Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Μας ενδιαφέρει η δικτυακή ουδετερότητα;



του Νίκου Σαραντάκου

Στη σφυγμομέτρηση που κάνουμε για τη Λέξη της χρονιάς δεν νομίζω να έχει προταθεί ο όρος του τίτλου, «δικτυακή ουδετερότητα», και όχι άδικα διότι μέχρι τώρα δεν έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη στην Ελλάδα παρά μόνο όσους ασχολούνται με τα ιντερνετικά -εννοώ με το Διαδίκτυο ως μέσο και με τη δημοκρατία στο Διαδίκτυο. Ίσως όμως να μας απασχολήσει στο μέλλον η δικτυακή ουδετερότητα και ίσως τότε να είναι αργά.
Ο όρος αποδίδει τον αγγλικό όρο net neutrality. Τι σημαίνει όμως ουδετερότητα; Σημαίνει την υποχρέωση που έχουν οι πάροχοι υπηρεσιών Διαδικτύου (ISP) να αντιμετωπίζουν με την ίδια προτεραιότητα όλη την ιντερνετική κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πού προέρχεται και τι είδος περιεχομένου αντιπροσωπεύει. Πρόκειται για αρχή κατοχυρωμένη και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού, Ευρώπη και ΗΠΑ, που όμως τώρα αμφισβητείται από τη νέα κυβέρνηση Τραμπ.
Αν αρθεί η υποχρέωση της ουδετερότητας δικτύου (σ.σ.: εδώ οι τελευταίες εξελίξεις), οι μεγαλοπάροχοι θα μπορούν να δίνουν (με το αζημίωτο) προτεραιότητα σε συγκεκριμένους ιστοτόπους ενώ οι άλλοι ιστότοποι θα αργούν απελπιστικά να φορτώσουν -ή ακόμα θα μπορούν να μπλοκάρουν ενοχλητικούς ιστοτόπους κατά βούληση.
Σήμερα συνεδριάζει η αμερικανική FCC (Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών) και δεν αποκλείεται να καταργήσει την αρχή της ουδετερότητας δικτύου. Άλλωστε, ο νέος επικεφαλής της, ο Ajit Pai, που διορίστηκε από τον Τραμπ και παλιότερα ήταν νομικός σύμβουλος της Verizon, έχει διακηρυγμένο στόχο να την καταργήσει. (Παρεμπιπτόντως: ένα ακόμα περιστατικό που δείχνει πόσο μακριά νυχτωμένοι ήταν οι δικοί μας υπεραριστεροί κουφιοκεφαλάκηδες που χειροκρότησαν τη νίκη του Τραμπ).
Θεωρητικά, ακόμα κι αν η FCC αποφασίσει την άρση της ουδετερότητας, αυτό δεν επηρεάζει εμάς εδώ διότι στην ΕΕ η αρχή της δικτυακής ουδετερότητας ισχύει πάντοτε και μάλιστα ο BEREC, (Body of European Regulators for Electronic Communications – Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες), που είναι το αντίστοιχο με την FCC ευρωενωσιακό όργανο, πέρυσι δημοσίευσε νέες κατευθυντήριες γραμμές για την αυξημένη προστασία της δικτυακής ουδετερότητας.
Ωστόσο, σε έναν κόσμο όλο και περισσότερο δικτυωμένο, με όλες τις σημασίες, και παγκοσμιοποιημένο, και με δεδομένη την πρόθεση εναρμόνισης των νομοθεσιών, τίποτα δεν αποκλείει το νομοθετικό πλαίσιο και στην ΕΕ να επηρεαστεί από την αλλαγή και να υπάρξουν πιέσεις ώστε να αρθεί και στην Ευρώπη η ουδετερότητα, ας πούμε για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους οι ευρωπαϊκές εταιρείες ή για να μη χάσουν την ηγετική τους θέση στην τεχνολογική έρευνα.
Οπότε, η σημερινή απόφαση της FCC μάς ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όσο φαίνεται με πρώτη ματιά.
Μεταφράζω πολύ πρόχειρα μια πρόσφατη έκκληση του Tim Berners-Lee, του εφευρέτη του Παγκόσμιου Ιστού. Όπως θα δείτε, κάθε άλλο παρά αντικαπιταλιστική είναι η θέση του -αλλά τάσσεται αναφανδόν υπέρ της διατήρησης της δικτυακής ουδετερότητας.
Σε δυο μολις μέρες, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών (FCC) θα ψηφίσει σχετικά με μια πρόταση που μπορεί να καταφέρει ένα θανάσιμο πλήγμα στη δικτυακή ουδετερότητα στις ΗΠΑ. Κάτι τέτοιο θα είναι καταστροφή για το Διαδίκτυο.
Η ουδετερότητα του δικτύου, δηλαδή η αρχή σύμφωνα με την οποία οι πάροχοι υπηρεσιών Διαδικτύου (ISP) αντιμετωπίζουν ισότιμα κάθε είδος κίνησης- είναι ακρογωνιαίος λίθος για το Διαδίκτυο όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Η αρχή αυτή έδωσε τη δυνατότητα σε εκατομμύρια Αμερικανούς να ιδρύσουν επιχειρήσεις, να συνδεθούν με τους φίλους και την οικογένειά τους, να ξεκινήσουν κοινωνικά κινήματα και να μοιραστούν τις ιδέες τους ελεύθερα.
Όταν εφεύρα τον Παγκόσμιο Ιστό το 1989, δεν μου ζήτησε κανείς να πληρώσω κάποιο τέλος, ούτε είχα να ζητήσω κανενός την άδεια για να τον διαθέσω μέσω του Διαδικτύου. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να γράψω μια καινούργια εφαρμογή και να συνδέσω τον υπολογιστή μου στο δίκτυο. Αν καταργηθούν οι αμερικανικές διατάξεις περί δικτυακής ουδετερότητας, οι καινοτόμοι του μέλλοντος θα είναι αναγκασμένοι πρώτα να διαπραγματευτούν με κάθε πάροχο, ώστε να καταφέρουν να βάλουν το νέο προϊόν τους σε ένα πακέτο προϊόντων Διαδικτύου. Δεν θα υπάρχει λοιπόν για την καινοτομία χώρος ελεύθερος από άδειες. Οι πάροχοι θα έχουν την εξουσία να αποφασίζουν ποιους ιστότοπους θα μπορείτε να επισκέπτεστε και με ποια ταχύτητα θα φορτώνουν. Με άλλα λόγια, θα μπορούν να αποφασίζουν ποιες εταιρείες θα πετυχαίνουν στο Διαδίκτυο, ποιες φωνές θα ακούγονται -και ποιες θα φιμώνονται.
Η δικτυακή ουδετερότητα διαχωρίζει την αγορά της συνδεσιμότητας από την αγορά περιεχομένου. Σαν διαχωρισμένες αγορές, άκμασαν και οι δύο. Αν όμως οι ΗΠΑ επιτρέψουν στο Διαδίκτυο να ακολουθήσει το παλιό επιχειρηματικό μοντέλο της καλωδιακής τηλεόρασης (όπου οι ίδιες εταιρείες έλεγχαν και τα καλώδια και το περιεχόμενο) ο ανταγωνισμός και στις δυο αγορές θα υποφέρει. Και δεδομένου ότι άλλες χώρες διατηρούν χωριστές και έντονα ανταγωνιστικές αγορές, η Αμερική θα πάψει να είναι η βασική δύναμη ψηφιακής κανοτομίας.
Τα πρώτα χρόνια του Διαδικτύου, οι πάροχοι δεν είχαν την τεχνική ικανότητα να επιβάλλουν διακρίσεις στη διαδικτυακή κίνηση. Οι υπολογιστές τους δεν ήταν αρκετά γρήγοροι, κι έτσι η δικτυακή ουδετερότητα επιβλήθηκε εκ των πραγμάτων. Με τον καιρό, καθώς αναπτύχθηκε η τεχνολογία και αυξήθηκε η αξία του περιεχομένου που κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο, οι πάροχοι ανέπτυξαν την ικανότητα αλλά και τα κίνητρα για να επιβάλλουν διακρίσεις στη διαδικτυακή κίνηση ώστε να προσποριστούν ένα μερίδιο από τα κέρδη. Χρειαζόμαστε κανόνες που να κρατάνε τους παρόχους εστιασμένους σε αυτό που κάνουν καλύτερα: να προσφέρουν φτηνότερη και ταχύτερη πρόσβαση.
Ιστορικά, τόσο υπό ρεπουμπλικανική όσο και υπό δημοκρατική ηγεσία, η FCC είχε αντικείμενο να εξασφαλίζει τον σεβασμό των αρχών της δικτυακής ουδετερότητας, στέλνοντας στους παρόχους το μήνυμα ότι δεν μπορούν να επιδίδονται σε αποκλεισμό περιεχομένου, επιβράδυνση της ταχύτητας ιστοτόπων ή να προσφέρουν προτεραιότητα σε περιεχόμενο επί πληρωμή. Το 2015, αυτές οι αρχές της δικτυακής ουδετερότητας επισημοποιήθηκαν σε νέους αυστηρούς κανόνες που είχαν στόχο να εξασφαλίσουν ότι το Διαδίκτυο θα παρέμενε ελεύθερο και ανοιχτό.
Τώρα όμως, η νέα ηγεσία της FCC προσπαθεί να αποξηλώσει αυτές τις προστατευτικές διατάξεις.
Η πρόταση της FCC, αν περάσει στην ψηφοφορία της 14ης Δεκεμβρίου, θα ανοίξει το δρόμο ώστε όλοι οι πάροχοι να αρχίσουν να δρουν με γνώμονα βραχυπρόθεσμα κίνητρα και να θέσουν τέρμα στο Διαδίκτυο όπως το γνωρίζουμε.
Οι προστατευτικές διατάξεις της δικτυακής ουδετερότητας είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να προστατευτεί το μέλλον του ανταγωνισμού και της καινοτομίας στις ΗΠΑ· υποστηρίζουν το δικαίωμά μας να εκφραζόμαστε ελεύθερα και να επιλέγουμε τι θα διαβάζουμε στο Διαδίκτυο και με ποιον θα επικοινωνούμε. Αυτές οι αξίες είναι αμερικανικές και είναι θεμελιώδεις για τη δημοκρατία. Χωρίς δικτυακή ουδετερότητα, οι πάροχοι θα έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται την εξουσία που έχουν ως θυρωροί του Διαδικτύου, κλείνοντας την πόρτα στην δημιουργικότητα και στην καινοτομία που δίνουν στο Διαδίκτυο το μεγαλείο του.
Θέλω ένα Διαδίκτυο στο οποίο οι επιχειρήσεις περιεχομένου θα ακμάζουν ανάλογα με την ποιότητά τους, και όχι με την ικανότητά τους να πληρώνουν για να έχουν δική τους τη λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας. Θέλω ένα Διαδίκτυο στο οποίο οι ιδέες εξαπλώνονται επειδή εμπνέουν και όχι επειδή συμπλέουν με τις απόψεις των στελεχών των εταιρειών τηλεπικοινωνιών. Θέλω ένα Διαδίκτυο στο οποίο οι καταναλωτές αποφασίζουν τι έχει επιτυχία, ενώ οι πάροχοι εστιάζονται στο να προσφέρουν την καλύτερη συνδεσιμότητα.
Αν αυτό είναι το Διαδίκτυο που θέλετε κι εσείς, πρέπει να δράσετε τώρα. Όχι αύριο, όχι την επόμενη εβδομάδα. Τώρα.
Και ακολουθούν δυο σύντομες παράγραφοι στις οποίες ο συντάκτης παρακινεί τους Αμερικανούς πολίτες που θα το διαβάσουν να πιέσουν τους αντιπροσώπους της περιφέρειάς τους ενόψει της κρίσιμης σημερινής ψηφοφορίας.
Προσθέτω σύνδεσμο προς ένα εκλαϊκευτικό άρθρο ενός ελληνικού ιστοτόπου, απ’ όπου έχω πάρει και τη γελοιογραφία που συνοδεύει το άρθρο. Στο τέλος του άρθρου, υπάρχει και αναφορά στα πακέτα διαφόρων ελληνικών εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, τα οποία προσφέρουν απεριόριστη ή εκτεταμένη πρόσβαση σε ιστοτόπους μουσικής και βίντεο, Γιουτούμπ και τέτοια. Κατά τη γνώμη των συντακτών του άρθρου, οι προσφορές αυτές δεν παραβιάζουν τη δικτυακή ουδετερότητα.
Ωστόσο, άλλοι όπως η ΕΕΛΛΑΚ θεωρούν ότι οι προσφορές αυτές συνιστούν παραβίαση της δικτυακής ουδετερότητας.
Το θέμα αξίζει συζήτηση. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τυπικά το πρώτο άρθρο έχει δίκιο, δηλαδή οι προσφορές δεν παραβιάζουν την ουδετερότητα. Ωστόσο, έμμεσα και κυρίως δυνητικά συνιστούν επίσης απειλή κατά της ουδετερότητας και δεν είναι νομίζω τυχαίο ότι τραμπικοί βουλευτές επικαλέστηκαν ακριβώς παρόμοιες προσφορές (ενός πορτογαλικού παρόχου) σαν επιχείρημα ότι η δικτυακή ουδετερότητα δεν ισχύει σε άλλες χώρες.
Αλλά και πάλι, το ενδιαφέρον αυτό θέμα είναι το έλασσον. Η απόφαση που θα παρθεί σε λίγες ώρες στην Ουάσινγκτον είναι το μείζον. Αλλά μπορούμε να συζητήσουμε και τα δυο. Περιμένω τις δικές σας απόψεις.

Πηγή: sarantakos.wordpress.com

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Οι εξόριστες της Χίου




Υπήρξα μαθητής του 7ου Δημοτικού Σχολείου Χίου την περίοδο 1990-1996. Πάντα ένιωθα ένα απροσδιόριστο συναισθηματισμό για το κτίριο αυτό. Ίσως έπαιζε ρόλο το ότι το πατρικό μου βρίσκεται απέναντί του, κι έτσι μεγάλωσα έχοντάς το σχολείο ως φόντο της παιδικής μου καθημερινότητας. Ο κόσμος μου τότε ήταν περιορισμένος και το σχολείο δέσποζε μέσα σ' αυτόν.
Θυμάμαι ένα απόγευμα που καθόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού και το χάζευα. Η γιαγιά μου παρατήρησε το βλέμμα μου που περιεργαζόταν τις λεπτομέρειες του κτιρίου, τις ψηλές κολώνες του προαυλίου, τα τεράστια παράθυρα και την ασυνήθιστη αρχιτεκτονική του για τα δεδομένα του νησιού και μου 'πιασε την κουβέντα.
- Φοίτησα κι εγώ κάποτε σ' αυτό το σχολείο.
- Μα πόσο παλιό είναι βρε γιαγιά; αναρωτήθηκα με παιδική αφέλεια.
- Πολύ παλιό. Όταν ήμουν παιδί κι εγώ, θυμάμαι που είχε φιλοξενήσει κάποιες κοπέλες από την Αθήνα.
- Από την Αθήνα; Και τι δουλειά είχαν εδώ;
- Ήταν κάποιες γυναίκες του θεάτρου και των γραμμάτων.
- Κάνατε παρέα;
- Όχι. Ήταν κλεισμένες εκεί μέσα κι εμείς τις κοιτούσαμε όποτε περνούσαμε από δω.
Μεγαλώνοντας έμαθα πως οι γυναίκες του θεάτρου και των γραμμάτων ήταν εξόριστες, θύματα ενός χυδαίου παρακρατικού καθεστώτος που ρίζωνε στη χώρα με τις ευλογίες των τότε Συμμάχων. Μία ανατριχίλα με διαπέρασε στη πρώτη μου συνειδητοποίηση πως το σχολείο που φοίτησα υπήρξε στρατόπεδο συγκέντρωσης βασανισμένων ψυχών.
Τρεις σχεδόν δεκαετίες μετά, η όψη του κτιρίου έχει αλλάξει αρκετά. Μία νέα πτέρυγα προστέθηκε όσο ήμουν ακόμα μαθητής, καλύπτοντας ένα μεγάλο κομμάτι της πίσω αυλής, κι ένα νηπιαγωγείο γέμισε τον ήδη περιορισμένο προαύλιο χώρο. Παρ' όλα αυτά ακόμα θυμάμαι τα μαγειρεία που αναφέρονται στο παραπάνω ντοκιμαντέρ και μία συστοιχία δέντρων που ξεριζώθηκε για να πέσουν τα νέα θεμέλια.
Οι μαντρότοιχοι που διέκοπταν την επικοινωνία των εξόριστων γυναικών με τον έξω κόσμο, για μένα ήταν ένα μέρος να βγάζω το άχτι μου. Με πεσμένα ξυλάκια που μάζευα από χάμω, αποκολλούσα τα σαθρά δομικά υλικά που ήταν σφηνωμένα ανάμεσα στις πέτρες, λες και γνώριζε η παιδική μου ψυχή την απάνθρωπη λειτουργικότητα του συγκεκριμένου εμποδίου. Και το αξιοπερίεργο της υπόθεσης είναι πως δεν το έκανα μόνο εγώ αλλά κι άλλοι συμμαθητές μου. Σαν να αισθανόμασταν την κακή αύρα και προσπαθούσαμε να γκρεμίσουμε τον αρρωστημένο κόσμο που μας είχε προσφερθεί από τις προηγούμενες γενιές.
Μερικές δεκαετίες μετά μία άλλη ομάδα νέων, αποφάσισε να γκρεμίσει τα υπολείμματα που άφησε το δικό μας "γκρέμισμα", με το να μας παρουσιάσουν τις μαρτυρίες αυτών των γυναικών. Κι η κίνηση αυτή δεν είναι μόνο συγκινητική αλλά κι ελπιδοφόρα.
Σε μία από τις μαρτυρίες που ακούστηκαν, μία εξόριστος περιγράφει τις πρώτες της εικόνες από το δημοτικό σχολείο το οποίο πριν λίγες μέρες είχε κλείσει για τις καλοκαιρινές διακοπές. Στους πίνακες ήταν ακόμα γραμμένες με κιμωλία οι ευχές μικρών παιδιών για καλό καλοκαίρι. Ένα μειδίαμα ξεπήδησε στα χείλη μου με τη σκέψη πως ίσως ένα απ' αυτά τα παιδιά να ήταν κι η δική μου γιαγιά.
Χαιρετίζω λοιπόν όλους τους συντελεστές του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ, Παναγιώτης Παυλιδάκης, Σοφία Σκουφάλου, Ματίνα Ζήσιμου, Αρετή Παληού, Μαρκέλλα Αλιφιέρη, Αγγελίνα Σκουφάλου, Μάκης Γεωργακάκης, Νάγια και Τάνια Νομικού για το συγκινητικό τους δημιούργημα αλλά και τον διευθυντή του 7ου δημοτικού σχολείου κ. Γιάννη Τσιροπινά που παραχώρησε το κτίριο για τα γυρίσματα.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Η κρίση της Καταλονίας γεννήθηκε στη Μαδρίτη



