Η «Ρώσικη Κιβωτός» έχει θεωρηθεί από αρκετούς κριτικούς κινηματογράφου, ως το πρώτο αυθεντικό αριστούργημα του 21ου αιώνα. Για την παραγωγή της χρειάστηκαν 867 ηθοποιοί, πάνω από 1000 κομπάρσοι, 150 τεχνικοί στο κινηματογραφικό συνεργείο και τρεις συμφωνικές ορχήστρες. Επίσης για τα γυρίσματα χρησιμοποιήθηκαν αναρίθμητα κοστούμια και περούκες εποχής. Όμως ο μεγάλος πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το μουσείο του Ερμιτάζ, στην καρδιά της Αγίας Πετρούπολης.
Ξεναγοί της ιστορίας είναι η φωνή ενός αφηγητή (του ίδιου του σκηνοθέτη Αλεξάντερ Σοκούροφ) κι ενός κυνικού Γάλλου διπλωμάτη (προσωπικά θεωρώ πως είναι ο Αυστριακός διπλωμάτης Κλέμενς φον Μέττερνιχ), οι οποίοι συναντιούνται κατά έναν παράδοξο τρόπο εντός του μουσείου, κάπου στα μισά του 18ου αιώνα. Μέσα από τις συζητήσεις τους, καταφέρνουν να παρασύρουν τους θεατές σε ένα μαγικό ταξίδι τόσο στην ιστορία του ρωσικού λαού όσο και στον κόσμο της τέχνης.
Κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής τους στις αίθουσες του μουσείου, πραγματοποιείται μια αναβίωση των 300 χρόνων της ρωσικής ιστορίας, από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου και της Μεγάλης Αικατερίνης μέχρι την πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ, ξεδιπλώνοντας τις ίντριγκες και τις συγκρούσεις που διαδραματίστηκαν εντός του Χειμερινού Ανακτόρου. Η παρουσίαση κι ανάλυση των ιστορικών γεγονότων, γίνονται αφορμή για ειρωνικά και κυνικά σχόλια, κυρίως από τον σκηνοθέτη, για τις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις που υφίστανται σήμερα τόσο στη Ρωσία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όσο και την ασαφή θέση των δυτικών χωρών στις γρήγορους ρυθμούς της σύγχρονης ιστορίας.
Ωστόσο, η ταινία καταφέρνει να παρουσιάσει τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα του μουσείου αλλά και τα υπέροχα και σπουδαία έργα τέχνης της συλλογής του, χωρίς να χρησιμοποιεί κάποια ντοκιμαντερίστικη περιγραφή, δημιουργώντας μ' αυτήν την επιτυχία ένα νέο κινηματογραφικό είδος. Επίσης, η "Ρώσικη Κιβωτός" εντυπωσιάζει για το τεράστιο και πολυσύνθετο μονοπλάνο της, μέσα στο οποίο παντρεύει τον κινηματογράφο με τις υπόλοιπες τέχνες και τη ρώσικη ιστορία με το χώρο του θεάτρου. Μπροστά από τον φακό περνάει μια πλούσια γκάμα εποχών, ανθρώπων, έργων τέχνης, γεγονότων, καλλιτεχνικών τάσεων, ντυσιμάτων, διασκεδάσεων κι ιντρίγκων. Κατά κάποιον τρόπο περνάει η ίδια η ζωή, η οποία με ένα ξαφνικό παλαμάκι πετάει σαν πουλάκι στους κομψούς διαδρόμους του μουσείου και χάνεται. Ένα ακόμη στοιχείο που κάνει τη συγκεκριμένη ταινία εντυπωσιακή είναι το μεγάλο πλήθος των ηθοποιών και των κομπάρσων κι η κίνησή τους μέσα στους χώρους του μουσείου.
Ο σκηνοθέτης Αλεξάντερ Σοκούροφ, του οποίου η παρουσία εκδηλώνεται με την κίνηση της κάμερας στο χώρο, προσπαθεί να εξηγήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται, εισχωρώντας στο μουσείο μαζί με άλλους ανθρώπους. Παρατηρώντας τα κοστούμια γύρω του, αναρωτιέται αν βρίσκεται στον 18ο αιώνα. Παράλληλα, ο φωτισμός που χρησιμοποιεί, δημιουργεί ένα οπτικό παιχνίδισμα, κάνοντας τους θεατές να αισθανθούν πως βρίσκονται μέσα σε κάποιο όνειρο. Η κίνηση της κάμερας, η οποία υποδηλώνει την μετακίνηση του σκηνοθέτη μέσα στο πλήθος, δημιουργεί ένα αίσθημα αποπροσανατολισμού, αντίστοιχο μ’ αυτό που βιώνει κάποιος άνθρωπος, όταν βυθίζεται σε ένα βαρύ ύπνο. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης αναρωτιέται αν γίνεται αντιληπτός από τους γύρω του ή είναι αόρατος, δημιουργώντας στους θεατές ένα αίσθημα ηδονοβλεψίας προς έναν άγνωστο κόσμο που αρχίζει να αποκαλύπτεται μέσα από τις σκοτεινές περιπλανήσεις στις αίθουσες του μουσείου.
Μέσα σ' αυτή τη σκοτεινή περιδίνηση, ο σκηνοθέτης συναντιέται με έναν μυστηριώδη Ευρωπαίο διπλωμάτη, ο οποίος γίνεται συνοδοιπόρος του στο όνειρο. Ο Ευρωπαίος διπλωμάτης δείχνει το ίδιο χαμένος με τον σκηνοθέτη κι απορεί που μιλάει τόσο καλά τη ρωσική γλώσσα.
Η πρώτη ορχήστρα που συναντούν τα δύο πρόσωπα, σηματοδοτεί τις περιπλανήσεις τους στις αίθουσες του μουσείου Ερμιτάζ. Ο σκηνοθέτης αναγνωρίζει την Μεγάλη Αικατερίνη, επιβεβαιώνοντάς τον ότι βρίσκεται στον 18ο αιώνα. Οι δυο πρωταγωνιστές συνεχίζουν να περιφέρονται στις αίθουσες του μουσείου, σχολιάζοντας τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο του και συγκρίνοντας τον με τις αντίστοιχες αίθουσες του Βατικανού. Στις συζητήσεις τους γίνεται ένας συσχετισμός των τοιχογραφιών του μουσείου Ερμιτάζ με την τεχνοτροπία στους πίνακες του Ραφαήλ. Ο Ευρωπαίος διπλωμάτης γίνεται εριστικός απέναντι στις καλλιτεχνικές ανησυχίες των Ρώσων, οι οποίοι προτιμούν να αντιγράφουν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους δημιουργούς χωρίς να επενδύουν στις δικές τους δημιουργικές δυνατότητες.
Συγκινητική είναι η στιγμή, στην οποία οι δυο πρωταγωνιστές συναντούν μια εργαζόμενη του μουσείου, η οποία παρόλο που είναι τυφλή, έχει αρκετές γνώσεις σχετικά με τα εκθέματα του μουσείου. Η τυφλή ξεναγός, της οποίας η παρουσία αποκτά μια συμβολική αξία, ξεναγεί τα δυο πρόσωπα στη αίθουσα των Φλαμανδών ζωγράφων, όπου αναλύει κάποιους από τους πίνακες, όπως «Η Παρθένος με τις πέρδικες» του Άντονι Βαν Ντάικ, ο οποίος αποκτήθηκε από την Αικατερίνη Β’, «Η Γιορτή στο Σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου» του Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς κι οι «Απόστολο και Παύλο» του Ελ Γκρεκο. Στη συγκεκριμένη σκηνή προηγείται κι η στιγμιαία εμφάνιση του Ρώσου ποιητή Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν.
Ωστόσο, ο σκηνοθέτης Αλεξάντερ Σοκούροφ, με μια έντονα φορτισμένη σκηνή, κάνει μνεία στην Πολιορκία του Λένινγκραντ ή αλλιώς την «Πολιορκία των 900 ημερών», που πραγματοποιήθηκε από τις 8 Σεπτέμβριου του 1941 μέχρι τις 27 Ιανουαρίου του 1944, κι αποτέλεσε κομβικό ιστορικό γεγονός του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου ή αλλιώς Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αφήνοντας πίσω της πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς από τη μεριά της Ρωσίας (και πεντακόσιες χιλιάδες νεκρούς από τη μεριά του Άξονα). Το γεγονός αυτό ξεδιπλώνεται σε μια παγωμένη αίθουσα με άδεια κάδρα, θέλοντας ο σκηνοθέτης μ’ αυτόν τον τρόπο να δηλώσει την απομάκρυνση των έργων τέχνης από το μουσείο κατά την περίοδο του πολέμου, ενώ η ύπαρξη των νεκρών δηλώνεται με την παρουσία ενός Ρώσου στρατιώτη (το κοστούμι κι η ψυχική του διαταραχή λόγω της χρόνιας πολιορκίας παίζουν σημαντικό ρόλο στη δήλωση του ιστορικού γεγονότος), ο οποίος κατασκευάζει το δικό του φέρετρο.
Ο δημιουργός δε παραλείπει να αφιερώσει ένα πλάνο και στους διευθυντές του μουσείου Ερμιτάζ, που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους. Τα ονόματα που ακούγονται κι οι ενδύσεις βοηθούν τους θεατές να αναγνωρίσουν τα ιστορικά πρόσωπα που υποδύονται οι ηθοποιοί, με εξαίρεση τον Mikhail Piotrovsky που υποδύεται τον εαυτό του. Τα πρόσωπα τα οποία παρουσιάζονται στη συγκεκριμένη σκηνή είναι οι Iosif Orbeli που διετέλεσε διευθυντής του μουσείου από το 1934 μέχρι το 1951, ο Mikhail Artamonov που υπηρέτησε στην ίδια θέση από το 1951 μέχρι το 1964, ο Boris Piotrovsky που συνέχισε στον ίδιο θώκο από το 1964 μέχρι το 1990 κι ο γιος του Mikhail Piotrovsky που εξακολουθεί να είναι διευθυντής του μουσείου μέχρι σήμερα.
Η κορύφωση της ταινίας έρχεται με την πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ. Το φοβισμένο «αντίο» που ακούγεται από τον τσάρο Νικόλαο, μαρτυρά το τέλος μιας εποχής τόσο για τη Ρωσία όσο και για το μέχρι τότε Χειμερινό Ανάκτορο Ερμιτάζ. Η νέα εποχή καλωσορίζεται με μια ακόμη ορχήστρα, οι οποία συνοδεύει τους πρωταγωνιστές, τους κομπάρσους αλλά και τους θεατές της ταινίας προς την Μεγάλη Έξοδος. Η τελευταία σκηνή ξεκινάει με την αποθέωση της ορχήστρας από τους παρόντες ηθοποιούς και με τον κυνικό Ευρωπαίο διπλωμάτη να συγκινείται από την αριστοκρατική ατμόσφαιρα, το αισιόδοξο κλίμα των αρχών του 20ου αιώνα και την αίγλη που αποπνέουν τόσο οι Ρώσοι (μέσα από το χορό και τις ενδυμασίες τους) όσο και το μουσείο Ερμιτάζ. Αρνείται να ακολουθήσει τον σκηνοθέτη προς το μέλλον κι αποφασίζει να μείνει για πάντα στο νοσταλγικό όνειρο του παρελθόντος, αποχαιρετώντας μια νέα Ευρώπη που αρχίζει να χτίζεται. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αναδείξει την ελκυστική αίγλη και το αξεπέραστο μεγαλείο του μουσείου Ερμιτάζ.
Η κάμερα ακολουθεί το πλήθος προς την έξοδο του μουσείου, εντυπωσιάζοντας τους θεατές με την ομορφιά του πλούσιου εσωτερικού διακόσμου. Διασχίζει σχεδόν όλους τους συντελεστές της ταινίας, καταλήγοντας σε μια πόρτα από πού φαίνεται μια ταραγμένη σκοτεινή θάλασσα. Η θάλασσα υποδηλώνει τον έξω κόσμο και το άγνωστο που επιφυλάσσει το μέλλον, αφήνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την υπόνοια πως το μουσείο Ερμιτάζ είναι μια κιβωτός πολιτισμού, που έχει καταφέρει να επιβιώσει από πολλές καταιγίδες (πολέμους, επαναστάσεις, καθεστώτα, φυσικές καταστροφές κ.α.).
Ο Αλεξάντερ Σοκούροφ, ο οποίος υπήρξε μαθητής και φίλος του Αντρέι Ταρκόφσκι, συνδύασε πρωτοποριακές κινηματογραφικές τεχνολογίες και τεχνικές, δημιουργώντας την πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου που δε χρειάστηκε να γίνει μοντάζ καθώς ολόκληρο το έργο ήταν μονοπλάνο. Το όραμα του Ρώσου δημιουργού, το στήριξε κι ο Αμερικανός σκηνοθέτης Μάρτιν Σκορσέζε, ο οποίος συμμετείχε στην παραγωγή της ταινίας. Μέσα από την ταινία, ο σκηνοθέτης παρομοιάζει το σπουδαίο μουσείο Ερμιτάζ ως μια «Ρωσική Κιβωτό», η οποία έχει συγκεντρώσει εντός της σπουδαία έργα των Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Ογκίστ Ροντέν, Πάμπλο Πικάσο, Ανρί Ματίς, Πολ Γκογκέν, Πολ Σεζάν, Κλοντ Μονέ κι άλλων, με τον συνολικό αριθμό των έργων που ανήκουν στις συλλογές του μουσείου να ξεπερνούν τα 3.000.000. Οπότε εύλογα, το μουσείο Ερμιτάζ μετατρέπεται συμβολικά σε μια Κιβωτό Ιστορίας, Μνήμης και Πολιτισμού.
Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας έλαβε χώρα στο Φεστιβάλ των Καννών του 2002 και συμμετείχε σε μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ τόσο σε Αμερική όσο και σε Ευρώπη (Στοκχόλμη, Σαν Σεμπάστιαν, Γκέτεμποργκ, Βρυξέλλες, Κάρλοβυ Βάρυ, Ρόττερνταμ), όπως επίσης στο Τόκυο και στο Σάο Πάολο. Η ταινία είχε τεράστια εισπρακτική επιτυχία σε Η.Π.Α. κι Ευρώπη ενώ δέχτηκε διθυραμβικά σχόλια από κριτικούς κινηματογράφου. Κάποια απ’ αυτά τα σχόλια είναι τα παρακάτω: «Ένα από τα πιο εκπληκτικά φιλμ όλων των εποχών. Η τελική σκηνή κόβει την ανάσα…» από Chicago Sun, «Ασύγκριτη δεξιοτεχνία» από το περιοδικό TIME. «Μια υπέροχη πράξη δημιουργίας, μια παράξενη ιστορική οφθαλμαπάτη…» από τους NEY YORK TIMES, «Το πρώτο αυθεντικό αριστούργημα του 21ου αιώνα…» από την Washington Post, «Ανοίγει νέους δρόμους στην κινηματογραφική γραφή…» από την El Pais.
Η "Ρώσικη Κιβωτός" είναι ένα ανεπανάληπτο αριστούργημα, το οποίο αντανακλά τόσο το όνειρο του Αλεξάντερ Σοκούροφ, όσο και το όνειρο πολλών ανθρώπων που οι ζωές τους έχουν συνδεθεί με το μουσείο Ερμιτάζ. Είναι μια ταινία ύμνος για την ιστορική μνήμη, την ατέρμονη αξία των έργων τέχνης και τη διαχρονικότητα όλων των καλλιτεχνικών εκφράσεων. Η "Ρώσικη Κιβωτός" είναι ένα απερίγραπτο κινηματογραφικό όνειρο που μας παρασύρει σε πρωτόγνωρες χορογραφίες και λαμπερά χρώματα.
Είναι ανέφικτο να συγκεντρώσεις την ομορφιά της Βενετίας σε ένα μόνο κείμενο. Αφού πρώτα παρουσίασα τα μνημεία και τις συνοικίες της πόλης σε μία προηγούμενη δημοσίευση (πατήστε εδώ), σ' αυτήν εδώ θα μιλήσω για τις επιβλητικές και πλούσιες σε θησαυρούς εκκλησίες της. Ο λόγος που κάνω ξεχωριστή μνεία στα συγκεκριμένα μνημεία, είναι διότι οι βενετσιάνικες εκκλησίες δε φημίζονται μόνο για τη μεγάλη τους ιστορία, τη μοναδική τους ομορφιά και τις πλούσιες συλλογές έργων τέχνης αλλά και για τα γερμένα τους καμπαναριά, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις χάσκουν απειλητικά πάνω από τα κεφάλια των υποψιασμένων κατοίκων και των ανυποψίαστων επισκεπτών.
Οι πρώτες εκκλησίες που συναντήσαμε βγαίνοντας από το σιδηροδρομικό σταθμό Σάντα Λουτσία ήταν η Santa Maria di Nazareth, γνωστή ως "Scalzi" λόγω του τάγματος των ξυπόλητων μοναχών της, οι οποίοι ήρθαν στη Βενετία τη δεκαετία του 1670 επιθυμώντας να χτίσουν την εκκλησία τους πάνω στο Μεγάλο Κανάλι. Η εκκλησία ξεχωρίζει για το μπαρόκ αρχιτεκτονικό της ύφος και την εντυπωσιακή πρόσοψή με τον πλούσιο γλυπτό της διάκοσμο, έργο του Giuseppe Sardi, ο οποίος χρειάστηκε οκτώ χρόνια για να την ολοκληρώσει (από το 1672 μέχρι το 1680). Φημίζεται όμως και για τον εσωτερικό της διάκοσμο με τα μαρμάρινα κι επιχρυσωμένα ξύλινα γλυπτά της. Αυτό όμως για το οποίο η συγκεκριμένη εκκλησία περηφανεύεται, είναι η εντυπωσιακή της οροφογραφία, η «Διακήρυξη της Μητρότητας της Παναγίας» του Ettore Tito (1934), η οποία αντικατέστησε μια παλαιότερη του Giovanni Battista Tiepolo, που είχε καταστραφεί τον Οκτώβριο του 1915 από μια αυστριακή βόμβα που είχε στόχο το σιδηροδρομικό σταθμό.
