Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Ο Έκπτωτος


Να λοιπόν που τα τελευταία καλοκαίρια έχουν αποκτήσει ισπανικό αέρα καθώς έχουμε συνηθίσει το πέρασμα αξιόλογων παραγωγών της ιβηρικής χερσονήσου από τους θερινούς μας κινηματογράφους. Μετά το "Μικρό Νησί", το "Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει" και την "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" ήρθε κι η σειρά ενός ισπανικού πολιτικού θρίλερ να μας καθηλώσει στις όχι και τόσο βολικές καρέκλες των θερινών. 
Ο "Έκπτωτος" είναι ένα θρίλερ που έχει όλα όσα ζητάει ένας απαιτητικός θεατής αυτού του κινηματογραφικού είδους. Γρήγοροι ρυθμοί που δε σ' αφήνουν λεπτό να πάρεις ανάσα, καλοδουλεμένες προσωπικότητες με τα τρωτά τους σημεία και υποβλητικά πλάνα που δένουν με αγχωτική μουσική.
Η ιστορία ξεκινάει με μια συνάντηση μεγαλοστελεχών ενός κόμματος όπου συζητούν με πανηγυρική διάθεση για μια παράνομη δραστηριότητα. Στη συνάντηση αυτή βρίσκεται κι ο περιφερειακός γραμματέας, ο οποίος έχει βλέψεις για την ηγεσία της παράταξης. Το σχέδιο φαίνεται καλοδουλεμένο και τα κέρδη αρκετά. Όλα όμως αρχίζουν να γκρεμίζονται σαν χάρτινος πύργος όταν συλλαμβάνουν έναν από τα μέλη της κομπίνας, ο οποίος αμέσως μαρτυράει το σχέδιο στις αρχές. Από κείνη τη στιγμή αρχίζει ένα κυνηγητό ενάντια στον περιφερειακό γραμματέα, ο οποίος απ' την μεριά του βλέπει πως όλοι μέσα από το κόμμα έχουν αρχίσει να του γυρνούν πλάτη. 
Αντιμέτωπος με τον χρόνο που κυλάει εις βάρος του κι έχοντας απέναντί του όλους τους μέχρι πρότινος συνεργάτες του, ο περιφερειακός γραμματέας αναζητάει τρόπους διαφυγής. Συνειδητοποιεί πως είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της παράταξής του που θα υποστεί όλα τα βάρη του αμαρτωλού παρελθόντος. Μια τακτική που επιφέρει ανακούφιση στα υπόλοιπα πολιτικά πρόσωπα αλλά είναι δυσβάσταχτη για τον ίδιο. 
Η δράση του έκπτωτου πολιτικού προσώπου από την οργάνωση της κομπίνας ως την πτώση του, θα περάσει από διάφορα στάδια. Πρώτα έχουμε την υπεροψία ότι η διαλεύκανση ενός σκανδάλου δεν θα τον αγγίξει. Ακολουθεί το μούδιασμα όταν συνειδητοποιεί πως στην παράταξή του έχει μετατραπεί σε μαύρο πρόβατο που δεν είναι αποδεκτό πια. Αρχίζει η αναζήτηση σωτηρίας. Πρώτα ρίχνει την αξιοπρέπειά του ζητώντας βοήθεια από ανθρώπους που κάποτε τον στήριζαν αλλά κι από πρόσωπα που είχαν μια άκρως ανταγωνιστική σχέση εντός του κόμματος. Βλέποντας πως κανείς δε βάζει το χέρι του στη φωτιά γι' αυτόν αρχίζει την αντεπίθεση. Αναζητεί στοιχεία σκανδάλων άλλων πολιτικών προσώπων και προσπαθεί να παγιδεύσει με παράνομες ηχογραφήσεις ανθρώπους που μέχρι τότε είχαν σταθεί στο πλευρό του. Ένας εσωκομματικός ακήρυχτος πόλεμος θα ξεκινήσει που θα οδηγήσει σε μαφιόζικες (και κάπως υπερβολικές) πράξεις. 
Ο έκπτωτος πολιτικός ξεγλιστράει από τις παγίδες που του στήνονται κι όπως όλα δείχνουν, φαίνεται πως αγγίζει απαλά τη σωτηρία του. Όμως εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς το ανύπαρκτο ήθος του ξεπετάγεται μετά από ένα εξευτελιστικό πολιτικό ξεγύμνωμα. Ένα ξεγύμνωμα που συμβαίνει μέσα από έναν εκπληκτικό τηλεοπτικό διάλογο που όχι μόνο σε μαγνητίζει αλλά σε εξοργίζει. Ένα εκπληκτικό πλάνο κι ένας καταιγισμός σκέψεων που καλό θα 'ταν να παιχτεί σε γιγαντοοθόνες έξω από το ελληνικό κοινοβούλιο. 
Η συγκεκριμένη ταινία με ενθουσίασε για αρκετούς λόγους. Πρώτα απ' όλα ήταν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και συγκεκριμένα του Αντόνιο ντε λα Τόρε που πλέον έχει γίνει γνωστή φυσιογνωμία στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό. Επίσης τα γυρίσματα είναι καλοδουλεμένα αν και σε πολλά σημεία σου δίνουν την αίσθηση τηλεοπτικής παραγωγής. Οι διάλογοι δεν ανήκουν στο δυνατό σημείο της ταινίας αν κι εκεί που χρειάζονται να ειπωθούν κάποια λόγια, παίρνουν άριστα με τόνο. 
Επίσης η ταινία μου άρεσε πολύ διότι θυμίζει αρκετά το σκάνδαλο που έριξε την κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι (του πολιτικού φίλου και περίεργου ομοϊδεάτη του Αντώνη Σαμαρά και της Νέας Δημοκρατίας του πολιτικού διαστήματος 2012-15). Παρ' όλα αυτά ο δημιουργός δε δίνει πολιτικό χρώμα στα πρόσωπα καθώς θέλει να δείξει πως η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή έχει σαπίσει δεκαετίες τώρα δίνοντας ηττημένη τη σκυτάλη της εξουσίας στους ακροδεξιούς. Εν μέρει η ταινία δείχνει το τέλος των ιδεολογιών καθώς αυτές θυσιάστηκαν στο βωμό τους κέρδους, του ατομικισμού και των σκανδάλων. Αφαιρώντας λοιπόν το κέλυφος του ανύπαρκτου ιδεολογισμού αποκαλύπτεται ο αθέατος βρώμικος πόλεμος των πολιτικών προσώπων.
Ο "Έκπτωτος" είναι ένα διαχρονικό πολιτικό θρίλερ και θα παραμείνει όσο επιλέγουμε απατεώνες να διοικούν τους τόπους και τα κράτη μας. Δεν είναι τυχαίο πως μετά από τα πρώτα λεπτά της ταινίας είχα την αίσθηση πως παρακολουθούσα μια ελληνική υπόθεση. Εξάλλου η Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει την Ισπανία σε υποθέσεις σκανδάλων. Επίσης δεν είναι λίγα τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τον εξαιρετικό πρωταγωνιστή της ταινία. Οι μπίζνες με την Ελβετία θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το "ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό" ενώ οι κραυγές του πρωταγωνιστή στην τηλεοπτική συνέντευξη μπορούν να αντικατασταθούν με τις γνωστές ακροδεξιές τσιρίδες προσώπων που εμπλέκονται σε σκάνδαλα τα οποία πλέον θα μπουν στο συρτάρι και θα εξαφανιστούν πατώντας πάνω στη κοντή μνήμη των Ελλήνων. Το μόνο που λείπει από την πραγματικότητα είναι η εκρηκτική αντίδραση της δημοσιογράφου. Στα μισά της συνέντευξης γίνεται φανερό ο ρόλος των τηλεοπτικών παπαγάλων καθώς η στάση της δημοσιογράφου υπαγορεύεται από το ακουστικό (ακούγονται ψίθυροι όσο τα δυο πρόσωπα μιλάνε μπροστά στον τηλεοπτικό φακό) αλλά όταν η δημοσιογράφος αφαιρεί ενοχλημένη το ακουστικό, ξεχύνεται από το στόμα της ένας χείμαρρος οργής και ήθους που φέρνει τον κάθε απατεώνα αντιμέτωπο με το βρώμικο παρελθόν του. Δυστυχώς όμως αυτά μπορούμε να τα "απολαύσουμε" μόνο σε μεγάλες οθόνες καθώς δε πρόκειται ποτέ να τα δούμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Εξάλλου οι εγχώριοι τηλεοπτικοί παπαγάλοι προσφέρουν υπηρεσίες με απώτερο σκοπό μια βουλευτική έδρα κάτι που διαπιστώσαμε στις πρόσφατες εκλογές. Περαστικά μας λοιπόν.
Όσο για την ταινία, για μένα είναι η έκπληξη του φετινού καλοκαιριού.

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Γνωριμία της Σάρκας (1971)


Η "Γνωριμία της Σάρκας" είναι ένα αριστούργημα που ωριμάζει ανάλογα με την ηλικία που βλέπει κανείς τη συγκεκριμένη ταινία. Την πρώτη φορά που την παρακολούθησα, μου φάνηκε ως μια ενδιαφέρουσα ερωτική ιστορία. Την δεύτερη φορά ενθουσιάστηκα για την ειλικρίνειά της στους σεξουαλικούς προβληματισμούς των ανδρών και για τις εκπληκτικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Την τρίτη φορά που την απόλαυσα σε ένα από τα θερινά σινεμά της Αθήνας, σε αυτές τις όμορφες στιγμές που μπορεί να σου προσφέρει αυτή η πόλη, παραδέχτηκα πως η συγκεκριμένη ταινία είναι η υπέρτατη ερωτική βίβλος αλλά κι ο καλύτερος ψυχαναλυτής των συναισθηματικών αδιεξόδων που εγκλωβίζονται πολλά ζευγάρια σήμερα, κάνοντας τη "Γνωριμία της Σάρκας" να ξεπερνάει τα κινηματογραφικά όρια και να γίνεται ένα ιδιαίτερο μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης κι ανθρωπίνων σχέσεων. 
Η ταινία σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή καθώς στους τίτλους αρχής με τα κόκκινα γράμματα των συντελεστών να εναλλάσονται σε μαύρο φόντο υπό τις μελωδίες του μαγευτικού Moonlight Serenade, ακούμε τον απολαυστικό διάλογο δυο εφήβων να μιλούν για τον έρωτα και την ονειρική σύντροφο που επιθυμούσε ο καθένας. Ο πιο ντροπαλός θέλει μια γυναίκα με κατανόηση, ένα κορίτσι με το οποίο «να ξεκινούν μαζί τις ίδιες προτάσεις» ενώ ο άλλος που είναι πιο κυνικός προτιμάει τα μεγάλα βυζιά. Ο ένας θέλει να κάνει για πρώτη φορά σεξ με μια επίσης παρθένα ενώ ο άλλος θα επιθυμούσε μια πιο έμπειρη γυναίκα, αρκεί να μην είναι τέρας. Οι προσδοκίες, τα πειράγματα, οι κρυφές επιθυμίες κι η άγνοια στα θέλω του άλλου φύλου δημιουργούν ένα κλίμα οικειότητας μεταξύ πρωταγωνιστών και θεατή. Συζητήσεις που όλοι μας έχουμε κάνει και στιγμές που έχουμε γελάσει αμήχανα. Σκέψεις που καταλήγουν με έναν αναστεναγμό και μια σιωπηλή ευχή να πραγματοποιηθούν κάποιες από τις προσδοκίες που έχουμε καλλιεργήσει εντός μας.
Πρώτο πλάνο κι αμέσως συναντάμε τα δυο πρόσωπα που συζητούσαν για τον ιδανικό έρωτα. Βαριεστημένοι σε ένα φοιτητικό πάρτι, παρατηρούν μια πανέμορφη κοπέλα που περιφέρεται μόνη της στο χώρο. Την προσπάθεια γνωριμίας την κάνει ο πιο ντροπαλός κι ανασφαλής που τον υποδύεται ο εξαιρετικός Αρτ Γκαρφάνκελ. Παρά τις ανεπιτυχείς του προσεγγίσεις και το άτσαλο φλερτ, θα καταφέρει τελικά να ξεκινήσει μια σχέση μαζί της. Η θετική εξέλιξη του ντροπαλού της παρέας θα τσιγκλίσει τον άλλον που τον υποδύεται ένας εκπληκτικός Τζακ Νίκολσον, ο οποίος με ύπουλες κινήσεις θα διεκδικήσει την σύντροφο του κολλητού του. Στη πρώτη τους κρυφή συνάντηση γινόμαστε μάρτυρες ενός άκρως απολαυστικού διαλόγου όπου ο Τζακ Νίκολσον αναλύει ένα σημαντικό λάθος που συμβαίνει σε συναντήσεις ανδρών με γυναικών, καθώς σε δύσκολες κι άβολες καταστάσεις οι άνθρωποι άλλα λένε κι άλλα εννοούν. Να προσθέσω πως είχε προηγηθεί ένας ακόμη απολαυστικός διάλογος μεταξύ του Αρτ Γκαρφάνκελ και της κοπέλας, όπου εκείνη με μια έξυπνη επιχειρηματολογία του αποδεικνύει πως όλοι οι άνθρωποι υποκρίνονται ανάλογα με τις καταστάσεις που βρίσκονται και με τους ανθρώπους που συναναστρέφονται. Εξαιρετικές κι οι δυο αυτές στιγμές στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. 


Το ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται φέρνει υπόγειες προστριβές και διαλόγους με υποσυνείδητα νοήματα που οδηγούν στη φθορά των σχέσεων καθώς κυριαρχεί η ζήλια κι ο φθόνος. Σ' αυτή τη κατάσταση παρακολουθούμε δυο διαφορετικές καταστάσεις. Από τη μια έχουμε τον ρομαντικό άνδρα που θέλει να χτίσει μια σχέση με μέλλον κι από την άλλη τον άνδρα-αρπακτικό που απλώς διεκδικεί αυτό που δεν δικαιούται να χει. Μια ξεκάθαρα εγωιστική στάση γεμάτη κενότητα κι ανασφάλεια. "Γιατί δεν μου μιλάς όπως μιλάς σ' εκείνον" ή "γιατί δεν μένεις μαζί μου αφού κι εγώ σ' αγαπώ". Φράσεις που κραυγάζουν απελπισία. Δύο σχέσεις που οδηγούνται απ' την αρχή στη καταστροφή. 
Το πρώτο κεφάλαιο κλείνει με την λήξη αυτού του άβολου ερωτικού τριγώνου με το δεύτερο κεφάλαιο να ανοίγει με τη συνάντηση των δυο φίλων σε ένα πάρκο, αρκετά χρόνια μετά όπου συζητάνε τα ίδια θέματα με μια τελείως διαφορετική ματιά πια. Ο Τζακ Νίκολσον επιμένει στη μποέμικη ζωή, έχοντας σκοπό να πάει με όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες ενώ ο Αρτ Γκαρφάνκελ έχει διατηρήσει την ίδια (και μοναδική) σχέση από το κολέγιο μ' αποτέλεσμα να χει εγκλωβιστεί σε μια βαρετή και στάσιμη καθημερινότητα. Ο Τζακ Νίκολσον προθυμοποιείται να τον βοηθήσει χωρίς να γίνονται ξεκάθαρα τα κίνητρά του, στον αν το κάνει αυτό επειδή νοιάζεται για το φίλο του ή επειδή εξακολουθεί να ζηλεύει για τη σχέση που διατήρησε εκείνος με τη συγκεκριμένη κοπέλα. 
Από κείνο το σημείο και μετά, οι δύο φίλοι μπαίνουν σε μια νέα ερωτική φάση της ζωής τους. Ο Τζακ Νίκολσον γνωρίζει μια πανέμορφη γυναίκα με την οποία συζούν ενώ ο Αρτ Γκαρφάνκελ βγαίνει με μια άκρως απαιτητική και ψυχρή γυναίκα. Τα δυο ζευγάρια εγκλωβίζονται ξανά σε δύσκολες καταστάσεις. Ο Τζακ Νίκολσον αρχίζει να πνίγεται στη σχέση αυτή, κάτι που τον οδηγεί σε απανωτές εκρήξεις θυμού. Σ' αυτές τις σκηνές, ο Τζακ Νίκολσον ξετυλίγει το μοναδικό του ταλέντο δίνοντας ένα εκπληκτικό ρεσιτάλ υποδυόμενος τον τριαντάρη που δε ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Είναι φανερό πως δεν αντέχει πια τη συμβίωση με τη σύντροφό του αλλά δεν έχει και τα κότσια να τη διώξει καθώς αποδεικνύεται σαν χαρακτήρας αρκετά αδύναμος παρ' όλο που προσπαθεί να δείχνει μια άλλη εικόνα. Και τα τέσσερα πρόσωπα βρίσκονται σε μια δεινή και σχεδόν αυτοκαταστροφική θέση. Η σκέψη ανταλλαγής συντρόφων θα αποτύχει παταγωδώς κι ένα δυσάρεστο γεγονός θα οδηγήσει τον Τζακ Νίκολσον σε μια βεβιασμένη απόφαση που θα του στοιχίσει. 
Το τρίτο κεφάλαιο της ιστορίας συνοδεύεται με έναν ευφάνταστο τίτλο καθώς οι δύο φίλοι, στην ηλικία των σαράντα πια, μαζεύονται στο σπίτι του Τζακ Νίκολσον όπου εκείνος παρουσιάζει σε σλάιντς όλες τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του. Κυνικός, συναισθηματικά νεκρός, εγωιστής και σε κάποιες στιγμές μισογύνης απέναντι στα πρόσωπα που παρουσιάζει. Όμως μέσα στις κοπέλες εμφανίζεται το μήλον της έριδος των φοιτητικών χρόνων. Όσο αστραπιαία κι αν προσπαθεί να την προσπεράσει ο Τζακ Νίκολσον, δε καταφέρνει να περαστεί απαρατήρητη από τον φίλο του, προσφέροντας μια από τις πιο λυρικές στιγμές του αμερικανικού κινηματογράφου. 
Η ταινία βαίνει προς το τέλος της δίνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Στη μάχη των δυο φύλων κανείς δε βγαίνει νικητής. 


