Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Κάτοπτρα αριστερών ηγεμόνων



του Γιώργου Ν. Οικονόμου
(διδάκτορος Φιλοσοφίας)

Ο όρος «κάτοπτρα ηγεμόνων» (speculum principis) χρησιμοποιείται για τα κείμενα του Μεσαίωνα που απευθύνονταν ή αφιερώνονταν στους ηγεμόνες (βασιλείς, πρίγκιπες, αυτοκράτορες) υπό μορφή εγκωμίου ή παραινετικών προτάσεων και τους προέτρεπαν σε πράξεις και συμπεριφορές που ταίριαζαν στο αξίωμά τους.
Οι ρίζες αυτού του γραμματειακού είδους θα μπορούσαν να αναζητηθούν στους αρχαίους συγγραφείς που έγραψαν έργα περί βασιλείας ή παραινετικές επιστολές σε ηγεμόνες, όπως η «Εβδομη επιστολή» και η «Πολιτεία» του Πλάτωνα με το ιδεώδες του βασιλέως-φιλοσόφου, η «Κύρου παιδεία» και ο «Ιέρων» του Ξενοφώντα ή ακόμη οι επιστολές του Ισοκράτη «Προς Νικοκλέα», «Προς Δημόνικον», «Προς Φίλιππον».
Ο Πλάτων και ο Ξενοφών λ.χ. θεωρούν κλειδί της ορθής διακυβέρνησης την εκπαίδευση του μονάρχη.
Οπως ήταν φυσικό, τα «κάτοπτρα ηγεμόνων» ευδοκίμησαν σε μοναρχικά καθεστώτα, πράγμα που εξηγεί την άνθησή τους κατά τον Μεσαίωνα και συνεπώς κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ήδη από την αρχή της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Ο δουλοπρεπής τόνος των «κατόπτρων ηγεμόνων» αντανακλά την έλλειψη ελευθερίας και κριτικής στα αυταρχικά καθεστώτα και επιπλέον την απουσία εναλλακτικής λύσης την οποία αυτά καλλιεργούν. Ηδη ο χριστιανός επίσκοπος Ευσέβιος Καισαρείας τον 4ο μ.Χ. αιώνα θέτει τα θεμέλια για τη δικαιολόγηση και διαιώνιση της απόλυτης βασιλικής εξουσίας, με τον «Εκατονταετηρικό», γραμμένο για τον πρώτο Βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α΄.
Θεωρεί τον αυτοκράτορα εικόνα του Θεού επί της γης και τη βασιλεία του εικόνα της «ουράνιας βασιλείας». Εκτοτε, σχεδόν κάθε Βυζαντινός αυτοκράτορας θα έχει το δικό του «κάτοπτρο» γραμμένο συνήθως από κάποιον αφοσιωμένο ιερωμένο ή αυλικό. Ετσι καθιερώθηκε η ιδεολογία τής «ελέω θεού βασιλείας» που διήρκεσε μέχρι τον 20ό αιώνα.
Στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές ολιγαρχίες ανθεί ένα άλλο είδος «κατόπτρων», που απευθύνεται σε κομματικούς ηγεμόνες και κυβερνητικούς γραφειοκράτες. Τα σύγχρονα «κάτοπτρα» γράφονται από διανοούμενους, δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς που πρόσκεινται στα κόμματα και σκοπό έχουν να προπαγανδίσουν τις υποτιθέμενες ιδέες, ικανότητες και αρετές του εκάστοτε ηγεμόνα και του κόμματος.
Το ίδιο συμβαίνει και στην Αριστερά. Μετά δε τον σχηματισμό της κυβέρνησης Αριστεράς - Ακροδεξιάς, στην οποία συμμετέχουν πολλοί πανεπιστημιακοί, μερικοί κονδυλοφόροι φθάνουν στο σημείο να εγκωμιάζουν και να υποστηρίζουν ακόμη και ανθυπο-ηγεμόνες της κυβέρνησης. Κάποιοι ταυτίζονται ακόμη και με την προβληματική πρόεδρο της Βουλής και τον φλύαρο νάρκισσο υπουργό Οικονομικών.
Καινούργιες ομάδες από κόλακες και οσφυοκάμπτες διανοούμενους πλημμυρίζουν τα ραδιόφωνα και τα έντυπα, τους διαδρόμους και τα σαλόνια της εξουσίας. Κάποιοι λ.χ. προσπαθούν να εντάξουν τις κινητοποιήσεις των πλατειών το 2011 στο αφήγημα της κομματικής Αριστεράς, μερικοί ταυτίζονται με την κυβερνώσα τακτική και άλλοι με την εσωτερική αριστερή κομματική αντιπολίτευση.
Οι μεν ευνοούν την ευρωπαϊκή πορεία της κυβέρνησης, οι δε θυσιάζουν στην αντι-ευρωπαϊκή ρήξη. Οι περισσότεροι είναι βεβαίως αντικαπιταλιστές, αντιμνημονιακοί, με διαφοροποιήσεις – υπέρ του ευρώ ή υπέρ της δραχμής. Συνάπτουν συμμαχίες ή συμβόλαια ανοχής, δίνουν με αρκετή αυτοπεποίθηση συμβουλές και παραινέσεις στους αριστερούς ηγεμόνες, αγνοώντας πως αυτοί τους αγνοούν παντελώς.
Θα μπορούσε να γίνει λόγος για «ιδρυματικό σύνδρομο» των αριστερών διανοουμένων, χωρίς να σημαίνει πως έχουν την αποκλειστικότητα.
Ουδείς φυσικά διανοούμενος της Αριστεράς αναρωτιέται ποιος θα χειριστεί μια μελλοντική δυστοπία, η οποία από ό,τι φαίνεται δεν είναι καθόλου απίθανη, αν ληφθούν υπ’ όψιν οι λανθασμένες ενέργειες της κυβέρνησης Αριστεράς - Ακροδεξιάς, που επί τέσσερις μήνες παραμένει εγκλωβισμένη στις θανάσιμες αντιφάσεις της: από τη μία οι ανεδαφικές δημαγωγικές προεκλογικές υποσχέσεις και από την άλλη οι απειλές της εσωτερικής κομματικής αντιπολίτευσης, από τη μία αριστερός λαϊκισμός και ακροδεξιός εθνικισμός και από την άλλη αναποτελεσματικότητα στα οικονομικά μεγέθη (με κυρίαρχη τη φοροδιαφυγή), νέκρωμα της αγοράς, διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, στασιμότητα στην αναδιάρθρωση των θεσμών, στο μεταναστευτικό και δημιουργία ανασφάλειας στην κοινωνία.
Η στάση αυτή σημαίνει ανευθυνότητα, ένδεια και ευτελισμό των αριστερών διανοουμένων, αφού ταυτίζονται ρητώς με την εξουσία και τους εξουσιάζοντες και ούτε καν την εκπαίδευση του αριστερού ηγεμόνα προτείνουν.
Ο ρόλος της διανόησης δεν είναι το χάιδεμα της εξουσίας, αλλά η διαρκής κριτική της και η ταυτόχρονη ενημέρωση της κοινωνίας. Από ό,τι φαίνεται είναι δύσκολο για τους αριστερούς διανοουμένους να σπάσουν τα «κάτοπτρα ηγεμόνων», να απελευθερωθούν από εξουσιαστικές αντιλήψεις, κομματικές ιδεολογίες, από την ολιγαρχική διακυβέρνηση και να ανοιχτούν στον δημοκρατικό δρόμο, να ενημερώσουν την κοινωνία για τα λάθη, τις αδυναμίες, τις ανακολουθίες, την ανικανότητα της εξουσίας, να την προετοιμάσουν για το δύσκολο μέλλον.
Η Ιστορία της χώρας αποδεικνύει πως οι περισσότεροι διανοούμενοι ήταν πάντα παρακοιμώμενοι της εξουσίας, είτε της θρησκείας, του εθνικισμού και της Εκκλησίας, είτε των κομμάτων, του κρατισμού και των ισχυρών ΜΜΕ, που τους εξασφάλιζαν εξουσία και δημοσιότητα, ηθικά και υλικά προνόμια, θέσεις στα πανεπιστήμια, στον κομματικό και τον κρατικό μηχανισμό.
Για τον λόγο αυτό δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα ένα σημαντικό ρεύμα χειραφετικής σκέψης, ει μη μόνον εθνικιστικά ιδεολογήματα, θρησκευτικές ιδεοληψίες, θεολογικές αναλύσεις, λαϊκιστικά φληναφήματα και αριστερές ρητορείες.
Στο πλαίσιο αυτό, τα αριστερά «κάτοπτρα» συμβάλλουν στην ιδεολογία της ανάθεσης, στην πολιτική αλλοτρίωση και ετερονομία, δημιουργώντας εφησυχασμό και ψευδαισθήσεις πως οι ηγεμόνες και το κόμμα θα φέρουν το αίσιο μέλλον. Καθιερώνουν έτσι και διαιωνίζουν την ιδεολογία τής «ελέω κόμματος ολιγαρχίας».

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Τα δέντρα του Γκεζί χθες έβγαλαν καρπούς…



της Θάνια Βέζου

Τεράστια ήταν η νίκη για το HDP χθες, στις πιο κρίσιμες εκλογές για την Τουρκία των τελευταίων χρόνων. Ήταν η πρώτη φορά, μετά από 33 χρόνια, που αριστερό κόμμα μπαίνει στη βουλή, ξεπερνώντας το όριο του 10%, όριο που είχε περάσει κατά τη διάρκεια των μαύρων χρόνων της χούντας του Εβρέν. Το HDP έφτασε όχι μόνο το 10%, αλλά φαίνεται να αγγίζει το ποσοστό του 13%, με 80 περίπου βουλευτές στην τουρκική βουλή, το 40% των οποίων θα είναι γυναίκες.
Το ΑΚΡ του Ερντογάν βλέπει για πρώτη φορά το ποσοστό του να πέφτει κατά 8% ποσοστιαίες μονάδες και να φτάνει το 41% με 259 έδρες. Το Ρεπουμπλικάνικο CHP 25% και 131 έδρες, το ακροδεξιό ΜΗΡ 16,5% και 82 έδρες. Φυσικά, με ανησυχητική την άνοδο των γκρίζων λύκων και σταθεροποίησή τους στο 15+%, είναι το πρώτο μεγάλο χαστούκι για την πολιτική Ερντογάν.
Ο Ερντογάν με αυτό το αποτέλεσμα δεν καταφέρνει να συγκεντρώσει απόλυτη πλειοψηφία και να περάσει τις συνταγματικές αλλαγές που ήθελε, οι οποίες θα τον έκαναν υπερΠρόεδρο της Προεδρικής δημοκρατίας της Τουρκίας (τώρα είναι προεδρευόμενη). Είναι η πρώτη φορά στα 13 χρόνια που μονοπωλεί την αυτοδυναμία στην Τουρκία, που ένα κόμμα της αριστεράς καταφέρνει να του χαλάσει τα σχέδια.
Το ΗDΡ παρά τις δεκάδες επιθέσεις, την προβοκάτσια, τη λάσπη και τον πόλεμο που δέχτηκε, κατάφερε να περάσει το όριο του 10% και να μπει στη Βουλή. Θυμίζουμε την βομβιστική επίθεση στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του κόμματος στην πρωτεύουσα του τουρκικού Κουρδιστάν, Ντιγιάρμπακιρ, που στοίχισε τη ζωή σε 4 ανθρώπους, ενώ 15 είναι στην εντατική και οι τραυματίες ήταν πάνω από 200. Επιθέσεις που είχαν απ’ όλα… στα προεκλογικά βανάκια του ΗDΡ (στην επαρχία της Μπινγκιόλ νεκρός ο οδηγός με 30 σφαίρες!!! στο θώρακα), επιθέσεις με ματσέτες και όπλα στις συγκεντρώσεις του κόμματος, αλλά και μια έντονη προσπάθεια να το παρουσιάσουν σαν περιθωριακό κόμμα, παρακλάδι του ΡΚΚ.
Παρ’ όλα αυτά, χθες τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τη λαϊκή θέληση για είσοδο του ΗDΡ στη βουλή. Το κόμμα που έβαλε στην ατζέντα της προεκλογικής περιόδου το βασικό μισθό, τα εργατικά δικαιώματα, τα εργατικά ατυχήματα και τις συνθήκες εργασίας (σε μια χώρα με 14.400 νεκρούς σε εργατικά ατυχήματα τα χρόνια διακυβέρνησης του ΑΚΡ), που μίλησε για το θρησκευτικό φανατισμό που σπρώχνει τη χώρα η πολιτική ΑΚΡ, ήταν «παρών» στις μεγαλειώδης διαδηλώσεις για το Γκεζί, για το Κομπάνι, για τον Μπερκίν Ελβάν. Το κόμμα που ξαναέφερε τη φωνή της ελπίδας, της δικαιοσύνης και της αξιοπρέπειας στην τουρκική βουλή.
Χθες το βράδυ ο Ερντογάν δεν βγήκε για τις καθιερωμένες αλαζονικές ομιλίες του στο μπαλκόνι του παλατιού στην Άγκυρα. Από την άλλη, όμως, πλημμύρισαν οι πόλεις της Τουρκίας από κόσμο που ένιωσε πως υπάρχει ελπίδα, που ένιωσε πως οι αγώνες, οι απεργίες, οι διαδηλώσεις μπορούν να αλλάξουν και εκλογικά αποτελέσματα.
Άλλωστε αυτά ήταν που άλλαξαν το τοπίο: ήταν το Γκεζί, ήταν τα εργατικά ατυχήματα όπως αυτό στο ορυχείο στη Σομά, ήταν τα σκάνδαλα διαφθοράς, ήταν το Κομπάνι, είναι η κατάληψη στη Ford που ακόμα συνεχίζεται, ήταν ο βιασμός και η δολοφονία της Οζγκιέ, ο Μπερκίν Ελβάν, η ισλαμοποίηση της παιδείας, η στήριξη στους φασίστες των ISIS, ο αυταρχισμός και οι μισθοί πείνας, η νεολαία που δουλεύει 12 και 14 ώρες την ημέρα για 300 ευρώ, αλλά και πόσα ακόμα που έκαναν αυτό το τοπίο να αλλάξει.
Μένει τώρα, που ο Ερντογάν δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση μόνος του, να δούμε αν τελικά θα κάνει κυβέρνηση συνεργασίας ή πρόωρες εκλογές. Μέχρι και τώρα όλα τα κόμματα έχουν δηλώσει πως δεν κάνουν συγκυβέρνηση με το ΑΚΡ, σε λίγες μέρες θα γνωρίζουμε. Για σήμερα πάντως, νίκησαν οι λαοί, η ειρήνη, η διαφορετικότητα και οι αγώνες και αυτό είναι αρκετό για την χαρά της πρώτης μέρας.

Πηγή: www.toperiodiko.gr

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

Οι «λύκοι» και οι «παγίδες» τους



Γράφουν: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς

Επί πολλά χρόνια η Χρυσή Αυγή χρησιμοποιούσε ως έμβλημά της, παράλληλα με τις σβάστικες και τους μαιάνδρους, ένα παράξενο σήμα το οποίο μοιάζει με ένα διαγραμμένο γράμμα «Ζήτα». Πρόκειται για έναν «ρούνο» (ή «ρούνα»), δηλαδή ένα σύμβολο του «ρουνικού αλφαβήτου».
Το συγκεκριμένο σύμβολο ονομάζεται γερμανικά Wolfsangel (αγκίστρι του λύκου, λυκοπαγίδα). Ρούνοι ή ρούνες ονομάζεται το αρχαίο σύστημα γραφής των βόρειων λαών της Ευρώπης, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι γερμανικοί λαοί προτού υιοθετήσουν το δυτικό αλφάβητο.
Τους ρούνους επανεισήγαγε κατά το τέλος του 19ου αιώνα το αποκρυφιστικό ρεύμα στη Γερμανία, το οποίο επηρέασε ιδιαίτερα τη φάση συγκρότησης του ναζιστικού κόμματος και προσέφερε εύχρηστα σύμβολα στην εθνοφυλετική (völkisch) ιδεολογία.
Ιδιαίτερα οι μηχανισμοί που συγκρότησε ο Χίμλερ για να προβάλει τον παγγερμανισμό έκαναν μαζική χρήση των ρούνων, ενώ ακόμα και τη σβάστικα τη θεώρησαν ρούνο και τη διασπορά της σε μεγάλο τμήμα της υφηλίου ως τεκμήριο του δικαιώματος της Γερμανίας να επιβάλει παγκόσμια κυριαρχία.
Πού το ανακάλυψε η Χρυσή Αυγή αυτό το έμβλημα; Μα ήταν εκείνο που έφεραν στη στολή τους οι μονάδες της 4ης Θωρακισμένης Αστυνομικής Μεραρχίας των SS, η οποία το 1943 στάλθηκε στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει το κίνημα της αντίστασης και είναι υπεύθυνη για πολλά εγκλήματα εις βάρος πολιτών.
Πρώτα απ’ όλα οι ωμότητες κατά αμάχων στην Κλεισούρα και βέβαια η σφαγή του Διστόμου. Ετσι, λοιπόν. Οι σημερινοί θαυμαστές του Χίτλερ που εμφανίζονται ως δήθεν αθώοι εθνικιστές και αρνούνται κάθε σχέση με τις δυνάμεις κατοχής επέλεξαν να ταυτίζονται με την πιο βάρβαρη μονάδα του γερμανικού στρατού κατοχής.