του Sébastien Bauer
Μετάφραση: Αθανασία Παπαγγελοπούλου

Αν και βρίσκονται σε σύγκρουση σχετικά με το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Καταλονίας, οι πολιτικοί ηγέτες που βρίσκονται στην εξουσία στη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη μοιάζουν σε κάτι: πιστεύουν ότι η αδιαλλαξία τους θα κάνει να ξεχαστούν τα σκάνδαλα διαφθοράς για τα οποία κατηγορούνται. Πρόκειται για μια νοοτροπία που αρέσκεται στις υπερβολές, συμπεριλαμβανομένης και της καταστολής. Ωστόσο, η εύρεση μιας λύσης στη σύγκρουση προϋποθέτει μια αναδρομή στις αιτίες που προκάλεσαν την κρίση.
Από τη σκοπιά της Ευρώπης, οι θέσεις των αντιμαχόμενων πλευρών για το ζήτημα της Καταλονίας μπορεί να φαίνονται παράξενες ή ακόμα και αλλοπρόσαλλες. Εντούτοις, ακολουθούν δύο στρατηγικές, τις οποίες αντιλαμβανόμαστε καλύτερα αν αφήσουμε στην άκρη το ερμηνευτικό πλαίσιο «αποσχιστικές τάσεις εναντίον κεντρικού κράτους». Όχι επειδή είναι λανθασμένο –εξάλλου, αυτό επικαλούνται όλοι– αλλά επειδή καλύπτει ένα άλλο, βαθύτερο πρόβλημα: το ισπανικό Σύνταγμα δεν εξελίχθηκε μετά την υιοθέτησή του το 1978, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του δικτάτορα Φράνκο, χάνοντας έτσι σταδιακά την επαφή με την πραγματικότητα της κοινωνίας που όφειλε να ρυθμίσει. Η ερμηνεία με βάση την επιδίωξη της απόσχισης δεν εξηγεί γιατί ο πρωθυπουργός της Ισπανίας προκαλεί τέτοια αναστάτωση στην Καταλονία την 1η Οκτωβρίου και αμέσως μετά ζητάει εκλογές, ούτε και γιατί ο Καταλανός ομόλογός του κηρύσσει ανεξαρτησία χωρίς καμία πραγματική συνέπεια, δυσαρεστώντας τόσο τους υποστηρικτές όσο και τους αντιπάλους του. Η απάντηση είναι ότι, στην καταλανική κρίση, κάποιες συγκρούσεις που γεννήθηκαν αλλού ανάγονται σε εδαφικό ζήτημα.
Από την έναρξη της εφαρμογής των δρακόντειων πολιτικών λιτότητας το 2011, η Ισπανία γνώρισε μια περίοδο αστάθειας που χαρακτηρίζεται από κρίσεις ολοένα και πιο σοβαρές: το κίνημα των καταλήψεων των πλατειών «15-Μ» το 2011 (1), την κρίση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης το 2015 και το 2016 (που οδήγησε σε τριακόσιες δεκαπέντε ημέρες χωρίς κυβέρνηση, κατά τις οποίες τα τρέχοντα ζητήματα διαχειριζόταν ένα συμβούλιο από απερχόμενους υπουργούς) και την πρόκληση της καταλανικής απόσχισης. Ποιο είναι το κοινό πρόβλημα που βρίσκεται πίσω από τις τρεις αυτές κρίσεις; Είναι οι αρχές ενός Συντάγματος που σχεδιάστηκε ως αφετηρία για τη μετάβαση από τον φρανκισμό στη δημοκρατία, κατέληξε όμως να αποτελεί πρόσκομμα στη διαδικασία που όφειλε να υλοποιήσει.
Σίγουρα έχουμε δει και πιο δημοκρατικά κείμενα. Το σύστημα του aforamiento, για παράδειγμα, αποτελεί κατάλοιπο του παλιού καθεστώτος, μέσω του οποίου 17.000 άτομα με δημόσια αξιώματα αποφεύγουν τα δικαστήρια πρώτου βαθμού και κρίνονται από ανώτερα δικαστήρια, τα οποία είναι πιο επιρρεπή στις παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Παρόμοιο με το «καθεστώς εξαίρεσης», που στη Γαλλία προστατεύει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την κυβέρνηση, στην Ισπανία καλύπτει όλους τους βουλευτές (συμπεριλαμβάνονται και εκείνοι των τοπικών Κοινοβουλίων) και τους δικαστές. Επίσης, στα πολιτικά κόμματα αποδίδεται ένας «θεμελιώδης» ρόλος στην «πολιτική συμμετοχή» (Άρθρο 6), ο οποίος ξεπερνάει κατά πολύ τον παραδοσιακό ρόλο του μεταξύ τους ανταγωνισμού για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, όπως συμβαίνει στις περισσότερες δημοκρατίες (2).
Ενώ αλλού αντιλαμβάνονται τη συλλογική βούληση ως την υπέρβαση των ατομικών συμφερόντων, το ισπανικό σύστημα αναπτύσσει ένα όραμα του κόσμου σύμφωνα με το οποίο οι μάζες πρέπει πρώτα να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο προκειμένου να σχηματίσουν έναν λαό. Έτσι, το καθεστώς του Φράνκο οργάνωσε την κοινωνία γύρω από το Εθνικό Κίνημα και το Συνδικάτο με κάθετη οργάνωση. Μετά τον θάνατο του δικτάτορα, η Ισπανία ανοίχτηκε στον πολιτικό και συνδικαλιστικό πλουραλισμό, όμως δεν άλλαξε θεμελιωδώς την ουσία της λειτουργίας των θεσμών της. Οι πολίτες ψηφίζουν έναν σχηματισμό, που στη συνέχεια επιλέγει τους βουλευτές του βάσει μια κλειστής λίστας, κατ’ αναλογία του συνολικού ποσοστού που έλαβε. Και απ’ ό,τι φαίνεται, οι βουλευτές δεν έχουν τα αυτιά τους ανοιχτά προς τις εκλογικές περιφέρειές τους…
Τα ισπανικά πολιτικά κόμματα είναι δομημένα λιγότερο ως ενώσεις ατόμων συνδεδεμένων με ιδεολογική συγγένεια και περισσότερο ως εταιρείες, που δεν τις αγγίζει και τόσο η διάθεση της κοινής γνώμης, οχυρωμένες ακόμη και απέναντι στην ίδια τη βάση των υποστηρικτών τους. Πώς να μην μας προκαλεί έκπληξη το επίπεδο διαφθοράς τους; Οι αποκαλύψεις σχετικά με την «υπόθεση Gürtel» –υπεξαίρεση 43 εκατομμυρίων ευρώ προς όφελος του Λαϊκού Κόμματος (PPE)– συσσωρεύονται, σχεδόν καθημερινά, στον Τύπο εδώ και αρκετά χρόνια. Ωστόσο, δεν πρόκειται παρά για ένα από τα αμέτρητα σκάνδαλα διαφθοράς, η οποία είναι πλέον ενδημική. Το 2014, το ισπανικό παράρτημα της οργάνωσης Διεθνής Διαφάνεια (Transparency International) είχε ζητήσει να «αλλάξει το σύστημα με τις κλειστές λίστες των κομμάτων» και επίσης τα κόμματα «να δημοσιεύουν τα οικονομικά στοιχεία της προεκλογικής εκστρατείας τους εντός τριών μηνών από τις εκλογές» (3). Μια έκκληση που απλώς δεν εισακούστηκε.

Νοσταλγία για τους Δημοκρατικούς της δεκαετίας του 1930

Θα πρέπει άραγε να νιώθουμε έκπληξη όταν διαπιστώνουμε πως, κατ’ εικόνα των κομμάτων, οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν από το Σύνταγμα του 1978 περιορίζονται σε έναν συμβιβασμό ανάμεσα στη δημοκρατία και τον φρανκισμό; Οι πατέρες του κειμένου επιδίωξαν πρώτα απ’ όλα να αποφύγουν την πιθανότητα να ξεσπάσει ξανά εμφύλιος πόλεμος. Συνεπώς, βασική παράμετρος του όλου εγχειρήματος ήταν να βρεθεί κοινός δρόμος ανάμεσα στη δημοκρατία και το σύστημα των «προυχόντων» που χαρακτήριζε την εθνικο-καθολική Ισπανία. Κάτι που στη συνέχεια θα αποτελούσε την αφετηρία της μετάβασης στην «καθαρή δημοκρατία» ενόσω θα εξελισσόταν η κοινωνία. Αντί όμως να προχωρήσει στην εξέλιξη του κειμένου του 1978, η χώρα το αγιοποίησε: από τότε που κυρώθηκε, η Ισπανία δεν έχει προχωρήσει σε αναθεωρητικό έργο, αποτυγχάνοντας να υλοποιήσει μια υπόσχεση συνυφασμένη με τη μετάβαση στη δημοκρατία.
Σίγουρα, η ισπανική κοινωνία έχει εγκαταλείψει τις αξίες και τις συμπεριφορές που την έδεναν με την εποχή της δικτατορίας. Σαράντα χρόνια μετά το τέλος της λογοκρισίας, στη χώρα μιλάμε πλέον ανοιχτά για την ευθανασία, για τα ζητήματα φύλου, τη σεξουαλικότητα ή τη χρήση ναρκωτικών για ψυχαγωγικούς σκοπούς. Η συχνότητα και η ελευθερία στην έκφραση με τις οποίες οι τηλεοπτικοί αστέρες απευθύνονται στην εξουσία θυμίζουν περισσότερο τις ΗΠΑ παρά την Καθολική Ευρώπη. Στην Ισπανία του 1978, δεν πήγαιναν όλα τα παιδιά στο σχολείο, οι δρόμοι σε πολλές κωμοπόλεις δεν ήταν καν ασφαλτοστρωμένοι, κάποιες περιοχές δεν είχαν ταχυδρομικές υπηρεσίες, κάποιες άλλες δεν είχαν σύνδεση στο αποχετευτικό δίκτυο, τα μέσα μαζικής μεταφοράς και το σύστημα υγείας παρείχαν μόνο τα στοιχειώδη… Το 2017, ο οικονομικός, κοινωνικός και πολιτιστικός μετασχηματισμός είναι έκδηλος. Ωστόσο, έχοντας επικεντρώσει όλες της τις δυνάμεις σε αυτό το καθήκον, η χώρα παραμέλησε τα υπόλοιπα. Η είσοδος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1986 κουκούλωσε την απουσία συνταγματικών μεταρρυθμίσεων: αφού η κοινωνία έγινε δημοκρατική μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, δεν φανέρωνε άλλωστε ότι οι θεσμοί της τα είχαν καταφέρει επιτυχώς;
Σε αυτό το πλαίσιο, η καταλανική πρόκληση, η οποία παρουσιάζεται ως αποσχιστικό κίνημα, αντλεί την κινητήρια δύναμή της από το χάσμα μεταξύ των Ισπανών και των θεσμών τους, από την απόρριψη της διαφθοράς (παρούσα ωστόσο τόσο στην Καταλονία όσο και αλλού), δίχως να ξεχνάμε και την ιδιαίτερη εχθρότητα απέναντι στα απομεινάρια της απολυταρχίας, πολυάριθμα ακόμη σε μια Ισπανία όπου ο βασιλιάς, η εκκλησία και οι «δυνατοί» παραμένουν οι κυριότεροι ιδιοκτήτες γης στη χώρα –και ως εκ τούτου επωφελούνται από τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις για την περιφερειακή ανάπτυξη (επιχορηγήσεις 1,85 εκατ. ευρώ για τη δούκισσα της Άλμπα το 2003).
Η αναστολή του καθεστώτος αυτονομίας της Καταλονίας από το Συνταγματικό Δικαστήριο το 2010 αποτέλεσε τη σπίθα που άναψε τη φωτιά στην πεδιάδα της Καταλονίας. Δύο σημεία αξίζουν επισήμανση σχετικά με αυτό το θέμα. Το πρώτο έχει σχέση με τη συγκυρία: η αναστολή της αυτονομίας πυροδοτήθηκε από το δικαστικό αίτημα του Μαριάνο Ραχόι για λογαριασμό του Λαϊκού Κόμματος, κατά την εποχή των χαμηλότερων εκλογικών επιδόσεών του, με τον ίδιο τον Ραχόι να δέχεται επιθέσεις από τους αντιπάλους του στους κόλπους του Λαϊκού Κόμματος. Ο Ραχόι ανέλαβε τότε την πρωτοβουλία της συλλογής υπογραφών εναντίον του καθεστώτος αυτονομίας της Καταλονίας σε ολόκληρη την Ισπανία, ποντάροντας σε μια πρόκληση που πάντα είχε απήχηση στο πιο αντιδραστικό κομμάτι των ψηφοφόρων του.
Το δεύτερο σημείο έχει τις ρίζες του στην Ιστορία: εξηγεί για ποιον λόγο η αναστολή του καθεστώτος αυτονομίας ξανάνοιξε μια παλιά πληγή και ρίχνει φως στη στρατηγική του προέδρου της Καταλονίας Κάρλες Πουτζδεμόν. Στις 14 Απριλίου 1931, οι Ισπανοί Δημοκρατικοί κέρδισαν τις δημοτικές εκλογές στις περισσότερες μεγάλες πόλεις, ανακηρύσσοντας στη συνέχεια πολλές τοπικές δημοκρατίες, συμπεριλαμβανομένης της Δημοκρατίας της Καταλονίας υπό την ηγεσία του Λουίς Κουμπάνιες, δημοτικού συμβούλου της Esquerra Republicana de Catalunya (ERC, Δημοκρατική Αριστερά της Καταλονίας). Θέτοντας σε εφαρμογή ένα ομοσπονδιακό πρόγραμμα, οι ανεξάρτητες αυτές δημοκρατίες κήρυξαν τη Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία, την οποία τερμάτισε ο Φράνκο. Μόλις πέθανε ο δικτάτορας, οι Δημοκρατικοί υποστήριξαν ότι η ομοσπονδιακή δημοκρατία παρέμενε το νόμιμο καθεστώς, στο οποίο όφειλε να επιστρέψει η χώρα. Το ζήτημα –όπως ακριβώς και εκείνο της εδαφικής ενότητας– διευθετήθηκε με συμβιβασμό: οι Καταλανοί εγκατέλειψαν την ιδέα του σχηματισμού ομοσπονδιακής δημοκρατίας και αποδέχθηκαν τόσο τη μοναρχία (άρθρο 1.3 του Συντάγματος) όσο και την «ακατάλυτη ενότητα του ισπανικού έθνους» (άρθρο 2), εγκαταλείποντας το σχέδιο μονομερούς ανακήρυξης της ανεξαρτησίας τους όπως το 1931. Σε αντάλλαγμα, απέκτησαν το δικαίωμα να αναπτύξουν δικό τους καθεστώς αυτονομίας και αστικό δίκαιο, έστω και αν παρέμειναν υπό στενή επιτήρηση. Το 2006, προκειμένου να προχωρήσει η μεταρρύθμιση του καταστατικού αυτονομίας, το οποίο διεύρυνε τις αρμοδιότητες της περιφερειακής κυβέρνησης της Καταλονίας, χρειάστηκε: πρώτον, να εξασφαλιστεί η κανονική έγκριση του καταλανικού Κοινοβουλίου, δεύτερον, να εγκριθεί και από τη Βουλή και από τη Γερουσία της Ισπανίας με ενισχυμένη πλειοψηφία, και τρίτον, να επικυρωθεί με δημοψήφισμα. Παρ’ όλο που είχαν εκπληρωθεί όλες οι προϋποθέσεις, το νέο αυτό καταστατικό τέθηκε σε αναστολή μετά από πρωτοβουλία του Λαϊκού Κόμματος το 2010, από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο του οποίου η πλειοψηφία των μελών είχαν διοριστεί από τους συντηρητικούς. Εξ ου και η εντύπωση ότι η τρέχουσα κρίση οφείλεται στη σκληρή πτέρυγα του Λαϊκού Κόμματος…
Μέχρι τις εκλογές του 2015, η συντηρητική Δεξιά του CiU (που προέκυψε από τη συμμαχία μεταξύ της Δημοκρατικής Σύγκλισης της Καταλονίας και της Δημοκρατικής Ένωσης της Καταλονίας) είχε ηγεμονικό ρόλο στο καταλανικό Κοινοβούλιο. Πριν από το 2012, αντιμετώπιζε με τρόμο την απόσχιση. Όμως, ο ηγέτης της Αρτούρ Μας διέκρινε στο λαϊκό ρεύμα ανεξαρτησίας –τροφοδοτημένο από τη λιτότητα, που είχε συνδεθεί με τη Μαδρίτη (4)– ένα μέσο για να ξεχαστούν τα σκάνδαλα διαφθοράς, που είχαν τοποθετήσει το CiU στο ίδιο επίπεδο ανυποληψίας με το Λαϊκό Κόμμα. Έτσι, το 2014, η Δεξιά επινόησε ένα δημοψήφισμα με τρεις πιθανές απαντήσεις –ένωση, ομοσπονδία ή ανεξαρτησία: «Θα επιθυμούσατε η Καταλονία να γίνει κράτος; Εάν ναι, θα θέλατε να είναι ανεξάρτητο;» Η ακύρωση του εν λόγω δημοψηφίσματος δεν ενόχλησε τους Συντηρητικούς, ό,τι και αν είχαν δηλώσει δημοσίως, καθώς η επιδίωξή τους ήταν να μετρήσουν τους εκλογείς –όπως ένα συνδικάτο υπολογίζει τους διαδηλωτές– πριν αρχίσουν να διαπραγματεύονται την επαναφορά των άρθρων του Estatut (το καταστατικό της καταλανικής αυτονομίας) που είχαν ανασταλεί. Αν αυτό το κομμάτι της καταλανικής ελίτ ανακτούσε την εξουσία στις επερχόμενες εκλογές, τις οποίες ο Ραχόι επιθυμούσε διακαώς, θα ήταν αναμφίβολα ικανοποιημένο από μια επιστροφή στην προ του 2010 κατάσταση και η θεσμική κρίση (την οποία εκ φύσεως απεχθάνεται) θα λάμβανε τέλος αρκετά γρήγορα.
Όμως, από το 2015, ο κυβερνών συνασπισμός στην Καταλονία κυριαρχείται από τη Δημοκρατική Αριστερά και η σχετική πλειοψηφία του αντέχει χάρη στην υποστήριξη της ριζοσπαστικής αριστεράς της Λαϊκής Ενότητας (CUP). Αυτή η αλλαγή στις εσωτερικές ισορροπίες εξηγεί την εμφάνιση της επιλογής για δημοκρατικό καθεστώς στο δημοψήφισμα του 2017, την αλλαγή στάσης της Μαδρίτης και τη ριζοσπαστικοποίηση των θέσεων μετά την 1η Οκτωβρίου. Υπό αυτές τις συνθήκες, πολύ λίγο πείθει η πρόσφατη από κοινού πρόταση του Σοσιαλιστικού και του Λαϊκού Κόμματος να προχωρήσουν επιτέλους σε μεταρρύθμιση του Συντάγματος: θεωρείται ως η ελάχιστη παραχώρηση που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί εκ μέρους δύο κομμάτων συνυπεύθυνων για σαράντα χρόνια ακινησίας, σε μια χώρα που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Και πλέον δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι και τα πλήθη που βγήκαν στους δρόμους δεν θα απορρίψουν μια συμφωνία επί των ελάχιστων: η «γενική στάση της χώρας» της 3ης Οκτωβρίου (που συγκλήθηκε από τις οργανώσεις των εργοδοτών και όλα τα συνδικάτα, μέχρι την αναρχοσυνδικαλιστική Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας [CNT], μαζί με τις ενώσεις υπέρ της ανεξαρτησίας) λέει πολλά για την απόρριψη των διεφθαρμένων κομμάτων και των απαρχαιωμένων θεσμών από όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Και, από την άλλη πλευρά, οι διαδηλώσεις εναντίον της ανεξαρτησίας δίνουν και αυτές το στίγμα τους στις διεξαγόμενες συζητήσεις, ζητώντας να ακουστεί η «σιωπηλή πλειοψηφία». 