Ωστόσο, εξέχουσα θέση στην πρώτη εικόνα που αντικρίζουν οι επισκέπτες της Βενετίας έχει κι η εκκλησία του San Simeone Piccolo, με το νεοκλασικό της ύφος και τον οβάλ μεγάλο για το μέγεθος του ναού τρούλο της, ο οποίος σχεδιάστηκε επίτηδες ογκώδης για να φαίνεται η εκκλησία πολύ μεγαλύτερη από το πραγματικό της μέγεθος. Ο ναός άρχισε να χτίζεται από το 1718 κι ολοκληρώθηκε το 1738 από τον Giovanni Antonio Scalfarotto κι ο σχεδιασμός του είναι διαμορφωμένος στο πρότυπο του Πάνθεον με πρόναο μπροστά και της εκκλησίας Santa Maria della Salute του αρχιτέκτονα Baldassare Longhena. Επίσης, ανήκει στους τελευταίους ναούς που χτίστηκαν στη Βενετία, σε μία από τις φτωχότερες (για τα δεδομένα της πόλης) συνοικίες της. Παρά το μικρό της μέγεθος, η εκκλησία έχει μια πλούσια συλλογή έργων τέχνης του Antonio Marinetti, του Francesco Polazzo κι άλλων δημιουργών.
Η πρώτη εκκλησία που μας εντυπωσίασε στις βενετσιάνικες περιπλανήσεις μας ήταν η Basilica di Santa Maria Gloriosa dei Frari (00:10-00:51), γνωστή ως "Frari", η οποία βρίσκεται στην καρδιά της συνοικίας San Polo, στο Campo dei Frari. Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και είναι η μεγαλύτερη της πόλης. Το επιβλητικό της οικοδόμημα είναι χτισμένο από τούβλα κι είναι μια από τις τρεις εκκλησίες της πόλης που έχουν διατηρήσει τη βενετσιάνικη γοτθική τους όψη. Επίσης, η συγκεκριμένη εκκλησία ξεχωρίζει για την πλούσια συλλογή έργων τέχνης και μνημείων, καθώς στο εσωτερικό της έχουν θαφτεί αρκετοί διακεκριμένοι Βενετοί και Δόγηδες. Πολλά από τα έργα τέχνης της συλλογής της, ανήκουν στα σημαντικότερα στην ιστορία της βενετσιάνικης γλυπτικής, όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής του Donatello κι οι επιβλητικοί τάφοι του Tiziano και του Antonio Canova.
Είναι ενδιαφέρουσα η ιστορία των δυο συγκεκριμένων τάφων. Ο γλύπτης Αντόνιο Κανόβα επιχείρησε να σχεδιάσει έναν νέο τάφο για τον σπουδαίο Ιταλό δημιουργό Τιτσιάνο. Όμως ο θάνατος το πρόλαβε μ' αποτέλεσμα να μην προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του. Την υλοποίηση των σχεδίων του ανέλαβαν οι μαθητές του, οι οποίοι όμως αντί να τον αφιερώσουν στον φημισμένο Βενετσιάνο ζωγράφο, τον μετέτρεψαν σε τάφο του δασκάλου τους. Οπότε σήμερα, στο εσωτερικό του ναού ορθώνεται ένα επιβλητικό μασονικό μνημείο που δεσπόζει αντικριστά από τον παλιό κι εκλεπτυσμένο τάφο του Τιτσιάνο. Αυτό που με εντυπωσίασε στα δύο συγκεκριμένα μνημεία, ήταν η θλιμμένη έκφραση του λιονταριού του Αγίου Μάρκου στον τάφο του Αντόνιο Κανόβα κι η περήφανη μορφή της Αρτέμιδος της Εφέσου που στέκεται δίπλα στον στιβαρό αδριάντα του Τιτσίανο.
Η ιστορία της συγκεκριμένης εκκλησίας ξεκινάει από το 1231, όταν ο Δόγης Jacopo Tiepolo, πρόσφερε σ' ένα Φραγκισκανικό Τάγμα τη συγκεκριμένη τοποθεσία για να ιδρύσει ένα μοναστήρι στη θέση μιας παλιάς εκκλησίας. Όμως η εκκλησία αποδείχθηκε αρκετά μικρή κι έτσι άρχισε να χτίζεται στη θέση της μια μεγάλη τρίκλιτη εκκλησία, η οποία ξεκίνησε το 1250 κι ολοκληρώθηκε το 1338. Όμως ούτε η νέα της μορφή αρκούσε, οπότε σχεδόν αμέσως ξεκίνησαν οι εργασίες για την οικοδόμηση μιας ακόμη μεγαλύτερης εκκλησίας, φτάνοντας στη σημερινή της όψη, η οποία χρειάστηκε περισσότερο από έναν αιώνα για να ολοκληρωθεί. Η νέα εκκλησία ανέτρεψε τον αρχικό της προσανατολισμό, τοποθετώντας την πρόσοψη της προς την μεριά της πλατείας και του μικρού καναλιού. Το έργο ξεκίνησε υπό τον αρχιτέκτονα Jacopo Celega, αλλά ολοκληρώθηκε από τον γιο του Pier Paolo. Το καμπαναριό, το δεύτερο ψηλότερο στην πόλη μετά από αυτό του Αγίου Μάρκου, ολοκληρώθηκε το 1396 ενώ η πρόσοψη του ναού το 1440. Υπό την αιγίδα του Giovanni Corner, προστέθηκε το παρεκκλήσι του Αγίου Μάρκου το 1420 ενώ το 1432-1434, ο επίσκοπος Vicenza Pietro Miani έχτισε το παρεκκλήσι του San Pietro δίπλα στο καμπαναριό. Στις 27 Μαΐου 1492, ο ναός καθαγιάστηκε με το σημερινό του όνομα Santa Maria Gloriosa.
Μια άλλη εκκλησία που είναι ιδιαίτερα αγαπητή για τους Έλληνες, είναι ο San Giorgio dei Greci (00:53-01:06), η οποία βρίσκεται στη συνοικία του Castello, στη Scuola dei Greci της Αδελφότητας των Ελλήνων στη Βενετία. Μια παρόμοια εκκλησία της ίδια περιόδου είχε χτιστεί στην αντίστοιχη Ελληνική Αδελφότητα της Νάπολης, η οποία ονομαζόταν Santi Pietro e Paolo dei Greci. Παρόλο που η Βενετία είχε στενούς δεσμούς με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς υπήρξε κομμάτι της κάποτε, είχε απαγορεύσει τις ελληνορθόδοξες λειτουργείες στην πόλη. Παρά τις τελετουργικές απαγορεύσεις, το 1498 η ελληνική κοινότητα της Βενετίας απέκτησε το δικαίωμα να ιδρύσει το Scuola de San Nicolò dei Greci, μια αδελφότητα που βοηθούσε τα μέλη της, ενώ το 1539, μετά από παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, ο παπισμός επέτρεψε την κατασκευή της εκκλησίας του San Giorgio, η οποία χρηματοδοτήθηκε μέσω των συνεισφορών των Ορθόδοξων Ελλήνων της Βενετίας και των Ελλήνων ναυτικών που περνούσαν από την πόλη. Η κατασκευή του κτηρίου, σε ύφος υστεροαναγεννησιακό, ξεκίνησε το 1536 με βάση τα σχέδια του Sante Lombardo και τα έργα συνεχίστηκαν μετά το 1548 υπό την καθοδήγηση του αρχιτέκτονα Giannantonio Ciona κι ολοκληρώθηκαν το 1561. Η εξωτερική όψη του ναού ολοκληρώθηκε το 1571 με την κατασκευή του τρούλου. Το καμπαναριό είναι χτισμένο χωριστά στο προαύλιο του ναού προς το Rio dei Greci και είναι έργο του Bernardo Ongarin. Χτίστηκε μεταξύ 1587 και 1603 και σήμερα παρουσιάζει έντονη κλίση λόγω της καθίζησης των θεμελίων του. Ωστόσο, σύμφωνα με τα χρονικά, η κλίση είχε ήδη προκληθεί πριν ακόμη ολοκληρωθεί το καμπαναριό. Το εσωτερικό του ναού αποτελείται από ένα κλίτος και καλύπτεται με τοιχογραφίες του Giovanni di Cipro. Ανάμεσα στους θησαυρούς της εκκλησίας υπάρχουν και τρεις εικόνες που ανήκαν στη συλλογή της Άννας Νοταρά, κόρης του Λουκά Νοταρά, του τελευταίου Μεγάλου Δούκα και μεσάζοντα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία τις έφερε μαζί της στην Ιταλία πριν από το 1453. Τον Νοέμβριο του 1991, με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η εκκλησία μετατράπηκε σε καθεδρικό ναό της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας και Μελίτης. Κοντά στον ναό βρίσκεται κι η Φλαγγίνειος Σχολή, ένα ελληνικό σχολείο που σήμερα στεγάζει το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών. Στο κτήριο αυτό υπάρχει κι ένα μικρό μουσείο με ελληνοβυζαντινές εικόνες και ορθόδοξα άμφια, το οποίο ιδρύθηκε από τη Σοφία Αντωνιάδη
Μια ακόμη ιστορική εκκλησία της Βενετίας, είναι του San Zaccaria (01:19-01:40), μια πρώην μοναστική εκκλησία του 15ου αιώνα που βρίσκεται στο Campo San Zaccaria, κοντά στην πλατεία και τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, η οποία είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ζαχαρία, τον πατέρα του Ιωάννη του Προδρόμου. Η πρώτη εκκλησία ιδρύθηκε από τον δόγη Giustiniano Participazio στις αρχές του 9ου αιώνα για να στεγάσει το σώμα του αγίου, δώρο του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Λέοντος Ε' του Αρμένιου. Πέρα όμως από τα οστά του αγίου, στην κρύπτη της εκκλησίας βρίσκονται και τα λείψανα διαφόρων δόγηδων. Η πρώτη εκκλησία χτίστηκε το 1170 κι αντικαταστάθηκε τον 15ο αιώνα από μια γοτθική εκκλησία, η οποία χτίστηκε μεταξύ 1458 και 1515. Ο Antonio Gambello ήταν ο αρχικός αρχιτέκτονας, ο οποίος ξεκίνησε το κτήριο σε γοτθικό στυλ, αλλά το πάνω μέρος της πρόσοψης με τα τοξωτά παράθυρα και τους κίονες ολοκληρώθηκε από τον Mauro Codussi, ο οποίος επέλεξε ένα πιο πρώιμο αναγεννησιακό ύφος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η πρόσοψη του ναού να είναι ένα αρμονικό βενετσιάνικο μείγμα υστερογοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού. Οι τοίχοι στο εσωτερικό του ναού είναι σχεδόν ολόκληροι καλυμμένοι με πίνακες ζωγραφικής καλλιτεχνών του 17ου και 18ου αιώνα, όπως οι Andrea del Castagno, Palma Vecchio, Tintoretto, Giuseppe Porta, Palma il Giovane, Antonio Vassilacchi, Anthony van Dyck, Andrea Celesti, Antonio Zanchi, Antonio Balestra, Angelo Trevisani και Giovanni Battista Tiepolo. Ένα από τα πιο διάσημα έργα της συλλογής του ναού είναι το San Zaccaria Altarpiece του Giovanni Bellini. Επίσης, μέσα στον ναό βρίσκεται κι ο τάφος του καλλιτέχνη Alessandro Vittoria.
Ωστόσο απ' όλες τις βενετσιάνικες εκκλησίες υπάρχει μια, την οποία ξεχωρίζω προσωπικά διότι την είχα ζωγραφίσει πιτσιρικάς θεωρώντας πως εκείνη είναι η Βασιλική του Άγιου Μάρκου. Την είχα βρει σε ένα από τα περιοδικά που διάβαζα μικρός κι επεδίωξα να την σχεδιάσω σε κάρβουνο καθώς με είχε εντυπωσιάσει το μεγάλο της καμπαναριό κι η θέση που είχε μπροστά στη λιμνοθάλασσα. Μετά από χρόνια κατάλαβα ότι αντί για τον Άγιο Μάρκο, είχα ζωγραφίσει τον San Giorgio Maggiore (01:43), ο οποίος ορθώνεται στο ομώνυμο νησάκι του. Το νησί αρχικά ονομαζόταν Insula Memmia από την οικογένεια Memmo που το κατείχε. Η εκκλησία χτίστηκε το 829 κι αφιερώθηκε στον San Giorgio Maggiore για να ξεχωρίσει από το San Giorgio in Alga. Το 982, η εκκλησία μετατράπηκε σε μοναστήρι και πήρε κάτω από τον έλεγχό της ολόκληρο το νησί μετά από σύσταση του μοναχού Giovanni Morosini προς τον δόγη Tribuno Memmo. Στις αρχές του 19ου αιώνα, το μοναστήρι βυθίστηκε και στη θέση του στήθηκε το πυροβολικό της Βενετίας, ενώ σήμερα έχει μετατραπεί σε κέντρο τεχνών του Cini Foundation, διαθέτοντας μια μεγάλη βιβλιοθήκη κι ένα υπαίθριο θέατρο, το Teatro Verde.
Αντικριστά από το νησί του San Giorgio Maggiore, λίγο πριν το τελείωμα του στενού ακρωτηρίου Punta della Dogana στη συνοικία Dorsoduro, βρίσκεται ένας ακόμη επιβλητικός και πολυφωτογραφημένος ναός, η Santa Maria della Salute (04:34-04:57). Η συγκεκριμένη εκκλησία άρχισε να χτίζεται το καλοκαίρι του 1630 αλλά ένα χρόνο αργότερο οι εργασίες σταμάτησαν καθώς η πανώλη έπληξε τη Βενετία σκοτώνοντας το ένα τρίτο του πληθυσμού της. Στην πόλη πέθαναν 46.000 άνθρωποι ενώ στην ευρύτερη περιοχή οι απώλειες έφτασαν στους 94.000. Οι κάτοικοι της Βενετίας προχώρησαν σε αρκετές λιτανείες και προσευχές για να σταματήσει η επιδημία. Μια από αυτές τους τις προσπάθειες ήταν να κτιστεί μια νέα εκκλησία, η οποία θα αφιερωνόταν στην Παναγιά, η οποία θεωρούταν προστάτιδα της Δημοκρατίας της Γαληνοτάτης. Από τα σχέδια που προτάθηκαν, επιλέχθηκε αυτό του αρχιτέκτονα Baldassare Longhena για μια ροτόντα σε ρυθμό μπαρόκ καθώς ήταν δημοφιλής εκείνη την περίοδο. Η κατασκευή του ναού άρχισε το 1631 και ολοκληρώθηκε το 1687, με μια πλούσια διακοσμημένη πρόσοψη με αγάλματα του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Θεοδώρου, των Ευαγγελιστών, των Προφητών και της Ιουδίθ με το κεφάλι του Ολοφέρνη. Στο κύριο τέμπλο του ναού, έργο κι αυτό του Baldassare Longhena, βρίσκεται η βυζαντινή εικόνα της Παναγίας Μεσοπαντίτισσας, η οποία μεταφέρθηκε από την Κρήτη, όταν εκείνη κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1669. Όσον αφορά τον τρούλο του ναού, ήταν μια σημαντική προσθήκη στο αστικό τοπίο της Βενετίας και σύντομα έγινε ένα από τα πιο διάσημα εμβλήματα της πόλης, αποτελώντας πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες όπως ο Giovanni Antonio Canal, ο William Turner, ο John Singer Sargent και ο Francesco Guardi.
Κι όπως ήταν αναμενόμενο, άφησα για το τέλος το επιβλητικότερο κι εντυπωσιακότερο μνημείο κι ορόσημο της Βενετίας, το οποίο δεν είναι άλλο από τον πανέμορφο καθεδρικό ναό του Αγίου Μάρκου, ο οποίος έχει αναδειχθεί προστάτης της πόλης. Το πρώτο παρεκκλήσι προς τιμή του είχε χτιστεί το 829 για να φυλάξει τα λείψανα του Αγίου Μάρκου, τα οποία έκλεψαν οι Ενετοί θαλασσοπόροι από την Αλεξάνδρεια, δικαιολογώντας τη συγκεκριμένη κλοπή ως μια προσπάθεια να προστατεύσουν τα λείψανα του ευαγγελιστή από τους μουσουλμάνους, οι οποίοι κατέστρεφαν τις χριστιανικές εκκλησίες χτίζοντας στη θέση τους τζαμιά. Σύμφωνα με το θρύλο, για να μεταφέρουν οι Ενετοί το ανεκτίμητο λείψανο, το έκρυψαν από τους τελωνειακούς μέσα σε χοιρινά κρέατα. Ο λόγος που το έκαναν ήταν επειδή οι μουσουλμάνοι απέφευγαν να αγγίξουν το ακάθαρτο για εκείνους ζώο κι έτσι δεν έλεγξαν το φορτίο. Έπρεπε όμως οι Ενετοί να δικαιολογήσουν την κλοπή των λειψάνων, ώστε να μην επιτρέψουν τους Αλεξανδρινούς να τα ζητήσουν πίσω. Γι' αυτό το λόγο επινόησαν ένα θαύμα. Σκαρφίστηκαν λοιπόν ένα θρύλο, ο οποίος έλεγε πως οι κάτοικοι της πόλης διατάχθηκαν να προσευχηθούν και να νηστεύουν, εκλιπαρώντας μ' αυτόν τον τρόπο τον Θεό να τους δείξει που βρίσκονται τα λείψανα του Αγίου Μάρκου. Τελικά αποδείχτηκε πως η επιμονή τους ήταν αρκετά πιεστική και πειστική, αναγκάζοντας τον Θεό να τους ακούσει. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, σε μια από τις θρησκευτικές λειτουργίες, να δουν οι πιστοί το χέρι του αγίου να τους δείχνει μια τρύπα, μέσα στην οποία βρέθηκαν τα λείψανά του. Θεωρώ πως τον καιρό εκείνο η ιστορία τους έγινε πιστευτή, αν και φοβάμαι πως ίσως υπάρχουν αρκετοί που εξακολουθούν να την πιστεύουν μέχρι σήμερα.