Όταν η "Γνωριμία της Σάρκας" είχε βγει στους κινηματογράφους, είχε προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις σε μια κοινωνία συντηρητική που προσπαθούσε να αντεπεξέλθει σε μια εποχή σαρωτικών αλλαγών και με τον Πόλεμο του Βιετνάμ να οδηγεί μια υπερδύναμη σε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα. Μάλιστα η ταινία αυτή έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο με μια ιστορική απόφαση έκρινε πως δεν είναι πορνογράφημα, ακυρώνοντας την αντίθετη κρίση των αρχών της πολιτείας της Τζόρτζια, που είχε συλλάβει έναν αιθουσάρχη επειδή τόλμησε να προβάλει την ταινία. 
Αυτό που εντυπωσιάζει στην ταινία είναι η διεισδυτικότητα της ματιάς του Μάικ Νίκολς και η ακρίβεια της ανάλυσης που πραγματοποιεί για το αδιέξοδο των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα από την ιστορία των δυο φίλων και των σχέσεων τους με τις γυναίκες. Μια ματια που προσφέρει στη ταινία μια έντονη διαχρονικότητα η οποία γίνεται εμφανής ανάλογα με τα βιώματα του κάθε θεατή. 
Επίσης κάτι ακόμα που μου έκανε εντύπωση είναι οι θεατρικές καταβολές του έργου, οι οποίες φαίνονται στους διαλόγους αλλά και στο χωρισμό της ταινίας σε τρία κεφάλαια-πράξεις. Η στατικότητα των πλάνων δίνει τη δυνατότητα στο σκηνοθέτη να ζουμάρει στα πρόσωπα των ηρώων προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις σκέψεις που δεν ξεστομίζουν, τις εσωτερικές αντιφάσεις τους και τα αδιέξοδα συναισθήματά τους. Για να πετύχει όμως αυτό, βοήθησαν αρκετά οι εξαιρετικές ερμηνείες τις οποίες ο δημιουργός κατάφερε να αποσπάσει από το ολιγομελές του καστ. Ο ρόλος του Τζόναθαν έδεσε τρομερά στον Τζακ Νίκολσον καθώς του ταίριαζε απόλυτα η περσόνα του άνδρα που δείχνει δυναμικός και πετυχημένος μόνο και μόνο για να κρύψει την πνιγερή του ανασφάλεια ενώ για τον πολυαγαπημένο τραγουδιστή Αρτ Γκαρφάνκελ έδενε γάντι ο ρόλος του εσωστρεφή και ντροπαλού Σάντι. Μπορώ όμως να ομολογήσω πως η Αν Μάργκρετ είναι η προσωπικότητα που γέμισε την οθόνη με την εκπληκτική της ερμηνεία (εξάλλου είναι η μόνη που προτάθηκε για όσκαρ), η οποία με άψογο τρόπο εξελίσσεται από σεξοβόμβα σε ανυπεράσπιστη γυναίκα που ζητάει απεγνωσμένα τον γάμο. 
Η «Γνωριμία της Σάρκας» με την μοναδική της ειλικρίνεια στα θέματα που θίγει, παρέμεινε αγέραστη στο χρόνο. Κι αυτό διότι η ανθρώπινη ανάγκη για επαφή βασανίζει όλα τα φύλα εδώ και δεκαετίες, σε μια ανελέητη μάχη ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Μια μάχη όπου όλοι βγαίνουν χαμένοι. 

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μια γυναίκα παντρεμένη (1964)



Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του '12 βρέθηκα στην Ίριδα για να παρακολουθήσω μια από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Παρόλο που ο τίτλος της ταινίας δε μου φαινόταν ιδιαίτερα γνώριμος, το αξεπέραστα ερωτικό βλέμμα της ηθοποιού Μάτσα Μέριλ με παρακινούσε να πάω στην προβολή. Ένα βλέμμα που έκτοτε μου έμεινε αξέχαστο. Ένα βλέμμα μου με μάγεψε ξανά εφτά χρόνια μετά την πρώτη προβολή...
Η ιστορία βασίζεται σε ένα συνηθισμένο ερωτικό τρίγωνο. Μια παντρεμένη γυναίκα που ασφυκτιά στο γάμο της και πνίγεται στις βάσιμες καχυποψίες του συζύγου της, διατηρεί μια παράνομη σχέση με έναν ηθοποιό. Οι συναντήσεις τους πραγματοποιούνται σε μικρές ρομαντικές σοφίτες, σε κινηματογραφικές αίθουσες και σε δωμάτια ξενοδοχείων, όπου τα γυμνά τους σώματα συμμετέχουν σε έναν γνώριμο ερωτικό χορό πάνω στα λευκά σεντόνια. Η επικράτηση του λευκού στα πλάνα λειτουργεί ως τεκμήριο της αγνότητας της σαρκικής γνωριμίας των δυο προσώπων. Τα πόδια μπλέκονται μεταξύ τους, τα χέρια αναζητούν το τέλειο σύμπλεγμα και το δέρμα ανατριχιάζει σε φιλιά και χάδια. Ερωτικές στιγμές γεμάτες πάθος καθώς οι συναντήσεις τους είναι σύντομες και κουβαλούν μαζί τους την αμφιβολία της πιθανής τελευταίας φοράς που πραγματοποιούνται.
Η σύζυγος με τον εραστή της δρουν ως δυο μικρά παιδιά που κάνουν σκανταλιές. Η Σαρλότ κυκλοφορεί γυμνή στη στέγη κι ο Ρόμπερτ προσπαθεί να τη συμμορφώσει αλλά και να την προστατεύσει. Οι βόλτες τους με το αυτοκίνητο στους παραποτάμιους δρόμους του Σηκουάνα προσπαθούν να προσδώσουν μια παροδική νομιμότητα στην παράνομη σχέση τους. Ο φόβος όμως μιας τυχόν παρακολούθησης από ντετέκτιβ που έχει βάλει ο νόμιμος σύζυγος, γίνεται βραχνάς στις ανέμελες συναντήσεις. Η Σαρλότ αλλάζει πολλά ταξί για να φτάσει στον προορισμό της και κάθε τόσο κοιτάζει επιφυλακτικά έξω από τα παράθυρα για να δει αν την ακολουθεί κανείς.
Από την άλλη, ο σύζυγός της ο Πιερ, είναι ένας άνθρωπος προσγειωμένος κι αυθεντικός. Παρ' όλο που έχει ένα παιδί από προηγούμενο γάμο, επιθυμεί διακαώς να κάνει παιδί και με την Σαρλότ παρόλο που γνωρίζει κι ο ίδιος πως η σχέση τους έχει βαλτώσει. Μια κατάσταση την οποία γνωρίζουν κι οι δυο. Από την μια η Σαρλότ τον παρατηρεί ανέκφραστη και συμπεριφέρεται απέναντί του μουδιασμένα προσπαθώντας να κρύψει την ενοχή που ξεχειλίζει από τα μάτια της ενώ ο Πιερ την παρατηρεί μελαγχολικά καθώς νιώθει πως η γυναίκα του εξακολουθεί να τον απατά. Η ερωτική τους επιθυμία έχει πλέον νεκρώσει καθώς κι οι δυο γνωρίζουν πως σπαταλούν το χρόνο τους με ανούσια παιχνίδια προσπαθώντας να σώσουν κάτι που απ' ότι φαίνεται δεν έχει πια μέλλον. 




Η ερωτική κατάσταση των τριών αυτών προσώπων είναι χρόνια. Όπως παρατηρούμε από τους χαρακτήρες που μας αποκαλύπτονται μέσα απ' τους διαλόγους, έχουμε τρεις ανθρώπους ανασφαλείς που φοβούνται να πάρουν κάποια οριστική πρωτοβουλία. Η αφορμή όμως δίνεται όταν η Σαρλότ μαθαίνει πως είναι έγκυος. Ξέροντας πως δεν έχει την τύχη με το μέρος της διότι δεν την συμφέρει η λύση της αποβολής, έρχεται στη δύσκολη θέση να αποφασίσει με ποιον άνθρωπο θα μεγαλώσει το παιδί που θα έρθει στον κόσμο. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος προβληματισμός της Σαρλότ είναι να επιλέξει τον άνδρα με τον οποίον επιθυμεί να μεγαλώσουν μαζί το παιδί χωρίς να έχει καμία απολύτως επιθυμία να μάθει ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας.
Αμέσως συναντιέται κρυφά με τον εραστή της, όπου σε ένα από τα δωμάτια του αεροδρομίου Ορλύ θα πραγματοποιηθεί ένας απ' τους πιο ειλικρινείς κι αυθεντικούς διαλόγους που έχω παρακολουθήσει στον κινηματογράφο. Ερωτήσεις καίριες που κρύβουν την απώτερη ουσία τους και συμπεράσματα που μόνο ο αποδέκτης μπορεί να αποκωδικοποιήσει  και να ερμηνεύσει. Η ταινία ολοκληρώνεται με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε. Μια σύνθεση δυο χεριών πάνω σε ένα λευκό σεντόνι με μια φράση που επαναλαμβάνεται δυο φορές, μια από τον Ρόμπερτ και μια από την Σαρλότ. Ίδιες λέξεις με διαφορετική χροιά δίνοντας δυο τελείως διαφορετικές ερμηνείες, καθώς η απόφαση είχε πλέον παρθεί διακριτικά.
Η συγκεκριμένη ταινία θα μπορούσε να είναι μια ακόμη ιστορία ερωτικού τριγώνου, αλλά ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ επιλέγει να δώσει βαρύτητα σε άλλες παραμέτρους που ταλανίζουν τις υπαρξιακές μας αναζητήσεις σε καθημερινή βάση. Όπως για παράδειγμα τη σχέση του ανθρώπου με το χρόνο. Ο Πιερ συμβολίζει το παρελθόν. Ο σκηνοθέτης δίνει έμφαση σ' αυτό το σημείο καθώς πιστεύει πως ο άνθρωπος που δεν έχει μνήμη χάνει όχι μόνο ένα κομμάτι του εαυτού του αλλά και τη δυνατότητά του στο να διαχειριστεί όπως εκείνος επιθυμεί το μέλλον του. Μάλιστα με ένα  πολύ έξυπνο παράδειγμα δείχνει το πόσο εύκολα μπορεί να παραποιηθεί και να εξομαλυνθεί η ιστορία όταν κάποιες καίριες λεπτομέρειες ξεχνιούνται. Αντιθέτως η Σαρλότ δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στο παρελθόν. Θεωρεί πως δεν της ανήκει καθώς πέρασε πια ανεπιστρεπτί. Προτιμάει να κυνηγάει το παρόν και το εφήμερο καθώς αυτό αντιστοιχεί με την προσωπικότητά της. Ζει το τώρα γιατί αυτό έχει σημασία για κείνη. Η Σαρλότ εκπροσωπεί επάξια την κοινωνία που αδιαφορεί, που ξεχνάει και μετατρέπεται σε μια άμορφη μάζα καθώς και την αθωότητα που χάνεται στον υλισμό και την αδιαφορία. Εξαιρετικός όμως είναι και στο πέρασμα του ο Ρότζερ Λίνχαρντ (ο οποίος ερμηνεύει τον ίδιο του τον εαυτό), ο οποίος δίνει μια ιδιαίτερη χροιά στους παραπάνω προβληματισμούς. Ειδικά στο θέμα μνήμης. Ο ίδιος θέτει ένα τρομερό προβληματισμό που του προκάλεσε η επίσκεψή του στη Γερμανία δυο μόλις δεκαετίες μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με απελπισία δήλωσε πως αν σταματούσε έναν Γερμανό στο δρόμο και του έλεγε πως αύριο θα έπρεπε να θανατωθούν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι και κομμώτριες, ο Γερμανός θα του ζητούσε τους λόγους που πρέπει να θανατωθούν οι κομμώτριες. Στον προβληματισμό του αυτό έρχεται να προστεθεί κι η αφελής απορία της Σαρλότ η οποία αναρωτιέται "μα γιατί και τις κομμώτριες;". Μια στιγμή ανατριχίλας που αποδεικνύει πως το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν έθεσε τις βάσεις για μια πολυπόθητη παντοτινή παγκόσμια ειρήνη. Η απορία της Σαρλότ δε βασίστηκε σε αντισημιτικά αισθήματα αλλά στην πλήρη αδιαφορία.




Κάτι άλλο που μένει απ' αυτήν την ταινία είναι η ερωτική ιεροτελεστία της σαρκικής γνωριμίας, η οποία εκδηλώνεται μέσα από βουβές σκηνές που εντυπωσιάζουν με τον λυρισμό και την ισορροπία τους κι από τα βλέμματα που ξεχειλίζουν συναισθήματα και σκέψεις. Στιγμές που γεμίζουν νοήματα και διαλόγους χωρίς λέξεις. Το βλέμμα της Σαρλότ που λάμπει με χίλια χρώματα παρ' όλο που η ταινία είναι ασπρόμαυρη. Ο ερωτικός χορός της επικράτησης στο διαχειρισμό των καταστάσεων. Οι λιτοί διάλογοι που αρκούν για να βγουν δεκάδες νοήματα. Οι σκηνές όπου ο ένας εραστής ανακαλύπτει το σώμα του άλλου, φανερώνουν τη δυσκολία της ηρωίδας να επιλέξει τον άνθρωπο που θέλει να έχει δίπλα της. Επίσης γίνεται μια ιδιαίτερη μνεία στη γυναικεία ανασφάλεια και στη σχέση των γυναικών με το σώμα τους. Στη ταινία παρουσιάζεται με τη γλυκιά σύγκριση των αναλογιών του σώματος της Σαρλότ με του πασίγνωστου γλυπτού της Αφροδίτης της Μήλου. 
Αυτό που πετυχαίνει ο Γκοντάρ με τους ηθοποιούς είναι πως τους δίνει τον χώρο που χρειάζονται για να αυτοσχεδιάσουν. Η Μάτσα Μέριλ παίζει υπέροχα με τον φακό της κάμερας σαν να βρίσκεται μόνη της μπροστά στον καθρέφτη ενός δωματίου. Ο Φιλίπ Λίροϊ ως απατημένος σύζυγος γεμίζει το κάθε πλάνο με ένταση και μελαγχολία, δημιουργώντας μια ειλικρινή σχέση συμπόνιας με τον θεατή. Επίσης ο Μπερνάρντ Νοέλ στο ρόλο του εραστή δεν αποκτά σε καμία στιγμή της ταινίας τον ρόλο του κακού που θέλει να μπει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Τα συναισθήματά του για την Σαρλότ είναι το ίδιο ισχυρά μ' αυτά του Πιέρ και το κυριότερο είναι πως βρίσκουν ανταπόκριση στο πρόσωπο της Σαρλότ. 




