζιδάκη 
Άγγελος Πάσκος 
Damjan Kozarov 
Παρασκευή Πατσιλιά 
Μαίρη Πέστροβα 
Δανάη Πετυχάκη 
Vincent Lempereur 
Ειρήνη Πούλα 
Χρήστος Ι. Ράικος 
Νεκταρία Ρουμπελάκη 
Ελένη Σαββίδου 
Αποστόλης Σιαραμπής 
Ελένη Σιούστη 
Γιάννης Σταμούλης 
Ρούλα Συγγούνα 
Κωνσταντίνα Σύγκουνα 
Φώτιος Συνδούκας 
Μαρία Σφενδώνη 
Κατερίνα Τάπανα 
Μαρία-Μιχαέλα Ράπτη 
Γιώργος Τζεβελεκάκης 
Βαΐα Τζώρη 
Γιάννης Τόμπρος 
Θεοδώρα Τοπάλη 
Λάζαρος Τσιαούσης 
Μαρία Τσιγάρα 
Όλγα Τσιφοπούλου 
Νικολέτα Τσοκαρίδου 
Μαρία Φασνάκη 
Παναγιώτα Φιλημέγκα 
Αλέξανδρος Παναγιωτόπουλος 
Άννα Φιλιππίδου 
Χρυσούλα Φούφα 
Αλέξανδρος Χατζηκώστας 
Ιωάννης Χήτας 
Λάμπρος Ανδρέου 
Βασιλική Χριστοφορίδου 
Αγγέλα Χρονοπούλου 
Χρυσοβαλάντης Χρόνης 
Bill Hunchback 
Τούλα Χαριτίδου

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2024

Με τα Μυαλά που Κουβαλάς 2 (2024)

 



Πάνε πόσα χρόνια που μια παρέα με είχε τραβήξει τέλη καλοκαιριού σε ένα από τα θερινά του Γαλατσίου, για να απολαύσουμε ένα πρωτοποριακό animation της Pixar. Στην προβολή πήγα με μικρό καλάθι, έχοντας δει το trailer της ταινίας "Τα Μυαλά που Κουβαλάς", καθώς θεωρούσα το θέμα που ανέλυε αρκετά πολύπλοκο για να μπορέσει να αναπτυχθεί σε ένα animation. Όταν όμως έπεσαν οι τίτλοι τέλους, βρέθηκα σε ένα ντελίριο ατίθασων συναισθημάτων που χόρευαν εντός μου κι έκτοτε δεν με έχουν αφήσει σε ησυχία. Αυτό όμως που παρατήρησα, ήταν πως όλοι οι ενήλικες που παρακολουθήσαμε την ταινία βρισκόμασταν στην ίδια συναισθηματική φόρτιση σε αντίθεση με τα πιτσιρίκια που αποχωρούσαν κάπως βαριεστημένα από την προβολή. 
Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, η Pixar επανήλθε για να μας παρουσιάσει τη συνέχεια της ιστορίας, παρουσιάζοντας τον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο της μικρής Ράιλι καθώς μπαίνει στην εφηβεία. Αμέσως αναρωτήθηκα κατά πόσο μπορεί να διατηρήσει η Pixar την ποιότητα και τις αξίες της πρώτης ταινίας. Σίγουρα η πρωτοτυπία απουσιάζει σε μια συνέχεια, πόσο δε σε μια ταινία που ξεχώρισε στο κομμάτι αυτό. Παρά τις επιφυλάξεις μου, πήγα με τρομερή ανυπομονησία σε ένα συνοικιακό θερινό σινεμά για να δω τη συνέχεια. Και μόνο που άκουσα τη γνώριμη μελωδία στους τίτλους αρχής, με πλημμύρισε μια όμορφη κι ανακουφιστική χαρμολύπη, ζωντανεύοντας στη μνήμη μου όλα αυτά τα συναισθήματα που μου έφερε απρόσμενα στην επιφάνεια η πρώτη ταινία. Μπορεί στη νέα ταινία "Τα Μυαλά που Κουβαλάς" να λείπει η ανεπανάληπτη συγκίνηση της πρώτης, αλλά οι δημιουργοί της ασχολήθηκαν με αρκετή ευαισθησία, καλαισθησία κι ευστοχία στα νέα συναισθήματα που ξεπετάχτηκαν στο μυαλό της Ράιλι, προσφέροντας μια εκπληκτική κι άκρως παρηγορητική ανάλυση της εφηβείας.
Η ιστορία ξεκινάει κάπως εκρηκτικά. Η μικρή Ράιλι ξυπνάει κι αμέσως μέσα της ξεπηδάει ένας νέος άγνωστος ψυχικός κόσμος. Η μέχρι πρότινος πλατφόρμα που χειρίζονται τα πέντε βασικά της συναισθήματα (Χαρά, Λύπη, Φόβος, Οργή κι Αηδία) αφαιρείται και στη θέση της μπαίνει μια καινούργια που δείχνει αρκετά πολύπλοκη και δύσχρηστη. Παράλληλα, "τα νησιά" που πλάθουν την προσωπικότητά της, έχουν μετασχηματιστεί, δίνοντας προτεραιότητα σε νέες προσδοκίες, αφήνοντας στην άκρη άλλες παλιότερες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δημιουργοί δείχνουν με έξυπνο τρόπο το πώς οι έφηβοι παραγκωνίζουν στην πίσω άκρη του μυαλού τους την οικογένεια, δίνοντας έμφαση στη φιλία και στην πολυπόθητη αποδοχή τους από τρίτους. 
Παράλληλα, η Χαρά προσπαθεί να πλάσει τον χαρακτήρα της Ράιλι, ενισχύοντάς τον με θετικές αναμνήσεις. Όμως η καλοπροαίρετη διάθεση της Χαράς, δεν είναι βάσιμη καθώς κρύβει όλες τις αρνητικές στιγμές στο κομμάτι της λήθης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργεί έναν χαρακτήρα ασταθή κι ανασφαλή. Και σ' αυτό το κομμάτι της ταινίας θέλω να αναφερθώ στην εύστοχη και κάπως λυρική σκηνή όπου η Λύπη ζητάει από την Χαρά, να την ακολουθήσει στο κεντρικό σημείο της συνείδησης για να δει πώς πλάθεται ο χαρακτήρας της Ράιλι, με την Χαρά να της λέει "όπου πάω εγώ έρχεσαι κι εσύ", δείχνοντας ξεκάθαρα πως τα δύο αυτά συναισθήματα είναι αλληλένδετα.
Όλη αυτή η συναισθηματική ισορροπία των παιδικών χρόνων θα μεταβληθεί με την είσοδο της Ράιλι στην εφηβεία. Το πρώτο συναίσθημα που θα κάνει την εμφάνισή του είναι τη Ανησυχία και θα ακολουθήσουν η Ζήλεια, η Βαρεμάρα κι η Ντροπή.
Με τη νέα ποικιλία συναισθημάτων, οι δημιουργοί του animation προσφέρουν μια υπέροχη εσωτερική ενδοσκόπηση στην πιο ταραχώδη και παράδοξη περίοδο του ανθρώπου. Ο φακός στρέφεται στον ψυχικό κόσμο της Ράιλι αλλά γίνεται ταυτοχρόνως κι οδηγός του δικού μας ψυχική κόσμου, βοηθώντας μας να ξεδιαλύνουμε συναισθηματικά μπερδέματα κι αδιέξοδα που ενδεχομένως κουβαλάμε ακόμη μέσα μας.



Ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα που κατάφεραν να κερδίσουν οι δημιουργοί στη συνέχεια της ιστορίας, είναι που δε διαχώρισαν τα συναισθήματα σε καλά και κακά. Το κάθε συναίσθημα επιδιώκει το καλό της Ράιλι και κάνει τα πάντα για να το πετύχει. Απλώς οι προσδοκίες του ενός δεν έχουν τις ίδιες κατευθύνσεις με τις προσδοκίες του άλλου, μ' αποτέλεσμα να έρχονται σε μια πολύπλοκη σύγκρουση. Για παράδειγμα η Χαρά προσπαθεί να κρύψει στο υποσυνείδητο όλες τις ντροπιαστικές, στενάχωρες και δύσκολες στιγμές της Ράιλι, σε αντίθεση με την Ανησυχία, η οποία θεωρεί πως όλες οι παραπάνω εμπειρίες μπορούν να βοηθήσουν την κοπέλα στο να χτίσει εναν δυνατό χαρακτήρα που θα την οδηγήσει πιο εύκολα προς την ενηλικίωση. Κατά την άποψή μου, θεωρώ πως η Ανησυχία έχει τα πιο λογικά και βάσιμα επιχειρήματα, τα οποία προσπαθεί να τα εφαρμόσει σε έναν άνθρωπο που δεν είναι ακόμη προετοιμασμένος. 
Διατηρώντας μόνο τις θετικές της αναμνήσεις, η Ράιλι είναι ανέτοιμη να κάνει τα πρώτα της βήματα στο χώρο της εφηβείας. Έχοντας κρύψει στην πίσω άκρη του μυαλού της όλες τις αρνητικές της σκέψεις και τις άσχημες στιγμές της, νιώθει απροετοίμαστη κι αδύναμη να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις που συναντά μπροστά της. Ένας πλήρης χαρακτήρας θέλει μια πληθώρα εμπειριών κι εικόνων, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει την κάθε αναποδιά που του τυχαίνει και την κάθε δυσκολία που πιθανότατα θα συναντήσει στη ζωή του. Όλη αυτή την πολυπλοκότητα της εφηβείας που μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή, οι δημιουργοί την αναλύουν με μπόλικη δόση αλήθειας κι ειλικρίνειας, προσφέροντάς μας μια σπάνια κινηματογραφική εμπειρία.
Το τελικό μήνυμα που εισέπραξα από την ταινία, είναι πως πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε όλα τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε από το περιβάλλον μας, να τα αναλύουμε και να τα αξιοποιούμε κι όχι να τα κουβαλάμε σαν αθέατα βάρη μέσα μας. Τόσο οι όμορφες στιγμές όσο κι οι άσχημες έχουν τη δική τους αξία και βαρύτητα. Η κάθε εμπειρία είναι κι ένα λιθαράκι στην προσωπικότητα που χτίζουμε χρόνο με το χρόνο. Όσο πιο ειλικρινείς λοιπόν είμαστε με τον εαυτό μας, τόσο πιο δυνατή και γερή προσωπικότητα μπορούμε να χτίσουμε. Η εφηβεία είναι μια από τις δυσκολότερες περιόδους της ζωής μας αλλά ειναι κι από τις πιο δημιουργικές καθώς κατά τη διάρκεια αυτής ορίζουμε το μονοπάτι που θα μας οδηγήσει στην ενήλικη ζωή. 
Τα "Μυαλά που Κουβαλάς 2" είναι μια ακόμη πανδαισία χρωμάτων κι αφηρημένων εννοιών που μας ταξιδεύουν στον αθέατο και μυστηριώδη κόσμο του ανθρώπινου εγκεφάλου. Είναι μια ακόμη όμορφη προσπάθεια της Pixar να μας βοηθήσει να συμφιλιωθούμε με τον πλούσιο ψυχικό μας κόσμο με τα αμέτρητα καλά αλλά και κακά στοιχεία που κουβαλάμε. Είναι ένας ευφάνταστος τρόπος να κατανοήσουμε πως όχι μόνο δεν είμαστε τέλειοι αλλά πως αυτή η ατέλειά μας είναι που μας κάνει τόσο γοητευτικούς, αληθινούς κι ειλικρινείς. Τι χρειαζόμαστε λοιπόν για να φύγουμε μπροστά; Μια ζεστή σφιχτή αγκαλιά όλων των συναισθημάτων μας. 

Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 5 Μαΐου 2024

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Αποστολή στη ΝΙκαράγουα (1983)




Επηρεασμένος από την μέχρι τώρα κινηματογραφική έκπληξη της χρονιάς, η οποία είναι ο προβοκατόρικος "Εμφύλιος Πόλεμος" του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου Α24, αναζήτησα μια παλιότερη ταινία που καταπιανόταν πάνω στο ίδιο θέμα, παρουσιαζόμενο από μία άλλη διαφορετική σκοπιά. Το συγκλονιστικό αντιπολεμικό αριστούργημα "Αποστολή στη Νικαράγουα" είναι μια ειλικρινή κι άκρως ενοχική ματιά της άλλοτε αμερικανικής υπερδύναμης απέναντι στις αμερικανοκίνητες δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Ένα κινηματογραφικό "κατηγορώ" για τα εγκλήματα πολέμου που έγιναν με τις ευλογίες των Αμερικανών, οι οποίοι διένυαν εκείνο τον καιρό μια περίοδο εσωστρέφειας μετά την ήττα τους στο Βιετνάμ. Επίσης, μέσω της ταινίας γίνεται μια δριμύτατη κριτική στο ρόλο που παίζουν τα Μ.Μ.Ε. σε καίριες στιγμές αλλοιώνοντας τις εκβάσεις των ιστορικών γεγονότων.
Ο Καναδός σκηνοθέτης Ρότζερ Σπότισγουντ. μας ταξιδεύει στην καταταλαιπωρημένη Νικαράγουα λίγο πριν την κατάρρευση της 12ετούς βάναυσης δυναστείας του δικτάτορα Αναστάσιο Σομόζα μετά την ηρωική εξέγερση των Σαντινίστας. Πρωταγωνιστές στην ιστορία είναι ο Νικ Νόλτε, ο οποίος υποδύεται έναν έμπειρο πολεμικό φωτορεπόρτερ του περιοδικού Time, ο οποίος ταξιδεύει στη Νικαράγουα για να καλύψει την πτώση του καθεστώτος αλλά και για να φωτογραφίσει τον Ραφαέλ, τον θρυλικό ηγέτη της επανάστασης που κρύβεται στη πυκνή ζούγκλα της πατρίδας του. Τον Νικ Νολτε ακολουθούν η Τζοάνα Κάσιντι που υποδύεται μια πολεμική ανταποκρίτρια κι ο εξαιρετικός Τζιν Χάκμαν, που ερμηνεύει τον πρώην σύζυγός της, ο οποίος καταφθάνει εκτάκτως στην εμπόλεμη ζώνη θέλοντας να πάρει συνέντευξη από τον μυθικό ηγέτη των Σαντινίστας. 
Και τα τρία βασικά πρόσωπα της ιστορίας έχουν ζήσει αρκετές εμπόλεμες καταστάσεις στο παρελθόν κι έχουν εξοικειωθεί με το θάνατο και τη φρίκη που επιφέρουν οι συρράξεις. Όμως η στάση τους θα αλλάξει με τα γεγονότα που συντελούνται στη πολύπαθή χώρα της Κεντρικής Αμερικής, εξαιτίας των ενεργειών των Ηνωμένων Πολιτειών που επεμβαίνουν συνεχώς για να μπορούν να έχουν υπό έλεγχο την έκρυθμη κατάσταση της Νικαράγουας. 
Ένας ακόμη παράγοντας που θα τους επηρεάσει, θα είναι η συναναστροφή που έχουν με πρόσωπα τα οποία διαδραματίζουν σημαντικούς ρόλους στις εξελίξεις του πολέμου, όπως οι δράσεις ενός Γάλλου κατάσκοπου που παίζει σε διπλό ταμπλό, τον οποίον ερμηνεύει ο εκπληκτικός Ζαν Λουί Τρεντινιάν αλλά και του παραστρατιωτικού καιροσκόπου, τον οποίον υποδύεται ο Εντ Χάρις που διψά για αίμα και καταστολή, χωρίς να υποστηρίζει καμία απολύτως ιδεολογία πέρα από τον τρόμο και το θάνατο που σπέρνει ο απανταχού φασισμός. 




Οι τρεις πρωταγωνιστές θα βρεθούν στα πεδία των μαχών, θα έρθουν σε επαφή με τους αντάρτες και τον εξεγερμένο λαό της Νικαράγουα, θα δουν τις πόλεις να απελευθερώνονται η μια μετά την άλλη και θα μάθουν όλα τα καθεστωτικά εγκλήματα που διέπραξε η περιβόητη οικογενειοκρατία των Σομόζα, οι οποίοι δυνάστευσαν το λαό τους για πέντε δεκαετίες. Όλα αυτά θα τους επηρεάσουν, ωθώντας τους να πάρουν θέση στο συγκεκριμένο πόλεμο. Κι ενώ πιστεύουν πως συντελούν σημαντικό έργο στην καταγραφή των γεγονότων, είτε φωτογραφίζοντάς τα είτε παίρνοντας συνεντεύξεις από πρόσωπα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του πυρός, τελικά η ματαιοδοξία τους κι ο αθέμιτος ανταγωνισμός των Μ.Μ.Ε. όπου εργάζονται, θα τους μετατρέψουν σε χρήσιμα πιόνια του καθεστώτος. Όταν το συνειδητοποιούν θα είναι πολύ αργά καθώς θα έχουν πάρει στο λαιμό τους αρκετά από τα ηγετικά στελέχη των ανταρτών αλλά θα θέσουν και τους ίδιους τους εαυτούς σε κίνδυνο.  
Ωστόσο, μέχρι να έρθει η στιγμή της αποκάλυψης, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να μας περάσει την παραποίηση της αλήθειας μέσα από τις δράσεις των πολεμικών ανταποκριτών, οι οποίοι καταφέρνουν να διαστρεβλώνουν την αλήθεια ηθελημένα ή ασυνείδητα, επηρεάζοντας σε σημαντικό βαθμό την έκβαση των γεγονότων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργεί στο κοινό ένα βάσιμο προβληματισμό στο κατά πόσο είναι αλήθεια όλα αυτά που μας έρχονται "σερβιρισμένα" στην τηλεόραση ή στο διαδίκτυο από τις σημερινές εξελίξεις των ενεργών εμπόλεμων ζωνών, αποδεικνύοντάς μας πως η κοινή γνώμη αρκετές φορές ξεγελάστηκε στο παρελθόν κι αμάθητη από τα λάθη της εξακολουθεί να ξεγελιέται από την τηλεοπτική προπαγάνδα. Κατά τη γνώμη μου, η αλήθεια αναδεικνύεται όταν όλα έχουν τελειώσει κι οι μεγάλες δυνάμεις έχουν τακτοποιήσει τα συμφέροντά τους με την έκβαση του κάθε περιφερειακού πολέμου.
Παράλληλα, στην ταινία παρουσιάζονται δύο γεγονότα με άκρως σαρκαστικό ύφος, προσπαθώντας να αποδείξουν την επιρροή που έχει η αμερικανική κουλτούρα στη ζωή των ανθρώπων άλλων χωρών. Το ένα γεγονός παρουσιάζεται στη σκηνή όπου ένας αντάρτης ζητάει από τον φωτορεπόρτερ να παραδώσει μια υπογεγραμμένη από εκείνον μπάλα του μπέιζμπολ σε κάποιο ίνδαλμά του, λέγοντάς του πως εκείνος ρίχνει  καλύτερες βολές απ' ότι ο Αμερικάνος παίκτης, μόνο που στη δική του περίπτωση αντί για μπάλες ρίχνει χειροβομβίδες προς το στρατό του δικτάτορα. Η άλλη σκηνή έχει πρωταγωνιστή τον πολυαγαπημένο ηθοποιό Εντ Χάρις, ο οποίος υποδύεται πειστικά έναν κόντρα ρόλο. Στη μια σχεδόν κωμική σκηνή, ο Εντ Χάρις δεν γνωρίζει με ποιο κομβόι μετακινείται στα πεδία των μαχών, δείχνοντας πως βρίσκεται ιδεολογικά εκτός τόπου και χρόνου παρά την ενεργή συμμετοχή του στα εγκλήματα πολέμου. Εξάλλου, όπως ο ίδιος δηλώνει, μετά το τέλος του πολέμου στη Νικαράγουα, θα πάει σε άλλη εμπόλεμη ζώνη για να συνεχίσει το εγκληματικό του έργο, φανερώνοντας τον ενεργό ρόλο των Αμερικανών τόσο σε στρατιωτικό όσο και παραστρατιωτικό επίπεδο. 