Στρατηγική έντασης

Ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών δυνάμεων και των μέσων ενημέρωσης της Ισπανίας δίνουν την εντύπωση ότι επικροτούν τη στρατηγική του Ραχόι να μετατρέψει το πολιτικό πρόβλημα σε νομικό (προσφεύγοντας στα ανώτατα δικαστήρια) και ταυτόχρονα να προκαλεί όλο και περισσότερες εντάσεις. Από την άλλη, η έκκληση κάποιων Καταλανών ηγετών για «μόνιμη κινητοποίηση» ή η πρόσφατη εκστρατεία της Λαϊκής Ενότητας (με σύνθημα «Να ζεις σημαίνει να συμμετέχεις») δείχνουν ότι η ριζοσπαστικοποίηση γοητεύει εξίσου και άλλους πρωταγωνιστές του δράματος. Οι αστυνομικές έφοδοι της 1ης Οκτωβρίου κατέληξαν να χωρίσουν την Ισπανία σε δύο στρατόπεδα, και όλοι έκτοτε καλούνται να πάρουν θέση υπέρ εκείνου που υποστηρίζουν. Στις 9 Οκτωβρίου, σε συνέντευξη Τύπου του κόμματος του Ραχόι, όπου ανακοινώθηκε η απόρριψη κάθε διαμεσολάβησης, ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος Πάμπλο Κασάδο προειδοποίησε τον πρόεδρο της Καταλονίας ότι «θα μπορούσε να καταλήξει όπως ο Κουμπάνιες» (5), που εκτελέστηκε από τους υποστηρικτές του Φράνκο το 1940. Μία εβδομάδα αργότερα, πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες φυλακίσεις με τη σύλληψη των Ζόρντι Σάντσες και Ζόρντι Κουσάρτ, προέδρους δύο οργανώσεων πολιτών υπέρ της ανεξαρτησίας (Assemblea Nacional Catalana και Òmnium Cultural), με την κατηγορία της υποκίνησης σε στάση.
Ένα πράγμα παραμένει πάντως ανησυχητικό: γιατί ο βασιλιάς μπήκε στο παιχνίδι της έντασης, παρεμβαίνοντας δημοσίως για να ζητήσει από την κυβέρνηση Ραχόι να «αποκαταστήσει τη συνταγματική τάξη»; Κανονικά, το Σύνταγμα ρυθμίζει τις περιπτώσεις όπου μπορεί να πάρει τον λόγο ο μονάρχης, ο οποίος δεν έχει εξουσία επί των υποθέσεων εσωτερικής πολιτικής (ο πατέρας του είχε μιλήσει δύο φορές από την τηλεόραση, χωρίς ποτέ όμως να πάρει θέση). Αντιδρώντας με αυτόν τον τρόπο, ο βασιλιάς Φίλιππος ΣΤ΄ ενισχύει την άποψη ότι η μοναρχία έχει βρεθεί υπό την επιρροή του Λαϊκού Κόμματος (από το οποίο ποτέ δεν είχε πάρει αποστάσεις). Η επιλογή μιας επιθετικής ρητορικής υπό έναν βαρύ διάκοσμο γεμάτο συμβολισμούς (ο βασιλιάς μίλησε μπροστά από το πορτρέτο του προγόνου του Καρόλου Γ΄, ο οποίος επέβαλε τα Καστιλιάνικα σαν μοναδική γλώσσα σε όλη την επικράτεια κατά τον 15ο αιώνα) συνέβαλε στην περαιτέρω όξυνση των πνευμάτων.
Η στρατηγική της έντασης του Μαριάνο Ραχόι ανταποκρίνεται περισσότερο στην ανάγκη να σωθεί το κόμμα του παρά στην επιθυμία να λυθεί το καταλανικό ζήτημα. Από την ακύρωση δεκατεσσάρων άρθρων του καταστατικού αυτονομίας της Καταλονίας το 2010 μέχρι τα πιο πρόσφατα γεγονότα, η επιμονή του να παριστάνει τον μαθητευόμενο μάγο σε μια χώρα που δεν μπόρεσε να επουλώσει επιτυχώς τις πληγές του εμφυλίου πολέμου έχει συνεισφέρει στη νομιμοποίηση της επιλογής της απόσχισης, η οποία μέχρι πρόσφατα είχε την υποστήριξη μόλις του 12% του πληθυσμού της Καταλονίας (6). Μετά την αποτυχία του κοινωνικού κινήματος του 2011 να δώσει ώθηση στην αναγκαία πολιτική αλλαγή και αφού η μακρά κοινοβουλευτική κρίση του 2015-2016 ολοκληρώθηκε με την ανασύνταξη της προηγούμενης κυβέρνησης, η καταλανική πρόκληση αποτελεί απειλή –εξίσου όμως και ευκαιρία: μια ευκαιρία να κατευνάσει τις εντάσεις που διαλύουν την ισπανική κοινωνία, η οποία ενώ έχει γίνει ξεκάθαρα δημοκρατική, η εξέλιξή της παρεμποδίζεται από ένα απαρχαιωμένο Σύνταγμα. Για να συμβεί όμως κάτι τέτοιο, θα πρέπει τα μάτια μας να δουν πέρα από την άμεση επικαιρότητα. Είναι άραγε αυτό ακόμη δυνατόν;

(1) Βλ. Raúl Guillén, «Alchimistes del la Puerta del Sol», «Le Monde diplomatique», Ιούλιος 2011. 
(2) Το Σύνταγμα της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, για παράδειγμα, προβλέπει ότι «τα κόμματα και οι πολιτικές ομάδες διαγωνίζονται για την έκβαση της ψηφοφορίας».
(3) Βλ. Jesús Lizcano Álvarez, «Partidos politicos y corrupción: la hora del cambio», «El País», Μαδρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2014.
(4) Βλ. Jean-Sébastien Mora, «Άρνηση της λιτότητας και αναζωπύρωση της ιδέας της ανεξαρτησίας», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», 2 Νοεμβρίου 2013, http://archives.monde-diplomatique.gr/spip.php?article483
(5) «El PP blande el código penal y recuerda a Puigdemont que puede acabar como Companys», «La Vanguardia», Βαρκελώνη, 9 Οκτωβρίου 2017.
(6) «Así han influido los hitos políticos en el sentimiento independentista», «La Vanguardia», 9 Απριλίου 2016.

Πηγή: monde-diplomatique.gr

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Εγώ, ο Κολοκυθάκης


Σε κάθε κινηματογραφικό έτος υπάρχει κι ένα animation που μου κλέβει την καρδιά σε σημείο να το λατρεύω πολύ περισσότερο κι από την καλύτερη ταινία της χρονιάς. Μετά λοιπόν από την μαγευτική Κόκκινη Χελώνα του 2016 και το άκρως συγκινητικό Με τα Μυαλά που Κουβαλάς του 2015, ήρθε φέτος ο υπέροχος Κολοκυθάκης να γεμίσει με αμέτρητα συναισθήματα τη ψυχή μου. 
Το εντυπωσιακό της συγκεκριμένης ιστορίας είναι πως ενώ το σενάριο είναι δακρύβρεχτο και στενάχωρο, μας παρουσιάζεται με τόσο όμορφο τρόπο που μας προκαλεί μία απερίγραπτη χαρμολύπη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια της ταινίας, ένα χαμόγελο να μένει μόνιμο στα χείλη μας κι ένας πόνος να γίνεται όλο και πιο αισθητός στην καρδιά μας. 
Ο μικρός Ίκαρος, ή αλλιώς Κολοκυθάκης όπως ο ίδιος επιθυμεί να τον αποκαλούν, είναι ένα εννιάχρονο παιδί μιας διαλυμένης οικογένειας. Ο πατέρας του είναι απών, δε γνωρίζουμε αν έχει πεθάνει ή αν έχει χωρίσει με τη γυναίκα του, ενώ η μητέρα του είναι μία αλκοολική γυναίκα που ξεσπάει την οργή της πάνω του. Ο μικρός εξακολουθεί να χει τον πατέρα του ως πρότυπο, σχεδιάζοντάς τον ως υπερήρωα πάνω σε έναν χαρταετό. Την ίδια στιγμή πονάει που βλέπει την μητέρα του να λιώνει στο αλκοόλ και στην τηλεόραση. Γι' αυτό κι επιλέγει να ζει μες στη φαντασία του, σχεδιάζοντας έναν ονειρικό κόσμο στη σοφίτα του σπιτιού τους. Σε μία όμως κρίση της μητέρας του, προκαλείται από τον ίδιο ένα ατύχημα που την σκοτώνει. Αυτό έχει ως συνέπεια ο μικρός να οδηγηθεί στο ορφανοτροφείο. Εκεί θα γνωριστεί με παιδιά παρόμοιων οικογενειακών καταστάσεων. Μέσα από τις καθημερινές τους στιγμές θα γνωριστούν και θα δεθούν μεταξύ τους, καθώς μαθαίνουν ο ένας τον άλλον μέσα από εντάσεις, καβγάδες και ζήλιες. Στη πορεία όμως συνειδητοποιούν πως όλοι μαζί ενωμένοι μπορούν να πραγματοποιήσουν όλα τα θαύματα του κόσμου. Παράλληλα ο μικρός δένεται με τον αστυνομικό που τον συνόδευσε στο ορφανοτροφείο, μιας και βρίσκει σ'αυτόν την γονεϊκή θαλπωρή που του έλειπε κι ερωτεύεται ένα δυναμικό κορίτσι, την Καμίλ.