Επίσης μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσαν οι συμβολισμοί που ξεπετάγονται μες στη ταινία, είτε ως λέξεις ανάμεσα στις σκηνές, είτε ως σχέδια του Ζαν Κοκτώ, είτε ως υπότιτλοι σε έναν διάλογο μεταξύ δυο κοριτσιών που μιλούν για το σεξ. Άλλα λέγονται προφορικά κι άλλα εννοούνται. Νοήματα που παρουσιάζονται με λέξεις ανάμεσα στα δυο άγουρα προσωπάκια που κοκκινίζουν στη σκέψη ενός γυμνού σώματος είτε του δικού τους είτε του συντρόφου τους. 
Έπειτα, κάθε πλάνο της ταινίας είναι άρτια εξισορροπημένο, δίνοντας μια ανθρώπινη υπόσταση σε ένα δράμα που θα μπορούσε ο καθένας από μας να ζήσει. Ο ερωτισμός ξεχειλίζει σε κάθε σκηνή χωρίς να αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας ενώ ο υπέροχος χορός των σωμάτων μετατρέπεται σε μια γλυκιά προσπάθεια του καθενός στο να αγγίξει την καρδιά του άλλου. 
Αυτό που με κάνει να θεωρώ την ταινία ως ένα ακόμη αριστούργημα του παρελθόντος είναι τα διαχρονικά προβλήματα που θέτει για τις ανθρώπινες σχέσεις, την πολυγαμία, τις σχέσεις που βαλτώνουν κι οδηγούνται σε έναν αργό θάνατο, τη μνήμη και πάνω απ' όλα τον έρωτα. Επίσης είναι τα εκπληκτικά πλάνα που στέκουν άνετα ως άψογες φωτογραφίες μιας θεματικής έκθεσης περί έρωτα και γυμνών σωμάτων πάνω σε ένα κρεβάτι. Τέλος είναι ο αυτοσχεδιασμός στους διαλόγους που προσδίδει μια μοναδική προσωπικότητα στο συγκεκριμένο έργο. Η ταινία "Μια γυναίκα παντρεμένη" είναι ένας σπάνιος εποικοδομητικός και διαχρονικός διάλογος που μπορεί να εκδηλωθεί αποτελεσματικά μεταξύ ταινίας και θεατή. 


Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

Βρυξέλλες, ωδή σε μια μεγάλη πλατεία




Κλείνοντας τις φωτογραφικές μου βόλτες στο Βέλγιο και συγκεκριμένα στις Βρυξέλλες, θα ήθελα πολύ να μνημονεύσω μια από τις ομορφότερες πλατείες της Ευρώπης, την φημισμένη Γκραν-Πλας. Αυτό που με γοήτευσε με τη συγκεκριμένη πλατεία, ήταν η οικειότητα που αισθάνθηκα όταν την πρωτοπερπάτησα πριν από πέντε χρόνια αλλά και φέτος. Οι περίτεχνες προσόψεις, οι χρυσές πινελιές, τα εντυπωσιακά γλυπτά και φυσικά ο επιβλητικός γυρτός πύργος του δημαρχείου. Η συγκεκριμένη πλατεία είναι γοητευτική τόσο την μέρα όσο και την νύχτα, είτε όταν την πετυχαίνει κανείς γεμάτη τουρίστες είτε όταν τη βρίσκει άδεια.
Ποια είναι όμως η ιστορία της συγκεκριμένης πλατείας; Η ύπαρξη της Μεγάλης Πλατείας των Βρυξελλών ξεκινάει από τον 11ο αιώνα όταν στο χώρο αυτό λειτουργούσαν υπαίθριες εμποροπανηγύρεις. Κατά τον 13ο αιώνα δημιουργήθηκε και μια αγορά υφασμάτων. Γύρω στο 1500, οι έμποροι και οι τεχνίτες της πόλης άρχισαν να χτίζουν τα κτίρια των συντεχνιών.
Το 1695, τα στρατεύματα του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ εισέβαλαν στη χώρα και ο Γάλλος στρατηγός Βιλερουά (Villeroi) πολιόρκησε τις Βρυξέλλες. Από τους κανονιοβολισμούς των Γάλλων καταστράφηκαν όλα τα κτίρια της πλατείας, εκτός από τον πύργο του Δημαρχείου των Βρυξελλών και κάποιες προσόψεις συντεχνιακών κτιρίων. Οι έμποροι ξανάχτισαν τα κτίρια, που αποτέλεσαν ένα εντυπωσιακό συγκρότημα ιταλοφλαμανδικής μπαρόκ αρχιτεκτονικής.
Η Γκραν-Πλας των Βρυξελλών, μια από τις ομορφότερες πλατείες του κόσμου, περιβάλλεται από κτίρια εκπληκτικής αρχιτεκτονικής με μπαρόκ προσόψεις, διακοσμημένους θόλους και αετώματα και περίτεχνα πέτρινα αγάλματα. Στην πλατεία υπάρχουν 39 συντεχνιακά κτίρια, όπου είχαν την έδρα τους οι εμπορικές συντεχνίες των Βρυξελλών.
Ποια είναι όμως τα κτίρια που θαυμάζουμε στην Γκραν-Πλας; Πρώτα απ' όλα ξεχωρίζει το επιβλητικό Δημαρχείο (L’ Hotel de Ville) το οποίο καταλαμβάνει ολόκληρη τη νοτιοδυτική πλευρά. Αποτελεί το αρχιτεκτονικό αριστούργημα της πλατείας καθώς η πρόσοψή του κοσμείται με 137 πέτρινα αγάλματα, ακρόπυργους και τοξωτές στοές. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1401 και οι εργασίες κατασκευής του κτιρίου ολοκληρώθηκαν το 1455. Ο Γιαν φαν Ρίσμπρουκ (Jan van Ruysbroeck) κατασκεύασε το 1449 τον ύψους 96 μέτρων γοτθικό πυργίσκο, στην κορυφή του οποίου έχει τοποθετηθεί το άγαλμα του Αγίου Μιχαήλ, προστάτη της πόλης.
Ο "Οίκος του Βασιλιά" (La Maison du Roi) που βρίσκεται αντικριστά του Δημαρχείου χτίστηκε το 1536, αλλά σχεδιάστηκε ξανά το 1873. Στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί ως κατοικία των Ισπανών βασιλέων. Σήμερα έχει εγκατασταθεί σ’ αυτό το Μουσείο της Πόλης, όπου εκτίθενται πίνακες του 16ου αιώνα, γκραβούρες και άλλα έργα τέχνης, καθώς και οι 400 φορεσιές του Μανεκέν Πις (Manneken Pis), του θρυλικού αγαλματιδίου και σύμβολου της πόλης των Βρυξελλών, που παριστάνει ένα αγοράκι που ουρεί σε μια λιμνούλα.
Το Παλάτι των Δουκών της Βραβάντης (La Maison des Ducs de Brabant), στη νότια πλευρά της πλατείας, αποτελείται από επτά συνεχόμενα συντεχνιακά κτίρια. Σχεδιάστηκε από τον Βίλεμ ντε Μπρούιν (Willem de Bruyn, 1649 - 1719), επιθεωρητή Δημοσίων Έργων, σε νεοκλασικό ρυθμό με φλαμανδικές προσθήκες. Το συγκρότημα αυτό των κτιρίων πήρε το όνομά του από τις προτομές των δουκών στην πρόσοψή του.
Στο συγκρότημα των αναγεννησιακών φλαμανδικών κτιρίων, που περιβάλλουν τη Μεγάλη Πλατεία των Βρυξελλών, περιλαμβάνεται το Μέγαρο των Αρτοποιών, γνωστό ως Ρουά ντ' Εσπάνι (Roi d’ Espagne), που χτίστηκε το 1696 και ανακατασκευάστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στα 1901 – 1902. Ο επιχαλκωμένος οκταγωνικός θόλος του (1696) κοσμείται από ένα χρυσό χορευτή. Η επίχρυση προτομή πάνω από την είσοδό του αναπαριστά τον Άγιο Ωμπέρ (St. Aubert), προστάτη των αρτοποιών. Στην ίδια πλευρά της πλατείας και συνεχόμενα με το Μέγαρο των Αρτοποιών βρίσκονται το «Μέγαρο της Χειράμαξας» (La Maison de la Brouette, 1644) της συντεχνίας των πλούσιων διαχειριστών, με έμβλημά τους μια χειράμαξα (brouette) και με την προτομή του Αγίου Εγιδίου (Saint – Gilles). Σε συνέχεια βρίσκονται τα συντεχνιακά μέγαρα: «Ο Σάκος» (Le Sac, 1645) της συντεχνίας των επιπλοποιών και βαρελοποιών; «Η Λύκαινα» (La Louve, 1691) της συντεχνίας των τοξοτών, που κοσμείται με το γλυπτό μιας λύκαινας που θηλάζει το Ρωμύλο και το Ρέμο, έργο του Φλαμανδού γλύπτη Μάρκους ντε Φος (Marcus de Vos, 1650 – 1717); «Η Σάλπιγγα» (Le Cornet, 1697) της συντεχνίας των ναυτικών, όπου το αέτωμα του 17ου αιώνα έχει σχήμα πλώρης φρεγάτας; «Η Αλεπού» (Le Renard, 1699) της συντεχνίας των μικρεμπόρων, που κοσμείται στην πρόσοψη με τον Άγιο Νικόλαο, προστάτη των εμπόρων, και την αριστουργηματική «αλεπού» του Μάρκους ντε Βος. Άλλα συντεχνιακά κτίρια στις λοιπές πλευρές της πλατείας είναι: «Το Άστρο» (L'Étoile, 1897), όπου υπάρχει το μπρούντζινο νεκρικό άγαλμα του Έβεραρντ Σερκλές (Everard’ t Serclaes), ο οποίος πέθανε υπερασπιζόμενος τις Βρυξέλλες το 14ο αιώνα και που φημολογείται ότι φέρνει καλοτυχία, αν κάποιος αγγίξει το μπρούντζινο μπράτσο του; «Ο Κύκνος» (Le Cygne, 1698) της συντεχνίας των κρεοπωλών, με έμβλημά του το γλυπτό ενός κύκνου, όπου ο Καρλ Μαρξ, ο οποίος έζησε στις Βρυξέλλες από το 1845 ως το 1848, έγραψε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του και γιόρτασε εδώ την Πρωτοχρονιά του 1847-1848; «Το Χρυσό Δέντρο» (L’ Arbre d’ Or, 1698) της συντεχνίας των ζυθοποιών, που κοσμείται στην κορυφή του με τον επιχρυσωμένο έφιππο ανδριάντα του Καρόλου της Λωραίνης και όπου στεγάζεται σήμερα το «Μουσείο της Μπίρας». «Το Τριαντάφυλλο» (La Rose, 1702), που κοσμείται πάνω από την είσοδό του με το γλυπτό κλαδί ενός χρυσού τριαντάφυλλου.
Στην πλευρά της πλατείας, όπου βρίσκεται και ο «Οίκος του Βασιλιά», βρίσκονται το «Πιζόν» (Le Pigeon, 1697) της συντεχνίας των ζωγράφων, το οποίο επέλεξε ως κατοικία του ο Βικτόρ Ουγκώ κατά τη διάρκεια της εξορίας του το 1852, και η «Χρυσή Λέμβος» (La Chaloupe d’ Or, 1697) της συντεχνίας των ραπτών, που κοσμείται στην πρόσοψή του με ένα χρυσό καΐκι και την προτομή του Αγίου Βονιφάτιου.
Το καλύτερο όμως μας το επιφύλαξε η πλατεία την τελευταία βραδιά. Εκείνη τη μέρα πραγματοποιήθηκε το Gay Pride των Βρυξελλών. Μια άκρως αξιοπρεπής εκδήλωση στην Γκραν-Πλας που συνεχίστηκε σε πορεία μέχρι το Μανεκέν. Το βράδυ όμως, η πλατεία φωταγωγήθηκε στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Μια πανδαισία χρωμάτων που όμοιά της δεν έχω ξαναδεί σε άλλη πόλη. Ένας ενθουσιασμός πρωτόγνωρος κι ευχάριστος. Μια διάθεση να θες να χαμογελάς παρατηρώντας τα κτίρια γύρω σου. Ο κόσμος γύρω μας το απολάμβανε κι αυτό φαινόταν έντονα στα πρόσωπά τους. Ήταν το καλύτερο αποχαιρετιστήριο δώρο που θα μπορούσε να μας προσφέρει το Βέλγιο. Και μ' αυτές τις εικόνες ευχηθήκαμε "εις το επανιδείν"...

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019

Φοβάμαι τον ανελέητο μικροαστισμό




του Κώστα Καναβούρη

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: όταν μας κάθισε στον σβέρκο η χούντα, πόσοι ήταν εκείνοι που ένιωσαν – εκτός από τους συνήθεις «υπόπτους» της Αριστεράς που δέθηκαν πισθάγκωνα – ότι έχασαν κάτι. Ότι έχασαν κάτι καίριο από τη ζωή τους που ονομάζεται ελευθερία και δημοκρατία. Και πόσοι ήταν εκείνοι που δεν έχασαν τίποτα, όντας ήδη σκλαβωμένοι στον ανελέητο μικροαστισμό και – ακόμη χειρότερα – ένιωσαν καλύτερα αφού έλειψαν «οι ταραχές», οι τόσο ενοχλητικές στον μικρόκοσμό τους, αφού έλειψαν οι απεργίες και οι διαδηλώσεις που τους εμπόδιζαν να πάνε ήσυχα και αδιατάρακτα στις δουλειές τους και το ίδιο ήσυχα να επιστρέψουν το βράδυ στο σπίτι τους, στην «ζεστή οικογενειακή τους απελπισία/ που ξεχύνεται από χιλιάδες κατσαρόλες», όπως λέει και ο μεγάλος ποιητής και σκηνοθέτης Πιερ Πάολο Παζολίνι.
Τους ίδιους ανθρώπους φοβάμαι και σήμερα. Αυτούς τους ανθρώπους «της ελεεινής ευτυχίας» (πάντοτε Παζολίνι) που δεν έχουν να χάσουν τίποτα από κάθε περιστολή της ελευθερίας γιατί η ελευθερία βρίσκεται έξω από το πεδίο της ζωής τους. Που δεν έχουν να χάσουν τίποτα από κάθε – ακόμα και τον ελάχιστο – περιορισμό της δημοκρατίας, γιατί η δημοκρατία (όταν δεν τους ενοχλεί) απλώς δεν τους ενδιαφέρει. Δεν ανήκει στα στοιχειώδη βασικά του βίου τους. Τους φοβάμαι αυτούς που είναι πρόθυμοι να αδιαφορήσουν για τα πάντα και για όλους, που είναι πρόθυμοι στην απουσία κριτικού ελέγχου για όσα συμβαίνουν γύρω τους, τους πρόθυμους για απουσία γενικώς. Τους φοβάμαι επειδή είναι επικίνδυνοι. Δεν αρνούνται καν να μάθουν επειδή η γνώση τους είναι άγνωστη ανάγκη. Και πείθονται… ψέματα δεν πείθονται, απλώς είναι έτοιμοι να πιστέψουν όποιον τους ψιθυρίζει πως είναι περιούσιοι (κι ας τους διώχνει από τη δουλειά∙ άλλοι φταίνε), πως είναι οι εκλεκτοί (κι ας τους κόβει το μέλλον των παιδιών τους∙ άλλοι φταίνε), πως ο παράδεισος μιας τιποτένιας ζωής τους ανήκει (κι ας μην υπάρχει παράδεισος σε μια τιποτένια ζωή). Ναι, την φοβάμαι αυτή την τιποτένια πληρότητα του τίποτα, όπου τίποτα δεν υπάρχει για να χαθεί. Την φοβάμαι αυτή την καταβόθρα που καταπίνει χωρίς καμιά συναίσθηση ενοχής ή ταραχής, ελευθερία, δημοκρατία και προπαντός ανθρώπους.
Φοβάμαι την τερατώδη ασημαντότητα που γίνεται ένα πελώριο πάπλωμα θαλπωρής για όλους τους φασισμούς. Επειδή ακριβώς ο άνθρωπος του τίποτα δεν έχει να χάσει κάτι από τον φασισμό. Γιατί τίποτα δεν θα του λείψει.
Θυμάμαι κάποιο κείμενο του Λε Κορμπυζιέ, όπου εξηγεί γιατί σε ναζιστικό καθεστώς δεν μπορεί κάποιος να είναι καλός αρχιτέκτονας. Μπούρδες για τον ανελέητο μικροαστό που χτίζει ένα σπιτάκι «Και λέει καλά είμαι εδώ» (Μιχάλης Κατσαρός). Θυμάμαι τον στίχο του Διονύσιου Σολωμού «Τα σπλάχνα και η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν». Μπούρδες. Ο ανελέητος μικροαστός έχει τα σπλάχνα του χτισμένα. Και βλέπει την θάλασσα σαν παγωμένο μπετόν. Γιατί δεν έχει κανένα μυστικό που θα ξεχαστεί στο ακρογιάλι (Γιώργος Σεφέρης). Δεν του λείπει τίποτα όταν βάζει λουκέτο στο σχολείο του παιδιού του (ούτε καν φαντάζεται ότι εγκληματεί ψυχικά και νοητικά καταστρέφοντας την ψυχή και το μυαλό του παιδιού του), εμποδίζοντάς το από τη χαρά της γνωριμίας με τα παιδιά του κόσμου. Όμως ο άνθρωπος του τίποτα είναι περήφανος όταν το παιδί του παρελαύνει τραγουδώντας τον «Εθνικό Ύμνο». Γιατί ούτε καν του περνάει από το μυαλό ότι ο εκχυδαϊσμένος Διονύσιος Σολωμός, είναι μια απίστευτη απώλεια για την ελευθερία, την δημοκρατία και την γλώσσα (για την οποία τόσο πολύ φροντίζει. Ιδιαίτερα τα «αρχαία μας»). Δεν του λείπει ο Σολωμός. Δεν του λείπει η τραγωδία της σπατάλης των ανθρώπων. Δεν του λείπει η τραγωδία της σπατάλης της Δημοκρατίας και τη Ελευθερίας. Κι εγώ αυτούς τους ανθρώπους τους φοβάμαι.
Αυτή την φοβερή παράταξη ανθρώπων που δεν υπήρξαν ποτέ έκθαμβοι από την σκοτεινή ομορφιά της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά μονάχα ψοφοδεείς και δειλοί μπροστά στο θάρρος που χρειάζεται αυτή η κατάσταση: το θάρρος να σκέπτεσαι. Και να μην το παραχωρείς, δίνοντας τη γη και το ύδωρ της ψυχής σου, σ’ εκείνους «που ξέρουν».
Αυτή (και αυτοί) είναι η μήτρα που γεννάει τον ναζισμό. Γι΄ αυτό τους φοβάμαι. Επειδή δεν πατούν αλλά ποδοπατούν τον «τάπητα των πολυκατοικιών» χωρίς να ξέρουν ότι είναι υφασμένος με το μεταξένιο αίμα των αθώων.