Οι «πρωταγωνιστές» της σφαγής

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 71 χρόνια από τη σφαγή του Διστόμου, ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Στην κλασική μονογραφία του που εκδόθηκε λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση, ο Τάκης Λάππας περιγράφει με σπαρακτικό αλλά τεκμηριωμένο τρόπο την ανείπωτη τραγωδία, που δεν περιελάμβανε μόνο αμάχους, αλλά και παιδιά, μωρά και εγκύους, ενώ η βία που επιδείχτηκε περιείχε όχι μόνο βιασμούς, βασανιστήρια και ακρωτηριασμούς, αλλά ακόμα και σκηνές νεκροφιλίας: «Δεν χωράει αμφιβολία», γράφει ο Λάππας, «πως ό,τι απόμεινε για το Εικοσιένα η σφαγή της Χίου, για τη μαρτυρική σκλαβιά του 1941-44 θα μείνει η σφαγή του Διστόμου». Η πρόβλεψη του ιστορικού συγγραφέα επιβεβαιώθηκε από την κατοπινή πλούσια σχετική βιβλιογραφία.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι και η επίσημη έκθεση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και διευθυντή του Ελληνικού Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου, Δ. Κιουσόπουλου, που συντάχθηκε τον Ιούνιο του 1946, είναι υποχρεωμένη να ξεφύγει από την ψυχρή δικαστική περιγραφή:
«Σωροί πτωμάτων εντός λίμνης αίματος εις εκάστην οικίαν, εις τους δρόμους. Η νυξ του Αγίου Βαρθολομαίου ωχριά εμπρός εις την ημέραν του Διστόμου. Ουδενός εφείσθησαν και αν τις ετρέπετο εις φυγήν ίνα διασωθή, κατεδιώκετο και εφονεύετο. Αφάνταστος η αλλοφροσύνη των κατοίκων, αβάστακτος ο σπαραγμός των γονέων να βλέπωσι τα φονευθέντα τέκνα των εις τας αγκάλας των και η αλλοφροσύνη επιτείνεται όταν οι κάτοικοι περικυκλώνονται από τας φλόγας, διότι οι Γερμανοί έθεσαν φωτιά και κατέκαυσαν μέρος των οικιών. Πας όστις εκρύπτετο, διαφυγών τον διά μαχαίρας θάνατον ηπειλείτο να καεί ζωντανός, εξήρχετο τότε της κρύπτης του και εφονεύετο πυροβολούμενος».
Είναι τόσο ακραία η μορφή της βίας που ασκήθηκε στο Δίστομο, ώστε ακόμα και σήμερα οι ιστορικοί ερευνητές αναζητούν τα ειδικά ελατήρια της στρατιωτικής μονάδας που διέπραξε τη σφαγή. Ο Αργύρης Σφουντούρης, ο οποίος έχει αφιερώσει τη ζωή του στην ηθική δικαίωση των θυμάτων και των απογόνων τους -στους οποίους συγκαταλέγεται και ο ίδιος- προτείνει μια ερμηνεία στο πιο πρόσφατο βιβλίο του.
Ξεκινώντας από το γεγονός ότι τα δύο πρώτα αυτοκίνητα της γερμανικής φάλαγγας ήταν επιταγμένα φορτηγά ιδιωτών Ελλήνων και οι επιβαίνοντες στρατιώτες είχαν μεταμφιεστεί σε Ελληνες «μαυραγορίτες» προκειμένου να μην προκαλέσουν υποψίες, ο Σφουντούρης αναρωτιέται μήπως αυτοί οι μεταμφιεσμένοι δεν ήταν μέλη της 4ης Θωρακισμένης Αστυνομικής Μεραρχίας των SS, αλλά «ειδικά επιλεγμένοι και εκπαιδευμένοι κομάντος», υποδεικνύει μάλιστα ως πιθανό το γεγονός να επρόκειτο για ποινικούς που μεταφέρθηκαν επιτόπου για να κάνουν τη βρομοδουλειά ή ακόμα και για Αραβες που εκπαιδεύονταν εκείνη την εποχή στο Λαύριο με στόχο μια επιχείρηση στην Παλαιστίνη.
Αλλά ο ίδιος αποδυναμώνει αυτή την υπόθεση εργασίας, εφόσον αναφέρεται στη μελέτη του Μαρκ Μαζάουερ, ο οποίος περιγράφει την ιδιαιτερότητα της μονάδας που ανέλαβε τη σφαγή. Και αυτή η ιδιαιτερότητα συνίσταται στο ότι οι πρωταγωνιστές της ανήκαν στον εθνικοσοσιαλιστικό πυρήνα του γερμανικού στρατού. Ο επικεφαλής της μονάδας, Φριτς Λάουτενμπαχ, «είχε συμμετάσχει στον βρόμικο πόλεμο στη Σιλεσία με τα Φράικορπς», δηλαδή τις προναζιστικές παραστρατιωτικές ομάδες που είχαν πρώτες υιοθετήσει τη σβάστικα ως σύμβολό τους, αλλά και ο διοικητής του 7ου Συντάγματος με έδρα τη Λιβαδειά, Καρλ Σίμερς, είχε αποκτήσει φήμη «για την αφοσίωσή του στο να μεταδίδει την ουσία της εθνικοσοσιαλιστικής σκέψης στους υφισταμένους του, ενώ, όπως ομολογούσαν ακόμα και όσοι τον υποστήριζαν, είχε μια ροπή προς τα εξαιρετικά δρακόντεια μέτρα» (Mark Mazower, «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», μτφρ. Κ. Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 238).
Στον αντίποδα του προβληματισμού του Σφουντούρη, ο φιλόσοφος Χρήστος Μαλεβίτσης, ο οποίος μάλιστα υπήρξε και μεταφραστής του Χάιντεγκερ με τη γνωστή εθνικοσοσιαλιστική διαδρομή, δεν διστάζει να μιλήσει για ειδικά «γερμανική κτηνωδία», ισχυριζόμενος ότι «το κακό που διέπραξαν οι Γερμανοί στο Δίστομο δείχνει πως ορισμένοι λαοί φέρουν μέσα τους σατανικές δυνάμεις ολέθρου». 
Επηρεασμένος προφανώς από την πολιτική συγκυρία της εποχής (ήταν τα πενηντάχρονα από τη σφαγή και ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία), ο Μαλεβίτσης έφτανε να υιοθετήσει μια καθαρά φυλετιστική ερμηνεία, δικαιώνοντας έτσι άθελά του τη θεωρία εκείνων που υποτίθεται ότι κεραυνοβολούσε. Από άλλη πολιτική αφετηρία στο ίδιο συμπέρασμα είχε φτάσει και ο Ασημάκης Πανσέληνος στην πρώτη επέτειο της σφαγής: «Η ιδιοσυγκρασία των λαών καθόρισε το μέτρο της χτηνωδίας. Μπορεί να λέει κανείς πως η Γερμανία είναι θύμα του Χίτλερ, αλλά πρέπει να πει πως κι ο Χίτλερ από μια άποψη είναι …θύμα της Γερμανίας! Δηλαδή της ιδιότητάς του ως Γερμανού» (περ. Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 6, 16.6.1945). Βέβαια ο Πανσέληνος έχει τη δικαιολογία ότι τα έγραφε αυτά κάτω από την επίδραση της πολύ πρόσφατης βιωμένης δραματικής εμπειρίας της γερμανικής κατοχής.

Το «γιατί» μιας σφαγής

Εχουν προταθεί και άλλες ερμηνείες για την αγριότητα της σφαγής και βέβαια έχει επισημανθεί και το γεγονός ότι την περίοδο εκείνη (Ιούνιος 1944) η Γερμανία υποχωρούσε σε όλα τα μέτωπα και είχε παντού σκληρύνει τη στάση της, προκειμένου να εξασφαλίσει την κατατρομοκράτηση των τοπικών πληθυσμών και την απομόνωση των κινημάτων αντίστασης.
Δεν έχουν λείψει και οι προσπάθειες ενοχοποίησης των κινημάτων αντίστασης, στη γραμμή που ακολουθούν όλοι οι αναθεωρητές ιστορικοί, επιδιώκοντας να αποδώσουν τα άγρια αντίποινα των γερμανικών στρατευμάτων στην ύπαρξη αντίστασης.
Το επιχείρησε και πρόσφατα μία χρυσαυγίτισσα υποψήφια που κατάγεται από την περιοχή και θέλησε να αποδώσει στους… κομμουνιστές τη σφαγή: «Οι κομμουνιστές όχι μόνο επιδίωξαν τη σφαγή, αλλά είναι εκείνοι που την προκάλεσαν», θα πει πριν από τις περιφερειακές εκλογές του 2014.
Η υποψήφια ακολουθούσε βέβαια τη γραμμή του Αρχηγού της Χρυσής Αυγής, ο οποίος στο βιβλίο που έγραψε για να υμνήσει τον Χίτλερ και το Τρίτο Ράιχ αποδίδει κι αυτός τη σφαγή στα Καλάβρυτα και το Δίστομο στους… κομμουνιστές: «Από τα μέσα του 1943 άρχισαν οι μαζικές εκτελέσεις αμάχων και αθώων από τους Γερμανούς σε Καλάβρυτα, Δίστομο και άλλα χωριά της Ελλάδος.
Βεβαίως για τα τραγικά αυτά γεγονότα μεγάλη ευθύνη φέρουν και οι κομμουνιστές, που δημιουργούσαν επίτηδες επεισόδια και μάλιστα κοντά σε περιοχές που ήσαν εχθρικές προς αυτούς με σκοπό να προκαλέσουν αντίποινα και να δημιουργήσουν ευμενές κλίμα για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Αυτό τουλάχιστον δηλώνουν και καταγγέλλουν πολλά από τα θύματα των Γερμανών». Και μη φανταστεί κανείς ότι το βιβλίο αυτό ανήκει στα «νεανικά αμαρτήματα» του Μιχαλολιάκου.
Ο ίδιος το επανεξέδωσε το 2012 και το πουλάει σήμερα από τον επίσημο ιστότοπο της οργάνωσης (Ν.Γ. Μιχαλολιάκος, «Από τις στάχτες του Βερολίνου στην Παγκοσμιοποίηση», β' έκδοση, Αθήνα 2012).
Φυσικά αυτή η δικαιολογία ισοδυναμεί με την υιοθέτηση της προπαγάνδας των δυνάμεων κατοχής, την οποία δεν τόλμησε να υιοθετήσει ούτε ο δωσίλογος πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης, ο οποίος για τα μάτια του κόσμου προέβη ακόμα και σε διάβημα στον στρατηγό Σιμάνα, δύο βδομάδες μετά τη σφαγή. Αλλά και οι ίδιες οι δυνάμεις κατοχής διέταξαν έρευνα για την αγριότητα της σφαγής. 
Μπορεί η έρευνα να κατέληξε στο αρχείο -όπως συνέβαινε κατά κανόνα σε ανάλογες περιπτώσεις- αλλά η πρωτοβουλία ήταν ενδεικτική για το γεγονός ότι ακόμα και σε συνθήκες κατοχής προκλήθηκε πανελλήνιος σάλος από τη σφαγή. Υποχρεώθηκε, μάλιστα, η δωσιλογική κυβέρνηση να δημοσιεύσει στον Τύπο σχετική ανακοίνωση, έναν ολόκληρο μήνα αργότερα, στην οποία αναφέρεται ότι δεν συνέβη τίποτα: «Κομμουνισταί δημοκόποι διέδωσαν την φήμην ότι εις το ειρηνικόν χωρίον Δίστομον πλέον των 1.000 ανδρών, γυναικών και παιδιών (!) κατεσφάγησαν με κτηνώδη τρόπον υπό μιας γερμανικής στρατιωτικής μονάδος».
Κατά την ανακοίνωση «μία γερμανική μονάς εβλήθη έμπροσθεν του χωρίου Διστόμου και απώλεσε λόγω της ανάνδρου επιθέσεως της ΕΑΜ [sic] αριθμόν τινά εις νεκρούς και τραυματίας.
Εν συνεχεία ανελήφθη ο αγών εναντίον των συμμοριτών, οι οποίοι είχον οχυρωθεί μέσα εις το Δίστομον, με όλα τα υπάρχοντα μέσα. Κατόπιν της χρησιμοποιήσεως των βαρέων γερμανικών όπλων εκυριεύθη εξ εφόδου το Δίστομον, η φωλεά αύτη της συμμορίας. Ηριθμήθησαν περί τους 250 νεκροί συμμορίται. Ο θάνατος αριθμού τινός γυναικών και παιδιών υπήρξεν αναπόφευκτος, κατόπιν της χρησιμοποιήσεως των βαρέων όπλων» (εφ. «Ακρόπολις», 9.7.1944).
Επανερχόμαστε στο βασανιστικό ερώτημα: γιατί τόση βία; Πρόκειται για μια τυχαία ακρότητα, όπως αυτές που συναντάμε σε κάθε πόλεμο; Η απάντηση είναι αρνητική. Πρέπει να θυμηθούμε ότι το Δίστομο δεν ήταν μόνο του.
Είναι γνωστό ότι την ίδια ακριβώς μέρα, στις 10 Ιουνίου 1944, οργανώθηκε στη Γαλλία, στο χωριό Οραντούρ σιρ Γκλαν, μια παρόμοια σφαγή, με θύματα 642 αμάχους. Και ακριβώς δύο χρόνια νωρίτερα, στις 10 Ιουνίου 1942, είχαμε τη σφαγή στο Λίντιτσε κοντά στην Πράγα, με 173 νεκρούς. 
Η ομοιότητα της αγριότητας που επιδείχθηκε στις τρεις περιπτώσεις έχει οδηγήσει ακόμα και σε αδελφοποίηση των τριών πόλεων (Δίστομο, Οραντούρ, Λίντιτσε), αλλά αποδεικνύει και το γεγονός ότι δεν πρόκειται για εξαιρέσεις ούτε για ακραίες πρωτοβουλίες κατώτερων αξιωματικών.
Ο μελετητής του ναζιστικού ηθικού κανόνα Μπέρελ Λανγκ έχει παραθέσει τέσσερις άλλες περιπτώσεις ακραίας βίας που διατάχθηκαν από τους ναζί, χωρίς να δικαιολογείται το εύρος τους από καμιά σκοπιμότητα στρατιωτικής φύσης, ενώ δεν είχαν ούτε καν έμμεση σχέση με το πιο ακραίο έγκλημα του ναζιστικού καθεστώτος, την οργανωμένη και συστηματική εξόντωση των 6 εκατομμυρίων Εβραίων.
Ηταν το «Πρόγραμμα Τ-4», το οποίο άρχισε να εφαρμόζεται ήδη το 1939, με στόχο το Gnadestod («χαριστικός θάνατος») ατόμων που «δεν άξιζε να ζουν», στα οποία περιλαμβάνονταν παιδιά και ενήλικες με προβλήματα πνευματικής ή σωματικής υγείας.
Αλλο παράδειγμα ήταν η γνωστή σφαγή της Κεφαλονιάς (24.9.1944), δηλαδή η εκτέλεση περίπου 5.000 Ιταλών αξιωματικών και στρατιωτικών μετά την παράδοσή τους! Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνεται το Kommandobefehl, η διαταγή δηλαδή του Χίτλερ στις 18 Οκτωβρίου 1941 να εκτελούνται οι άνδρες των συμμαχικών ειδικών δυνάμεων που συλλαμβάνονταν σε κατεχόμενη περιοχή, παρά το γεγονός ότι έφεραν στολή.
Αναφέρεται, τέλος, η αντιμετώπιση των Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου (5 εκατομμύρια), για τους οποίους μεθοδεύτηκε η θανάτωση σε ποσοστό που υπολογίζεται από 40 έως 60%.
Δεν μπορεί να προβληθεί καμιά σοβαρή ερμηνεία για όλα αυτά τα εγκλήματα, παρά μόνο η ίδια η ναζιστική κοσμοαντίληψη, η οποία στηρίζεται κυρίως στη φυλετική θεωρία. Αυτό που ξεχωρίζει τον εθνικοσοσιαλισμό (τότε και τώρα) όχι μόνο από το σύνολο των λεγόμενων «ολοκληρωτικών» καθεστώτων αλλά ακόμα και από τον ιταλικό φασισμό είναι η οργανωμένη διάκριση μεταξύ ανθρώπινων όντων και η διαβάθμιση των φυλών.
Η φανατική αυτή πεποίθηση οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η εξόντωση των κατώτερων «όντων» είναι όχι μόνο αποδεκτή (όπως η θανάτωση ζώων), αλλά και ευκταία, εφόσον αποτελεί προϋπόθεση για την «καθαρότητα» της ανώτερης φυλής.
Είναι γεγονός ότι η εγκληματική δράση των γερμανικών στρατιωτικών μονάδων έφτασε στο απόγειό της όταν κηρύχθηκε ο «ολοκληρωτικός πόλεμος» στις αρχές του 1943 και ενισχυόταν όσο η παγκόσμια σύγκρουση οδηγούνταν στο τέλος της. Και τότε τα εγκλήματα έγιναν κι αυτά εργαλεία προπαγάνδας του καθεστώτος. «Οσο για μας», έγραφε ο Γκέμπελς τον Νοέμβριο του 1943, «έχουμε κάψει τις γέφυρες πίσω μας. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω και δεν το θέλουμε πια. Θα μείνουμε στην ιστορία είτε ως οι μεγαλύτεροι πολιτικοί όλων των εποχών είτε ως οι μεγαλύτεροι εγκληματίες».
Ο ιστορικός Πίτερ Φρίτσε εξηγεί: «Εμφανιζόμενοι ως εγκληματίες οι εθνικοσοσιαλιστές στόχευαν να ενδυναμώσουν το φρόνημα του γερμανικού λαού μέσω της γνώσης του εγκλήματος. Προέκριναν την οικειότητα της συνενοχής, όχι την απόσταση της άγνοιας».
Ο Φρίτσε αναφέρεται στη «λυσσαλέα βία» που ήταν εξαρχής -δηλαδή πριν από τον πόλεμο- «συνυφασμένη με το γεγονός ότι οι ναζί αναγνώριζαν μόνο Volkskameraden, συντρόφους του λαού, και Volksfeinde, εχθρούς του λαού, τους οποίους υπέβαλλαν σε ηθελημένα και προσχεδιασμένα μαρτύρια».
Ειδικά στην Ελλάδα, η εγκληματική βία, όπως και στη Γιουγκοσλαβία και νωρίτερα στην ΕΣΣΔ, στηρίχτηκε στην πεποίθηση ότι οι πληθυσμοί αυτών των περιοχών («Σλάβοι της Ανατολής» και «Βαλκάνιοι») υπάγονταν στους «υπανθρώπους», οπότε η ειδική μεταχείρισή τους ήταν ανεκτή και επιβεβλημένη. Αυτή είναι και η εξήγηση που ακόμα και μεταξύ σφαγών υπάρχει κάποια διαφορετική συμπεριφορά.
Το διαπιστώνει με πικρή ειρωνεία ο Σωτήρης Πατατζής στα «Ματωμένα χρόνια» ήδη από το 1946, συγκρίνοντας το Δίστομο με το Οραντούρ: «Ητανε δυο εγκλήματα ταυτόχρονα σχεδόν που ωστόσο διαφέρανε πολύ και στον τρόπο εκτέλεσης και στην "τεχνική" τους. Στο Οραντούρ το έγκλημα ήταν "ευρωπαϊκό", ραφιναρισμένο, υψηλής ποιότητας: οι άντρες ντουφεκίζονται με τάξη, δέκα-δέκα, πολύ τυπικά, με το καθιερωμένο "Αχτουνγκ-Φόυερ" του εκτελεστικού αποσπάσματος.
Και οι γυναίκες κλείνονται στην εκκλησία όπου τοποθετείται διακριτικά, μ’ ευγένεια σχεδόν, μια φορητή συσκευή που εκπέμπει θανατηφόρα αέρια –η "τελευταία λέξη" της επιστήμης του εγκλήματος. […] Εδώ όμως, στο Δίστομο, το έγκλημα έχει μιαν ανυπόφορη οσμή ζούγκλας».