Όσον αφορά το μνημείο, ο πρώτος ναός του Αγίου Μάρκου καταστράφηκε από πυρκαγιά το 976 κατά τη διάρκεια μιας λαϊκής εξέγερσης, η οποία ανέτρεψε από τον θρόνο τον Ενετό ηγεμόνα Pietro IV Candiano. Ο νέος καθεδρικός ναός άρχισε να χτίζεται το 1063, ο οποίος μετατράπηκε το 1071 σε μέγαρο του νέου ηγεμόνα της πόλης Domenico Selvo. Με τις εντολές του συγκεκριμένου ηγεμόνα ξεκίνησε ο πρώτος κύκλος κατασκευής του ψηφιδωτού διάκοσμου, ο οποίος διήρκεσε από το 1071 μέχρι το 1084. Τελικά, ο ναός καθαγιάστηκε το 1094 υπό τον δόγη Vital Faliera, ο οποίος θάφτηκε σε μια από τις στοές, όπου βρίσκεται σήμερα ο νάρθηκας του ναού. Για πολλά χρόνια, ο καθεδρικός ναός του Αγίου Μάρκου λειτουργούσε ως παλάτι-παρεκκλήσι, μέσα στο οποίο στέφονταν οι δόγηδες της Βενετίας. Επίσης μέσα στον ναό έλαβαν ευλογία οι σταυροφόροι που ρήμαξαν την Ανατολή αλλά κι οι καπετάνιοι πριν ξεκινήσουν τα μεγάλα τους ταξίδια.
Για να χτιστεί ο πεντάτρουλος σταυροειδής καθεδρικός ναός του Αγίου Μάρκου, ο οποίος δημιουργήθηκε στο πρότυπο της εκκλησίας των Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, χρειάστηκαν μόνο τριάντα χρόνια. Παρόλα αυτά, το οικοδόμημα θα μεταβάλλεται συνεχώς για τα επόμενα πεντακόσια χρόνια, με περαιτέρω επεκτάσεις και διακοσμήσεις. Το 1159 ξεκίνησαν οι εργασίες για την πρόσοψη του καθεδρικού ναού με μάρμαρο και με τις υπέροχες ψηφιδωτές συνθέσεις πάνω από τις εισόδους, οι οποίες καταδεικνύουν τα γεγονότα που σχετίζονται με την κλοπή των λειψάνων του αγίου και την εκ θαύματος εμφάνισή τους στη Βενετία. Το Βαπτιστήριο και το Παρεκκλήσι του Αγ. Ισιδώρου θα προστεθούν το 1354 και το παρεκκλήσι Mascoli μαζί με το σκευοφυλάκιο τον 15ο αιώνα. Η διακόσμηση του ναού θα ολοκληρωθεί πλήρως στα τέλη του 15ου αιώνα, σύμφωνα με έναν πίνακα του Giovanni Bellini. Από τους θησαυρούς του ναού, τόσο τα μπρούτζινα άλογα όσο κι άλλα κειμήλια κι έργα τέχνης που βρίσκονται στις συλλογές του, προέρχονται από τις λεηλασίες των σταυροφόρων στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204.
Όσες λέξεις και να διαλέξω για να περιγράψω το συγκεκριμένο μνημείο θα μου φανούν φτωχές. Μπορεί το μνημειώδες αρχιτεκτονικό του ύφος να ενισχύει την πίστη και να εξαγνίζει τη ψύχη των χριστιανών αλλά εγώ επικεντρώθηκα σε άλλα στοιχεία του που θεώρησα πολύ πιο σημαντικά. Ανατριχίλα με έπιασε όταν επιτέλους αντίκρυσα τα χιώτικα άλογα πάνω από τις πέντε επιβλητικές πύλες του ναού. Θαμπώθηκα από τα υπέροχα ψηφιδωτά που δημιουργούν ένα χρυσό ουρανό στο εσωτερικό του μνημείου. Παραξενεύτηκα με την επικίνδυνη σκεύρωση του δαπέδου και τις επικίνδυνες κλίσεις των κολονών που εξακολουθούν να συγκρατούν τους τρούλους, δημιουργώντας μου ένα άγχος για το πόσο ακόμα θα μπορεί να στέκεται όρθιο αυτό το μνημείο.
Αναπόσπαστο κομμάτι της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου είναι και το θεόρατο καμπαναριό του, το διάσημο "Campanile", το ψηλότερο οικοδόμημα της πόλης καθώς φτάνει τα 99 μέτρα, το οποίο αντικατέστησε έναν πύργο ρολογιού που κάηκε τον 8ο αιώνα από πυρκαγιά που προκλήθηκε από έναν κεραυνό. Το καμπαναριό που δεσπόζει σήμερα χτίστηκε το 1514 από τον ναύαρχο Grimani, θέλοντας να αποφύγει μια καταδίκη του. Το άνοιγμα που βρίσκονται οι καμπάνες είναι από μάρμαρο ενώ η οροφή είναι φτιαγμένη από μπρούτζο, του οποίου η λάμψη φαίνεται από μεγάλη απόσταση. Τέλος, στην κορυφή του πύργου δεσπόζει από το 1511 το άγαλμα του Αρχάγγελου Γαβριήλ, κατασκευασμένο από ξύλο και καλυμμένο με επιχρυσωμένες μπρούτζινες πλάκες.
Το πανύψηλο οικοδόμημα δε λειτουργούσε μόνο ως καμπαναριό αλλά κι ως φάρος για τα πλοία που έφταναν στη Βενετία αλλά κι ως πύργος σκοπιάς. Επίσης, οι πέντε καμπάνες του καμπαναριού λειτουργούσαν ως ρολόι, με την καθεμία να εκτελεί το δικό της έργο. Η πρώτη καμπάνα, το "Marangona" χτυπούσε όταν ξεκινούσαν οι εργασίες του ναυπηγείου. Η δεύτερη, η "Nona" χτυπούσε για μεσημέρι (κάτι το οποίο εξακολουθεί να κάνει μέχρι σήμερα). Η τρίτη καμπάνα, η "Trottiera", καλούσε τους ευγενείς για τα Μεγάλα Συμβούλια. Η τέταρτη καμπάνα, η "Pregadi" έδινε το σήμα έναρξης για τη σύγκληση της Γερουσίας. Και το πέμπτο, ο "Μαλεφίχο" ανακοίνωνε τη θανατική ποινή στην πλατεία. Ωστόσο, το καμπαναριό κουβαλάει και μια σκοτεινή ιστορία καθώς ήταν και τόπος τιμωρίας για τους λειτουργούς της εκκλησίας που έμπλεκαν σε ομόφυλες σχέσεις. Τους έβαζαν σε ειδικά κλουβιά και τους κρεμούσαν από τον πύργο.
Ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του καμπαναριού είναι η είσοδό του, η Loggetta del Sansovino, η οποία προστέθηκε στο οικοδόμημα τον 16ο αιώνα. Η όψη της θυμίζει αρκετά την Αψίδα του Θριάμβου. Η πρόσοψη της εισόδου αποτελείται από τρία τόξα, διακοσμημένα με πλαϊνούς κίονες. Ανάμεσά τους στις κόγχες υπάρχουν χάλκινα αγάλματα του Ερμή, της Μινέρβας, του Απόλλωνα, έργα του γλύπτη Jacopo Sansovino. Στην αρχή λειτουργούσε ως χώρος συνάντησης των ευγενών και των δόγηδων αλλά αργότερα μετατράπηκε σε σημείο συγκέντρωσης των φρουρών του Παλατιού των Δόγηδων. Κάποια από τα γλυπτά στην πρόσοψη του οικήματος εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια εργασιών αποκατάστασης, όταν το καμπαναριό του Αγίου Μάρκου κατέρρευσε στις 14 Ιουλίου 1902 λόγω της φθοράς του οικοδομήματος, δημιουργώντας ζημιές και στο Παλάτι των Δόγηδων. Το καμπαναριό αναστηλώθηκε δέκα χρόνια αργότερα επί δημαρχίας του Filippo Grimani.
Ανάμεσα στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου και τη λιμνοθάλασσα, υπάρχει μια μικρή γραφική πλατεία, η "Piazzetta". Στην πλατεία αυτή ορθώνονται δυο πελώριες κολώνες από γρανίτη, στην κορυφή των οποίων δεσπόζουν το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου κι ο Άγιος Θεόδωρος. Κανονικά θα υπήρχαν τρεις κολώνες, οι οποίες ήταν λάφυρα πολέμου από τη νίκη του βενετσιάνικου στόλου κατά του βασιλιά της Τύρου το 1125. Τα λάφυρα αυτά έφτασαν μέσω θαλάσσης στη Βενετία, αλλά κατά την εκφόρτωσή τους, η μια κολώνα έπεσε και χάθηκε για πάντα στο λασπωμένο βυθό της λιμνοθάλασσας, γεγονός που ερμηνεύτηκε ως εκδίκηση του ηττημένου βασιλιά. Τα συγκεκριμένα λάφυρα ζύγιζαν 100 τόνους κι η τοποθέτησή τους χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πιο εντυπωσιακά τεχνικά επιτεύγματα εκείνης της εποχής. Παρόλο που το μνημείο αυτό είναι από τα πιο πολυφωτογραφημένα της πόλης, οι Βενετοί δε του δείχνουν ιδιαίτερη εκτίμηση κι αποφεύγουν να περάσουν ανάμεσα από τις κολώνες, διότι το σημείο αυτό ήταν τόπος εκτελέσεων κατά τη μεσαιωνική περίοδο. Ο λόγος που οι Βενετοί είχαν επιλέξει να γίνονταν εκεί οι εκτελέσεις, ήταν για να δίνεται η δυνατότητα στον κατάδικο να δει για τελευταία λεπτά τον εναπομείναντα χρόνο της ζωής του από τον πύργο του ρολογιού.
Ο πύργος του ρολογιού λοιπόν ή αλλιώς "Torre dell’ orologio" βρίσκεται στην άλλη μεριά της πλατείας του Αγίου Μάρκου. Το συγκεκριμένο οικοδόμημα χτίστηκε το 1499, για να δείχνει στους ναυτικούς τόσο τις παλίρροιες όσο και τους μήνες που ήταν ευνοϊκοί για να σαλπάρουν. Μετέπειτα προστέθηκαν, οι διαφορετικές φάσεις της σελήνης και τα ζώδια που απεικονίζονται στην πρόσοψη του ρολογιού, σχεδιασμένα από σμάλτο και χρυσό και φιλοτεχνήθηκαν με γνώμονα τους θαλασσοπόρους. Σύμφωνα με τον θρύλο, όταν ολοκληρώθηκε το ρολόι, τύφλωσαν τους εφευρέτες του πολύπλοκου μηχανισμού του, για να μην μπορέσει ποτέ να υπάρξει κάποιο αντίγραφο του. Στο ανώτερο επίπεδο της πρόσοψης του πύργου δεσπόζει το φτερωτό λιοντάρι του Αγίου Μάρκου, το οποίο στέκει μπροστά από ένα μπλε φόντο με αστέρια ενώ στην κορυφή βρίσκεται η καμπάνια, η οποία κρούεται κάθε μια ώρα από δυο μπρούτζινες μορφές, γνωστές ως Μόρι (Μαυριτανοί). Κάτω από τον πύργο, υπάρχει μια στοά που συνδέει την πλατεία του Αγίου Μάρκου με την Merceria, μία από τις κεντρικότερες εμπορικές οδούς της Βενετίας, η οποία οδηγεί προς τη Γέφυρα του Ριάλτο.
Όλα τα παραπάνω μνημεία της πόλης βρίσκονται στη φημισμένη Πλατεία του Αγίου Μάρκου, η οποία είναι ο μοναδικός δημόσιος χώρος της πόλης που αποκαλείται Piazza, καθώς όλα τα υπόλοιπα ανοίγματα λέγονται "Campi". Η ομορφιά της συγκεκριμένης πλατείας έκανε τον Ναπολέοντα να την χαρακτηρίσει ως το "σαλόνι της Ευρώπης". Η Πλατεία του Αγίου Μάρκου με την Piazzetta, αποτελούν το κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της Βενετίας. Υπάρχει όμως και μια ακόμη μικρή πλατεία στη βόρεια πλευρά της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, η οποία ονομάζεται Piazzetta dei Leodici, λόγω των δυο μαρμάρινων λιονταριών, δώρο του Δόγη Alvise IV Mocenigo προς την πόλη το 1722.
Η πλατεία του Αγίου Μάρκου κλείνεται από τρία κτιριακά συμπλέγματα. Κατά μήκος της βόρειας πλευράς της, εκτείνεται το Procuratie Vecchie, η Παλιά Επιτροπεία, η οποία χτίστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα κι αποτελούταν από πρώην κατοικίες και γραφεία των Επιτρόπων του Αγίου Μάρκου κι ανώτερων κρατικών αξιωματούχων τον καιρό της Δημοκρατίας της Βενετίας. Σήμερα, στη στοά της στεγάζονται καταστήματα κι εστιατόρια, όπως το Cafe Quadri, το οποίο ήταν φημισμένο στέκι των Αυστριακών όταν η Βενετία ήταν κομμάτι της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας τον 19ο αιώνα. Το δυτικό κομμάτι της πλατείας ξαναχτίστηκε από τον Ναπολέοντα το 1810 κι ονομάστηκε Ala Napoleonica, δηλαδή Ναπολεόντια Πτέρυγα, η οποία φιλοξενεί σήμερα την αριστοκρατική είσοδο του Μουσείου Correr. Στη νότια πλευρά της πλατείας βρίσκεται η Procuratie Nuove, η Νέα Επιτροπεία, η οποία σχεδιάστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα κι ολοκληρώθηκε το 1640. Στο ισόγειό της βρίσκεται το φημισμένο Cafe Florian που άνοιξε το 1720 από τον Floriano Francesconi.
Οι περιπλανήσεις μας στις εντυπωσιακές εκκλησίες της Βενετίας, ολοκληρώθηκαν με έναν ήρεμο περίπατο στη νότια προκυμαία του Drosoduro, έχοντας απέναντί μας τo Giudecca, το πλησιέστερο νησί στη Βενετία, το οποίο ονομάζεται και Spina Lunga (μακρύ κόκκαλο ψαριού) εξαιτίας του μακρόστενου καμπυλωτού σχήματός του.
Απολαμβάνοντας ένα ακόμη όμορφο ηλιοβασίλεμα στην φιλήσυχη και χωρίς τουρίστες προκυμαία της Σχολής Καλών Τεχνών, αποχαιρετήσαμε την υπέροχη πόλη της Βενετίας...
Έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από την πολυπόθητη επίσκεψή μου στη Βενετία κι ακόμα δεν έχω καταφέρει να καταλαγιάσω τόσο τα συναισθήματα που μου γέννησε όσο και τις στιγμές που μου πρόσφερε απλόχερα η πλωτή κοσμοπολιτεία με την μοναδική της ομορφιά. Εδώ και μέρες προσπαθώ να τοποθετήσω σε μια σειρά όλες τις στιγμές που απόλαυσα στις βενετσιάνικες περιπλανήσεις μου, αλλά όσο περνά ο καιρός τόσο εκείνες ενώνονται σε ένα πολύχρωμο κι άκρως ρομαντικό συνονθύλευμα εικόνων, χρωμάτων και συναισθημάτων. Αυτό όμως που έχω διατηρήσει πεντακάθαρα στο μυαλό μου και μπορώ να περιγράψω με σιγουριά, είναι η δυσκολία με την οποία συγκρατούσα τον ενθουσιασμό μου καθώς φτάναμε για πρώτη φορά με το τραίνο στο σταθμό Σάντα Λουτσία, θυμίζοντάς μου έντονα τις πρώτες σκηνές του "Summertime" του Ντέιβιντ Λην όπου η γοητευτική Κάθριν Χέπμπορν σχεδόν κρεμασμένη από το παράθυρο του βαγονιού, απαθανάτιζε αχόρταγα με τη φωτογραφική της μηχανή τις πρώτες βενετσιάνικες εικόνες που αντίκρυζε από τη σιδηροδρομική σύνδεση της Βενετία με το Μέστρε.