Θέλω πολλά να γράψω για το συγκεκριμένο animation αλλά δε ξέρω από που να ξεκινήσω. Οι σκέψεις πολλές και τα συναισθήματα περισσότερα. Η ιστορία περνάει ξεκάθαρα τον σκληρό κόσμο των παιδιών. Την συναίσθηση που έχουν στο ότι είναι ευάλωτα κι άβουλα σε κάποιες αποφάσεις μεγαλυτέρων. Αυτό τα μετατρέπει σε αγρίμια καθώς εφαρμόζουν το νόμο της ζούγκλας για να επιβιώσουν. Την ίδια στιγμή όμως ξέρουν να κρύβουν την κάθε τραγωδία με το να βυθίζονται στη δικιά τους φαντασία. Κι αν νοητά το καταφέρνουν, ψυχολογικά εγκλωβίζονται σε διάφορα αδιέξοδα κάτι που τα μετατρέπει σε αντικοινωνικά κι αντιδραστικά πλάσματα. Μόνη τους σωτηρία είναι το σπάσιμο του καβουκιού τους, ο εναγκαλισμός με τους φίλους τους κι η ανταλλαγή συναισθημάτων, σκέψεων κι εμπειριών. Για παράδειγμα, ο Κολοκυθάκης έπρεπε πρώτα να πλακωθεί με τον νταή του ορφανοτροφείου, για να διαπιστώσουν στη πορεία πως κι οι δυο κουβαλούν παρόμοια συμπλέγματα από τις οικογένειές τους. Μέσα απ' αυτόν τον διάλογο μαθαίνουμε το ιστορικό του κάθε παιδιού που φιλοξενείται εκεί κι αμέσως σου βγαίνει η επιθυμία να τα πάρεις όλα από μια ζεστή αγκαλιά μέχρι να βγάλουν από μέσα τους όλον τον πόνο που κουβαλούν. 
Επίσης, η ταινία περιγράφει με όμορφο τρόπο την συναισθηματική ιδιοφυΐα των παιδιών σε αντίθεση με το στειρωμένο τρόπο ζωής των μεγάλων. Ηχηρό χαστούκι ήταν η σκηνή σε ένα χιονοδρομικό κέντρο όπου ένα άγνωστο κορίτσι, δανείζει τα γυαλιά σκι σε ένα από τα αγοράκια του ορφανοτροφείου. Αμέσως η μητέρα του, ξεσπάει στον μικρό αποκαλώντας τον κλέφτη και ψεύτη, χαρακτηρισμοί που τον σοκάρουν διότι αμέσως θυμάται τον ψυχολογικό πόλεμο που είχε βιώσει από τους γονείς του. Συνειδητοποιώντας το κοριτσάκι, τη λάθος συμπεριφορά της μητέρας της, του χαρίζει κρυφά τη μάσκα γεμίζοντας την οθόνη χαμόγελα και τους θεατές με δάκρυα. 
Ένα ακόμη στοιχείο που με γοήτευσε στην ιστορία είναι η ανακάλυψη του έρωτα από τους μικρούς ήρωες. Ο τρόπος που τον φαντάζονται είναι πράγματι ευφάνταστος κι ονειρικός ενώ διασκεδαστική είναι η αντίδραση των μικρών απέναντι σε κάθε τι χυδαίο. Γέλασα με τη ψυχή μου, στη σκέψη τους πως όταν φιλιούνται δυο άνθρωποι, ο άνδρας πάντα εκρηγνύεται. Όταν λοιπόν ετοιμάζονται για ένα ταξίδι με το σχολικό λεωφορείο, τα πιτσιρίκια κρυφοκοιτάζουν ένα ζεύγος καθηγητών που φιλιέται περιμένοντας με ανυπομονησία την έκρηξη του δασκάλου τους. 
Τέλος, θέλω να σχολιάσω ένα στοιχείο της ταινίας που πραγματικά λάτρεψα, κι αυτό είναι η παρακάτω εικόνα. Η (συναισθηματική) μετεωρολογία των παιδιών, στην οποία κάθε πρωί εξέφραζαν την συναισθηματική τους φόρτιση με τον συγκεκριμένο πίνακα. Ότι πιο όμορφο κι έξυπνο έχω δει με θέμα τον ψυχικό κόσμο των παιδιών. 


Επιτρέψτε μου να αναφερθώ και σε ένα ευαίσθητο θέμα που παρουσιάζει η ταινία, τον "θάνατο" του γονέα. Η μοναδική σωτηρία της προσωπικότητας και της αξιοπρέπειας του καθενός μας είναι ο απογαλακτισμός από τους γονείς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται με βίαιο τρόπο, αλλά μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί ξεκάθαρα. Μόνοι μας οφείλουμε να πατήσουμε γερά στα πόδια μας και να κυνηγήσουμε το όνειρο. Ενδεικτικό σημείο στη ταινία είναι η συμπεριφορά ενός μικρού κοριτσιού που το εγκατέλειψε η μητέρα του για να πάει στην Αφρική. Η μικρή έκτοτε ζει με την ελπίδα πως η μητέρα της θα ξαναφανεί. Έτσι, κάθε φορά που ακούει αμάξι να μπαίνει στο ορφανοτροφείο, τρέχει πρώτη στη πόρτα φωνάζοντας "μαμά" αλλά πάντα απογοητεύεται. Όταν όμως η μητέρας της γυρνάει για να την πάρει, η μικρή δηλώνει φοβισμένη πως "δε θέλει να φύγει", διότι πολύ απλά έμαθε να επιβιώνει μόνη της. 
Σκηνοθετικά, η ταινία είναι γεμάτη υπέροχα χρώματα τα οποία παίζουν το δικό τους ιδιαίτερο ρόλο στην αφύπνιση των ναρκωμένων παιδικών μας συναισθημάτων. Αυτό όμως που με μάγεψε πιο πολύ στην ταινία, είναι τα τεράστια μάτια στα ήδη μεγάλα κεφάλια των ηρώων. Είναι εντυπωσιακό πως ένα άψυχο αντικείμενο, όπως είναι οι κούκλες του έργου, αποκτά τόση εκφραστικότητα. Καρφώνεσαι στα μάτια του καθενός κι αμέσως βλέπεις ολόκληρο τον ψυχικό του κόσμο. Και μ' αυτόν τον τρόπο δένεσαι με όλους τους χαρακτήρες. 
Ένα δεύτερο δυνατό στοιχείο της ταινίας είναι οι φωνές. Είναι τόσο πετυχημένο το δέσιμο των φωνών με τις κούκλες που μεμιάς ξεχνάς ότι βλέπεις ένα animation. Γι' αυτό και προτείνω να παρακολουθήσετε την ταινία με υπότιτλους κι όχι μεταγλωττισμένη διότι χάνει πολύ από την μαγεία της. 
Ο Κολοκυθάκης λοιπόν για μένα είναι ένας ύμνος στο πείσμα των ανθρώπων να κυνηγούν το όνειρο ακόμα κι όταν η ζωή δεν τους τα φέρνει βολικά. Το μόνο που χρειάζεται είναι φαντασία, αγνότητα, ανιδιοτέλεια κι αγάπη. Και το κυριότερο είναι να πάψουμε να πιστεύουμε πως "κανείς δεν μας αγαπάει".
Το "Εγώ, ο Κολοκυθάκης" είναι από τις σπάνιες περιπτώσειε που τις προτείνω λέγοντας "να την δείτε οπωσδήποτε". 

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Οι κηπουροί και οι ψεματοφύλακες



του Γιώργου Τσιάρα

Κάτι έχω πάθει σήμερα και λέω, τώρα που όλος ο κόσμος βρίζει υποκριτικά τον Τραμπ για την de facto αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ, να τον «υπερασπιστώ» λιγάκι, κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου και θυμίζοντας, με την ευκαιρία, μερικές άβολες αλήθειες για μια από τις πιο κακοφορμισμένες, διαχρονικά χαίνουσες ιστορικές πληγές της ανθρωπότητας – αυτήν του μεσανατολικού προβλήματος.
Πέσανε λοιπόν όλοι οι Φαρισαίοι να φάνε τον ομολογουμένως θρασύτατο καζινά με τα πορτοκαλί μαλλιά γιατί, λέει, με την (όντως ανιστόρητη και άθλια) απόφασή του παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο και ανατρέπει την... καλή πολιτική των προκατόχων του «πλανηταρχών» όσον αφορά το status της Ιερής Πόλης.
Και ο καημένος ο Μαχμούντ Αμπάς τόλμησε να ψελλίσει ότι οι ΗΠΑ παραιτούνται, λέει, με την ανακοίνωση αυτή, από τον ρόλο του... έντιμου μεσολαβητή μεταξύ των δύο πλευρών.
Ορίστε; Συγγνώμη, κύριε, ποιος είστε; Αυτό το μάρανε το έρημο το Διεθνές Δίκαιο και τους αυτόκλητους θεματοφύλακες ή σωστότερα... ψεματοφύλακές του, Ευρωπαίους, Αραβες και άλλους, ότι θα μετακομίσει την πρεσβεία ο Τραμπ;
Αν δεν κάνω λάθος, η ίδια η ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ και η συνεχής, συστηματική του επέκταση στην αραβική γη εδώ και 70 ολόκληρα χρόνια αποτελεί στρατηγική επιλογή των δυτικών επικυρίαρχων τουλάχιστον από το 1917 και τη διαβόητη Διακήρυξη Μπάλφουρ, με σκοπό ακριβώς την τοποθέτηση ενός απολύτως εξαρτημένου από αυτούς –και άρα αξιόπιστου– «χωροφύλακα» στο μεσανατολικό πετρελαϊκό χρυσωρυχείο του πλανήτη.
Και όταν λέμε «δυτικοί επικυρίαρχοι», εννοούμε ξεκάθαρα τη Μεγάλη Βρετανία και την κληρονόμο της παγκόσμιας αυτοκρατορίας της, την Αμερική.
Για την ακρίβεια, όταν στις 14 Μαΐου 1948 ο ιστορικός ιδρυτής του Ισραήλ, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, κήρυξε τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν χρειάστηκε ακριβώς... έντεκα λεπτά για να αναγνωρίσει το νέο κρατικό «εμφύτευμα», γνωρίζοντας φυσικά πολύ καλά το μακελειό και τη διαρκή, συνεχιζόμενη και σήμερα εθνοκάθαρση –οι Παλαιστίνιοι το λένε απλά «Νάκμπα», Καταστροφή– που θα επακολουθούσε.
Μία εθνοκάθαρση που δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει χωρίς τη συνεχή έμπρακτη (όχι στα λόγια, αλλά με όπλα και χρήματα) υποστήριξη των Αμερικανών, και φυσικά τη διπροσωπία και τα κροκοδείλια δάκρυα των υπολοίπων.
Ναι, μεν, οι Βρετανοί φύτεψαν τον σπόρο του κακού, αλλά οι επίμονοι κηπουροί που τον καλλιέργησαν ώς τη σημερινή του γιγάντωση έχουν αμερικανική προφορά.
Μισός αιώνας έχει περάσει από τον αιφνιδιαστικό πόλεμο των «Εξι Ημερών» του 1967, όταν το Ισραήλ με μια «προληπτική» επίθεση κατέλαβε στρατιωτικά (αφού πρώτα χρησιμοποίησε προηγμένα αμερικανικά και γαλλικά μαχητικά αεροσκάφη και άλλα οπλικά συστήματα για να καταστρέψει στο έδαφος την αιγυπτιακή αεροπορία) τη Λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Οχθη, την Ανατολική Ιερουσαλήμ και τα υψίπεδα του Γκολάν.
Η επίθεση αυτή και η στρατιωτική κατοχή-ρατσιστικό απαρχάιντ, που ακολουθεί ώς και σήμερα, καταδικάστηκε από το σύνολο σχεδόν του πλανήτη, και φυσικά από τον ΟΗΕ με διαδοχικά ψηφίσματα, και παραμένει ώς σήμερα «μαύρη σελίδα» στην παγκόσμια Ιστορία.
Ομως η «μαμά Αμερική» είχε –και έχει, με ή χωρίς Τραμπ– άλλη αντίληψη για το Διεθνές Δίκαιο: αντί να τιμωρήσει τους Ισραηλινούς εισβολείς, ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Λίντον Τζόνσον ανακοίνωσε τον Οκτώβριο του 1967 το μεγαλύτερο ώς τότε «πακέτο» δωρεάν στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.
Εκτοτε, και παρά τα κατά καιρούς δήθεν «σκαμπανεβάσματα» στις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις, ο ομφάλιος λώρος μεταξύ Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ δεν κόπηκε ποτέ, όσο προκλητικοί κι αν ήταν οι Ισραηλινοί στην ψήφιση των διεθνών εκκλήσεων και την παραβίαση των αμέτρητων διπλωματικών πρωτοβουλιών, όσους προληπτικούς βομβαρδισμούς και εισβολές κι αν επιφύλαξαν στους Αραβες γείτονές τους.
Για να μείνουμε μόνο στη νεότερη εποχή και τον...«καλό» προκάτοχο του «κακού» Τραμπ, τον... Νομπελίστα Ειρήνης Ομπάμα, να θυμίσουμε πως, ενώ οι σχέσεις του με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου ήταν υποτίθεται εξαρχής «τεταμένες», με τον πρώτο μαύρο πρόεδρο των ΗΠΑ να πιέζει και καλά το Ισραήλ να σταματήσει τον συστηματικό εποικισμό των κατεχομένων, και να επιμένει δημόσια στην εύγευστη πλην πλασματική καραμέλα της «λύσης των δύο κρατών», και αργότερα οι δυο ηγέτες κυριολεκτικά «έκοψαν την καλημέρα» μετά τη συμφωνία του Ομπάμα με το Ιράν, στην πραγματικότητα η αμερικανο-ισραηλινή συμμαχία δεν απειλήθηκε ποτέ.
Κάτι που φάνηκε άλλωστε ξεκάθαρα τον Σεπτέμβριο του 2016, όταν οι δύο άσπονδοι σύμμαχοι υπέγραψαν χαμογελαστοί στην Ουάσινγκτον ένα πρωτόκολλο που προβλέπει την παροχή στρατιωτικής βοήθειας αξίας 38 δισ. δολαρίων προς το Ισραήλ για την περίοδο 2019-2028 – μακράν το μεγαλύτερο «πακέτο» βοήθειας στη διμερή ιστορία.
Για το ξεκάρφωμα, βέβαια, ο απερχόμενος Ομπάμα διέταξε τον πρέσβη του στον ΟΗΕ να μην ασκήσει βέτο σε μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας η οποία καταδίκαζε τον εβραϊκό εποικισμό, για πρώτη φορά από το 1979 – γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ο οδοστρωτήρας Τραμπ θα ανέτρεπε έτσι κι αλλιώς το κακοστημένο αυτό σκηνικό «αντιπαράθεσης».
Οπως κι έγινε: στις 15 Φεβρουαρίου, στη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου μαζί με τον Νετανιάχου από τον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ εκτίμησε ότι η «λύση των δύο κρατών» δεν είναι η μοναδική για την επίλυση της ισραηλο-παλαιστινιακής σύγκρουσης.
Και στις 15 Μαΐου τοποθέτησε πρέσβη στο Ισραήλ τον στενό συνεργάτη του Ντέιβιντ Φρίντμαν, έναν από τους θερμότερους υποστηρικτές του εβραϊκού εποικισμού – ενώ στις 22 Μαΐου προσευχήθηκε μπροστά στο Τείχος των Δακρύων, κάτι που δεν έχει ξανακάνει ποτέ Αμερικανός πρόεδρος.
Καλό θα είναι, δε, να μην ξεχνάμε ότι και η αντίπαλος του Τραμπ στις εκλογές του 2016, η «γερακίνα» Χίλαρι Κλίντον, βρίσκεται στην «καρδιά» του ισραηλινού λόμπι των ΗΠΑ, και έδειξε επανειλημμένα κατά τη θητεία της ως υπουργός Εξωτερικών πώς εννοεί τον ρόλο του «έντιμου μεσολαβητή» και των «ίσων αποστάσεων» στο μεσανατολικό πρόβλημα...

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Ανατροπή των δεδομένων 50 ετών στη Μέση Ανατολή



του Κώστα Ράπτη

Προοίμιο μιας γενικότερης ανάφλεξης, μιας νέας ειρηνευτικής προσπάθειας ή μήπως της διαιώνισης της υφιστάμενης στασιμότητας στην ισραηλινο-παλαστινιακή σύγκρουση; Τα ενδεχόμενα είναι όλα ανοικτά, μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ – πράγμα που δίσταζαν να πράξουν στα 50 χρόνια που μεσολάβησαν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών.
Οι αντιδράσεις που θα εκδηλωθούν το αμέσως επόμενο διάστημα στην περιοχή θα κρίνουν ποιος θα είναι πραγματικά ο μεσοπρόθεσμος αντίκυπος των εξαγγελιών του Αμερικανού προέδρου. Δεδομένου του ισχυρού συμβολικού φορτίου που φέρει το ζήτημα της Ιερουσαλήμ, πόλης ιερής και για τις τρεις αβρααμικές θρησκείες, η δημιουργία εκρηκτικών καταστάσεων δεν μπορεί να αποκλεισθεί: αρκεί κανείς να θυμηθεί ότι η αιματηρή "δεύτερη Ιντιφάντα" ξέσπασε το 2000 με αφορμή την επίσκεψη του Ισραηλινού ηγέτη Αριέλ Σαρόν στο Όρος του Ναού.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πιθανότητα, που έχει να κάνει με ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο επί των ημερών Τραμπ μοτίβο: οι θεαματικές χειρονομίες που δείχνουν να φέρνουν τον ένοικο του Λευκού Οίκου αντιμέτωπο με όλο τον πλανήτη να μην αποτελούν επί της ουσίας παρά "μία από τα ίδια".

Κολακεία και διαπραγμάτευση

Τι απέγινε με τις διακηρύξεις Τραμπ ότι το ΝΑΤΟ είναι "απαρχαιωμένο"; Τι συνέβη με τις πολεμικές απειλές προς τον Κιμ Γιονγκ Ουν της Βόρειας Κορέας οι οποίες έπεισαν πολλούς ότι επίκειται πυρηνικό ολοκαύτωμα; Τι σήμανε πρακτικά η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισίων για το Κλίμα; Πού προσέκρουσε η επιθυμία της Ουάσινγκτον να αναθεωρήσει τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν; Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο Τραμπ προβάλλει ένα πρόσωπο επιθετικό και αδιάφορο για τις ισχύουσες διεθνείς συναινέσεις, παράλληλα όμως με λιγότερο ηχηρά "ανοίγματα" που δεν κερδίζουν αμέσως την προσοχή.
Δεν πρόκειται μόνο για για την ανάγκη του Αμερικανού προέδρου να κολακέψει τον σκληρό πυρήνα της εκλογικής του βάσης (και το εγώ του), αλλά για μία διαπραγματευτική τακτική, διαμορφωμένη κατά την επιχειρηματική του σταδιοδρομία, όπου οι "μπλόφες", το άνοιγμα παράπλευρων μετώπων και η πίεση προς το πιο αδύναμο μέρος έχουν κεντρική θέση.