Πηγή: artinews.gr

Τρίτη 2 Ιουλίου 2019

Βρυξέλλες, η δεύτερη όψη μιας πρωτεύουσας



Να λοιπόν που ήρθε η στιγμή να επισκεφθώ μια πόλη του εξωτερικού για δεύτερη φορά. Κι ο κλήρος έλαχε για την πόλη των Βρυξελλών. Η επιλογή αυτού του προορισμού δεν μου κακοφάνηκε διότι η πρώτη μου επίσκεψη στη βελγική πρωτεύουσα ήταν σύντομη με τον περισσότερο χρόνο να τον αφιερώνω σε υποχρεώσεις ενός ευρωπαϊκού διαδικτυακού περιοδικού που συμμετείχα εκείνα τα χρόνια, μ' αποτέλεσμα να μην προλάβω να δω τα περισσότερα αξιοθέατα και κάποια από τα μουσεία. Οπότε είχα να κλείσω αρκετά μέτωπα που είχαν μείνει ανοιχτά. Στην πρώτη φωτογραφική βόλτα θα αναφερθώ στα μέρη της πόλης που αφιέρωσα το περισσότερό μου χρόνο σε επισκέψεις και περιπλανήσεις.
Πρώτα απ' όλα θα αναφερθώ στην Ιερή Καρδιά των Βρυξελλών. Η συγκεκριμένη εντυπωσιακή βασιλική μου είχε τραβήξει την προσοχή στην πρώτη μου επίσκεψη στη βελγική πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά την αντίκρισα από τον προαύλιο χώρο του δικαστικού μεγάρου. Περπατώντας στην διπλανή υπερυψωμένη πλατεία όπου στέκει το μνημείο των πεσόντων της χώρας απ' τους δυο παγκόσμιους πολέμους, διέκρινα στο βάθος των δυτικών προαστίων έναν θεόρατο τρούλο. Την αντίκρισα ξανά από μακριά καθώς επέστρεφα από το διάσημο αλλά πληκτικό Atomium. Επιστρέφοντας τότε στην Αθήνα, μετάνιωσα που δεν αφιέρωσα λίγο χρόνο σ' αυτό το τόσο εντυπωσιακό οικοδόμημα.
Στις πρόσφατες περιπλανήσεις μου βρέθηκε στη κορυφή της λίστας των σημείων της πόλης που ήθελα να επισκεφθώ.  Ο συγκεκριμένος ναός που έχει εμπνευστεί από την ομώνυμη βασιλική του Παρισιού, άρχισε να κατασκευάζεται από την εποχή του βασιλιά Λεοπόλδου Β΄, ο οποίος συμβολικά έβαλε την πρώτη πέτρα το 1905 κατά την διάρκεια των εορτασμών για τα 75 χρόνια της ανεξαρτησίας του Βελγίου. Η κατασκευή πάγωσε δύο φορές κατά την διάρκεια των παγκοσμίων πολέμων για να ολοκληρωθεί τελικά το 1969. Σήμερα το συγκεκριμένο μνημείο θεωρείται ως το μεγαλύτερο Art Deco κτίριο στον κόσμο, με 89 μέτρα ύψος και 165 μέτρα πλάτος.
Βγαίνοντας απ'το σταθμό του μετρό συναντήσαμε μία άκρως ενδιαφέρουσα πολυπολιτισμικότητα στους επιβάτες που μπαινόβγαιναν από τους συρμούς καθώς η συγκεκριμένη γραμμή εξυπηρετούσε ένα από τα προάστια όπου έμεναν κυρίως οικονομικοί μετανάστες. Στα πρόσωπά τους διέκρινε κανείς την ίδια θλίψη, της μη κοινωνικής αποδοχής. Με διακριτικότητα γίναμε κι εμείς κομμάτι αυτού του πολύχρωμου μωσαϊκού καθώς βγαίναμε στο δρόμο.
Η εκκλησία έστεκε στο βάθος ενός μακρόστενου πάρκου. Όσο την προσεγγίζαμε τόσο εκείνη όρθωνε το επιβλητικό της ανάστημα. Τα δυο της καμπαναριά ήταν πρωτοποριακά και μοναδικά. Οι εντυπωσιακές τους γραμμές κι η λιτή τους γραμμή πρόσθεταν επιπλέον κύρος στην εκκλησία. Δεν γνωρίζω αν ο αρχιτέκτονας προσπάθησε να διατηρήσει μια λιτή γραμμή αλλά το τελικό αποτέλεσμα δείχνει άκρως δυναμικό. Η επιβλητική όψη του ναού συνεχιζόταν και στο εσωτερικό του. Η πρωτοποριακή γραμμή στη διακόσμηση των βιτρό, η αισθητή έλλειψη γλυπτών, τα αρχιτεκτονικά στοιχεία ενός ναού χωρητικότητας δυο χιλιάδων πιστών άφηναν ένα απόκοσμο αίσθημα γαλήνης. Φύγαμε από τον ναό άκρως ικανοποιημένοι, τοποθετώντας το συγκεκριμένο οικοδόμημα ως ένα από τα σημαντικότερα αλλά δυστυχώς λιγότερο γνωστά αξιοθέατα της πόλης.
Το δεύτερο μέρος που ήθελα πολύ να επισκεφθώ ξανά και να θαυμάσω ήταν το ογκώδες δικαστικό μέγαρο που στέκει πάνω από τις μποέμ γειτονιές των Βρυξελλών. Οι σκαλωσιές που είχα συναντήσει πριν πέντε χρόνια και κάλυπταν τον επίχρυσο θόλο του εξακολουθούσαν να κρύβουν την μεγαλειώδης όψη του κτιρίου. Αυτή τη φορά το επισκέφθηκα αρκετές φορές κι αναζήτησα τις λεπτομέρειες που είχαν εντυπωσιάσει έναν απ'τους αγαπημένους μου συγγραφείς, τον Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ (ο οποίος είχε αναφερθεί και για τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Αμβέρσα). Περιφερόμουν περιμετρικά του κτιρίου και θαύμαζα για ώρα τα θεόρατα παράθυρα με τα στιβαρά υπέρθυρά τους, τις πολυάριθμες χοντρές κολώνες που κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος των όψεων του, τα διάφορα γλυπτά ανάγλυφα που διακοσμούσαν με περίεργους συμβολισμούς τους τοίχους, τις ξεχασμένες του γωνίες που έδειχναν τόσο μικρές καθώς ήταν κρυμμένες στη σκιά του θεόρατου χτίσματος και τις μορφές των λιονταριών κάτω από τα αετώματα. Δεν προλάβαινα να κάνω λίγα βήματα κι αμέσως σταματούσα για να παρατηρήσω κάτι καινούργιο. Μου κακοφάνηκε από την μια που ένα μεγάλο τμήμα του προαύλιου χώρου είχε μετατραπεί σε χώρο στάθμευσης. Αντιθέτως απολάμβανα τη ζωντάνια που πρόσθετα οι παρέες οι οποίες ήταν μαζεμένες σε διάφορα σημεία του δικαστικού μεγάρου.
Η βόλτα συνεχίστηκε στην πλατεία με το μνημείο για τους πεσόντες των δυο μεγάλων πολέμων. Ένα εκπληκτικό γλυπτών σύμπλεγμα έδειχνε τη θεά Νίκη να σκεπάζει με τα φτερά της τους στρατιώτες και των ζωντανών που συμμετείχαν στις μάχες ενώ στο υπόγειο χώρο της επιτύμβιας στήλης βρισκόταν ένα ακόμη γλυπτό που αναπαριστούσε το άψυχο σώμα ενός πεσόντα. Ένα νεκρό κορμί καλυμμένο με ένα σεντόνι, αφήνοντας ακάλυπτα τα πόδια και τα δυο του χέρια. Ίσα που φαινόταν η κόμη του νεκρού καθώς το σεντόνι σταματούσε στο μέτωπό του. Το δάπεδο όπου βρισκόταν το γλυπτό ήταν γεμάτο σπασμένα μπουκάλια και διάφορα άλλα σκουπίδια. Ακόμα και σε κείνη τη μικρή γωνιά της πόλης, ήταν φανερή η αστική παρακμή των Βρυξελλών. Δε ξαφνιάστηκα με την κατάντια αυτή καθώς απ' την πρώτη στιγμή της δεύτερης επίσκεψής μου παρατήρησα μια έντονη κοινωνική παρακμή στους δρόμους της.
Κατηφορίζοντας προς το βασιλικό ανάκτορο, έκανα μια στάση σε μια πλατεία που μου είχε αρέσει στην πρώτη μου επίσκεψη. Αναφέρομαι στην πλατεία Petit Sablon, η οποία είναι γεμάτη δέντρα, πολύχρωμα λουλούδια και με μια μικρή λιμνούλα στο τελείωμά της. Η έκταση αυτή λειτουργούσε κάποτε ως νεκροταφείο ενός γειτονικού νοσοκομείου. Από το 1890 μετατράπηκε σε ένα καλαίσθητο κήπο αναψυχής ενώ τα αγάλματα που είναι παρατεταγμένα στη σειρά παρουσιάζουν 48 ιστορικά επαγγέλματα που ευδοκίμησαν στην πόλη των Βρυξελλών.
Επίσης αυτή τη φορά επισκέφθηκα και το μουσείο του Ρενέ Μαγκριτ, το οποίο δεν είχα προλάβει να τιμήσω την προηγούμενη φορά. Κάθε όροφος κι από μια περίοδος του διάσημου και πολυαγαπημένου Βέλγου σουρεαλιστή. Δυστυχώς οι διασημότεροι πίνακές του βρίσκονται σε άλλες συλλογές και μουσεία. Παρ' όλα αυτά συνάντησα αρκετά από τα γνωστά του έργα καθώς κι ένα πλήθος αναφορών, άρθρων κι άλλων δραστηριοτήτων στις οποίες είχε πάρει μέρος ο σπουδαίος αυτός δημιουργός.
Κλείνοντας αυτήν την φωτογραφική βόλτα, θα θελα πολύ να αναφερθώ στην τέχνη του δρόμου. Όσο οι Βρυξέλλες έδειχναν πιο παρηκμασμένες από την τελευταία φορά που τις επισκέφθηκα (το 2014) τόσο πιο πολλές ήταν οι καλλιτεχνικές πινελιές με τις οποίες οι διάφοροι δημιουργοί προσπάθησαν να δώσουν χρώμα και ζωή σε μια πόλη που πνίγεται δεκαετίες τώρα στη γραφειοκρατεία του Ευρωκοινοβουλίου και στα golden boys της νεοφιλελεύθερης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χαρίζοντάς μου λοιπόν αυτοί οι νέοι μία παλέτα χρωμάτων στις βρυξελλιώτικες περιπλανήσεις μου, σκέφτηκα κι εγώ να τους τιμήσω παρουσιάζοντας διάφορα από τα εφήμερα έργα που φωτογράφισα τις μέρες που βρισκόμουν εκεί. 

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Μία Ευρώπη με δύο πρόσωπα




του Απόστολου Σερέτη

Ένα θέμα που έχει κατακλύσει τα social media και έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης στην Ευρώπη, είναι η σύλληψη της νεαρής Carola Rachete. Η νεαρή καπετάνισσα του Sea Watch 3, προέβη σε μία πράξη η οποία σίγουρα μπορεί να χαρακτηριστεί ηρωική αλλά πάνω από όλα ανθρώπινη. Αυτό όμως που παρατηρείται αφού κάνουμε μία αναφορά στα γεγονότα, είναι ότι διαμορφώνεται στη δημόσια ζωή της Ευρώπης μία κατάσταση με δύο διαφορετικά ”πρόσωπα”.
Η Carola Rackete, γερμανικής καταγωγής, είναι η καπετάνισσα του πλοίου «Sea Watch 3», του ομώνυμου γερμανικού Μη Κερδοσκοπικού Οργανισμού που διασώζει πρόσφυγες στις θάλασσες της Μεσογείου. Το «Sea Watch» είχε περισυλλέξει 53 πρόσφυγες στις 12 Ιουνίου στις ακτές της Λιβύης. Οι 13 απομακρύνθηκαν από την ιταλική ακτοφυλακή για λόγους υγείας και αποβιβάστηκαν στην Λαμπεντούζα, ενώ οι υπόλοιποι 40 παρέμειναν σε αυτό για 14 ολόκληρες ημέρες, αφού το ιταλικό λιμενικό δεν έδινε την απαραίτητη άδεια ώστε το σκάφος να δέσει σε λιμάνι.
Οι δεκάδες πρόσφυγες του πολέμου και της διάλυσης της Λιβύης που διέσωσε η Rackete, προκλήθηκαν από την επέμβαση των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων κρατών της Δυτικής Συμμαχίας, προκειμένου να ρίξουν τον Καντάφι και να πάρουν τον έλεγχο των πετρελαίων της χώρας. Παράλληλα η άνοδος φασιστών εξτρεμιστών του Ισλάμ στη Λιβύη, εξάπλωσαν ένα ασύλληπτο πέλαγος σκλαβοπάζαρων στην άλλοτε κραταιά χώρα. Πολιτική αστάθεια, σκλαβοπάζαρα, πόλεμος, φτώχεια, διάλυση και ανέχεια. Κάτω από αυτό το πλαίσιο δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι ανεβαίνουν σε βάρκες για να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να φτάσουν στην Ευρώπη για να σωθούν. Η κυβέρνηση Σαλβίνι, εξέδωσε ότι θα συλλαμβάνεται όποιος βοηθήσει τους πρόσφυγες και όποια βάρκα πλησιάσει την Ιταλία θα βυθίζεται.