Το πιο ηχηρό χαστούκι της συγκεκριμένης ταινίας, πραγματοποιείται στη γενική κατακραυγή από την εκτέλεση ενός Αμερικανού δημοσιογράφου από τους στρατιώτες της δικτατορίας. Μόνο τότε κινητοποιείται η κοινή γνώμη κι αναγκάζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής να πάρουν επίσημα θέση κατά του καθεστώτος (καθώς ανεπίσημα σιγοντάριζαν για χρόνια τον δικτάτορα Σομόζα). Μόνο τότε οι Αμερικανοί ανταποκριτές βιώνουν την τραγικότητα μιας απώλειας και δρουν με τη σειρά τους για τον τερματισμό του εμφύλιου πολέμου. Κι εκεί είναι που έρχεται η συγκλονιστική δήλωση μιας γυναίκας από τη Νικαράγουα που μας φέρνει όλους αντιμέτωπους απέναντι στη στάση που κρατάμε σε αντίστοιχες πολεμικές συρράξεις. "Τόσα χρόνια πολέμου κι ήδη μετράμε 50.000 νεκρούς αλλά έπρεπε να σκοτωθεί ένας Αμερικανός για να κινητοποιηθεί η υπερδύναμη κι η κοινή γνώμη". Και στη δήλωση αυτή, νιώθουμε κι εμείς κάπως ενοχικά διότι ως θεατές περισσότερο συγκλονιστήκαμε με το θάνατο του Αμερικανού δημοσιογράφου παρά με τους μαζικούς θανάτους των ανταρτών Σαντινίστας. 
Παρόλο που η πλοκή της ταινίας είναι μυθοπλαστική, η σκηνή της δολοφονίας βασίστηκε σε αληθινό γεγονός κι αναφέρεται στην εκτέλεση του δημοσιογράφου του ABC Μπιλ Στιούαρτ και του μεταφραστή του Χουάν Εσπινόζα από τα στρατεύματα της Εθνικής Φρουράς της Νικαράγουας στις 20 Ιουνίου 1979. Η εκτέλεση των δυο προσώπων κινηματογραφήθηκε τυχαία από τον κάμεραμαν του ABC, ο οποίος κατέγραφε το συγκεκριμένο επεισόδιο χωρίς να γνωρίζει την επικινδυνότητα που βρισκόντουσαν κι οι τρεις τους. Το βίντεο προβλήθηκε στην εθνική τηλεόραση των Ηνωμένων Πολιτειών και έγινε ένα σημαντικό διεθνές περιστατικό αλλά κι η τελευταία σταγόνα για τη τελειωτική ρήξη της κυβέρνησης Κάρτερ με το καθεστώς Σομόζα, το οποίο τελικά έπεσε στις 19 Ιουλίου.
Η "Αποστολή στη Νικαράγουα" είναι ένα ώριμο αντιπολεμικό αριστούργημα, το οποίο αποφεύγει να εντυπωσιάσει και να προβληματίσει με πολεμικά πλάνα κι αυτοθυσίες προσώπων. Σκοπός του από το πρώτο κιόλας πλάνο είναι να επικεντρωθεί στους ανθρώπινους χαρακτήρες που δρουν επηρεασμένοι από τα γεγονότα που συντελούνται γύρω τους. Με τις ανθρώπινες αδυναμίες τους και τα τρωτά τους σημεία, τους κάνουν πιο αληθινούς και προσιτούς, φέρνοντας κι εμάς αντιμέτωπους με τα εγκλήματα που συμβαίνουν στις εμπόλεμες ζώνες και θέτοντάς μας το ερώτημα στο τι θα κάναμε αν ήμασταν στη δική τους θέση. Μια απάντηση σ' αυτό το καίριο ερώτημα της ταινίας κατάφερε να δώσει ένα σπουδαίο πρόσωπο που δε ζει πια. Αναφέρομαι στον Γιάννη Μπεχράκη, ο οποίος είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του πως η συγκεκριμένη ταινία τον ώθησε να γίνει πολεμικός φωτορεπόρτερ, για να μπορέσει να αναδείξει την πραγματική αλήθεια που τόσο αποτελεσματικά καλύπτουν τα μέσα μαζικής προπαγάνδας. Ένας επιπλέον λόγος λοιπόν, που με κάνει να εκτιμήσω τη συγκεκριμένη ταινία, είναι πως χάρης σ' αυτήν έχουμε σήμερα ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό αφύπνισης από τον σπουδαίο φωτορεπόρτερ που έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 2019. 


Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο 27 Απριλίου 2024

Η Χίμαιρα (2023)

 


Είναι κρίμα που κάποιες ταινίες περνούν τόσο αθόρυβα από τις κινηματογραφικές αίθουσες, χωρίς να παίρνουν την αναγνωρισιμότητα που τους αναλογει. Μια απ' αυτές τις ταινίες είναι κι η ιταλική "Χίμαιρα" της Αλίτσε Ροχβάχερ, ένα κινηματογραφικό διαμάντι μοναδικό στο είδος του αλλά και στο θέμα με το οποίο καταπιάνεται. 
Η ιστορία μας γυρνάει στην Ιταλία των 80s, έχοντάς μας ως οδηγό-εξερευνητή της πλούσιας σε αρχαιολογικούς θησαυρούς ιταλική γη, τον Άρτουρ, τον οποίον αποκαλούν Άγγλο. Ο πρωταγωνιστής διατηρεί μια μυστηριώδη αύρα καθώς δεν μας ξεκαθαρίζεται το αν είναι όντως Άγγλος, για ποιους λόγους είχε βρεθεί στη φυλακή αλλά και γιατί επιμένει να μένει σε μια παράγκα σε ένα από τα χωριά της επαρχίας του Βιτέρμπο, η οποία είναι γεμάτη πανάρχαιους τάφους. 
Βγαίνοντας από τη φυλακή, ο Άρτουρ θα επισκεφθεί τη Φλώρα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που υποδύεται η Ιζαμπέλα Ροσελίνι, η οποία υπήρξε διάσημη τραγουδίστρια της όπερας αλλά πλέον ζει σαν μια ξεχασμένη αριστοκράτισσα σε ένα ετοιμόρροπο παλάτσο της Τοσκάνης. Η Φλώρα είναι η μητέρα της Βιεναμίνα, του μεγάλου έρωτα του Άρτουρ, η οποία έχει πεθάνει  Παρόλα αυτά, η ηλικιωμένη γυναίκα εξακολουθεί να πιστεύει πως η κόρη της κάποια στιγμή θα επιστρέψει. Κατά κάποιον τρόπο αντλεί δύναμη για να συνεχίσει να ζει κυνηγώντας μια χίμαιρα. Αντίστοιχες χίμαιρες βασανίζουν και τον Αρτούρ, ο οποίος έχει αναπτύξει μια μαγική σύνδεση με το παρελθόν, καθώς διάφορα "οράματα" του υποδεικνύουν σημεία της υπαίθρου, όπου βρίσκονται καλά κρυμμένοι αρχαίοι τάφοι. 
Μια ομάδα τυμβωρύχων αξιοποιεί το χάρισμα του Αρτούρ για να βγάλουν στην επιφάνεια τους ανεκτίμητους θησαυρούς που κάποτε θάφτηκαν μαζί με τους νεκρούς για να τους συνοδεύσουν στην άλλη ζωή. Απ' αυτήν την ομάδα, μόνο ο Αρτούρ εκτιμά και σέβεται την αρχαία ομορφιά και προσπαθεί μέσα απ' αυτήν να κατανοήσει το παρόν. Ανάμεσα στα σπουδαία και σπάνιας ομορφιάς τεχνουργήματα, ο Αρτουρ αναζητά την κόκκινη κλωστή των ονείρων του που θα τον φέρει ξανά κοντά στη χαμένη του αγάπη, πιστεύοντας πως μόνο έτσι θα μπορέσει να εξαγνιστεί για τα λάθη του παρελθόντος. Αντιθέτως, οι υπόλοιποι τυμβωρύχοι εκπροσωπούν μια γενιά που έχει πια αποκοπεί από τις ρίζες και την ιστορία τους και κυνηγούν το γρήγορο κέρδος, ξεπουλώντας με μεγάλη ευκολία καθετί παρελθοντικό. 