Η «ελληνικότητα» των ναζί

Επανερχόμαστε στο κοινό σύμβολο που συνδέει τους σφαγείς του Διστόμου με τη Χρυσή Αυγή, τον ρούνο Wolfsangel. Σε κάποια συνέντευξή του ο Μιχαλολιάκος ρωτήθηκε για την επιλογή αυτή. Ο επίδοξος Ελληνας Φίρερ είχε έτοιμη την απάντηση: «Είναι το αρχαίο "Ξ" της γραμμικής γραφής Β. Είναι το μοναδικό γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου που δεν υπάρχει σε καμία γλώσσα του κόσμου. Είναι σύμβολο ελληνικότητας».
Βέβαια, ως γνωστόν, η Γραμμική Β περιλαμβάνει 89 συλλαβογράμματα, που αναπαριστούν συλλαβές με φωνητική αξία και περί τα 260 ιδεογράμματα (ή λογογράμματα), που αποδίδουν έννοιες. Ο ισχυρισμός του Αρχηγού είναι προσχηματικός. Το σήμα της οργάνωσης δεν έχει καμιά σχέση με «ελληνικότητα».
Αλλωστε στα περιοδικά της ναζιστικής οργάνωσης υπάρχει πλήρης ομολογία για την πραγματική σημασία του εμβλήματός τους: «Τον περασμένο αιώνα έγινε ευρεία χρήση των ρουνικών συμβόλων από τον Ναζιστικό Μυστικισμό και κυρίως από τα Waffen SS, τα οποία σε πολλές μεραρχίες τους είχαν για εμβλήματα ρούνους. Το όλο εγχείρημα του Μυστικισμού στο Τρίτο Ράιχ το είχε αναλάβει ο Karl Maria Wiligut (ψευδώνυμο) ο οποίος πέραν των άλλων είχε συλλέξει όλες τις ρούνες με τις βαθύτερες έννοιες και νοήματά τους σε ένα βιβλίο. Μετά τον πόλεμο οι ρούνοι χρησιμοποιήθηκαν από διάφορα εθνικοσοσιαλιστικά κινήματα λευκών αγωνιστών σε όλο τον κόσμο, δηλώνοντας έτσι καθαρά τον ιδεολογικό προσανατολισμό τους και αντλώντας δύναμη από τα ιδιαίτερα αυτά σύμβολα. Ανάμεσα σε αυτά τα κινήματα μην ξεχνάμε ότι υπήρξε και η Χρυσή Αυγή η οποία στα πρώτα της χρόνια (ακόμα και σήμερα) χρησιμοποίησε το Wolfsangel (λυκοπαγίδα) το οποίο θα δούμε και στη συνέχεια» (Πάνος Ηλιόπουλος, «Ρούνες, Αρχέγονη μυστική δύναμη», περ. Αντεπίθεση, τχ. 30, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2007).
Ολα αυτά δηλαδή τα περί γράμματος «Ξ» και Γραμμικής Β ήταν παραμύθια του Μιχαλολιάκου για αφελείς. Ο αρθρογράφος της οργάνωσης εξηγεί: «To Wolfsangel, το "δικό" μας, [σ.σ. ναι, έτσι το λέει, το "δικό μας"] δεν υπάρχει επίσημα σε κανένα από τα 3 ρουνικά αλφάβητα γιατί είναι πολύ πρόσφατο. Αναπαριστά μια παγίδα για λύκους που την χρησιμοποιούσαν οι αγρότες τα παλαιότερα χρόνια για να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις τους. Στη θρυλική 2η SS-Panzer-Division "Das Reich" χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτό της το συμβολισμό. Κάποιοι στον συμβολισμό της βλέπουν τις δύο όψεις του λύκου (ζωντανού-νεκρού) και κατ’ επέκταση της ίδιας μας της φύσης. Εκτός από την Χρυσή Αυγή έχει χρησιμοποιηθεί από πολλά κινήματα σε όλη την μεταπολεμική Ευρώπη».
Ο χρυσαυγίτης αρθρογράφος έχει δίκιο. Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια ελληνικό. Οι ρούνοι αποτελούν αγαπημένο σύμβολο του εθνικοσοσιαλιστικού ρεύματος σ’ όλο τον κόσμο, ενώ το σήμα που επέλεξε η Χρυσή Αυγή, ο ρούνος Wolfsangel, είναι απαγορευμένο στη Γερμανία ως ισοδύναμο με τη σβάστικα. Το ίδιο σύμβολο χρησιμοποιεί και η νεοναζιστική οργάνωση Aryan Nations στις ΗΠΑ.
Οσο για τη «θρυλική» 2η Μεραρχία Τεθωρακισμένων των SS «Das Reich», που τόσο πολύ θαυμάζει η Χρυσή Αυγή, είναι εκείνη που βαρύνεται με τη σφαγή στο Οραντούρ σιρ Γκλαν.
Με άλλα λόγια, η Χρυσή Αυγή όχι μόνο υιοθετεί συνειδητά το έμβλημα των δύο μεραρχιών των Waffen SS (2 και 4) που φέρουν το Wolfsangel, αλλά δεν διστάζει και να το διαλαλεί. Για ποιο λόγο; Μα είναι ακριβώς η ναζιστική ιδεολογία εκείνη που οδήγησε την ηγεσία της ναζιστικής οργάνωσης να προχωρήσει στα εγκλήματα που της καταλογίζονται στο βαρύ κατηγορητήριο του Συμβουλίου Εφετών.
Είναι αυτή που εξηγεί για ποιο λόγο η εγκληματική βία δεν υπήρξε για τη Χρυσή Αυγή απλό μέσο επιβολής αλλά το ίδιο το πολιτικό μήνυμά της. Αυτός είναι ο λόγος που ο Μιχαλολιάκος σε ομιλίες του μιλούσε για «μαχαιροβγάλτες» συναγωνιστές του, ενώ η Ελένη Ζαρούλια αναφερόταν μέσα στη Βουλή σε «υπανθρώπους», εννοώντας τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, και ο Ηλίας Κασιδιάρης καλούσε τους κατοίκους του Ασπρόπυργου να διώξουν τα «ανθρώπινα σκουπίδια», εννοώντας τους Ρομά της περιοχής.
Το Δίστομο, για τη Χρυσή Αυγή, δεν είναι παρά ένα ακόμα δείγμα της μεγαλοσύνης της γερμανικής πολεμικής μηχανής. Και όταν προχωρούσε τα δικά της εγκλήματα στις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά, πίστευε ότι ακολουθούσε τα χνάρια της «θρυλικής» μεραρχίας των Waffen SS, εκείνης που σκόρπισε τον θάνατο στο Δίστομο και την Κλεισούρα.

Πηγή: Ο Ιός της Εφημερίδας των Συντακτών

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Άδειοι δρόμοι...



Μεσάνυχτα στους δρόμους της Αθήνας. Περπατώ με βαριά βήματα και κοιτάω γύρω μου. Άδειες οι κεντρικές αρτηρίες της πρωτεύουσας. Η παρουσία μου γινόταν πιο έντονη στην κενότητα του τοπίου. Περπατούσα σκυφτός κι άκουγα τη σιωπή των οικοδομικών τετραγώνων, τον ήχο του αέρα που περνούσε ξυστά από τις προσόψεις κτιρίων, τα λιγοστά αμάξια που διέσχιζαν τους ανοιχτούς δρόμους, την ανάσα των αδέσποτων που κοιμόντουσαν κάτω από παγκάκια, τις γάτες που έψαχναν μέσα στα σκουπίδια...
Που πήγε ο κόσμος;
Φεστιβάλ μουσικής, μπαράκια στα στενά του κέντρου και ραγδαίες εξελίξεις στη Βουλή, ίσως να κράτησαν τον κόσμο μαζεμένο σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης και δεν τον άφηνε να απλωθεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του λεκανοπεδίου. Οπότε είχα όλη την Αθήνα δικιά μου, να την περπατήσω, να την αναζητήσω, να την καταλάβω...
Διέσχισα τη ίδια διαδρομή που κάνω και την μέρα. Μόνο που κάτω από το φως του ήλιου την κάνω με ακουστικά στα αυτιά και γυαλιά ηλίου, εκδηλώνοντας μία αποστροφή για την αδιαφορία του κόσμου και τους γρήγορους ρυθμούς του.
Χθες βράδυ όμως είχα τα αυτιά μου ελεύθερα. Ήθελα να αφουγκραστώ την σιωπή της πόλης.
Την μοναξιά...

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

Η αναζωπύρωση της ανθρωπιάς...



Θυμάμαι ένα κείμενο που είχα διαβάσει στο δημοτικό σχολείο. Ήμουν παιδί και δεν μπορούσα ακόμα να κατανοήσω τον ανθρώπινο πόνο. Όμως εκείνο το κείμενο που διάβασα από το σχολικό βιβλίο της νεοελληνικής λογοτεχνίας μου έμεινε για πάντα αποτυπωμένο στο μυαλό. Δε θυμάμαι τίτλο κειμένου κι όνομα συγγραφέα, οπότε αν μπορεί κάποιος να με βοηθήσει σ' αυτό θα του ήμουν ευγνώμων.
Αναφερόταν σε μία οικογένεια προσφύγων οι οποίοι πέρασαν στην Ελλάδα μετά την Καταστροφή της Σμύρνης. Κουβαλούσαν μαζί τους το νεογέννητο μωρό τους. Περιπλανώμενοι σε μία πόλη, ζητούσαν λίγο νερό από τους κατοίκους για να ξεδιψάσει το βρέφος. Οι πόρτες και τα παντζούρια όλα κλειστά. Μες στην απελπισία τους για τη σωτηρία του παιδιού τους, εκλιπαρούσαν όλο και πιο πολύ. Κάποια στιγμή άνοιξε ένα παράθυρο και βγήκε δειλά ένα χέρι που κρατούσε ένα ποτήρι νερό. Μία φωνή μέσα από το παράθυρο ζήτησε με ψυχρό ύφος δύο λίρες για να τους το δώσει. Οι γονείς στάθηκαν σαστισμένοι μπροστά στον ανθρώπινο ξεπεσμό. Όπως αναφέρεται ο πατέρας αναγκάστηκε να... φτύσει στο στόμα του παιδιού του για να ξεδιψάσει.
Τον τελευταίο καιρό παρακολουθώ τα μεσημέρια στην ΝΕΡΙΤ παλιά αφιερώματα της ΕΡΤ με μαρτυρίες προσφύγων που ήρθαν στην Ελλάδα. Κάθε μεσημέρι ο ίδιος καημός, η ίδια νοσταλγία, ο ίδιος πόθος για μια καινούργια και καλύτερη ζωή αλλά κι ο ίδιος καημός για την άσχημη συμπεριφορά των Νεοελλήνων απέναντι στους ομοεθνής τους πρόσφυγες. Θυμάμαι την αφήγηση μίας γιαγιάς. Οι γονείς της είχαν εγκατασταθεί στην Θεσσαλονίκη. Εκείνη παιδάκι τότε πήγαινε με άλλα παιδιά στην γειτονιά των μεγαλοαστών της πόλης με την ελπίδα πως κάποιος θα τους λυπηθεί και θα τους δώσει λίγο φαγητό. Μάταια όμως. Όχι μόνο δε έβρισκαν συμπόνοια αλλά δεχόντουσαν και την χλεύη των κατοίκων της περιοχής. Ακόμα θυμάται τις αποδοκιμασίες τους, "ήρθαν οι πρόσφυγες να μας φάνε".
Μεγάλωσα με την ιδέα πως η Ελλάδα είναι μία χώρα φιλόξενη. Με τα χρόνια διαπίστωσα την τραγικότητα που κρύβεται στην καθημερινότητά μας. Ο Νεοέλληνας είναι φιλόξενος μόνο σε όσους θεωρεί ανώτερούς του (κι ας μη το παραδέχεται ποτέ αυτό). Σκιζόμαστε να προσφέρουμε μία δουλοπρεπής εξυπηρέτηση σε επισκέπτες από τη Δύση, έχοντας την κρυφή ελπίδα πως θα γυρίσουν στις χώρες τους και θα διαλαλήσουν το πόσο καλή διαγωγή είχαμε απέναντί τους. Αντιθέτως χλευάζουμε κι αδιαφορούμε με επισκέπτες από την Ανατολή και τα Βαλκάνια. Ενώ τον Ξένιο Δία τον θυμηθήκαμε στις επιχειρήσεις-σκούπα που εξαπέλυσε η αστυνομία στους δρόμους της Αθήνας, όταν άνοιξαν τα νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους αλλοδαπούς που δεν είχαν νόμιμα χαρτιά παραμονής στη χώρα μας. Δυστυχώς αυτοί είμαστε...
Κι όμως, δε θέλω να παραμείνω κατηγορηματικός απέναντι στη γενική συμπεριφορά του Νεοέλληνα. Μπορεί να κουβαλάμε αρκετές μαύρες σελίδες του παρελθόντος, τις οποίες είτε τις αγνοούμε είτε θέλουμε να τις ξεχάσουμε, άλλες φορές επιδιώκουμε και να κρύψουμε. Συμπαθάτε με αλλά υπάρχουν καλύτεροι τρόποι όχι μόνο να διώξουμε αυτή τη ντροπή, αλλά να νιώσουμε καλύτερα κι ως άνθρωποι.
Το καλοκαίρι έφτασε και όλοι γνωρίζουμε τι πάει να πει ζέστη. Κάποιοι συνάνθρωποί μας θα βράζουν μέσα σε κοντέινερ και χώρους υποτιθέμενης φιλοξενίας. Όλοι τους διέσχισαν χιλιόμετρα για να φτάσουν ως εδώ όχι επειδή το ήθελαν αλλά επειδή τους ανάγκασαν. Επίσης όλοι (ή όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει στον κόσμο) γνωρίζουμε ποιοι ευθύνονται για το χάος που επικρατεί στην Μέση Ανατολή. Πολλοί χάθηκαν στο δρόμο κι όσοι κατάφεραν να φτάσουν είναι εξαντλημένοι. Κάποιοι έχουν μικρά παιδιά ή συνοδεύουν γέρους.
Γνωρίζουμε αυτές τις καταστάσεις. Τις έχουμε διαβάσει σε πολλές μαρτυρίες. Τις έχουμε ακούσει από πολλά γερόντια που ήταν προσφυγόπουλα το '22. Ας θυμηθούμε λοιπόν αυτές τις ιστορίες των Μικρασιατών προσφύγων κι ας κάνουμε τη σύγκριση με τους σημερινούς πρόσφυγες που φτάνουν φοβισμένοι και κυνηγημένοι στα νησιά μας. Φυσικά τότε η Ελλάδα είχε περάσει από μία χρεοκοπία κι από μία σειρά πολέμων ενώ σήμερα διανύουμε μία οικονομική κι ανθρωπιστική κρίση. Δεκτό αλλά δεν είναι τόσο τραγικό στο προσφέρουμε κάτι από το υστέρημά μας το οποίο μπορεί να σταθεί σωτήριο γι' αυτούς τους ανθρώπους.
Όλα αυτά τα γράφω επηρεασμένος μετά την έκκληση (και ορθώς έγινε) από το λιμεναρχείο της Χίου, το οποίο ζήτησε από τους συμπατριώτες μου μπουκάλια με εμφιαλωμένο νερό γι' αυτούς τους ανθρώπους. Πάνω σ' αυτό θέλω να προσθέσω πως μία ανιδιοτελής πράξη μας κάνει καλύτερους ανθρώπους...

