Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Joker


Δυο βδομάδες τώρα όλοι (παρα)μιλούν για τον άψογα προωθημένο Τζόκερ. Μάλιστα, οι περισσότεροι την αποκαλούν ως ταινία της χρονιάς, μια άποψη που μου προκαλεί γέλιο παρόμοιο μ' αυτό του Χοακίν Φοίνιξ. Προς θεού, αυτό δε σημαίνει πως υποτιμώ το έργο. Αντιθέτως το βρήκα άκρως ενδιαφέρον καθώς έθιγε αρκετούς προβληματισμούς κι ανέδειξε εύστοχα το σάπιο μοντέλο όπου δεκαετίες τώρα πορεύεται άβουλα η δυτική κοινωνία. Μια κοινωνία που εξακολουθεί να ψάχνει τη χαμένη της αξιοπρέπεια κάτω από στοίβες σκουπιδιών. Από την άλλη ολόκληρη η ταινία βασίστηκε στην ερμηνεία ενός και μόνο προσώπου, με τρόπο που καταφέρνει να καλύψει τα σεναριακά της κλισέ. Παρά τις ατέλειές της, η ταινία είναι δυνατή και πετυχαίνει να εισχωρήσει τον θεατή στον υγρό και βρώμικο υπόκοσμο της Νέας Υόρκης ή αλλιώς Γκόθαμ Σίτι. Όμως είχα την ατυχία να επιλέξω έναν από τους κινηματογράφους-αλυσίδες της πόλης όπου η έλλειψη της κινηματογραφικής παιδείας γίνεται αισθητή καθώς τα γεμάτα ποπ κορν στόματα ανταγωνίζονται τις προσπάθειες των ηχοσυστημάτων της σκοτεινής αίθουσας ενώ οι φωτεινές οθόνες των κινητών γίνονται περισσότερο ελκυστικές από το μεγάλο πανί όπου προβάλλεται το έργο. Στη συγκεκριμένη προβολή βίωσα μια ακόμη αλλόκοτη συμπεριφορά του κοινού, που με προβλημάτισε αρκετά καθώς επιβεβαίωνε κάποιες από τις κοινωνικές καταστάσεις που παρουσιάζει το έργο.
Αυτή τη φορά δε θα επεκταθώ αρκετά στη ταινία καθώς έχουν αναφερθεί άλλοι τόσοι μ' αποτέλεσμα να μετατραπεί ένα ενδιαφέρον έργο σε κινηματογραφικό μαϊντανό. Αυτό που κρατάω είναι η έξυπνη παρουσίαση του τρόπου όπου τα μέσα μαζικής ενημέρωσης επηρεάζουν τη κριτική σκεψη των τηλεθεατών, πόσο μάλλον σε μια εποχή που το ίντερνετ δεν είχε κάνει ακόμη την εμφάνισή του. Οι δημοσιογράφοι όπως πάντα εκθειάζουν εκπροσώπους των ανωτέρων αστικών τάξεων, οι οποίοι θέλουν υποτίθεται να συνεισφέρουν για το κοινό καλό. Οι ειδήσεις καλά σκηνοθετημένες προκαλούν πρώτα πανικό για να στρώσουν έπειτα το χαλί στον εκάστοτε πλούσιο μεσσία που θα ρθει να δώσει λύσεις σ' όλα τα προβλήματα. Κάπως έτσι πέφτει στη παγίδα η μητέρα του αντιήρωα, η οποία πιστεύει πως ο πάμπλουτος πατέρας του μετέπειτα Μπάτμαν Μπρους Γουέιν είναι ένας καλοκάγαθος μεγιστάνας που θα σκύψει το βλέμμα του πάνω απ' τα προβλήματα του λαού. Σ' αυτό το σημείο η ταινία έπεσε μέσα και μάλιστα σε μια περίοδο που τα εγχώρια κανάλια προσπαθούν να πλέξουν το εγκώμιο της νέας ακροδεξιάς κι άκρως νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης. 
Επίσης ο δημιουργός αναπτύσσει με ευγενικό τρόπο το οιδιπόδειο σύμπλεγμα μητέρας-γιου. Μια αρρωστημένη κατάσταση που δυστυχώς έχει παρεκτραπεί στις μέρες μας κάτι που γίνεται εμφανές στις αδιέξοδες ανθρώπινες σχέσεις. Τόσο η σχέση αυτή όσο κι η τραυματική παιδική ηλικία του αντιήρωα, τον οδηγούν στα συναισθηματικά και προσωπικά συμπλέγματα που τον έχουν μετατρέψει σε έναν ντροπαλό, αντικοινωνικό κι αδύναμο μέλος της κοινωνίας. Ένα θύμα που κανείς δε νοιάζεται μέχρι που μετατρέπεται σε θύτη-τιμωρό. Η αδικία που συντελείται στον εργασιακό χώρο, ο εκφοβισμός των αδύναμων, ο διασυρμός απλών ανθρώπων από τηλεοπτικούς "αστέρες" (η Ελλάδα έχει πολλούς απ' αυτούς), η κρατική αδιαφορία στις ανάγκες του κόσμου κι άλλα πολλά τον μετατρέπουν από αφανή πολίτη σε προσωποποιημένη κοινωνική οργή. Ο χαρακτήρας του Τζόκερ χτίζεται όμορφα και μεθοδικά όμως η αλληλεπίδρασή του με τον κόσμο είναι αβάσιμη και παιδαριώδη.  



Κι εδώ ερχόμαστε σ' αυτά που με ενόχλησαν στο έργο. Για μια ακόμη φορά ο κινηματογράφος παρουσιάζει τον κοινωνικό ξέσπασμα ως μία ανεξέλεγκτη οργή του όχλου. Με ένα τελείως απαράδεκτο τρόπο, προσπαθεί να μας πείσει πως το δίκαιο των πολιτών θα ρθει μέσα από καταστροφές, φωτιές, δολοφονίες κι άναρθρες κραυγές σε δρόμους επικίνδυνους κι αιματοκυλισμένους. Μία συνταγή που την έχουμε συναντήσει άπειρες φορές και θα εξακολουθούμε να τη βλέπουμε σ' αυτού του είδους τις ταινίες. 
Από την άλλη, ενώ η ταινία επιδιώκει να χει μια βάσιμη πολιτική χροιά καθώς αναφέρεται στη δεκαετία του '80 όπου πραγματοποιήθηκαν οι μεγάλες απεργίες των σκουπιδιάρικων (γι' αυτό το λόγο έχουμε συνηθίσει τις αμερικάνικες ταινίες του '80 και του '90 να είναι με πλάνα από δρόμους γεμάτους σκουπίδια) αλλά και στην περικοπή των δαπανών της κοινωνικής πρόνοιας που οδήγησε αρκετούς ψυχικά νοσούντες στις φυλακές, μια εξέλιξη που έκανε το κεφάλαιο να τρίβει τα χέρια του καθώς εκείνη τη περίοδο άνοιγαν οι πρώτες ιδιωτικές φυλακές στις οποίες οι έγκλειστοι ήταν οι σύγχρονοι σκλάβοι της αμερικανικής παραγωγής, τελικά καταλήγει να βροντοφωνάξει ένα εξοργιστικό "No politica" μέσω του εξεγερμένου Τζόκερ. Οπότε εκεί που θα μπορούσε να κάνει την όποια διαφορά από άλλες ταινίες ηρώων κόμικς, όπως είχε συμβεί με το αξεπέραστο "Watchmen", τελικά καταφέρνει να κάνει μια τρύπα στο νερό. 
Αυτό όμως που με προβλημάτισε στην προβολή ήταν το κοινό. Όσοι έχουν ήδη δει το Τζόκερ, θα γνωρίζουν πως η ιστορία στερείται από κωμικές σκηνές. Κι όμως, μες στην αίθουσα οι περισσότεροι θεατές γελούσαν. Γελούσαν με το χαχανητό του Φοίνιξ, γέλασαν με τον νάνο που δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα, γέλασαν με τον χορό στα σκαλιά που μετατράπηκε σε κυνηγητό. Όσο με προβλημάτισαν τα θέματα που έθετε η ταινία άλλο τόσο με προβλημάτισε η συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων. Άραγε είχαν καταλάβει κάτι από την ιστορία ή πίστευαν πως πήγαν να δουν μια ακόμη ταινία δράσης; Από την άλλη μπορεί κανείς να γελάσει απέναντι στη ψυχική πάθηση ενός ανθρώπου; Κατά μια έννοια η συμπεριφορά του κοινού επιβεβαίωνε την κοινωνική κατρακύλα που παρουσιάζει η ταινία. Από την μια οι προβληματισμοί βγαίνουν αληθινοί αλλά από την άλλη ο εφιάλτης που αναφέρονται οι συντελεστές δεν περιορίζεται στα κινηματογραφικά πλαίσια αλλά δυστυχώς αποδεικνύεται πως μας περιβάλλει. 
Έφυγα από την σκοτεινή αίθουσα απογοητευμένος όχι από την ταινία αλλά από τον κόσμο που την είδαμε μαζί. Το ότι κόπηκαν εκατοντάδες εισιτήρια μέσα σε μια βδομάδα δε μου λέει απολύτως τίποτα όταν συνειδητοποιώ πως μια σημαντική μερίδα του κοινού το παρακολούθησε χωρίς να καταλάβει τίποτα. 
Όσο για το Τζόκερ, πιστεύω πως θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά αλλά δυστυχώς δείλιασε. Αν κάτι μου μένει από την ταινία είναι η εκπληκτική ερμηνεία του Χοακίν Φοίνιξ. 

Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης


Ο ιταλικός κινηματογράφος κάθε φορά που στρέφεται προς την κατάσταση της χώρας του για να προβληματιστεί με τον υπόκοσμο της μαφίας, μας προσφέρει αρκετά ενδιαφέρουσες κι εξαιρετικές ταινίες. Στη μεγάλη λίστα όπου φιγουράρουν οι Σκοτεινές Ψυχές, το Γόμορρα, το Dogman και το Suburra έρχεται να προστεθεί κι η "Μεγάλη Νυχτά της Νάπολης". Παρ' όλο που η ταινία δε διαφέρει σε θέμα πλοκής και θεματολογίας με τις άλλες γκανγκστερικές, ξεχωρίζει διότι πρωταγωνιστές της είναι πιτσιρικάδες. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στη σύγχρονη καθημερινότητα της Νάπολης. Οι γειτονιές λυμαίνονται από τις συμμορίες, οι οποίες απαιτούν χρήματα προστασίας από τα μαγαζιά και τους υπαίθριους πάγκους νε τις μεγάλες οικογένειες να αλληλοσκοτώνονται για το ποιος θα επικρατήσει. Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ένας αρχιμαφιόζος που ήταν αρκετά αγαπητός στη Νάπολη έχει δολοφονηθεί, δίνοντας τη θέση του σε μια νέα συμμορία η οποία είναι πιο αδίστακτη και σκληρή με τους κατοίκους της πόλης. Όλη αυτή η κατάσταση που επικρατεί στην πόλη, περιγράφεται μέσα από τα μάτια μιας παρέας. Παιδιά φτωχών οικογενειών που λογικά έχουν παρατήσει το σχολείο κι αναζητούν άλλους τρόπους για να βγάλουν λεφτά. Το νεαρό της ηλικίας τους παράλληλα με την υποταγή τους στον επιδειξιομανή καταναλωτισμό, τα ωθεί προς την εύκολη εύρεση χρημάτων.
Μετά από μια ανεπιτυχής ληστεία σε ένα κοσμηματοπωλείο, επιλέγουν να δουλέψουν για τη συμμορία που κυριαρχεί στην περιοχή τους. Τους ανατιθεται διακίνηση ναρκωτικών σε φοιτητές κι είσπραξη χρημάτων προστασίας από τα μαγαζιά και τους πάγκους της λαϊκής. Το χρήμα ρέει άφθονο πια, θαμπώνοντας τους πιτσιρικάδες από την πρόσκαιρη χλιδή. Αγορά ακριβών προϊόντων, πρώτο τραπέζι στα κλαμπ κ.ο.κ. 
Όμως ένα απρόοπτο περιστατικό θα αλλάξει τις ισορροπίες στην πόλη, δίνοντας την ευκαιρία στους πιτσιρικάδες να αναλάβουν τα ηνία της περιοχής τους. Βίαιες συγκρούσεις μεταξύ παλιών συνεταίρων κι απειλές θα διαδραματιστούν στους στενούς δρόμους της πόλης. Η επικράτηση επιτυγχάνεται εύκολα αλλά η διατήρησή της φαίνεται ακατόρθωτη. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας έχοντας ως πρότυπο έναν παλιό δίκαιο μαφιόζο θα προσπαθήσει να "διοικήσει" κι αυτός με τη σειρά του δίκαια την περιοχή. Όμως η γλύκα των χρημάτων είναι ισχυρή, δημιουργώντας νέες ίντριγκες μες στην παρέα. 