Πατώντας στην παραπάνω ιστορία, η δημιουργός δημιουργεί ένα πρωτοποριακό ποιητικό έργο μέσω του οποίου το παρελθόν μπλέκει με το παρόν κι η αλόγιστη απληστία οδηγεί στην μη αναστρέψιμη καταστροφή της αιώνιας ομορφιάς. Με οδηγό τον λευκοντυμένο Αρτούρ, τον οποίο υποδύεται εξαιρετικά ο Τζος Ο Κόνορ, περνάμε από τον απτό κόσμο των ανθρώπων στον αθέατο κόσμο των ψυχών, παρακολουθώντας το θάνατο της παλιάς Ιταλίας, ο οποίος παρομοιάζεται με ένα άδειο και μουχλιασμένο παλάτσο που εξακολουθεί να διατηρεί την αριστοκρατική του αίγλη αλλά και τη γέννηση μιας νέας χώρας-κοινωνίας, η οποία ξεπηδά μέσα από ένα εγκαταλειμμένο σταθμό τραίνων, πατώντας πάνω στην αλληλεγγύη, στη συντροφικότητα και τη γυναικεία φύση. Παράλληλα, η δημιουργός τονίζει ευφάνταστο τρόπο την ασέβεια των σημερινών ανθρώπων απέναντι στην ομορφιά των περασμένων αιώνων αλλά και την αναγκαία ύπαρξη της αλληλεγγύης, η οποία αναδύεται μέσα από τα χαλάσματα του πρόσφατου παρελθόντος για να αναθρέψει τις νέες γενιές αυτής της χώρας.
Επίσης η δημιουργός επιδιώκει να φανερώσει μια άλλη όψη της Ιταλίας, μακριά από τις υπέροχες πόλεις-μνημεία. Παρόλο που η ταινία είναι γυρισμένη στην Τοσκάνη, η σκηνοθέτης παρουσιάζει κάποια από τα άγνωστα χωριά της, τα οποία προσπαθούν να ομορφύνουν την εικόνα τους για χάρη των τουριστών κατεδαφίζοντας τις εναπομείνασες παράγκες και τις μολυσμένες παραλίες του Τυρρηνικού Πελάγους όπου τα διυλιστήρια είναι χτισμένα πάνω στην σπουδαία Ετρουσκική Νεκρόπολη, θυμίζοντας αρκετά την πληγωμένη Ελευσίνα. Στην παραλία με τα διυλιστήρια υπάρχει μια από τις δυνατότερες σκηνές της ταινίας, με τη σύληση ενός ναού της Κυβέλης που θα προκαλέσει το απότομο ξεθώριασμα των τοιχογραφιών που ξανάρχονται σε επαφή με τον αέρα μετά από αιώνες, προσφέροντάς μας ένα άκρως αριστουργηματικό και συγκλονιστικό πλάνο. 
Η καταστροφική ασέβεια του ιερού της Κυβέλης θα κάνει τον Αρτουρ να αναλογιστεί τις ευθύνες του σ' αυτό το πλιάτσικο, με τις Ερινύες να τον επισκέπτονται μέσα από υπαρκτά πρόσωπα για να τον "καταδικάσουν" για να κλεμμένα κτερίσματα των αρχαίων τάφων. Ζώντας πια ενοχικά και νιώθοντας πως η αιθέρια παρουσία της Βενιαμίνα αρχίζει να ξεθωριάζει, ο Αρτούρ θα ενστερνιστεί την άποψη της νεαρής "Ιταλίας" που πιστεύει πως όλοι αυτοί οι θησαυροί δεν πρέπει να εκτεθούν σε ανθρώπινα μάτια αλλά να παραμείνουν στην προστατευτική αγκαλιά της γης.  Όμως δε θα προλάβει να εξιλεωθεί πλήρως καθώς η μελαγχολική του φύση, τον έχει ήδη προετοιμάσει για το αναπόφευκτο, οδηγώντας τον τελικά στην άλλη άκρη της κόκκινης κλωστής...
Η "Χίμαιρα" της Αλίτσε Ροχβάχερ είναι ένα μοντέρνο κινηματογραφικό διαμάντι το οποίο μας παρουσιάζει με παραμυθένιο τρόπο το παρελθόν που λεηλατείται και σβήνει ενώ παράλληλα το μέλλον δυσκολεύεται να γεννηθεί. Είναι ένας ύμνος των ατέρμονων μαχών που δίνει ο καθένας μοναχός του στη ζωή για να δώσει σάρκα κι οστά στα πιο απατηλά του όνειρα. Είναι ένας μύθος που ενώνει με έναν κόκκινο σπάγκο τον κόσμο των ζωντανών με τον αθέατο κάτω κόσμο των νεκρών. Είναι ένας φόρος τιμής για όλους αυτούς τους θησαυρούς που ατιμάστηκαν στο βωμό του κέρδους αλλά κι όλους αυτούς που εξακολουθούν να βρίσκονται στα σπλάχνα της γης, ευελπιστώντας πως θα έχουν μια καλύτερη μεταχείριση απ' αυτούς που θα τα ανακαλύψουν. 


Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Εμφύλιος Πόλεμος (2024)

 



Ομολογώ πως επισκέφθηκα τον κινηματογράφο Μικρόκοσμο με μικρές προσδοκίες, καθώς οι εγχώριες κριτικές για τον πολλά υποσχόμενο "Εμφύλιο Πόλεμο" του Άλεξ Γκάρλναντ ήταν οι περισσότερες χλιαρές κι αρνητικές. Να όμως που κι αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο, εντείνοντάς μου μια από τις πιο συγκλονιστικές κινηματογραφικές εμπειρίες των τελευταίων χρόνων, άφηνοντάς με μουδιασμένο για κάμποση ώρα μετά το τέλος της προβολής, να προσπαθώ να ξαναβρώ την ανάσα μου και να κατευνάσω την ανεξέλεγκτη ταχυπαλμία που μου προκάλεσε η ταινία. Πάνω σ' αυτό θα ήθελα να τονίσω πως δεν ήταν ο καταιγιστικός ρυθμός του έργου που με αιφνιδίασε και με σόκαρε αλλά στο κατά πόσο κοντά είναι ο δυτικός κόσμος σε ένα τόσο ακραία πολωμένο δυστοπικό μέλλον, ειδικά αν αναλογιστούμε τον πρόεδρο-μαριονέτα που έχει σήμερα η άλλοτε υπερδύναμη χώρα του δυτικού κόσμου αλλά κι αυτόν που πολύ πιθανόν θα επανεκλέξει σε λίγους μήνες...
Η θέση που παίρνει ο σκηνοθέτης πάνω στο φλέγον θέμα ενός εμφυλίου πολέμου, γίνεται εμφανής από τα πρώτα λεπτά. Καταφέρνει να μας ρίξει κατευθείαν στην πρώτη γραμμή του πυρός, χωρίς να δίνει έμφαση στα αίτια της σύρραξης. Από τη μια στιγμή στην άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι χωρισμένες στα δύο, ή για να το θέσω καλύτερα στα τρία. Από την μια είναι οι Δυτικές Δυνάμεις που απαρτίζονται από την Καλιφόρνια και το Τέξας, έχοντας με το μέρος τους την πολιτεία της Φλόριντα κι από την άλλη το κράτος της Ουάσιγκτον που είναι έτοιμο να πέσει, με τις υπόλοιπες πολιτείες να διατηρούν μια ουδέτερη στάση, αναμένοντας την τελική έκβαση του πολέμου. 
Πρωταγωνιστές σ' αυτήν την εμπόλεμη ζώνη των Ηνωμένων Πολιτειών είναι δύο δημοσιογράφοι και δύο φωτορεπόρτερ, οι οποίοι παίρνουν την απόφαση να ταξιδέψουν από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσινγκτον, ελπίζοντας πως θα προλάβουν να πάρουν μια τελευταία συνέντευξη από τον έκπτωτο πρόεδρο. Στην άκρως επικίνδυνη διαδρομή τους, θα αποκαλυφθεί όλη η παράνοια ενός πολέμου καθώς τα τέσσερα πρόσωπα θα έρθουν αντιμέτωπα με μανιακούς τύπους που ταμπουρωμένοι πυροβολούν ότι κινείται στην περιοχή τους, με φασίστες που βρίσκουν τον πόλεμο ως ευκαιρία εθνοκάθαρσης ανοίγοντας ομαδικούς τάφους για να πετάξουν μέσα κάθε ξένο πολίτη που σκοτώνουν ανεξέλεγκτα, με οπλισμένους πολίτες που έχουν πάρει τον νόμο στα χέρια τους σκορπώντας τον τρόμο στις πόλεις που δρουν αλλά και πολιτείες που προσπαθούν να ζήσουν μακριά από τις ταραχές, έχοντας όμως τις κάννες των ελεύθερων σκοπευτών να σημαδεύουν απειλητικά πάνω από τα κεφάλια των πολιτών τους.




Το χαρακτηριστικό που κάνει τη συγκεκριμένη ταινία να ξεχωρίζει από άλλες αντίστοιχες του είδους που αναφέρονται σε ένα κοντινό δυστοπικό μέλλον, είναι πως ο δημιουργός αποφεύγει έξυπνα να πάρει κάποια πολιτική θέση, αφήνοντας τον θεατή να κρίνει ελεύθερα κι ανεπηρέαστα την όλη κατάσταση. Ούτε ακολουθεί την εμπορική πλέον αντιτραμπική ρητορική (αν κι ο πρόεδρος της ταινίας φέρει την αλαζονεία του πρώην προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών). Προσωπικά βρήκα αρκετά εύστοχη τη δημιουργική ασάφεια του σκηνοθέτη, ο οποίος δεν προσδιορίζει ποιοι ανήκουν στο ρεπουμπλικανικό μέτωπο και ποιοι στο δημοκρατικό. Το μόνο που αφήνει να εννοηθεί είναι πως η πλειοψηφία των εμπλεκομένων εκφράζει μια απέχθεια στον πρόεδρο που είναι ταμπουρωμένος στον Λευκό Οίκο. Με το να μην παίρνει κάποια ξεκάθαρη θέση, αποφεύγει να παρουσιάσει το συνηθισμένο μοντέλο της μάχης του καλού με το κακό, διότι θέλει να δείξει πως οι χαρακτηρισμοί αυτοί ορίζονται στο τέλος κάθε πολέμου κι αναλόγως με την έκβαση που έχει.
Επίσης, ένα άλλο ευφάνταστο στοιχείο της ταινίας, το οποίο ο σκηνοθέτης αξιοποίησε εύστοχα κι έξυπνα, είναι πως πήρε ένα σύνολο πολεμικών γεγονότων και το ένταξε στον αμερικανικό χώρο. Εικόνες που παρακολουθούμε άπραγοι κι αδιάφοροι στους τηλεοπτικούς μας δέκτες, γίνονται ξαφνικά απτά γεγονότα της καθημερινότητάς μας. Άνθρωποι που ζητούν πόσιμο νερό πέφτουν θύματα βομβιστικής ενέργειας, άνθρωποι άλλης φυλής ή θρησκείας, κείτονται σε ανοιχτούς λάκκους μαζί με άλλα θύματα της ξενοφοβικής βίας και φυσικά, ο Λευκός Οίκος να σφυροκοπείται ανελέητα, όπως συνέβη το 1973 στο κοινοβούλιο της Χιλής από την αμερικανοκινούμενη χούντα του Πινοσέτ. Άραγε, πως θα αντιδρούσαμε σε μια αντίστοιχη εμπόλεμη κατάσταση μετά από μια χρόνια αναισθητοποίηση που μας έχει προκαλέσει η εξ αποστάσεως παρακολούθηση των ολέθριων συνεπειών των πολεμικών εγκλημάτων και των συνεχών συρράξεων σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου; Ποιος μας εγγυάται πως αυτή η επικίνδυνη αστάθεια δεν έχει φτάσει έξω από τη δική μας πόρτα;
Αυτό το κινηματογραφικό κέντημα γεγονότων, δίνει το έναυσμα για έναν απαραίτητο προβληματισμό στο κατά πόσο είναι εφικτό να συμβεί ένας εμφύλιος πόλεμος σε κάποια από τις κοινωνικοπολιτικά ταραγμένες κι οικονομικά δοκιμασμένες χώρες του Δυτικού Κόσμου. Πόσο κοντά είμαστε σε μια πιθανή πολιτική εκτροπή στις Η.Π.Α., οι οποίες διανύουν πλέον τα τελευταία χρόνια της παντοδυναμίας τους. Πως θα λήξει γι' αυτούς, αυτή η περίοδος; Άραγε τι θα συμβεί αν όλοι αυτοί οι πόλεμοι που δεκαετίες τώρα "εξάγουν" σε άλλες χώρες, περιοριστούν και ξεσπάσουν εντός των συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών;  