Η Βενετία είναι χτισμένη πάνω σε μια ομάδα 118 μικρών νησιών της ομώνυμης ελώδους λιμνοθάλασσας που απλώνεται κατά μήκος της ακτογραμμής μεταξύ των εκβολών των ποταμών Πάδου και Πιάβε. Το όνομα της προέρχεται από τον αρχαίο λαό των Βένετων, που κατοίκησαν την περιοχή από τον 10ο αιώνα π.Χ. κι έκτοτε υπήρξε πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Βενετίας. Η πόλη είναι γνωστή ως «Γαληνοτάτη», «Βασίλισσα της Αδριατικής», «Πόλη του Νερού», «Πόλη των Μασκών», «Πόλη των Γεφυρών», «Επιπλέουσα Πόλη» και «Πόλη των Καναλιών». Η Δημοκρατία της Βενετίας υπήρξε μεγάλη ναυτική δύναμη κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, αλλά κι ορμητήριο των Σταυροφοριών προς την Ανατολή. Επίσης υπήρξε σημαντικό κέντρο εμπορίου (ιδιαίτερα μεταξιού, σιτηρών και μπαχαρικών) και τέχνης από τον 13ο μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, μετατρέποντάς την σε πλούσια πόλη καθόλη την ιστορία της, μ' αποτέλεσμα σήμερα, ολόκληρη η πόλη να είναι καταγεγραμμένη ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Η αγάπη κι ο έντονος τοπικισμός που έχουν οι Βενετσιάνοι με την πόλη τους, φάνηκε στο Βενετικό δημοψήφισμα αυτονομίας που πραγματοποιήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 2017. Το δημοψήφισμα δεν ήταν δεσμευτικό, αλλά ήταν πιθανό να έχει συνέπειες, όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της ιταλικής κυβέρνησης και αυτής του Βένετο, καθώς η περιφερειακή κυβέρνηση θα ζητούσε περισσότερες εξουσίες, εάν το ναι κέρδιζε. Σύμφωνα με τον Mario Bertolissi, καθηγητή δικαίου και σύμβουλο της περιφερειακής κυβέρνησης, το δημοψήφισμα επρόκειτο να είχε "συστατική εξουσία", αν και είχε χαρακτηρισθεί ως άχρηστο. Τελικά, το «ναι» επικράτησε με ποσοστό 98.1%, έναντι του "όχι" που έλαβε μόλις 1.9%, αλλά η προσέλευση στην εκλογική διαδικασία ήταν πολύ χαμηλή, της τάξεως του 57.2%. Επίσης, ο έντονος τοπικισμός εκδηλώνεται με τις σημαίες της Βενετίας που είναι κρεμασμένες σχεδόν σε όλα τα μπαλκόνια της πόλης.
Βγαίνοντας από το σταθμό Σάντα Λουτσία, συναντήσαμε αμέσως το "Μεγάλο Κανάλι" (00:04-00:55), γνωστό ως "canalazzo", το οποίο αποτελεί τον κύριο υδάτινο άξονα μετακίνησης στην πόλη. Το "Μεγάλο Κανάλι" έχει μήκος 3,8 χλμ. και πλάτος 30 με 90 μέτρα, ενώ το βάθος του δε ξεπερνάει τα 5 μέτρα. Η κίνηση στο κανάλι πραγματοποιείται µε ιδιωτικές βάρκες, με τα θαλάσσια λεωφορεία γνωστά ως "vaporetti", τα θαλάσσια ταξί και φυσικά τις διάσημες γόνδολες. Το "Μεγάλο Κανάλι" ξεκινάει από το σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει στην καρδιά της πόλης, η οποία είναι η πλατεία του Άγιου Μάρκου. Κατά μήκος του καναλιού ορθώνονται πανέμορφα κτήρια του 12ου μέχρι 18ου αιώνα, τα οποία άλλοτε ανήκαν σε ευγενείς, ενώ σήμερα φιλοξενούν μουσειακές συλλογές και πολυτελή ξενοδοχεία, όπως το Ca’ d’Oro με τη γοτθική πρόσοψη του 15ου αιώνα, το Palazzo Grimani, η εκκλησία Santa Maria di Nazareth, το Fondaco dei Turchi του 13ου αιώνα και τα μουσεία μοντέρνας τέχνης Palazzo Grassi και Ca’ Pesaro.
Στο "Μεγάλο Κανάλι" βρίσκεται κι ένα από τα κορυφαία τουριστικά αξιοθέατα της πόλης, η Γέφυρα του Ριάλτο (00:32-00:42), η παλαιότερη από τις τέσσερις μεγάλες γέφυρες του καναλιού. Η Γέφυρα του Ριάλτο έχει χτιστεί αρκετές φορές και σκοπός της ήταν να συνδέει τις συνοικίες του Αγίου Μάρκου με του Σαν Πόλο. Η πρώτη κατασκευή ήταν μια πλωτή γέφυρα το 1173, ενώ η πρώτη σταθερή κατασκευή στήθηκε το 1181 από τον Νικολό Μπαρατιέρι κι ονομάστηκε Πόντε ντέλα Μονέτα, πιθανώς λόγω του νομισματοκοπείου που βρισκόταν κοντά στην ανατολική είσοδο. Η ύπαρξη αυτής της γέφυρας τόνωσε την αγορά του Ριάλτο (01:47-02:03), η οποία βρίσκεται στην ανατολική όχθη, οδηγώντας στην αντικατάσταση της το 1255 με μια νέα ξύλινη γέφυρα. Η νέα της μορφή αποτελούταν από δυο κεκλιμένες ράμπες, οι οποίες συνδέονταν σε ένα κεντρικό κινητό τμήμα, το οποίο ανυψωνόταν για να διευκολύνει τη διέλευση των πλοίων. Κατά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα, στις κεκλιμένες ράμπες χτίστηκαν δύο σειρές καταστημάτων και στις δυο πλευρές της γέφυρας, των οποίων τα ενοίκια έφεραν εισόδημα στο Δημόσιο Ταμείο, το οποίο με τη σειρά του βοήθησε στις εργασίες διατήρησης της γέφυρας.
Η ιστορία της Γέφυρας του Ριάλτο κουβαλάει αρκετές καταστροφές. Η πρώτη σημειώθηκε το 1310, όταν η ξύλινη γέφυρα κάηκε εν μέρει στην εξέγερση που είχε σημειωθεί με επικεφαλής τον Μπατζαμόντε Τιεπόλο ενώ το 1444 κατέρρευσε κάτω από το βάρος ενός πλήθους που έσπευσε να δει το γάμο του Μαρκησίου της Φερράρα. Η ξύλινη γέφυρα που την αντικατέστησε κατέρρευσε ξανά το 1524, δίνοντας το έναυσμα να ανοικοδομηθεί μια νέα γέφυρα από πέτρα, μια ιδέα που είχε προταθεί για πρώτη φορά το 1503. Από το 1551, οι αρχές ζήτησαν προτάσεις για την αναστύλωση της γέφυρας από διάσημους αρχιτέκτονες, όπως ο Τζάκοπο Σανσοβίνο, ο Αντρέα Παλλάντιο κι ο Βινιόλα, αλλά όλοι επέλεγαν μια κλασική προσέγγιση με αρκετές καμάρες, η οποία δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του "Μεγάλου Καναλιού". Επίσης, ζήτησαν σχέδιο της γέφυρας κι από τον Μιχαήλ Άγγελο. Τελικά επιλέχθηκε το σχέδιο του Αντόνιο ντα Πόντε, ο οποίος πρότεινε μια γέφυρα με ένα άνοιγμα, η οποία άρχισε να χτίζεται από το 1588 μέχρι το 1591, πατώντας πάνω στο σχέδιο της προγενέστερης ξύλινης γέφυρας που διαδέχθηκε. Η κατασκευή της γέφυρας θεωρήθηκε τόσο τολμηρή που ο αρχιτέκτονας Βιτσέντζο Σκαμότσι προέβλεψε τη μελλοντική της καταστροφή. Όμως, η γέφυρα αψήφισε τους τότε επικριτές της κι έτσι σήμερα θεωρείται ως ένα από τα ομορφότερα αρχιτεκτονικά σύμβολα της Βενετίας. Στη σημερινή της μορφή εξακολουθούν να υπάρχουν δυο κεκλιμένες ράμπες που οδηγούν σε μια κεντρική στοά, όπου στις εσωτερικές της πλευρές υπάρχει μια σειρά καταστημάτων με αναμνηστικά και κοσμηματοπωλεία.
Μέσα από τις πολύωρες περιπλανήσεις μας τόσο στο "Μεγάλο Κανάλι" όσο και στα μικρότερα που διακλαδώνονται στις πανέμορφες συνοικίες της πόλης, διαπίστωσα πως η Βενετία είναι η μοναδική πόλη στα μέχρι τώρα ταξίδια μου, όπου θεώρησα αχρείαστο το GPS. Παρόλο που στην αρχή αγχώθηκα που δε μπορούσα να το χρησιμοποιήσω καθώς ήταν αδύνατον να με κατευθύνει στους ατελείωτους λαβυρίνθους των συνοικιών, στην πορεία αφέθηκα να με καθοδηγήσουν τα δαιδαλώδη σοκάκια κι οι μικρές πλατείες που ανοίγονταν κάθε τόσο (00:56-02:22), γνωρίζοντας πως ανά πάσα στιγμή θα βρεθώ σε κάποιο άνοιγμα του "Μεγάλου Καναλιού" ή σε κάποιο από τα μνημεία της πόλης που θα με κατατόπιζαν σε ποιο σημείο της πόλης βρίσκομαι. Επίσης, εξυπηρετούσαν πολύ κι οι κίτρινες πινακίδες που συναντούσαμε σε αρκετά σημεία των συνοικιών, οι οποίες έδειχναν την κατεύθυνση προς τα κυριότερα σημεία της πόλης όπως η Γέφυρα του Ριάλτο, η πλατεία του Αγίου Μάρκου κι ο σιδηροδρομικός σταθμός Σάντα Λουτσία.
Στη συγκεκριμένη φωτογραφική περιπλάνηση, σκέφτηκα να παρουσιάσω τα αξιοθέατα της πόλης και σε μια άλλη τις υπέροχες εκκλησίες. Ξεκινώντας λοιπόν με τη Γέφυρα του Ριάλτο και το Μεγάλο Κανάλι, συνεχίζω με ένα ακόμη διάσημο μνημείο, το οποίο είναι η "Γέφυρα των Στεναγμών" (02:28-02:40), η οποία σχεδιάστηκε από τον Αντόνιο Κοντίνο κι άρχισε να κατασκευάζεται από το 1602 μέχρι το 1604. Η γέφυρα δημιουργήθηκε μετά από εντολή του Δόγη Μαρίνο Γκριμάνι με σκοπό να ενώνει την παλιά φυλακή του 11ου αιώνα και τα δωμάτια των ανακρίσεων του παλατιού των Δόγηδων με τη νέα φυλακή (Prigioni Nuove) που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, καθώς τα δυο αυτά κτήρια χωρίζονται από το κανάλι Rio d’ Palazzo (ποτάμι του Παλατιού). Οι νέες φυλακές σχεδιάστηκαν από τον Αντόνιο ντα Πόντε, ο οποίος είχε κατασκευάσει και την Γέφυρα του Ριάλτο.
Για την ονομασία της γέφυρας υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Η πρώτη εκδοχή υποστηρίζει τους στεναγμούς των κρατουμένων που τη διέσχιζαν οδεύοντας προς την εκτέλεσή τους, καθώς έβλεπαν για τελευταία φορά τον έξω κόσμο. Η άλλη εκδοχή επινοήθηκε από τον ποιητή Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος είχε αναφέρει πως τα ζευγάρια που φιλιόντουσαν το ηλιοβασίλεμα κάτω από τη γέφυρα κατακτούσαν την αιώνια αγάπη. Πέρα όμως από τους θρύλους της ονομασίας της, η γέφυρα είναι διάσημη και για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της, η οποία ακολουθεί τον ιταλικό αναγεννησιακό ρυθμό επιλέγοντας ως υλικό το λευκό ασβεστόλιθο της πέτρας από την Ίστρια. Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της γέφυρας, είναι πως όλα τα πρόσωπα στον γλυπτό της διάκοσμο, είναι λυπημένα ή θυμωμένα, με εξαίρεση ένα μονάχα πρόσωπο που χαμογελάει. Γιατί άραγε;
Από το παλάτι των Δόγηδων και τη Γέφυρα των Στεναγμών αρχίζει η Riva degli Schiavoni (02:40-03:06), η παλιά προκυμαία της Βενετίας. Η οικοδόμηση της περιοχής ξεκίνησε πιθανότατα από τον 9ο αιώνα, αποξηραίνοντας την ελώδη περιοχή που υπήρχε σ' εκείνο το σημείο. Η προκυμαία άρχισε να χτίζεται το 1324, χρησιμοποιώντας πλακοστρώσεις από τερακότα κι η επέκτασή της ολοκληρώθηκε το 1782. Το όνομά της προέρχεται από τους Σλάβους εμπόρους της Δαλματίας, η οποία την εποχή που υπήρξε ως κτίση της Δημοκρατίας της Βενετίας ονομαζόταν "Slavonia" ή "Schiavonia". Στη συγκεκριμένη προκυμαία έδεναν τα εμπορικά πλοία από εκείνες τις παράκτιες περιοχές κι οι έμποροι έστηναν τους πάγκους τους. Επίσης, οι εμπορικές συναλλαγές που πραγματοποιούνταν στη συγκεκριμένη προκυμαία αποκτούσαν επιπλέον αξία καθώς βρισκόταν δίπλα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και στο διοικητικό κέντρο της Βενετίας. Σήμερα, η προκυμαία έχει μετατραπεί σε έναν ευχάριστο περίπατο δίπλα στη λιμνοθάλασσα έχοντας αντικριστά το νησί Lido που φιλοξενεί το διάσημο φεστιβάλ κινηματογράφου και το νησάκι του Σαν Τζόρτζιο Ματζόρε.
Η παλιά προκυμαία τελειώνει σε ένα κανάλι που οδηγεί στο βενετσιάνιο οπλοστάσιο. Φτάνοντας προς τους δυο πύργους του, που εξακολουθούν αγέρωχοι να επιτηρούν το συγκεκριμένο κανάλι, μου έκανε τρομερή εντύπωση η αναλλοίωτη εικόνα του τοπίου, συγκρίνοντάς την με πίνακες του 17ου κι 18ου αιώνα. Το βενετσιάνικο οπλοστάσιο ήταν ένα κρατικό συγκρότημα ναυπηγείων κι αποθήκης πυρομαχικών, το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ναυτική παντοδυναμία της Βενετίας που διήρκεσε από τον ύστερο Μεσαίωνα μέχρι την πτώση της Ενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα το 1797. Η κατασκευή του οπλοστασίου ξεκίνησε το 1104 και με την πάροδο του χρόνο μετατράπηκε στο μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα της Ευρώπης αιώνες πριν τη Βιομηχανική Επανάσταση, με την έκτασή του (περίπου 45 εκτάρια) να αποτελεί το 15% ολόκληρης της Βενετίας. Το συγκεκριμένο συγκρότημα περιτριγυρίζεται από ένα τείχος 3,2 χλμ., του οποίου το ύψος προστάτευε τους εργάτες και τους ναυπηγούς που κατασκεύαζαν τα εμπορικά πλοία, τα οποία είχαν μετατρέψει την πόλη σε μεγάλη εμπορική δύναμη της Μεσογείου. Αξιοσημείωτο είναι ότι το βενετσιάνικο οπλοστάσιο είχε ένα αποκλειστικό δάσος στην περιοχή των λόφων Montello του Βένετο, που του παρείχε την προμήθεια ξυλείας που χρειαζόταν για την κατασκευή των πλοίων. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί πως στην επιβλητική πύλη του οπλοστασίου στέκει περίφημο το λιοντάρι του Πειραιά.
Από το βενετσιάνικο οπλοστάσιο κινήσαμε προς τα ήρεμα και χωρίς κόσμο σοκάκια και κανάλια του Καναρέτζιο, διασχίζοντας ολόκληρη την πόλη από την ανατολική της άκρη στη δυτική, εκεί που βρίσκεται το βενετσιάνικο εβραϊκό γκέτο. Η συγκεκριμένη περιοχή είναι η λιγότερο τουριστική της πόλης, μ' αποτέλεσμα οι συνοικίες να διατηρούν μια αυθεντικότητα που έχει σβηστεί από τις υπόλοιπες γειτονιές της Βενετίας.
Η ιστορία του εβραϊκού γκέτο είναι πολύ ενδιαφέρουσα κι αξίζει να αναφερθώ σ' αυτήν. Η εβραϊκή παρουσία στην Βενετία, μαρτυρείται ήδη από πολύ παλιά, καθώς η πόλη αποτελούσε ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο της Μεσαιωνικής Ευρώπης. Συγκεκριμένα ήδη από το 945 και 992 υπάρχουν αναφορές σε έγγραφα που απαγόρευαν στους Βενετούς καπετάνιους να δέχονται Εβραίους στα πλοία τους, γεγονός που αποδεικνύει μετακινήσεις Εβραίων προς και από την Βενετία.