Για γκανγκστερική ταινία, η πλοκή της ξεκινάει ομαλά κι εντείνεται με το πέρασμα της ώρας προσφέροντας αρκετές κορυφώσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη πραγματοποιείται πουθενά κοιλιά στο σενάριο. Μάλιστα τελειώνει αφήνοντάς σου την επιθυμία να κρατούσε λίγο παραπάνω. Ο σκηνοθέτης Κλαούντιο Τζιοβανέζι έχοντας μαζί του στην αφήγηση τον διάσημο συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο δείχνει μία αυτοπεποίθηση στο θέμα με το οποίο καταπιάνεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μας προσφέρει εξαιρετικές στιγμές αδρεναλίνης όπως η σκηνή στη ταράτσα με τα πυροτεχνήματα αλλά κι η πρώτη ανταρσία των πιτσιρικάδων με τα παλιά τους αφεντικά.
Παράλληλα εκπληκτικές είναι οι ερμηνείες σχεδόν όλων των ηθοποιών. Ειδικά τα πιτσιρίκια έχουν μια αυθεντικότητα στο παίξιμό τους που δίνουν την αίσθηση πως βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ που παρουσιάζει τη δράση μιας συμμορίας παρά μιας ακόμη γκανγκστερικής ταινία. Εξαιρετική η στιγμή που μάνα και γιος πάνε να αγοράσουν καινούργια έπιπλα για το σπίτι. Βλέποντας η μητέρα τα χρήματα που βγάζει ο γιος της από το παντελόνι, μουδιάζει. Τον κοιτάει γεμάτη θλίψη καθώς γνωρίζει πως ο δρόμος που το παιδί της χάραξε δεν έχει γυρισμό. Θέλει να κλάψει, να ουρλιάξει, να σηκωθεί να φύγει τρέχοντας. Σίγουρα περνάνε πολλά απ' το μυαλό της εκείνη την ώρα. Όμως στέκει εκεί και τον κοιτάζει πονεμένα. Τελικά καταλήγει να τον αγκαλιάσει σφιχτά καθώς ξέρει πως πλέον θα ζει με το σκεπτικό πως η κάθε στιγμή μπορεί να είναι και η τελευταία. 
Θα χαρακτήριζα την ταινία αυτή τίμια. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει κανέναν θεατή. Έχει αρκετά κλισέ και λίγο πολύ γνωρίζουμε την εξέλιξη. Κερδίζει όμως στην ντοκιματερίστικη εικόνα της, στα δυνατά της πλάνα και στην ψευδαίσθηση που έχουν οι πιτσιρικάδες ότι μπορεί να προσφέρουν δικαιοσύνη με τα όπλα. 
Η "Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης" είναι μία άκρως ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πρόταση όπου δείχνει τον βίαιο τερματισμό της παιδικής αθωότητας και το σπαρακτικό τέλος όσων επιλέγουν να ζουν με τα όπλα. 

Βαθμολογία: 7/10

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

Οροσειρά των Ονείρων


Έχω επισημάνει πολλές φορές πως τα σπουδαιότερα έργα εισέρχονται ταπεινά κι αθόρυβα στις κινηματογραφικές αίθουσες. Το θεματολογικό ήθος αυτών των έργων που βασίζεται στην ειλικρινή δημιουργικότητα των σκηνοθετών τους, συμπυκνώνεται καθ'όλη τη διάρκεια προβολή τους χωρίς να χει την ανάγκη μαρκετίστικων τυμπανοκρουσιών. Κουβαλώντας ήδη το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ στο φεστιβάλ των Καννών, η νέα ταινία του πολυαγαπημένου Χιλιανού σκηνοθέτη Πατρίσιο Γκούζμαν έκανε το πέρασμά της από το φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας. Είχα την τύχη να το δω στη κατάμεστη αλλά άκρως σιωπηλή αίθουσα του Δαναού. Μέσα σε μιάμιση σχεδόν ώρα ένιωσα πως όλο το κοινό είχε μπει στην ίδια συναισθηματική έκσταση. Μία κατάσταση που μόνο ο Πατρίσιο Γκούζμαν μπορεί να προσφέρει με τον άρτιο δοκιμιακό του λόγου και την άκρως μαγευτική του φωνή, πλαισιωμένα και τα δύο με την ονειρική μουσική του συγκροτήματος Miranda y Tobar. 
Η συγκεκριμένη προβολή υπήρξε για μένα μία από τις σπάνιες στιγμές συναισθηματικής έκρηξη. Ένα σφίξιμο στο στήθος κι ένα κόμπο στο λαιμό που δε μ' άφηναν να αναπνεύσω. Κι ενώ βούλιαζα στην αναπαυτική καρέκλα του κινηματογράφου, τα μάτια μου χανόντουσαν στα απέραντα τοπία των Άνδεων και το μυαλό μου άνοιγε ένα σωρό μικρές καταπακτές μέσα απ'τις οποίες ξεχυνόταν ένα σμήνος σκέψεων και συναισθημάτων. Η κατάσταση αυτή δεν προκλήθηκε αστραπιαία (αν και στο Νοσταλγώντας το Φως εντείνεται από τη πρώτη νότα της μουσικής), αλλά έρχεται με έναν αγνό κι ευγενικό τρόπο. Εκείνο το βράδυ στον Δαναό βρέθηκα απροετοίμαστος σ' αυτό που θα ζούσα, κι αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που θεώρησα πως η συγκεκριμένη προβολή, μου έχει μείνει ήδη αξέχαστη.
Η Χιλή είναι μία χώρα που λάτρεψα από τότε που άρχισα να μελετώ την πρόσφατη ιστορία της. Η αγιότητα του προέδρου Αλιέντε που δολοφονήθηκε από τους φασίστες του Πινοσέτ, η μετατροπή της χώρας σε ένα πειραματόζωο της σχολής του Σικάγο, η έντονα πολιτικοποιημένη κοινωνία της που έχουμε γνωρίσει μέσα από ταινίες, ντοκιμαντέρ και βιβλία και φυσικά η τριλογία του Γκούζμαν που μου 'χει χαρίσει μια οικειότητα με την άγνωστη κι απομονωμένη γωνιά της Λατινικής Αμερικής. 


Όπως συνέβη με το "Νοσταλγώντας το Φως" και με το "Μαργαριταρένιο Κουμπί", έτσι και στην "Οροσειρά των Ονείρων" ο δημιουργός ξεκινάει την αφήγησή του με κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του τόπου του. Αυτή τη φορά έχει την τιμητική της η πελώρια οροσειρά των Άνδεων. Ο Πατρίσιο Γκούζμαν μας περιγράφει τις μνήμες των παιδικών του χρόνων, οι οποίες συμπορεύτηκαν με τη σκιά των πελώριων βουνίσιων όγκων. Παράλληλα κάποιοι καλλιτέχνες περιγράφουν τις δικές τους εμπειρίες αλλά και τις σκέψεις που τους προκαλούν οι Άνδεις. Αυτό που διαπιστώνω είναι πως όλοι τις θεωρούν ιερές και βασικό παράγοντα που επηρέασε τον πολιτισμό αλλά και την ιστορία αυτού του τόπου. Εξάλλου όλοι τους με μία φωνή δήλωσαν πως οι Άνδεις έχουν δύο ρόλους. Από την μια προστατεύουν τον λαό της Χιλής αλλά από την άλλη τον απομονώνουν από τον υπόλοιπο κόσμο. 
Συζητώντας με τους καλλιτέχνες για τα παιδικά τους χρόνια και τον ρόλο που διαδραμάτισαν στη ζωή τους τα βουνά, ο Πατρίσιο Γκούζμαν αναφέρει πως οι μνήμες του στη Χιλή τερματίζουν με το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Μετά τη σύλληψή του και φοβούμενος τη καταστροφή του τότε κινηματογραφικού του υλικού διαφεύγει στην Ευρώπη όπου έχει παραμείνει μέχρι σήμερα. Περιγράφοντάς μας το προσωπικό του δράμα αντιλαμβανόμαστε μια χροιά θλίψης για τα χρόνια που πέρασαν ανεπιστρεπτί αλλά και μιας ενοχής καθώς έφυγε ηττημένος αφήνοντας μια χώρα στα χέρια των φασιστών. 
Η φωνή του σπάει όταν συναντά ακόμη όρθιο το σπίτι όπου γεννήθηκε, ένα υπέροχο διώροφο νεοκλασικό που εξακολουθεί να παλεύει με τη φθορά του χρόνου. Ο σκηνοθέτης χαίρεται που το βλέπει ακόμη όρθιο καθώς πολλά άλλα έχουν γκρεμιστεί για να χτιστούν στη θέση τους πολυκατοικίες κι ουρανοξύστες (τι μας θυμίζει αυτό άραγε;) Ο πρώτος σπαραγμός έρχεται όταν βλέπουμε το σπίτι από ψηλά. Ένας δυνατός συμβολισμός που περιγράφει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη όψη που έχουν οι παιδικές μνήμες του δημιουργού.
Στη συνέχεια ο σκηνοθέτης μας οδηγεί στο σπίτι όπου πέρασε την εφηβική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια των κινηματογραφικών του σπουδών. Απ' αυτό το σημείο αρχίζει η κορύφωση του έργου. Νιώθοντας ο ίδιος τύψεις που έφυγε από την χώρα εκείνα τα δύσκολα χρόνια, τιμάει έναν άλλον κινηματογραφιστή που έμεινε στη Χιλή καλύπτοντας αρκετές από τις βίαιες στιγμές της χούντας. Συζητώντας μαζί του για κείνα τα χρόνια, παρακολουθούμε παράλληλα πλάνα από τις τότε κρυφές αλλά και φανερές καταγραφές του όπως η μαζική σύλληψη δεκάδων χιλιάδων ανδρών από τις γειτονιές του Σαντιάγκο αλλά και τη συγκέντρωσή τους στο στάδιο της πόλης. Σε μία απ' αυτές τις κερκίδες που λειτούργησαν ως φυλακές βρέθηκε κι ο Πατρίσιο Γκούζμαν. Οι σκηνές που μας παρουσιάζονται είναι συγκλονιστικές. Η ασύστολη αστυνομική βία, το πάθος των ανθρώπων για ελευθερία και δικαιοσύνη κι ο χώρος ανάμεσά τους που γεμίζει κραυγές πόνου κι απειλές. Σκηνές που βιώσαμε αρκετοί τη διετία μεταξύ 2010 και 2012 όπου τα κινήματα στην Ελλάδα ήταν μαζικά. Δε μπορούσα με τίποτα να συγκρατήσω την οργή μου με όσα μου αποκαλύπτονταν στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου αλλά και μ' αυτά που θυμόμουν απ' τις δικές μας διαδηλώσεις. Μάλιστα σε ένα πλάνο όπου φαίνεται ξεκάθαρα ένας αστυνομικός να πετάει δακρυγόνο σε καθισμένες διαδηλώτριες που τραγουδούσαν ειρηνικά την "Ωδή στη Χαρά" μου προκάλεσε τόση οργή που ξεφώνισα τη λέξη "κοπρόσκυλα". Δε θυμάμαι ποτέ στο παρελθόν να αντιδρώ έτσι σε κινηματογραφική προβολή οπότε μέσα απ' αυτό εδώ το κείμενο ζητώ συγνώμη σε όποιον με άκουσε εκείνη τη στιγμή κι ίσως ενοχλήθηκε. Ο σκηνοθέτης συζητώντας μαζί με τον μάχιμο κινηματογραφιστή για κείνα τα χρόνια, συνειδητοποιούν πως οι σημερινές διαδηλώσεις δεν έχουν πια τον ίδιο παλμό όπως τότε παρόλο που η αδικία κι η φτώχεια εξακολουθούν να κυριαρχούν στο χιλιανό λαό. 


Στις συζητήσεις για τα τεκταινόμενα της χούντας, ο σκηνοθέτης ξεκινάει διάλογο και με έναν συγγραφέα, με τον οποίον συζητάνε για όσα ακολούθησαν. Ο συγγραφέας θέτει το ερώτημα στο αν τελείωσε ποτέ η χούντα καθώς οι τότε φασίστες έδωσαν την εξουσία στους διακριτικούς και σιωπηλούς συνεργάτες τους οι οποίοι θα οδηγούσαν τη χώρα σε εκλογές. Ακόμα κι εδώ, η ιστορία θυμίζει πολύ Ελλάδα καθώς κι οι δικοί μας χουντικοί παρέδωσαν την εξουσία στον Κωνσταντίνο Καραμανλή με τον οποίον είχαν όλα αυτά τα χρόνια υπόγεια επικοινωνία μέσω των Κωνσταντίνο Τσάτσο κι Ευάγγελο Αβέρωφ. Οι δυο πλευρές συμφώνησαν να πραγματοποιηθεί μια πολιτική μετάβαση αρκεί οι επερχόμενοι να αποσιωπήσουν όλα τα εγκλήματα της δικτατορίας καταδικάζοντάς τα μ' αυτόν τον τρόπο στη λήθη. Στην Ελλάδα κατά μια έννοια επιτεύχθηκε αυτή η αμνησία μ' αποτέλεσμα να ακούμε σήμερα πολλούς να μιλούν για τανκς και Παπαδόπουλους. Αντιθέτως στη Χιλή, η φωνή του λαού παρέμεινε ισχυρή κι ο επίμονος αγώνας τους διατήρησε τη μνήμη. 
Ο συγγραφέας όμως θέτει ένα ακόμη ερώτημα, πάνω στη συζήτηση για το αν έχει βελτιωθεί η κατάσταση. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του η ανασφάλεια κι η φτώχεια εξακολουθούν να κυριαρχούν. Ο πλούτος ανήκει σε λίγους κι ο λαός από κάτω αγωνιά καθημερινά ενάντια στη μιζέρια. Ο ίδιος υποστηρίζει πως το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο της Σχολής του Σικάγο εξακολουθεί να εφαρμόζεται με τη μόνη διαφορά πως πλέον δεν υπάρχουν βασανιστήρια κι αγνοούμενοι. 
Στην εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού πατάει κι ο σκηνοθέτης φέρνοντας για παράδειγμα τις εξορύξεις χαλκού, με τις οποίες κάποτε ζούσε ολόκληρη η χώρα. Μαθαίνουμε πως επί εποχής Αλιέντε όλα τα μεταλλεία χαλκού είχαν περάσει στο κράτος και τα κέρδη μοιραζόντουσαν στο λαό. Επί χούντας κι έπειτα το μεγαλύτερο κομμάτι των εξορύξεων έχει περάσει σε ξένες επιχειρήσεις, οι οποίες όχι μόνο δε συνεισφέρουν στο κράτος της Χιλής αλλά δε σέβονται και το περιβάλλον της χώρας. Ο σκηνοθέτης κάνει μια κινηματογραφική πτήση πάνω από ένα ιδιωτικό ορυχείο που κατατρώει τα σπλάχνα του βουνού. Όπως ο ίδιος δηλώνει, είναι ένα κομμάτι γης ξένο για την Χιλή καθώς κανείς δε μπορεί να πάει εκεί. Η εικόνα της θεόρατης τρύπας μέσα στο βουνό είναι συνταρακτική. Κανένας απολύτως σεβασμός (μήπως κι αυτό θυμίζει την περίπτωση των Σκουριών στη Χαλκιδική;).
Όπως δηλώνει ο μάχιμος κινηματογραφιστής, θα μπορούσε άνετα να φύγει για την Αργεντινή ή την Βραζιλία, μην αντέχοντας την αδικία που επικρατεί στη χώρα του. Όμως δεν το κανε καθώς δε θέλησε ποτέ να αφήσει τον τόπο του. Το θλιμμένο του μειδίαμα στο τέλος της συζήτησης, μου φάνηκε τόσο οικείο...
Στηριζόμενος λοιπόν σε μία θεωρία που λέει πως στον κόσμο υπάρχουν τουλάχιστον πέντε με έξι άνθρωποι που μας μοιάζουν εμφανισιακά, πιστεύω πως η Χιλή είναι το alter ego της Ελλάδος κι αντίστροφα. Κι αυτό το συμπέρασμα το έβγαλα έχοντας παρακολουθήσει αυτήν την τόσο σπουδαία κι άκρως συγκινητική τριλογία του Πατρίσιο Γκούζμαν, ο οποίος για μία ακόμη φορά μου πρόσφερε μία έντονη συναισθηματική φόρτιση. Ένα ακόμη υπέροχο μωσαϊκό όπου μπλέκεται η νοσταλγία των χαμένων μας παιδικών χρόνων κι η αγνή αγάπη των γενέθλιων τόπων με τη δύναμη της ατομικής μνήμης και τις συνέπειες της συλλογικής μας λήθης. 
Για μένα η συγκεκριμένη συναρπαστική τριλογία κλείνει με μια ανεξέλεγκτη έκρηξη συναισθημάτων.

Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Αν είχα τέσσερις καμήλες (1966)




"H φωτογραφία είναι σαν το κυνήγι. Είναι το ένστικτο του κυνηγού χωρίς την επιθυμία να σκοτώσει. Είναι το κυνήγι των αγγέλων. Παρακολουθείς, σκοπεύεις, πυροβολείς και "κλικ", κι αντί για έναν νεκρό άνθρωπο, τον κάνεις αιώνιο". Με αυτήν την τόσο λυρική περιγραφή, μου προτάθηκε να παρακολουθήσω ένα άγνωστο σε μένα φωτογραφικό ντοκιμαντέρ του 1966. Ο τίτλος του ακόμη πιο ελκυστικός καθώς η αινιγματική του φύση σε παρότρυνε να αναζητήσεις τον κόσμο μέσα από τη ματιά του φωτογράφου Chris Marker, χωρίζοντάς την σε τέσσερα κεφάλαια. 
Αρχικά προσπαθεί να μας περάσει με μια σειρά φωτογραφιών, τις ομοιότητες των κοινωνιών παρουσιάζοντάς μας ποτάμια διαφορετικών πόλεων φωτογραφημένα την ίδια απογευματινή ώρα αλλά και καθημερινές συνήθειες όπως η επίσκεψη στα κομμωτήρια δείχνοντας πόσο όμοια είναι η λάμψη των χαμογελαστών προσώπων σε όλες τις χώρες, μια προσπάθεια που φάνηκε ριψοκίνδυνη καθώς στην Κούβα τον κυνήγησαν κάποιοι κουρείς με τα ψαλίδια. Επίσης κάνει ένα παιχνιδιάρικο πέρασμα από τα τρένα του κόσμου δείχνοντας την απόλυτη κυριαρχία των ευθειών γραμμών αν κι επικεντρώνει περισσότερο τη προσοχή του στα κοιμισμένα πρόσωπα των Ιαπώνων, που προσπαθούν να ξεκλέψουν λίγο χρόνο ύπνου στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Ο φωτογραφικός φακός του Κρις Μάρκερ συνεχίζει να ταξιδεύει στις πιο απόμακρες κι ίσως άγνωστες για εκείνα τα χρόνια περιοχές του κόσμου. Μέσα από τις βόλτες του ανακαλύπτουμε την αγάπη του για την Κόκκινη Πλατεία αλλά και την συμπάθειά του στους Ρώσους. Τους συναντάμε χαμογελαστούς σε ένα υπαίθριο παζάρι ζώων όπου κάποιοι φεύγουν έχοντας επιλέξει ένα σκυλάκι, άλλοι κρατώντας προσεκτικά λευκά περιστέρια στα χέρια τους κι άλλοι σηκώνοντας μικρές γυάλες γεμάτες ψάρια. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο τον φωτογράφο είναι η λαϊκή τέχνη που συναντά σε κείνα τα μέρη. Η αυθεντικότητα εκείνων των δημιουργημένων με φτωχά υλικά πρόχειρων έργων, τον αναγκάζει να παροτρύνει αρκετούς ακαδημαϊκούς και κριτικούς τέχνης να επισκεφθούν εκείνα τα μέρη για να διδαχθούν, καθώς βρίσκει πολύ πιο ενδιαφέρον ένα ερασιτεχνικό κολάζ που συνάντησε σε ένα σπίτι παρά τα έργα που στοιβάζονται σε μεγάλες γκαλερί της Δύση. 




Ο φωτογράφος επισκέπτεται επίσης το Άγιο Όρος. Εκεί προσπαθεί υπομονετικά κι ευλαβικά να βρει ένα συσχετισμό των βλεμμάτων των μοναχών με τις αγιογραφίες που κοσμούν τις εκκλησίες. Ανάμεσα στους αγίους της ορθοδοξίας ανακαλύπτει το πορτραίτο του δικτάτορα Μεταξά να στέκει ακόμα σε έναν τοίχο παρόλο που είχε πεθάνει δυο δεκαετίες πριν. Μεμιάς, δημιουργείται ένα ενοχλητικό μούδιασμα καθώς επιβεβαιώνεται ότι οι εκπρόσωποι των θρησκειών πορεύονται χέρι-χέρι με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ο φωτογράφος εκφράζει ξεκάθαρα την αποστροφή του στην ολοκληρωτική πολιτική των μοναχών. Επίσης επισημαίνει την απαγόρευση των γυναικών στην "ιερή" χερσόνησο της Χαλκιδικής, μια απαγόρευση που ο ίδιος διορθώνει λέγοντας πως όχι μόνο απαγορεύονται οι γυναίκες αλλά και οι άνδρες χωρίς μούσια. Στα μοναστήρια δεν επιτρεπόταν  οτιδήποτε που να θυμίζει το γυναικείο φύλο. Όμως ο φωτογράφος συνάντησε αρκετά θηλυπρεπή στοιχεία μέσα στη κοινότητα των μοναχών ενώ περιπαίζει με τη συγκεκριμένη απαγόρευση παρουσιάζοντας ένα ζευγάρι χελιδονιών να κάθονται σε ένα σύρμα. Εκεί που κυριαρχεί ο παραλογισμός του ανθρώπινου παράγοντα, η φύση γελά σαρκαστικά. 
Κι από το Άγιο Όρος όπου η ανθρώπινη παράνοια εγκλωβίζει τους ανθρώπους σε μοναστήρια-φυλακές, ο φωτογράφος μας μεταφέρει σε ένα άλλο κάστρο όπου ο κόσμος ασφυκτιά κι αναζητά τρόπους διαφυγής. Με έναν άκρως λυρικό τρόπο, μας δείχνει πως τα κάστρα του μεσαίωνα στέκουν ακόμη και χωρίζουν τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Σ' αυτούς που ζουν μέσα σ' αυτά και σε κείνους που εξακολουθούν να φυτοζωούν στις σκιές των θεόρατων τειχών. Με πρόσχημα την επανάσταση στην Αλγερία μας προσωποποιεί την πολυπόθητη ελευθερία που όλοι μας κυνηγάμε. Τα χαμογελαστά πρόσωπα των Αλγερινών που ξεχύνονται στους δρόμους, φανερώνουν την ατέρμονη πάλη της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Παρόλο όμως που η ελευθερία έρχεται, το κάστρο δεν πέφτει. Η μιζέρια, η φτώχεια, η πείνα παραμένουν κι από την απρόσμενη χαρά της ελπίδας η ανθρωπότητα επιστρέφει στην ακινησία του αργού θανάτου. 



Ακολουθεί το κεφάλαιο του κήπου όπου αναλύεται η ανορθόδοξη συμβίωση μας με τα ζώα. Οι απάνθρωπες συνθήκες των τσίρκων που τότε ήταν ακόμη νόμιμα και των ζωολογικών κήπων που δεν είναι τίποτα παραπάνω από άδικες φυλακές ζώων, αποδεικνύουν το θράσος του ανθρώπινου είδους προς τα υπόλοιπα πλάσματα του πλανήτη. Η εναλλαγή των πορτρέτων ζώων κι ανθρώπων προσπαθεί να αποδείξει πως τελικά όλοι μαζί ζούμε στην ίδια φυλακή με τη διαφορά όμως ότι εμείς έχουμε επιλέξει αυτήν τη ζωή ενώ τα υπόλοιπα πλάσματα έχουν αναγκαστεί να ζουν μ' αυτόν τον τρόπο. Η βαρβαρότητα του ανθρώπινου είδους φανερώνεται στη φωτογραφία όπου ένα παιδάκι "παίζει" με ένα γατάκι που το χει δεμένο με ένα σκοινί από το λαιμό. Σημαντική λεπτομέρεια σ' αυτή τη φωτογραφία είναι πως το γατάκι είναι νεκρό. Έτσι δημιουργείται μια τρομερή αντίφαση μεταξύ της αγνότητας που κουβαλάει η παιδική ηλικία με την ενοχή μιας πράξης που επιφέρει την απώλεια ζωής ενός πλάσματος. 
Μέσα σ' αυτό το δοκιμιακό χάος, γίνεται μια μικρή στάση στη Σουηδία. Η επιλογή της συγκεκριμένης χώρας δεν είναι τυχαία καθώς είναι από τους λιγοστούς ευρωπαϊκούς τόπους όπου επικρατεί ειρήνη εδώ και δυο συνεχόμενους αιώνες. Παρόλο που οι συνθήκες ζωής είναι αξιοζήλευτες με τα πεντακάθαρα αστικά κέντρα και την υπέροχη ύπαιθρο, ο φωτογράφος επικεντρώνεται στο βλέμμα ενός Σουηδού και προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό που του στερεί την απόλυτη ευτυχία. Σε 'κείνο το σημείο ο φωτογράφος μας πιάνει από το χέρι και μας περιφέρει στον επίλογο της ζωής. Μας παρουσιάζει μια ομάδα τάφων προσπαθώντας να μας δείξει πως ο υλιστικός κόσμος που όλοι κυνηγάμε είναι μάταιος. Αξία έχουν οι απλές στιγμές κι η επιστροφή στη φύση. Αξίες πολύτιμες που δυστυχώς θυσιάζουμε κυνηγώντας ανούσιες καταστάσεις. 
Επίσης είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που περιγράφει τη δυναμική της γυναίκας απέναντι στο θάνατο. Δεν την παρουσιάζει ως πιο δυνατή ούτε είναι επηρεασμένος από το φεμινιστικό κίνημα εκείνης της εποχής. Απλώς αφήνει με ένα ιδιαίτερα διακριτικό τρόπο τη σημαντικότητα του γυναικείου φύλου στη σημασία της ζωής και της ομορφιάς. 
Οι τελευταίες εικόνες του σύγχρονου τρόπου ζωής ντυμένη με τις ιαχές των ζώων αποδεικνύει πως όσα λούσα κι αν έχουμε φορέσει, ποτέ δε ξεφύγαμε από το βασίλειο των ζώων. Απλώς αλλάξαμε την όψη της ζούγκλας που ζούμε κι από πράσινη την κάναμε γκρίζα.
Κλείνοντας θα χαρακτήριζα το συγκεκριμένο φωτογραφικό ντοκιμαντέρ ως ένα συγκινητικό και πανανθρώπινο ταξιδιωτικό δοκίμιο. Ένα διακριτικό πέρασμα μέσα από την ανθρώπινη φύση, όπου προβληματιζόμαστε με τον παραλογισμού του κοινωνικού παραστρατήματος και γοητευόμαστε με την άγνωστη ομορφιά των ταξιδιωτικών αποδράσεων. 