Διακομματική η πίεση

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πίεση για μεταφορά από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ της αμερικανικής πρεσβείας στο Ισραήλ, έχει μακρά ιστορία. Η σχετική απόφαση ελήφθη για πρώτη φορά το 1995 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων με συντριπτική πλειοψηφία και με πρωτοβουλία των Δημοκρατικών, όπως ακριβώς και η απόφαση (με ψήφους 90-0) της Γερουσίας τον περασμένο Ιούνιο που την επικαιροποιούσε. Ξεχωριστή θέση σε όσους ζητούσαν τη μεταφορά της πρεσβείας έχει βέβαια ο Σέλντον Άντελσον, "βασιλιάς των καζίνο" του Λας Βέγκας, ο οποίος χρηματοδότησε με τουλάχιστον 80 εκατομμύρια δολάρια για την εκλογική προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών το 2016 – και στηρίζει και τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Βενιαμίν Νετανιάχου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ μπόρεσε να τους ικανοποιήσει όλους αυτούς (και ταυτοχρόνως να στρέψει την επικαιρότητα μακριά από τον κλοιό του Russiagate που δείχνει κλείνει γύρω του) χωρίς επί του πρακτέου να αλλάξει τίποτα! Και αυτό διότι ενώ "αναγνώρισε την πραγματικότητα" του ότι η Ιερουσαλήμ είναι η πρωτεύουσα του Ισραήλ (άλλωστε εκεί βρίσκονται το ισραηλινό κοινοβούλιο και τα υπουργεία) ανέβαλε την απόφαση για τη μεταφορά της πρεσβείας, η οποία, σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απαιτεί εργασίες μίας τριετίας.

Όχι "αδιαίρετη"

Παράλληλα, ο ένοικος του Λευκού Οίκου, θέλησε, τετραγωνίζοντας τον κύκλο, να συνδυάσει αυτό το μεγάλο συμβολικό δώρο προς τη μία πλευρά, με την (έστω και ισχνή) διαβεβαίωση προς την άλλη πλευρά ότι παραμένει δεσμευμένος σε μία "λύση δύο κρατών" για το μεσανατολικό. Σε αυτό το πλαίσιο ανέφερε ότι η απόφασή του δεν προδικάζει τα όρια της μελλοντικής ισραηλινής δικαιοδοσίας στην ιερή πόλη,ενώ πολύ χαρακτηριστικά απέφυγε (σε αντίθεση, λ.χ., με τα ψηφίσματα του αμερικανικού Κογκρέσου) να υιοθετήσει τη φρασεολογία περί "αδιαίρετης Ιερουσαλήμ".
- Που παραπέμπει σε αναγνώριση της παράνομης προσάρτησης από το Ισραήλ της κατεχόμενης από το 1967 ανατολικής Ιερουσαλήμ.
Υπενθυμίζεται πάντως ότι σε παλαιότερες διαπραγματεύσεις είχε επιχειρηθεί να βαφτισθεί "ανατολική Ιερουσαλήμ" το παρακείμενο χωριό Άμπου Ντις ώστε να δοθεί ψευδής ικανοποίηση στις παλαιστινιακές διεκδικήσεις χωρίς πραγματική αναίρεση του ισραηλινού εποικισμού και της προσάρτησης.

Μουδιασμένες οι φιλοδυτικές αραβικές χώρες

Από την Αγία Έδρα στο βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας και από τη Γαλλική Δημοκρατία μέχρι το Πακιστάν, το σύνολο των διεθνών δυνάμεων (με την ενδιαφέρουσα εξαίρεση της Ρωσίας που αντέδρασε απολύτως υποτονικά) στάθηκαν επικριτικά απέναντι στις εξαγγελίες Τραμπ. Ο λόγος για αυτό δεν είναι δύσκολο να εντοπισθεί: με το να παύουν να τηρούν ακόμη και τα προσχήματα του αμερόληπτου μεσολαβητή στην ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση και με το να αφαιρούν από τη διαπραγμάτευση ένα κεντρικό της θέμα, το μέλλον της Ιερουσαλήμ, οι ΗΠΑ απομακρύνουν για πολύ καιρό την πιθανότητα ουσιαστικών ειρηνευτικών συνομιλιών για μία "λύση δύο κρατών". Ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος πιθανότατα πιστεύει διαφορετικά, καθώς έχει αναθέσει στον γαμπρό και σύμβολό του Τζέραντ Κούσνερ την εκπόνηση ενός ειρηνευτικού σχεδίου που θα κλείνει το παλαιστινιακό ζήτημα.

Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη

Είναι πολύ αμφίβολο αν το σχέδιο θα ευοδωθεί. Αντιθέτως, περισσότερο πιθανό είναι ένα νέο ξέσπασμα βίας, που θα απειλεί με κατάρρευση την Παλαιστινιακή Αρχή, Το κυριότερο: οι κινήσεις Τραμπ κάθε άλλο παρά διευκολύνουν τη Σαουδική Αραβία (που δεν έχει κλείσει τα εσωτερικά μέτωπά της), ενώ αποσταθεροποιούν ευθέως τη μετριοπαθή, φιλοδυτική Ιορδανία (χώρα με πληθυσμό κατά πλειοψηφία παλαιστινιακό, η οποία, διόλου τυχαία, έσπευσε να ζητήσει έκτακτη σύγκληση του Αραβικού Συνδέσμου και του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας). Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική στάση εμφανίζει περισσότερο αξιόπιστες στα μάτια των λαών της περιοχής τις δυνάμεις του "άξονα της Αντίστασης" (Ιράν, Συρία, Χεζμπολλάχ), ενώ και ο Ταγίπ Ερντογάν, που προκαταβολικά αυτοδεσμεύτηκε με σκληρές δηλώσεις, αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή των αντιδράσεων, καθώς η Κωνσταντινούπολη θα φιλοξενήσει σχετική συνεδρίαση του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας στις 13 Δεκεμβρίου. Η γειτονική χώρα εξελίσσεται σε κρίσιμο κόμβο στο ξεδίπλωμα των αντιαμερικανικών αντιδράσεων, εκμεταλλευόμενη, προκειμένου να εξασφαλίσει ρόλο ηγέτιδας του μουσουλμανικού κόσμου, τόσο το "μούδιασμα" των περισσότερο φιλικών προς τις ΗΠΑ πρωτευουσών, όπως το Ριάντ, όσο και την προσφάτως εμπεδωθείσα, με τις ευλογίες της Ρωσίας, φιλία της με το Ιράν, η οποία υπερβαίνει τις πολυσυζητημένες διαιρέσεις σουνιτών και σιιτών.

Πηγή: capital.gr

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Ανοίγει το μέτωπο της Θράκης;



Η επίσημη επίσκεψη Τούρκου προέδρου στην Ελλάδα μετά από 65 χρόνια, μετατράπηκε σε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο. Κι αν η αρχή έγινε με τον επιθετικό λόγο του Έλληνα προέδρου, ο Ερντογάν ήταν αυτός αιφνιδίασε με την άμεση αντεπίθεσή του, η οποία όμως δε βασιζόταν στη Συνθήκη της Λωζάννης και στο Ανατολικό Αιγαίο αλλά σε ένα άλλο μέτωπο το οποίο για δεκαετίες έχουμε παραγκωνισμένο.
Κι ενώ έχουμε συνηθίσει την Τουρκία να έχει μονίμως στραμμένο το βλέμμα της στην Μέση Ανατολή, την ίδια στιγμή άπλωνε τα πλοκάμια της στη Δύση, με οικονομικές και πολιτικές παρεμβάσεις στα Βαλκάνια (Αλβανία, Βοσνία, Κόσσοβο και Σκόπια) ενώ στη χώρα μας γίνονται εμφανείς οι διεκδικήσεις της με τις εναέριες και πλωτές παραβιάσεις της στο Αιγαίο. Έχοντας όμως τη προσοχή μας στο Ανατολικό Αιγαίο, αγνοήσαμε ένα πιο απειλητικό ζήτημα, την Δυτική Θράκη. 
Αντί λοιπόν να ακούσουμε συζητήσεις κι αναλύσεις πάνω στο θέμα της Συνθήκης της Λωζάννης, πιαστήκαμε αδιάβαστοι καθώς ο Τούρκος πρόεδρος επικεντρώθηκε στην Θράκη, χαρακτηρίζοντας την μειονότητα εθνική κι όχι θρησκευτική (αγνοώντας πιθανόν εσκεμμένα πως στη Συνθήκη της Λωζάννης ο Riza Nur ήταν αυτός που απαίτησε από τουρκικής πλευράς την ύπαρξη μουσουλμανικής κι όχι τουρκικής μειονότητας στην Θράκη). Μάλιστα ο Ερντογάν τους αποκάλεσε μπροστά στις κάμερες “σοϊντάκ” που σημαίνει ομοεθνείς, ανοίγοντας έτσι τους ασκούς του Αιόλου διότι σηματοδότησε την αρχή ενός νέου ζητήματος, αυτού της μουσουλμανικής (τουρκικής γι’ αυτόν) πλειονότητας της Θράκης, το οποίο έγινε πρώτη φορά αισθητό με τα τοπικά αποτελέσματα των ευρωεκλογών του 2014.
Όσον αφορά το θέμα των μουφτήδων, ο Τούρκος πρόεδρος απαίτησε για μία ακόμη φορά την άμεση εκλογή τους από την Τουρκία κι όχι από το ελληνικό κράτος. Η επιμονή αυτή δε συσχετίζεται με κάποιον θρησκευτικό ίστρο αλλά στον πλήρη έλεγχο των ιμάμηδων της Δυτικής Θράκης, διότι μέσω αυτών μπορεί να γίνει εξωτερική πολιτική.
Απ’ ότι φάνηκε λοιπόν, η επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Ελλάδα, άναψε φωτιές, οι οποίες αυτή τη φορά απειλούν άμεσα την πυριτιδαποθήκη που λέγεται Θράκη.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Μανιφέστο


Απόγευμα Τρίτης στον κινηματογράφο Έλλη. Τα φώτα σβήνουν κι αμέσως η οθόνη γεμίζει με μερικά από τα ονόματα των πιο σπουδαίων διανοητών, σύγχρονων και διαχρονικών. Το κάθε όνομα γεμίζει ολόκληρη η οθόνη με τεράστια λευκά γράμματα, κι εναλλάσσεται αστραπιαία με ένα τελείως διαφορετικό βλέμμα/ρόλο της Κέιτ Μπλάνσετ. Η εκπληκτική μουσική επένδυση της έναρξης, παίζει κι εκείνη έναν σημαντικό ρόλο, αυτόν του συγχρονισμού, προκαλώντας μια απρόσμενη σύγχυση στο νου, λίγο πριν η κάμερα πετάξει ελαφριά σαν πούπουλο πάνω από ένα ερειπωμένο εργοστάσιο. Ανάμεσα στα συντρίμμια περπατάει μία μορφή που σέρνει ένα καροτσάκι κι έχει συντροφιά της ένα σκύλο. Ακολουθούμε αυτή τη σκιά ενώ την ίδια ώρα ακούμε το πρώτο "μανιφέστο" ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα που καταρρέει με εκκωφαντικό τρόπο, προκαλώντας αλυσιδωτές κοινωνικές εκρήξεις κι οικονομικές καταστροφές οι οποίες μας έχουν ήδη οδηγήσει σε ένα από τα σκοτεινότερα και πιο επικίνδυνα μονοπάτια της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας. Με λίγα λόγια, το κινηματογραφικό πείραμα του Γιούλαν Ρόζεφελντ δεν αφήνει κανένα περιθώριο στους θεατές να προετοιμαστούν για τον πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό καταιγιστικό κατηγορώ που ακολουθεί.
Η ταινία δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Είναι μία δίνη που σε παρασέρνει αμέσως και σε στριφογυρίζει ανεξέλεγκτα. Αυτό βοηθάει στο να χάσεις μεμιάς την αίσθηση του χρόνου και να αφεθείς αβίαστα στο δοκιμιακό ταξίδι του δημιουργού. Συνταξιδευτής μας σ' αυτήν την εμπειρία είναι η εκπληκτική Κέιτ Μπλάνσετ, η οποία ερμηνεύει δώδεκα (ή δεκατρείς) διαφορετικούς ρόλους. Ίσως η πιο εντυπωσιακή πολυποίκιλη ερμηνεία της μέχρι σήμερα πορείας της. Κάθε ρόλος αντιστοιχεί και σε ένα διαφορετικό φίλτρο ερμηνείας της σημερινής κατρακύλας. Μαζί με την ηθοποιό αλλάζει και το περιβάλλον. Από τον άστεγο που περιφέρεται σε ένα γκρεμισμένο εργοστάσιο, μεταφερόμαστε σε μία μεσήλικη υπάλληλο ενός εργοστασίου επεξεργασίας απορριμάτων κι από μία επιστήμονα που εργάζεται σε ένα ερευνητικό κέντρο σε μία δασκάλα που αποβλακώνει τους μαθητές της. Ας τα πάρουμε όμως με μία σειρά


Το βασικό νόημα της ταινίας είναι τόσο περίπλοκο όσο είναι κι η καθημερινότητά μας. Ζούμε σε μία κοινωνία πολυπρόσωπη και γεμάτη διαφορετικά οικονομικά επίπεδα και κοινωνικές κάστες. Όσο πιο πολύ χρήμα έχεις στη τσέπη τόσο πιο θολά βλέπεις γύρω σου. Δεν είναι τυχαίο πως ο άστεγος προειδοποιεί έξαλλα τον θάνατο της σημερινής κοινωνίας κι απαιτεί την πλήρης αποδέσμευση της Τέχνης από την μπουρζουαζία και την αστική τάξη ενώ την ίδια στιγμή παρακολουθούμε μία εικαστικό τέχνης η οποία έχει οργανώσει ένα γκαλά και δέχεται τα χειροκροτήματα των υψηλών καλεσμένων της αφού πρώτα έχει εκφωνήσει έναν ξύλινο λόγο υπαρξιακής κενότητας για έργα μηδενικής καλλιτεχνικής αξίας. 
Δυστυχώς η Τέχνη έχει γίνει υποχείριο των πλουσίων κι οι περισσότεροι καλλιτέχνες δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να υπακούν πλούσιους μεγαλοαστούς που μπορούν να τους προσφέρουν μία εφήμερη αναγνωρισιμότητα και μία πρόσκαιρη οικονομική άνθηση. Ζούμε λοιπόν στην καλλιτεχνική περίοδο των δημοσίων σχέσεων και του γλειψίματος. Αυτό έχει ως συνέπεια η Τέχνη να παύει να λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής αφύπνισης αλλά ως ένδειξη της ηθικής και πνευματικής μας κατάπτωσης.
Γιατί όμως η Τέχνη έχει χάσει το νόημά της; Η ταινία μας δίνει την απάντηση μέσα από διάφορα παραδείγματα. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, οι πόλεις που ζούμε, το εργασιακό μας περιβάλλον κι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι αυτές που έχουν φέρει την σημερινή παρακμή. Οι μηχανικές εργασιακές μας δραστηριότητες έχουν περιορίσει αισθητά την κριτική σκέψη και τους εσώψυχους προβληματισμούς, μετατρέποντάς μας σε ψυχρά ρομπότ με σάρκα κι οστά. Τα αποστειρωμένα εργασιακά μας περιβάλλοντα έχουν αποκόψει κάθε ανθρώπινη επαφή, μ' αποτέλεσμα να επικρατεί μία ύπουλη επικοινωνιακή σιωπή. Η θρησκεία είναι επίσης ένα χρόνιο ναρκωτικό που έχει επιφέρει την πνευματική αποχαύνωση όσων κυριεύονται από αυτήν. Είναι η νέα γενιά που μεγάλωσε κάτω από την καταπίεση των γονέων και δε ξέρει πως να διαχειριστεί την οργή που βράζει μέσα της. Είναι το εκπαιδευτικό σύστημα που κόβει απότομα την φαντασιακή έξαρση των παιδιών και τα προετοιμάζει  στα περιορισμένα πλαίσια του σύγχρονου κοινωνικού μοντέλου με τα κατάλληλα "πρέπει" και "δεν πρέπει". Είναι η τηλεόραση και τα υπόλοιπα μέσα μαζικής ενημέρωσης τα οποία προσπαθούν να θολώσουν με την ψεύτικη λάμψη τους την προσωπική άποψη του κοινού. Είναι τα ανέραστα ζευγάρια που δημιουργούν άχρωμους κι άοσμους απογόνους. Είναι οι ονειροπόλοι που σιωπούν απέναντι στη μαζική αδιαφορία κι έτσι καταφεύγουν σε ένα στρατό από μινιατούρες για να καλύψουν την ανυπόφορη μοναξιά τους. Είναι οι καριερίστες που ενθουσιάζονται με την ταχύτητα των εξελίξεων και τον εκμηδενισμό του χρόνου, χωρίς να συνειδητοποιούν πως μ' αυτόν τον τρόπο φτάνουν πολύ πιο σύντομα στο θάνατο. Είναι οι πλούσιοι που ζουν μέσα στον χλυδάτο τους βούρκο. 