Η καπετάνισσα Carola Rachete μαζί με το πλήρωμα της, αψήφισε τον Σαλβίνι και το πλήρωμα του πλοίου αρνήθηκε να επιστρέψει τους ναυαγούς στην Λιβύη και έβαλε πλώρη για το πλησιέστερο “ασφαλές” λιμάνι, την Λαμπεντούζα. Η Κυβέρνηση του ακροδεξιού Ματέο Σαλβίνι τότε αρνήθηκε να δώσει άδεια στο ιστορικό πλέον πλοίο, Sea-Watch 3, για να μην προσεγγίσει κανένα ιταλικό λιμάνι αποκλείοντας το εκτός χώρας. Ουσιαστικά η νεαρή καπετάνισσα, έσπασε τον αποκλεισμό των ιταλικών αρχών σε πλοία που μεταφέρουν πρόσφυγες και έδεσε στο λιμάνι της Λαμπεντούζα,σώζοντας 40 ανθρώπους. Χθες το βράδυ, η Carola Rachete αποφάσισε να αψηφήσει τις απειλές του Σαλβίνι και να μπει στο λιμάνι της Λαμπεντούζα. Όταν το πλοίο της προσάραξε στο λιμάνι, κατεβαίνοντας συνελήφθη από δυνάμεις της αστυνομίας που είχαν σπεύσει στο σημείο. 
Καταρχάς το πρώτο που πρέπει να επισημανθεί είναι η πράξη της νεαρής κοπέλας διότι γνωρίζοντας ότι διακυβεύεται η ελευθερία της και παρά τον αποκλεισμό που είχε κηρύξει ο Ματέο Σαλβίνι, η 31χρονη καπετάνισσα πήρε την απόφαση να μπει στο λιμάνι της Λαμπεντούζα. «Αποφάσισα να μπω στο λιμάνι. Γνωρίζω τι ρισκάρω, όμως οι ναυαγοί που έχω στο πλοίο μου είναι εξαντλημένοι κι εγώ θα τους μεταφέρω κάπου με ασφάλεια», δήλωσε χαρακτηριστικά η ίδια. Της απαγγέλθηκαν κατηγορίες και πλέον αντιμετωπίζει την ποινή της δεκαετούς φυλάκισης.
Μετά και από αυτό προκύπτει κάτι ακόμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεικνύεται ότι είναι η ελευθερία στη διακίνηση κεφαλαίων και καταναλωτικών αγαθών,ταυτόχρονα όμως και η φυλακή των ανθρώπων και των λαών της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ουσιαστικά έχει δύο πρόσωπα. Το ένα πρόσωπο είναι ο Σαλβίνι και το άλλο η Rachete. Το ένα πρόσωπο συμμετέχει σε υπερεθνικούς οργανισμούς που μέσω των πολέμων που κάνουν για να εξασφαλίσουν νέες αγορές στην επιχειρηματική τους ελίτ, προκαλούν προσφυγικά ρεύματα, μετανάστευση, πολιτική αστάθεια, κατεστραμμένες υποδομές. Από την άλλη μεριά, έχουμε το πρόσωπο της Rachete, όπου συνοψίζει το σύνολο των ανθρώπων αυτής της ηπείρου όπου αγωνίζονται για να βοηθήσουν τους συνανθρώπους τους, όπου πιστεύουν σε ένα άλλο κόσμο, δικαιότερο, πιο ανθρώπινο, δίχως εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όπου πιστεύουν σε ένα καλύτερο αύριο, όπου βάζουν το συλλογικό πάνω από το ατομικό και η αλληλεγγύη και η στήριξη στους κολασμένους της γης είναι τρόπος ζωής. Τελικά από αυτά τα δύο πρόσωπα ποιο πρέπει να αποτελέσει πρότυπο με τις πράξεις του οποίου πρέπει να διδαχθούμε. Το πρόσωπο του ρατσισμού, του εθνικισμού, του νεοφιλελευθερισμού, της λιτότητας, της απανθρωπιάς που είναι το πρόσωπο της ΕΕ και των ηγετών της ή των λαών της; Το πρόσωπο του μίσους ή της αγάπης; Το πρόσωπο της απανθρωπιάς ή το πρόσωπο της αλληλεγγύης; Σίγουρο είναι πως τέτοιες πράξεις δείχνουν ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που το πρόσωπο του κάθε Σαλβίνι της Ευρώπης το έχουν πετάξει.



Τα δύο πρόσωπα επίσης της Ευρώπης που βλέπουμε, παρουσιάζουν και ξεγυμνώνουν μέσω της σύγκρουσης τους ακόμα ένα γεγονός. Το γεγονός ότι ζούμε την εποχή που κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συλλαμβάνουν ανθρώπους που διασώζουν άλλους ανθρώπους από πνιγμούς στη Μεσόγειο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι θεσμοί της και οι Σαλβίνι που η ίδια γεννά, μέσω των θεσμικών της οργάνων και της απάνθρωπης λιτότητας που αυτά εφαρμόζουν προς όφελος μίας χούφτας ανθρώπων, αποτελεί ένα ναζιστικό μόρφωμα όπου πρέπει να διαλυθεί καθώς είναι απόλυτα κατά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγκληματεί κατά όχι μόνο λαών άλλων ηπείρων αλλά και κατά των ίδιων των λαών της και των πιο υπέροχων ανθρώπων της. Λευτεριά στην ηρωίδα Carola Rackete.
Όπως η ίδια η Rachete είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια….«Η ζωή μου ήταν εύκολη, μπόρεσα να φοιτήσω σε τρία πανεπιστήμια και στα 23 μου ήμουν απόφοιτη. Είμαι λευκή, Γερμανίδα, γεννήθηκα σε μια χώρα πλούσια με ένα διαβατήριο “σωστό”. Όταν τα συνειδητοποίησα όλα αυτά, ένιωσα ότι έχω ηθική υποχρέωση να βοηθήσω όσους δεν είχαν τις ίδιες ευκαιρίες με εμένα».

Πηγή: solidaritywebradio

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Μπρυζ, η κομψή γοητεία του μεσαιωνικού βορρά



Η μεσαιωνική όψη της Μπρυζ είναι μαζεμένη στη καρδιά του ιστορικού της κέντρου και συγκεκριμένα σε τρεις διαδοχικές πλατείες, στην ήρεμη πλατεία του Ζαν Βαν Άικ, στην περίφημη Markt και στην πλατεία του δημαρχείου. Σε αυτά τα αστικά ανοίγματα ο χρόνος έχει σταματήσει κι η γοητεία του παρελθόντος διατηρείται ανέπαφη ως τις μέρες μας.
Η πλατεία του Ζαν Βαν Άικ είναι ένα από τα πιο ήσυχα σημεία της Μπρυζ. Μικρή και διακριτική, διατηρεί την μυστικιστική ατμόσφαιρα που επεδίωκαν να αποκτήσουν οι πλούσιες αστικές τάξεις των πόλεων της βόρειας Ευρώπης. Τα κτίρια γύρω από την πλατεία φανερώνουν το οικονομικό δυναμικό των ενοίκων του ενώ τα λιγοστά μπαράκια που υπάρχουν εκεί διατηρούν ένα χαμηλό προφίλ, σαν να θέλουν να διατηρήσουν για τους θαμώνες τους το γειτονικό τους αριστοκρατικό χαρακτήρα. Πέρα από το άγαλμα του Φλαμανδού ζωγράφου Ζαν Βαν Άικ, την προσοχή μου τράβηξε το Poortersloge. Ένα άκρως εκλεπτυσμένο κτίριο με έναν λεπτό ψηλό πύργο και με πρόσοψη γεμάτη μικρά αγάλματα. Αν και μοιάζει αρκετά με εκκλησία, το συγκεκριμένο κτίριο που χτίστηκε τον 14ο με 15ο, πραγματοποιούνταν οι συναντήσεις των εμπορικών αντιπροσώπων, τότε που η συγκεκριμένη πλατεία ήταν το εμπορικό κέντρο της πόλης γεμάτη εμπορικές εταιρείες και διόδια που έπαιρναν το φόρο των εμπορευμάτων που κατέφθαναν στη πόλη. Αργότερα το 1720 μετατράπηκε σε Ακαδημία των Καλών Τεχνών και λειτουργούσε έτσι μέχρι που μια μεγάλη πυρκαγιά το κατέστρεψε ολοσχερώς. Από το 1912 μέχρι το 2012 χρησιμοποιήθηκε για τα Εθνικά Αρχεία. Αυτό που μου κέντρισε την περιέργεια είναι η εικόνα μιας αρκούδας που κυριαρχούσε στη πλατεία αλλά και στη σημαία της πόλης. Αργότερα έμαθα πως βασίζεται στο θρύλο που λέει πως ο πρώτος επίσημος κάτοικος της Μπρυζ ήταν μια... αρκούδα.
Διασχίζοντας κάποια έρημα κι αδιάφορα στενά, βγήκα σε ένα μικρό άνοιγμα γεμάτο μπυραρίες. Απ' όσες επισκεφθήκαμε τα δυο βράδια που μείναμε εκεί, μου άφησε πολύ καλές εντυπώσεις η Bar Des Amis με την πλούσια ποικιλία στη κάβα της και τη ζεστή της ατμόσφαιρα. Αντιθέτως η De Republiek που μου την πρότειναν ως την καλύτερη μπυραρία της πόλης, την βρήκα ψυχρή, δήθεν κι αδιάφορη. Όμως η εντυπωσιακότερη μπυραρία που αξίζει να αναζητήσετε είναι η The Beer Wall. Ένα στέκι πραγματικό κόσμημα για τους λάτρεις της μπύρας.
Περνώντας από το μικρό άνοιγμα με τις μπυραρίες, βρέθηκα στη περίφημη αγορά της πόλης, τη Markt. Κάτω από τη σκιά του επιβλητικού Belfort πραγματοποιούνται κάθε χρόνο φεστιβάλ κι εκδηλώσεις ενώ στο παρελθόν είχε υπάρξει τόπος εξεγέρσεων κι εκτελέσεων. Σήμερα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και συνάντησης των ντόπιων κι ως χοάνη όπου μαζεύονται και μπλέκονται μεταξύ τους οι ορδές των τουριστών.
Η πλατεία λειτούργησε ως τόπος συνάντησης το 958 ενώ το 985 μετατράπηκε σε κεντρική αγορά της πόλης. Σήμερα τα περισσότερα κτίρια τα κατέχουν τράπεζες κι εστιατόρια με σημαντικότερα το πανύψηλο καμπαναριό και το Επαρχιακό Δικαστήριο της Μπρυζ. Στις μέρες που έμεινα εκεί στάθηκα τυχερός καθώς πέτυχα την πλατεία να λειτουργεί ως λαϊκή αγορά, καθώς κάθε Τετάρτη ο χώρος αυτός γεμίζει με πάγκους και φορτηγά ψυγεία φορτωμένα με όλα τα καλά που βγάζει η βελγική γη. Χώθηκα μαζί με τους κάτοικους της πόλης για να πάρω μια γεύση από την καθημερινότητά τους. Πάγκοι γεμάτοι βελγικά τυριά, ιχθυοπώλες με ψάρια των βελγικών ποταμών και της Βόρειας Θάλασσας, μανάβηδες με λαχανικά και λαχταριστά φρούτα. Που και που υπήρχαν και λίγοι έμποροι με χειροποίητα προϊόντα που θα μπορούσαν να αγοραστούν κι ως αναμνηστικά.
Περιφερόμενος στο κέντρο της πλατείας για να θαυμάσω τα κτίρια γύρω μου, συνάντησα δυο αγάλματα να ορθώνονται πάνω σε μια ψηλή βάση και να είναι στραμμένα προς το καμπαναριό. Οι μορφές που απεικονίζονταν είναι του Jan Breydel και του Pieter de Coninck, δύο ηρώων της ελευθερίας στον αγώνα κατά των Γάλλων στις αρχές του 14ου αιώνα. Ο Jan Breydel ήταν επικεφαλής των κρεοπωλών και ο Pieter de Coninck ήταν επικεφαλής των υφαντών. Αυτό το γλυπτό στήθηκε το 1887, την εποχή του Ρομαντισμού όπου οι Βέλγοι προσπαθούσαν να ανεβάσουν στα ύψη το εθνικό τους φρόνημα.
Στο καμπαναριό της Μπρυζ ανέβηκα το δεύτερο πρωινό που έμεινα στη πόλη. Η ουρά ήταν από νωρίς μεγάλη κι ο επιτρεπόμενος αριθμός επισκεπτών στο μνημείο ήταν στους πενήντα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιμένουμε λίγη ώρα μέχρι να κατέβει κόσμος για να ανέβουμε εμείς. Τα 366 σκαλοπάτια ακούγονται πολλά αλλά τα ανέβηκα με άνεση. Η θέα από ψηλά όχι μόνο αποζημιώνει αλλά αν είσαι τυχερός μπορείς να βρεθείς στη στιγμή που οι 47 καμπάνες σημαίνουν μια από τις μελωδίες τους, καθώς ανά τέταρτο παίζουν κι από ένα διαφορετικό κομμάτι. Στα περβάζια των μεγάλων παραθύρων είναι σημειωμένες αρκετές ευρωπαϊκές πόλεις με σημειωμένη την χιλιομετρική τους απόσταση από την Μπρυζ. Κάνοντας μια βόλτα περιμετρικά στο καμπαναριό κι έχοντας τις 47 τεράστιες καμπάνες πάνω από το κεφάλι σου, στέκεσαι κι αφουγκράζεσαι το σημείο του χάρτη που βρίσκεσαι σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις.
Λίγο πιο πέρα από την Markt βρίσκεται η πλατεία του δημαρχείου. Εδώ κυριαρχεί η αίγλη της εξουσίας. Το δημαρχείο είναι αρχοντικό και στιβαρό. Εκπέμπει μια σοβαρότητα αλλά παράλληλα φανερώνει την προτίμησή του στην καλαισθησία με τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο.
Κολλητά στο δημαρχείο, δεσπόζει ένας μικρός ναός ο οποίος είναι πόλος έλξης για τους καθολικούς, καθώς μέσα στη μικρή αυτή βασιλική φυλάσσεται το Ιερό Αίμα του Χριστού που το έφεραν οι σταυροφόροι όταν επέστρεψαν από τους Άγιους Τόπους.
Η φανταχτερή μικρή πρόσοψη του ναού, δεν είναι τίποτα άλλο από την σκάλα που οδηγεί στον κυρίως ναό, ο οποίος κρύβεται πίσω από το Δημαρχείο. Το παρεκκλήσι χτίστηκε το 1134 με 1157 και μετατράπηκε σε εκκλησία το 1923. Ως κτίσμα έχει δυο χαρακτηριστικά. Στον πρώτο όροφο στεγάζεται ο παλιός ρωμανικός ναός ενώ στον πάνω όροφο βρίσκεται το γοτθικό παρεκκλήσι που επισκεφθήκαμε. Η πανέμορφη σκάλα της εισόδου, αναγεννησιακού ύφους χτίστηκε το 1533 αλλά κατεδαφίστηκε από τους Γάλλους κατακτητές. Ξαναχτίστηκε τον 19ο αι. Το κάτω παρεκκλήσι που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Βασίλειο, είναι το μοναδικό ρομανικό κτίσμα σε ολόκληρη την Φλάνδρα. Χτίστηκε τον 12ο αι. και φιλοξενεί το λείψανο του Έλληνα θεολόγου. Το πάνω παρεκκλήσι που επισκεφθήκαμε είχε έναν πλούσιο διάκοσμο αποτελούμενο από γλυπτά και τοιχογραφίες ενώ τα βιτρό στα παράθυρα δημιουργούσαν μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα στο χώρο. Μία μεγάλη ουρά περίμενε να ανέβει σε μια υπερυψωμένη εξέδρα όπου βρισκόταν η γυάλινη κάψουλα με το Ιερό Αίμα. Μία ιερέας στεκόταν πίσω από το έκθεμα επιβλέποντας τους πιστούς που πήγαιναν να το προσκυνήσουν. Που και που έδινε κάποια μικρά φυλλάδια. Μου είχε κάνει εντύπωση πως την κίνηση αυτή δεν τη έκανε σε όλους. Καθώς ερχόταν η σειρά μας αναρωτιόμουν αν θα μου δώσει και σε μένα ένα απ' αυτά τα περιβόητα δωράκια. Όταν ανεβήκαμε πάνω, αφήσαμε λίγα κέρματα να πέσουν στο παγκάρι και παρατηρήσαμε το περιεχόμενο του φιαλιδίου. Μία βρώμικη γάζα με κάποιες κόκκινες κηλίδες είχε γίνει σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης πίστης. Μου έκανε εντύπωση η ερυθρότητα του χρώματος καθώς γνωρίζω πως το αίμα πάνω στο ύφασμα κιτρινίζει με την πάροδο των χρόνων. Χαμογέλασα συγκρατημένα, κάτι το οποίο ερμήνευσε με τον δικό της τρόπο η ιερέας, δίνοντάς μου τελικά το περιβόητο φυλλάδιο. Απομακρυνόμενος το άνοιξα να δω τι γράφει. Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από προσευχές.
Η μυσταγωγία του μεσαίωνα επανέρχεται με τη δύση του ήλιου. Το καμπαναριό του Belfort φλέγεται και τα υπόλοιπα κτίρια χρυσαφίζουν στο κοκκινωπό χρώμα του ηλιοβασιλέματος. Έπειτα έρχεται μια μικρή παύση. Τα άλογα της πλατείας σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι σαν να αισθάνονται πως κάτι αόρατο πλανάτε πάνω από την πλατεία που εμείς δε μπορούμε να δούμε ενώ οι τουρίστες ως δια μαγείας έχουν εξαφανιστεί καθώς κλείνονται στα ξενοδοχεία τους για να ετοιμαστούν για τη βραδινή τους έξοδο.
Εκείνη τη στιγμή, οι πλατείες είναι έρημες. Χωρίς φασαρίες, χωρίς κόσμο, χωρίς φλας επαναφέρουν προς στιγμή τη μεσαιωνική τους αύρα. Επίσης ο ερυθρός φωτισμός των δρόμων προσθέτει μια αινιγματική σκοτεινιά στις ψηλές οροφές των κτιρίων, τα παράθυρα των οποίων που δεν έχουν κουρτίνες εκπέμπουν ένα ασθενικό φως που σου δίνει έμπνευση για διάφορα σενάρια που συμβαίνουν εντός των διαμερισμάτων. Τα ποταμόπλοια σταματούν τις βόλτες τους και τα κανάλια αποκτούν μια αρυτίδωτη επιφάνεια που λειτουργεί σαν καθρέφτης. Και τέλος, οι εντυπωσιακοί πύργοι εξακολουθούν να κυριαρχούν στον ουρανό.
Η Μπρυζ το βράδυ είναι μια τελείως διαφορετική πόλη...