Βαθμολογία: 9/10




(Επειδή είναι δύσκολη η εύρεσή του, μπορεί κανείς να το απολαύσει στο youtube)

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Φθινοπωρινή Σονάτα (1978)


Κάθε εποχή έχει τις ανάλογες στιγμές που τη χαρακτηρίζουν. Μετά τους ανέμελους ρυθμούς του καλοκαιριού έρχονται οι εσώψυχοι στοχασμοί του φθινοπώρου. Το ίδιο πιθανότατα να ισχύει και για τις κινηματογραφικές μας επιλογές. Με αυτό το σκεπτικό θεωρώ πως δεν ήταν τυχαία η σειρά που ακολουθήθηκε στη φετινή κινηματογραφική αφιέρωση των έργων του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με τη "Φθινοπωρινή Σονάτα" να βγαίνει τελευταία στους θερινούς κινηματογράφους (ήταν και η τελευταία κινηματογραφική ταινία του σπουδαίου Σουηδού σκηνοθέτη). Τα σέπια πλάνα της που είναι ντυμένα με τις μελαγχολικές παρτιτούρες και το ασθενές φως του βόρειου ήλιου να χαϊδεύει τα θλιμμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών δένουν υπέροχα με τα πρώτα δροσερά αεράκια που κάνουν την εμφάνισή τους στις τελευταίες αθηναϊκές βραδιές του Αυγούστου. 
Η "Φθινοπωρινή Σονάτα" είναι ένα ψυχογράφημα πολυεπίπεδων καταστάσεων που προκύπτουν μέσα στους οικογενειακούς δεσμούς αλλά και στο χτίσιμο των προσωπικοτήτων. Απ' το πρώτο πλάνο με τα λόγια του συζύγου, αισθάνεται κανείς το διάλογο που ξεκινάει ο δημιουργός με τους θεατές του. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η Εύα που ερμηνεύει η Λιβ Ούλμαν, η πολυαγαπημένη μούσα του σκηνοθέτη. Η Εύα μας παρουσιάζεται στο βάθος ενός μεγάλου σαλονιού, σκυφτή πάνω απ' το γραφείο της να γράφει κάτι. Η σιωπή της ταυτόχρονα με τη παθιασμένη κίνηση του χεριού της την ώρα του γραψίματος, μαρτυρά έναν άνθρωπο λιγομίλητο και μοναχικό που έχει επιλέξει να γράφει θεωρώντας πως ο γραπτός λόγος είναι η λιγότερο επώδυνη επιλογή έκφρασης. Στην άλλη άκρη του σπιτιού, στέκεται ο άνδρας της και την κρυφοκοιτάζει. Από το βλέμμα του ξεχειλίζει η αγάπη αλλά κι ο θαυμασμός που θρέφει γι' αυτήν την γυναίκα. Στρεφόμενος προς τη μεριά μας, προσπαθεί να μας εξηγήσει συνοπτικά την όλη κατάσταση. κρύβοντας επιδέξια το δράμα που έχει ισοπεδώσει το συγκεκριμένο ζευγάρι. Διαβάζοντας μια φράση από ένα βιβλίο που έχει η ίδια γράψει, μας αποδεικνύει πως η Εύα δεν έχει μάθει να αγαπάει τον εαυτό της και ξαφνιάζεται κάθε φορά που κάποιος άνθρωπος της λέει πως την αγαπάει. Χωρίς να το δηλώνει, αποζητά την αγάπη των άλλων διότι μέσα απ' αυτήν  μπορεί να πιστέψει ξανά στον εαυτό της. Μ' αυτόν τον εκπληκτικό πρόλογο ξεκινάει η ιστορία.


Η Εύα μαθαίνοντας πως η μητέρας της έζησε μία άσχημη απώλεια ενός αγαπημένου της προσώπου, την καλεί σπίτι της για να ξεχαστεί και να ηρεμήσει. Περιμένει πως θα συναντήσει έναν άνθρωπο ισοπεδωμένο και παραδομένο στη θλίψη. Αντιθέτως, υποδέχεται μια μητέρα το ίδιο αυστηρή γεμάτη ενεργητικότητα κι αισιοδοξία. Η Ινγκριντ Μπέργκμαν στο ρόλο της μητέρας δίνει ένα αξεπέραστο ρεσιτάλ ερμηνείας γνωρίζοντας πως παίζει στη τελευταία της ταινία καθώς είχε διαγνωστεί με επιθετικό καρκίνο.     
Αρχικά η σχέση των δυο προσώπων είναι θερμή. Μέσα σε ένα διάστημα λίγων ημερών κόρη και μάνα προσπαθούν να καλύψουν το χάσμα χρόνων που έχουν να συναντήσουν η μία την άλλη. Εκεί μαθαίνουμε πως η Εύα είχε έναν γιο τον οποίον έχασε όταν ήταν τεσσάρων χρονών. Προσπαθώντας να καλύψει την αβάσιμη υποψία της μητρικής της αποτυχίας, διατηρεί ακόμη το παιδικό του δωμάτιο ευελπιστώντας πως κρατώντας τη μνήμη του ζωντανή θα αισθάνεται το γιο κοντά της. Όμως χάνοντας το παιδί της, αποφασίζει να προσφέρει όλη της τη φροντίδα στη παραπληγική της αδελφή. Εν μέρει επιλέγει να συνεχίσει τον ρόλο της μητέρας σε ένα άλλο αδύναμο πρόσωπο.
Από την αρχή της ταινίας είναι φανερό πως η Εύα επιδιώκει να δεθεί με την μητέρα της. Προσπαθεί να της μιλήσει για 'κείνην και τους προβληματισμούς της αλλά πέφτει συνεχώς πάνω σε έναν βράχο ναρκισσισμού. Όταν της δείχνει φωτογραφίες από το γιο της, παρατηρεί πως η μητέρα της δε δείχνει ίχνος θλίψης για την απώλεια ενός εγγονιού που δε γνώρισε ποτέ. Όταν προσπαθεί να της μιλήσει για την ήρεμη ζωή στο φιόρδ, εκείνη τη διακόπτει μιλώντας για περιοδείες που έζησε και για τους πολυάριθμους θαυμαστές-εραστές της. 
Το γυαλί αρχίζει να ραγίζει όταν η Εύα αποφασίζει να παίξει ένα πρελούδιο του Σοπέν στη μητέρα της. Εκείνη αντί να την συγχαρεί, κριτικάρει και υποτιμά την ερμηνεία της δείχνοντάς της τη σωστή εκτέλεση του κομματιού. Το πιάνο που θα μπορούσε να γίνει ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ μάνας και κόρης μετατρέπεται μεμιάς σε πεδίο μάχης. Είναι εκπληκτικό το βλέμμα της Σαρλότ που από τη μια θέλει να δείξει την αγάπη της προς την κόρη της αλλά από την άλλη προσπαθεί να υπερασπιστεί την αγάπη της για τη μουσική. Το ίδιο ισχύει και για το βλέμμα της Εύας, η οποία από τη μια θαυμάζει το ταλέντο της μάνας της αλλά από την άλλη την φθονεί για την απαράδεκτη συμπεριφορά της. Η ισοστάθμιση κόρης με μουσική θα φέρει το οριστικό ράγισμα. Εκεί η Εύα συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει ελπίδα να καλυφθεί το μεγάλο αυτό χάσμα που έχει ανοίξει ανάμεσά τους.


Η έκρηξη όμως θα ξεσπάσει σε απρόοπτη στιγμή, την ώρα που οι δυο γυναίκες συναντιούνται το βράδυ στο καθιστικό του σπιτιού. Για πρώτη φορά η Σαρλότ δείχνει ανασφαλής και ρωτάει την κόρη της αν την αγαπάει. Η απάντηση που δίνεται είναι άκρως διπλωματική. "Αφού είσαι η μητέρα μου" της απαντά πλαγίως η Εύα αναμένοντας την αντίδραση, η οποία δεν αργεί να φανεί. "Υπεκφεύγεις να απαντήσεις;" την ρωτάει η Σαρλότ δίνοντας το έναυσμα για μια ανελέητη αντίδραση απ' τη μεριά της κόρης. Μέσα σε λίγα λεπτά, η Εύα εξωτερικεύει όλα όσα την βασάνιζαν για χρόνια. Της αποκάλυψε την αγανάκτηση και την απελπισία της που κουβαλάει από παιδί, την ανάγκη της για μητρική στοργή που ποτέ δεν ένιωσε, την επιθυμία της να νιώσει αρεστή και ικανή για το οτιδήποτε, το άγχος της καθώς η προσωπικότητά της σκεπαζόταν από την ισχυρή περσόνα της μητέρας της, το παράπονό της για τις συχνές απουσίες της μάνας της καθώς έφευγε σε περιοδείες αφήνοντάς την μόνη με τον πατέρα της. Γεγονότα που λειτούργησαν ως μια αλυσιδωτή αντίδραση που επέφερε τον εσωστρεφή και συναισθηματικά κενό χαρακτήρα της Εύας. Η μάνα παρακολουθεί το ξέσπασμα της κόρης της μουδιασμένη. Ίσως να ήταν απροετοίμαστη ή πιθανότατα να είχε άγνοια για όσα προκάλεσε η μητρική της αδιαφορία.
Χωρίς σιωπές κι αμηχανία, ακολουθεί και το ξέσπασμα της μάνας. Η έπαρσή της κι η ανάγκη της για διεθνή αναγνώριση πάνω σε κάτι που λατρεύει, ήταν ένα απωθημένο που δημιουργήθηκε εξαιτίας του αυταρχικού της πατέρα. Εκεί συνειδητοποιούμε πως όλοι είναι θύματα και θύτες. Άνθρωποι που κουβαλάνε συμπλέγματα από τους γονείς τους και τα μεταβιβάζουν στα παιδιά τους, σχηματίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο έναν αέναο κύκλο κατεστραμμένων και θλιμμένων ανθρώπων. Ανθρώπων μοναχικών, συναισθηματικά νεκρών κι άβουλων. Ανθρώπων φαντασμάτων που περιφέρονται άσκοπα στη μικρή ζωή. 
Η ανεξέλεγκτη ένταση που προκύπτει διακόπτει κάθε προσπάθεια επανασύνδεσης μάνας και κόρης. Την επομένη η Σαρλότ φεύγει απ' το σπίτι κι η Εύα προσπαθεί να κατευνάσει το ενοχικό της σύνδρομο. Λίγες μέρες μετά της στέλνει ένα γράμμα, ζητώντας της συγνώμη για κάτι στο οποίο δε φέρει καμία απολύτως ευθύνη. Της αφήνει όμως ένα άκρως ελπιδοφόρο υστερόγραφο. Εφόσον υπάρχει καλή διάθεση κι από τις δύο μεριές, ποτέ δε θα ναι αργά στο να διορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος και να πορευτούν στη ζωή μονοιασμένες κι αγαπημένες. Το βλέμμα της Σαρλότ που διαβάζει το γράμμα της κόρης της πριν τους τίτλους τέλους, αντικατοπτρίζει την ευθύνη που απαιτείται γι' αυτήν την επιλογή. 
Διότι είναι δύσκολο να νικηθεί ο εγωισμός.


Για μια ακόμη φορά, ο σπουδαίος Σουηδός σκηνοθέτης πατάει σε αυτοβιογραφικά στοιχεία και μας παραδίδει ένα ανεπανάληπτο αριστούργημα γεμάτο ανθρωπιά, συναισθήματα κι ανάγκη για επικοινωνία. Όσο ψυχρά κι απόμακρα είναι τα πρόσωπα, τόσο έχουν την ανάγκη για λίγη αγάπη και συντροφιά. Μόνο που ο ένας την αποζητά κι ο άλλος την απαιτεί. Και οι δυο τρόποι είναι λάθος αλλά η ουσία είναι μια. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη κι οφείλουν να είναι κοντά ο ένας στον άλλον. 
Η ταινία παραμένει καθηλωτική καθ' όλη τη διάρκειά της κι αυτό για πολλούς λόγους. Πρώτα απ' όλα είναι οι εκπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και καλύτερη όλων της Ινγκριντ Μπέργκμαν. Έπειτα είναι οι μικροί χώροι όπου διαδραματίζεται η ιστορία κάτι που προκαλεί ένα αίσθημα κλειστοφοβικής ασφυξίας στους θεατές. Τα πλάνα είναι υπέροχα στημένα κι ο φωτισμός έχει ένα αναγεννησιακό ύφος. Τέλος είναι η θεατρική εξέλιξη του έργου κάτι που προσφέρει μια αμεσότητα μεταξύ συντελεστών και θεατών. 
Επίσης οι συγκυρίες εκείνης της εποχής μετέτρεψαν τη ταινία σε ηθικό βάλσαμο για τον δημιουργό. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν βρισκόταν εξόριστος στη Γερμανία καθώς η χώρα του τον κυνηγούσε για φοροδιαφυγή, μια κατηγορία που τελικά ήταν λανθασμένη. Επίσης η προηγούμενη ταινία του είχε αποτύχει τόσο σε κριτικές όσο και εισπρακτικά. Γι' αυτόν τον λόγο, η "Φθινοπωρινή Σονάτα" υπήρξε μια φωτεινή έκρηξη δημιουργίας τα γυρίσματα της οποίας κράτησαν δυο μόνο βδομάδες στη Νορβηγία. Ένας εξαιρετικός κινηματογραφικός επίλογος αντάξιος της δημιουργικής πορείας του Σουηδού σκηνοθέτη.
Τέλος θα θελα να ομολογήσω πως ο τίτλος της ταινίας ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενό της. Έχοντας τη βοήθεια του σπουδαίου φωτογράφου Σβεν Νικβιστ, τα πλάνα γεμίζουν με χρώματα φθινοπωρινά. Επικρατεί το καφέ χρώμα που συμβολίζει τον ψυχισμό των ηρώων ενώ το άρρωστο σκανδιναβικό φως που μπαίνει από τα παράθυρα δυσκολεύει στην αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ μάνας και κόρης. «Η δυστυχία της μητέρας ας είναι και η δυστυχία της κόρης. Σαν να μην κόπηκε ποτέ ο ομφάλιος λώρος», ψελλίζει η Εύα δείχνοντας με λυρικό τρόπο την λάθος χειραγώγηση των γονιών προς τα παιδιά τους. Αυτή όμως η απαισιόδοξη φράση αφήνει στο τέλος μια χαραμάδα σωτηρίας, αρκεί να ρθει η συγχώρεση που θα φέρει μαζί της την ψυχική λύτρωση. Ίσως εκεί να κρύβεται η επανάσταση των ημερών μας. Η ουσιαστική επικοινωνία με τους ανθρώπους που θέλουμε να έχουμε γύρω μας. 