Ένα ακόμη στοιχείο που η συγκεκριμένη ταινία αναδεικνύει και κρίνει με εύστοχο τρόπο είναι η ηθική των εικόνων. Ο σκηνοθέτης Άλεξ Γκάρλναντ, ο οποίος έγραψε και το σενάριο της συγκεκριμένης ταινίας, θίγει σταδιακά το συγκεκριμένο θέμα μέσα από τους διαλόγους δυο προσώπων, της Λι μιας έμπειρης πολεμικής φωτορεπόρτερ, την οποία ερμηνεύει η Κίρστεν Ντανστ και της Τζέισι, μιας νεαρής φωτορεπόρτερ, την οποία υποδύεται η Κέιλι Σπέινι, που κάνει τα πρώτα της επαγγελματικά βήματα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Την τετράδα συμπληρώνουν ο ταλαντούχος Βάγκνερ Μόοουρα που υποδύεται τον δημοσιογράφο που επιθυμεί να πάρει μια τελευταία δήλωση από τον πρόεδρο της Αμερικής και τον Στίβεν Χέντερσον, ο οποίος εκπροσωπεί τη φωνή της λογικής που προσπαθεί να ακουστεί μες στον παραλογισμό του πολέμου.
Από την μια πλευρά, η έμπειρη Λι υπηρετεί στην ωμή καταγραφή των γεγονότων, θεωρώντας πως ο ρόλος της είναι να συγκεντρώνει στοιχεία και ντοκουμέντα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν άλλοι άνθρωποι, για να θέσουν τα κατάλληλα ερωτήματα που θα μπορέσουν να αναλύσουν τα ιστορικά γεγονότα. Κατά κάποιον τρόπο, το λειτούργημά της τοποθετείται στο πρώτο στάδιο διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Γι' αυτό το λόγο, βλέπουμε την πρωταγωνίστρια να παρατηρεί ατάραχη δυο βασανισμένους ανθρώπους που είναι κρεμασμένοι σε ένα επαρχιακό βενζινάδικο και ζητάει να τους φωτογραφίσει, δηλώνοντας στην νεαρή φωτορεπόρτερ που την ακολουθεί πως δεν τη νοιάζει αν είναι με τη μεριά των καλών ή των κακών διότι ο ρόλος της δεν είναι να ρωτά αλλά να καταγράφει. 
Από την άλλη, έχουμε τη νέα τάση του φωτογραφικού ρεπορτάζ, η οποία βλέπει αυτές τις εμπόλεμες σκηνές ως ευκαιρία καλλιτεχνικής έκφρασης. Ως μια νέα μορφή τέχνης που προορίζεται για μαζική κατανάλωση, όπου σ' αυτήν την κατηγορία, ο φωτορεπόρτερ δεν κυνηγάει μόνο την καταγραφή των γεγονότων αλλά και την αναγνωρισιμότητα μέσα από το έργο του. Κι αυτήν την αναγνωρισιμότητα, την κυνηγάει με κάθε τίμημα. 
Εδώ όμως τίθεται το εξής ερώτημα. Τελικά ο φωτορεπόρτερ και συγκεκριμένα ο πολεμικός ανταποκριτής, καταφέρνουν να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για τα εγκλήματα που διαπράττονται σε πολεμικές συρράξεις ή όλος αυτός ο καταιγισμός εικόνων και βίντεο το μόνο που πετυχαίνει είναι να εξοικειώνει την ανθρωπότητα με τις φρικαλεότητες; Πάνω σ' αυτό το ζήτημα, ο σκηνοθέτης θέτει ανησυχητικά διλήμματα κι άβολους προβληματισμούς τόσο για το λειτούργημα των δημοσιογράφων όσο και για την ανθρωποφαγία και την απάνθρωπη αδιαφορία της υπερκαταναλωτικής δυτικής κοινωνίας. 
Και κάπου εδώ έρχεται να με εντυπωσιάσει η σκηνοθετική μαεστρία του δημιουργού, ο οποίος αναπτύσσει όλους τους παραπάνω προβληματισμούς ανάμεσα σε συγκλονιστικές σκηνές αδρεναλίνης, τις οποίες έζησα με μια απίστευτα πρωτόγνωρη ένταση, όπως για παράδειγμα το εφιαλτικό δεκάλεπτο όπου εμφανίζεται ο ταλαντούχος Τζέσι Πλίμον αλλά κι η πολιορκία του Λευκού Οίκου, η οποία καταφέρνει να κόψει την ανάσα κάθε απαιτητικού θεατή. Σημαντικό ρόλο στην ένταση των παραπάνω σκηνών έπαιξε κι ο βραβευμένος με όσκαρ ηχητικού μοντάζ Γκλεν Φρίμαντλ. 
Ο "Εμφύλιος Πόλεμος" δεν είναι μια ακόμη από τις πολλές αξιόλογες αντιπολεμικές ταινίες αλλά μια από τις πιο προβοκατόρικες δημιουργίες που έχει προσφέρει ο αμερικανικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια. Είναι ένα κινηματογραφικό εγχείρημα που ενώ προσελκύει το κοινό με τις πολεμικές του σκηνές, τελικά καταφέρνει να το προβληματίσει με το ανησυχητικό του περιεχόμενο. Είναι ένα ύστατο καμπανάκι για το αδιέξοδο που έχει οδηγηθεί η αμερικανική κοινωνία συμπαρασύροντας μαζί της και τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Παρόλο που η ταινία σε προϊδεάζει για ένα δυστοπικό μέλλον, τελικά σε συνταράζει για την ειλικρινή της ανάλυση σε ένα υπαρκτό διχαστικό παρόν που βρίσκεται ένα βήμα πριν την εμφύλια σύρραξη. Για  όλους αυτούς τους λόγους, τη θεωρώ ως ένα αναπάντεχο κινηματογραφικό αριστούργημα και σίγουρα ως μια από τις καλύτερες και συγκλονιστικότερες ταινίες της φετινής χρονιάς. Επίσης, είναι μια ταινία που αξίζει οπωσδήποτε να την παρακολουθήσει κανείς σε κινηματογραφική αίθουσα.

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 16 Απριλίου 2024

Οι Ελευσίνιοι (2023)

 


Όπως συμβαίνει με συγκεκριμένους αγαπημένους μου δημιουργούς, έτσι κι εδώ, περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία να παρακολουθήσω τη νέα ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή, "Ελευσίνιοι", καθώς η ίδια η πόλη που την τίμησε πριν τρεις δεκαετίες με την αξεπέραστη "Αγέλαστος Πέτρα", τον κάλεσε ξανά, αυτή τη φορά ως πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, για να περιπλανηθεί ξανά στις γειτονιές της και να συναναστραφεί με πρόσωπα παλιά κι αγαπημένα αλλά και με τις νέες γενιές που επιμένουν να αγωνίζονται και να  ονειρεύονται σ' αυτή τη ξεχασμένη γωνιά της Αττικής γης. Οι "Ελευσίνιοι" είναι ένα πολυεπίπεδο δοκιμιακό έργο που καταπιάνεται με αρκετά θέματα και καταφέρνει να τα δέσει αρμονικά, δημιουργώντας ένα τελικό αποτέλεσμα αρκετά νοσταλγικό, συγκινητικό και πάνω απ' όλα ανθρωποκεντρικό. Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω κάποια απ' αυτά, αν και θεωρώ αρκετά δύσκολο να περιγράψω όλα αυτά τα συναισθήματα που αναδύθηκαν από μέσα μου τόσο κατά τη διάρκεια της προβολής όσο και μετά...
Πρώτα απ' όλα συγκινήθηκα αρκετά με τα αποσπάσματα της "Αγελάστου Πέτρας", τα οποία δεν είχαν ενταχθεί στην ταινία τότε κι έρχονται σήμερα να συμπληρώσουν ένα ήδη πλήρες κι άρτιο αριστούργημα. Ξανασυνάντησα τους μικρασιάτες πρόσφυγες, οι οποίοι μέσα από τις μαρτυρίες τους φανερώνουν πως αρχές του περασμένου αιώνα είχαν καταφέρει να δώσουν μια νέα πνοή σε έναν τόπο που είχε λησμονηθεί από αρκετούς. Συγκινήθηκα πολύ που συναντήθηκα πάλι με οικεία πρόσωπα (τολμώ να τα χαρακτηρίσω οικία καθώς έχω παρακολουθήσει κάμποσες φορές την Αγέλαστος Πέτρα), τα οποία ξεδίπλωσαν κι άλλες άγνωστες πτυχές από την πολυτάραχη ζωή τους, αλλά και στιχομυθίες σαν αυτή του σκηνοθέτη με την κυρία Ελένη που άναβε τα καντηλάκια στην Ιερά Οδό, η οποία ρώτησε χαριτολογώντας, αν γινόταν να έρθει με το φαναράκι της στην τότε πρεμιέρα της "Αγελάστου Πέτρας"
Έχοντας ως βάση τα πρόσωπα της δεκαετίας του '80, ο πολυαγαπημένος Έλληνας σκηνοθέτης επιστρέφει στην Ελευσίνα για να δει πόσο πολύ άλλαξε η πόλη κι οι άνθρωποί της, εστιάζοντας αυτή τη φορά στα "παιδιά" που ανδρώθηκαν κι ωρίμασαν απότομα στις φάμπρικες της ευρύτερης περιοχής κατά την περίοδο του μεσοπολέμου αλλά και στα νέα πρόσωπα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης αλλά εξακολουθούν να ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο. Απ' όλα τα πρόσωπα, ξεχώρισα τους νέους που θέλουν να σπουδάσουν προγραμματισμό κι αστροφυσική, εκθέτοντας με εύστοχο τρόπο μια από τις πολλές λάθος αντιλήψεις του πρωθυπουργού που θεωρεί ότι οι λαϊκές συνοικίες βγάζουν μόνο ψυκτικούς. 