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Γιατί η κυβέρνηση αρνείται να πάρει θέση για την TTIP;



Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

Ποιος μπορεί να είναι ο λόγος που η κυβέρνηση, αρνείται να πάρει ξεκάθαρη θέση για την «κυοφορούμενη» Συμφωνία για το Διατλαντικό Εμπόριο και τις Επενδύσεις (ΤΤΙΡ); Γιατί μια κυβέρνηση που ομνύει στην Αριστερά, δεν εκφράζει έστω την έντονη αποδοκιμασία της για μία διαπραγμάτευση που είναι φανερό, πώς μόνον αρνητικά μπορεί να λειτουργήσει για τους λαούς της Ευρώπης και των ΗΠΑ; Το ερώτημα προκύπτει αβίαστα από την ενημέρωση που πραγματοποίησε στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής, ο αρμόδιος υπουργός Οικονομίας Γιώργος Σταθάκης, την Τετάρτη (29/5) σχετικά με το σημείο που βρίσκονται οι επαφές ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ε.Ε. Μια διαπραγμάτευση που καλύπτεται με τέτοια μυστικότητα ώστε (όπως καταγγέλθηκε και δεν διαψεύστηκε από τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Γ.Δημαρά) «τα κείμενα δε, δεν τα έχουν ούτε οι κυβερνήσεις. Ο Υπουργός πήγε στην Αμερικάνικη Πρεσβεία για να τα διαβάσει»!
Για όποιον προσέξει τα όσα ειπώθηκαν (και καταγράφηκαν) στην ενημέρωση που πραγματοποιήθηκε ήταν φανερό ότι η κυβέρνηση εκπροσωπούμενη από τον Γιώργο Σταθάκη, αρνήθηκε να αποσαφηνίσει την στάση της για το θέμα, παρά τις επίμονες ερωτήσεις βουλευτών της αντιπολίτευσης αλλά κυρίως των ίδιων των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ.
«Επί της αρχής, είμαστε υποστηρικτικά επιφυλακτικοί, κύριε Υπουργέ;» ήταν η σαφέστατη ερώτηση που απεύθυνε ο πρόεδρος της Επιτροπής, Αλέξης Μητρόπουλος. «Η θέση της Κυβέρνησης ποια είναι; Επιμένει σε επιμέρους ζητήματα βελτιωτικά ή διαφωνεί συνολικά με τη συγκεκριμένη Συμφωνία;» ρώτησε ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, Νίκος Καραθανασόπουλος. Μία πολύ συγκεκριμένη ερώτηση έκανε ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Συρμαλένιος: «Να θέσω ένα ερώτημα προς τους Υπουργούς, σχετικά με το εάν έχει τεθεί στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και δεν αναφέρομαι στις διαπραγματεύσεις ΕΕ-ΗΠΑ, αλλά Ελλάδας και θεσμών, αυτό το ζήτημα από τους δανειστές» Κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν πήρε απάντηση…
Ουσιαστικά ο Γ.Σταθάκης, θέλησε να παρουσιάσει το ζήτημα αυτό ως πρόωρο, ανεπίκαιρο και ουσιαστικά εκτός των κυβερνητικών προτεραιοτήτων. Όπως χαρακτηριστικά είπε «είναι σε πολύ πρώιμο στάδιο οι συζητήσεις, συμμερίζομαι κάποιες αμφιβολίες για το πότε και το αν θα καταλήξει. Σίγουρα δεν θα καταλήξει πριν τις επόμενες Προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ και από κει και πέρα η Κυβέρνηση – εφόσον συνεχιστεί αυτό το θέμα και με το ρυθμό που θα συνεχιστεί – είμαστε εδώ, για να συζητήσουμε και να πάρουμε και τη γνώμη και τη συμβολή όλων όσων έχουν ισχυρή γνώμη για το θέμα αυτό». Πάντως υποστήριξε ότι μέχρι στιγμής και ενώ εξελίσσονται οι διαπραγματεύσεις «η τοποθέτηση της Κυβέρνησης ήταν πάρα πολύ σαφής, διατύπωσε ισχυρές επιφυλάξεις στα βασικά σημεία, δηλαδή τη διαδικασία, τη διαφάνεια, το ποιος αποφασίζει, την μικτή συμφωνία την οποία επαναφέραμε (σ.σ προβλέπει κύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια), καθώς και το περιεχόμενο, δηλαδή τί περιλαμβάνεται σε αυτή την εμπορική συμφωνία και τί δεν πρέπει να περιλαμβάνεται, καθώς και την πλήρη αντίθεσή μας φυσικά, εγείροντας τα θέματα του ευρωπαϊκού δικαίου και τα θέματα της προστασίας των επενδύσεων».
Μια επίσης ενδιαφέρουσα πτυχή της συζήτησης που έγινε στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων ήταν η τεκμηρίωση με συγκεκριμένα παραδείγματα της σποραδικής εφαρμογής του πλέον αιχμηρού στοιχείου της TTIP. Δηλαδή της δυνατότητας των πολυεθνικών εταιριών να προσφεύγουν εναντίον των κρατών, σε περίπτωση που οι (εκλεγμένες) κυβερνήσεις τροποποιήσουν την νομοθεσία και αυτό περιορίσει την κερδοφορία τους. Σύμφωνα με συγκεκριμένες περιπτώσεις που παρέθεσαν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι στιγμής υφίσταται η εξής διεθνής εμπειρία:

  • Η Σουηδική εταιρεία Vattenfall άσκησε δίωξη κατά της Γερμανικής Κυβέρνησης και ζήτησε 3,7 δις αποζημίωση για τη σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας μετά το ατύχημα της Φουκουσίμα. Επρόκειτο για μια απόλυτα σύννομη απόφαση ενεργειακής πολιτικής. Η εταιρία όμως θεωρεί ότι θίγεται επειδή πουλάει πυρηνική τεχνολογία και στράφηκε εναντίον του γερμανικού κράτους! 
  • Η Σλοβακία, καταδικάστηκε μετά από προσφυγή της Ολλανδικής εταιρίας «ACHMEA», και της επιβλήθηκε πρόστιμο 29.5 εκατ. ευρώ για την επανεθνικοποίηση του κλάδου περίθαλψης του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. 
  • Η γαλλική εταιρεία DEOLIEN έκανε μήνυση κατά της Αιγύπτου στο ICID, που είναι το δικαστήριο που εκδικάζει υποθέσεις ISDS γιατί η Αίγυπτος είχε εισαγάγει νέο κατώτατο μισθό. Η γαλλική εταιρεία, το 2000, είχε υπογράψει συμβόλαιο για να διαχειρίζεται τα απορρίμματα της Αλεξάνδρειας. Λίγα χρόνια αργότερα, προσπάθησε να αλλάξει τα συμβόλαια, διότι είχε αλλάξει η Αίγυπτος τον κατώτατο μισθό και, άρα, δεν ήταν κερδοφόρο το συμβόλαιο. Η Αίγυπτος αρνήθηκε να προχωρήσει σε αλλαγή του συμβολαίου και η εταιρεία την πήγε στο δικαστήριο, ζητώντας αποζημίωση. 
  • Η επίσης Γαλλική εταιρία SUEZ το 2001 στράφηκε δικαστικά εναντίον της Αργεντινής επειδή κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην χώρα «πάγωσε» το κόστος για το νερό και την ενέργεια για τα νοικοκυριά. Η εταιρία Σουέζ, διαχειρίζεται την παροχή ύδατος στο Μπουένος Άιρες, προχώρησε σε μήνυση κατά της Κυβέρνησης της Αργεντινής, ζητώντας αποζημίωση, διότι το «πάγωμα» της τιμής του ύδατος δεν της επέτρεπε να αποσπάσει κέρδη. Το 2010, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι έχει δίκιο η εταιρεία Σουέζ και έβγαλε απόφαση κατά της Αργεντινής. Η αποζημίωση που δικαιούται η εταιρεία, εκτιμάται πως θα είναι άνω του 1δισ. Ευρώ!

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μανταρίνια (2013)




Φτάνοντας στην τελευταία ταινία για τη φετινή χειμερινή σεζόν, έπρεπε να βρω μία καλή για να κλείσω θετικά μια κινηματογραφική περίοδο, η οποία από το Πάσχα και μετά ήταν όχι μόνο φτωχή αλλά κι εκνευριστική. Επέλεξα λοιπόν να αποχαιρετήσω τις σκοτεινές αίθουσες με μία ενδιαφέρουσα επιλογή κι έτσι βρέθηκα στον κινηματογράφο Έλλη για να δω τα Μανταρίνια, μια ταινία εσθονικής και γεωργιανής παραγωγής που τελικά αποδείχτηκε ως ένα σπάνιο αντιπολεμικό αριστούργημα.
Η ταινία ξεκινάει με ένα προλογικό ιστορικό σημείωμα από το οποίο μαθαίνουμε πως σε διάσπαρτα χωριά στην περιοχή του Καυκάσου ζούσαν Εσθονοί για πάνω από εκατό χρόνια, μέχρι που ξεκίνησε ο πόλεμος της Αμπχαζίας (1992). Οι συρράξεις που σημειώθηκαν στην περιοχή αυτή τους ανάγκασε να φύγουν αφήνοντας πίσω τους τα χωριά έρημα. Όμως κάποιοι Εσθονοί προτίμησαν να μείνουν στον τόπο τους με κάθε τίμημα και κάθε κίνδυνο της ζωής τους, παρόλο που οι μάχες σημειώνονταν κοντά στα σπίτια τους. Για τους δυο πρωταγωνιστές της ιστορίας, ο πόλεμος έφτασε σχεδόν έξω από την πόρτα τους...
Στη συγκεκριμένη ιστορία  δύο φίλοι αρνούνται να φύγουν από το χωριό τους πριν τη συγκομιδή των μανταρινιών. Ο ένας είναι ξυλουργός που φτιάχνει καφάσια κι ο άλλος καλλιεργητής μανταρινιών έχοντας στην κατοχή του μία μεγάλη έκταση με τα συγκεκριμένα εσπεριδοειδή. Μέσα από τις καθημερινές τους ασχολίες, προσπαθούν να κρατήσουν έξω από την καθημερινότητά τους τον πόλεμο μεταξύ των Γεωργιανών και των Τσετσένων-Ρώσων. Όμως ένα επεισόδιο που σημειώνεται έξω από τα σπίτια τους, αφήνει τέσσερις νεκρούς και δυο τραυματίες. Ο καλλιεργητής μαζί με το φίλο του αποφασίζουν να μεταφέρουν στο σπίτι του ενός τους δυο τραυματίες για να τους περιθάλψουν. Αυτό όμως που περιπλέκει περισσότερο την κατάσταση είναι πως οι δυο στρατιώτες είναι μεταξύ τους εχθροί. Με τη διαμεσολάβηση του καλλιεργητή, δημιουργείται μια άτυπη συμφωνία που πατάει πάνω στον άγραφο νόμο της ντομπροσύνης, με την οποία οι δυο τραυματίες δέχονται να μην αλληλοσκοτωθούν σεβόμενοι τη φιλοξενία του οικοδεσπότη. Αυτό έχεις ως αποτέλεσμα να δοθεί χώρος σε διάφορες συζητήσεις που ενώ αρχικά δημιουργούν τεταμένες καταστάσεις, στην πορεία καταφέρνουν να κατευνάσουν το μίσος και να λειάνουν τις διαφορές των δύο εχθρών. Μάλιστα η κίνηση που επιστεγάζει τη συμφιλίωσή τους είναι όταν προσφέρει ο ένας φαγητό στον άλλον. Παράλληλα έρχονται στην επιφάνεια διάφορα μυστικά που για χρόνια είχε κρυμμένα ο οικοδεσπότης. Ανθρώπινα μυστικά που θα ξεκλειδώσουν τις καρδιές των εχθρών και θα προετοιμάσουν τους θεατές για το σπαρακτικό φινάλε, κλείνοντας με έναν φορτισμένο τόνο μια από τις ομορφότερες αντιπολεμικές ταινίες που έχω παρακολουθήσει.




Η ιστορία είναι σωστά δομημένη με τους δύο εχθρούς να σέβονται ο ένας την αξιοπρεπής επιβίωση του άλλου. Αυτή η μικρή σπίθα ανθρωπιάς που ξεπετάγεται μες στη καρδιά του πολέμου, θα δώσει την αφορμή στον ξυλουργό Ίνο τον οποίον ερμηνεύει εξαιρετικά ο Λέμπιτ Ουλφσακ, να τους εξηγήσει με ήρεμο τρόπο την αξία της ζωής αλλά και το ανώφελο μίσος που τους καλλιέργησε ο πόλεμος. «Τι σημασία έχει από ποια μεριά των συνόρων βρίσκεσαι» και «τι σημασία έχει που θα θαφτεί κάποιος» είναι δύο δυνατά κι άκρως αντιπολεμικά ερωτήματα που θέτει πάνω στο τραπέζι, ισοπεδώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο κάθε εθνικιστικό μίσος που έχει καταστρέψει τόσους τόπους κι έχει οδηγήσει στο θάνατο τόσους ανθρώπους. Δύο ερωτήματα άκρως διαχρονικά αλλά κι επίκαιρα. Όσο για το καλοσυνάτο και παράλληλα μελαγχολικό του βλέμμα, λειτουργεί ως ένας επιπλέον παράγοντας στο να γίνει πιο πειστικός τόσο στους δύο εχθρούς όσο και στους θεατές της ταινίας.
Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του σκηνοθέτη Ζάζα Ουρουσάντζε είναι η απόδοση της οδύνης του πολέμου χωρίς υπερβολές. Με λιτή αλλά ουσιώδης μαεστρία παρουσιάζει την ευκολία που οδηγείται κάποιος στον εθνικιστικό φανατισμό κι επικεντρώνεται παράλληλα στον επίμονο αγώνα να παραμείνει κανείς άνθρωπος κατά τη διάρκεια μιας ανελέητης πολεμικής σύρραξης.
Ένα άλλο στοιχείο που κάνει τη συγκεκριμένη ταινία ξεχωριστή είναι πως ο πρωταγωνιστής δεν μας παρουσιάζεται ως κλασσικός ήρωας άλλων αντιπολεμικών ταινιών που έρχεται να σώσει την κατάσταση αλλά ως ένας άνθρωπος που κουβαλάει διακριτικά και ταπεινά το δικό του δράμα, κάτι που τον βοηθάει να βλέπει με άλλο μάτι την ματαιότητα της πολεμικής φρίκης και του "αναθέτει" να περισώσει όποια κομμάτια ανθρωπιάς εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα σε μια πολεμική τραγωδία. Με έναν άκρως πολιτισμένο τρόπο προσπαθεί να επιλύσει τις όποιες διαφορές έχουν οι δυο τραυματίες που φιλοξενεί στο σπίτι του, χωρίς να απαιτεί με δασκαλίστικο τρόπο τη συμφιλίωση τους. Αντιθέτως προσπαθεί να τους εξηγήσει πως μέσα από τη δική του ζωή έχει καταλάβει πως υπάρχει κάτι βαθύτερα ενωτικό κάτω από τις όποιες φυλετικές, εθνικές, θρησκευτικές ή ταξικές διαφορές.
Επίσης η ταινία ξεχωρίζει με τα υπέροχα πλάνα της, τα οποία μας παρουσιάζουν με έναν ιδιαίτερα μελαγχολικό τρόπο την αίσθηση που αφήνει πίσω της η ερήμωση ενός τόπου που βρίσκεται στη δίνη ενός πολέμου. Η μουσική αν κι επαναλαμβανόμενη στο ίδιο μοτίβο, είναι νοσταλγική, αφήνοντάς μας μια αίσθηση της παρελθοντικής ηρεμία όταν ακόμη επικρατούσε η ειρήνη στους τόπους αυτούς ενώ το χιούμορ κάνει την εμφάνισή του σε κατάλληλες στιγμές για να χαλαρώσει την ένταση κάποιων καταστάσεων.