Μετά το 1204, με την προσχώρηση πολλών πρώην βυζαντινών περιοχών στη βενετική επικράτεια, η πόλη αναδεικνύεται σε κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, δίνοντας την αφορμή για μετακινήσεις πληθυσμών προς την μητρόπολη, μεταξύ αυτών και πολλών Εβραίων, οι οποίοι διακρίνονταν πάντα για το εμπορικό τους πνεύμα. Μάλιστα το 1290 η Βενετία επέτρεψε σε Εβραίους εμπόρους και δανειστές να δραστηριοποιούνται στην πόλη, αν και επέβαλε διάφορους περιορισμούς, όπως φόρους στα εισαγόμενα και εξαγόμενα είδη. Ωστόσο η πρώτη κανονική συμφωνία μεταξύ της βενετικής κυβέρνησης και των Εβραίων, η οποία μαρτυρεί τη συστηματική εγκατάστασή τους εκεί, είναι το 1382. Αξίζει να σημειωθεί ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή η Βενετία ήθελε την προσέλκυση Εβραίων, καθώς βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση λόγω του πολέμου με την Γένοβα. Από την άλλη, και πολλοί Εβραίοι από τη Δυτική Ευρώπη ήθελαν να καταφύγουν στην Ιταλία εξαιτίας του ιδιαίτερα έντονου αντισημιτικού κλίματος που ξέσπασε με αφορμή την κατηγορία ότι οι Εβραίοι είχαν μολύνει τα πηγάδια και έτσι είχαν προκαλέσει την μεγάλη επιδημία πανούκλας του 1348-1493, μια κατηγορία ιδιαίτερα συνηθισμένη στην Δυτική Ευρώπη σε περιπτώσεις εμφάνισης πανώλης. Αυτά τα αντισημιτικά συναισθήματα οδηγούσαν συχνά σε πογκρόμ, διώξεις, περιορισμούς και διακρίσεις. Παρόλα αυτά στην Βενετία λόγω του μη κυρίαρχου ρόλου της Εκκλησίας, η πολιτεία καθόριζε τη στάση απέναντι στους Εβραίους, και όχι τόσο οι αντισημιτικές διαθέσεις του όχλου. Ως εκ τούτου δεν υπήρξαν τόσο έντονες διώξεις, αλλά αρκετοί περιορισμοί, όπως για παράδειγμα το 1395, όπου δινόταν στους Εβραίους μόνο διετείς άδειες παραμονής με εξαίρεση τους γιατρούς, τους οποίους οι Βενετοί εμπιστεύονταν λόγω των εξαιρετικών τους γνώσεων.
Το 1508 επιτράπηκε στους Εβραίους να νοικιάζουν τα σπίτια, στα οποία θα κατοικούσαν, αλλά όχι να τα κατέχουν ως ιδιοκτησία τους ενώ το 1515 τους επιτράπηκε να ανοίξουν καταστήματα πώλησης υφασμάτων και ρούχων. Το 1516 η βενετική πολιτεία υποχρέωσε τους Εβραίους να εγκατασταθούν πλέον μόνιμα σε μια καθαρά δική τους συνοικία, στο Κανναρέτζιο, όπου παλαιότερα βρισκόταν ένα χυτήριο μετάλλων, γνωστό ως «geti». Από αυτήν την λέξη προήλθε η λέξη «ghetto», η οποία χρησιμοποιήθηκε έπειτα ως ένας γενικός όρος για κάθε πυκνοκατοικημένη περιοχή αλλά κι ως σύμβολο διαχωρισμού των ανθρώπων.
Το Γκέτο της Βενετίας αποτέλεσε και το πρώτο γκέτο εβραίων του κόσμου και υπήρξε μοντέλο και για τα μετέπειτα εβραϊκά γκέτο της Δυτικής Ευρώπης. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια πρωτοφανή περίπτωση εγκλεισμού και περιθωριοποίησης μιας αστικής πληθυσμιακής ομάδας, καθώς το γκέτο έκλεινε τις πύλες του από τις 6.00 το απόγευμα, ενώ στα τριγύρω κανάλια περιπολούσαν βάρκες με χριστιανούς φρουρούς για να εμποδίζουν νυχτερινές παραβιάσεις. Εκτός από τις νυχτερινές ώρες οι Εβραίοι περιορίζονταν στη συνοικία τους και κατά την διάρκεια κάποιων χριστιανικών εορτών, με την πρόφαση ότι αυτό το μέτρο εφαρμοζόταν για την προστασία των ίδιων από φανατικούς χριστιανούς σε περιόδους θρησκευτικής έξαρσης.
Παρά τις αντιξοότητες οι Εβραίοι είχαν την δική τους αυτοδιοίκηση και οργάνωναν μόνοι τους την καθημερινή τους ζωή. Δημιούργησαν τους δικούς τους τόπους λατρείας και ετοίμαζαν τα τρόφιμά τους σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση. Παράλληλα λειτουργούσαν ενεχυροδανειστήρια, τυπογραφεία και μαγαζιά με είδη ρουχισμού. Όμως, οι συνθήκες διαβίωσης στο Γκέτο δυσχέραιναν καθώς η κοινότητα μεγάλωνε καθώς είχε φτάσει στους 2.000 κατοίκους στα τέλη του 16ου αιώνα, ενώ η αρχική χωρητικότητα ήταν για 600 περίπου άτομα. Αποτέλεσμα της έλλειψης χώρου ήταν η ανέγερση επιπλέον ορόφων. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, οι κάτοικοι προσέθεταν ταβάνια στα δωμάτια για να διπλασιάσουν τους χώρους, με αποτέλεσμα οι χώροι να γίνονται ασφυκτικά κοντοί ενώ υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις κτιρίων που κατέρρευσαν εξαιτίας αυτών των παρεμβάσεων.
Από το 1590 και μετά κάποιοι περιορισμοί άρχισαν να χαλαρώνουν ενώ παράλληλα βελτιώθηκε σημαντικά η μεταχείριση των Εβραίων. Οι απαγορεύσεις σχετικά με την έξοδο από το Γκέτο ατόνησαν κι οι Εβραίοι μπορούσαν να παρακολουθήσουν πιο ελεύθερα διάφορες εκδηλώσεις της πόλης. Εκείνην την περίοδο άρχισε μια νέα ακμή της εβραϊκής κοινότητας, οδηγώντας σε νέα αύξηση του πληθυσμού σε 2.500 κατοίκους. Οι αλλαγές αυτές έγιναν αφορμή να επεκταθούν τα όρια του Γκέτο με τη δημιουργία του Ghetto Nuovissimo το 1633, στο οποίο εγκαταστάθηκαν κάποια από τα πιο εύπορα μέλη της κοινότητας καθώς διέθετε πιο άνετα διαμερίσματα και καλύτερα κτήρια. Στα τέλη του 17ου αιώνα στη Βενετία ζούσαν πάνω από 5.000 Εβραίοι.
Με τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή αύξηση εκείνης της περιόδου ξεκίνησε η οικοδόμηση εξαώροφων κτιρίων, (οι λεγόμενοι “Ουρανοξύστες” της Βενετίας), στο Ghetto Vecchio και στο γειτονικό Ghetto Nuovissimo. Ωστόσο κατά τον 18ο αιώνα ο πληθυσμός άρχισε να μειώνεται, λόγω του αντιεβραϊκού κλίματος που άρχισε να επικρατεί ξανά και της μεγάλης φορολογίας, η οποία προκάλεσε κλείσιμο καταστημάτων. Ως εκ τούτου αρκετές εξέχουσες οικογένειες έφυγαν για άλλες πόλεις.
Το 1797, με την έλευση των στρατευμάτων του Ναπολέοντα στην πόλη, αποφασίστηκε το τέλος του εγκλεισμού των Εβραίων με το γκρέμισμα των πυλών του Γκέτο. Μερικοί Εβραίοι συνέχισαν να ζουν στην ίδια περιοχή, αλλά οι πιο πλούσιοι έφυγαν προς άλλες συνοικίες της Βενετίας. Με την ενοποίηση της Ιταλίας, το 1866, οι Εβραίοι απέκτησαν ίσα δικαιώματα με τους άλλους Ιταλούς αλλά τα προβλήματα επανήλθαν με την άνοδο του Φασισμού στην Ιταλία και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν το 1943 τα γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην Βενετία, στην πόλη ζούσαν περίπου 1.200 Εβραίοι. Από αυτούς κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν στην Ελβετία και σε άλλες περιοχές, αλλά 246 Βενετοί Εβραίοι πιάστηκαν και στάλθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Σήμερα στην Βενετία κατοικούν περίπου 600 Εβραίοι, εκ των οποίων οι 30 εξακολουθούν να ζουν στην περιοχή του Γκέτο, το οποίο έχει διατηρηθεί σχεδόν αναλλοίωτο. Έτσι, μας δόθηκε η ευκαιρία να περιπλανηθούμε κάτω από τις εξαώροφες "πολυκατοικίες" κι τις παλιές συναγωγές. Μέσα από τις περιπλανήσεις μας παρατηρήσαμε πως υπάρχουν ακόμη πολλά σημεία που μαρτυρούν τον παρελθοντικό εγκλεισμό που βίωναν οι Εβραίοι της πόλης. Τα κτήρια εξακολουθούν να στέκουν ως θεόρατα τείχη ενώ οι πύλες που κλείδωναν το απόγευμα, στέκουν πλέον στοιχειωμένες αλλά ανοιχτές για να υποδεχτούν τόσο τους επισκέπτες όσο και τους εναπομείναντες κατοίκους. Επίσης, στο Ghetto Vecchio συναντήσαμε τη Spanish Synagogue, στην οποία εξακολοθούν να γίνονται λειτουργίες από τον 16ο αιώνα, τη Levantine Synagogue, στην οποία υπάρχει και εργαστήριο που φτιάχνει ματσά και το εβραϊκό μουσείο.
Σ' αυτή τη περιοχή ανακαλύψαμε ένα ήσυχο μέρος καλά κρυμμένο από τις ορδές των τουριστών, όπου νέοι απολάμβαναν το βενετσιάνικο ηλιοβασίλεμα. Ένα σημείο το οποίο ανακαλύψαμε κι εμείς τυχαία καθώς επιστρέφαμε με το βαπορέτο από το Μουράνο. Σαν να μας έκανε η πόλη ένα μοναδικό δώρο θέλοντας να μας αποχαιρετήσει με το πιο γλυκό τρόπο.
Τη μέρα που επιλέξαμε να επισκεφθούμε τα νησιά Μπουράνο και Μουράνο, κλείσαμε το ημερήσιο εισιτήριο (Venetian Pass), το οποίο μας έδινε πρόσβαση σε όλα τα πλωτά μέσα της Βενετίας αλλά και στα συμβατικά τραίνα της Trenitalia που συνδέουν τη Γαληνοτάτη με το Μέστρε. Αφού πρώτα επισκεφθήκαμε την εντυπωσιακή Βασιλική του Αγίου Μάρκου ευελπιστώντας πως νωρίς το πρωί θα συναντήσουμε μικρή ουρά επισκεπτών στην είσοδό της, ανηφορίσαμε προς τη βόρεια προβλήτα της ήρεμης συνοικίας του Καναρέτζιο, απ' όπου ξεκινούν τα καραβάκια που συνδέουν την πόλη με τα νησιά Μπουράνο και Μουράνο. Εκεί σκεφτήκαμε να ξεκινήσουν οι περιπλανήσεις μας από το πιο μακρινό νησί.
Όσο περιμέναμε το βαπορέτο για Μπουράνο, στεκόμασταν στην προβλήτα και θαυμάζαμε τα τείχη του πλωτού νεκροταφείου της Βενετίας, το οποίο βρίσκεται στο μικρό νησάκι του San Michele ή το "Νησί των Νεκρών". Μέχρι να μετατραπεί το νησί του San Michele σε νεκροταφείο, οι κάτοικοι της Βενετίας έκαιγαν τους νεκρούς τους στην πόλη ή τους έθαβαν σε εκκλησίες, ιδιωτικούς κήπους, κελάρια παλατιών ή όπου αλλού ήταν δυνατόν. Αρχικά, στο νησί ιδρύθηκε ένα μοναστήρι, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε το 1469. Απομεινάρια του συγκεκριμένου μοναστηριού βρίσκονται στο βορειοδυτικό σημείου του νησιού όπου στέκει η εκκλησία του San Michele in Isola. Στα μέσα του 17ου αιώνα κι έπειτα το φρούριο που υπήρχε στο νησί μετατράπηκε σε βενετική φυλακή κι από το 1807 μετά από διάταγμα του Ναπολέοντα άρχισε να λειτουργεί ως νεκροταφείο, στο οποίο δε θάβονται μόνο Βενετσιάνοι αλλά κι επιφανείς άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο.
Για το Μπουράνο αναχωρήσαμε νωρίς το μεσημέρι. Η διαδρομή μας κράτησε γύρω στα 45 λεπτά καθώς το νησί απέχει 7 χλμ. από την Βενετία και βρίσκεται στο βορειότερο άκρο της λιμνοθάλασσας, δίπλα στο νησί Τορτσέλλο. Αρχικά το Μπουράνο ήταν ένα σύμπλεγμα πέντε μικρών νησιών τα οποία χωρίζονταν με κανάλια. Αργότερα τα κανάλια επιχωματώθηκαν δημιουργώντας έναν ενιαίο οικισμό με 2.800 κατοίκους. Μόνο το νησί Ματσόρμπο δεν ενώθηκε με τα υπόλοιπα, αλλά συνδέεται με το Μπουράνο μέσω μιας γέφυρας. Οι ονομασίες των πέντε προαστίων του νησιού, υπενθυμίζουν τη ύπαρξη των παλιότερων νησιών που υπήρχαν εκεί.
Το νησί κατοικήθηκε για πρώτη φορά τον 6ο αιώνα από Ρωμαίους που ήρθαν από την περιοχή του Αλτίνο στην κεντρική Ιταλία. Όσο για την προέλευση του ονόματός του υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη αναφέρει πως οι πρώτοι έποικοι του νησιού ήταν η οικογένεια Μπουράνο ενώ η δεύτερη λέει πως οι πρώτοι έποικοι που έφτασαν εκεί προέρχονταν από το μικρό νησί Μπουρανέλλο, το οποίο βρίσκεται 8 χλμ. νοτιότερα.
Αρχικά το νησί ήταν ένα ψαροχώρι που κυβερνιόταν από το γειτονικό νησί Τορτσέλλο, χωρίς να κατέχει κανένα από τα προνόμια των υπολοίπων νησιών της λιμνοθάλασσας. Όμως, η ανάπτυξή του ήρθε τον 16ο αιώνα, όταν οι γυναίκες του νησιού άρχισαν να ασχολούνται με την παραγωγή της δαντέλας, με βελόνες που εισήχθησαν από την Βενετοκρατούμενη Κύπρο. Το εμπόριο κι η οικονομική άνθηση αναπτύχθηκαν μέχρι τον 18ο αιώνα κι η πρόοδος στην πόλη ξεκίνησε από το 1872 όταν άνοιξε σχολή δαντελοποιίας. Η δαντελοποιία επανήλθε ξανά τον 20ο αιώνα αλλά όχι με τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής που ήταν πολύ δαπανηρός και χρονοβόρος.
Φτάνοντας στο Μπουράνο διακρίναμε τα πρώτα πολύχρωμα σπιτάκια. Η πρώτη εντύπωση που σχημάτισα βλέποντας αυτό το μοναδικό θέαμα, ήταν η σκέψη πως ως εκ θαύματος έγιναν πραγματικότητα όλα τα πολύχρωμα σπιτάκια που ζωγράφιζα παιδί στο νηπιαγωγείο αλλά και στο σχολείο. Χρώματα έντονα που έδιναν την αίσθηση πως ξεπετάχτηκαν από γιγάντιους μαρκαδόρους, δημιουργώντας την απόλυτη παιχνιδιάρικη διάθεση στις μικρές μας πολύχρωμες και δαντελένιες περιπλανήσεις. Ένα ακόμη στοιχείο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση είναι πως όλη αυτή η πανδαισία χρωμάτων πρόσφερε απλόχερα χαμόγελα στους επισκέπτες του νησιού. Όπως ακριβώς συνέβη και σε μας.
Αυτή η πολύχρωμη και παιχνιδιάρικη μοναδικότητα του Μπουράνο, έχει τις ρίζες της στη «χρυσή εποχή της Ιταλίας». Εικάζεται πως το συγκεκριμένο έθιμο ξεκίνησε από τους ψαράδες, οι οποίοι έβαφαν τα σπίτια τους στο χρώμα της αρεσκείας τους για να τα βλέπουν το βράδυ που επέστρεφαν από το ψάρεμά τους. Στις μέρες μας εξακολουθούν να διατηρήσουν αυτό το έθιμο, παρόλο που δεν είναι απλή υπόθεση η επιλογή του χρώματος με το οποίο βάφεται το κάθε σπίτι. Αν κάποιος ιδιοκτήτης θέλει να βάψει το σπίτι του πρέπει να κάνει αίτηση στην κυβέρνηση και να περιμένει μία λίστα με τα χρώματα που είναι διαθέσιμα, ανάλογα με την περιοχή στην οποία βρίσκεται η κατοικία του.
Το μοναδικό αξιοθέατο του νησιού που προσεγγίσαμε και θαυμάσαμε για την αισθητή και λίγο επικίνδυνη κλίση του καμπαναριού του, ήταν η εκκλησία του Σαν Μαρτίνο. Στο νησί υπάρχουν άλλα δύο αξιοθέατα, το Ορατόριο της Σάντα Μπάρμπαρα καθώς και το Μουσείο και Σχολή Δαντελοποιίας, τα οποία δεν επισκεφθήκαμε διότι προτιμήσαμε να περιπλανηθούμε κι άλλο στις πολύχρωμες συνοικίες και στα λιλιπούτια κανάλια του νησιού.