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019

Μπρυζ, η Βενετία του βορρά



Ενθουσιασμένος από την ονειρική αύρα της Γάνδης, πήρα το μεσημεριανό τραίνο για Μπρυζ. Μια απόσταση λιγότερη της μισής ώρας χωρίζει τις δυο ομορφότερες πόλεις του Βελγίου. Η πρωτεύουσα της Δυτικής Φλάνδρας και πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης του 2002, μας υποδέχτηκε με έναν δυνατό σχεδόν καλοκαιρινό ήλιο. Καθώς απομακρυνόμασταν απ' το σιδηροδρομικό σταθμό πηγαίνοντας προς την πόλη, προσπαθούσα να διακρίνω στο βάθος τους πελώριους φημισμένους πύργους της. Που και που ξεπετάγονταν πίσω από τις στέγες των κτιρίων κάνοντας την ανυπομονησία μου να μεγαλώνει. Ευτυχώς η ομορφιά της πόλης δεν άργησε να αποκαλυφθεί.
Η γοητεία της Μπρυζ βασίζεται σε δυο ξεχωριστούς παράγοντες. Ο ένας είναι η πολυδαίδαλη μορφή των καναλιών που σχηματίζει ο ποταμός εντός και περιμετρικά του ιστορικού κέντρου κι ο άλλος είναι τα μεσαιωνικά κτίσματα που απλώνονται γύρω από την κεντρική πλατεία. Στη συγκεκριμένη φωτογραφική βόλτα θα αναφερθώ στους λόγους που η πόλη έχει χαρακτηριστεί ως η Βενετία του βορρά.
Αφήνοντας το ξενοδοχείο, κατηφόρισα προς τις νότιες συνοικίες. Μια τεράστια πλατεία εκτός του ιστορικού κέντρου, έδινε προς στιγμήν μια σύγχρονη πνοή, κάτι στο οποίο βοηθούσε η μοντέρνα όψη ενός επιβλητικού χώρου συναυλιών που κυριαρχούσε στην άκρη της. Κάπου στα μισά της πλατείας, στρίψαμε για να συναντήσουμε τον καθεδρικό ναό του Σωτήρος, ο οποίος δεν έχει κάτι ιδιαίτερο για να θαυμάσουμε τόσο εντός του όσο κι εκτός πέρα από το ψηλό καμπαναριό και την ερυθρή του τούβλινη όψη. Όμως τα μικρά σοκάκια που ξεκινούσαν από την πλαϊνή του πλευρά, οδηγούσαν κατευθείαν στην καρδιά της παραμυθένιας αυτής πόλης.
Καθώς συνεχίζαμε τη βόλτα μας προς τα κανάλια, άρχισε να ξεπροβάλλει πάνω από τις στέγες των σπιτιών το θεόρατο καμπαναριό-πύργος της Παναγιάς της Βρύγης. Ο πύργος ύψους 122,3 μέτρων είναι το ψηλότερο κτίριο της πόλης και το δεύτερο ψηλότερο τούβλινο κτίσμα στον κόσμο. Ο ναός λειτουργεί κι ως μουσείο με την περηφάνια πως έχει στο εσωτερικό του έναν σπουδαίο θησαυρό. Αναφέρομαι στο άγαλμα της Παρθένου Μαρία και του Χριστού, έργο του Μιχαήλ Αγγέλου που φιλοτεχνήθηκε μεταξύ 1501 με 1504. Αρχικά το έργο είχε παραγγελθεί για τον Καθεδρικό της Σιένα αλλά τελικά αγοράστηκε από δυο εμπόρους της Μπρυζ. Η ιστορία του γλυπτού δεν ήταν ήρεμη καθώς κλάπηκε δυο φορές. Την μια φορά το πήραν οι Γάλλοι και παρέμεινε εξαφανισμένο για 223 χρόνια. Επέστρεψε στη Μπρυζ μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό. Τη δεύτερη φορά επιχείρησαν να το κλέψουν οι ναζί το 1944 αλλά επιστράφηκε μετά το τέλος του πολέμου.
Από την εκκλησία της Παναγιάς, συνεχίσαμε τη βόλτα σε πολύ πιο στενά σοκάκια τα οποία ήταν γεμάτα επισκέπτες, άμαξες κι αυτοκίνητα. Ένα πανδαιμόνιο φωνών, νευρικών κορναρισμάτων κι άβουλων τουριστών που στέκονταν αποχαυνωμένοι ακούγοντας τις οδηγίες των αρχηγών τους. Με γαϊδουρινή υπομονή επιχειρήσαμε να προσπεράσουμε τις ορδές που έφραζαν κάθε τόσο το δρόμο μας. Σαφώς δεν υπήρξε διάθεση να απολαύσουμε κάτι από την πόλη όσο παλεύαμε να ξεφύγουμε από το τουριστικό κομφούζιο.
Μέχρι που βγήκαμε στην περιοχή Ten Wijngaerde ή Béguinage, στη γειτονιά των κύκνων όπως την χαρακτήρισα καθώς σε κείνο το σημείο τα σπίτια αραίωσαν και μπροστά μας αποκαλύφθηκε μια μικρή ακτή γεμάτη πανέμορφους κύκνους και παιχνιδιάρικες πάπιες. Μικρά διακριτικά κάγκελα προστάτευαν τον ρεμβασμό των πτηνών από την ενοχλητική παρουσία των ανθρώπων ενώ δυο μικρά γεφυράκια οδηγούσαν σε μια κλειστή γειτονιά που βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Το Beguinage ήταν ένα απομονωμένο συγκρότημα όπου διέμεναν κάποτε οι Beguines, ευσεβείς γυναίκες που ζούσαν σε μικρές ομάδες κι αδελφότητες. Το εξωτερικό τείχος που χώριζε τη συγκεκριμένη γειτονιά από την υπόλοιπη πόλη, συνεχιζόταν και μέσα, κρατώντας ακόμη και τις ενοίκους σε μια μεταξύ τους απομόνωση. Περνώντας την είσοδο που βρίσκεται στο τελείωμα της μικρής γέφυρας, μπήκαμε σ' αυτή τη γαλήνια γειτονιά. Τα τείχη πέρα από το πλήθος των περισσοτέρων τουριστών, περιόριζε και τους λοιπούς θορύβους. Αλλά κι οι άνθρωποι που βόλταραν μέσα διατηρούσαν με σεβασμό την ηρεμία του τοπίου. Πρόσωπα φωτεινά με ένα μειδίαμα ικανοποίησης στα χείλη με προσπερνούσαν αφήνοντας το βλέμμα τους να χαθεί στο μικρό καταπράσινο δασάκι που υπήρχε εκεί.
Βγαίνοντας από την άλλη έξοδο της συνοικίας, βρεθήκαμε στη λίμνη Minnerwater. Εκεί συναντήσαμε το νότιο άκρο της πόλης. Μια καταπράσινη όαση που απλώνεται γύρω από μια πλατιά λίμνη. Στην απέναντι όχθη, δυο πανέμορφα κτίσματα λειτουργούν ως ξέχωρα διακοσμητικά στοιχεία που σπάνε προς στιγμής την ολική επικράτηση του πρασίνου. Οι βόλτες μέσα σ' αυτό το δάσος υπήρξαν βάλσαμο στα τσιτωμένα νεύρα που μας προκάλεσαν οι τουρίστες. Στους μικρούς περιπάτους συναντήσαμε αρκετά ξέφωτα με παρέες νέων να απολαμβάνουν τα απαλά χάδια του ανοιξιάτικου ήλιου. Αφού ξαποστάσαμε κι εμείς μαζί τους, συνεχίσαμε τη βόλτα μας επιστρέφοντας στο ιστορικό κέντρο.
Έχοντας ως σημείο αναφοράς το καμπαναριό της Παναγίας, βρεθήκαμε στην αυλή του Μουσείου των Καλών Τεχνών. Μια τάξη μαθητών δημοτικού σχολείου είχαν στήσει τους καμβάδες τους πάνω σε τρίποδα και προσπαθούσαν να ζωγραφίσουν κάποια μπρούτζινα άλογα που υπήρχαν στον υπαίθριο χώρο του μουσείου. Τα παρατηρήσαμε διακριτικά καθώς προσπαθούσαν με παιχνιδιάρικο τρόπο να μετατρέψουν τη φαντασία τους σε ζωγραφιά. Από κει βγήκαμε σε ένα από τα ομορφότερα κανάλια της πόλης, το Dijver. Από τη μια μεριά εξακολουθούσε να δεσπόζει το καμπαναριό της Παναγιάς ενώ από την άλλη, ο δρόμος οδηγούσε στο γνωστότερο και πολυφωτογραφημένο σημείο της πόλης, το Rozenhoedkaai.
Για μια ακόμη φορά εισχωρήσαμε στο ατέρμονο ποτάμι των τουριστών. Ευτυχώς είχαμε ανακτήσει τις δυνάμεις μας από την βόλτα στο Minnerwater κι έτσι αφεθήκαμε στις υπέροχες εικόνες που συναντήσαμε μπροστά μας. Πανέμορφα κτίρια που κατέληγαν μέσα στο ποτάμι, τεράστιες ιτιές που κρέμονταν πάνω από τις βάρκες που έκαναν μικρές κρουαζιέρες στα κανάλια και στο βάθος το επιβλητικό Belfort με τα 366 σκαλοπάτια και τις 47 καμπάνες, να παρατηρεί τον κόσμο από ψηλά.
Η επιθυμία μου όμως ήταν να δω τις άγνωστες και ήρεμες γειτονιές της πόλης. Έτσι περπάτησα προς το Groenerei, το καταπράσινο κανάλι. Εκεί βρίσκεται ένα από τα ομορφότερα σημεία της Μπρυζ, γεμάτο δέντρα, αναρριχητικά φυτά και κομψά αρχοντικά του 17ου αι. Μόνος μου μέσα σ' αυτούς τους άδειους δρόμους, ένιωθα κομμάτι της πόλης. Περιφερόμουν από κανάλι σε κανάλι κι αναζητούσα την πόρτα που θα μου φανεί περισσότερο οικεία για να την ξεκλειδώσω και να μπω μέσα. Με αυτήν την ονειρική διάθεση περπάτησα ως την γειτονιά της Αγίας Άννας, μια άγνωστη περιοχή της Μπρυζ. Μια γλυκιά γειτονιά γεμάτη μικρά όμορφα σπιτάκια. Μια αναγκαία ηρεμία επικρατούσε στους δρόμους. Πράσινες πινελιές κισσών κάλυπταν τις προσόψεις αφήνοντας ελεύθερα μόνο τα παράθυρα και τις πόρτες κι ένας περίεργος ναός αφιερωμένος στην Ιερουσαλήμ, δέσποζε στη καρδιά της συνοικίας. Οι κάτοικοι της συνέχιζαν την καθημερινή τους ζωή ανεπηρέαστοι από την τουριστική φήμη της πόλης τους. Προσπαθούσα να τους προσπερνάω όσο πιο διακριτικά γινόταν για να μην ταράξω την ηρεμία τους.
Από την γειτονιά της Αγίας Άννας βρέθηκα στο Krainspoort, ένα οχυρωματικό έργο του 13ου αι.  με χοντρούς τοίχους κι ένα βαθύ περιμετρικό κανάλι που λειτουργούσε ως τάφρος. Ήταν μια από τις παλιές πύλες που συνέδεε την Μπρυζ με άλλες πόλεις όπως την Οστάνδη και την Γάνδη. Τα τείχη μπορεί να γκρεμίστηκαν το 1780 αλλά οι πύλες έμειναν περιμετρικά της παλιάς πόλης. Στο σημείο που βρίσκονταν τα οχυρωματικά έργα, σήμερα απλώνονται μακρόστενα πάρκα γεμάτα ανεμόμυλους και μονοπάτια. Η βόλτα σε κείνα τα μέρη ήταν εντελώς διαφορετική από τους μέχρι τώρα περιπάτους μου στα σοκάκια του ιστορικού κέντρου. Ο ποταμός δίπλα από το μονοπάτι ήταν πιο πλατύς κι απέναντί μου απλωνόταν μια άκρως βιομηχανική κι άχρωμη συνοικία. Που και που συναντούσα παλιά ποταμόπλοια που λειτουργούσαν ως καταλήψεις νεαρών ζευγαριών που είχαν επιλέξει να ζουν εκεί μέσα. Που και που έριχνα κλεφτές ματιές στην μποέμικη ζωή τους.
Διέσχισα μια μεγάλη απόσταση περιμετρικά της πόλης με την καμπύλη του ποταμού να μου φανερώνει πως πλέον είχα από κάτω μου το ιστορικό κέντρο της Μπρυζ. Βρήκα ένα μεγάλο κανάλι που ανοιγόταν αριστερά μου κι άρχισα να κατηφορίζω. Ένα υπέροχο μπιστρό μπαράκι με καλωσόριζε ξανά στον αστικό ιστό της πόλης. Ο ήλιος είχε αρχίσει να κατηφορίζει προς τη δύση προσφέροντας μια πορτοκαλί απόχρωση στις ερυθρές προσόψεις των σπιτιών. Σε ένα μικρό άνοιγμα μια παρέα νεαρών ετοίμαζε ένα υπαίθριο πάρτι. Πιο πέρα μια άλλη μπυραρία καμάρωνε για την ποικιλία της κάβας της μέσω ενός εύστοχου κολάζ διαφημιστικών ταμπελών μπύρας στη μικρή της αυλή. Λίγο πιο πέρα σε ένα στενό σοκάκι συνάντησα την παλιότερη μπυραρία της Μπρυζ, την De Vissinge. Δυστυχώς ήταν κλειστή τις μέρες που θα έμενα στην πόλη.
Το κανάλι άρχιζε να στενεύει. Σε μία απότομη στροφή, βγήκα στην πανέμορφη πλατεία του Ζαν Βαν Άικ. Είχα επιστρέψει ξανά στο μεσαιωνικό κέντρο της Μπρυζ...

Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

Γάνδη, η μποέμικη όψη ενός λιμανιού




Κάθε πλούσιο κι ισχυρό λιμάνι κρύβει κι από μία καλλιτεχνική γωνιά. Μικρά στενά και μισοσκότεινα στέκια όπου οι νέοι αναζητούσαν έναν τρόπο έκφρασης αντίθετο μ' αυτόν του χρήματος και της αγοράς. Μία απ' αυτές τις γοητευτικές γειτονιές απλώνεται πέρα από την ιστορική ψαραγορά και το επιβλητικό φρούριο της Γάνδης.
Το Patershol είναι η πιο καλοδιατηρημένη μεσαιωνική γειτονιά της πόλης, γεμάτη χρωματιστά σπίτια και στενά δρομάκια όπου δεν επιτρέπονται τα αυτοκίνητα. Τα παλαιότερα κτίσματα διατηρούν μέχρι σήμερα τα χαρακτηριστικά παλαιοτέρων εποχών όπως ανάγλυφες μορφές κάτω από τα παρτέρια και χρωματιστά τζάμια που προστάτευαν τον εσωτερικό χώρο από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών. Από την άλλη τα νεώτερα σπίτια προσπαθούν να διατηρήσουν το ύφος των παλιότερων δίνοντας περισσότερο χώρο σε εικαστικές επεμβάσεις από τους ιδιοκτήτες και τους υπολοίπους κάτοικους. Που και που ξεπετάγονται μικρές γκαλερί και διακριτικά μουσεία που συσχετίζονται μόνο με το χώρο της σύγχρονης τέχνης. Ένα παλιό σιλό έχει μετατραπεί σε μουσείο μοντέρνας τέχνης ενώ ένα άλλο δίπλα στο ποτάμι είναι αφιερωμένο στη ζωή ενός δημιουργού απ' αυτούς που αναγέννησαν την περιοχή. Απ' όλες τις γκαλερί μαγνητίστηκα από δυο που βρίσκονται στο ποτάμι. Η μία είχε μια πλούσια συλλογή ξυλόγλυπτων και μεταλλικών μορφών, οι οποίες εντυπωσίαζαν με την ζωντάνια τους ενώ στην άλλη υπήρχε μια μεγάλη γκάμα φωτιστικών που ήταν φτιαγμένα με μουσικά όργανα, γυάλινα μπουκάλια και με μαχαιροπίρουνα.
Η ιστορία της συγκεκριμένης γειτονιάς έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η ύπαρξή της ξεκινάει ως χώρος στρατιωτικού νεκροταφείου. Τον 15ο αι. το Συμβούλιο της Φλάνδρας μεταφέρθηκε στο Gravensteen αναγκάζοντας όλους τους δικαστές και δικηγόρους να εγκατασταθούν εκεί. Ακολούθησαν έμποροι και βυρσοδεψίες δίνοντας ζωντάνια σε όλη την περιοχή. Όμως με την εκβιομηχάνιση του 19ου αι. το Patershol θυσιάστηκε στο βωμό της προόδου. Πολλά κτίρια κατεδαφίστηκαν κι όσα έμειναν όρθια δόθηκαν σε εργάτες που δούλευαν εκεί. Όταν όμως τα εργοστάσια κι η εργατική τάξη μεταφέρθηκαν στα προάστια της πόλης, άφησαν το Patershol έρημο και κατεστραμμένο. Η περιοχή υποβαθμίστηκε και μετατράπηκε σε γκέτο. Η αναγέννησή του ξεκίνησε τέλη του 19ου αι. όταν μια ομάδα μποέμ καλλιτεχνών άρχισαν να μετακομίζουν εκεί δίνοντάς της έναν νέο παλμό διαφορετικό απ' αυτόν που είχε ζήσει στα χρόνια της ευημερίας αλλά και της παραγωγής. Από το 1960 κι έπειτα, η γειτονιά γέμισε και με φοιτητές κάτι που οδήγησε στο άνοιγμα μικρών μπυραριών κι εστιατορίων. Η κίνηση αυτή διέσωσε την εναπομείναντα αύρα αυτής της γειτονιάς καθώς η τότε διοίκηση της Γάνδης είχε προχωρήσει στις κατεδαφίσεις παλιών κι αχρησιμοποίητων γειτονιών της πόλης.
Σε αντίθεση με άλλες μεσαιωνικές γειτονιές που έχω επισκεφθεί στα ταξίδια μου, το Patershol απέχει από τις τουριστικές δραστηριότητες καθώς επιμένει να είναι κομμάτι των κατοίκων του κι όχι εκμεταλλεύσιμο προϊόν για τους επισκέπτες της πόλης. Τα εστιατόρια παραμένουν λίγα και διακριτικά, τα σπίτια είναι γεμάτα κατοίκους που επιθυμούν την ηρεμία της καθημερινότητάς τους. Μικρά ξέφωτα ξεπετάγονταν σε διάφορα στενά, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα όσων δεν επιχειρούσαν να εισχωρήσουν στη γειτονιά κι αρκούνταν στο να περπατήσουν δίπλα στο ποτάμι. Μικρά και πεντακάθαρα παγκάκια με καλούσαν να ξαποστάσω για να θαυμάσω τα πολύχρωμα λουλούδια που αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι μου αλλά και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες των μικρών κατοίκων πάνω σε παράθυρα και τοίχους.
Αντί να επιστρέψω προς το ποτάμι για να ακολουθήσω τη ροή του προς το ιστορικό κέντρο, περπάτησα προς την άλλη μεριά με την επιθυμία να περιπλανηθώ στα άγνωστα προάστια της Γάνδης. Το χρώμα εξακολουθούσε να κυριαρχεί στα γύρω σπίτια παρ όλο που ξεθώριαζε η καλλιτεχνική επιρροή της Patershol. Όμως που και που ξεπεταγόταν μια παιχνιδιάρικη λεπτομέρεια, όπως η μορφή του Τεν-Τεν στο παράθυρο ενός καλοδιατηρημένου σπιτιού ή η μορφή της κουκουβάγιας σε γκράφιτι.
Μια μικρή γέφυρα στάθηκε αφορμή για να ξαποστάσω λίγο καθώς το είδα ως ευκαιρία να παρατηρήσω τα σπίτια γύρω μου από μια διαφορετική θέση. Κι ενώ ρέμβαζα μαγεμένος από τον ήχο της ψιλής βροχής που έπεφτε κάθε τόσο, ξύπνησα από τις χαρούμενες φωνές μιας κοριτσοπαρέας που περνούσε από κάτω μου με μια βάρκα. Χαμόγελα, φιλιά και βελγικές φράσεις που δεν κατάφερα να καταλάβω. Μέχρι που μια απ τις κοπέλες μου ζήτησε να τις φωτογραφίσω. Ο βαρκάρης χαμήλωσε ταχύτητα και τα τρία κλικ του κλείστρου μου κράτησαν για πάντα αυτήν την τόσο ευχάριστη συνάντηση.
Το βράδυ, η γειτονιά αποκτούσε μια μυστηριακή όψη. Ο χαμηλός φωτισμός κι οι έρημοι δρόμοι σε ταξίδευαν πίσω στο μεσαίωνα. Άκουγες μια πόρτα να ανοίγει και περίμενες να εμφανιστεί κάποιος δικαστικός ή τιναζόσουν με το κουδουνάκι του ποδηλάτου και γυρνούσες περιμένοντας να δεις τον εργάτη που επέστρεφε κουρασμένος από τη φάμπρικα. Στο ποτάμι όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά, ειδικά τη δεύτερη νύχτα στη Γάνδη που ήταν ιδανική. Το ποτάμι ήταν καθρέφτης κι ο ουρανός ξάστερος. Τα μπαράκια ήταν γεμάτα νεαρό κόσμο. Η μπύρα άφθονη και τα γέλια ατελείωτα. Αυτό που κρατάω από τις βόλτες μου στα εκεί στέκια είναι μια παρέα σε ένα μπαράκι που είχε βγάλει τα τραπεζάκια του σε μια κλιμακούμενη κατεβασιά προς το ποτάμι. Τα παιδιά κάθονταν δίπλα στο νερό και συζητούσαν με μια χαρωπή ζωντάνια. Στάθηκα στην αντίπερα όχθη και τους χάζευα άφοβα καθώς δεν με είχαν αντιληφθεί διότι ήμουν σε σκιερό μέρος. Είναι από τα σημεία και τις στιγμές που σπανίως συναντάει κάποιος στα ταξίδια του. Είναι τα σημεία που κάποιοι επίμονοι ταξιδευτές παύουν να είναι ξένοι και γίνονται μεμιάς κομμάτι της πόλης.
Κλείνοντας θέλω να μνημονεύσω την ομορφότερη μπυραρία της Γάνδης αν και θα μπορούσα να πω πως είναι μια από τις καλύτερες του Βελγίου, την Dulle Griet. Μπορεί να μη γεμίζει απ' έξω το μάτι αλλά τραβάει τη προσοχή με μια πινακίδα που έλεγε πως έχει πάνω από 500 είδη μπύρας. Δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε απ το να την τιμήσουμε. Και τελικά η περιέργειά μας ανταμείφθηκε δεόντως καθώς εισχωρήσαμε στην πιο εντυπωσιακή μπυροπολιτεία. Το ντεκόρ, οι μπύρες, οι θαμώνες, το παπούτσι που δίνουν όσοι παραγγέλνουν μπύρα σε ποτήρι του ενός λίτρου. Στιγμές, γέλια, γεύσεις κι αρώματα που μας έχουν μείνει αξέχαστα. 

Παρασκευή 24 Μαΐου 2019

Γάνδη, η ατέρμονη γοητεία του γκρίζου



Στη δεύτερη επίσκεψη που πραγματοποίησα στο Βέλγιο, ενδιαφερόμουν περισσότερο να δω την τόσο φημισμένη Μπριζ και τον πλούτο της Αμβέρσας παρά την Γάνδη, την οποία είχα επιλέξει με τις λιγότερες προσδοκίες παρόλο που είχε τραβήξει το ενδιαφέρον μου. Όμως από την πρώτη στιγμή που περιπλανήθηκα στους δρόμους της, συνειδητοποίησα τη λάθος εκτίμησή μου για την ομορφότερη έκπληξη του ταξιδιού. Μετά από δυο μέρες περιπλανήσεων κάτω από τις σκιές των θεόρατων γκρίζων όγκων του ιστορικού κέντρου και ανάμεσα σε πολύχρωμες πινελιές των μποέμικων γειτονιών, διαπίστωσα πως η πόλη έχει δυο τελείως διαφορετικές όψεις. Το ένα μαρτυρά το ένδοξο παρελθόν της και το άλλο το ανέμελο παρόν της.
Παρ' όλο που το δωμάτιο βρισκόταν κοντά στο ιστορικό κέντρο, σκεφτήκαμε να το προσεγγίσαμε για πρώτη φορά μέσω ενός πιο ανορθόδοξου τρόπου καθώς προτιμήσαμε να περιπλανηθούμε για λίγο στο αστικό κομμάτι της πόλης, θέλοντας να αφουγκραστούμε τους καθημερινούς της ρυθμούς. Από την πανύψηλη σχολή των Καλών Τεχνών βρεθήκαμε έξω από την υπερμοντέρνα βιβλιοθήκη, η οποία ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε παλιές έρημες φάμπρικες. Το μαύρο της χρώμα χτυπούσε έντονα στο μάτι κι η αλήθεια είναι πως δεν μου έκανε κέφι να την επισκεφθώ. Μοντέρνο κτίριο, εντυπωσιακό αλλά λίγο περίεργο για βιβλιοθήκη.
Η απογοήτευσή μας κράτησε για λίγο καθώς από 'κεινο το σημείο συνεχίσαμε τη βόλτα μας προς το ιστορικό κέντρο. Πρώτος απ΄όλους ξεπετάχτηκε ο επιβλητικός ναός του Αγίου Μπάφο με το εντυπωσιακό μνημείο προς τιμή των αδελφών Φαν Άικ κι έπειτα μας ανοίχτηκε ένα από τα ομορφότερα ιστορικά κέντρα που έχω επισκεφθεί στα ως τώρα ταξίδια μου, μ' ένα πλήθος μεσαιωνικών κι αναγεννησιακών κτισμάτων που δεν υπέστησαν φθορές στους δυο παγκόσμιου πολέμους. Ο πανύψηλος πύργος Belfry ανάμεσα στα δυο καμπαναριά του Καθεδρικού και του Αγίου Νικολάου και στο βάθος ο πύργος με το ρολόι του ταχυδρομίου. Η καλοδιατηρημένη αίγλη της πόλης μαρτυρά πως η Γάνδη υπήρξε η δεύτερη μεγαλύτερη και πλουσιότερη μητρόπολη της μεσαιωνικής Ευρώπης.
Ο καθεδρικός του Αγίου Μπάφο είναι αφιερωμένος στον πρώτο ιεραπόστολο που ήρθε να κηρύξει τον χριστιανισμό στη Φλάνδρα και κατόπιν έγινε ερημίτης. Κτίστηκε στη θέση ενός προγενέστερου ξύλινου κι ακολούθησε όλες τις αρχιτεκτονικές τάσεις που μεσολάβησαν ως την ολοκλήρωσή του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συναντήσουμε στοιχεία ρωμανικής αρχιτεκτονικής συνδεδεμένα άψογα με μπαρόκ και γοτθικό στυλ. Αυτό όμως που κερδίζει αμέσως τον θαυμασμό των επισκεπτών είναι το πανύψηλο καμπαναριό του με τις τέσσερις απότομες απολήξεις στην κορυφή.
Κατηφορίζοντας προς το ποτάμι, συναντάμε τον πύργο Belfry. Ίσως είναι λίγο υπερβολικό που έχει χαρακτηριστεί ως μνημείο της Unesco αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι ένα ακόμη εντυπωσιακό κτίσμα της πόλης. Μου κέρδισε όμως τις εντυπώσεις εσωτερικά καθώς σε έναν από τους ορόφους προβαλλόταν ένα ντοκιμαντέρ για την παρασκευή καμπανών. Ήταν μια ενδιαφέρουσα στάση μέχρι να ανέβω στη κορυφή. Από εκεί ψηλά απόλαυσα το μεγαλείο της πόλης. Ο Καθεδρικός απέναντί μου έστεκε λαμπρότατος ενώ από την άλλη μεριά αναπτυσσόταν η κομψότητα του Αγίου Νικολάου. Επίσης κάτω από τις καμπάνες υπάρχει μια μικρή αίθουσα με το μουσικό όργανο που παράγει τις παιχνιδιάρικες μελωδίες του πύργου όποτε σημαίνει την ώρα. Στην κορυφή του πύργου ισορροπεί ένας ιπτάμενος δράκος ο οποίος προστατεύει την Γάνδη. Ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει πως η πόλη είναι παραμυθένια.
Μέσα στα ιστορικά κτίσματα της παλιάς πόλης ορθώνεται ένα ανορθόδοξο σύγχρονο κατασκεύασμα, το City Pavilion. Παρ' όλο που δε ταιριάζει καθόλου με τα κτίρια γύρω του κι η χρηστικότητά του είναι σχεδόν μηδαμινή, είχε κάτι που με τραβούσε να το παρατηρήσω εξονυχιστικά. Η πρόσφατη κατασκευή του προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις στους κατοίκους κι όχι άδικα. Όμως το βράδυ αποκτά μια μυσταγωγική αύρα. Το χρυσαφί φως που κατεβαίνει από την οροφή του το μετατρέπει σε μια ουράνια πύλη που σε οδηγεί στο άγνωστο. Μάλιστα ένα από τα δύο βράδια που περιπλανιόμουν στη πόλη, έπεσα πάνω σε έναν νεαρό που έπαιζε με το βιολοντσέλο του κάτω από την επιβλητική στέγη. Ο ήχος απλωνόταν σε όλο το χώρο μαγεύοντας κάθε περαστικό που έστεκε για λίγη ώρα να απολαύσει την ονειρική του μουσική.
Πιο πέρα ο ρωμαιοκαθολικός ναός του Αγίου Νικολάου φαίνεται να χει θαμπώσει με την ατέρμονη αισθητική πάλη που έχει με τα μεταγενέστερα κτίσματα. Στιβαρός με ένα ογκώδες πύργο αλλά λιτός και φτωχός σε εσωτερική διακόσμηση. Τη μέρα που τον επισκεφθήκαμε είχε μια έκθεση ζωγραφικής που ούτε αυτή κέρδισε τις εντυπώσεις μας.
Παρ όλα αυτά κι ενώ παραμένω ενθουσιασμένος με το ιστορικό κέντρο της Γάνδης κι έχω θαυμάσει τους Μαυριτανούς χορευτές στην πρόσοψη του παλιού δημαρχείου και την εντυπωσιακή γοτθική όψη του νέου δημαρχείου αλλά και το πανέμορφο ταχυδρομίο με τον πύργο του, φτάνω στο σημείο της απόλυτης αποκάλυψης, στη γέφυρα του Αγίου Μιχαήλ. Από κάτω που περνάει ο ποταμός Λυς. Γύρω του ορθώνονται πανέμορφα αρχοντικά σπίτια. Ο περίπατος στις όχθες του είναι άκρως ρομαντικός. Στη μέση της γέφυρας στέκει το άγαλμα του Αγίου Μιχαήλ που σκοτώνει τον δράκο. Κάποιος έχει κολλήσει μια λευκή καρδιά στο στήθος του. Στρεφόμενος απ αυτό το σημείο προς την πόλη, μένω άναυδος. Όλα τα επιβλητικά κτίσματα που προηγουμένως επισκέφθηκα είναι παρατεταγμένα στη σειρά. Δε ξέρεις ποιο να πρωτοθαυμάσεις. Πέρασα αρκετές ώρες πάνω σ' αυτήν την γέφυρα σε όλες τις φάσεις της μέρας και της νύχτας καθώς οι μορφές γύρω μου άλλαζαν αναλόγως με το που βρισκόταν ο ήλιος. Γι' αυτήν και μόνο την εικόνα άξιζε όχι μόνο η επίσκεψή μου στην Γάνδη αλλά σε ολόκληρο το Βέλγιο.
Από την γέφυρα κατέβηκα στον ποταμό. Από τη μια μεριά υπήρχαν αρχοντικά κτίτια του 16ου και 17ου αι. με τις κλιμακωτές τους απολήξεις και τα καλαίσθητα διακοσμητικά ανάγλυφα κι από την άλλη έστεκαν μεταγενέστερα αρχοντικά που σέβονταν το παρελθόν και το ύφος της πόλης.
Ο περίπατος στο ποτάμι με έβγαλε στο κάστρο Χράφενστέην, το οποίο δείχνει να επιπλέει σε μια μικρή λίμνη που σχηματίζει το ποτάμι. Καλοδιατηρημένο στέκει ακόμα με τα λάβαρά του να ανεμίζουν περήφανα πάνω από τις πολεμίστρες. Από έναν Έλληνα που γνώρισα στην Αμβέρσα, έμαθα πως κάποτε λειτούργησε ως ορμητήριο εξεγερμένων φοιτητών. Οι νεαροί είχαν ταμπουρωθεί μες στο οχυρό και πετούσαν από τα τείχη μπουκάλια μπύρας. Το πάθος τους ήταν τόσο μεγάλο που στο τέλος κέρδισαν αυτά που διεκδικούσαν. Το γεγονός αυτό μου άρεσε περισσότερο απ' την υπόλοιπη μεσαιωνική ιστορία του κάστρου.
Η βόλτα ολοκληρώνεται στη παλιά ψαραγορά με τις μικρές τις γραφικές μπυραρίες και τις άφθονες πατάτες.
Όμως το καλύτερο δώρο μου το επιφύλαξε η πόλη το τελευταίο βράδυ. Μετά την απογευματινή βροχή ήρθε η νυχτερινή γαλήνη. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος και το ποτάμι τόσο ήρεμο που η επιφάνειά του είχε μετατραπεί σε έναν τεράστιο καθρέφτη. Έτσι η πόλη απέκτησε δυο αντιστρεφόμενες όψεις. Μια πάνω και μια κάτω. Ήταν σκέτη μαγεία να περπατάω στις όχθες και να παρατηρώ τα είδωλα των κτιρίων στην αρυτίδωτη επιφάνεια του νερού.
Επίσης κάτι που θα μου μείνει αξέχαστο ήταν μια παρεΐστικη μάζωξη καγιάκ που έκανε βόλτες στο ποτάμι έχοντας αναμένους πυρσούς στο πίσω μέρος των σκαφών. Ένας αξέχαστος μυσταγωγικός αποχαιρετισμός της πόλης που με συγκίνησε αρκετά.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