Ξεχωριστή στη λιτότητά της, η ταινία αποφεύγει τις συναισθηματικές εξάρσεις και τις υπερβολές που έχουμε συνηθίσει σ' αυτού του είδους τις ταινίες. Οι συγκρούσεις των ηρώων περιορίζονται μέσα στους διαλόγους, οι οποίοι παρουσιάζουν με τραγικό τρόπο την σκληρότητα του πολέμου με την ένταση της εξέλιξης να έρχεται σταδιακά προετοιμάζοντάς μας για το σπαρακτικό φινάλε, ενώ το ξεδίπλωμα των ηρώων βοηθάει στο να δεθούμε μαζί τους επιτρέποντάς μας να κατανοήσουμε και να συγκινηθούμε με τις προσωπικές ιστορίες του καθενός . 
Στο λογικό ερώτημα αν κι αυτή η ταινία είναι  κλισέ, η απάντηση που δίνεται είναι όχι. Όπως έχουμε πολλές φορές παρατηρήσει, στο αντιπολεμικό σινεμά κρύβονται πολλές παγίδες για τους σκηνοθέτες. Μια μικρή παρέκκλιση κι αμέσως η ταινία κινδυνεύει αυτός να ολισθήσει σε προπαγανδιστικούς συναισθηματισμούς ή σε εντυπωσιακές παρουσιάσεις φρικαλεοτήτων, μ' αποτέλεσμα να χάνει την ουσία της. Η συγκεκριμένη ταινία μπορεί να φαίνεται πως ακολουθεί τη συνηθισμένη πεπατημένη αλλά στη πορεία συνειδητοποιούμε πως μας οδηγεί σε άλλα μονοπάτια.
Αυτό που καταφέρνουν τα "Μανταρίνια" είναι να κάνουν μια ελπιδοφόρα κριτική κατά του πολέμου, παρουσιάζοντας τη φρίκη του απ' όλες τις πλευρές με απώτερο σκοπό να αναδείξει ως νικητή την ανθρωπιά.
Παρά το σπαρακτικό της φινάλε, η ταινία αφήνει μια χαραμάδα ελπίδας γι' αυτόν τον κόσμο, παρουσιάζοντάς την με έναν άκρως γλυκόπικρο τρόπο, όπως είναι κι η γεύση αυτού του πολυαγαπημένου καρπού.  


Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Το μάθημα της πολύπλοκης σκέψης



Συντάκτης: Θανάσης Γιαλκέτσης

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του 94χρονου σήμερα Γάλλου φιλοσόφου Εντγκάρ Μορέν «Enseigner à vivre. Manifeste pour changer l’ education» (Actes Sud/Play Bac, 2014).
Το ζήτημα της αλήθειας, που είναι το ζήτημα του λάθους, με βασάνιζε ιδιαίτερα ήδη από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια. Εγώ δεν είχα κληρονομήσει μια κουλτούρα από την οικογένειά μου.
Επομένως για μένα οι αντιτιθέμενες ιδέες είχαν, καθεμιά τους, κάτι πειστικό. Χρειάζεται να μεταρρυθμίσουμε ή να αλλάξουμε επαναστατικά την κοινωνία; Η μεταρρύθμιση μου φαινόταν πιο ειρηνική και ανθρώπινη, αλλά ανεπαρκής, η επανάσταση ικανή για πιο ριζικές αλλαγές, αλλά επικίνδυνη.
Στις αρχές του πολέμου νόμιζα ότι ήμουν απόλυτα προστατευμένος απέναντι στη σαγήνη της Σοβιετικής Ενωσης, δηλαδή απέναντι στον σταλινικό κομμουνισμό.
Με αφετηρία όμως την αντεπίθεση που απελευθέρωσε τη Μόσχα και ταυτόχρονα την είσοδο στον πόλεμο της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών (τον Δεκέμβριο του 1941), που καθιστά παγκόσμια την πολεμική σύρραξη, συντελείται μια μεταστροφή στη σκέψη μου: η κληρονομημένη από τον τσαρισμό υπανάπτυξη και η καπιταλιστική περικύκλωση θα δικαιολογήσουν για μένα τις ελλείψεις και τα ελαττώματα της ΕΣΣΔ.
Όταν θα σπάσει η καπιταλιστική περικύκλωση, μετά τη νίκη των λαών, θα ανθήσει μια αληθινά κομμουνιστική κουλτούρα της αδελφοσύνης.
Αυτό που είχα μάθει από τον Τρότσκι, από τον Σουβαρίν και από τόσους άλλους απωθήθηκε τότε στα υπόγεια του μυαλού μου.
Μια απέραντη, σχεδόν συμπαντική ελπίδα έδιωχνε κάθε επιφύλαξη. Η απογοήτευση αρχίζει με την επιστροφή των πάγων στη Σοβιετική Ενωση.
Μια διαδοχή πελώριων και επονείδιστων ψευδών πλήττει το ηθικό μου, μέχρι εκείνο που υπήρξε για μένα το τελικό σοκ: τη δίκη του Ράικ στη Βουδαπέστη τον Σεπτέμβριο του 1949. Τέλος, υφίσταμαι μια αποπομπή από το Κομμουνιστικό Κόμμα, που κόβει τον ομφάλιο λώρο και με απελευθερώνει (1951).
Μερικά χρόνια αργότερα αφιερώνομαι σε μια αυτοκριτική εργασία, που δημοσιεύτηκε το 1959, για να κατανοήσω τις αιτίες και τους μηχανισμούς των λαθών μου, που οφείλονταν λιγότερο στην άγνοιά μου και περισσότερο στο δικό μου σύστημα ερμηνείας και δικαιολόγησης, με βάση το οποίο είχα απωθήσει ως δευτερεύοντα, προσωρινά και επιφανειακά τα ελαττώματα που συγκροτούσαν την ίδια τη φύση του σταλινικού συστήματος.
Νομίζω ότι απαλλάχθηκα για πάντα από τις μονόπλευρες σκέψεις, από τη δυαδική λογική που παραγνωρίζει τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητα. Ανακάλυψα τότε ότι το λάθος μπορεί να είναι γόνιμο υπό τον όρο να το αναγνωρίσουμε, να αποσαφηνίσουμε την προέλευσή του και την αιτία του, με σκοπό να αποκλείσουμε την επανάληψή του.
Η απελευθερωτική εργασία της αυτοκριτικής που πραγματοποίησα θέλησε να φτάσει ώς την πηγή. Κατανόησα ότι μια πηγή λαθών και αυταπατών είναι το να αποκρύπτουμε τα γεγονότα που μας ενοχλούν, να τα βγάζουμε από το μυαλό μας.
Κατανόησα μέχρι ποιο σημείο οι βεβαιότητές μας και οι πεποιθήσεις μας μπορούν να μας παραπλανούν, έμαθα να στοχάζομαι αναδρομικά για όλες τις τυφλώσεις που οδήγησαν τη Γαλλία στον πόλεμο του 1939 χωρίς προετοιμασία, για όλες τις εκτροπές και τις πλάνες που ακολούθησαν. Και καθώς σκέφτομαι την υπνοβατική πορεία ενός έθνους από το 1933 ώς το 1940 προς την καταστροφή, φοβάμαι τη νέα υπνοβασία που εμφανίστηκε με τη δική μας κρίση, η οποία δεν είναι μόνον οικονομική, δεν είναι μόνον κρίση πολιτισμού, αλλά είναι και κρίση της σκέψης.
Αναρωτιέμαι αν οι αγωνίες, τα σαστίσματα, οι απογοητεύσεις, που αυξάνονται στους καιρούς μας, παράγουν τις φοβίες και τις τυφλώσεις της απόρριψης και του μίσους.
Το πάθος μου για την «αληθινή» γνώση με οδήγησε να ανακαλύψω στα 1969-1970, χάρη σε μια διαμονή μου στην Καλιφόρνια, την προβληματική της πολυπλοκότητας.
Στην πραγματικότητα, η έννοια της πολυπλοκότητας αποσαφήνισε αναδρομικά τον τρόπο της σκέψης μου, που ήδη συνέδεε διάσπαρτες γνώσεις, ήδη αντιμετώπιζε τις αντιφάσεις αντί να τις αποφεύγει, ήδη προσπαθούσε να υπερβεί εναλλακτικές που θεωρούνταν ασυμβίβαστες.
Αυτός ο τρόπος σκέψης δεν είχε χαθεί, αν και είχε γίνει υπόγειος, κατά τη διάρκεια της ευφορίας μου, όταν ήμουν κομμουνιστής τον καιρό του πολέμου.
Ηδη το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσω δεν είναι μόνον τα λάθη που αφορούν γεγονότα (λάθη από άγνοια), τα λάθη της σκέψης (δογματισμός), αλλά το λάθος μιας τμηματικής σκέψης, το λάθος της δυαδικής σκέψης που βλέπει μόνον είτε/είτε και είναι ανίκανη να συνδυάσει και/και, καθώς και, βαθύτερα, το λάθος της σκέψης που περιορίζει και της σκέψης που διαχωρίζει, οι οποίες είναι τυφλές απέναντι σε κάθε πολυπλοκότητα.
Η λέξη μέθοδος μου φάνηκε ως υπόδειξη του ότι έπρεπε να βαδίσω επί μακρόν και με δυσκολία για να φτάσω να κατανοήσω τα εργαλεία μιας σκέψης που θα είναι ορθή επειδή θα είναι πολύπλοκη.
Και βαδίζοντας σε αυτό τον δρόμο, απέκτησα την πεποίθηση ότι η εκπαίδευσή μας, όσο και αν μας δίνει εργαλεία για να ζούμε στην κοινωνία (για να διαβάζουμε, να γράφουμε, να λογαριάζουμε), όσο και αν μας δίνει τα στοιχεία (δυστυχώς διαχωρισμένα) μιας γενικής παιδείας (φυσικές επιστήμες, επιστήμες του ανθρώπου, λογοτεχνία, τέχνες), όσο και αν μας προπαιδεύει ή μας προμηθεύει με μια επαγγελματική εκπαίδευση, υποφέρει από μια πελώρια έλλειψη σε ό,τι αφορά μια πρωταρχική ανάγκη της ζωής: στο να μην ξεγελιόμαστε και να μην πέφτουμε στην αυταπάτη κατά το δυνατό, στο να αναγνωρίζουμε πηγές και αιτίες των λαθών μας και των αυταπατών μας, στο να αναζητούμε με κάθε ευκαιρία την όσο το δυνατό πιο ορθή γνώση. Από δω πηγάζει μια πρωταρχική και θεμελιώδης αναγκαιότητα: να διδασκόμαστε να μαθαίνουμε τη γνώση, η οποία είναι πάντοτε μετάφραση και ανασύσταση. Αυτό σημαίνει ότι εγώ αξιώνω να παρέχω την αλήθεια; Προσφέρω μέσα για να παλεύουμε εναντίον της αυταπάτης, του λάθους, της μεροληψίας.
Οι επιστημονικές θεωρίες, όπως κατέδειξε ο Πόπερ, δεν προσφέρουν καμιά απόλυτη και οριστική αλήθεια, αλλά προοδεύουν ξεπερνώντας τα λάθη. Δεν προσφέρω μια συνταγή, αλλά μέσα για να αφυπνίζουμε και να παρακινούμε τα μυαλά στην πάλη εναντίον του λάθους, της αυταπάτης, της μεροληψίας, και ιδιαίτερα εκείνων των λαθών που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, που είναι εποχή ανεξέλεγκτων και επιταχυμένων δυναμικών, συσκότισης του μέλλοντος, λαθών και αυταπατών που στην τωρινή κρίση της ανθρωπότητας και των κοινωνιών είναι επικίνδυνα, ίσως και θανάσιμα.
Το λάθος και η αυταπάτη εξαρτώνται από τον ίδιο τον χαρακτήρα της γνώσης μας. Και το να ζεις σημαίνει να αντιμετωπίζεις συνεχώς τον κίνδυνο του λάθους και της αυταπάτης στην επιλογή μιας απόφασης, μιας φιλίας, ενός περιβάλλοντος, ενός συζύγου, ενός επαγγέλματος, μιας θεραπείας, ενός υποψήφιου στις εκλογές κ.λπ. Η πολύπλοκη σκέψη διδάσκει να έχουμε επίγνωση ότι κάθε απόφαση και κάθε επιλογή αποτελούν ένα στοίχημα.
Συχνά μια δράση παρεκκλίνει σε σχέση με το νόημά της, όταν μπαίνει σε ένα περιβάλλον πολλαπλών αλληλεπιδράσεων και μπορεί να στραφεί και να πλήξει το κεφάλι του δρώντος.
Πόσες ήττες και πόσες καταστροφές προκλήθηκαν από την αλαζονική βεβαιότητα της νίκης! Πόσες ολέθριες ανατροπές έγιναν μετά από μια μέθη ελευθερίας, όπως εκείνες της πλατείας Ταχρίρ και της πλατείας Μεϊντάν!

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

50 χρόνια Pink Floyd



της Κατερίνα Καραβία

"Together we stand, divided we fall"

Δεν θα αρχίσω με τα ευκόλως εννοούμενα, όπως ότι οι Pink Floyd είναι μια από τις μεγαλύτερες ροκ μπάντες στην ιστορία της μουσικής ή ότι άλλαξαν καθοριστικά το ρου της μουσικής ιστορίας. Αντίθετα, θα ξεκινήσω ίσως με το μεγαλύτερο τους επίτευγμα, το ότι κατάφεραν μετά από 50χρόνια να ακούγονται και να τραγουδιούνται με το ίδιο πάθος από τους σημερινούς κοινωνικά δικτυωμένους νεολαίους με αυτό που ακούγονταν το ‘73 από τους πατεράδες τους.
Οι Pink Floyd δεν έμειναν στην ιστορία της μουσικής απλά, την έγραψαν, όπως έγραψαν και όλα εκείνα τα συναισθήματα, συναισθήματα μιας ολόκληρης γενιάς.
Όλα ξεκίνησαν πενήντα χρόνια πριν στο Cambridge της Αγγλίας, το 1965, όταν πέντε φοιτητές οι Roger Keith «Syd» Barrett (κιθάρα/φωνητικά), Roger Waters (μπάσο/φωνητικά), Nick Mason (τύμπανα) και Rick Wright (κίμπορντς) σχημάτισαν την μπάντα Sigma 6 που αργότερα μετονόμασαν σε «The Meggadeaths», «The TeaSet», «The Spectrum Five» και τέλος σε «Pink Floyd Sound» από το αγαπημένο τους Blues άλμπουμ των Pink Anderson και Floyd Council.
Οι «Pink Floyd Sound» σύντομα θα γίνουν σκέτο «The Pink Floyd» και θα αρχίσουν να παίζουν σε μικρές underground σκηνές του Λονδίνου χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Ο Mason και ο Waters θα πουν ότι στην αρχή ήταν τόσο κακοί που «εάν πηγαίναμε στην εκπομπή Βρετανία Έχεις Ταλέντο, δε νομίζω ότι θα μας ενέκριναν ούτε καν στη φάση των οντισιόν». Το 1967 και μετά από κάποια πρωτόλεια καλά singles («Arnold Layne», «Candy and A Currant Bun» ) υπογράφουν το πρώτο τους συμβόλαιο με την δισκογραφική εταιρεία EMI. 

Η άνοδος των Floyd και η «πτώση» του Syd Barrett

Έτσι την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το πρώτο τους άλμπουμ το «The Piper at the Gates of Dawn» που μαζί με το «Abbey Road» των Beatles θα αποτελέσουν την αρχή αυτού που αργότερα θα ονομαστεί Progressive Rock. Το «The Piper at the Gates of Dawn» χαρακτηρίζεται ένα από τα καλύτερα άλμπουμ τους είδους του, αλλά και της δεκαετίας του, και κατακτά την πέμπτη θέση των Βρετανικών charts.
Μαζί με την επιτυχία εμφανίζονται και τα πρώτα προβλήματα με τον Syd Barrett τον μαέστρο, όπως έλεγαν και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, της ψυχεδέλειας και του πειραματισμού. Η ασταθή συμπεριφορά του οξυνόταν μαζί με την χρήση διάφορων ψυχοτρόπων ουσιών. Χαρακτηριστικό της κατάστασής του τα λόγια του ιδιοκτήτη του UFO Club στο οποίο εμφανίζονται εκείνη την εποχή: "Τον βρήκα στα αποδυτήρια και είχε τόσο πολύ "φύγει". Ο Roger Waters και εγώ, τον τραβήξαμε από τα πόδια μέχρι έξω στη σκηνή και φυσικά το κοινό τον αποθέωσε, επειδή τον αγαπούσε. Η μπάντα άρχισε να παίζει και ο Syd απλά στάθηκε εκεί. Είχε την κιθάρα του γύρω από το λαιμό του και τα χέρια του ίσα που κρέμονταν προς τα κάτω". Έτσι λοιπόν τον Απρίλιο του 1968 αναπόφευκτα ο Syd Barrett αντικαταστάθηκε από τον David Gilmour.