Κατά το απόγευμα πήραμε το βαπορέτο για να κατηφορίσουμε προς το Μουράνο, το οποίο μας άφησε δίπλα στο μεγάλο φάρο του κρυστάλινου νησιού. Όπως και το Μπουράνο, έτσι και το Μουράνο αποτελείται από μια συστάδα νησίδων που χωρίζονται από μικρά κανάλια και συνδέονται μεταξύ τους με γέφυρες. Το Μουράνο απέχει από την Βενετία μόλις 1,5 χλμ., γεγονός που του προσφέρει έναν εκπληκτικό νότιο ορίζοντα, πάνω στον οποίον πλέει η Γαληνοτάτη με τα πανύψηλα και γερμένα της καμπαναριά.
Το Μουράνο κατοικήθηκε για πρώτη φορά τον 6ο αιώνα, αρχικώς από τους Ρωμαίους κι αργότερα από μέτοικους από το Άλτινουμ και το Οντέρζο. Στην αρχή το νησί ευδοκίμησε ως ψαροχώρι κι από την παραγωγή αλατιού. Από τον 11ο αιώνα άρχισε να παρακμάζει και οι κάτοικοί του μετοίκησαν στο Ντορσοντούρο. Λίγο μετά το 1000 μ.Χ. ερημίτες του τάγματος των Camaldolese, αναζητώντας ένα μοναχικό μέρος, εγκαταστάθηκαν σε ένα από τα νησιά του, ιδρύοντας τη Μονή του Αγίου Μιχαήλ (S. Michele di Murano), που με την πάροδο των χρόνων έγινε μεγάλο κέντρο μορφώσεως κι εκδόσεων. Ο διάσημος χαρτογράφος Φρα Μάουρο, του οποίου οι χάρτες υπήρξαν τόσο σημαντικοί για την εξερεύνηση του κόσμου από τους Ευρωπαίους, ήταν μοναχός αυτού του κοινόβιου. Η μονή διαλύθηκε βίαια το 1810 από τις γαλλικές δυνάμεις κατοχής του Μεγάλου Ναπολέοντα.
Στις μέρες μας, το Μουράνο είναι διάσημο για την υαλουργία του και ιδιαίτερα για τις λάμπες και τα κομψοτεχνήματα που χαρακτηρίζονται «Κρύσταλλα Μουράνο». Η φήμη του νησιού ως κέντρου υαλουργίας ξεκίνησε από το 1291, όταν όλοι οι υαλουργοί της Βενετίας διατάχθηκαν να μεταφέρουν τα εργαστήριά τους στο Μουράνο για να αποφευχθεί ο κίνδυνος πυρκαγιάς. Τον επόμενο αιώνα άρχισαν οι εξαγωγές και το Μουράνο έγινε διάσημο, αρχικώς για τις γυάλινες χάντρες και τους καθρέφτες του.
Τα αξιοθέατα του Μουράνο περιλαμβάνουν τον ναό της Παναγίας και του Αγίου Δονάτου (Santa Maria e San Donato), γνωστό για το ψηφιδωτό δάπεδο βυζαντινής τεχνοτροπίας, που λέγεται ότι στεγάζει τα κόκκαλα του δράκοντα που σκότωσε ο Άγιος Δονάτος. Επίσης, υπάρχει κι ο ναός του Αγίου Πέτρου (San Pietro Martire) με το παρεκκλήσιο της οικογένειας Ballarin που κτίσθηκε το 1506 και κοσμείται με έργα τέχνης του Τζιοβάννι Μπελλίνι, καθώς και το Παλάτσο ντα Μούλα. Τέλος, αξίζει μια επίσκεψη στα περισσότερα υαλουργεία, κάποια από τα οποία είναι ηλικίας πολλών αιώνων κι είναι ανοικτά στο ευρύ κοινό, όπως και το Μουσείο Γυαλιού του Μουράνο, που στεγάζεται στο Παλάτσο Τζιουστινιάν.
Ωστόσο, σε αντίθεση με το Μπουράνο, το Μουράνο μας φάνηκε αρκετά μίζερο κι αδιάφορο. Έλειπε η ζωντάνια που κυριαρχούσε στο άλλο νησί ενώ το χρώμα περιοριζόταν μόνο σε υπαίθρια κρύσταλλα Μουράνο που συναντούσαμε στις μικρές μας περιπλανήσεις στα στενά του κανάλια, κάτι που μας έκανε να αναχωρήσουμε νωρίτερα για τη Βενετία. Κατά την επιστροφή μας στην πόλη, ανακαλύψαμε ένα καλά κρυμμένο σημείο με λίγο κόσμο που είχε αράξει δίπλα στους απαλούς παφλασμούς της λιμνοθάλασσας για να απολαύσει το βενετσιάνικο ηλιοβασίλεμα. Ευτυχώς είχαμε το χρονικό περιθώριο να φτάσουμε εγκαίρως στο σημείο εκείνο και να μαγευτούμε με τα έντονα χρώματα του κοκκινωπού ορίζοντα. Ένα σημείο ιδιαίτερο, διακριτικό και μαγικό που επιθυμώ να κρατήσω κρυφό...
Σε συζητήσεις που κάνω τον τελευταίο καιρό με αρκετούς φίλους μου που είναι έμπιστοι κινηματογραφόφιλοι, συνεχώς εκφράζω το παράπονό μου πως έχω χρόνια να απολαύσω κάποια ταινία που να με κερδίσει ολόψυχα και να με εκφράσει απόλυτα. Τόσο η υγειονομική κρίση όσο κι η δηθενιά που έχει αρχίσει να επικρατεί έντονα τα τελευταία χρόνια στο χώρο του κινηματογράφου, έχει επιφέρει ένα δημιουργικό μαρασμό και μια θεματική επανάληψη που δυστυχώς έχει αρχίσει να κουράζει. Κι εκεί που μ' έχει πιάσει μια κινηματογραφοφιλική απελπισία, έρχονται ο Φελίξ Βαν Γκρόνινγκεν κι η σύντροφός του Σάρλοτ Βαντερμίς να με συγκινήσουν αναπάντεχα με το αριστουργηματικό τους έργο "Τα Οχτώ Βουνά", το οποίο είναι βασισμένο στο βιβλίο του Πάολο Κονιέτι.
Η ιστορία της ταινίας είναι πολυσύνθετη καθώς ανοίγει αρκετά μέτωπα αλλά συνάμα και τόσο οικεία. Είναι η αποθέωση μιας ειλικρινούς παιδικής φιλίας, η οποία δοκιμάζεται στο χρόνο και στις διαφορετικές συνθήκες. Πάνω σ' αυτήν την απόλυτη αντίθεση των δυο φίλων πατάνε οι δημιουργοί προσφέροντας ένα από τα συγκινητικότερα αριστουργήματα των τελευταίων χρόνων.
Πρωταγωνιστές στην ταινία είναι δυο συνομήλικοι φίλοι, ο Πιέτρο κι ο Μπρούνο, οι οποίοι συναντιούνται κάθε καλοκαίρι στη Γκράνια, ένα ορεινό χωριό των ιταλικών Άλπεων. Πέρα από την ίδια ηλικία και το ότι είναι κι οι δυο μοναχοπαίδια, δεν έχουν κανένα άλλο κοινό στοιχείο. Ο Πιέτρο ζει στο Τορίνο κι έχει έναν πατέρα απόντα από το σπίτι λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων ενώ ο Μπρούνο ζει πάνω στα βουνά στηρίζοντας τον πατέρα του και τον θείο του στην κτηνοτροφία και στην παραγωγή τυριού. Ο Πιέτρο έχει όλη την υποστήριξη των δικών του για να σπουδάσει σε αντίθεση με τον Μπρούνο που ενηλικιώνεται απότομα στις άγριες εργασιακές και κλιματικές συνθήκες. Παρόλα αυτά, ο Πιέτρο είναι αυτός που "επαναστατεί" κι αποφασίζει να κυνηγήσει τα τρελά όνειρα της εφηβείας του, κόβοντας κάθε δεσμό με την οικογένειά του και κυρίως με τον πατέρα του.
Η ανατροπή της στάσιμης για πολλά χρόνια κατάστασης του Πιέτρο, θα έρθει με τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του. Η απώλειά του γονιού του, θα σταθεί αφορμή για τον μποέμ νεαρό να αναλογιστεί τα λάθη του, τους εγωισμούς του κι όλες του τις επιλογές που τον οδήγησαν σε μια αδιέξοδη παρατεταμένη εφηβεία. Ίσως ήταν η ζήλια του απέναντι στην εκτίμηση που έδειχνε ο πατέρας του στον Μπρούνο; Μήπως κάποιο είδος αντίδρασης βλέποντας την απότομη ενηλικίωση του φίλου του; Πολύ πιθανόν να έπαιξε σημαντικό ρόλο και το χάσμα που υπήρχε από μεριάς του προς τον πατέρα του.
Επιστρέφοντας στο ορεινό χωριό για να βοηθήσει τον Μπρούνο στο χτίσιμο του ορεινού του καταφυγίου, ο Πιέτρο θα ανακαλύψει την αθέατη όψη του πατέρα του. Θα αρχίσουν να ξεδιπλώνονται μπροστά του κάποια κομμάτια του χαρακτήρα του που δεν είχε αντιληφθεί όσο ήταν ζωντανός. Ανεβαίνοντας στην πρώτη κορυφή που είχαν "κατακτήσει" μαζί, ο Πιέτρο θα διαβάσει τη γλυκιά σημείωση του πατέρα του, συνειδητοποιώντας πόσο σημαντική ήταν γι' αυτόν εκείνη η στιγμή που είχε μοιραστεί με τον γιο του. Ταυτόχρονα συνειδητοποιεί πως οι σχέσεις πατέρα και γιου είναι από τη φύση τους τεταμένες. Όπως είχε εκείνος κόντρα με τον πατέρα του, αντίστοιχα παράπονα είχε κι ο Μπρούνο με τον δικό του, κάτι που τον ανάγκαζε να ζητά συμβουλές από τον πατέρα του Πιέτρο. Κατά κάποιον τρόπο, ο πατέρας του Πιέτρο "υιοθέτησε" τον Μπρούνο, θέλοντας να καλύψει το κενό που είχε αφήσει ο γιος του με τη διάλυση των δεσμών τους αλλά και προσπαθώντας να μαλακώσει την απαξίωση που δεχόταν από το ίδιο του το παιδί.
Όλα αυτά θα ωθήσουν τον Πιέτρο να αναζητήσει την αθέατη πλευρά του πατέρα του μέσα από κρυμμένα σημειώματα στις κορυφές των ιταλικών Άλπεων, μέσα από τα χαραγμένα μονοπάτια του γονιού του στους χάρτες και φυσικά μέσα από τις συζητήσεις του με τον Μπρούνο.
Ωστόσο η ταινία δεν περιορίζεται μόνο σ' αυτό το κομμάτι αλλά εστιάζει και σε άλλα θέματα αρκετά επίκαιρα. Ένα απ' αυτά είναι η λανθασμένη εικόνα που έχουν οι κάτοικοι των πόλεων για τη φύση, κάτι το οποίο θίγεται κατά την διάρκεια της παραμονής κάποιων φίλων του Πιέτρο στο ορεινό σπίτι που είχε χτίσει με τον Μπρούνο. Ακούγοντας τις αφελείς απόψεις των αστών, ο Μπρούνο αρχίζει να τους χλευάζει θέλοντας να τους αποδείξει πως δεν έχουν καμία απολύτως ιδέα για τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν το χειμώνα στα βουνά. Η επίμονη κι άκρως ειρωνική του στάση θα αντικρούσει όλα τα υποτιθέμενα κι ασυνάρτητα σχέδια των φιλοξενούμενων και θα μαλακώσει αφότου ακούσει την ηττημένη δήλωση ενός απ' αυτούς, που τον εκλιπαρεί να τον αφήσει τουλάχιστον να ονειρεύεται όλες αυτές τις λανθασμένες αντιλήψεις που έχει για τη φύση.
Σε αντίθεση με τον Μπρούνο, ο Πιέτρο επιμένει να ζει στην πόλη. Με έναν διακριτικό αλλά εύστοχο τρόπο, οι δημιουργοί προσπαθούν να αποδείξουν ποια από τις καθημερινότητες των δυο πρωταγωνιστών είναι πιο ποιοτική αλλά και πιο ανθρώπινη. Η φύση έχει τις αντιξοότητές της αλλά η ζωή στην πόλη είναι ένας ασυνείδητος εγκλεισμός. Ένας ύπουλος ιδρυματισμός που δύσκολα μπορούν να αντιληφθούν όσοι επιλέγουν να ζήσουν και να εργαστούν στους ξέφρενους ρυθμούς της αστικής ζωής. Αυτό γίνεται αντιληπτό σε μια σκηνή που ο Μπρούνο τηλεφωνεί στον Πιέτρο, ο οποίος αναγκάζεται να βγει στο ηλιόλουστο αίθριο της σκοτεινής κουζίνας που εργάζεται για να συνειδητοποιήσουμε ως κοινό, ότι το επάγγελμα που διάλεξε του στερεί την αίσθηση του χρόνου αλλά και του χώρου. Προσωπικά, το συγκεκριμένο στιγμιότυπο με ταρακούνησε αρκετά, καθώς νιώθω κι εγώ τα τελευταία χρόνια εγκλωβισμένος στην Αθήνα.
Μπορεί από την μια να "αποθεώνεται" η σκληρή ζωή στην ύπαιθρο αλλά από την άλλη δείχνει και το πόσο ευάλωτη είναι σε ξένα και κυρίως σε αστικά ερεθίσματα. Μπορεί ο Μπρούνο να παρουσιάζεται ως ο πιο δυνατός και πιο προσγειωμένος χαρακτήρας της ιστορίας αλλά συνάμα θαμπώνεται από τις γνώσεις και τον τρόπο ζωής των αστών. Καταρχάς, εντυπωσιάζεται από τις γνώσεις του Πιέτρο και τον θαυμάζει για τη συγγραφική του καριέρα. Σε μια μεταξύ τους συζήτηση θα του εκφράσει την εκτίμηση απέναντι στο πλούσιο λεξιλόγιό του, λέγοντάς του πως "αν έχεις φτωχά λόγια είσαι αναγκασμένος να έχεις και φτωχές σκέψεις". Μέγα λάθος κατά τη δική μου γνώμη, διότι μια άλλη παροιμία λέει πως "τα πολλά λόγια είναι φτώχια". Έπειτα, ο Μπρούνο ερωτεύεται μια φίλη του Πιέτρο και κάνει οικογένεια μαζί της, η οποία θα τον ωθήσει να ασχοληθεί με επενδύσεις και δάνεια θέλοντας να τον βοηθήσει να αναπτύξει τις κτηνοτροφικές του δραστηριότητες. Όμως, η αγνή φύση του Μπρούνο απέναντι στη βρωμιά του κέρδους, θα μετατραπεί σε αχίλλειο πτέρνα, γκρεμίζοντας ανεξέλεγκτα όλες του τις προσπάθειες και φυσικά όλα του τα όνειρα.
Πάνω σ' αυτό το κομμάτι, παρουσιάζεται με ένα γλυκό τρόπο, η διακριτική ζήλεια μεταξύ των δυο φίλων. Κατά κάποιον τρόπο ο Πιέτρο ζηλεύει τον Μπρούνο που κατάφερε να εκπληρώσει το παιδικό του όνειρο και να γίνει κτηνοτρόφος και να κάνει οικογένεια ενώ ο Μπρούνο ζηλεύει την ανέμελη, ταξιδιάρικη και μποέμικη ζωή του φίλου του. Μια ζήλια που ποτέ δεν εκδηλώνεται αλλά ούτε γίνεται αφορμή για να διαλυθεί η αντρική τους φιλία.
Αντιθέτως, οι δυο φίλοι βιώνουν μια συγκινητική αλληλεγγύη κι αλληλοεκτίμηση, παρόλο που έχουν μεγαλώσει με διαφορετικές νοοτροπίες κι έχουν ριζώσει διαφορετικές αξίες μέσα τους. Γι' αυτόν τον λόγο ο Μπρούνο εξακολουθεί να εκτιμά τον πατέρα του παρά τα δεινά που του είχε δημιουργήσει αφήνοντάς του αρκετά συμπλεγματικά κατάλοιπα, σε αντίθεση με τον Πιέτρο που εξακολουθεί να απαξιώνει τον δικό του πατέρα και μετά το θάνατό του. Παρά τις διαφορετικές στάσεις που κρατάνε απέναντι στους γονείς τους, εκφράζουν μεταξύ τους μια ειλικρινή κατανόηση απέναντι στη στάση του κρατάει ο καθένας πάνω σ' αυτό το θέμα.
Όλη αυτή η πολυπλοκότητα της ζωής δένει εντυπωσιακά με το θιβετιανό ρητό "Οκτώ Βουνά", το οποίο χωρίζει τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Σε αυτούς που βάζουν στόχο τη ψηλότερη κορυφή κι εγκλωβίζονται σ' αυτήν και στους τυχοδιώκτες που αποφεύγουν την ψηλότερη κορφή αλλά περιφέρονται τόσο στις υπόλοιπες επτά όσο και στις οκτώ θάλασσες, αναζητώντας τις απαντήσεις για την ίδια τους τη ζωή και το νόημα της ύπαρξής τους. Ο Μπρούνο αντιστοιχεί στην πρώτη κατηγορία μ' αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί από μικρός στο δικό του ψηλό βουνό ακολουθώντας τον τρόπο ζωής των δικών του, ενώ ο Πιέτρο έχοντας πιο διευρυμένους ορίζοντες αποφασίζει να μην ακολουθήσει τη συμβιβασμένη κι αγχώδης ζωή του πατέρα του, επιθυμώντας να ζήσει την κάθε του στιγμή ελεύθερα κι ανέμελα κάνοντας δουλειές του ποδαριού και ταξιδεύοντας ως τα Ιμαλάια αναζητώντας απαντήσεις σε όλα αυτά που τον βασανίζουν. Αυτό όμως που αντιλαμβάνεται στο τέλος είναι πως το ανήσυχο πνεύμα του από την μια δεν τον αφήνει να ριζώσει πουθενά κι από την άλλη τον κάνει να χάνει το σκοπό αλλά και τους στόχους των περιπλανήσεών του.