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2019

Oresteia Reversed



Μια πρωτοποριακή έκθεση θα φιλοξενηθεί από την Τρίτη 10 έως Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, καθώς θα συναντήσουμε τη μόνη αρχαία σωζόμενη τριλογία Ορέστεια του Αισχύλου σε μορφή κόμικς.
Στο Oresteia Reversed συμμετέχουν 22 σύγχρονοι καλλιτέχνες που δημιουργούν πρωτότυπες ιστορίες από την τριλογία με έμφαση στις Ευμενίδες. Καλλιτέχνες από τον χώρο των κόμικς και καλλιτέχνες με αφετηρία τις εικαστικές τέχνες, επανεξετάζουν έννοιες όπως Δίκαιο, Δικαιοσύνη, Πόλις, Πολίτης, Αυτοδικία, Νέμεσις, Ύβρις, Δημοκρατία, Ισονομία και Ισοτιμία, Προσωπική και Συλλογική Ευθύνη. 
Για τη συγκεκριμένη έκθεση, η ιστορικός τέχνης Νικόλ Λεβέντη αναφέρει: “Οι συμμετέχοντες δημιουργοί πειραματίζονται με χρώματα, έντονες φωτοσκιάσεις, ρεαλιστικό και υπερρεαλιστικό σχέδιο, αποδομούν την τραγωδία και εντοπίζουν σε αυτή διαχρονικά ζητήματα, τα οποία μεταφέρουν στο σήμερα και στο φανταστικό μέλλον μέσα από τις δικές τους ιστορίες. Οι νέες ιστορίες συχνά καθρεφτίζουν το σύγχρονο Ορέστη και υπενθυμίζουν ότι οι προβληματισμοί αυτοί είναι αέναοι μέσα στην κοινωνία και σε πολλές περιπτώσεις τη δομούν.
Για τη συγκεκριμένη έκθεση είχα την τιμή να συνομιλήσω με τρεις από τους δημιουργούς που θα συμμετάσχουν.





Η Δέσποινα Μανώλαρου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988. Είναι τελειόφοιτη της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών. Κάποια άλλα ενδιαφέροντά της είναι η εικονογράφηση εντύπων και το comic, ενώ τελευταία πειραματίζεται με το animation. Οι επιρροές της πηγάζουν από το κόσμο της ποίησης, της ψυχολογίας, της βιολογίας και τη θρησκείας . Την ενδιαφέρει ιδιαίτερα η σύνθεση ποικίλων εικαστικών στοιχείων ώστε να δημιουργεί φανταστικούς κόσμους που εξερευνούν τα όνειρα, το υποσυνείδητο και τις διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης.


1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; 

Με απασχόλησε περισσότερο η έννοια της απόδοσης του δικαίου, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το συμβολισμό των χθόνιων θεοτήτων Ερηνύων και τη μετατροπή τους σε Ευμενίδες. Η ιστορία μου δεν είναι κάτι περισσότερο από τη σουρεαλιστική μεταφορά μιας περιπέτειας του υποσυνείδητου που προσεγγίζει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη προσωπικής ηθικής, και πως βάση αυτής αποτιμώνται από εμάς τους ίδιους οι συνέπειες συμπεριφορών που έχουν θεσπιστεί κοινωνικά ως παραβατικές ή άνομες. 

2. Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα;

Μελετώντας κανείς την Ορέστεια μπορεί να ανακαλύψει πολιτικούς, κοινωνικούς και φιλοσοφικούς προβληματισμούς διαχρονικού χαρακτήρα, εκπληκτικά επίκαιρους. Σημαντική κρίνω από μέρους μου τη αίσθηση ύπαρξης κοινού πυρήνα ανάμεσα σε ανθρώπινες δομές που ανήκουν σε διαφορετικό χρονικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Έργα όπως η Ορέστεια, φαίνεται να καταργούν για λίγο το χώρο και το χρόνο, κρατώντας μόνο τον ανθρώπινο παράγοντα και ότι τον αφορά, θυμίζοντάς μας πως μόνο η τέχνη μπορεί να καταφέρει κάτι τέτοιο. 

3. Μέσα απ’ το έργο σας παρατηρούμε την μεταμόρφωση του εφιάλτη στη μορφή εντόμου. Ενώ έχει τη μορφή πεταλούδας που προϊδεάζει σε κάτι αθώο κι όμορφο ξεπετάγεται σαν ένα απροσδιόριστο αιμοβόρο τέρας. Εν μέρει δημιουργείται ένας κύκλος. Αυτός ο κύκλος έχει θετικό πρόσημο στο ότι όλα θα οδηγηθούν σε μια έκβαση της δικαιοσύνης είτε αυτή έρθει πρακτικά είτε ηθικά ή θα βιώνουμε ξανά την επανάληψη βίαιων κι άδικων πράξεων; 

Σκοπός μου ήταν να φωτίσω αυτό το ερώτημα, που με συνοδεύει και την ίδια από τη στιγμή που ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στην Ορέστεια, αφήνοντας την απάντηση να τη δώσει ο καθένας όπως κρίνει καταλληλότερο. Τα ζητήματα ηθικής και δικαίου είναι εξάλλου σύνθετα και θα χρειαζόμασταν πολλές παραπάνω αφορμές για να προβληματιστούμε σχετικά, πόσο μάλλον για να τα απαντήσουμε. Ωστόσο, με μια δόση ρομαντισμού, θα ήθελα να επενδύσω στη διαδικασία της κάθαρσης. Μια πορεία από το σκοτάδι προς το φως, προωθούμενη περισσότερο από την αίσθηση ηθικού αυτοπεριοριορισμού, πάρα από την επιβολή βίαιου σωφρονισμού, που στη σύγχρονη μορφή του μάλλον τροφοδοτεί εντονότερα το κύκλο της βίας.






Η Αυγή Κανάκη γεννήθηκε το 1985, και σπούδασε φιλοσοφία της επιστήμης. Αρκετό καιρό μετά, αποφάσισε ότι προτιμάει να κάνει αυτό που πάντα ονειρευόταν: comics. Κάπως έτσι συμμετείχε ως inker στο WOMANTHOLOGY: HEROIC της IDW και ξεκίνησε την περιπέτειά της στον χώρο. Από τότε, λαμβάνει μέρος σε εκθέσεις όσο συχνά μπορεί και εργάζεται ως εικονογράφος και δημιουργός comics, σε συνεργασία με εκδοτικές, μουσικές και διαφημιστικές εταιρίες, από την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Αμερική. Το 2017, σχεδίασε το πρώτο της graphic novel, το ΓΡΙΜΟΡΙΟ ΤΗΣ ΓΚΡΕΤΑ, ΒΙΒΛΙΟ 1: ΜΥΗΣΗ, το οποίο εκδόθηκε από την Jemma Press.



1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα;

Ποια ιδέα της Ορέστειας ενέπνευσε την δική μου ιστορία; Δικαιοσύνη, σωστά; Νομίζω περί αυτής της ιδέας πρόκειται. Διαβάζοντας την Ορέστεια ξανά τώρα για την έκθεση, είδα πράγματα που δεν έβλεπα μικρότερο. Η δικαιοσύνη είναι η εφαρμογή κάποιων διυποκειμενικα και μέσα από κάποιες διαδικασίες συμφωνημένων νόμων. Αλλά πάντα εφαρμόζεται υπό όρους οι οποίοι δεν έχουν αναγκαστικά να κάνουν με τους όποιους νόμους. Οι νόμοι δεν ισχύουν το ίδιο για όλους στην Ορέστεια. Και δεν ισχύουν το ίδιο για όλους και σήμερα. Από αυτή την άποψη είναι εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα, μάλλον περισσότερο από ποτέ. Και μάλλον ήδη απέτυχα στο να απαντήσω ξεχωριστά τις πρώτες δυο ερωτήσεις.

2. Στο έργο σας οι Ερινύες ξεπετάγονται από τη θάλασσα με γυναικείες μορφές. Με έναν εύστοχο τρόπο συνδυάζεται την οικολογική καταστροφή με τις αμέτρητες άγριες επιθέσεις και δολοφονίες γυναικών κι ομοφυλόφιλων. Πιστεύετε πως η δικαιοσύνη θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο μέσα από ριζικές δράσεις συνειδητοποιημένων γυναικών;

Τείνω να είμαι από αυτούς που νιώθουν ότι οι αλλαγές χρειάζονται μακρόχρονη προετοιμασία και όλων των ειδών τις δράσεις, των ριζικών συμπεριλαμβανομένων, πριν εδραιωθούν με νόμους η μπουν στο κοινωνικό συμβόλαιο. Όπως και να έχει όμως, όχι, δεν πιστεύω ότι η δικαιοσύνη θα μπορούσε να επικρατήσει μόνο στα χέρια γυναικών. Αν θέλουμε δικαιοσύνη, σε αυτό το κομμάτι της ιστορίας μας, απαιτείται βαθύς συλλογισμός από όλους σχετικά με τον ρόλο μας ως άτομα. Αυτόν που νιώθουμε ότι έχουμε αναλάβει επειδή έτσι έλεγε το σενάριο, σε αντιδιαστολή με αυτόν που επιθυμούμε. Στην προσωπική μας ζωή, στην κοινωνία μας και στον κόσμο ως φυσικό τόπο μέσα στον οποίο υπάρχουμε. Και μετά από αυτό, την αντιπαραβολή με την φυσική πραγματικότητα ενός πλανήτη και μιας ανθρωπότητας που είναι και οι δυο γεμάτοι ποικιλία και μυστήριο, και τους οποίους στην προσπάθεια μας να ελέγξουμε και να εκμεταλλευτούμε, τους καταστρέφουμε, αφού πρώτα τους έχουμε κατηγοριοποιήσει ως Άλλους στην συνείδηση μας. Χρειάζεται την κατανόηση των συνεπειών των πράξεων μας και την ανάληψη της ευθύνης για το τι μας συμβαίνει ως άνθρωποι, πολίτες, είδος. Είναι μεγάλο το θέμα και είναι πολύ γενική η απάντηση μου αλλά δεν θέλω να κουράσω περαιτέρω. Σε μια προσπάθεια να είμαι λιγότερο ασαφής, τονίζω το «ως άτομα». Γυναίκες, άντρες και όλοι όσοι βρισκόμαστε στο ενδιάμεσο, είμαστε χρήσιμες και αναντικατάστατες φωνές αν είναι να γίνει αυτή η δύσκολη κι επίπονη διεργασία. Δεν αρκεί μόνο αυτή βέβαια, αλλά νομίζω ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση.







Ο Γιώργος Μικάλεφ γεννήθηκε στην Κέρκυρα Δεκέμβρη του 1985. Οι ρίζες του κρατάνε από το Γκόζο της Μάλτας. Μεγάλωσε στη Γαρίτσα, δίπλα στο κλειστό εργοστάσιο «Καννάβεως, Λίνου και Ιούτης». Το 2003 μετακόμισε στην Πάτρα για σπουδές. Το 2004 παράτησε  τις σπουδές και τα δημοσιοϋπαλληλικά όνειρα της γενιάς του μετά από ένα άσχημο ατύχημα κι επέστρεψε στο “νησί του Πάσχα”. Ολικός αρνητής ενηλικίωσης, καθόταν στο δωμάτιο του και μουτζούρωνε σκηνές απ' την αυριανή ευτυχία του κόσμου. Ήρθε η ανάγκη για οπτικοακουστική έκφραση και με μια φτηνή βιντεοκάμερα στο χέρι «έκαιγε» φιλμ για δυο χρόνια. Αργότερα γεννήθηκαν λέξεις και οι underground εκδόσεις «Το Κόλο» αποκλειστικά σε ψηφιακό χαρτί. Από το 2010 άρχισε να ζωγραφίζει εντατικά και σύντομα ήρθα σε επαφή με την Εικαστική Κερκυραϊκή Ένωση η οποία τον αγκάλιασε. Απ’ τους ζωγράφους του νησιού δεν θα μπορούσε να μην αναφέρει τον Σπύρο Φρόνιμο που μας άφησε νωρίς και τον καλό του φίλο Ps Mavro που τον στήριξε και τον βοήθησε απ’ την αρχή. Αυτά τα χρόνια εργάστηκε λίγο ή πολύ ως τεχνικός τηλεοράσεων, ξενοδοχοϋπάλληλος, καφετζής, delivery και βοηθός τοπογράφου μέχρι τα 28 του χρόνια που η επιβαρυμένη υγεία του καθώς και η γυναίκα του, τον ώθησαν να τα παρατήσει και να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική. Το Καλοκαίρι του 2014 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και από τότε ζωγραφίζει ακατάπαυστα. Ως τώρα έχει λάβει μέρος σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις και έχει πραγματοποιήσει 6 ατομικές σε Κέρκυρα, Σπέτσες, Αθήνα και Πάτρα. Το Γενάρη του 2017 ξεκίνησε συνεργασία με τον Κώστα Εφήμερο και το The Press Project με αφορμή το “ημερολόγιο της Μυρτώς”. Kατά κάποιο τρόπο, έγινε σκιτσογράφος χωρίς να το καταλάβει. Απ’ το Γενάρη του 2018 συνεργάζεται με το μηνιαίο περιοδικό Πεζοδρόμιο Free Press με έδρα την Καρδίτσα, με δισέλιδη εικονογράφηση. Το 2018 κυκλοφόρησε και το πρώτο underground κόμικ του απ’ τις Εκδόσεις του Κάμπου με τίτλο “Ευγονική για Αρχάριους”.


1. Με ποια ιδέα της Ορέστειας εμπνευστήκατε για τη δημιουργία της ιστορία σας; 

Η γενικότερη ιδέα της κληρονομικής αράς που διαπνέει τους μυθολογικούς κύκλους απ’ όπου αντλεί η αρχαία τραγωδία το υλικό της, ήταν πάντα κάτι που μου κινούσε το ενδιαφέρον και «κούμπωσε» με την αληθινή ιστορία που διάλεξα να φέρω στο φως, καθώς πράγματι η «γενάρχης» εκστόμισε μια κατάρα κατά του απογόνου της λίγο πριν πεθάνει. Ειδικότερα όμως η έννοια της ενοχής που στην Ορέστεια αναπτύσσεται στο γιο εξαιτίας της μητέρας του και όσων αυτή τον ώθησε να κάνει ήταν αυτό που αναδύθηκε ως κυρίαρχη ιδέα και στη δική μου ιστορία όπου ο ήρωας εμφορείται από ενοχικά συμπλέγματα εξαιτίας των πράξεων της μητέρας του και καταδιώκεται από τις τύψεις - Ερινύες, όπως και ο Ορέστης. Ακόμα, η αντιφατική συνύπαρξη της αθωότητας και της ενοχής στον ίδιο άνθρωπο, όπως ο νεαρός που θέλει να απαλλάξει από τα δεινά τον ήρωα μου, σκοτώνοντας τον - «όσια πανουργών» παραφράζοντας τον στίχο της Αντιγόνης- και βρίσκεται αντιμέτωπος με τις δικές του Ερινύες. Η ιδέα, τέλος, της επερχόμενης θεϊκής δικαιοσύνης – η οποία ενσαρκώνεται με τρόπο άτεγκτο αλλά και με κάποια τρυφερότητα προς τον βασανιζόμενο γιο, με συγκίνησε βαθιά. Στη δική μου ιστορία ο θάνατος θα ήταν βέβαια μια σκληρή κατάληξη για τον ήρωα αλλά είναι παράλληλα και η μόνη λύτρωση, κι είναι κι αυτό μια ιδιόμορφη δικαιοσύνη, πέρα από τα ανθρώπινα. 