Η σκοτεινή πλευράς της Σελήνης και το Τείχος

Με τον Waters πλέον στο τιμόνι η μπάντα θα μπει σε μια πιο ώριμη περίοδο της όπου η δημοτικότητά της θα αρχίσει να ανεβαίνει κατακόρυφα. Θα κυκλοφορήσουν το σιγκλάκι "It Would Be So Nice" και τον δεύτερο δίσκο τους το "A Saucerfull Of Secrets" (ο τελευταίος δίσκος που συμμετείχε ο Barrett), το "More" και το τρίτο τους άλμπουμ "Ummagumma". Όλοι οι δίσκοι τους κατακτούν τα charts και παραμένουν για βδομάδες εκεί.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο 1973 και στην Σκοτεινή πλευρά της Σελήνης («The Dark side of the Moon»). Αν και υπήρξε το 8ο άλμπουμ τους, καθιερώθηκε σαν έναν κορυφαίο σταθμό στην μουσική τους πορεία και κορυφαίο τους άλμπουμ. Blues, rock και psychedelic στοιχεία ανακατεύονται και δημιουργούν τον μοναδικό ήχο του δίσκου, έναν ήχο που κατακλύζει τον ακροατή και τον ψυχικό του κόσμο με διάφορα συναισθήματα στέλνοντάς τον σε παράλληλες διαστάσεις του ονείρου, των χρωμάτων, της ψυχικής απελευθέρωσης. Το Time και το Money είναι τα δυο τραγούδια του δίσκου που ξεχωρίζουν και συνδεδεμένα πλήρως με τους Floyd. Λέγεται ότι περίπου ένας στους δώδεκα ανθρώπους στον κόσμο έχει ένα αντίγραφο αυτού του δίσκου (και κατά πάσα πιθανότητα μπλουζάκι με το εξώφυλλό του!).
Ακολουθούν το «Wish you were here» (1975) και το «Animals» (1977) τα οποία και θα αφιερώσουν στον Syd. Ειδικά το «Shine On You Crazy Diamond» γράφτηκε πάνω στο φίλο τους που δεν μπορούσε να ήταν εκεί και τον οποίο λέγεται ότι μια μέρα τους επισκέφτηκε καραφλός και παχύσαρκος. Βλέποντας τον σε τραγική κατάσταση τα μέλη της μπάντας δάκρυσαν.
Το 1979 έρχεται το «the Wall» επίσης άλμπουμ - σταθμός στην καριέρα τους και ο δίσκος με τις μεγαλύτερες πωλήσεις, καθώς 4 εκατομμύρια αντίτυπα πωλήθηκαν παγκοσμίως. Είναι ο δίσκος στο οποίο ο Waters κυριολεκτικά «ζωγραφίζει» μουσικά και στιχουργικά και τον οποίο εμπνεύστηκε όταν ένας θεατής σε μια συναυλία τους τον έφτυσε. Ολόκληρο το άλμπουμ, και κυρίως το κομμάτι Another Brick in the Wall, κριτικάρει, στηλιτεύει και αμφισβητεί κάθε απολυταρχικό σύστημα -ιδίως το εκπαιδευτικό – αλλά και κάθε τείχος.

Η αρχή του τέλους -The Final Cut

Το Final Cut κυκλοφορεί το 1983 και γίνεται ανάρπαστο. Είναι εξολοκλήρου παραγωγή του Waters καθώς το συγκρότημα περνά βαθιά κρίση με τον Waters και τον Wright να διαφωνούν σε βασικά μουσικά ζητήματα με τον δεύτερον να δηλώνει ότι θα φύγει από την μπάντα και τον Waters να παίρνει από μόνος του πρωτοβουλίες, την ίδια ώρα που ο Gilmour δεν πολυασχολήθηκε εξαιτίας των διαφωνιών του με τον Waters.
Έτσι το 1984 έρχεται και η επίσημη διάλυση του συγκροτήματος με την αποχώρηση του Waters και την αρχή των δικαστικών διαμαχών για τα δικαιώματα του ονόματος και την μουσικής που κράτησαν πολλά χρόνια μετέπειτα.
Το 2005 ήταν η πρώτη και η τελευταία συναυλία κατά την οποία οι Floyd με την παλιά σύνδεση βρέθηκαν στην σκηνή όλοι μαζί. Ο Wright πέθανε το 2008 ενώ ο Syd είχε πεθάνει το 2006. 
Υπολογίζεται ότι το συγκρότημα έχει πουλήσει γύρω στα 74,5 εκ άλμπουμ στις Η.Π.Α. και πάνω από 300 εκατομμύρια άλμπουμ παγκοσμίως.

Πηγή: left.gr

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Barcelona en Comú: Η πόλη ως ορίζοντας ριζοσπαστικής δημοκρατίας



της Μανουέλα Ζέχνερ
(Μετάφραση: Γιάννης Χατζηδημητράκης)

Πολλά είναι αυτά που μπορούμε να πούμε σχετικά με τη μεθοδολογία του Barcelona en Comú, καθώς η ριζοσπαστική δημοκρατική του προσέγγιση συνοδεύεται από μια σειρά εργαλεία, τεχνικές, μηχανισμούς και δομές για την ενεργοποίηση τοπικών πολιτικών από τα κάτω. Ανάμεσα σε αυτά συναντάμε διάφορα επίπεδα συνελεύσεων (γειτονιάς, θεματικών τομέων, συντονισμού, υλικοτεχνικής υποστήριξης, μέσων μαζικής ενημέρωσης, επικοινωνίας, κλπ.) και διαδικτυακές πλατφόρμες (για την επικοινωνία, την ψηφοφορία, εργασίας). Το οργανόγραμμα της πρωτοβουλίας μοιάζει περισσότερο με πλυντήριο ρούχων ή επιταχυντή σωματιδίων παρά με το οργανόγραμμα μιας επίπεδης ή κάθετης ιεραρχίας. […]
Αν και ξεκίνησαν χωρίς έτοιμες συνταγές, αυτό δεν σημαίνει ότι η πρωτοβουλία δεν έχει εφεύρει τους δικούς της όρους, συνθήκες και πρακτικές. Το πιο ενθαρρυντικό παράδειγμα καινοτομίας είναι ο Κώδικας Πολιτικής Δεοντολογίας, ο οποίος συζητήθηκε, σχολιάστηκε και κυρώθηκε σε μια ανοικτή διαδικασία κατά τη διάρκεια ενός σαββατοκύριακου τον Οκτώβριο του 2014 — με περίπου 300 παρόντες και πολύ περισσότερους να συμμετέχουν και να σχολιάζουν διαδικτυακά σε απευθείας σύνδεση. Αυτός ο κώδικας δεοντολογίας περιγράφει τις βασικές δεσμεύσεις της πλατφόρμας όσον αφορά την εκπροσώπηση, τον έλεγχο, τη λογοδοσία, τη χρηματοδότηση, τη διαφάνεια, τον επαγγελματισμό και τη διαφθορά, και αφορά όλους όσους ασχολούνται με την πρωτοβουλία.
Στο επίπεδο των πολιτικών προτάσεων, θεματικές ομάδες εργασίας (για την υγεία, τη μετανάστευση, τον πολιτισμό, τον τουρισμό, την εργασία, την οικονομία, την πολεοδομία, το φύλο, την τοπική διακυβέρνηση, την εκπαίδευση, την ενημέρωση) έχουν αναλάβει το έργο της διατύπωσης θέσεων που καθορίζουν τα ελάχιστα κριτήρια και προτάσεις για κάθε τομέα. Αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τα άλλα κόμματα (ICV, EuIA, Podem Barcelona, Procés Constituent und Equo) που συνεργάστηκαν με το Barcelona En Comú σε μια κοινή υποψηφιότητα.
Το Barcelona En Comú είναι επίσης ένα πείραμα για τη δημιουργία και την αξιοποίηση κοινών υποδομών και πόρων, καθώς και την πρόσβαση σε αυτούς. Έχει πολύ λίγα υλικά μέσα στη διάθεσή του, αλλά καταφέρνει να δημιουργεί νέους τρόπους πρόσβασης στους υπάρχοντες πόρους, ανοίγοντας δρόμους αξιοποίησης κοινοτικών υποδομών, νομιμοποιώντας συλλογικά αιτήματα καθώς και αξιοποιώντας αυτοδιαχειριζόμενες κοινωνικές και πολιτικές δομές. Αυτό δίνει στην έννοια «κοινά» μια πολύ συγκεκριμένη σημασία.

Ένα εργαστήριο κοινωνικής νοημοσύνης

Από την ίδρυσή του, το Guanyem Barcelona (ο πρόδρομος του Barcelona En Comú) κατανόησε τη σημασία των γειτονιών ως πρωταγωνιστών της αλλαγής. Είναι σαφές ότι το Guanyem έχει μάθει πολλά από κινήματα όπως το PAH –η πρωτοβουλία των ανθρώπων που πλήττονται από τις εξώσεις, ένα ισχυρό και με ευρεία απήχηση κίνημα, που ξεκίνησε από την Βαρκελώνη–, που ενδυναμώθηκε μέσα από τη διαδικασία εξάπλωσης δικτυωμένων μεταξύ τους ομάδων, η καθεμία από τις οποίες διατήρησε την αυτονομία της όσον αφορά την πολιτική ταυτότητα, τον τρόπο ένταξης και τον συναισθηματικό ιστό της, καθώς και το ύφος. Οι ομάδες σε επίπεδο γειτονιάς είναι ένας προνομιακός χώρος για την ανάπτυξη προβληματισμών και την κινητοποίηση της συλλογικής δυναμικής για την ενεργοποίηση σχέσεων ανατροφοδότησης μεταξύ των τοπικών διαδικασιών και των θεματικών ομάδων ή των συντονιστικών επιτροπών.
Το χειμώνα του 2014-15, καθεμία από τις ομάδες γειτονιάς εργάστηκε πάνω σε ένα κείμενο-πλαίσιο σχετικά με τον τομέα της. Η σύνταξη τους πραγματοποιήθηκε μετά από ανοιχτές συναντήσεις όπου αναλύθηκαν τα προβλήματα και προτάθηκαν μέτρα σε τοπικό επίπεδο. Στο κείμενο από τη γειτονιά μου, το Πόμπλε Σεκ, οι τομείς που εξετάστηκαν ήταν το αστικό περιβάλλον, η υγεία, η οικονομία, η επισφαλής εργασία, η ανισότητα και η φτώχεια, η κοινωνία της πληροφορίας, η συμμετοχική διακυβέρνηση, ο πολιτισμός η μετανάστευση, η στέγαση, ο τουρισμός και η εκπαίδευση.
Οι προτάσεις κυμαίνονται από την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου μέχρι τη δημιουργία κέντρων υγείας και υπηρεσιών για τους ηλικιωμένους, τη στήριξη των τοπικών μικρών επιχειρήσεων και των μορφών αλληλέγγυας οικονομίας, την ίδρυση ενός κέντρου εκπαίδευσης ενηλίκων, περισσότερα σημεία ελεύθερου WiFi, την ενθάρρυνση του συμμετοχικού σχεδιασμού και της μετάφρασης, την υποστήριξη αυτοδιαχειριζόμενων κοινωνικών και πολιτιστικών χώρων, τη δημιουργία περισσότερων κοινοτικών κατοικιών, την αλλαγή του χωροταξικού σχεδιασμού κ.ο.κ. 
Αυτές οι τοπικές συνελεύσεις αποτελούν χώρους συνάντησης μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, που κουβαλούν διαφορετικά επίπεδα γνώσης και εμπειρίας. Αποτελούν μια τεράστια δεξαμενή συγκέντρωσης και μετασχηματισμού της γνώσης, προερχόμενης κυρίως από μια όλο και πιο υποβαθμιζόμενη κοινωνικά μεσαία τάξη. Αυτό προσδίδει δύναμη (υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες για την αξιοποίηση αυτών των γνώσεων και της κοινωνικής δημιουργίας) αλλά ταυτόχρονα εμπεριέχει και ρίσκο (είναι μια πρόκληση η διατήρηση της πολυφωνίας και το να ξεφύγεις από την «τυραννία» της μεσαίας τάξης).
Η σημερινή πολιτικο-θεσμική κρίση, μας αναγκάζει να επανεξετάσουμε το πολιτικό και το κοινωνικό ως χώρους συλλογικής δράσης. Η πόλη είναι ένας χώρος εμπειρίας και δράσης τον οποίο γνωρίζουμε και στον οποίο συμμετέχουμε καθημερινά, που όχι μόνο συμβολίζει αλλά και ενσαρκώνει τα κοινά. Ενώ είναι το σημείο-κλειδί μεταξύ πλατείας και κοινοβουλίου, μεταξύ 15M and Podemos, και η σημασία της δεν είναι απλώς ζήτημα κλίμακας: η πολιτική σε τοπικό επίπεδο έχει τη δυνατότητα να προτείνει νέες ριζοσπαστικές μεθοδολογίες σκέψης της προσέγγισης και της διαφοράς στην οργάνωση. Έχει τη δύναμη να διαλύει δίπολα και αντιφάσεις μεταξύ δρόμου και κράτους, μικρής και μεγάλης κλίμακας, ακόμη και μεταξύ τοπικού και παγκόσμιου.

Το κοινωνικό και ιστορικό DNA της πόλης

Τι σημαίνει το να σκέφτεσαι την πόλη ως μια διαδικασία κυριαρχούμενη από διαφορές, και να πιστεύεις ότι το συλλογικό μπορεί να ανακτηθεί; Η έννοια της πόλης έχει να κάνει με την ιστορία της δημοκρατίας που πηγαίνει πίσω στην αρχαιοελληνική πόλι, αλλά και με την ιστορία της αποικιοκρατίας, η οποία επέτρεψε την ανάπτυξη μητροπολιτικών κρατών, καθώς και με τη σχέση του καπιταλισμού με την ανάπτυξη της σύγχρονης πόλης.
Τρεις κοινωνικές και ιστορικές διαδικασίες είναι το κλειδί σ’ αυτή τη σχέση: Ο εκτοπισμός και η έξωση από τη γη, η ιστορία της αποικιοκρατίας και της δουλείας, και η υποταγή των γυναικών. Πέραν της απλής διαθεματικής καταγραφής, αυτή είναι η αναπόφευκτη αφετηρία για να φανταστούμε μια ριζικά διαφορετική πόλη — ένα πείραμα που προσπαθεί να φτάσει στη ρίζα του προβλήματος της σχέσης ανάμεσα στη δημοκρατία και την πόλη.
Το πρώτο από αυτά τα σημεία αφορά την ηγεμονία που απέκτησαν οι πόλεις πάνω στην ύπαιθρο: η αντίθεση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο δεν είναι λιγότερο έντονη από εκείνη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Εδώ μπαίνουμε στην οικολογική οπτική του προβλήματος, αλλά και στην ταξική διάσταση: με την εκβιομηχάνιση, οι πόλεις έχουν γίνει τόποι ζωής και σχέσεων στους οποίους οι πιθανότητες για ισότητα και βιωσιμότητα όλο και μειώνονται. Η ανάγκη να ξαναφανταστούμε την οικολογία της πόλης πηγαίνει πολύ πιο πέρα ​​από τα μοντέλα της έξυπνης πόλης και των αστικών κήπων. Στη Βαρκελώνη, υπάρχουν πλήθος δίκτυα που ασχολούνται με τον αειφόρο σχεδιασμό, τη γεωργία, την ανακύκλωση, την κατάληψη στέγης, το εναλλακτικό εμπόριο. Μπορούν να αποτελέσουν καλό σημείο εκκίνησης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Δεύτερον, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της ιδιότητας του πολίτη σε σχέση με την πόλη, επιχειρώντας να επαναπροσδιορίσουμε τα κοινωνικά δικαιώματα σε σχέση με την κοινωνική αναπαραγωγή και τη μεταβιομηχανική πόλη. Άλλα μοντέλα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που πηγάζουν από τους κοινούς ζωτικούς χώρους και τα κοινά, είναι το κλειδί (βλ. και το buen vivre στη Λατινική Αμερική, που βασίζεται στην παραδοχή ότι η φύση και η κοινότητα είναι αμφότερες υποκείμενα δικαιωμάτων). Ακόμα κι αν προς το παρόν τα θέματα των δικαιωμάτων και της ιθαγένειας είναι ζητήματα του κράτους, δεν είναι πρόωρο να ξεκινήσει μια συζήτηση επαναπροσδιορισμού του πολιτικού υποκειμένου, αρχής γενομένης από τα δίκτυα σχέσεων, αλληλεξάρτησης και διαφορετικότητας στις πόλεις μας.
Αυτό μας φέρνει στο τρίτο αλληλένδετο σημείο: να αντιληφθούμε την πόλη ως χώρο κοινωνικής αναπαραγωγής, τον ρόλο της πρόνοιας και των κοινών μέσα σ’ αυτήν, καθώς και να επανεξετάσουμε το θέμα της πολιτικής. Αυτό σημαίνει επίσης την επανεξέταση των αστικών ζητημάτων γενικότερα, να σκεφτούμε την πρόσβαση σε δικαιώματα πέρα ​​από ανδροκρατικά και ανθρωποκεντρικά μοντέλα που ευνοούν την μισθωτή εργασία και τα εξατομικευμένα ανθρώπινα υποκείμενα.