Επίσης, μέσα από τα νέα πρόσωπα που περνάνε από το κινηματογραφικό φακό του Φίλιππου Κουτσαφτή, παρατηρούμε τη φιλοξενία που έχουν νιώσει στην Ελευσίνα, η οποία έχει μετατραπεί σε πατρίδα όλων των κατατρεγμένων αυτής της γης. Όπως στις αρχές του περασμένου αιώνα δέχτηκε στους κόλπους της τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, έτσι και στις μέρες μας δέχεται χωρίς διακρίσεις τους μετανάστες, οι οποίοι δένονται με το μέρος, νιώθοντας έντονα πως είναι κι οι ίδιοι γέννημα θρέμμα αυτής της πόλης, όπως μια νεαρή κοπέλα από την Αλβανία που αισθάνεται κάποια μυστήρια πνευματική σύνδεση με τον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας. Τέλος, θα ήθελα να μνημονεύσω έναν αξιολάτρευτο κύριο που έφτιαχνε μικρά έπιπλα στην κόρη του για να παίζει και χαιρόταν με τη ψυχή του βλέποντας τη χαρά του παιδιού του. Με έναν τόσο λιτό και γλυκό τρόπο γίνεται μνεία στην ομορφιά και στην ειλικρίνεια της λαϊκής τέχνης, σε αντίθεση με την απρόσωπη και σε αρκετές περιπτώσεις απρόσιτη ακαδημαϊκή μορφή της σύγχρονης τέχνης.
Πέρα όμως από την ανθρωποκεντρική του προσέγγιση, ο Φίλιππος Κουτσαφτής κάνει άλλη μια λυρική περιπλάνηση στους αρχαιολογικούς χώρους, στο νέο πια μουσείο της Ελευσίνας, στη Μονή Δαφνίου αλλά και στις λιγοστές γειτονιές που εξακολουθούν να διατηρούν τον ξεχασμένο χαρακτήρα των παλιών γειτονιών. Τελικά ποια είναι η ταυτότητα κι η ατμόσφαιρα της σημερινής Ελευσίνας τόσο για τους κατοίκους της όσο και για τους Αθηναίους που την έχουν τόσο κοντά τους αλλά και μακριά τους. Ποιο είναι το όραμά της και τι έχει σωθεί από την επέλαση των διυλιστηρίων και των εργοστασίων; Πόσο πολύ διαφέρει η όψη της από τα μάτια των νέων παιδιών σε αντίθεση με την εικόνα που έχουν διατηρήσει καλά στη μνήμη τους οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι; Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δε μπορεί να δοθεί με σαφήνεια, παρόλο που ο δημιουργός επιδιώκει και καταφέρνει εν μέρει να προσεγγίσει την αλήθεια συλλέγοντας ένα σύνολο απόψεων, εμπειριών, προβληματισμών και περιγραφών. 
Όσο για τα Ελευσίνια Μυστήρια, ο δημιουργός επιλέγει έναν έξυπνο και εύστοχο τρόπο για να τα παρομοιάσει με το γλυκό πρόσωπο ενός μικρού κοριτσιού με το αινιγματικό του βλέμμα, το οποίο απαντάει γραπτώς στις ερωτήσεις του σκηνοθέτη κι αρνείται διακριτικά να του εκμυστηρευτεί τις καθημερινές του σκέψεις που έχει γράψει σε ένα ημερολόγιο.
Με μια σύγχρονη αλλά ταυτοχρόνως απόκοσμη ματιά, ο Φίλιππος Κουτσαφτής αναβιώνει τα Ελευσίνια Μυστήρια με τον δικό του ανεξίτηλο τρόπο, δημιουργώντας υπαρξιακές προεκτάσεις του ένδοξου παρελθόντος με το στάσιμο παρόν, αφήνοντας τις νέες γενιές να μιλήσουν για το μέλλον. Με τη δική του κινηματογραφική ματιά, η Ελευσίνα μετατρέπεται σε ένα καίριο σημείο αναφοράς της πρόσφατης ιστορίας του νεοελληνικού κράτους, από την Καταστροφή της Σμύρνης εν καιρώ πολέμου μέχρι την Καταστροφή της Ελευσίνας εν καιρώ ειρήνης (;), η οποία μας διηγείται ξανά ένα μοντέρνο θλιμμένο παραμύθι προσπαθώντας με κάθε τρόπο να διασώσει την Ιστορία που είτε έχει γκρεμιστεί, είτε έχει μπαζωθεί, είτε έχει τσιμεντωθεί. Πάνω σ' αυτό το χρόνιο έγκλημα, ο Φίλιππος Κουτσαφτής αφήνει στην άκρη το ενοχικό συγγνώμη του φινάλε της "Αγελάστου Πέτρας" και δίνει το βήμα και συνάμα την ώθηση στη νέα γενιά να συνεχίσει τον αγώνα για ένα καλύτερο αύριο.


Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

Οι Άποικοι (2023)

 



Οι κινηματογραφικές χρονιές πάντα περιέχουν αξιόλογες κι ενδιαφέρουσες προτάσεις από τη Λατινική Αμερική και συγκεκριμένα από την αγαπημένη μου χώρα, τη Χιλή, η οποία επικεντρώνεται τόσο στις μέχρι πρότινος αμερικανοκίνητες δικτατορίες όσο και στα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα. Υπάρχουν όμως και ταινίες που εστιάζουν στις πιο σκοτεινές περιόδους εκείνων των περιοχών. Με μια απ' αυτές τις άγνωστες πτυχές της ιστορίας καταπιάνεται ο Φελίπε Γκαλβέζ στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, παρουσιάζοντας με ωμό κι ανατριχιαστικό τρόπο την ανελέητη γενοκτονία που υπέστησαν οι ιθαγενείς της Παταγονίας από τους δυτικούς τυχοδιώκτες που αποίκησαν με απληστία στα συγκεκριμένα παρθένα μέρη. Με ένα πρωτοποριακό ύφος, ο σκηνοθέτης αναμοχλεύει τα στάσιμα και σκοτεινά νερά της άγνωστης χιλιανής ιστορίας, ασκώντας με δριμύτητα κριτική για τις θηριωδίες της δυτικής αποικιοκρατίας, αποσπώντας με το έργο του το βραβείο FIPRESCI, στο τελευταίο φεστιβάλ των Καννών.
Η ταινία μας γυρνάει πίσω στο 1901, παρουσιάζοντάς μας αρχικά τις απάνθρωπες συνθήκες των εργατών γης που προσλαμβάνονταν από τους ντόπιους γαιοκτήμονες. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Χοσέ Μενέντεζ (υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο), του οποίου τα πρωτοπαλίκαρα έκαναν ακόμη πιο δύσκολη τη ζωή τόσο των εργατών όσο και των γηγενών. Ένας απαράβατος κανόνας που ίσχυε χωρίς διακρίσεις και προκαλούσε τρόμο, ήταν πως κάθε εργατικό ατύχημα σήμαινε τερματισμό όχι μόνο της (συν)εργασίας, αλλά και της ζωής των εργατών. Πέρα όμως από τις εκτάσεις γης, ο Μενέντεζ είχε πάρει τα δικαιώματα και της εκτροφής προβάτων. Γι' αυτόν τον λόγο στέλνει τρεις άνδρες σε μια αποστολή για να καθαρίσουν τα περάσματα της Γης του Πυρός (το όνομά της δόθηκε από τους αποίκους λόγω των εστιών που άναβαν οι γηγενείς στις κατασκηνώσεις τους) ,ώστε να έχουν τα ζώα του μια ασφαλή δίοδο προς τα βοσκοτόπια τους. 
Η ιχνηλατική ομάδα σχηματίζεται από έναν Σκοτσέζο στρατιώτη, γνωστό ως "Κόκκινο Γουρούνι" τόσο για τα σαδιστικά του εγκλήματα, όσο και για την κόκκινη στολή του βρετανικού στρατού που εξακολουθούσε να φοράει, έναν Αμερικανό μισθοφόρο που γνώριζε από μαζικές σφαγές ιθαγενών κι έναν γηγενή ιχνηλάτη που τους καθοδηγούσε, καθώς γνώριζε τα μέρη.
Το οδοιπορικό των τριών προσώπων, θα δώσει τη δυνατότητα να αποκαλυφθεί η απέραντη ομορφιά της Παταγονίας, η άγρια γοητεία των βουνών της και το αλαλούμ των αχαρτογράφητων περιοχών που δεν είχαν προλάβει να ενταχθούν στη Χιλή και στην Αργεντινή. 
Η πορεία τους όμως θα βαφτεί με αίμα, καθώς οι ιχνηλάτες θα αρχίσουν να σφάζουν όλους τους ιθαγενείς που θα συναντούν στο διάβα τους. Αυτό έχεις ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια αντίφαση ανάμεσα στην άγρια ομορφιά του Χιλιανού τοπίου και στις φρικαλεότητες που συντελούνται μέσα σε αυτό. Με τη δράση τους αυτή, το "καθάρισμα" των μονοπατιών που ζήτησε ο Μενέντεζ αποκτά μια άλλη ερμηνεία, πολύ πιο σκοτεινή, απάνθρωπη κι αιμοβόρα. Όμως, η απληστία των ιχνηλατών δολοφόνων κι η αίσθηση της ατιμωρησίας των πράξεών τους, θα τους φέρει στο χείλος της δικής τους καταστροφής καθώς από κυνηγοί κεφαλών θα μετατραπούν σε κατατρεγμένα θύματα των δικών τους ανθρώπων (αντίστοιχων δυτικών τυχοδιωκτών). Η κατάληξή τους αυτή μετατρέπεται σε μια τιμωρία χωρίς δικαίωση για τα θύματα των εγκλημάτων τους, αποδεικνύοντας πως όσοι ταξίδεψαν ως τις εσχατιές του κόσμου, για να εκμεταλλευτούν παρθένα μέρη και να αφανίσουν αδύναμους λαούς, αποτελούν την προσωποποίηση του απόλυτου επίγειου κακού.