Η αλλαγή των προσώπων οδηγεί και στην παρουσίαση μιας άλλης ιδεολογίας που προσπαθεί να πατήσει στην προηγούμενη, αναδεικνύοντας της ατέλειές της κι υποσχόμενη για την επίγεια σωτηρία της ανθρωπότητας. Κι όμως κάπου κολλάει το σύστημα κι η επανάσταση δεν έρχεται ποτέ. Αυτό όμως μπορεί να σταθεί λόγος για να σταματήσουμε να ελπίζουμε στο να αγωνιζόμαστε; Φυσικά κι όχι. Σκοπός είναι να δημιουργούμε αφού πρώτα σκάψουμε βαθιά μέσα μας για να βρούμε αυτό που μας καίει. Για να βρούμε τον χαμένο μας εαυτό.  
Εδώ όμως προκαλούνται άλλα ερωτήματα. Μπορείς να κατηγορήσεις την Τέχνη μέσα από την Τέχνη ή χρησιμοποιούμε τη φράση "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα"; Πόσο ειλικρινής είναι η στάση του δημιουργού στα όσα πιστεύει  και δηλώνει μέσα από το έργο του; Η αλήθεια είναι πως στους τίτλους τέλους ανέφερε όλες τις πηγές του κάτι που φανερώνει τη μελέτη που έχει πέσει στα παρασκήνια της ταινίας. 
Από την άλλη η ταινία είναι προσιτή για όλο το κοινό ή απευθύνεται μόνο σε ένα συγκεκριμένο σκεπτόμενο κοινό, επιβεβαιώνοντας την φασιστική ρήση αρκετών κομπλεξικών καλλιτεχνών πως η Τέχνη είναι για λίγους; 
Αυτά είναι δυο βασικά ερωτήματα που μου προκάλεσαν αμφιβολίες σχετικά με τη φύση της συγκεκριμένης ταινίας. 
Παρ' όλα αυτά, αναγνωρίζω πως ο Τζούλιαν Ρόζεφελντ εντυπωσιάστηκε από το παίξιμο της Κέιτ Μπλάνσετ στον ρόλο του Μπομπ Ντίλαν που της ζήτησε να υποδυθεί όλους τους παραπάνω ρόλους. Αρχικά το έργο προοριζόταν για ένα εικαστικό installation που παιζόταν σε διάφορα καλλιτεχνικά φεστιβάλ ανά τον κόσμο, αλλά ο δυναμισμός του ήταν τόσο μεγάλος που ώθησε τον δημιουργό να το μοντάρει μετατρέποντάς το σε ταινία. Έτσι δημιούργησε ένα αυθεντικό μανιφέστο πλούσιο με τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές, πολιτικές και κοινωνικές διακηρύξεις του 20ου αιώνα. 
Το Μανιφέστο είναι ένα από τα ομορφότερα αλλά και δύσκολα κινηματογραφικά δοκίμια των τελευταίων χρόνων. Και το δυνατό του σημείο δεν είναι τα καταιγιστικά κατηγορώ αλλά το σημάδι αισιοδοξίας που αφήνεται στο τέλος με την εκπληκτική και πρωτότυπη χορογραφία των παιδιών στο προαύλιο ενός σχολείου.

Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Οι αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας Γρηγορόπουλου θυμούνται...



της Ελένη Μπέλλου

Το 2010, δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και με τις μνήμες ακόμα νωπές στην εκπομπή «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» είχαμε μιλήσει με τους πρωταγωνιστές της νύχτας εκείνης.
Ο Γιώργος Καρατέγος που ήταν στην ίδια παρέα με τον Αλέξη εκείνο το βράδυ, περιέγραψε τι προηγήθηκε και τι ακολούθησε των πυροβολισμών του Κορκονέα. Η Λητώ Βαλλιάτζα που τράβηξε το βίντεο δολοφονίας μίλησε για όσα είδε και εκτίμησε πως αν δεν υπήρχε το ντοκουμέντο αυτό, η ιστορία της 6ης Δεκεμβρίου, θα είχε γραφτεί αλλιώς από ΜΜΕ κι αστυνομία. Η οικογένεια και οι φίλοι του Γρηγορόπουλου σκιαγράφησαν ένα παιδί που άκουγε Pink Floyd κι ονειρευόταν να σπουδάσει Nομική.
Οι συνήγοροι της οικογένειάς του Ζωή και Νίκος Κωνσταντόπουλος κατέρριψαν τη σκευωρία που πήγε να κατασκευαστεί για να συγκαλυφθεί το έγκλημα. Ο Προκόπης Παυλόπουλος αποκάλυψε ότι υπήρχε σχέδιο επέμβασης του στρατού στο συρτάρι, για να αντιμετωπιστεί η εξέγερση του Δεκέμβρη.
Οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες των ημερών εκείνων έκαναν τη δολοφονία να μοιάζει σαν να είχε προαναγγελθεί...

Γιώργος Καρατέγος: Είχε στο ύψος της καρδιάς μια τρύπα

Ο Γιώργος Καρατέγος, 15χρονος κι εκείνος τότε, ήταν με την παρέα του σε μία καφετέρια στα Εξάρχεια. Όταν σταμάτησε η βροχή πήγαν να κάτσουν στη συμβολή των οδών Μεσολογγίου και Τζαβέλλα, όπου συνάντησαν μία φιλική τους παρέα που ήταν ήδη εκεί. Ανάμεσά τους και ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Είχε μία υποχρέωση κι έτσι μετά από λίγη ώρα χαιρέτησε τα παιδιά και ξεκίνησε να φύγει. Δεν είχε απομακρυνθεί πολύ, όταν άκουσε φασαρία και μια χειροβομβίδα κρότου λάμψης να σκάει. Ακολούθησαν οι πυροβολισμοί. Όταν επέστρεψε στο σημείο, το κακό είχε συμβεί…
«Έκανα τον κύκλο του τετραγώνου και ξανα-κατευθύνθηκα στη Μεσολογγίου. Τα παιδιά της παρέας μου είχαν μαζευτεί πάνω από τον Αλέξανδρο. Θυμάμαι κάποια παιδιά τον τραβάγανε προς τα πίσω και λέγανε ότι τον πυροβόλησαν. Δεν ήμασταν και τόσο σίγουροι μέχρι που - το θυμάμαι χαρακτηριστικά - του σήκωσε την μπλούζα κάποιο παιδί και είχε στο ύψος της καρδιάς μια τρύπα, από όπου έβγαινε αίμα», είχε πει στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα.
«Άρχισε να μαζεύεται κόσμος, μεταξύ αυτών κι ένας γιατρός απ’ ότι θυμάμαι, που προσπαθούσε να κάνει κάτι, αλλά….», συμπλήρωνε.

Λητώ Βαλλιάτζα: Ε, και τότε πάτησα το REC…

«Ήμουνα στο σπίτι μου, ένα κανονικό απόγευμα, ήσυχο… Με τη συνηθισμένη μάλλον φασαρία των Εξαρχείων. Άκουσα ένα δυνατό κρότο και δεν ξέρω για ποιό λόγο, σηκώθηκα κατευθείαν, πήρα την κάμερα που είχα πάνω στο τραπέζι μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Αλλά δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό. Ήταν δυνατός ο κρότος, αλλά γενικά τέτοιοι ήχοι δεν είναι πολύ ασυνήθιστοι στα Εξάρχεια. Αργότερα έμαθα ότι ήτανε κρότου λάμψης».
Η Λητώ Βαλλιάτζα είναι η κοπέλα που κατέγραψε με την κάμερα της τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Το 2010 μίλησε στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα για τα όσα είδε να διαδραματίζονται στη συμβολή των οδών Τζαβέλλα και Μεσολογγίου.
«Βλέπω, λοιπόν, τους δύο αστυνομικούς να… να έρχονται πεζοί… Ξαφνιάστηκα… Ε, και τότε πάτησα το REC».
Ευτυχώς, το γεγονός ότι πάτησε ενστικτωδώς το REC εγκαίρως, δεν άφησε κανένα περιθώριο συγκάλυψης του εγκλήματος που συντελέστηκε το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008, κάτω από το τότε σπίτι της.
«Πλησιάσανε τον πεζόδρομο, προκαλέσανε όποιον ήταν από την άλλη μεριά, έντονα, βγάλανε και οι δύο τα όπλα τους, πήρανε θέση βολής και πυροβολήσανε».
Λίγο αργότερα θα έβλεπε το πειστήριο μίας δολοφονίας που είχε στα χέρια της να παίζει παραποιημένο στο MEGA. Ο τηλεοπτικός σταθμός είχε προσθέσει ήχους επεισοδίων στο βίντεο για να δώσει την αίσθηση ότι το συμβάν έγινε εν ώρα ταραχών. Όταν το σκάνδαλο αποκαλύφθηκε, επέρριψε την παραποίηση της αλήθειας στην «δημιουργική αδεία» του μοντέρ…

Δάφνη Κεσίσογλου: Αυτό ήταν! Ένα παιδί…

«Αυτό ήτανε, ένα παιδί ήταν… Τον είδα το Σάββατο το πρωί και μου είπε ότι το βράδυ θα πάω στους φίλους μου που γιορτάζουνε. Ήξερε ότι θα είναι στα Εξάρχεια, επειδή γιόρταζε ένας φίλος του και μετά θα πήγαιναν στο Ψυχικό σ’ ένα πάρτι, επειδή γιόρταζε ένας ακόμα φίλος του. Αυτή ήταν η τελευταία μας συνάντηση», θα πει στον φακό της εκπομπής η συμμαθήτρια του Δάφνη Κεσίσογλου. 
«Τον Αλέξανδρο τον γνώρισα στο νηπιαγωγείο. Ήμασταν από το νηπιαγωγείο μαζί μέχρι το τέλος δημοτικού και ξαναβρεθήκαμε και πάλι 1η Λυκείου γιατί ήρθε κι εκείνος στην Ώθηση. Τον θυμάμαι που καθόταν στο θρανίο του ήσυχα, δεν δημιούργησε ποτέ φασαρία στο μάθημα, στο διάλειμμα με τη μουσική του.. κοινωνικός, να μιλήσει, ούτε φασαρίες να δημιουργήσει, τίποτα», θα πει. 
Αγαπημένο του συγκρότημα ήταν οι Pink Floyd κι αγαπημένο του τραγούδι το «Wish you were here». Όνειρο του να σπουδάσει Νομική.
Εκείνο το απόγευμα είχε αγοράσει ένα κολιέ με μια καρδούλα για να το δώσει στην αγαπημένη του. Το βρήκαν πάνω του…

Ανδρέας Κωνσταντίνου: Πέθανε με την απορία…

«Ο Αλέξανδρος ήταν πραγματικά αθώος. Πολύ πιο αθώος από άλλα παιδιά της ηλικίας του. Και λόγω αυτής της αθωότητάς του έχασε και τη ζωή του. Διότι δεν περίμενε, δεν πίστευε ποτέ ότι ήτανε δυνατόν, χωρίς να έχει κάνει οτιδήποτε, να χάσει τη ζωή του. Ο Αλέξανδρος δεν έμαθε γιατί πέθανε. Ο Αλέξανδρος πέθανε με την απορία του τι έγινε. Για αυτό και τα τελευταία του λόγια ήταν όλο έκπληξη και απορία “ρε σεις, με χτυπήσανε”», είχε πει στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα ο πατριός του, Ανδρέας Κωνσταντίνου.
«Η μητέρα του Αλέξανδρου βρισκόταν στο κατάστημά της. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, είδε στο κινητό της ότι τηλεφωνάει ο Αλέξανδρος, και όλο χαρά του λέει “αγόρι μου, ελάτε, τελείωσα, να σας πάρω κ.λπ. κ.λπ."» και από την άλλη μεριά του ακουστικού βγαίνει μια φωνή γυναικεία, και της λέει “είστε η μητέρα του Αλέξανδρου;” Λέει, ναι. “Ε, ξέρετε ο Αλέξανδρος έχει τραυματιστεί σοβαρά και πρέπει να έρθετε στον Ευαγγελισμό”. Αμέσως τη ρώτησε “σας παρακαλώ πολύ πείτε μου, το παιδί μου ζει;”. Και η άλλη φωνή της είπε “δεν μπορώ να σας πω, αλλά μην έρθετε μόνη σας, ελάτε με μια φίλη σας”», μας είχε διηγηθεί.

Ζωή Κωνσταντοπούλου: Προσπάθησαν να το συγκαλύψουν

Όταν οι δύο δράστες, οι ειδικοί φρουροί Επαμεινώνδας Κορκονέας και Βασίλης Σαραλιώτης έφυγαν από τον τόπο του εγκλήματος, πληροφόρησαν το κέντρο της αστυνομίας ότι είχαν δεχθεί επίθεση. Δεν ανέφεραν τίποτα για τους πυροβολισμούς.
«Η άμεση και αντανακλαστική αντίδρασή τους ήταν να δημιουργήσουν ψευδείς εγγραφές στον ασύρματο για να δικαιολογήσουν εκ των υστέρων την πράξη τους, και το πρώτο που από την πρώτη στιγμή είχαν στο μυαλό τους, όπως πάλι οι ίδιοι ομολόγησαν, ήταν η ένορκη διοικητική εξέταση που θα ακολουθούσε. Διότι μέχρι εκεί έφτανε βέβαια η προσδοκία τους. Μέχρι μιαν ένορκη διοικητική εξέταση. Για μια δολοφονία», έλεγε στην εκπομπή η συνήγορος της οικογένειας Γρηγορόπουλου, Ζωή Κωνσταντοπούλου.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, όπως είχε γίνει γνωστό, ο Επαμεινώνδας Κορκονέας, λίγο μετά τη δολοφονία ενός 15χρονου παιδιού που διέπραξε είχε τηλεφωνήσει στη σύζυγό του λέγοντας της «Μαράκι φάτε, θα αργήσω λίγο γιατί κάτι έγινε στη δουλειά». «Το πίστευα. Δεν το είπα για να την καθησυχάσω, το πίστευα», είπε στο δικαστήριο που ακολούθησε.
«Μέχρι κι εκείνη την ώρα, από την πλευρά του τμήματος ανθρωποκτονιών της αστυνομίας, εφαρμόζεται και ακολουθείται το γνωστό σενάριο της συμπλοκής και του τυχαίου περιστατικού. Μέχρις αργά τη νύχτα επί ώρες περιφέρονται και δεν έχουν συλληφθεί. Ενώ είναι γνωστό ότι έχει γίνει χρήση πιστολιού κι έχει σκοτωθεί πολίτης, δεν καλούν για να δώσουν άμεσες εξηγήσεις, δε τους αφαιρούνται τα πιστόλια, δεν τους γίνεται αλκοτέστ και επίσης όταν τους γίνεται έλεγχος για ίχνη πυρίτιδας στα χέρια, έχουν πάει προηγουμένως εις την τουαλέτα», συμπλήρωνε ο επίσης συνήγορος της οικογένειας, Νίκος Κωνσταντόπουλος.
«Ένας αστυνομικός βρέθηκε στην κατάσταση να κάνει χρήση του πιστολιού του και από τυχαία εκπυρσοκρότηση, δολοφονήθηκε ένας πολίτης. Αυτό το σενάριο είναι που κατέρρευσε. Όλα αυτά, θα ήταν στο σκοτάδι εάν δεν υπήρχε το βίντεο της κυρίας Βαλιάντζα», σημείωνε.