Προς μια διαθεματικότητα των αγώνων

Πρέπει, βέβαια, να κάνουμε σαφές ότι η πολιτική δεν είναι ένα παιχνίδι ηθικής και ότι οι στρατηγικές αποφάσεις δεν είναι πάντα τόσο αγνές όσο θα επιθυμούσαν ορισμένοι. Ωστόσο, οι προτεραιότητες δεν πρέπει να προδοθούν μακροπρόθεσμα: Το En Comú θα αντιμετωπίσει σίγουρα μια κατάσταση παρόμοια με αυτή που αντιμετωπίζει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από την ικανότητα σύνθεσης απόψεων, τη δύναμη του αξιακού του πλαισίου και των κινημάτων.
Το συναρπαστικό με το Barcelona en Comú είναι ότι αναπτύσσει έναν στοχασμό όχι μόνο στρατηγικής αλλά και διαδικασιών και σχέσεων. Γιατί οι μετασχηματισμοί που απαιτούνται για να πετύχεις ριζικές ανατροπές –ανατροπές που θα χτυπήσουν την ρίζα των προβλημάτων– πρέπει να είναι σχεσιακοί. Όπως λέει ο Ντέιβιντ Χάρβεϋ:
«Το ζήτημα του τι είδους πόλη θέλουμε είναι αλληλένδετο με το τι είδους κοινωνικές σχέσεις, τι σχέσεις με τη φύση, τι τρόπο καθημερινής ζωής, τι είδους τεχνολογίες και αισθητικές αξίες επιθυμούμε. Το δικαίωμα στην πόλη είναι, επομένως, κάτι πολύ περισσότερο από το δικαίωμα της ατομικής πρόσβασης στους πόρους της: είναι το δικαίωμα να αλλάξουμε τους εαυτούς μας αλλάζοντας την πόλη. Είναι, επιπλέον, ένα συλλογικό παρά ένα ατομικό δικαίωμα από την στιγμή που αυτή η αλλαγή βασίζεται στην άσκηση συλλογικής εξουσίας στις διαδικασίες της αστικοποίησης».
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η σωστή μεθοδολογία τού να δουλεύεις στην, και για την πόλη, είναι εκείνη που βασίζεται σε διαδικασίες και αξιακά πλαίσια που παίρνουν ως δεδομένες τη διαφορετικότητα και την παραγωγική ετερογένεια και είναι σε θέση να πετύχει, χωρίς μια ενιαία ταυτότητα ως βάση, χωρίς ηθικολογία και μονοκαλλιέργεια της γνώσης. Το Barcelona en Comú θέτει ορισμένες βασικές συντεταγμένες γι’ αυτό, ενώ ταυτόχρονα οικοδομεί ανάλογες σχέσεις. Αμετάκλητα, έχει φανεί φως στον ορίζοντα.

Πηγή: Ενθέματα

Πέμπτη 28 Μαΐου 2015

Τυφλοί τοίχοι αόμματων κατοίκων...



Είναι κοινό μας μυστικό πως η Αθήνα είναι μία από τις πιο άσχημες και βρώμικες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Πέρα από την άναρχη δόμησή της, η οποία έχει αλλοιώσει ένα ιδιαίτερα ιστορικό περιβάλλον, υπάρχει και μία έντονη απουσία παιδείας σε αρκετούς τομείς. 'Ένας απ' αυτούς είναι κι ο καλλιτεχνικός.
Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω ακούσει πάνω σε συζητήσεις την άποψη πως για να σωθεί η Αθήνα πρέπει να ισοπεδωθεί και να χτιστεί πάλι από το μηδέν. Ποιος διαφωνεί όταν παρατηρεί γύρω του μία μη αναστρέψιμη καταστροφή και το χειρότερο απ' όλα πως όχι μόνο δεν υπάρχει επιθυμία για βελτίωση αλλά γίνονται καθημερινά διάφορες ενέργειες που υποβαθμίζουν ακόμα περισσότερο την ήδη πληγωμένη εικόνα της πόλης.
Παρ' όλη την απελπισία μου για την όψη της Αθήνας, είμαι βέβαιος πως υπάρχουν πρωτοβουλίες και προτάσεις που μπορούν να απαλύνουν τις πληγές της πρωτεύουσας και να δώσουν λίγο χρώμα στο γκρίζο περιβάλλον της καθημερινότητάς μας.
Μία λύση προέρχεται από την πρωτεύουσα των κόμικς, τις Βρυξέλλες. Στη συγκεκριμένη πόλη δόθηκαν σε καλλιτέχνες αρκετοί τυφλοί τοίχοι κτιρίων, πάνω στους οποίους είτε σχεδιάστηκαν γνωστοί ήρωες κόμικς (π.χ. Τεν-Τεν) είτε οι καλλιτέχνες πρωτοτύπησαν με δικές τους φανταστικές μορφές. Μάλιστα σε πολλά σημεία της πόλης κυκλοφορούσε ένας χάρτης που καθοδηγούσε τους επισκέπτες στις γειτονιές με τις υπαίθριες καλλιτεχνικές πινελιές. Έτσι η πόλη αποκτούσε έναν ακόμη λόγο στο να γίνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα κι ευχάριστη.
Η Αθήνα είναι μία πόλη με όλο και λιγότερα όμορφα κι ενδιαφέροντα κτίρια αλλά με αρκετούς αδιάφορους τυφλούς τοίχους, άδειους "καμβάδες" για εγχώριους και ξένους καλλιτέχνες. Τι πιο όμορφο στο να δινόταν η ευκαιρία σε αρκετά νέα πρόσωπα να εκφραστούν, ο καθένας με τον τρόπο τους κι έπειτα να κριθεί το έργο τους ελεύθερα από τον κόσμο. Θα μπορούσε το συγκεκριμένο εγχείρημα να γινόταν ακόμη πιο ενδιαφέρον με τη συμμετοχή των πολιτών, οι οποίοι μέσα από ψηφοφορία θα επέλεγαν τα έργα που θα ήθελαν να ομορφύνουν τις γειτονιές τους και το κέντρο της πόλης τους.
Όλη αυτή η παραπάνω σκέψη ξεκίνησε μετά απ'το θέμα που προέκυψε με τις βιντεοπροβολές στην πλατεία Κλαυθμώνος. Δυστυχώς δεν έτυχε να περάσω από κει για να δω τους νεκρούς κι άχρωμους τοίχους να ζωντανεύουν τα βράδια, οπότε δε μπορώ να πω με σιγουριά για το αν μου άρεσε ή όχι το έργο αυτό, παρατηρώντας μόνο μερικές φωτογραφίες. Σίγουρα όμως ήταν ενδιαφέρον.
Για μία ακόμη φορά όμως, αντί να κάτσουμε να σκεφτούμε αν αξίζει αυτή η προσπάθεια ή όχι, προτιμήσαμε να χωριστούμε πάλι σε δύο στρατόπεδα με βασική διαφορά αν αυτό που προβαλλόταν ήταν έργο τέχνης ή όχι. Επίσης μεγάλο θέμα έγινε για το αν το γυμνό προκαλεί την ώρα που όλοι οι υπολογιστές και οι τηλεοράσεις στα σπίτια έχουν γεμίσει με εικόνες πορνό. Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο.
Αυτό που μ' ενόχλησε ήταν ότι υπήρξαν αρκετοί που αναρωτήθηκαν για το αν είχε δικαίωμα η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών να προβάλλει το βίντεο στους τοίχους της συγκεκριμένης πλατείας, μιας κι αυτή απέχει αρκετά από τις γειτονιές του Νέου Κόσμου. Βλέπετε ο ανταγωνισμός στην τέχνη είναι τόσο μεγάλος που έχει σβήσει πια την επιτακτική αγνή ανάγκη του κάθε καλλιτέχνη στο να δημιουργήσει μόνο και μόνο για να εκφραστεί ελεύθερα...
Παρατηρώντας όμως τις διαδικτυακές συζητήσεις που άναψαν σχετικά μ' αυτό το θέμα, διαπίστωσα με μεγάλη μου λύπη πως είμαστε κάτοικοι ενός απάνθρωπου τόπου, οι οποίοι προτιμούμε να μένουμε τυφλοί απέναντι στην πρωτοπορία, δειλοί  στο να αντικρίσουμε την αλήθεια κι ευθυνόφοβοι σε πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να μας ομορφύνουν την καθημερινότητά μας...

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Γερμανία 1945-2015: Τα όρια της μνήμης



των Τάσου Κωστόπουλου, Άννα Ψαρρά, Δημήτρη Ψαρρά,

Εβδομήντα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η δημόσια εικόνα της Γερμανίας παραμένει σφραγισμένη από τα πεπραγμένα του γερμανικού εθνικισμού εκείνης της εποχής.
Η ιστορική ευθύνη της κήρυξης δύο διαδοχικών παγκοσμίων πολέμων, τα πανευρωπαϊκά βιώματα από την αγριότητα των ναζιστικών στρατευμάτων και η βιομηχανικά οργανωμένη εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης αποτελούν ορόσημα, η συλλογική ανάμνηση των οποίων εκλαμβάνεται ως τροχοπέδη για τη σημερινή ηγεμονία στην Ενωμένη Ευρώπη.
Καθόλου περίεργο, λοιπόν, που η επικοινωνιακή διαχείριση αυτού του παρελθόντος, αλλά και της αντιμετώπισής του από τους σημερινούς Γερμανούς αναδεικνύεται σε πρωτεύοντα στόχο της διπλωματίας του Βερολίνου.
Στις αρχές του μήνα, δημοσιογράφος του «Ιού» παρακολούθησε το «θεματικό ταξίδι» που οργάνωσε το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, με αντικείμενο «Πώς η Γερμανία αντιμετωπίζει την ιστορία του 20ού αιώνα, επί τη ευκαιρία της 70ής επετείου από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου».
Στην αποστολή, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του επίσημου «προγράμματος επισκεπτών» το οποίο υφίσταται από το 1966 με διακηρυγμένο στόχο να «επιτρέπει σε ξένους διαμορφωτές γνώμης να δουν τη Γερμανία με τα μάτια τους και ν’ αποκτήσουν έτσι μια αυθεντική αντίληψη, επικαιροποιημένη και με αποχρώσεις, για τη χώρα», μετείχαν συνολικά 17 επισκέπτες από ισάριθμες χώρες και 4 ηπείρους (6 δημοσιογράφοι, 6 πανεπιστημιακοί, 3 διευθυντές ή επιμελητές μουσείων, 1 καθηγήτρια κι 1 επίτιμος διπλωμάτης).
Εκτός από επισκέψεις σε ιστορικά μνημεία, μουσεία και εκθέσεις, το εξαιρετικά πυκνό πρόγραμμα που καταρτίστηκε από το Ινστιτούτο Διεθνών Πολιτιστικών Σχέσεων (Ifa) περιέλαβε επίσης εννιά συνεντεύξεις με δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς που εμπλέκονται σε ζητήματα διαχείρισης της συλλογικής μνήμης, καθώς και την παρακολούθηση τριών επίσημων επετειακών εκδηλώσεων.
Η εικόνα που σχηματίσαμε ήταν έτσι αρκετά αντιπροσωπευτική, τόσο για το σχήμα που το γερμανικό κράτος έχει φιλοτεχνήσει αναφορικά με το σκοτεινό παρελθόν του όσο και για τη σχετική δημόσια συζήτηση εντός τού εκεί «συνταγματικού τόξου».
Χάρη στις κριτικές παρεμβάσεις πολλών από τα μέλη της αποστολής, διαπιστώσαμε επίσης τα όρια αυτού του αναστοχασμού.

«Μετα-ηρωικές» προσεγγίσεις

Η πρώτη διαπίστωση είναι πως η σημερινή επίσημη Γερμανία δεν προσπαθεί να κρύψει το ναζιστικό παρελθόν της: παντού μνημεία για τα εγκλήματα του Γ΄ Ράιχ, ρητή καταδίκη του Ολοκαυτώματος ως «του μεγαλύτερου εγκλήματος στην ιστορία της ανθρωπότητας», εξίσου ρητή (αν και λιγότερο συχνή) παραδοχή της ευθύνης της Γερμανίας για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ένας από τους πρώτους «χώρους μνήμης» που επισκεφθήκαμε ήταν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Σαξενχάουζεν, στην κωμόπολη Οράνιενμπουργκ λίγο έξω από το Βερολίνο˙ το ίδιο προσκύνημα πραγματοποιούν καθημερινά όχι μόνο τουρίστες αλλά και ουκ ολίγα σχολεία.
Οπως μας εξήγησε αργότερα ο Χανς-Γκέοργκ Γκολτς, υπεύθυνος εκδόσεων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αγωγής του υπουργείου Εσωτερικών, η αυτομαστίγωση αυτή δεν αποσκοπεί μόνο στην προστασία της νέας γενιάς από τον «εξτρεμισμό» αλλά και στην «παραγωγή μιας θετικής ταυτότητας από την αναγνώριση ενός αρνητικού γεγονότος».
Για την προσέγγιση των επίμαχων γεγονότων, συμπληρώνει η υπεύθυνη του προγράμματος, Οντίλα Τρίμπελ, το γερμανικό κράτος έχει υιοθετήσει τις τελευταίες δεκαετίες μια «μετα-ηρωική» αφήγηση. Δεν ήταν πάντα έτσι. Τις πρωτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, η γερμανική κοινωνία προτιμούσε τη σιωπή για όσα υπέστη και (κυρίως) διέπραξε τα προηγούμενα χρόνια.
«Για πολύ καιρό, οι αντιστασιακοί αντμετωπίζονταν σαν προδότες», θυμάται η Μαρτίνα Φίσερ, υπεύθυνη προγραμμάτων του Ιδρύματος Μπρέγκχοφ για τη ΝΑ Ευρώπη, το κυρίαρχο δε συναίσθημα απέναντι στη δειλή «αποναζιστικοποίηση» που είχαν επιβάλει οι σύμμαχοι ήταν «πότε επιτέλους θα τελειώσει αυτή η ιστορία».
Συναίσθημα που αποτυπωνόταν όχι μόνο ιδιωτικά, αλλά και στον δημόσιο λόγο.
Αφίσες του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος που εκτίθενται στο Γερμανικό Ιστορικό Μουσείο απαιτούσαν λ.χ. ήδη από το 1949-50 τον τερματισμό του θεσμικού αποκλεισμού των πρώην ναζί από τα δημόσια αξιώματα: «Τέλος μ’ αυτούς τους φραγμούς! Τιμωρήστε εγκλήματα, όχι ένα πολιτικό λάθος!»
Καθοριστική στιγμή για την αναθεώρηση αυτής της στάσης υπήρξε η νεανική εξέγερση του 1968, όταν το ριζοσπαστικό κίνημα έθεσε, μεταξύ άλλων, δημόσια ερωτήματα για τη στάση της προηγούμενης γενιάς απέναντι στο χιτλερικό καθεστώς.
Ακολούθησε η είσοδος στην εκπαίδευση μιας νέας γενιάς δασκάλων που, σε αντίθεση με τους προκατόχους τους, δεν απέφευγαν να διδάξουν την ιστορία του ναζισμού.
Στη διαδικασία αυτή του αναστοχασμού συνέβαλε και η τηλεοπτική προβολή του αμερικανικού σίριαλ «Ολοκαύτωμα», εν έτει 1978 –η πρώτη φορά που η συστηματική εξολόθρευση των Εβραίων τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Την καταγγελία της σιωπής ολοκλήρωσε το έργο ριζοσπαστών νέων ιστορικών, που μετέφεραν πρώτη φορά στο ευρύ κοινό τη φωνή των θυμάτων του ναζισμού, κλονίζοντας την ένοχη συναίνεση των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Ηταν προφανές πως η στρατηγική της σιωπής είχε φάει πλέον τα ψωμιά της.
Την αναδιάταξη της επίσημης ιδεολογίας ανέλαβε, έτσι, η κορυφή της πολιτειακής εξουσίας: «Το 1985», μας εξηγεί η Χίλτρουντ Λότσε, βουλευτής του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και αρμόδια για την «πολιτική μνημης» στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, «ο τότε πρόεδρος Ρίχαρντ Βαϊτσέκερ εκφώνησε λόγο με τον οποίο κατέστησε σαφές ότι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν υπήρξε ήττα αλλά η απαρχή μιας απελευθερωτικής διαδικασίας και για την ίδια τη Γερμανία. Απελευθέρωση από τη ναζιστική δικτατορία, η οποία επέτρεψε στο γερμανικό έθνος να επανέλθει στην κοινότητα των κρατών και των εθνών και να συμβάλει στην οικοδόμηση μιας ειρηνικής Ευρώπης. Αυτή η ερμηνεία είναι ευρύτατα διαδεδομένη σήμερα. [...] Δυστυχώς, δεν ήμασταν σε θέση να το φέρουμε αυτό σε πέρας με τις δικές μας δυνάμεις, αλλά χρειάστηκε η βοήθεια των συμμαχικών δυνάμεων για την ανατροπή εκείνης της τρομερής δικτατορίας».
Η πολιτικοϊδεολογική αυτή μετατόπιση έγινε καθολικά αντιληπτή χάρη σ’ ένα γραφειοκρατικό σύστημα που αναπαράγει πιστά τις εντολές της κεντρικής διοίκησης σε όλη την κλίμακα του κρατικού μηχανισμού.
Όπως μας ανέλυσε η ίδια βουλευτής, η διαχείριση των «μνημειακών τόπων» υπακούει σ’ ένα ενιαίο μοντέλο, επεξεργασμένο από το υπουργείο Πολιτισμού το 1999 και αναθεωρημένο το 2008, με κεντρική χρηματοδότηση από το υπουργείο Εξωτερικών και το Ομοσπονδιακό Ταμείο.
Όσο για την εμπέδωση αυτής της γραμμής στη βάση της κοινωνίας, η συνομιλήτριά μας διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις: «Δεν αρνούμαι πως υπάρχουν άνθρωποι σε τούτη τη χώρα, οι οποίοι εξακολουθούν να βλέπουν την 8η Μαΐου σαν μια μέρα ήττας».
Η φυσική συνέχεια ανάμεσα στο ναζιστικό και το μεταπολεμικό καθεστώς, στο επίπεδο τουλάχιστον του μικρομεσαίου στελεχικού δυναμικού, είναι κάτι που ομολογείται ανοιχτά, αν και σε μάλλον χαμηλούς τόνους.
Μια τυπική περίπτωση αυτής της συνέχειας επισημαίνεται σε ειδική προθήκη της έκθεσης του Ιστορικού Μουσείου για τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια: ο Καρλ Σουλτς, προπολεμικό στέλεχος της αστυνομίας κι εν συνεχεία του ναζιστικού κόμματος, των SA και των SS, με δράση στις δολοφονικές «ειδικές ομάδες» (Einsatzgruppen) των SS, ολοκλήρωσε μεταπολεμικά τη σταδιοδρομία του ως επικεφαλής της αστυνομίας στο κρατίδιο της Βρέμης˙ στον υπηρεσιακό φάκελό του, όλη η δράση του μεταξύ 1932 και 1945 έχει προσεκτικά απαλειφθεί.
Με δεδομένη τη μαζικότητα του παλιού καθεστώτος, η παραδοχή αυτής της συνέχειας διατυπώνεται από τους ταγούς της επίσημης ιδεολογίας όχι μόνο ως πρόβλημα, αλλά ενίοτε και ως θετική διαπίστωση.
«Πολλοί λειτουργοί του ναζιστικού καθεστώτος υπήρξαν ευτυχείς που οικοδόμησαν τη δημοκρατική Δυτική Γερμανία», αποφαίνεται χαρακτηριστικά ο Γκολτς, αντιδιαστέλλοντας αυτή την προσαρμογή στον επίσημο αντιφασισμό τής πάλαι ποτέ Ανατολικής Γερμανίας, που χρησιμοποιήθηκε «ως κρατικό δόγμα μιας επιτηρούμενης κοινωνίας».