Το πιο εφιαλτικό στοιχείο της ταινίας είναι μια σκηνή που διαδραματίζεται κάμποσα χρόνια μετά τα γεγονότα που συνέβησαν στο οδοιπορικό των τριών ιχνηλατών. Στη συγκεκριμένη σκηνή παρακολουθούμε την οικογένεια του Χοσέ Μενέντεζ να απολαμβάνει τις ανέσεις που τους έχει επιφέρει ο βρώμικος πλουτισμός τους. Κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης με έναν ντόπιο ιερά κι έναν πολιτικό που έρχεται από την πρωτεύουσα της χώρας, θα δηλώσουν αμετανόητοι για τις σφαγές των γηγενών που διέπραξαν για να εδραιωθούν στην αριστοκρατική τους τάξη, χωρίς να αντιδρά κανείς από τους προσκεκλημένους για τα λεγόμενά τους. Μ' αυτόν τον ευφυή τρόπο, ο δημιουργός παρουσιάζει με ανατριχιαστικό κυνισμό τη σκοτεινή "κανονικότητα" αρκετών δυτικών κοινωνιών. Μια "κανονικότητα" που ξεκίνησε στις αρχές του περασμένου αιώνα και συνεχίζεται κάπως καλυμμένα μέχρι τις μέρες μας, τροφοδοτώντας με πλούτη και πρώτες ύλες ορισμένες ισχυρές χώρες, δυναστεύοντας παράλληλα αδύναμους λαούς, οι οποίοι ανήκουν σε μια κατηγορία κρατών, η οποία έχει υιοθετήσει τον παραποιημένο και περιφρονητικό χαρακτηρισμό «τρίτος κόσμος». 
Όμως για μένα, η πιο έντονη στιγμή της ταινίας, βρίσκεται στην τελευταία σκηνή όπου κάποια πολιτικά πρόσωπα προσπαθούν να εξιλεώσουν την εικόνα της Χιλής από τα εγκλήματα του παρελθόντος της, προσπαθώντας από τη μια να προσεγγίσουν τα εναπομείναντα θύματα των σφαγών για να συνεργαστούν μαζί τους, ώστε να τιμωρηθούν οι ένοχοι, υποτάσσοντάς τα παράλληλα από την άλλη σε μια εθελούσια υιοθέτηση της δυτικής κουλτούρας. Το βλέμμα της πρωταγωνίστριας που έμεινε επίμονα καρφωμένο στο φακό μέχρι να σβήσει η οθόνη, έμεινε για μέρες χαραγμένο στη μνήμη μου.
Ο σκηνοθέτης Φελίπε Γκαλβέζ επιλέγει να αφηγηθεί ένα φλέγον θέμα της χώρας του, παρουσιάζοντας την άγνωστη γενοκτονία των φυλών της Παταγονίας. Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της τρομακτικής ατμόσφαιρας έπαιξε ο διευθυντής φωτογραφίας Σιμόνε Ντ' Αρκάντζελο με τα εκπληκτικά πλάνα των ανοιχτών οριζόντων, των αφιλόξενων βουνών και των άγριων δασών τα οποία ερχόντουσαν σε τρομερή αντίθεση με τις φρικαλεότητες που σημειώθηκαν στα μέρη αυτά. Παράλληλα, πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε κι η μουσική επένδυση του Χάρι Αλούτσε, η οποία διατηρεί μια ένταση καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Προσωπικά, βρήκα πρωτότυπους και τους κατακόκκινους τίτλους των κεφαλαίων της ταινίας, οι οποίοι εμφανίζονταν ξαφνικά και κάλυπταν απειλητικά όλη την επιφάνεια της μεγάλης οθόνης. 
Οι "Άποικοι" είναι ένα μοντέρνο και σκοτεινό γουέστερν, το οποίο τολμάει να πειραματιστεί με νέες οπτικές γωνίες, καταφέρνοντας να προσεγγίσει τις σκοτεινές πτυχές ενός όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος, με απώτερο σκοπό να καταγγείλει την ανελέητη βαρβαρότητα των αποίκων και τη μη αναστρέψιμη καταστροφή ενός φιλήσυχου πολιτισμού που ζούσε για αιώνες ειρηνικά στην πιο απομακρυσμένη περιοχή του Νέου Κόσμου. 
Επίσης, ο δημιουργός προσπαθεί να αναδείξει και να ερμηνεύσει με έναν εύστοχο τρόπο την καταδικασμένη ιστορία της χώρας του, η οποία θεμελιώθηκε με τις βαρβαρότητες των αποίκων, προετοιμάζοντας το έδαφος των δικτατοριών που επιβλήθηκαν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Με λίγα λόγια, οι «Άποικοι», προσεγγίζουν με ειλικρίνεια, αλλά και με κυνισμό την απάνθρωπη φύση του ιμπεριαλισμού και της βάρβαρης κληρονομιάς του, η οποία δεν είναι άλλη από τη βίαιη κατάκτηση της εξουσίας, την επιδίωξη κάθε ανήθικου αισχροκερδούς πλούτου και τον ασφυκτικό έλεγχο των μαζών.  


Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή 7 Απριλίου 2024

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Επιφώτιση (1973)

 



Ο χώρος του κινηματογράφου είναι ένα απέραντο σύμπαν γεμάτο αριστουργήματα που ακόμη αγνοούμε την ύπαρξή τους. Μέσα σ' αυτή τη χρόνια αναζήτηση σπάνιων κινηματογραφικών διαμαντιών, διαπίστωσα πως όσο περισσότερο πορευόμαστε μέσα στον αχανή κόσμο της έβδομης τέχνης, τόσο περισσότερο πειθόμαστε πως υπάρχουν ένα σωρό ταινίες που περιμένουν καρτερικά να μας μαγέψουν, να μας συνταράξουν, να μας προβληματίσουν και να μας βελτιώσουν ως ανθρώπους. Κι αυτό από μόνο του είναι ένα κίνητρο να συνεχίσω να τις αναζητώ. Η τελευταία μου αναπάντεχη ανακάλυψη είναι ένα σπάνιο υπαρξιακό κινηματογραφικό δοκίμιο, η "Επιφώτηση" (ή "Επιφοίτηση") του Πολωνού σκηνοθέτη Κριστόφ Ζανούσι. Μια κινηματογραφική ανακάλυψη που την οφείλω στις εκπληκτικές επιλογές του Cinemarian. 
Η σύνθετη κι άκρως πρωτοποριακή ταινία του Κριστόφ Ζανούσι, μας παρουσιάζει την πορεία ενός νεαρού Πολωνού, ο οποίος προσπαθεί από την πρώτη μέρα της φοιτητικής του ζωής να αναζητήσει το σκοπό της ύπαρξής του και το νόημα των επιλογών του, αλλά και το να κατανοήσει το θαύμα της ζωής. Για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο σκηνοθέτης επιλέγει μια περσόνα που δεν μας είναι ούτε συμπαθητική, αλλά ούτε κι αντιπαθητική. Η συνηθισμένη κι αδιάφορη όψη του, δίνει τη δυνατότητα στους θεατές να τον αφουγκραστούν και να τον κρίνουν αντικειμενικά και καθαρά τόσο για τις καθημερινές του σκέψεις όσο και για τις επιλογές που κάνει. 
Οι σπουδές του πάνω στη φυσική, του δίνουν τη δυνατότητα να συνδιαλέγεται σε καθημερινή βάση με ανθρώπους που έχουν κοινούς στόχους, κοινές αντιλήψεις, παρόμοιες ανασφάλειες και προβληματισμούς. Μέσα από αυθόρμητους διαλόγους πανεπιστημιακών που πραγματοποιούνται στις φοιτητικές αίθουσες, ανοίγεται ο άγνωστος κόσμος αυτών των τόσο κλειστών ανθρώπων της επιστημονικής ελιτ. Κάποιοι πιστεύουν πως ο κλάδος τους φέρει το βάρος του πυρηνικού ολέθρου, καθώς φυσικοί ήταν οι επιστήμονες που δημιούργησαν την ατομική βόμβα. Άλλος πιστεύει πως η φυσική είναι μια επιστήμη ξεπερασμένη, καθώς στις μέρες μας τα πρωτεία τα κουβαλάει η γενετική κι η βιολογία. Άλλοι πάλι επέλεξαν αυτό το επάγγελμα, διότι θέλουν να βγάλουν χρήμα και να αποκτήσουν κύρος μες στην κοινωνία. Και φυσικά υπάρχουν κάποιοι ρομαντικοί που πιστεύουν πως μέσα απ' αυτήν την επαγγελματική επιλογή θα καταφέρουν να γνωρίσουν ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα. 
Οι απαντήσεις που ακούει ο πρωταγωνιστής από τους συμφοιτητές του και τους καθηγητές, δεν τον πείθουν. Όμως, αυτό δεν τον πτοεί καθώς βρίσκεται σε μια φάση της ζωής του που τον ελκύουν οι πειραματισμοί κι οι περιπέτειες. Οπότε τον βλέπουμε άλλες φορές να βυθίζεται σαν φάντασμα σε φοιτητικές μαζώξεις όπου κυριαρχεί η τάση της ανατολίτικης ψυχεδέλειας κι άλλες φορές να αναρριχάται σαν αερικό στους ορεινούς όγκους της νότιας Πολωνίας. Και στις δυο περιπτώσεις διαπιστώνει πως αποτυγχάνει να έρθει κοντά στην αλήθεια κι αδυνατεί να καλύψει το κενό που νιώθει πως υπάρχει μέσα του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιλέξει ένα άλλο μονοπάτι που θεωρεί ότι θα τον οδηγήσει στην ανθρώπινη ολοκλήρωσή του, το οποίο είναι η δημιουργία της δικής του οικογένειας. 