Ένα ποτάμι οργής

Η δολοφονία ενός 15χρονου παιδιού στην καρδιά της Αθήνας ξεχείλισε την κοινωνική οργή που ξέσπασε σαν χείμαρος απ’ άκρη σε άκρη στην Ελλάδα. Με το σύνθημα «αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη» χιλιάδες νέοι ξεχύθηκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τη δολοφονία αλλά και για τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που καταπίεζαν και υπονόμευαν το μέλλον τους.
Παράπλευρη απώλεια τα σοβαρά επεισόδια που σημειώθηκαν σε όλη τη χώρα, δίνοντας τροφή για πολιτική εκμετάλλευση της κατάστασης και στοχοποίηση ολόκληρων πολιτικών χώρων και τα οποία έθεσαν στο τραπέζι ακόμη και το ενδεχόμενο κήρυξης στρατιωτικού νόμου…
Ακραίοι κύκλοι της τότε κυβέρνησης είχαν κάνει την πρόταση. Υπουργός Δημοσίας Τάξης τότε, ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος (ο οποίος φέρεται να έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο να μην υιοθετηθεί το μέτρο) είχε επιβεβαιώσει στον Στέλιο Κούλογλου ότι η πρόταση για κήρυξη στρατιωτικού νόμου είχε ακουστεί στο Μέγαρο Μαξίμου. «Εξετάστηκε το ενδεχόμενο. Αλλά και οι ίδιοι που το πρότειναν, κατέληξαν ότι αυτό δεν θα ήταν δυνατόν. Γιατί μπορούσε να έχει πολύ διαφορετικά αποτελέσματα. Και κυρίως, να κλονίσει την εικόνα ενός δημοκρατικού κράτους», είχε πει στον φακό του Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα.
Χρειάστηκε αρκετός καιρός για να σβήσουν οι φλόγες που άναψαν την 6η Δεκεμβρίου. Η εξέγερση του 2008 έγινε ορόσημο πολιτικής ζύμωσης μιας ολόκληρης γενιάς, που τότε σπούδαζε και σήμερα είναι στην πλειοψηφία της άνεργη, έχοντας να αντιμετωπίσει, πιο ώριμη πια, τις νέες προκλήσεις των ημερών της.
Το δικαστήριο έκρινε τον Επαμεινώνδα Κορκονέα ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση, με άμεσο δόλο και τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη. Ο Βασίλης Σαραλιώτης κρίθηκε ένοχος για απλή συνέργεια και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή.
Σήμερα, ο Επαμεινώνδας Κορκονέας κρατείται στις φυλακές Δομοκού και υποστηρίζει ότι έχει ψυχιατρικά προβλήματα. Ο Βασίλης Σαραλιώτης έναν χρόνο μετά την καταδίκη του αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους.

Πηγή: tvxs.gr

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ευρώπη 2017: Πού βαδίζουμε;


του Ετιέν Μπαλιμπάρ

Κύριο μέρος της ομιλίας του Ετιέν Μπαλιμπάρ κατά την παραλαβή του Βραβείου Πολιτικής Σκέψης Χάνα Άρεντ στη Βρέμη την 1η Δεκεμβρίου 2017