Αμβέρσα, το διαμαντένιο λιμάνι του βορρά



Γνώρισα για πρώτη φορά την αίγλη της Αμβέρσας μέσα από την γραφή του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ. Ο αείμνηστος Γερμανός συγγραφέας είχε αφιερώσει αρκετές σελίδες ενός εκ των βιβλίων του περιγράφοντας ένα φρούριο που βρίσκεται εκτός πόλης και είχε λειτουργήσει ως στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και φυσικά για τον εντυπωσιακό σιδηροδρομικό σταθμό. Απ' αυτό το πανέμορφο αρχιτεκτονικό κόσμημα ξεκίνησα με μεγάλες προσδοκίες τη βόλτα μου σε ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης.
Έχοντας συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες για την Αμβέρσα, πήγα στο κεντρικό σταθμό των Βρυξελλών κι αναχώρησα για τα ολλανδοβελγικά σύνορα. Ο δροσερός ήλιος του πρωινού άφηνε μόνο κούφιες υποσχέσεις καθώς η πρόγνωση του καιρού έδειχνε βροχές ως το μεσημέρι. Όσο ανέβαινα βόρεια τόσο τα σύννεφα απλώνονταν απειλητικά πάνω από τα βαγόνια. Μπροστά μου μια οικογένεια Ιταλών μου κρατούσαν συντροφιά με τις τραγουδιστές τους συζητήσεις σε μια διαδρομή που κράτησε λίγο παραπάνω από μια ώρα. Τα πρώτα σπίτια της πόλης τα είδα από ψηλά, καθώς μία μεγάλη γέφυρα μας πέρασε πάνω από τα προάστια λίγο πριν εισέλθουμε στον τερματικό σταθμό.
Βγήκα με ανυπομονησία από το βαγόνι, δυο πατώματα κάτω από την κεντρική αίθουσα του σταθμού. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά κι αντίκρισα την μεγάλη γυάλινη οροφή. Το βλέμμα μου ακολούθησε τις μεταλλικές γραμμές της κατασκευής που οδηγούσαν στο κεντρικό κτίριο με το κομψό ρολόι και τα νεομπαρόκ αρχιτεκτονικά στοιχεία. Από ένα άνοιγμα κοίταξα τα υπόλοιπα επίπεδα του σταθμού. Ένα χάος επικρατούσε από κάτω μου με 25 διαφορετικές πλατφόρμες. Τραίνα από Ολλανδία, Γερμανία και Βρυξέλλες έφταναν κι αναχωρούσαν κάθε τόσο διατηρώντας την ατέρμονη μητροπολιτική αύρα του σταθμού. Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Αμβέρσα χτίστηκε το 1905 και θεωρείται μέχρι σήμερα ως ένας από τους ομορφότερους της Ευρώπης κι όχι άδικα.
Αφού θαύμασα τον θεόρατο θόλο στην αίθουσα εισιτηρίων και τις δύο πανέμορφες εισόδους του σταθμού, κινήθηκα προς το ιστορικό κέντρο. Ένας μεγάλος φιδωτός πεζόδρομος με παρατεταγμένα αρχοντικά κτίρια, με οδηγούσε προς το ποτάμι. Το γκρίζο των προσόψεων που εντεινόταν απ τη συννεφιά, έσπαγε από τις χρυσές πινελιές των γλυπτών κι ανάγλυφων διακοσμητικών. Σε πολλά σημεία συνάντησα πλώρες καραβιών και του προστάτη των εμπόρων θεού Ερμή. Δεν ήταν τυχαίες αυτές οι επιλογές καθώς η Αμβέρσα πέρα από μεγάλο λιμάνι, θεωρείται κι η μεγαλύτερη αγορά διαμαντιών στον κόσμο. Επιστέγασμα της οικονομικής ευφορίας που έζησε η πόλη στις αρχές του περασμένου αιώνα, είναι ο πύργος KBC με τους 26 ορόφους του. Ο πρώτος ουρανοξύστης της Ευρώπης, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1932.
Αφού πέρασα κάτω από τη σκιά του Boerentoren, χάθηκα στα στενά της παλιάς πόλης. Μικρά μαγαζάκια με όμορφες πραμάτειες και καφετέριες με ζεστή ατμόσφαιρα, έδιναν χρώμα στη βροχερή μου βόλτα. Κάπου εκεί συνάντησα τον ναό του Αγίου Ιακώβου. Ένας μικρός και με διακριτική παρουσία ναός, ο οποίος φημίζεται για τον εντυπωσιακό εσωτερικό του διάκοσμο και περηφανεύεται που φυλάσσει εντός του τον τάφο του φημισμένου ζωγράφου Ρούμπενς. Καθώς προσέγγιζα την είσοδό του, είδα έναν γεροντάκι να βγαίνει και να κλειδώνει την μεγάλη ξύλινη πόρτα. Επιτάχυνα το βήμα, προλαβαίνοντάς τον την ώρα που έβαζε το κλειδί στη τσέπη. Με σπαστά γαλλικά τον ρώτησα αν μπορώ να εισέλθω στο ναό. Ξαφνιασμένος γύρισε προς τη μεριά μου και με μια κίνηση του χεριού του προς το στόμα, μου είπε ένα λιτό "manger" και χάθηκε στο διπλανό στενό. Τελικά από Ρούμπενς, αρκέστηκα στο να επισκεφθώ το σπίτι του που έχει μετατραπεί σε μουσείο, μέσα στο οποίο βρίσκονταν αρκετοί γνωστοί του πίνακες με σημαντικότερο όλων μία του αυτοπροσωπογραφία. Περισσότερο όμως με άγγιξε ο πίνακας με το νεκρό βρέφος. Διαβάζοντας το βιβλιαράκι που είχα προμηθευτεί μαζί με το εισιτήριο, έμαθα πως οι γονείς των νεκρών μωρών, ζητούσαν από καλλιτέχνες να ζωγραφίσουν τα πορτραίτα τους πριν την ταφή καθώς δε θα τους δινόταν άλλη ευκαιρία. Στάθηκα αρκετή ώρα μπροστά στο πίνακα παρατηρώντας την ανατριχιαστικά γαλήνια απεικόνιση του προσώπου και το ευλαβικό κράτημα ενός κομμένου κλωναριού στα νεκρά του χεράκια.
Την περισσότερη ώρα των περιπλανήσεών μου, την πέρασα στην κεντρική πλατεία της πόλης. Από τη μια μεριά θύμιζε αρκετά τη Grand Place των Βρυξελλών ενώ από την πλευρά που δέσποζε ο Καθεδρικός Ναός της Παναγίας, μου έφερνε στο νου τα πανύψηλα κτίσματα της Γάνδης. Μόνο το δημαρχείο δε κατάφερα να θαυμάσω καθώς ήταν κρυμμένο πίσω από σκαλωσιές.
Στο κέντρο της πλατείας έστεκε ένα ψηλό συντριβάνι που αναπαριστούμε τον θρύλο απ' τον οποίον πήρε το όνομά της η πόλη. Σύμφωνα με τη λαογραφία, κάποιος γίγαντας με το όνομα Αντιγκόν ζούσε κοντά στον ποταμό Σχέλντε και ζητούσε δικαιώματα διέλευσης από τους βαρκάρηδες του ποταμού. Όποιος αρνούνταν να του δώσει λεφτά, του έκοβε το χέρι και το πετούσε στα νερά. Τελικά, ο γίγαντας φονεύθηκε από έναν νεαρό ήρωα, τον Σίλβιο Μπράμπο. Ο Βέλγος "Δαβίδ" αφού πρώτα σκότωσε τον ποταμίσιο "Γολιάθ", του έκοψε το χέρι και το πέταξε κι αυτός με τη σειρά του στο ποτάμι. Από το γεγονός αυτό βγήκε το όνομα Antwerpen, από τις ολλανδικές λέξεις hand και werpen, που σημαίνουν "χέρι" και "πετώ"
Την ώρα που βόλταρα στην πλατεία, μία ομάδα μαθητών πραγματοποιούσε μια πρωτότυπη οικολογική διαμαρτυρία. Αφού πρώτα ξάπλωσαν στο πλακόστρωτο και σχημάτισαν ένα μεγάλο ερωτηματικό, στη συνέχεια μοίρασαν στους περαστικούς διάφορα φυλλάδια. Προτού πάρω το δικό μου, ξέσπασε ένα ισχυρό μπουρίνι. Μεμιάς η πλατεία άδειασε. Οι περισσότεροι κλείστηκαν στις γύρω μπυραρίες περιμένοντας να κοπάσει η βροχή ενώ εγώ έτρεξα λίγο παραπέρα φτάνοντας βρεγμένος στην είσοδο του καθεδρικού, του οποίου η επιβλητική του πρόσοψη επιβεβαίωνε τον εντυπωσιακό εσωτερικό του διάκοσμο καθώς ένα μέρος του ναού είχε μετατραπεί σε μια μοντέρνα πινακοθήκη. Στο κεντρικό του σημείο ήταν στημένες οι καρέκλες των πιστών ενώ στις πλαϊνές πλευρές του ναού είχαν στηθεί διάφορα εντυπωσιακά τρίπτυχα, δυο εκ των οποίων άνηκαν στον Ρούμπενς. Περιφερόμενος στο εσωτερικό του ναού συνάντησα σε μία γωνία μια ομάδα συντηρητών που επούλωναν τις φθορές των τοιχογραφιών. Πήγα κοντά τους και διακριτικά θαύμασα το έργο και την υπομονή τους. Έμεινα γι' αρκετή ώρα στην εκκλησία καθώς η βροχή απ' έξω δεν έλεγε να κοπάσει. Λίγο πριν με πιάσει η απελπισία, έκανε την εμφάνισή του ο ήλιος δίνοντας ζωντάνια στα λιτά από διακοσμητικά βιτρό παράθυρα του ναού.
Βγήκα δειλά από τον καθεδρικό διαπιστώνοντας πως πράγματι ο ουρανός καθάρισε κι ένας ζεστός ήλιος χάιδευε τις βρεγμένες προσόψεις των σπιτιών και τις γυαλισμένες από τα νερά πέτρες της πλατείας. Σκέφτηκα να δω και την άγνωστη πλευρά της πόλης, οπότε κίνησα γεμάτος περιέργεια προς το λιμάνι. Αφού βγήκα απ' το ιστορικό κέντρο, βρέθηκα σε μια έρημη πλατεία γεμάτη μπαρ. Ένα απ' αυτά είχε το όνομα "Αθήνα". Από κει, συνέχισα τη βόλτα μου σε ένα φαρδύ πεζόδρομο που οδηγούσε προς το Μουσείο του Ποταμού. Κι ενώ περιπλανιόμουν αμέριμνος, έπιασα με την άκρη του ματιού μου μια περίεργη κίνηση. Στράφηκα προς μια βιτρίνα κι αμέσως ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο με μια όμορφη ημίγυμνη γυναίκα. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα στο δρόμο με τα κόκκινα φανάρια της Αμβέρσας. Σαν ένας άλλος Οδυσσέας περιτριγυρισμένος από σειρήνες, συνέχισα τη βόλτα μου προς το ποτάμι μοιράζοντας απλόχερα το χαμόγελό μου σε κάθε κορίτσι που με χαιρετούσε.
Ο πεζόδρομος με τα κορίτσια μ έβγαλε σ' ένα φαρδύ κανάλι όπου στη μέση του υψωνόταν το μουσείο του ποταμού. Στο κτίσμα κυριαρχούσε το κοκκινωπό χρώμα των βάλτων και το τζάμι. Περπάτησα περιμετρικά του και προσπέρασα διακριτικά μια ομάδα Ελλήνων που έπιναν τις μπύρες τους σε ένα παγκάκι. Το κτίριο ήταν εντυπωσιακό αλλά η θεματολογία του δεν μου τράβηξε το ενδιαφέρον.
Κατηφόρισα παράλληλα με το ποτάμι. Στο βάθος διέκρινα τους γερανούς του λιμανιού και τα τεράστια σιλό. Ένα ολλανδικό ποταμόπλοιο πέρασε αθόρυβα από κοντά μου, καθώς συνέχιζα τη βόλτα μου προς το ιστορικό κέντρο. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη δύση. Άρχισα να επιστρέφω προς το σταθμό καθως δε γνώριζα τι ώρα είναι το τελευταίο τραίνο για Βρυξέλλες.
Πριν φύγω όμως από την πόλη, έκανα μια τελευταία βόλτα στη Zurenborg, μια μικρή γειτονιά του 19ου αι. σε στυλ μπελ-επόκ με πολλά αρχιτεκτονικά στοιχεία αρτ-νουβώ. Κάποιος μου χε πει πως έχει τη φήμη της πιο γνήσιας αστικής γειτονιάς στην Ευρώπη. Η αλήθεια είναι πως δεν συνάντησα κάτι τέτοιο παρ' όλο που ήταν μια ήρεμη και πεντακάθαρη περιοχή με μια γλυκιά πλατεία στο κέντρο της γεμάτη καλόγουστα μπαράκια. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πως είχε πολλές συναγωγές, ενώ στο δρόμο συναντούσα συνέχεια Εβραίους ορθόδοξους με τις μαύρες τους ενδυμασίες, τα φαρδιά τους καπέλα και τα δυο στριφογυριστά κοτσιδάκια να κρέμονται στο πρόσωπό τους.
Λίγο πριν την αναχώρηση, κι ενώ περίμενα το τραίνο μου στην πλατφόρμα 23 θαυμάζοντας για τελευταία φορά τον σιδηροδρομικό σταθμό, κάτι άρχισε να μυρίζει έντονα. Στον μικρό πανικό που προκλήθηκε, μάθαμε πως μία εγκατάσταση έπιασε φωτιά μ' αποτέλεσμα να ακινητοποιηθούν κάποιοι συρμοί, μέσα σ' αυτούς κι ο δικός μου. Αυτό είχες ως αποτέλεσμα να μετακινηθούμε σε άλλη πλατφόρμα όπου μας περίμενε ένα άλλο τραίνο για Βρυξέλλες. Πολλοί θα το χαρακτήριζαν ως ένα ατυχές γεγονός. Για μένα ήταν απλώς μια ευχάριστη παράταση της παρουσίας μου σ' αυτό το τόσο όμορφο αρχιτεκτονικό στολίδι.
Μ' αυτήν την εικόνα αποχαιρέτησα την Αμβέρσα.