2. Τι αποκομίσατε από τη μελέτη της τραγωδίας και πόσο επίκαιρη είναι σήμερα; 

Η τριλογία υπενθυμίζει διαρκώς τη θνητότητα, τον περιορισμό του ανθρώπινου όντος κι αυτό είναι ένα δίδαγμα για τον σύγχρονο άνθρωπο που είτε θεωρεί τον εαυτό του αιώνιο και υπερδύναμο είτε αναλώνεται σε ένα κυνήγι επιβίωσης ή υλικών απολαύσεων ξεχνώντας να ζει. Παράλληλα όμως γοητεύει το γεγονός ότι ο Ορέστης που, ως τραγικός ήρωας, είναι τόσο ένοχος όσο και αθώος μαζί, στην πράξη δεν εκλέγει πώς θα ενεργήσει, η ίδια του η ύπαρξη –που είναι η μια μείξη του εγγενή χαρακτήρα του και των αξιών μέσα στις οποίες ανδρώθηκε- του υπαγορεύει τι θα κάνει : και το έγκλημα και την επιζήτηση της τιμωρίας του. Γι’ αυτόν και τα δύο είναι αναπόδραστα. Είναι ένα ζήτημα λοιπόν στη σύγχρονη κοινωνία των διαπρύσιων ηθικολόγων που ωστόσο συχνά αποδεικνύονται αήθεις, αυτή η ισχυρή πίστη στην ουσιαστική δικαιοσύνη που δεν υποδουλώνεται σε συμφέροντα και ωφελιμισμό. 

3. Στην απελπισία του ήρωα με την επικαιρότητα των ημερών του/μας παρατηρούμε και το ενοχικό σύμπλεγμα που κουβαλάει από τη μητέρα του. Μέσα από το έργο σας, παρουσιάζεται ένας επικίνδυνος δεσμός μάνας-γιου που δύσκολα σπάει στη χώρα μας. Κατά τη γνώμη σας πόσο και πως επηρεάζει ο ευνουχισμός που υφίσταντο τα παιδιά από τους γονείς τους με την κοινωνική και ηθική παρακμή των ημερών μας; 

Η Ελληνίδα μάνα στην παρούσα ιστορία αποδεικνύεται χειρότερη και από τον καρκίνο που τρώει τον πρωταγωνιστή καθώς η αρρώστια κράτησε μονάχα δυο χρόνια ενώ η τυραννική επιβολή της μητέρας πάνω στον γιο κράτησε σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αυτός ο ιδιότυπος -αλλά συνήθης στις σχέσεις των ανθρώπων- δεσμός όντως τον ευνούχισε, δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον εαυτό του από την τυραννία της ούτε όταν ακόμα αυτή φεύγει από τη ζωή: δεν ελευθερώνεται, αντίθετα σκλαβώνεται με ακόμα πιο μαρτυρικό τρόπο. Κι ενώ ο ίδιος μάλιστα όλη του τη ζωή –αυτό, μόνο υπονοείται στο σκίτσο- αγωνίστηκε για την ελευθερία του συνόλου, αυτό ήταν και το παράδειγμα του πατέρα του, δεν πέτυχε την προσωπική ελευθερία. Αυτή η μαρτυρική ανελευθερία εντός των οικογενειακών τειχών δεν μπορεί παρά να έχει αντίκτυπο και στη σκέψη και στη δράση του ατόμου και εκτός αυτών. Οι δούλοι αυτού του τύπου, επειδή ακριβώς νοσούν στην ψυχή, συχνά σκέφτονται χαιρέκακα, εκδικητικά, πράττουν σπασμωδικά, συμφεροντολογικά, σιωπούν με εγκληματική αδιαφορία ή ανοχή και διαιωνίζουν την ιδέα της σκλαβιάς δηλητηριάζοντας με αυτή κάθε υγιή θεσμό που πάει να γεννηθεί. Ο ήρωάς μου ωστόσο διαφέρει ως προς αυτό, ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος που παρά την δουλεία του, διαπότισε την κοινωνική δράση του με ειλικρίνεια και άγιες προθέσεις.



Συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Ρενέ Αγγελίδου (Fokshee), Δήμητρα Αδαμοπούλου, Δημήτρης Αναστασίου, Θωμάς Βαλιανάτος, BLEΣΣΕD, Γιάννης Γαλαίος, Γεωργία Ζάχαρη, Αυγή Κανάκη, Βάλια Καπάδαη, Θανάσης Καραμπάλιος, Θωμάς Κεφαλάς, Kristanz, Δέσποινα Μανώλαρου, Γιώργος Μικάλεφ, Mekl, Μάριος Μπόρας, No Budget Epics, Αλκυόνη Παπακωνσταντοπούλου (Poisoner), Μιχάλης Σιγάλας, Στέλλα Στεργίου, Νίκος Τσουκνίδας - Μαρία Καραζάνου, Ρομπέρτα Γιαϊτζόγλου Watkinson.

Επιμέλεια: Καλλιόπη Λιαδή, Εικαστικός, Καλλιτεχνική Σύμβουλος του Προγράμματος.

Εγκαίνια: Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου στις 20:00.

Ώρες λειτουργίας: καθημερινά και Σαββατοκύριακα 18:00-22:00.

Είσοδος Ελεύθερη

Η έκθεση αποτελεί μέρος των δράσεων του ερευνητικού και καλλιτεχνικού προγράμματος Μεγάλες Αφηγήσεις_ Η Επιστροφή το οποίο διερευνά τη συνάντηση της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας με τις Πολιτικές Επιστήμες.

Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα www.ancientdrama.gr

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Ο Έκπτωτος


Να λοιπόν που τα τελευταία καλοκαίρια έχουν αποκτήσει ισπανικό αέρα καθώς έχουμε συνηθίσει το πέρασμα αξιόλογων παραγωγών της ιβηρικής χερσονήσου από τους θερινούς μας κινηματογράφους. Μετά το "Μικρό Νησί", το "Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει" και την "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" ήρθε κι η σειρά ενός ισπανικού πολιτικού θρίλερ να μας καθηλώσει στις όχι και τόσο βολικές καρέκλες των θερινών. 
Ο "Έκπτωτος" είναι ένα θρίλερ που έχει όλα όσα ζητάει ένας απαιτητικός θεατής αυτού του κινηματογραφικού είδους. Γρήγοροι ρυθμοί που δε σ' αφήνουν λεπτό να πάρεις ανάσα, καλοδουλεμένες προσωπικότητες με τα τρωτά τους σημεία και υποβλητικά πλάνα που δένουν με αγχωτική μουσική.
Η ιστορία ξεκινάει με μια συνάντηση μεγαλοστελεχών ενός κόμματος όπου συζητούν με πανηγυρική διάθεση για μια παράνομη δραστηριότητα. Στη συνάντηση αυτή βρίσκεται κι ο περιφερειακός γραμματέας, ο οποίος έχει βλέψεις για την ηγεσία της παράταξης. Το σχέδιο φαίνεται καλοδουλεμένο και τα κέρδη αρκετά. Όλα όμως αρχίζουν να γκρεμίζονται σαν χάρτινος πύργος όταν συλλαμβάνουν έναν από τα μέλη της κομπίνας, ο οποίος αμέσως μαρτυράει το σχέδιο στις αρχές. Από κείνη τη στιγμή αρχίζει ένα κυνηγητό ενάντια στον περιφερειακό γραμματέα, ο οποίος απ' την μεριά του βλέπει πως όλοι μέσα από το κόμμα έχουν αρχίσει να του γυρνούν πλάτη. 
Αντιμέτωπος με τον χρόνο που κυλάει εις βάρος του κι έχοντας απέναντί του όλους τους μέχρι πρότινος συνεργάτες του, ο περιφερειακός γραμματέας αναζητάει τρόπους διαφυγής. Συνειδητοποιεί πως είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος της παράταξής του που θα υποστεί όλα τα βάρη του αμαρτωλού παρελθόντος. Μια τακτική που επιφέρει ανακούφιση στα υπόλοιπα πολιτικά πρόσωπα αλλά είναι δυσβάσταχτη για τον ίδιο. 
Η δράση του έκπτωτου πολιτικού προσώπου από την οργάνωση της κομπίνας ως την πτώση του, θα περάσει από διάφορα στάδια. Πρώτα έχουμε την υπεροψία ότι η διαλεύκανση ενός σκανδάλου δεν θα τον αγγίξει. Ακολουθεί το μούδιασμα όταν συνειδητοποιεί πως στην παράταξή του έχει μετατραπεί σε μαύρο πρόβατο που δεν είναι αποδεκτό πια. Αρχίζει η αναζήτηση σωτηρίας. Πρώτα ρίχνει την αξιοπρέπειά του ζητώντας βοήθεια από ανθρώπους που κάποτε τον στήριζαν αλλά κι από πρόσωπα που είχαν μια άκρως ανταγωνιστική σχέση εντός του κόμματος. Βλέποντας πως κανείς δε βάζει το χέρι του στη φωτιά γι' αυτόν αρχίζει την αντεπίθεση. Αναζητεί στοιχεία σκανδάλων άλλων πολιτικών προσώπων και προσπαθεί να παγιδεύσει με παράνομες ηχογραφήσεις ανθρώπους που μέχρι τότε είχαν σταθεί στο πλευρό του. Ένας εσωκομματικός ακήρυχτος πόλεμος θα ξεκινήσει που θα οδηγήσει σε μαφιόζικες (και κάπως υπερβολικές) πράξεις. 
Ο έκπτωτος πολιτικός ξεγλιστράει από τις παγίδες που του στήνονται κι όπως όλα δείχνουν, φαίνεται πως αγγίζει απαλά τη σωτηρία του. Όμως εκεί έρχεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς το ανύπαρκτο ήθος του ξεπετάγεται μετά από ένα εξευτελιστικό πολιτικό ξεγύμνωμα. Ένα ξεγύμνωμα που συμβαίνει μέσα από έναν εκπληκτικό τηλεοπτικό διάλογο που όχι μόνο σε μαγνητίζει αλλά σε εξοργίζει. Ένα εκπληκτικό πλάνο κι ένας καταιγισμός σκέψεων που καλό θα 'ταν να παιχτεί σε γιγαντοοθόνες έξω από το ελληνικό κοινοβούλιο. 
Η συγκεκριμένη ταινία με ενθουσίασε για αρκετούς λόγους. Πρώτα απ' όλα ήταν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και συγκεκριμένα του Αντόνιο ντε λα Τόρε που πλέον έχει γίνει γνωστή φυσιογνωμία στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό. Επίσης τα γυρίσματα είναι καλοδουλεμένα αν και σε πολλά σημεία σου δίνουν την αίσθηση τηλεοπτικής παραγωγής. Οι διάλογοι δεν ανήκουν στο δυνατό σημείο της ταινίας αν κι εκεί που χρειάζονται να ειπωθούν κάποια λόγια, παίρνουν άριστα με τόνο. 
Επίσης η ταινία μου άρεσε πολύ διότι θυμίζει αρκετά το σκάνδαλο που έριξε την κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι (του πολιτικού φίλου και περίεργου ομοϊδεάτη του Αντώνη Σαμαρά και της Νέας Δημοκρατίας του πολιτικού διαστήματος 2012-15). Παρ' όλα αυτά ο δημιουργός δε δίνει πολιτικό χρώμα στα πρόσωπα καθώς θέλει να δείξει πως η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή έχει σαπίσει δεκαετίες τώρα δίνοντας ηττημένη τη σκυτάλη της εξουσίας στους ακροδεξιούς. Εν μέρει η ταινία δείχνει το τέλος των ιδεολογιών καθώς αυτές θυσιάστηκαν στο βωμό τους κέρδους, του ατομικισμού και των σκανδάλων. Αφαιρώντας λοιπόν το κέλυφος του ανύπαρκτου ιδεολογισμού αποκαλύπτεται ο αθέατος βρώμικος πόλεμος των πολιτικών προσώπων.
Ο "Έκπτωτος" είναι ένα διαχρονικό πολιτικό θρίλερ και θα παραμείνει όσο επιλέγουμε απατεώνες να διοικούν τους τόπους και τα κράτη μας. Δεν είναι τυχαίο πως μετά από τα πρώτα λεπτά της ταινίας είχα την αίσθηση πως παρακολουθούσα μια ελληνική υπόθεση. Εξάλλου η Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει την Ισπανία σε υποθέσεις σκανδάλων. Επίσης δεν είναι λίγα τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τον εξαιρετικό πρωταγωνιστή της ταινία. Οι μπίζνες με την Ελβετία θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το "ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό" ενώ οι κραυγές του πρωταγωνιστή στην τηλεοπτική συνέντευξη μπορούν να αντικατασταθούν με τις γνωστές ακροδεξιές τσιρίδες προσώπων που εμπλέκονται σε σκάνδαλα τα οποία πλέον θα μπουν στο συρτάρι και θα εξαφανιστούν πατώντας πάνω στη κοντή μνήμη των Ελλήνων. Το μόνο που λείπει από την πραγματικότητα είναι η εκρηκτική αντίδραση της δημοσιογράφου. Στα μισά της συνέντευξης γίνεται φανερό ο ρόλος των τηλεοπτικών παπαγάλων καθώς η στάση της δημοσιογράφου υπαγορεύεται από το ακουστικό (ακούγονται ψίθυροι όσο τα δυο πρόσωπα μιλάνε μπροστά στον τηλεοπτικό φακό) αλλά όταν η δημοσιογράφος αφαιρεί ενοχλημένη το ακουστικό, ξεχύνεται από το στόμα της ένας χείμαρρος οργής και ήθους που φέρνει τον κάθε απατεώνα αντιμέτωπο με το βρώμικο παρελθόν του. Δυστυχώς όμως αυτά μπορούμε να τα "απολαύσουμε" μόνο σε μεγάλες οθόνες καθώς δε πρόκειται ποτέ να τα δούμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Εξάλλου οι εγχώριοι τηλεοπτικοί παπαγάλοι προσφέρουν υπηρεσίες με απώτερο σκοπό μια βουλευτική έδρα κάτι που διαπιστώσαμε στις πρόσφατες εκλογές. Περαστικά μας λοιπόν.
Όσο για την ταινία, για μένα είναι η έκπληξη του φετινού καλοκαιριού.