Χρειαζόμαστε πολλά περισσότερα από έναν συντονισμό σε επίπεδο ρυθμίσεων ή μια αποκλειστικά χρηματοοικονομική διακυβέρνηση. Χρειαζόμαστε πολιτική ενότητα και θεσμική εκπροσώπηση του γενικού συμφέροντος, το οποίο δεν σημαίνει ομοφωνία χωρίς αντιπαράθεση ή ποικιλομορφία. 
Στόχος πρέπει να είναι η επινόηση μιας νέου τύπου ομοσπονδίας που δεν θα καταργεί την εθνικότητα, και δεν θα συνιστά υποκατάστατο αυτής, αλλά θα μετασχηματίζει τη σημασία και τη λειτουργία της στο πλαίσιο μιας μοιρασμένης κυριαρχίας.
Περισσότερο και από έναν Ζαν Μονέ, έναν Σαρλ Ντε Γκολ ή ακόμα και έναν Βίλι Μπραντ, χρειαζόμαστε κατά τη γνώμη μου έναν Αλτιέρο Σπινέλι ή μία Ούρσουλα Χίρσμαν, αλλά επί δέκα ή εκατό, ικανούς να συντάξουν μαζί κάτι σαν ένα νέο Μανιφέστο του Βεντοτένε.
Σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου που με τιμάτε σήμερα με το Βραβείο Χάνα Άρεντ. Ποτέ, φυσικά, δεν περίμενα ότι θα κρινόμουν άξιος αυτού. Και ωστόσο, δεν μπορώ να συγκρατήσω ένα αίσθημα υπερηφάνειας βλέποντας το έργο μου να συνδέεται έτσι με το όνομα μιας γυναίκας, μιας φιλοσόφου, μιας διανοούμενης για την οποία νιώθω απέραντο θαυμασμό.
Εν προκειμένω, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ και πάλι σήμερα για ποιους λόγους, όταν ήμουν νέος, το δεύτερο μέρος του έργου της Χάνα Άρεντ “Οι απαρχές του Ολοκληρωτισμού” αφιερωμένο στον «Ιμπεριαλισμό», όπου περιλαμβάνεται η ανάλυση για την «Παρακμή του έθνους - κράτους και το τέλος των δικαιωμάτων του ανθρώπου» αφαιρέθηκε από τη γαλλική μετάφραση. Εντυπωσιάζομαι, παρ’ όλα αυτά, από την ισχύ που επιδεικνύει σήμερα αυτή η προβληματική, διαπερνώντας όλες τις παρεμβάσεις που αφορούν το ζήτημα των «χωρίς κράτος» και των «μη προσώπων»3, προσφύγων και μεταναστών, αντλώντας από αυτή επιχειρήματα για μια επέκταση της ιδιότητας του πολίτη πέρα από το έθνος-κράτος, σε μια προοπτική κοσμοπολιτική ή καλύτερα δια-εθνική.
Αρχικά, θα περιγράψω αυτό που προτείνω να ονομαστεί ως o ευρωπαϊκός διπλός δεσμός (double bind): το γεγονός ότι το πολιτικό οικοδόμημα της Ευρώπης είναι σήμερα συγχρόνως απαραίτητο προς όφελος των πληθυσμών της αλλά και του κόσμου και μη βιώσιμο με τις μορφές που έχει αποκτήσει. Στη συνέχεια, θα εξετάσω την πιθανότητα μιας επανίδρυσης της Ευρώπης, αίτημα το οποίο ακούγεται από πολλές πλευρές, αν και με αντιφατικό τρόπο και, κυρίως, στα δικά μου μάτια, με ανεπαρκή ριζοσπαστικότητα.
Μια πολιτική κοινότητα, σε οποιοδήποτε επίπεδο κι αν συγκροτείται, δεν μπορεί να αντέξει ούτε κατά κύριο λόγο να αναπτυχθεί εάν τα θεμέλια της νομιμότητας και της αποτελεσματικότητάς της δεν επανενεργοποιούνται διαρκώς. Η άποψη αυτή, που είχε διατυπωθεί άλλοτε με αφορμή τις πόλεις-κράτη ή τα έθνη - κράτη ισχύει επίσης και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η διερεύνηση, ωστόσο, της παρούσας κατάστασης οδηγεί σε μια καταφανή αντίφαση, για την οποία το μεγάλο ερώτημα αφορά το για πόσο καιρό θα εξακολουθήσει να παραμένει βιώσιμη. Από τη μία πλευρά, είναι σαφές ότι «εμείς», οι Ευρωπαίοι πολίτες (το οποίο σημαίνει όσοι κατέχουν την εθνικότηταόλων των κρατών - μελών της Ε.Ε., όπου θα προσέθετα το σύνολο των κατοίκων στην ευρωπαϊκή «επικράτεια»), χρειαζόμαστε μακροπρόθεσματο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, είτε με τη σημερινή είτε με τροποποιημένη μορφή.
Από εκεί πηγάζει και μια πρώτη σειρά λόγων για τους οποίους το μέλλον μας τίθεται σε πλαίσιο αναπόφευκτα ευρωπαϊκό: λόγοι γεωπολιτικοί, αλλά επίσης σχετικοί με την κοσμοοικονομία και την παγκόσμια οικολογία. Στο διάστημα που μεσολάβησε από την αρχή της νεωτερικής εποχής μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, η Ευρώπη επέβαλε σε ολόκληρο τον κόσμο μια κυριαρχία από την οποία άντλησε τα πλούτη της και τις δυνατότητες πολιτισμού της. Αλλά σήμερα έχει «επαρχιοποιηθεί» ή, ακριβέστερα, εγγράφεται σε μια ημι-περιφέρεια της παγκόσμιας ιστορίας και οικονομίας. Έχοντας βρεθεί στο περιθώριο «του μεγάλου παιχνιδιού» της ηγεμονίας που παίζεται πλέον ανάμεσα στην Αμερική και την Ασία, παραμένει εκτός των ζωνών υπερεκμετάλλευσης και θανάτου στον Νότο και στα Ανατολικά της Μεσογείου, όπου εντούτοις εμπλέκεται με τις επενδύσεις της, τις ένοπλες επεμβάσεις της, τις συνοριακές επιχειρήσεις της και τις ανταλλαγές πληθυσμών. Αν δεν θέλουμε οι νέες ηγεμονικές συγκρούσεις να χρησιμοποιούν την εργασία και τις ζωές μας σαν απλή εφεδρεία, αν θέλουμε η Ευρώπη να έχει βαρύνουσα σημασία στον ορισμό των κανόνων του διεθνούς δικαίου και στη θέσπιση συστημάτων προστασίας ελλείψει των οποίων το περιβάλλον θα καταστραφεί και η ζωή στη Γη σταδιακά θα σβήσει, αν τελικά επιθυμούμε να επιβάλουμε τις εμπορικές και τραπεζικές ρυθμίσεις που θα επιτρέψουν τη διασφάλιση και την προσαρμογή του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου», χρειαζόμαστε πολλά περισσότερα από έναν συντονισμό σε επίπεδο ρυθμίσεων ή μια αποκλειστικά χρηματοοικονομική διακυβέρνηση όπως υφίστανται σήμερα. Χρειαζόμαστε πολιτική ενότητα και θεσμική εκπροσώπηση του γενικού συμφέροντος, το οποίο δεν σημαίνει ομοφωνία χωρίς αντιπαράθεση ή ποικιλομορφία.
Αυτό έγκειται κατ’ αρχάς στο γεγονός ότι τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης των ετών 2007 έως 2010 προκάλεσαν δραματική αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ των εδαφικών επικρατειών και των κοινωνικών τάξεων, από τη μια άκρη της ηπείρου ώς την άλλη, τόσο σε εισοδηματικούς όρους όσο και σε ασφάλεια εργασίας, καθώς και σε υπερχρέωση ατόμων και συλλογικοτήτων, όπως το επισημαίνει σωστά ο Βόλφγκανγκ Στρέεκ (ο οποίος, δυστυχώς, αποκομίζει μη ρεαλιστικές και συντηρητικές πολιτικές συνέπειες).
Η οικονομική κρίση μετασχηματίστηκε στη συνέχεια σε κρίση πολιτική, ακόμη και σε κρίση του πολιτικού θεσμού στην Ευρώπη. Αυτό διαφαίνεται από την τάση για θέσπιση ολοένα και πιο τεχνοκρατικών και αυταρχικών διαδικασιών διακυβέρνησης, στις οποίες η εκπροσώπηση των πολιτών δεν μετράει πλέον πραγματικά, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή στη Γαλλία, και των οποίων η συνέχεια κατά συνέπεια αναστέλλεται στην εξαιρετικά εύθραυστη βάση της νομιμότητας των αποτελεσμάτων (output legitimacy). Το αντιπροσωπευτικό σύστημα πνέει τα λοίσθια και τα κράτη γίνονται μη κυβερνήσιμα, όπως βλέπουμε στην Αγγλία ή, με δραματικό τρόπο αυτές τις ημέρες, στην Ισπανία. Το ότι αυτή η μη κυβερνησιμότητα αγγίζει επίσης τη Γερμανία, τη χώρα που μέχρι πρόσφατα ακόμα εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως μοντέλο αποτελεσματικότητας και νομιμότητας, προς μίμηση παντού, αποτελεί ένα συμβολικό γεγονός ιδιαίτερα εντυπωσιακό και την ίδια στιγμή μια άμεση απειλή για τη σταθερότητα της Ε.Ε.
Η μη κυβερνησιμότητα είναι η αντίθετη πλευρά του αυταρχικού απο-εκδημοκρατισμού (dé-démocratisation), αλλά παράγει ίδια σε αυτήν αποτελέσματα. Καταλήγει, λοιπόν, όχι μόνο σε αυτό που αποκαλείται συγκεχυμένα «λαϊκισμός», αλλά στην ξενοφοβική βία και σε μια αυθεντική αναγέννηση του φασισμού, ή μάλλον (γιατί πρέπει να αποφεύγουμε μηχανιστικές μεταφορές από τη μία κατάσταση στην άλλη) στη συγκρότηση ενός νεοφασισμού στην Ευρώπη, με αποσπάσματα περισσότερο ή λιγότερο ισχυρά και επιθετικά σε κάθε χώρα.
Επιμένω σ’ αυτό τον όρο αφενός επειδή διακρίνω έναν μεγάλο κίνδυνο για τις κοινωνίες μας της σχετικής ανεκτικότητας και ελευθερία, και αφετέρου διότι και μόνο η ιδέα του εθνικισμού γεννά την ψευδαίσθηση ενός πισωγυρίσματος προς μια πολλαπλότητα συλλογικών παθών και συμφερόντων που προηγείται της ενότητας. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπάρχει κανένα πισωγύρισμα: υπάρχει μια φυγή μπροστά, προς μια παθολογία της ευρωπαϊκής ενότητας στην οποία κυρίως επιζητείται η υπέρβαση των εχθρικών ταυτοτικών αισθημάτων των μεν προς τους δε μέσω της κατασκευής ενός «δημόσιου εχθρού», που θα ήταν κοινός για το σύνολο των ευρωπαϊκών λαών, συντήκοντας όλες τις εθνοτικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές που απορρέουν από το τέλος της αποικιοκρατίας και τη μετανάστευση (στις οποίες προστίθεται σήμερα το «πρόβλημα των προσφύγων», παρά τα αξιοθαύμαστα παραδείγματα αλληλεγγύης που δίνουν ή έδωσαν κάποιες χώρες, κάποιες πόλεις, κάποιες ακτιβιστικές οργανώσεις).
Γι’ αυτό λέω ότι η Ευρώπη είναι παγιδευμένη σε έναν διπλό δεσμό(double bind). Η οιονεί ομοσπονδιακή δομή μέσω της οποίας εκφράζεται η κοινότητα συμφερόντων και νομικών κανόνων των πληθυσμών της είναι πρακτικά αμετάκλητη: το έχουμε δει ήδη στην αδυναμία να εκτοπιστεί η Ελλάδα από την Ευρωζώνη, όπως το βλέπουμε και σήμερα στην αδυναμία του Ηνωμένου Βασιλείου να βγει από την Ένωση χωρίς απώλειες. Όμως η σύζευξη των αυξανόμενων ανισοτήτων που κάνουν τις κοινωνίες να εκρήγνυνται, της μη κυβερνησιμότητας, που δεν καταφέρνει πλέον να κρυφτεί πίσω από την «εναλλαγή» ή τον «μεγάλο συνασπισμό» των κεντρώων κομμάτων, του τεχνοκρατικού αυταρχισμού, που γεννά ένα όλο και πιο ανυπέρβλητο χάσμα μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνώμενων, και των εθνικισμών που συναντιούνται στη δυνητική βία εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, όλα αυτά εκβάλλουν στην υπαρξιακή κρίση της πολιτικής μορφής στην Ευρώπη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποπροσανατολισμένη, περιμένει την επόμενη χρηματοοικονομική κρίση για να μάθει αν θα επαληθευτούν όσοι προβλέπουν πως θα έχει την ίδια τύχη με τη Σοβιετική Ένωση - το άλλο μεγάλο σχέδιο υπέρβασης των ορίων του έθνους - κράτους στην Ιστορία της ηπείρου.
Γι’ αυτό λοιπόν, το δίχως άλλο, γίνεται τόσος λόγος σήμερα, εντός της πολιτικής τάξης και των ειδικών, για την ανάγκη μιας «επανίδρυσης».
Το πιο συνεκτικό σχέδιο το καταθέτει σήμερα ο Γάλλος Πρόεδρος, αφού είχε πρώτα κατατεθεί από τους Γερμανούς συντηρητικούς (με το μνημόνιο μεταξύ Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και Καρλ Λάμερς το 1994): συνίσταται στην «ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυρήνα» (Kerneuropa) γύρω από τις χώρες της Ευρωζώνης που θα δέχονταν να θέσουν ένα μεγαλύτερο τμήμα των πόρων τους στο κοινό ταμείο ενός ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, δηλαδή ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, υποκείμενου σε μια ενισχυμένη πειθαρχία σχετικά με το δημόσιο χρέος, αλλά προς χρήση «αντικυκλικών» πολιτικών μακράς πνοής, επεξεργασμένων, αν όχι και σχεδιασμένων, από κοινού. Συνοδεύεται λοιπόν από την επισημοποίηση μιας «μεταβλητής γεωμετρίας» του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Και καθώς ένα τέτοιο σχέδιο, είναι φανερό, επανέρχεται για να καθιερώσει την οιονεί κυριαρχία των χρηματοοικονομικών θεσμών, πρέπει -τουλάχιστον στις φιλελεύθερες ή σοσιαλδημοκρατικές παραλλαγές του- να του παράσχουμε τις δημοκρατικές διορθώσεις που θα μπορούσαν να του προσδώσουν ένα πλεόνασμα νομιμότητας. Αυτό που οι υποστηρικτές της εν λόγω πρότασης σε γενικές γραμμές φαντάζονται με τη μορφή μιας ειδικής κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, που θα ερχόταν να προστεθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή θα ήταν η έκφραση των εθνικών κοινοβουλίων. Αντιλαμβάνομαι προφανώς το επιχείρημα περί ορθολογικότητας που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε υπέρ ενός τέτοιου σχεδίου: κατάγεται από την ιδέα ότι η οικονομική διακυβέρνηση, σύμφωνα με μια τάση παρούσα από το μεταπολεμικό οικοδόμημα ήδη, είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται όλη η «διακυβέρνηση» της Ευρώπης, από την οποία απορρέουν οι κοινωνικές και θεσμικές συνέπειες της ένταξης. Κατά συνέπεια, είναι επίσης και ένας τρόπος να αναγνωρίσουμε ότι, στην εποχή της χρηματοοικονομικής παγκοσμιοποίησης, η οικονομία και η πολιτική δεν συνιστούν πλέον δύο διαχωρισμένες «σφαίρες», έτσι ώστε μια πρόοδος προς την ομοσπονδιακότητα που δεν θα θεμελιωνόταν πάνω στην ενοποίηση των οικονομικών πολιτικών (και της νομισματικής τους βάσης), δεν θα είχε καμία πιθανότητα υλοποίησης. Ισχύει, αλλά δεν είναι κατά κανέναν τρόπο επαρκές για να εξασφαλιστεί η αμοιβαία λειτουργία, δηλαδή ο πολιτικός έλεγχος της οικονομικής διακυβέρνησης σε μορφές αρκούντως δημοκρατικές, ώστε να εγκαθιδρύσουν τη νομιμότητα του «κυρίαρχου». Στην πραγματικότητα, αυτό το σχέδιο εμπεριέχει δύο μείζονα μειονεκτήματα: το πρώτο είναι ότι διατηρεί την εκπροσώπηση των πολιτών σε μια συμβουλευτική λειτουργία, όπου η λογική των «επιβεβλημένων» από τη συγκυρία και «επικυρωμένων» από το εκτελεστικό διευθυντήριο αποφάσεων δεν μπορεί στ’ αλήθεια να συζητηθεί ή να αμφισβητηθεί· το δεύτερο είναι ότι εγκαθίσταται ένα νέο χάσμα μεταξύ βαθμίδων ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά συνέπεια σπέρνει στο σύνολο της Ένωσης τα ζιζάνια της μνησικακίας και της ενίσχυσης των εθνικισμών. Δεν πρόκειται για επανίδρυση, αλλά για μια αύξηση των ήδη υπαρχουσών τάσεων προς τη συγκέντρωση των εξουσιών και την ηγεμονία κάποιων κρατών πάνω στα άλλα.
Εντέλει, αν η ιδέα της επανίδρυσης βρίσκεται πράγματι στην ημερήσια διάταξη, πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με πιο ριζοσπαστικό τρόπο. Πρέπει να αναρωτηθούμε ποιες θα ήταν οι πολιτικές προϋποθέσεις μιας ιστορικής επανίδρυσης. Σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε τουλάχιστον πέντε, ποιοτικά διαφορετικές.
Η πρώτη αφορά το υλικό συμφέρον των ευρωπαϊκών λαών, ή της μεγάλης πλειονότητάς τους, να συστήσουν στον σημερινό κόσμο ένα ενεργητικό σύνολο απέναντι στις τάσεις και τις συγκρούσεις για την εξουσία της παγκοσμιοποίησης, έτσι ώστε να μετασχηματίσουν τους συσχετισμούς δύναμης προς όφελος των πολιτών. Ανέφερα και παραπάνω ότι μου φαίνεται πως αυτό το συμφέρον συμπίπτει με αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ενίσχυση μιας Ευρώπης της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης», ιδίως στο πεδίο των χρηματοοικονομικών ρυθμίσεων και της περιβαλλοντικής προστασίας. Σ’ αυτά, μια τραγική επικαιρότητα επιβάλλει να προσθέσουμε επειγόντως μια ανανεωμένη δυνατότητα διαμεσολάβησης στους πολυάριθμους κοντινούς και μακρινούς, κηρυγμένους και ακήρυχτους πολέμους, αναζωογονώντας το Διεθνές Δίκαιο.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ένας θεσμικός στόχος που θα αποτελούσε ως τέτοιος μια ιστορική καινοτομία. Σκέφτομαι πως αυτός ο στόχος θα χρησίμευε για να βγούμε επιτέλους από την κατάσταση της ψευδο-ομοσπονδίας που υπάρχει σήμερα με τη μορφή μιας στενής αλληλεξάρτησης μεταξύ των οικονομιών, των εδαφικών επικρατειών και των πολιτισμών, αλλά την αρνείται συστηματικά ο επίσημος λόγος. Στόχος πρέπει να είναι η επινόηση μιας νέου τύπου ομοσπονδίας που δεν θα καταργεί την εθνικότητα και δεν θα συνιστά υποκατάστατο αυτής, αλλά θα μετασχηματίζει τη σημασία και τη λειτουργία της στο πλαίσιο μιας μοιρασμένης κυριαρχίας.
Η τρίτη προϋπόθεση είναι ένα πολιτικό ιδανικό, προς το οποίο ο στόχος της ομοσπονδίας μπορεί να προσανατολιστεί και με το οποίο η επιτυχία της πραγματοποίησής της μπορεί να μετρηθεί. Το ιδανικό αυτό δεν θα μπορούσε να αρκεστεί στην τυπική διατήρηση της δημοκρατίας επιχειρώντας να αντισταθεί κατά το δυνατόν σε «μεταδημοκρατικές» μορφές, που φαίνεται να επιφέρουν αναπόφευκτα τη συγκέντρωση των οικονομικών, πληροφοριακών, στρατιωτικών δυνάμεων σε παγκόσμια κλίμακα. Πρέπει να αποσκοπεί στη διεύρυνση της δημοκρατίας ξεκινώντας από το επίπεδο που είχαν αγγίξει τα έθνη - κράτη στις στιγμές της μεγιστοποίησης της ενεργής ιδιότητας του πολίτη. Με άλλα λόγια, δεν θα υπάρξει ευρωπαϊκή ομοσπονδία αν η ανάδυση εκτελεστικών, διοικητικών, δικαστικών, αντιπροσωπευτικών εξουσιών, πέρα από την εθνική κυριαρχία, δεν συνοδεύεται από μια αναγέννηση τοπικών, καθημερινών, μορφών άμεσης συμμετοχής (που μερικοί σήμερα αποκαλούν μορφές συνέλευσης).
Η τέταρτη, λοιπόν, είναι μια ενεργός ζήτηση (demande effective) επανίδρυσης, από την οποία μπορεί να φαίνεται πως είμαστε πολύ μακριά αυτή την περίοδο εθνικιστικής αντίδρασης και αποσύνθεσης, αλλά δεν έχουμε και λόγους να την κηρύξουμε a priori αδύνατη. Λέω ενεργός γιατί δεν μπορεί να αφορά μόνο φιλοευρωπαϊκά συναισθήματα ή την εκχώρηση εξουσίας στις κυβερνήσεις που δεσμεύονται υπέρ μιας επανίδρυσης της Ευρώπης, αλλά χρειάζονται συλλογικά κινήματα, που θα εμπλέκουν πραγματικούς πολίτες με τις ετερογενείς κληρονομιές τους και τις ανθρωπολογικές τους διαφορές, διαθέσιμους να συναντηθούν πέρα από σύνορα: είτε για να διαδηλώσουν μαζί (για παράδειγμα, ενάντια στην αδικία ή τη φοροδιαφυγή), είτε για να ξεκινήσουν επαναστάσεις οικολογικές, κοινωνικές, πολιτιστικές που έχουν γίνει αναπόφευκτες (για παράδειγμα ένας μετασχηματισμός των αυτοκαταστροφικών τρόπων παραγωγής και κατανάλωσης).
Τέλος, η πέμπτη προϋπόθεση, που συνέχει όλες τις προηγούμενες, είναι ο προσδιορισμός των πολιτικών προβλημάτων προς επίλυση, ώστε να γίνει η ευρωπαϊκή επανίδρυση όχι μόνο επιθυμητή, αλλά εφικτή, υπερβαίνοντας τις συνέπειες της σημερινής της κρίσης. Αντίθετα με αυτό που πίστευε ο Μαρξ, η ανθρωπότητα δεν θέτει στον εαυτό της μόνο τα προβλήματα που μπορεί να λύσει· θα λύσει μόνο τα προβλήματα που θα έχει πραγματικά θέσει... Το ζήτημα λοιπόν είναι να ορίσουμε τις «μάχες» που θα δώσουν οι πολίτες ή ακόμα, με λιγότερο πολεμική διατύπωση, τις «καμπάνιες» στις οποίες πρέπει να στρατευτούν, ώστε τα εμπόδια στα οποία προσκρούει σήμερα το ευρωπαϊκό εγχείρημα να γίνουν ισάριθμα πεδία κινητοποίησης, επικοινωνίας και πρωτοβουλίας.
Μιλάμε πρώτα για την εξάλειψη όλων των ανισοτήτων (επαγγέλματος, γενιάς, εδαφικής επικράτειας, εκπαίδευσης, υγείας, ασφάλειας, φύλου, φυλής...), που οξύνονται από τον θρίαμβο της αρχής του «ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού» επί των αξιών της αλληλεγγύης, καταστρέφοντας ακόμα και την πιθανότητα μιας πολιτικής κοινότητας σε οποιοδήποτε επίπεδο. Μιλάμε επίσης για αυτό που θα αποκαλούσα, κατά τον Καντ και τον Ντεριντά, η πρόκληση της φιλοξενίας: δηλαδή μια διαχείριση των τωρινών και μελλοντικών πληθυσμιακών μετακινήσεων, όπου θα έχουν τη θέση που τους αναλογεί η ανθρώπινη αδελφοσύνη και η συνεργασία με τα κράτη του «Νότου» (αντί για τις ανέντιμες συναλλαγές και τον στρατιωτικό επεμβατισμό...).
Καλπάζουσες ανισότητες, δυστυχισμένες ταυτότητες, ξεριζωμένοι πληθυσμοί: ζητήματα με τα οποία πρέπει να αναμετρηθούμε για να προχωρήσουμε συλλογικά στον 21ο αιώνα και να κάνουμε έτσι την Ευρώπη έναν ιστορικό δρώντα, που θα συνενώνει πολλαπλές δυνατότητες δράσης των πολιτών.
Σε ένα διάσημο απόσπασμα από τις Διατριβές επί της πρώτης δεκάδας του Τίτου Λίβιου (ΙΙΙ, 1), ο Μακιαβέλι εξηγεί ότι η διάρκεια μιας «Δημοκρατίας» εξαρτάται από την ικανότητά της να επανορθώνει τα αποτελέσματα της φθοράς στην οποία εκτέθηκε από την αδυναμία των επικεφαλής της ή των πολιτών της, επιστρέφοντας στις καταβολές, δηλαδή επανακάμπτοντας στις αρχές με τις οποίες είχε ιδρυθεί. Η εφαρμογή στην επανίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να μοιάζει αυτονόητη. Στην πραγματικότητα, η δυσκολία είναι διπλή. Από τη μία, οι αρχές πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η σημερινή Ένωση δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο μιας μονοσήμαντης ερμηνείας, θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι δεν έπαψαν ποτέ να είναι διακύβευμα μιας «πάλης μεταξύ διαφορετικών δρόμων», που άλλαξε περιεχόμενο στη διάρκεια του χρόνου. Πράγμα που σημαίνει ότι με έναν τρόπο έχουν ήδη συντελεστεί πολλές επανιδρύσεις, ακόμη και αν η σημασία τους αποσιωπήθηκε, όπως συνέβη μετά την «Πτώση του Τείχους», όταν υιοθετήθηκε το κοινό νόμισμα και εγκαταλείφθηκαν τα σχέδια για την κοινωνική Ευρώπη, όταν υποκαταστάθηκε το ακυρωμένο σύνταγμα (στην Ευρώπη τα λαϊκά δημοψηφίσματα σπανίως έχουν τις προβλεπόμενες συνέπειες...) από κρατικά επικυρωμένες Συνθήκες (του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ, της Νίκαιας, της Λισσαβώνας) ή ακόμη όταν επιβλήθηκαν οι πολιτικές λιτότητας σε υπερχρεωμένες χώρες των οποίων η επικείμενη πτώχευση απειλούσε το τραπεζικό σύστημα. Με την οπτική που υπερασπίστηκα εδώ, αυτές οι σιωπηρές επανιδρύσεις ήταν περισσότερο μορφές φθοράς αν κρίνουμε από τις μακροπρόθεσμες συνέπειές τους.
Εξ ου και η άλλη δυσκολία: πώς να δικαιολογήσουμε μια επανίδρυση που εκτρέπει κάποιες κατευθύνσεις που έχουν επικυρωθεί στα κείμενα των συνθηκών; Πώς να ανατρέψουμε την κυριαρχία μιας ιδεολογίας και μιας κυβερνητικής πρακτικής που αντιστοιχεί στην επικράτηση ορισμένων συμφερόντων επί άλλων, ενώ επικαλούμαστε τη συνέχεια ενός παλαιού ιστορικού εγχειρήματος, ακόμα ανολοκλήρωτου; Με μια εργασία ερμηνείας προφανώς, άρα μια δημιουργική επανεξέταση των αφηγήσεων της ίδρυσης της Ευρώπης, που θα έπρεπε να περικλείει ειδικά μια προσεκτική διάκριση ανάμεσα σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική προϊστορία της ευρωπαϊκής ιδέας (τις λίγο-πολύ μυθικές μνήμες της χριστιανοσύνης, τα «σχέδια της αιώνιας ειρήνης», τις κοσμοπολιτικές ουτοπίες), σε ό,τι αφορά τις πολιτικές καταβολές του σύγχρονου φεντεραλιστικού κινήματος (στην αντιφασιστική αντίσταση) και σε ό,τι αφορά τις απαρχές της μεταφοράς κυριαρχίας (στις συνθήκες του Ψυχρού Πολέμου).
Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να διαλέξουμε αυτό που θα προσανατολίσει τη δική μας προσπάθεια επανίδρυσης. Περισσότερο και από έναν Ζαν Μονέ, έναν Σαρλ Ντε Γκολ ή ακόμα και έναν Βίλι Μπραντ, χρειαζόμαστε κατά τη γνώμη μου έναν Αλτιέρο Σπινέλι ή μία Ούρσουλα Χίρσμαν4, αλλά επί δέκα ή εκατό, ικανούς να συντάξουν μαζί κάτι σαν ένα νέο Μανιφέστο του Βεντοτένε5. Κι έχουμε την ανάγκη να αντιπαραβάλουμε την εν λόγω έμπνευση με αυτό που ο κόσμος σήμερα περιμένει από την Ευρώπη.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Τίτλος στα γαλλικά «Europe 2017: Où allons-nous?» και στα γερμανικά «Wozu Noch Europa?».

Ο Του Ετιέν Μπαλιμπάρ είναι ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο της Ναντέρ (Παρίσι), καθηγητής (Anniversary Chair) στο Πανεπιστήμιο Kingston (Λονδίνο), Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια (Νέα Υόρκη).

3 ΣτΜ: «Non-personnes» στα γαλλικά, που δεν αναγνωρίζονται δηλαδή ως φυσικά πρόσωπα, φορείς δικαιωμάτων ενώπιον του νόμου και καταδικάζονται έτσι σε μια μορφή «ανυπαρξίας».
4 ΣτΜ: Γερμανίδα αντιφασίστρια, μέλος της ιταλικής αντίστασης, αδερφή του νομπελίστα οικονομολόγου Άλμπερτ Χίρσμαν. Ο Αλτιέρο Σπινέλι και η Ούρσουλα Χίρσμαν ήταν σύζυγοι.
5 ΣτΜ: Το μανιφέστο «Για μια ελεύθερη και ενωμένη Ευρώπη» που συνέγραψαν το 1941 ο Αλτιέρο Σπινέλι με τον Ερνέστο Ρόσι, όταν ήταν έγκλειστοι από το μουσολινικό καθεστώς στη Νήσο Βεντοτένε. Το μανιφέστο κυκλοφόρησε στους κόλπους της ιταλικής αντιφασιστικής αντίστασης από την Ούρσουλα Χίρσμαν.

Πηγή: Αυγή