Αναζητώντας ο πρωταγωνιστής την πλήρη ολοκλήρωσή του, παίρνει το ρίσκο να πείσει τη σύντροφό του να συνεχίσει την κύησή της. Όμως, η απόφασή τους αυτή, είναι ολίγον επιπόλαιη, καθώς κανείς τους δεν έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του και δεν έχει αναλογιστεί τις ευθύνες που κουβαλάει το μεγάλωμα ενός παιδιού. Ο πρωταγωνιστής θα αναγκαστεί να αφήσει τις σπουδές του για να δουλέψει, ώστε να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της οικογένειάς του, κάτι που θα τον ρίξει απότομα στο στίβο της εργασιακής ζούγκλας, όπου θα διαπιστώσει βιαίως πως στις νέες για εκείνον κοινωνικές συνθήκες, κανείς δεν υπολογίζει κανέναν κι ο αλληλοσεβασμός πάει περίπατο. 
Την ίδια περίοδο, ένας φίλος του μουσικός χάνει τη μάχη με τη ζωή μετά από μια δύσκολη επέμβαση. Η εξέλιξη αυτή θα φέρει τον πρωταγωνιστή αντιμέτωπο με ηθικά διλήμματα στο κατά πόσο η επιστήμη μπορεί να επεμβαίνει βάναυσα στο σώμα των ασθενών με απώτερο σκοπό να σώσει τις ψυχές τους. Μέσα από συζητήσεις που κάνει με εξειδικευμένους γιατρούς, αναρωτιέται με ποιο δικαίωμα το ανθρώπινο είδος κάνει πειράματα πάνω σε άλλα ζώα, αναζητώντας την πολυπόθητη θεραπεία των ανθρώπινων ασθενειών. Με ποιο ήθος οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν ως αντικείμενα μελέτης κι έρευνας τα ζωτικά όργανα νεκρών ασθενών τους; Οι απαντήσεις που παίρνει δεν τον ικανοποιούν, εκδηλώνοντας την αγανάκτησή του με τη συνταρακτική σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής κάνει χίλια κομμάτια το δοχείο με τον εγκέφαλο του φίλου του μουσικού. 
Τα αδιέξοδα και τα αναπάντητα ερωτήματα των θετικών επιστημών θα στρέψουν τον πρωταγωνιστή στο μυστικισμό των θρησκειών. Θέλοντας απογοητευμένος να εγκαταλείψει τα εγκόσμια, θα αναζητήσει την ψυχική του γαλήνη σε κάποιο μοναστήρι. Όμως κι εκεί θα διαπιστώσει πως η παράνοια της ανθρώπινης απελπισίας χτίζει αβάσιμα δόγματα κι ανύπαρκτους θεούς, οδηγώντας τους ανθρώπους σε μια πνευματική αποχαύνωση που σε όλες τις θρησκείες ερμηνεύεται ως θεία επιφώτιση. Μέσα από διαλόγους που έχει με τους μοναχούς, διαπιστώνει πως ο γνωστικισμός δεν αρκεί, για να απαντήσει στα ζητήματα που θέτει η ανθρώπινη περιέργεια, καθώς προσφέρει μόνο μερική γνώση της πραγματικότητας. Μια αδυναμία που την είχε παρατηρήσει και στο χώρο της επιστήμης, η οποία αδυνατεί με τη σειρά της να συλλάβει την έννοια του απόλυτου.





Μετά από μια ατέρμονη υπαρξιακή οδύσσεια, ο πρωταγωνιστής θα επιλέξει την απλή λογική, βάζοντας τους προβληματισμούς του για λίγο στην άκρη, θέλοντας να επιλύσει πρώτα τα οικογενειακά του προβλήματα και να σταθεί αντάξιος των ευθυνών του, τόσο ως γονιός, όσο κι ως σύντροφος. Θα ολοκληρώσει τις σπουδές του και θα προχωρήσει σε διδακτορικό πάνω στη βιολογία, προσπαθώντας να θέσει νέους ηθικούς κανόνες στη συγκεκριμένη επιστήμη. 
Όμως, εκεί που η ζωή του έχει πάρει μια εποικοδομητική πορεία κι όλα κυλούν αρμονικά κι αποτελεσματικά, έρχεται ένα θέμα υγείας που θα τον προσγειώσει ανώμαλα, υποτάσσοντάς τον σε πιο αργούς και χαλαρούς ρυθμούς, τόσο στην επαγγελματική του καριέρα, όσο και στην καθημερινή του ζωή. 
Κι εκεί που επανέρχεται η απελπισία στον πρωταγωνιστή, η αναγκαστική παύση των αγχωτικών του ρυθμών θα του προσφέρει την πολυπόθητη επιφώτιση διότι μέσα στη σωτήρια στασιμότητά του θα συνειδητοποιήσει πως το μυστήριο νόημα της ζωής βρίσκεται στις μικρές ανθρώπινες στιγμές που περνούν και χάνονται χωρίς να το συνειδητοποιούμε εγκαίρως. 
Η μορφή του ήρωα μέσα στα τρεχούμενα νερά του ποταμού είναι ένα ποίημα, διότι συμβολίζει με τον πιο εύστοχο τρόπο τη φυσική μας αδυναμία να ελέγξουμε το χρόνο που περνά και να διαχειριστούμε σωστά τη ζωή μας που κυλάει αδιάκοπα. 
Ο Κριστόφ Ζανούσι κατάφερε να μας προσφέρει ένα σπάνιο κινηματογραφικό δοκίμιο, μέσω του οποίου προσπαθεί να μας αποδείξει πως ούτε η λογική της επιστήμης, αλλά ούτε κι ο μυστικισμός των θρησκειών θα καταφέρουν ποτέ να δώσουν κάποια ορθή απάντηση, τόσο για το μυστήριο της ζωής, όσο και για το σκοπό της ύπαρξής μας. Για να καταφέρει να μας πείσει για τη θεωρεία του αυτή, έχει επιλέξει διακεκριμένα μέλη της επιστημονικής ελίτ της χώρας του, τα οποία αντιπαρατίθενται με επιστημονικά επιχειρήματα σχετικά με την ηθική της επιστήμης και το μέλλον που μας επιφυλάσσεται. 
Κατά τη γνώμη μου, η τρίτη του ταινία δεν είναι μόνο ένα ακόμη αριστούργημα του πολωνικού κινηματογράφου, αλλά και μια από τις σπουδαιότερες στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου προτάσσοντας αποφασιστικά τις πιο κραυγαλέες και μύχιες υπαρξιακές παλινωδίες των σκέψεών μας.


Βαθμολογία: 10/10

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024

Φτάσαμε τα 40

 


Και να λοιπόν που πατήσαμε και τα σαράντα. Ένας αριθμός που κάποτε μου φαινόταν τόσο μακρινός κι η έλευσή του μου έφερνε μια απροσδιόριστη αναταραχή. 
Σήμερα μπαίνω στην πέμπτη δεκαετία της ζωής μου. Υποτίθεται πως βρίσκομαι στην πιο παραγωγική μου περίοδο αλλά οι βίαιες συνθήκες των περασμένων δεκαετιών με έχουν αναγκάσει στο να περιοριστώ σε έναν σχετικά ανεκτό τρόπο ζωής και κάθε πρωί που ξυπνάω να λέω ένα συμβιβαστικό "πάλι καλά...". 
Όμως η ζωή τρέχει σαν νερό. Χρόνο με το χρόνο το αισθάνομαι όλο και πιο έντονα. Προς τα πού οδεύουμε και τι αφήνουμε τελικά πίσω μας. 
Όταν έκλεισα τα τριάντα κοίταξα πίσω μου και σκέφτομαι πως "ως εδώ πάμε καλά". Κλείνοντας σήμερα τα σαράντα ξανακάνω τον ίδιο απολογισμό. Εξακολουθώ να λέω σε ατομικό επίπεδο πως "ως εδώ πάμε καλά" όμως έχει προστεθεί ένα "αλλά". 
"Ως εδώ πάμε καλά αλλά με λιγότερα αγαπημένα πρόσωπα στη ζωή. 
Ως εδώ πάμε καλά αλλά η κατάσταση γύρω μου μυρίζει μπαρούτι κι αυτό με ανησυχεί αρκετά.
Ως εδώ πάμε καλά αλλά ένα ένα τα όνειρά μου σβήνουν και τα μελλοντικά μου σχέδια περιορίζονται".
Όλα τα παραπάνω δεν τα λέω με μια δόση μιζέριας και μελαγχολίας. 
Είναι επακόλουθο να χάσεις σημαντικούς για τη ζωή σου ανθρώπους. 
Είναι πιο ρεαλιστικό να αρχίσεις να πατάς πιο γερά στα πόδια σου και να αρχίσεις να διεκδικείς πιο λογικές προσδοκίες κι επιθυμίες. 
Είναι πιο ώριμο να σταματάς να αναζητάς την επιβεβαίωση από πολλούς κι άγνωστους ανθρώπους και να στρέφεσαι μόνο στους λίγους κι αληθινούς ανθρώπους που έχεις αποφασίσει να κρατήσεις στη ζωή σου. 
Σε μια λοιπόν περίοδο που κυριαρχεί το σκοτάδι της καθεστωτικής ανελευθερίας και της δολοφονημένης δικαιοσύνης, οι οποίες στερούν σε κάθε ευσυνείδητο συνάνθρωπό μου να κοιτά με αισιοδοξία το κοντινό του μέλλον, θα επιμείνω στην προσπάθειά μου να συνεχίσω να ζω την κάθε στιγμή που περνά και χάνεται. Να συνεχίσω την ίδια τακτική ώστε να νιώσω τα πόδια μου να πατούν πιο γερά πάνω στη γη. Να συνεχίσω να κυνηγώ τα όνειρά μου κάνοντας εφικτές υπερβάσεις, ώστε να φτάσω στα πενήντα και να πω για τρίτη φορά το "ως εδώ πάμε καλά".