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Γνωριμία της Σάρκας (1971)


Η "Γνωριμία της Σάρκας" είναι ένα αριστούργημα που ωριμάζει ανάλογα με την ηλικία που βλέπει κανείς τη συγκεκριμένη ταινία. Την πρώτη φορά που την παρακολούθησα, μου φάνηκε ως μια ενδιαφέρουσα ερωτική ιστορία. Την δεύτερη φορά ενθουσιάστηκα για την ειλικρίνειά της στους σεξουαλικούς προβληματισμούς των ανδρών και για τις εκπληκτικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Την τρίτη φορά που την απόλαυσα σε ένα από τα θερινά σινεμά της Αθήνας, σε αυτές τις όμορφες στιγμές που μπορεί να σου προσφέρει αυτή η πόλη, παραδέχτηκα πως η συγκεκριμένη ταινία είναι η υπέρτατη ερωτική βίβλος αλλά κι ο καλύτερος ψυχαναλυτής των συναισθηματικών αδιεξόδων που εγκλωβίζονται πολλά ζευγάρια σήμερα, κάνοντας τη "Γνωριμία της Σάρκας" να ξεπερνάει τα κινηματογραφικά όρια και να γίνεται ένα ιδιαίτερο μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης κι ανθρωπίνων σχέσεων. 
Η ταινία σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή καθώς στους τίτλους αρχής με τα κόκκινα γράμματα των συντελεστών να εναλλάσονται σε μαύρο φόντο υπό τις μελωδίες του μαγευτικού Moonlight Serenade, ακούμε τον απολαυστικό διάλογο δυο εφήβων να μιλούν για τον έρωτα και την ονειρική σύντροφο που επιθυμούσε ο καθένας. Ο πιο ντροπαλός θέλει μια γυναίκα με κατανόηση, ένα κορίτσι με το οποίο «να ξεκινούν μαζί τις ίδιες προτάσεις» ενώ ο άλλος που είναι πιο κυνικός προτιμάει τα μεγάλα βυζιά. Ο ένας θέλει να κάνει για πρώτη φορά σεξ με μια επίσης παρθένα ενώ ο άλλος θα επιθυμούσε μια πιο έμπειρη γυναίκα, αρκεί να μην είναι τέρας. Οι προσδοκίες, τα πειράγματα, οι κρυφές επιθυμίες κι η άγνοια στα θέλω του άλλου φύλου δημιουργούν ένα κλίμα οικειότητας μεταξύ πρωταγωνιστών και θεατή. Συζητήσεις που όλοι μας έχουμε κάνει και στιγμές που έχουμε γελάσει αμήχανα. Σκέψεις που καταλήγουν με έναν αναστεναγμό και μια σιωπηλή ευχή να πραγματοποιηθούν κάποιες από τις προσδοκίες που έχουμε καλλιεργήσει εντός μας.
Πρώτο πλάνο κι αμέσως συναντάμε τα δυο πρόσωπα που συζητούσαν για τον ιδανικό έρωτα. Βαριεστημένοι σε ένα φοιτητικό πάρτι, παρατηρούν μια πανέμορφη κοπέλα που περιφέρεται μόνη της στο χώρο. Την προσπάθεια γνωριμίας την κάνει ο πιο ντροπαλός κι ανασφαλής που τον υποδύεται ο εξαιρετικός Αρτ Γκαρφάνκελ. Παρά τις ανεπιτυχείς του προσεγγίσεις και το άτσαλο φλερτ, θα καταφέρει τελικά να ξεκινήσει μια σχέση μαζί της. Η θετική εξέλιξη του ντροπαλού της παρέας θα τσιγκλίσει τον άλλον που τον υποδύεται ένας εκπληκτικός Τζακ Νίκολσον, ο οποίος με ύπουλες κινήσεις θα διεκδικήσει την σύντροφο του κολλητού του. Στη πρώτη τους κρυφή συνάντηση γινόμαστε μάρτυρες ενός άκρως απολαυστικού διαλόγου όπου ο Τζακ Νίκολσον αναλύει ένα σημαντικό λάθος που συμβαίνει σε συναντήσεις ανδρών με γυναικών, καθώς σε δύσκολες κι άβολες καταστάσεις οι άνθρωποι άλλα λένε κι άλλα εννοούν. Να προσθέσω πως είχε προηγηθεί ένας ακόμη απολαυστικός διάλογος μεταξύ του Αρτ Γκαρφάνκελ και της κοπέλας, όπου εκείνη με μια έξυπνη επιχειρηματολογία του αποδεικνύει πως όλοι οι άνθρωποι υποκρίνονται ανάλογα με τις καταστάσεις που βρίσκονται και με τους ανθρώπους που συναναστρέφονται. Εξαιρετικές κι οι δυο αυτές στιγμές στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. 


Το ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται φέρνει υπόγειες προστριβές και διαλόγους με υποσυνείδητα νοήματα που οδηγούν στη φθορά των σχέσεων καθώς κυριαρχεί η ζήλια κι ο φθόνος. Σ' αυτή τη κατάσταση παρακολουθούμε δυο διαφορετικές καταστάσεις. Από τη μια έχουμε τον ρομαντικό άνδρα που θέλει να χτίσει μια σχέση με μέλλον κι από την άλλη τον άνδρα-αρπακτικό που απλώς διεκδικεί αυτό που δεν δικαιούται να χει. Μια ξεκάθαρα εγωιστική στάση γεμάτη κενότητα κι ανασφάλεια. "Γιατί δεν μου μιλάς όπως μιλάς σ' εκείνον" ή "γιατί δεν μένεις μαζί μου αφού κι εγώ σ' αγαπώ". Φράσεις που κραυγάζουν απελπισία. Δύο σχέσεις που οδηγούνται απ' την αρχή στη καταστροφή. 
Το πρώτο κεφάλαιο κλείνει με την λήξη αυτού του άβολου ερωτικού τριγώνου με το δεύτερο κεφάλαιο να ανοίγει με τη συνάντηση των δυο φίλων σε ένα πάρκο, αρκετά χρόνια μετά όπου συζητάνε τα ίδια θέματα με μια τελείως διαφορετική ματιά πια. Ο Τζακ Νίκολσον επιμένει στη μποέμικη ζωή, έχοντας σκοπό να πάει με όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες ενώ ο Αρτ Γκαρφάνκελ έχει διατηρήσει την ίδια (και μοναδική) σχέση από το κολέγιο μ' αποτέλεσμα να χει εγκλωβιστεί σε μια βαρετή και στάσιμη καθημερινότητα. Ο Τζακ Νίκολσον προθυμοποιείται να τον βοηθήσει χωρίς να γίνονται ξεκάθαρα τα κίνητρά του, στον αν το κάνει αυτό επειδή νοιάζεται για το φίλο του ή επειδή εξακολουθεί να ζηλεύει για τη σχέση που διατήρησε εκείνος με τη συγκεκριμένη κοπέλα. 
Από κείνο το σημείο και μετά, οι δύο φίλοι μπαίνουν σε μια νέα ερωτική φάση της ζωής τους. Ο Τζακ Νίκολσον γνωρίζει μια πανέμορφη γυναίκα με την οποία συζούν ενώ ο Αρτ Γκαρφάνκελ βγαίνει με μια άκρως απαιτητική και ψυχρή γυναίκα. Τα δυο ζευγάρια εγκλωβίζονται ξανά σε δύσκολες καταστάσεις. Ο Τζακ Νίκολσον αρχίζει να πνίγεται στη σχέση αυτή, κάτι που τον οδηγεί σε απανωτές εκρήξεις θυμού. Σ' αυτές τις σκηνές, ο Τζακ Νίκολσον ξετυλίγει το μοναδικό του ταλέντο δίνοντας ένα εκπληκτικό ρεσιτάλ υποδυόμενος τον τριαντάρη που δε ξέρει που πατά και που πηγαίνει. Είναι φανερό πως δεν αντέχει πια τη συμβίωση με τη σύντροφό του αλλά δεν έχει και τα κότσια να τη διώξει καθώς αποδεικνύεται σαν χαρακτήρας αρκετά αδύναμος παρ' όλο που προσπαθεί να δείχνει μια άλλη εικόνα. Και τα τέσσερα πρόσωπα βρίσκονται σε μια δεινή και σχεδόν αυτοκαταστροφική θέση. Η σκέψη ανταλλαγής συντρόφων θα αποτύχει παταγωδώς κι ένα δυσάρεστο γεγονός θα οδηγήσει τον Τζακ Νίκολσον σε μια βεβιασμένη απόφαση που θα του στοιχίσει. 
Το τρίτο κεφάλαιο της ιστορίας συνοδεύεται με έναν ευφάνταστο τίτλο καθώς οι δύο φίλοι, στην ηλικία των σαράντα πια, μαζεύονται στο σπίτι του Τζακ Νίκολσον όπου εκείνος παρουσιάζει σε σλάιντς όλες τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή του. Κυνικός, συναισθηματικά νεκρός, εγωιστής και σε κάποιες στιγμές μισογύνης απέναντι στα πρόσωπα που παρουσιάζει. Όμως μέσα στις κοπέλες εμφανίζεται το μήλον της έριδος των φοιτητικών χρόνων. Όσο αστραπιαία κι αν προσπαθεί να την προσπεράσει ο Τζακ Νίκολσον, δε καταφέρνει να περαστεί απαρατήρητη από τον φίλο του, προσφέροντας μια από τις πιο λυρικές στιγμές του αμερικανικού κινηματογράφου. 
Η ταινία βαίνει προς το τέλος της δίνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα. Στη μάχη των δυο φύλων κανείς δε βγαίνει νικητής. 


Όταν η "Γνωριμία της Σάρκας" είχε βγει στους κινηματογράφους, είχε προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις σε μια κοινωνία συντηρητική που προσπαθούσε να αντεπεξέλθει σε μια εποχή σαρωτικών αλλαγών και με τον Πόλεμο του Βιετνάμ να οδηγεί μια υπερδύναμη σε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα. Μάλιστα η ταινία αυτή έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο με μια ιστορική απόφαση έκρινε πως δεν είναι πορνογράφημα, ακυρώνοντας την αντίθετη κρίση των αρχών της πολιτείας της Τζόρτζια, που είχε συλλάβει έναν αιθουσάρχη επειδή τόλμησε να προβάλει την ταινία. 
Αυτό που εντυπωσιάζει στην ταινία είναι η διεισδυτικότητα της ματιάς του Μάικ Νίκολς και η ακρίβεια της ανάλυσης που πραγματοποιεί για το αδιέξοδο των διαπροσωπικών σχέσεων μέσα από την ιστορία των δυο φίλων και των σχέσεων τους με τις γυναίκες. Μια ματια που προσφέρει στη ταινία μια έντονη διαχρονικότητα η οποία γίνεται εμφανής ανάλογα με τα βιώματα του κάθε θεατή. 
Επίσης κάτι ακόμα που μου έκανε εντύπωση είναι οι θεατρικές καταβολές του έργου, οι οποίες φαίνονται στους διαλόγους αλλά και στο χωρισμό της ταινίας σε τρία κεφάλαια-πράξεις. Η στατικότητα των πλάνων δίνει τη δυνατότητα στο σκηνοθέτη να ζουμάρει στα πρόσωπα των ηρώων προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις σκέψεις που δεν ξεστομίζουν, τις εσωτερικές αντιφάσεις τους και τα αδιέξοδα συναισθήματά τους. Για να πετύχει όμως αυτό, βοήθησαν αρκετά οι εξαιρετικές ερμηνείες τις οποίες ο δημιουργός κατάφερε να αποσπάσει από το ολιγομελές του καστ. Ο ρόλος του Τζόναθαν έδεσε τρομερά στον Τζακ Νίκολσον καθώς του ταίριαζε απόλυτα η περσόνα του άνδρα που δείχνει δυναμικός και πετυχημένος μόνο και μόνο για να κρύψει την πνιγερή του ανασφάλεια ενώ για τον πολυαγαπημένο τραγουδιστή Αρτ Γκαρφάνκελ έδενε γάντι ο ρόλος του εσωστρεφή και ντροπαλού Σάντι. Μπορώ όμως να ομολογήσω πως η Αν Μάργκρετ είναι η προσωπικότητα που γέμισε την οθόνη με την εκπληκτική της ερμηνεία (εξάλλου είναι η μόνη που προτάθηκε για όσκαρ), η οποία με άψογο τρόπο εξελίσσεται από σεξοβόμβα σε ανυπεράσπιστη γυναίκα που ζητάει απεγνωσμένα τον γάμο. 
Η «Γνωριμία της Σάρκας» με την μοναδική της ειλικρίνεια στα θέματα που θίγει, παρέμεινε αγέραστη στο χρόνο. Κι αυτό διότι η ανθρώπινη ανάγκη για επαφή βασανίζει όλα τα φύλα εδώ και δεκαετίες, σε μια ανελέητη μάχη ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Μια μάχη όπου όλοι βγαίνουν χαμένοι. 