Οι δημιουργοί Φελίξ Βαν Γκρόνινγκεν και Σάρλοτ Βαντερμίς, συγκεντρώνοντας τις παραπάνω ιδέες, προσφέρνουν ένα υπέροχο και συγκινητικό κινηματογραφικό διαμάντι, αγγίζοντας με ευαισθησία τις αθέατες ανδρικές ανασφάλειες και περνώντας με λυρικό τρόπο τους προβληματισμούς των δυο πρωταγωνιστών. Σημαντικό ρόλο στη συγκεκριμένη ταινία παίζει κι η φωτογραφία του Ρούμπεν Ίμπενς, ο οποίος επιλέγει το κάδρο 4:3, θέλοντας να εγκλωβίσει την απεραντοσύνη της φύσης στους περιορισμένους ορίζοντες των ανθρώπων. Όμως μέσα απ' τα κάδρα του, παρουσιάζονται με όμορφο τρόπο τα μαγευτικά τοπία των ιταλικών Άλπεων, με τις άγριες κορυφογραμμές τους και τις γεμάτες πράσινο πλαγιές τους. Εξαιρετικοί και συγκινητικοί στους πρωταγωνιστικούς τους ρόλους οι ηθοποιοί Λούκα Μαρινέλι και Αλεσάντρο Μπόργκι. Όσο για το soundtrack, το οποίο ντύθηκε με τραγούδια του Σουηδού Ντάνιελ Νόργκρεν από το άλμπουμ του Alabursy (2015), μου άφησε την αίσθηση πως έδενε όμορφα με τα υπέροχα ορεινά τοπία αλλά δεν ταίριαξε απόλυτα με το θέμα της ταινίας.
Τα "Οκτώ Βουνά" είναι μια κινηματογραφική ωδή στην πραγματική αγάπη που υπάρχει μεταξύ των ανδρών, η οποία όσο δύσκολο είναι να εκφραστεί με λόγια, τόσο πιο εύκολα εκδηλώνεται με πράξεις. Είναι μια υπενθύμιση των μικρών πραγμάτων που συμβαίνουν στην παιδική μας ηλικία και μένουν χαραγμένα στη μνήμη, με τη σπουδαιότητά τους να μεγαλώνει όσο περνούν τα χρόνια. Επίσης, είναι ένας ύμνος προς την φύση, η οποία έχει τη δύναμη να αλλάξει τους ανθρώπους, να τους δώσει κίνητρο για να κυνηγήσουν τα όνειρά τους, να γιατρέψει τις ανοιχτές πληγές τους αλλά και να τους βρει κάποια διέξοδο στα χρόνια προβλήματά τους. Τέλος, είναι μια ειλικρινής εξομολόγηση στην προσπάθεια του κάθε άνδρα να ξεπεράσει τον πατέρα του, αποφεύγοντας τις λάθος επιλογές των γονιών του κι εκπληρώνοντας τα όνειρά του.
Πρωινό μιας ηλιόλουστης Δευτέρας και στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μέστρε επικρατούσε ένα πανδαιμόνιο από ντόπιους και ξένους επισκέπτες που ανακατεμένοι έτρεχαν να προλάβουν τους συρμούς που θα τους οδηγήσουν στη Βενετία. Σε αντίθεση με το πλήθος που έτεινε προς τα ανατολικά, εμείς αναζητούσαμε την αποβάθρα που θα αναχωρούσε η αμαξοστοιχία για Μπολόνια, επιθυμώντας να επισκεφθούμε τη γειτονική πόλη της Πάντοβα.
Η διαδρομή ήταν σύντομη κι ευχάριστη καθώς η Πάντοβα απέχει μόλις 40 χιλιόμετρα από τη Βενετία. Αρκούσε όμως για να παρατηρήσουμε και να εμπεδώσουμε για πολλοστή φορά πόσο πίσω είναι η Ελλάδα στα μέσα μεταφοράς, καθώς τα "απλά" κι αργά τραίνα της Trenitalia είναι πολύ πιο εξελιγμένα, γρήγορα κι οικονομικά σε σχέση με τα δικά μας. Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Πάντοβα βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της πόλης, σε μια περιοχή που επικρατεί το βιομηχανικό γκρίζο κι η μουντή αύρα της περιθωριοποίησης. Τα διάσπαρτα διακοσμητικά ανάγλυφα που κοσμούσαν τις προσόψεις κάποιων παλιών κτιρίων, προσπαθούσαν με δυσκολία να ομορφύνουν την άχρωμη κι αδιάφορη πρώτη εικόνα που αντικρίσαμε. Προσπερνώντας όμως τον σύνηθες άγαρμπο σκόπελο που συχνά συναντάμε γύρω από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς των ευρωπαϊκών πόλεων, άρχισε να αποκαλύπτεται σταδιακά η μοναδική ομορφιά αυτής της τόσο γραφικής κι ιδιαίτερης πανεπιστημιούπολης του ιταλικού βορρά.
Η Πάντοβα είναι μια πόλη με πληθυσμό 214.000 κατοίκους, πρωτεύουσα της επαρχίας της Πάδοβας κι ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα του Βένετο. Το λατινικό της όνομα είναι Patavium και στα βενετσιάνικα Padoa, ενώ σε παλιότερες ελληνικές αναφορές έχει χρησιμοποιηθεί η ονομασία Πάδοβα, Παδούη ή Πατάβιο. Η ρίζα της αρχικής της λατινικής ονομασίας είναι αβέβαιη, αν κι εικάζεται πως το πρώτο συνθετικό του ονόματος "Πατ" σχετίζεται με την ύπαρξη του ποταμού Πάδου, ενώ σύμφωνα με τις προ-ινδοευρωπαϊκές γλώσσες έχει την έννοια της ανοιχτής πεδιάδας σε γειτονικούς λόφους. Το δεύτερο συνθετικό του ονόματος "άβ" έχει σχέση με περιοχές γύρω από ποτάμια με δεδομένη την ύπαρξη του Πάδου, ενώ το τελευταίο συνθετικό του ονόματος "ιουμ" υποδεικνύει την παρουσία χωριών τα οποία έχουν πλέον ενωθεί.
Η Πάντοβα (00:05-01:10) αναπτύσσεται πάνω στους ποταμούς Μπατσιλιόνε και Μπρέντα. Ένα από τα πρώτα της χαρακτηριστικά που συναντήσαμε στις πρώτες μας πρωινές περιπλανήσεις είναι οι στοές που αναπτύσσονται στους περισσότερους δρόμους της παλιάς πόλης, προστατεύοντας τους κατοίκους από τον ήλιο και τη βροχή, οι μικρές γέφυρες που διασχίζουν τους διαφόρους παραποτάμους του Μπατσιλιόνε και οι μικρές γραφικές της πλατείες που ξεπετάγονται κάθε τόσο στις παλιές συνοικίες. Στα νότια της πόλης βρίσκονται οι Ευγάνιοι Λόφοι, οι οποίοι έχουν υμνηθεί από το Λουκανό, το Μαρτιάλη, τον Πετράρχη, τον Ούγκο Φόσκολο και τον Σέλλεϋ.
Ωστόσο, αυτό για το οποίο περηφανεύονται οι κάτοικοι, είναι το ιστορικό πανεπιστήμιο της Πάντοβα, το οποίο έχει ηλικία 800 χρόνων (ιδρύθηκε το 1222) και θεωρείται το δεύτερο αρχαιότερο πανεπιστήμιο της χώρας. Μάλιστα, ένας από τους ιστορικούς καθηγητές του πανεπιστημίου ήταν ο φυσικός και πατέρας της σύγχρονης αστρονομίας Γαλιλαίο Γαλιλέι. Μετά την ημερήσια περιπλάνησή μας στην πόλη, ομολογώ πως οι Παντοβιανοί δικαιούνται να είναι περήφανοι για πάρα πολλά από τα μνημεία και τα αξιοθέατά της.
Η Πάντοβα εντυπωσιάζει τόσο τους λάτρεις της Τέχνης όσο και της Αρχιτεκτονικής, διότι πέρα από τα σπουδαία της μνημεία, η πόλη έχει μια πλούσια συλλογή έργων τέχνης. Γι' αυτό το λόγο, σου δίνει την εντύπωση πως η πόλη βιάζεται να αναδείξει στους επισκέπτες της τα σπουδαία της μνημεία και τους σπάνιους θησαυρούς της, προσπαθώντας κατά κάποιον τρόπο να εξιλεωθεί από τις πρώτες μίζερες εντυπώσεις που αφήνει από τα πέριξ του σιδηροδρομικού σταθμού.
Το πρώτο αξιοθέατο που συναντήσαμε ήταν το "Παρεκκλήσι των Σκροβένι" (Cappella degli Scrovegni), το οποίο φιλοξενεί τις υπέροχες τοιχογραφίες του Τζιότο (Giotto di Bondone, 1267-1337), ένα σπουδαίο έργο το οποίο είχε παραγγελθεί από τον πλούσιο τραπεζίτη Ενρίκο ντέλι Σκοροβένι, του οποίου άνηκε το συγκεκριμένο παρεκκλήσι. Τόσο το θρησκευτικό κτίριο όσο και το παλάτσο του τραπεζίτη, βρίσκονται στη θέση της ρωμαϊκής αρένας που υπήρχε στην πόλη, δίνοντάς του το προσωνύμιο το "Παρεκκλήσι της Αρένας" (07:38). Επίσης, το συγκεκριμένο παρεκκλήσι έχει χαρακτηριστεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO. Γι' αυτό το λόγο, η επισκεψιμότητα στο εσωτερικό του ναού είναι ελεγχόμενη και περιορισμένη. Στη δική μας περίπτωση, παρόλο που επισκεφθήκαμε το παρεκκλήσι το πρωί, καταλήξαμε να κλείσουμε εισιτήριο για το απόγευμα. Με το ίδιο εισιτήριο επισκεφθήκαμε το αρχαιολογικό μουσείο και την πινακοθήκη της πόλης, τα οποία στεγάζονται στο ίδιο κτίριο.
Επιστρέψαμε ξανά το απόγευμα στο "Παρεκκλήσι των Σκροβένι" (01:30-02:08), χορτασμένοι από τις ομορφιές της Πάντοβα κι ανυπόμονοι να θαυμάσουμε από κοντά τον υπέροχο κύκλο των τοιχογραφιών του Τζιότο, οι οποίες διηγούνται τη ζωή της Παναγίας και του Χριστού κι έχουν αναγνωρισθεί από πολλούς ειδικούς ως ένας από τους σημαντικότερους κύκλους τοιχογραφιών στον κόσμο. Για να μπει κανείς στον εσωτερικό χώρο του ναού, θα χρειαστεί να περιμένει πρώτα γύρω στα δεκαπέντε λεπτά σε μια κλιματικά ελεγχόμενη αίθουσα, παρακολουθώντας ένα βίντεο για τη ζωή και το έργο του Τζιότο. Μ' αυτόν τον τρόπο, διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία του ναού κι αποφεύγονται οι περαιτέρω φθορές στις τοιχογραφίες.
Το πρώτο στοιχείο που μου κέντρισε την προσοχή, ήταν η "Δευτέρα Παρουσία", η οποία βρίσκεται σε περίοπτη θέση και μοιάζει αρκετά με την αντίστοιχη της Καπέλα Σιξτίνα του Βατικανού. Αυτό όμως που την κάνει ξεχωριστή, είναι τα έντονα χρώματά της, στα οποία θεωρώ ότι κυριαρχεί έντονα το μπλε του κοβαλτίου προσδίδοντας μια ουράνια αίσθηση τόσο στη σύνθεση όσο και στην εσωτερική ατμόσφαιρα του παρεκκλησίου. Επίσης μεγάλη εντύπωση μου προκάλεσαν οι σκληρές σκηνές της κολάσεως, με τις βίαιες αναπαραστάσεις των βασανιστηρίων.
Στις τοιχογραφίες του Τζιότο ξεχωρίζει ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο, καθώς μπορεί κανείς να θαυμάσει την αρχαιότερη αναπαράσταση φιλιού στην ιστορία της τέχνης. Η αναπαράσταση του φιλιού βρίσκεται στη "Συνάντηση στη Χρυσή Πύλη" (1305), ακριβώς δίπλα στον τοίχο με την "Δευτέρα Παρουσία". Μου πήρε αρκετή ώρα να βρω το φιλί μέχρι που ζήτησα τη βοήθεια ενός ευγενικού φύλακα, ο οποίος αμέσως έτρεξε να μου το δείξει.
Ο Τζιότο ήταν μια από τις σπουδαιότερες μορφές του Μεσαίωνα καθώς υπήρξε ένας από τους προδρόμους της Ιταλικής Αναγέννησης. Τα έργα του στο "Παρεκκλήσι των Σκροβένι" είναι ένα δείγμα της κληρονομιάς που άφησε και της προσπάθειας που ξεκίνησε τότε ώστε να αποκοπούν οι Ιταλοί δημιουργοί από τις αυστηρές συμβάσεις της βυζαντινής ζωγραφικής. Μέσα από τα έργα του Τζιότο, γίνεται επίσης φανερή η προσπάθεια ανάδειξης της προοπτικής στα πλάνα, της εκφραστικότητας στα πρόσωπα και της κίνησης των μέχρι τότε στατικών μορφών.
Ακριβώς δίπλα στο "Παρεκκλήσι των Σκροβένι", βρίσκεται η "Εκκλησία των Ερεμινάτι" (Ερημιτών), μια τεράστια γοτθική εκκλησία Αυγουστίνων του 13ου αιώνα, που περιέχει τους τάφους των Γιάκοπο (1324) και Ουμπερτινέλλο ντα Καρράρα (1345), αρχόντων της Πάντοβας καθώς και το παρεκκλήσι των Αγίων Ιάκωβου και Χριστόφορου (01:10-01:30). Ο ναός είχε την ατυχία να ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων στις 11 Μαρτίου του 1944, διότι βρισκόταν δίπλα στο αρχηγείο των ναζί, αλλά ξαναχτίστηκε μετά το τέλος του πολέμου. Παράλληλα, έγινε μια προσπάθεια να αποκατασταθούν οι υπέροχες τοιχογραφίες του Μαντένια. Γι' αυτό και μόνο το λόγο, αξίζει μια επίσκεψη στο εσωτερικό της χώρο, τόσο για να θαυμάσει κανείς το μέγεθος της όσο και την επιμονή κι υπομονή των ειδικών για την αποκατάσταση, τη διατήρηση και την ανάδειξη ενός βαριά πληγωμένου εικαστικού πλούτου.
Από την "Εκκλησία των Ερεμινάτι" ξεχυθήκαμε στους μικρούς και γραφικούς δρόμους της Πάντοβα, όπου σχεδόν σε όλο το ιστορικό της κομμάτι κυριαρχεί το ερυθρό χρώμα κι οι ατελείωτες στοές, θυμίζοντας σε αρκετά σημεία τους γνώριμους δρόμους της Μπολόνια. Τα στενά σοκάκια μας οδήγησαν στον ναό της Αγίας Σοφίας (07:43-07:48), ο οποίος θεωρείται ο αρχαιότερος της πόλης, καθώς η κρύπτη του άρχισε να κατασκευάζεται στα τέλη του 10ου αιώνα από Βενετσιάνους τεχνίτες. Ο ναός έχει βασιλικό σχήμα με ρομανικό-γοτθικά στοιχεία, ενώ στο εσωτερικό του κυριαρχούν βυζαντινά στοιχεία. Εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου ναού είναι πως η πρόσοψή του έχει μια έντονη κλίση προς τα έξω λόγω του μαλακού εδάφους που υπάρχει από κάτω.
Συνεχίζοντας τις περιπλανήσεις μας, φτάσαμε στη διασημότερη εκκλησία της πόλης, τη Βασιλική του Αγίου Αντωνίου της Πάντοβα (Basilica di Sant’ Antonio da Padova), γνωστή κι ως Il Santo (Ο Αγιος). Η κατασκευή του ναού ξεκίνησε το 1230 κι ολοκληρώθηκε έναν αιώνα μετά, το οποίο σήμερα έχει χαρακτηριστεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO (02:10-03:34). Εικάζεται πως το κτίριο σχεδιάσθηκε από τον Νικόλα Πιζάνο. Ένας εντυπωσιακός ναός με επτά θεόρατος τρούλους, των οποίων οι δυο έχουν πυραμιδοειδές σχήμα, προσδίδοντας στην εκκλησία ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ύφος που δε συναντιέται αλλού στην Ιταλία. Εντός του ναού βρίσκεται ένα κομψό παρεκκλήσι πλούσιο με μαρμάρινα διακοσμητικά ανάγλυφα των γλυπτών Σανσοβίνο και Φαλκονέττο. Μέσα σ' αυτό το μαρμάρινο παρεκκλήσι φυλάσσεται η σαρκοφάγος με τα οστά του αγίου.