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μια γυναίκα παντρεμένη (1964)



Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του '12 βρέθηκα στην Ίριδα για να παρακολουθήσω μια από τις λιγότερο γνωστές ταινίες του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Παρόλο που ο τίτλος της ταινίας δε μου φαινόταν ιδιαίτερα γνώριμος, το αξεπέραστα ερωτικό βλέμμα της ηθοποιού Μάτσα Μέριλ με παρακινούσε να πάω στην προβολή. Ένα βλέμμα που έκτοτε μου έμεινε αξέχαστο. Ένα βλέμμα μου με μάγεψε ξανά εφτά χρόνια μετά την πρώτη προβολή...
Η ιστορία βασίζεται σε ένα συνηθισμένο ερωτικό τρίγωνο. Μια παντρεμένη γυναίκα που ασφυκτιά στο γάμο της και πνίγεται στις βάσιμες καχυποψίες του συζύγου της, διατηρεί μια παράνομη σχέση με έναν ηθοποιό. Οι συναντήσεις τους πραγματοποιούνται σε μικρές ρομαντικές σοφίτες, σε κινηματογραφικές αίθουσες και σε δωμάτια ξενοδοχείων, όπου τα γυμνά τους σώματα συμμετέχουν σε έναν γνώριμο ερωτικό χορό πάνω στα λευκά σεντόνια. Η επικράτηση του λευκού στα πλάνα λειτουργεί ως τεκμήριο της αγνότητας της σαρκικής γνωριμίας των δυο προσώπων. Τα πόδια μπλέκονται μεταξύ τους, τα χέρια αναζητούν το τέλειο σύμπλεγμα και το δέρμα ανατριχιάζει σε φιλιά και χάδια. Ερωτικές στιγμές γεμάτες πάθος καθώς οι συναντήσεις τους είναι σύντομες και κουβαλούν μαζί τους την αμφιβολία της πιθανής τελευταίας φοράς που πραγματοποιούνται.
Η σύζυγος με τον εραστή της δρουν ως δυο μικρά παιδιά που κάνουν σκανταλιές. Η Σαρλότ κυκλοφορεί γυμνή στη στέγη κι ο Ρόμπερτ προσπαθεί να τη συμμορφώσει αλλά και να την προστατεύσει. Οι βόλτες τους με το αυτοκίνητο στους παραποτάμιους δρόμους του Σηκουάνα προσπαθούν να προσδώσουν μια παροδική νομιμότητα στην παράνομη σχέση τους. Ο φόβος όμως μιας τυχόν παρακολούθησης από ντετέκτιβ που έχει βάλει ο νόμιμος σύζυγος, γίνεται βραχνάς στις ανέμελες συναντήσεις. Η Σαρλότ αλλάζει πολλά ταξί για να φτάσει στον προορισμό της και κάθε τόσο κοιτάζει επιφυλακτικά έξω από τα παράθυρα για να δει αν την ακολουθεί κανείς.
Από την άλλη, ο σύζυγός της ο Πιερ, είναι ένας άνθρωπος προσγειωμένος κι αυθεντικός. Παρ' όλο που έχει ένα παιδί από προηγούμενο γάμο, επιθυμεί διακαώς να κάνει παιδί και με την Σαρλότ παρόλο που γνωρίζει κι ο ίδιος πως η σχέση τους έχει βαλτώσει. Μια κατάσταση την οποία γνωρίζουν κι οι δυο. Από την μια η Σαρλότ τον παρατηρεί ανέκφραστη και συμπεριφέρεται απέναντί του μουδιασμένα προσπαθώντας να κρύψει την ενοχή που ξεχειλίζει από τα μάτια της ενώ ο Πιερ την παρατηρεί μελαγχολικά καθώς νιώθει πως η γυναίκα του εξακολουθεί να τον απατά. Η ερωτική τους επιθυμία έχει πλέον νεκρώσει καθώς κι οι δυο γνωρίζουν πως σπαταλούν το χρόνο τους με ανούσια παιχνίδια προσπαθώντας να σώσουν κάτι που απ' ότι φαίνεται δεν έχει πια μέλλον. 




Η ερωτική κατάσταση των τριών αυτών προσώπων είναι χρόνια. Όπως παρατηρούμε από τους χαρακτήρες που μας αποκαλύπτονται μέσα απ' τους διαλόγους, έχουμε τρεις ανθρώπους ανασφαλείς που φοβούνται να πάρουν κάποια οριστική πρωτοβουλία. Η αφορμή όμως δίνεται όταν η Σαρλότ μαθαίνει πως είναι έγκυος. Ξέροντας πως δεν έχει την τύχη με το μέρος της διότι δεν την συμφέρει η λύση της αποβολής, έρχεται στη δύσκολη θέση να αποφασίσει με ποιον άνθρωπο θα μεγαλώσει το παιδί που θα έρθει στον κόσμο. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος προβληματισμός της Σαρλότ είναι να επιλέξει τον άνδρα με τον οποίον επιθυμεί να μεγαλώσουν μαζί το παιδί χωρίς να έχει καμία απολύτως επιθυμία να μάθει ποιος είναι ο πραγματικός πατέρας.
Αμέσως συναντιέται κρυφά με τον εραστή της, όπου σε ένα από τα δωμάτια του αεροδρομίου Ορλύ θα πραγματοποιηθεί ένας απ' τους πιο ειλικρινείς κι αυθεντικούς διαλόγους που έχω παρακολουθήσει στον κινηματογράφο. Ερωτήσεις καίριες που κρύβουν την απώτερη ουσία τους και συμπεράσματα που μόνο ο αποδέκτης μπορεί να αποκωδικοποιήσει  και να ερμηνεύσει. Η ταινία ολοκληρώνεται με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε. Μια σύνθεση δυο χεριών πάνω σε ένα λευκό σεντόνι με μια φράση που επαναλαμβάνεται δυο φορές, μια από τον Ρόμπερτ και μια από την Σαρλότ. Ίδιες λέξεις με διαφορετική χροιά δίνοντας δυο τελείως διαφορετικές ερμηνείες, καθώς η απόφαση είχε πλέον παρθεί διακριτικά.
Η συγκεκριμένη ταινία θα μπορούσε να είναι μια ακόμη ιστορία ερωτικού τριγώνου, αλλά ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ επιλέγει να δώσει βαρύτητα σε άλλες παραμέτρους που ταλανίζουν τις υπαρξιακές μας αναζητήσεις σε καθημερινή βάση. Όπως για παράδειγμα τη σχέση του ανθρώπου με το χρόνο. Ο Πιερ συμβολίζει το παρελθόν. Ο σκηνοθέτης δίνει έμφαση σ' αυτό το σημείο καθώς πιστεύει πως ο άνθρωπος που δεν έχει μνήμη χάνει όχι μόνο ένα κομμάτι του εαυτού του αλλά και τη δυνατότητά του στο να διαχειριστεί όπως εκείνος επιθυμεί το μέλλον του. Μάλιστα με ένα  πολύ έξυπνο παράδειγμα δείχνει το πόσο εύκολα μπορεί να παραποιηθεί και να εξομαλυνθεί η ιστορία όταν κάποιες καίριες λεπτομέρειες ξεχνιούνται. Αντιθέτως η Σαρλότ δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στο παρελθόν. Θεωρεί πως δεν της ανήκει καθώς πέρασε πια ανεπιστρεπτί. Προτιμάει να κυνηγάει το παρόν και το εφήμερο καθώς αυτό αντιστοιχεί με την προσωπικότητά της. Ζει το τώρα γιατί αυτό έχει σημασία για κείνη. Η Σαρλότ εκπροσωπεί επάξια την κοινωνία που αδιαφορεί, που ξεχνάει και μετατρέπεται σε μια άμορφη μάζα καθώς και την αθωότητα που χάνεται στον υλισμό και την αδιαφορία. Εξαιρετικός όμως είναι και στο πέρασμα του ο Ρότζερ Λίνχαρντ (ο οποίος ερμηνεύει τον ίδιο του τον εαυτό), ο οποίος δίνει μια ιδιαίτερη χροιά στους παραπάνω προβληματισμούς. Ειδικά στο θέμα μνήμης. Ο ίδιος θέτει ένα τρομερό προβληματισμό που του προκάλεσε η επίσκεψή του στη Γερμανία δυο μόλις δεκαετίες μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Με απελπισία δήλωσε πως αν σταματούσε έναν Γερμανό στο δρόμο και του έλεγε πως αύριο θα έπρεπε να θανατωθούν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι και κομμώτριες, ο Γερμανός θα του ζητούσε τους λόγους που πρέπει να θανατωθούν οι κομμώτριες. Στον προβληματισμό του αυτό έρχεται να προστεθεί κι η αφελής απορία της Σαρλότ η οποία αναρωτιέται "μα γιατί και τις κομμώτριες;". Μια στιγμή ανατριχίλας που αποδεικνύει πως το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν έθεσε τις βάσεις για μια πολυπόθητη παντοτινή παγκόσμια ειρήνη. Η απορία της Σαρλότ δε βασίστηκε σε αντισημιτικά αισθήματα αλλά στην πλήρη αδιαφορία.




Κάτι άλλο που μένει απ' αυτήν την ταινία είναι η ερωτική ιεροτελεστία της σαρκικής γνωριμίας, η οποία εκδηλώνεται μέσα από βουβές σκηνές που εντυπωσιάζουν με τον λυρισμό και την ισορροπία τους κι από τα βλέμματα που ξεχειλίζουν συναισθήματα και σκέψεις. Στιγμές που γεμίζουν νοήματα και διαλόγους χωρίς λέξεις. Το βλέμμα της Σαρλότ που λάμπει με χίλια χρώματα παρ' όλο που η ταινία είναι ασπρόμαυρη. Ο ερωτικός χορός της επικράτησης στο διαχειρισμό των καταστάσεων. Οι λιτοί διάλογοι που αρκούν για να βγουν δεκάδες νοήματα. Οι σκηνές όπου ο ένας εραστής ανακαλύπτει το σώμα του άλλου, φανερώνουν τη δυσκολία της ηρωίδας να επιλέξει τον άνθρωπο που θέλει να έχει δίπλα της. Επίσης γίνεται μια ιδιαίτερη μνεία στη γυναικεία ανασφάλεια και στη σχέση των γυναικών με το σώμα τους. Στη ταινία παρουσιάζεται με τη γλυκιά σύγκριση των αναλογιών του σώματος της Σαρλότ με του πασίγνωστου γλυπτού της Αφροδίτης της Μήλου. 
Αυτό που πετυχαίνει ο Γκοντάρ με τους ηθοποιούς είναι πως τους δίνει τον χώρο που χρειάζονται για να αυτοσχεδιάσουν. Η Μάτσα Μέριλ παίζει υπέροχα με τον φακό της κάμερας σαν να βρίσκεται μόνη της μπροστά στον καθρέφτη ενός δωματίου. Ο Φιλίπ Λίροϊ ως απατημένος σύζυγος γεμίζει το κάθε πλάνο με ένταση και μελαγχολία, δημιουργώντας μια ειλικρινή σχέση συμπόνιας με τον θεατή. Επίσης ο Μπερνάρντ Νοέλ στο ρόλο του εραστή δεν αποκτά σε καμία στιγμή της ταινίας τον ρόλο του κακού που θέλει να μπει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Τα συναισθήματά του για την Σαρλότ είναι το ίδιο ισχυρά μ' αυτά του Πιέρ και το κυριότερο είναι πως βρίσκουν ανταπόκριση στο πρόσωπο της Σαρλότ. 




Επίσης μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσαν οι συμβολισμοί που ξεπετάγονται μες στη ταινία, είτε ως λέξεις ανάμεσα στις σκηνές, είτε ως σχέδια του Ζαν Κοκτώ, είτε ως υπότιτλοι σε έναν διάλογο μεταξύ δυο κοριτσιών που μιλούν για το σεξ. Άλλα λέγονται προφορικά κι άλλα εννοούνται. Νοήματα που παρουσιάζονται με λέξεις ανάμεσα στα δυο άγουρα προσωπάκια που κοκκινίζουν στη σκέψη ενός γυμνού σώματος είτε του δικού τους είτε του συντρόφου τους. 
Έπειτα, κάθε πλάνο της ταινίας είναι άρτια εξισορροπημένο, δίνοντας μια ανθρώπινη υπόσταση σε ένα δράμα που θα μπορούσε ο καθένας από μας να ζήσει. Ο ερωτισμός ξεχειλίζει σε κάθε σκηνή χωρίς να αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας ενώ ο υπέροχος χορός των σωμάτων μετατρέπεται σε μια γλυκιά προσπάθεια του καθενός στο να αγγίξει την καρδιά του άλλου. 
Αυτό που με κάνει να θεωρώ την ταινία ως ένα ακόμη αριστούργημα του παρελθόντος είναι τα διαχρονικά προβλήματα που θέτει για τις ανθρώπινες σχέσεις, την πολυγαμία, τις σχέσεις που βαλτώνουν κι οδηγούνται σε έναν αργό θάνατο, τη μνήμη και πάνω απ' όλα τον έρωτα. Επίσης είναι τα εκπληκτικά πλάνα που στέκουν άνετα ως άψογες φωτογραφίες μιας θεματικής έκθεσης περί έρωτα και γυμνών σωμάτων πάνω σε ένα κρεβάτι. Τέλος είναι ο αυτοσχεδιασμός στους διαλόγους που προσδίδει μια μοναδική προσωπικότητα στο συγκεκριμένο έργο. Η ταινία "Μια γυναίκα παντρεμένη" είναι ένας σπάνιος εποικοδομητικός και διαχρονικός διάλογος που μπορεί να εκδηλωθεί αποτελεσματικά μεταξύ ταινίας και θεατή. 


Βαθμολογία: 9/10