Αυτό που διαπίστωσα από την επίσκεψή μου στον ναό, είναι πως δεν είναι πόλος έλξης μόνο των επισκεπτών της πόλης αλλά και των απανταχού πιστών. Ο Άγιος Αντώνιος έζησε στην πόλη από το 1195 μέχρι το 1231 και θεωρείται ο άγιος των απολεσθέντων αντικειμένων και των αγνοουμένων. Γι' αυτό το λόγο, ο τάφος του έχει μετατραπεί σε χώρο γεμάτο τάματα, φωτογραφίες και προσευχές από τους πιστούς, οι οποίοι ζητούν τη βοήθειά του για να ξαναβρούν κάποιο χαμένο αντικείμενο ή κάποιο χαμένο πρόσωπο. Γι' αυτό το λόγο υπάρχουν πολλοί μικροπωλητές έξω από την εκκλησία που πουλούν κεριά, τάματα και κάρτες ευχών, τα οποία τοποθετούνται από τους πιστούς στον τάφο του αγίου.
Στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας βρίσκεται ο έφιππος ανδριάντας του Βενετσιάνου στρατηγού Γκαταμελάτα (Εράσμο ντα Νάρνι), έργο του Ντονατέλλο, ο οποίος τον εμπνεύσθηκε από τον έφιππο ανδριάντα του Μάρκου Αυρήλιου στον Λόφο του Καπιτωλίου της Ρώμης. Το γλυπτό στήθηκε το 1453 και ήταν ο πρώτος σε φυσικό μέγεθος ορειχάλκινος έφιππος ανδριάντας που στήθηκε μετά την αρχαιότητα. Δυστυχώς δεν καταφέραμε να τον θαυμάσουμε καθώς ήταν καλυμμένος με σκαλωσιές. Κοντά στο άγαλμα του Γκαταμελάτα βρίσκεται το Προσευχητάριο του Αγίου Γεωργίου του 13ου αιώνας, με τοιχογραφίες του Αλτικιέρο, κι η Scuola di S. Antonio του 16oυ αιώνα με τοιχογραφίες του Τιτσιάνο, η οποία έχει χαρακτηριστεί κι εκείνη με τη σειρά της μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO.
Έχοντας ήδη επισκεφθεί και θαυμάσει τα σημαντικότερα μνημεία, κατηφορίσαμε στο γνωστότερο και πιο φωτογραφημένο αξιοθέατο της Πάντοβα, το Prato della Valle (03:35-04:52), μία ελλειπτική πλατεία 90 στρεμμάτων, η οποία θεωρείται η μεγαλύτερη στην Ευρώπη, μετά την Πλας ντε Κενκόνς στο Μπορντό. Στο κέντρο της πλατείας απλώνεται ένας μεγάλος κήπος, ο οποίος περιβάλλεται από μία μεγάλη τάφρο διακοσμημένη με 78 αγάλματα, που απεικονίζουν επιφανείς πολίτες εκείνης της εποχής. Εκείνη τη μέρα έτυχε να πέσουμε πάνω σε ένα γαστρονομικό φεστιβάλ με γεύσεις απ' όλο τον κόσμο, στο οποίο δεν απουσίαζε κι η ελληνική κουζίνα. Προσπερνώντας το γιορτινό κλίμα της εκδήλωσης, ξαποστάσαμε στον κεντρικό κήπο, κάνοντας χάζι την ανεμελιά των φοιτητών που είχαν κατακλύσει κατά παρέες τις σκιές των δέντρων του πάρκου. Υπήρχαν όμως κι αρκετοί που είχαν ξαπλώσει στο γρασίδι κι είχαν αφεθεί στα ανοιξιάτικα χάδια του ήλιου. Ένα νεανικό μωσαϊκό έδινε μια ευχάριστη ζωντάνια στο υπαίθριο μνημείο της πόλης. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε στο ότι συναντήσαμε αρκετούς νέους και νέες, να αράζουν μόνοι τους κάτω από τα αγάλματα και να διαβάζουν αμέριμνοι τα βιβλία τους.
Από την πελώρια και γεμάτη παλμό Pratto della Valle, κατηφορίσαμε στο νοτιότερο σημείο των περιπλανήσεών μας, για να συναντήσουμε τα απομεινάρια των παλιών οχυρώσεων της πόλης. Στο παρελθόν η Πάντοβα περιβαλλόταν από τείχη μήκους 11 χλμ., τα οποία είχαν χτιστεί αρχές του 16ου αι. Σήμερα έχουν μείνει μόνο κάποια απομεινάρια των εσωτερικών τειχών. Απ' αυτά, το πιο ενδιαφέρον σημείο τους βρίσκεται στη θέση ενός κάστρου (του Καστέλο), όπου ο κύριος πύργος του μετατράπηκε μεταξύ 1767 και 1777 σε αστεροσκοπείο, γνωστό ως Specola (04:53-05:04). Προσωπικά ένιωσα συγκίνηση στη σκέψη πως μόνο όταν σταματούν οι πόλεμοι, οι άνθρωποι βρίσκουν την ευκαιρία να στραφούν προς τα άστρα.
Το απόγευμα μας βρήκε στη Piazza dei Signori (05:30-06:15) με τη βενετσιάνικη αύρα της. Εκεί ορθώνεται και το Palazzo del Capitanato με το εκπληκτικό αστρονομικό ρολόι, το οποίο κατασκευάστηκε το 1344 με την εντυπωσιακή του μεγάλη πόρτα που είναι έργο του Τζιοβάννι Μαρία Φαλκονέττο, ενός Βερονέζου αρχιτέκτονα-γλύπτη, που εισήγαγε στην Πάντοβα την Αναγεννησιακή αρχιτεκτονική. Το συγκεκριμένο ανάκτορο ήταν κατοικία των Βενετσιάνων κυβερνητών της πόλης. Σ' αυτήν την αριστοκρατική πλατεία απολαύσαμε το απογευματινό μας καφέ παρακολουθώντας τις γιορτινές φωτογραφήσεις των τελειόφοιτων με τις οικογένειές τους, έχοντας φόντο το παλάτσο.
Από την άλλη πλευρά της πλατείας ορθώνεται η θεόρατη στέγη του Palazzo della Ragione (06:16-06:40), του "Παλατιού της Λογικής", το οποίο λειτουργούσε ως δικαστήριο κατά τον Μεσαίωνα και το οποίο σήμερα έχει χαρακτηριστεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου κτιρίου είναι η μεγάλη αίθουσα του τελευταίου ορόφου, η οποία έχει την μεγαλύτερη οροφή που δεν υποστηρίζεται από κολώνες στην Ευρώπη. Η αίθουσα είναι σχεδόν ορθογώνια, με μήκος 81,5 μ., πλάτος 27 μ. και ύψος 24 μ. και οι τοίχοι καλύπτονται με αλληγορικές τοιχογραφίες.
Το Παλάτσο άρχισε να κτίζεται το 1172 και τελείωσε το 1219. Το 1306 ο Φρα Τζιοβάννι, Αυγουστίνος μοναχός, κάλυψε το σύνολο με μια στέγη. Αρχικά υπήρχαν τρεις στέγες, που κάλυπταν τρεις διαφορετικές αίθουσες. Οι τοίχοι της εσωτερικής διαίρεσης παρέμειναν μέχρι το 1420, όπου ξέσπασε μια πυρκαγιά. Οι Βενετσιάνοι αρχιτέκτονες που ανέλαβαν την ανακαίνιση του κτιρίου, αφαίρεσαν τους παλιούς εσωτερικούς τοίχους, μετατρέποντας τους τρεις χώρους σε έναν ενιαίο, σχηματίζοντας τη σημερινή μεγάλη αίθουσα, το Salone. Ο νέος χώρος ξανατοιχογραφήθηκε από το Νικολό Μιρέττο και το Στέφανο ντα Φερράρα, από το 1425 ως το 1440. Στις μέρες μας, στο ισόγειο του οικοδομήματος εξακολουθεί να λειτουργεί μια αιωνόβια αγορά, ενώ στις στοές που εκτείνονται περιμετρικά του συγκροτήματος στεγάζονται καφετέριες κι εστιατόρια, διατηρώντας μια ζωντάνια στο μνημείο.
Κοντά στο Παλάτσο ντελά Ρατζιόνε βρίσκεται κι η πολύχρωμη εβραϊκή συνοικία της Πάντοβα (06:40-06:48), η οποία εξακολουθεί να διατηρεί τη δική της ανεπηρέαστη ταυτότητα και την μπαρόκ συναγωγή του 16ου αι. παρά τους διωγμούς και τις καταστροφές που υπέστησαν οι κάτοικοί της κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Από την εβραίικη συνοικία βγήκαμε στη σύγχρονη καρδιά της πόλης, όπου συναντάμε σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους τρία από τα τελευταία αξιοθέατα που συναντήσαμε στην Πάντοβα. Το Δημαρχείο (06:49-06:57), ή αλλιώς Παλάτσο Μορόνι, το οποίο ξεχωρίζει για το αρχιτεκτονικό του ύφος και τον ιδιαίτερό φωτισμό του που το αναδεικνύει από τα υπόλοιπα κτίρια του κέντρου. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου παλάτσο είναι οι εξωτερικοί του τοίχοι, οι οποίοι έχουν καλυφθεί με τα σκαλιστά πάνω σε μάρμαρο ονόματα των Παντοβιάνων που πέθαναν στους διάφορους πολέμους της Ιταλίας.
Απέναντι από το Δημαρχείο βρίσκεται το Παλάτσο ντελ Μπο (07:00-07:27), στο οποίο φιλοξενείται το φημισμένο πανεπιστήμιο της πόλης, με τον παλιό και το σύγχρονο υπαίθριό του χώρο, διακοσμημένο με έργα σύγχρονης τέχνης. Ένα απ' αυτά είναι και του Έλληνα δημιουργού Γιάννη Κουνέλλη. Και τέλος, το Καφέ Πεντρόκι (07:49), χτισμένο το 1831 από τον αρχιτέκτονα Γκιουζέπε Γιαπέλλι σε νεοκλασικό ρυθμό και με έντονες αιγυπτιακές επιρροές, το οποίο κουβαλάει τη δική του ιστορία ως ένα σταθερό στέκι συνάντησης για διανοούμενους και φοιτητές της πόλης που λειτουργεί εδώ και δύο σχεδόν αιώνες.
Οι περιπλανήσεις μας στην Πάντοβα ολοκληρώθηκε στην αθέατη πιάτσα Καπιτανιάτο, μια ζωντανή πλατεία πίσω από τον πύργο με το πανέμορφο αστρολογικό ρολόι, η οποία είναι γεμάτη φοιτητικά στέκια και παραδοσιακές τρατορίες. Σε μια απ' αυτές, απολαύσαμε τις τελευταίες μας στιγμές στην πόλη, συζητώντας γι' αυτά που μας εντυπωσίασαν κι εντυπώθηκαν περισσότερο στο μυαλό μας.
Κλείνοντας, θα ήθελα να περιγράψω ένα ιδιαίτερο περιστατικό που σημειώθηκε κατά την αναχώρησή μας από την πόλη. Φτάνοντας το βράδυ στο σιδηροδρομικό σταθμό για να επιστρέψουμε στη Βενετία, διαπιστώσαμε πως όλες οι αμαξοστοιχίες ήταν ακινητοποιημένες. Επικρατούσε ένας μικρός πανικός καθώς κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί. Πόσο μάλλον εμείς που δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε με κανέναν καθώς κανείς δεν μιλούσε αγγλικά.
Μετά από αρκετή προσπάθεια, μάθαμε πως ένας άνθρωπος αυτοκτόνησε στις σιδηροδρομικές γραμμές της Βενετίας. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή να το συζητήσουμε με μια Ιταλίδα ψυχολόγο που κι εκείνη ήθελε να ταξιδέψει προς Βενετία κι ήταν το ίδιο χαμένη με μας στις αποβάθρες του σταθμού. Η ίδια, ως Βενετσιάνα, μας είπε πως οι αυτοκτονίες έχουν γίνει ένα σύνηθες φαινόμενο στην πόλη της. Όπως μας είπε, ο λόγος που αρκετοί άνθρωποι αυτοκτονούν στη Βενετία, οφείλεται στο φαινόμενο του ανεξέλεγκτου τουρισμού που μαστίζει την πόλη τους. Οι τιμές έχουν ανέβει στα ύψη κι οι Βενετσιάνοι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα οικονομικά, μ' αποτέλεσμα αρκετοί μες στην απελπισία τους να οδηγούνται στην αυτοκτονία. Επίσης, μας τόνισε πως οι Ιταλοί δεν επενδύουν στη ψυχική υγεία, γεγονός που τους οδηγεί σε απελπισμένες πράξεις.
Η ανάλυση της κοπέλας με συγκλόνισε και μεμιάς μου δημιούργησε τον προβληματισμό για την ανεξέλεγκτη τουριστικοποίηση της Αθήνας. Άραγε, πως θα ανταπεξέλθουν οι κάτοικοι της ελληνικής πρωτεύουσας την υπερβολική αύξηση του κόστους ζωής τους στο κλεινόν άστυ; Και πως θα την αντιμετωπίσουν με το χρόνια τσακισμένο οικονομικό δυναμικό του κάθε νοικοκυριού, το οποίο είναι κατά πολύ υποδεέστερο από το αντίστοιχο του Ιταλού; Προβληματισμοί που δυστυχώς δεν έχουν συζητηθεί κι επιλυθεί παρόλο που η τουριστικοποίηση της Αθήνας έχει εδώ και χρόνια ξεκινήσει με ταχύτατα επικίνδυνους ρυθμούς.
Τελικώς, αναχωρήσαμε από την Πάντοβα παίρνοντας ένα από τα πιο σύγχρονα τραίνα της Ευρώπη. Θέλοντας η περιβόητη Trenitalia να γλιτώσει τα έξοδα της διαμονής των επιβατών σε κάποιο κατάλυμα της Πάντοβα, μας επέτρεψε να επιβιβαστούμε στα frecciarossa, τα διάσημα "Κόκκινα Βέλη" (κι όχι τα επικίνδυνα σαράβαλα που μας πλάσαραν στην Ελλάδα ως "Ασημένια Βέλη") για να πάμε στη Βενετία. Οπότε, ταξιδέψαμε για λίγα λεπτά (καθώς η μισή ώρα απόσταση που πραγματοποιήσαμε το πρωί με το συμβατικό τραίνο, τη διασχίσαμε σε δώδεκα μόνο λεπτά) με ένα υπερσύγχρονο τραίνο, δίνοντάς μας την εντύπωση πως πραγματοποιήσαμε ένα εντυπωσιακό τεχνολογικό άλμα προς το μέλλον.
Όσο για την Πάντοβα, μας άφησε μια πολύ όμορφη αίσθηση αξιοπρέπειας και σεβασμού. Αλλά κυρίως την υπαρξιακή επιμονή μιας μοναδικής ομορφιάς που καταφέρνει να διατηρήσει την ταυτότητά της και τον μοναδικό της χαρακτήρα, παρόλο που βρίσκεται λίγα μόλις χιλιόμετρα πιο πέρα από τη λιμνοθάλασσα που φιλοξενεί μια από τις ομορφότερες (ίσως και την ομορφότερη) πόλεις της Ευρώπης.
Ένα από τα αίτια της ξενοφοβίας είναι η ελλιπής εικόνα που έχουμε για τους άλλους λαούς. Με αυτήν την ύπουλη ξενοφοβία "υποδεχτήκαμε" βιαίως τους Αλβανούς μετανάστες που ήρθαν στη χώρα μας πριν τρεις δεκαετίες. Παρά τις δύσκολες συνθήκες εκείνων των χρόνων, οι Αλβανοί κατάφεραν να αφομοιωθούν στην ελληνική κοινωνία και να τονώσουν την ελληνική οικονομία.
Όμως τρεις δεκαετίες μετά, ποτέ δεν επιδιώξαμε να τους προσεγγίσουμε και να τους γνωρίσουμε καλύτερα. Μια στάση άδικη, που δε πατάει πλέον στο μίσος απέναντι στον ξένο Αλβανό αλλά στο φόβο μήπως και συνειδητοποιήσουμε πως έχουμε περισσότερα κοινά με τον "φτωχό" μας γείτονα παρά διαφορές να μας χωρίζουν.
Αυτή η κοινωνική στασιμότητα προσέγγισης προς τον γείτονά μας, καλό είναι να πάψει να υφίσταται, μήπως και μπορέσουμε ως γειτονικοί λαοί να έρθουμε πιο κοντά, να συμφιλιωθούμε κι επιτέλους να συνυπάρξουμε αρμονικά, σπάζοντας κάθε αυγό φασισμού και ξενοφοβίας.
Το βιβλίο της Λέα Ούπι είναι μια καλή αρχή για να μάθουμε την πρόσφατη ιστορία των γειτόνων μας και την περηφάνεια που τους διακατέχει.
Οι εξιστορήσεις της συγγραφέως, συνδυάζουν το προσωπικό ύφος με το πολιτικό και τους υπαρξιακούς της προβληματισμούς με τις πολιτικές θεωρίες των δικών της. Το ενδιαφέρον αυτό βιβλίο είναι οι μαρτυρίες ενός μικρού κοριτσιού που είχε την τύχη (ή τη δυστυχία) να μεγαλώσει και να ωριμάσει ανάμεσα σε δύο κόσμους διαφορετικούς μέσα στην ίδια της τη χώρα.
Το βιβλίο αυτό είναι η προσωπική εξομολόγηση ενός ανθρώπου που βρέθηκε απέναντι στο "Τέλος της Ιστορίας", κάνοντάς την να αναρωτιέται σήμερα για το νόημα τόσο των ιδεολογιών που εξαφανίστηκαν όσο και του νέου κόσμου που ξανοίχτηκε απότομα μπροστά της.