Η μνήμη ως διακύβευμα


Στην πραγματικότητα, η σημερινή δημόσια εικόνα δεν πρόκυψε από μια κεντρικά σχεδιασμένη γραφειοκρατική επιλογή αλλά από έντονες πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις.
«Για να υπάρξει αυτός ο μεγάλος αριθμός μνημείων, κέντρων τεκμηρίωσης κ.λπ.», υπενθυμίζει η Μαρτίνα Φίσερ, «χρειάστηκε ν’ αγωνιστούν πολλοί άνθρωποι, προκειμένου ν’ αποτραπεί η χρήση των συγκεκριμένων χώρων για γκαράζ ή σούπερ μάρκετ και ν’ αποδοθούν στη σημερινή τους χρήση».
Το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αποτελεί η «Τοπογραφία του Τρόμου», το εξαιρετικό μουσείο που οικοδομήθηκε στον χώρο των παλιών αρχηγείων της Γκεστάπο και των SS, αντί για το αυτοκινητοδρόμιο και τις αθλητικές εγκαταστάσεις που είχαν αρχικά προγραμματιστεί.
Το πελώριο μνημείο του Βερολίνου «για τους δολοφονημένους Εβραίους της Ευρώπης» (2005) ακολούθησαν έτσι κάποια άλλα, λιγότερο επιβλητικά, για τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες που εξολοθρεύτηκαν συστηματικά από τους ναζί: ομοφυλόφιλους (2008), Τσιγγάνους (2012), διανοητικά ανάπηρους (2014).



Δικαίωμα στη μνήμη έχουν ακόμη και τα άψυχα, όπως πιστοποιεί το διακριτικό μνημείο της πλατείας Μπέμπελ για τα 25.000 «αντεθνικά» βιβλία που κάηκαν πανηγυρικά στις 10 Μαΐου 1933 μπροστά στο πανεπιστήμιο από τους φοιτητές του ναζιστικού κόμματος.
Για τη σχέση Ολοκαυτώματος και «πλειονοτικής» κοινωνίας, περισσότερο εύγλωττες αποδεικνύονται δύο άλλες συμβολικές αναπαραστάσεις.


Το σύμπλεγμα της οδού Ροζενστράσε, προς τιμήν της διαδήλωσης περίπου 200 Γερμανίδων που απαίτησαν –και απέσπασαν– την απελευθέρωση των συλληφθέντων Εβραίων συζύγων και γιων τους (27 Φεβρουαρίου 1943), συμπληρώνεται από το άγαλμα ενός «απλού πολίτη» που παρακολουθεί απαθώς τα τεκταινόμενα από την ασφάλεια του απομακρυσμένου παγκακιού του.
Εξίσου υπαινικτικοί, οι μπρούντζινοι κυβόλιθοι (Stolperstein) που έχουν φυτευτεί τα τελευταία χρόνια στο κατώφλι διαφόρων κτιρίων της πόλης, θυμίζουν όχι μόνο τα θύματα του Ολοκαυτώματος που κατοικούσαν κάποτε εκεί, αλλά και την αναγκαστική μεταβίβαση των κατοικιών (στους «Αρείους» νέους ιδιοκτήτες τους) που συνόδευσε –και διευκόλυνε– αυτή τη βίαιη εκκαθάριση.
Όπως είναι φυσικό, η αναμόχλευση αυτού του όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος γεννά ουκ ολίγες δημόσιες αντιπαραθέσεις. Φαίνεται, μάλιστα, ότι παρόμοιοι διαξιφισμοί είναι ιδιαίτερα προσφιλείς στη γερμανική διανόηση.
Ακόμη και στην άκρως επίσημη επιμνημόσυνη τελετή της 7ης Μαΐου για τα δεκάχρονα του Μνημείου του Ολοκαυτώματος, τη μερίδα του λέοντος απέσπασε έτσι η επίμονη προσπάθεια των οργανωτών ν’ αποσπάσουν δηλώσεις μετανοίας απ’ όσους παράγοντες είχαν εκφράσει παλιότερα αμφιβολίες για το έργο.
Γεμάτη αντιφάσεις είναι η ιστορία και αρκετών παλιότερων μνημείων, η λειτουργία των οποίων υπέστη αλλεπάλληλους μετασχηματισμούς ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις.
Το μαυσωλείο του 1815 για τους «εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες» των Πρώσων κατά του Ναπολέοντα μετατράπηκε έτσι διαδοχικά σε μνημείο του αγνώστου στρατιώτη (την περίοδο της Βαϊμάρης), των ηρώων (επί ναζισμού), αντιφασιστικής κι αντιπολεμικής μνήμης (κατά την πρώτη δεκαετία της ΓΛΔ), ξανά μνημείο του αγνώστου στρατιώτη αλλά και του «αγνώστου θύματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης» (μεταξύ 1969 και 1989), για να καταλήξει σήμερα «μνημείο των θυμάτων του πολέμου και της δικτατορίας» – με έντονα χριστιανικούς συμβολισμούς, που δεν έγιναν αδιαμαρτύρητα αποδεκτοί.
Ανάλογες μεταποιήσεις επιφύλαξε η ιστορία και στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, που στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται ως χώροι κράτησης (το Σαξενχάουζεν απ’ τους Σοβιετικούς, το Νταχάου απ’ τους Αμερικανούς) ή στέγασης προσφύγων, προτού αναγορευθούν τη δεκαετία του 1960 «χώροι μνήμης».
Απτό αποτέλεσμα των ενδιάμεσων χρήσεων υπήρξε η κατεδάφιση μεγάλου μέρους των αρχικών εγκαταστάσεων και η συνακόλουθη άμβλυνση της αίσθησης που προκαλείται στον σημερινό επισκέπτη.

Θύτες και θύματα

Η γεωπολιτική αναβάθμιση της Γερμανίας μετά την ενοποίησή της το 1990 δεν έμεινε χωρίς συνέπειες.
Μια απ’ αυτές είναι η αυξανόμενη προβολή όσων ο «μέσος Γερμανός» υπέστη στη διάρκεια του πολέμου και η συνακόλουθη καλλιέργεια μιας συλλογικής μνήμης που λειτουργεί, αν όχι ευθέως ανταγωνιστικά, τουλάχιστον εξισορροπιστικά προς την αυτοκριτική για το ναζιστικό παρελθόν.
Ως εμβληματικότερη σχετική αναφορά επιστρατεύονται οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί του 1943-45 και κυρίως η πυρπόληση της Δρέσδης (13 Φεβρουαρίου1945), η επέτειος της οποίας έχει αναχθεί σε πανεθνική εκδήλωση της γερμανικής ακροδεξιάς.
Η επίσκεψή μας εκεί ήταν αρκετά διδακτική για την απόσταση που χωρίζει τη βαθιά γερμανική ενδοχώρα από τη φιλελεύθερη και κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα.
Ο πρώτος που αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα είναι, παραδόξεως, ένας επαγγελματίας στρατιωτικός: ο συνταγματάρχης Ματίας Ρογκ, διευθυντής του τοπικού Μουσείου Στρατιωτικής Ιστορίας.
Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε τόνισε επανειλημμένα την ανάγκη κατάρριψης των «δημοφιλών μύθων» που, με αφετηρία τη χιτλερική προπαγάνδα της εποχής, εξακολουθούν να επιβιώνουν γύρω από την καταστροφή της πόλης – από τον αριθμό των θυμάτων (22.700-25.000 κι όχι 100.000, όπως αναφέρεται συχνά) και τη στρατιωτική σημασία του βομβαρδισμού («από τον σιδηροδρομικό σταθμό περνούσαν καθημερινά 20.000 στρατιώτες για το Ανατολικό Μέτωπο»), μέχρι τον σκληρό πυρήνα της εθνικής θυματολογίας: «Επισημαίνουμε πως η Δρέσδη δεν ήταν μόνο θύμα αλλά και θύτης. Ηταν μια φαιά πόλη, έδρα πολεμικής βιομηχανίας για την οποία δούλευαν 20 στρατόπεδα συγκέντρωσης».
Στην πανοραμική έκθεση του Αυστριακού καλλιτέχνη Γιάντεγκαρ Ασίσι για τον βομβαρδισμό, που φιλοξενείται στα περίχωρα, ο αισθητικός εντυπωσιασμός επιχειρείται ως εκ τούτου να εξισορροπηθεί διανοητικά με λεπτομερείς πληροφοριακούς πίνακες για το ναζιστικό παρελόν της Δρέσδης και τις προηγούμενες καταστροφές άλλων ευρωπαϊκών πόλεων από τη γερμανική αεροπορία (Γκερνίκα, Κόβεντρι).
Πρόθεση των δημιουργών ήταν να ερμηνεύσουν το μακελειό σαν αναπόδραστη συνέπεια του ολοκληρωτικού πολέμου που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Γ΄ Ράιχ.
Η υποκειμενική ερμηνεία της όλης εμπειρίας από το ντόπιο κοινό που αγκάλιασε το έκθεμα, κυρίως ηλικιωμένους που συρρέουν με τα εγγόνια τους, παραμένει ωστόσο συζητήσιμη.
Δεν λείπουν και ακραίες μορφές αυτοθυματοποίησης, διά της ψυχολογικής οδού.
«Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός. Ποτέ δεν μπόρεσα ν’ ανακαλύψω τι έκανε. Υπήρξε πάντα σιωπηλός, πράγμα πολύ ύποπτο», εξομολογείται χαρακτηριστικά η ψυχίατρος Χέλγκα Σπράνγκερ, ιδρυτής της ΜΚΟ «Παιδιά του Πολέμου», για να καταλήξει ωστόσο στο συμπέρασμα όπως «είναι πολύ πιο εύκολο να είσαι το παιδί ενός θύματος παρά το παιδί ενός θύτη».
Στη φωτογραφική παρουσίαση της εισήγησης τής, εικόνες κρατουμένων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κι εργαλείων βασανισμού της Γκεστάπο επισκιάζονται από τους σωρούς των πτωμάτων που προκάλεσαν οι συμμαχικές βόμβες.

Τα όρια της ενοχής

Εκτός από τη σχετικοποίηση, αξιοσημείωτη ειναι επίσης η πολλαπλή επιλεκτικότητα της γερμανικής αυτοκριτικής για το παρελθόν.
Αν το Ολοκαύτωμα και τα έργα του «κομματικού» στρατού των SS καταδικάζονται ανεπιφύλακτα απ’ όλες τις εκδοχές του συνταγματικού τόξου, δεν συμβαίνει το ίδιο με τη δράση της Βέρμαχτ, του «κανονικού» δηλαδή εθνικού στρατού που διεξήγαγε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μια βαθιά ριζωμένη μιλιταριστική παράδοση και οι επιταγές του Ψυχρού Πολέμου (η δημιουργία της Μπούντεσβερ το 1955 κι η στελέχωσή της με παλιούς αξιωματικούς της Βέρμαχτ) περιόρισαν εδώ σημαντικά την όποια μεταπολεμική κάθαρση, κατασκευάζοντας την ψευδή εικόνα ενός άσπιλου «επαγγελματικού» στρατού που άφησε στους κατακτημένους τις καλύτερες δυνατές αναμνήσεις.
Η δομική αμφισβήτηση αυτής της κατασκευής έγινε μόλις το 1995, με την έκθεση «Πόλεμος εξόντωσης. Τα εγκλήματα της Βέρμαχτ, 1941-1944» που επιμελήθηκε το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας του Αμβούργου (βλ. «Ιός», 26.10.1997).
Έκθεση που προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο, κατηγορήθηκε από επιφανείς δημοσιογράφους σαν προπαγανδιστικό πόνημα «πρώην κομμουνιστών κι επιγόνων του 1968», η δε περιοδεία της στην ενδοχώρα αντιμετώπισε συχνά διαδηλώσεις βετεράνων, ακροδεξιών και λοιπών εθνικοφρόνων.
Παρ' όλα αυτά, το ταμπού έσπασε, για όσους τουλάχιστον ήταν διατεθειμένοι ν’ αντικρίσουν την κατάρρευση ενός ακόμη εθνικού μύθου.
Εξίσου προβληματική αποδεικνύεται η γεωγραφική επιλεκτικότητα της όποιας συλλογικής ενοχής. 
Αν η εξοντωτική φύση του πολέμου στην πρώην Σοβιετική Ενωση γίνεται πλέον διακριτικά παραδεκτή, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις αντίστοιχες επιδόσεις των κατοχικών στρατευμάτων λίγο νοτιότερα.
Η έκθεση του Γερμανικού Ιστορικού Μουσείου για τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, που επισκεφθήκαμε, καλύπτει μεν 12 διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες, της ΕΣΣΔ συμπεριλαμβανομένης, αποφεύγει όμως προσεκτικά οποιαδήποτε αναφορά στα Βαλκάνια˙ απαντώντας σε σχετικό ερώτημά μας, η επιμελήτρια της έκθεσης Μάγια Πέερς αρνήθηκε φυσικά πως αυτή η παράλειψη ήταν συνειδητή πολιτική επιλογή, επισήμανε όμως ότι η απουσία ειδικά της Ελλάδας προκάλεσε αρνητικά σχόλια στα γερμανικά ΜΜΕ.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η «Δρέσδη 1945» του Ασίσι «ξεχνά» το βομβαρδισμένο Βελιγράδι και τους 3.000-4.000 κατοίκους του που βρήκαν τον θάνατο μέσα στο πρώτο τριήμερο της γερμανικής εισβολής (6-8.4.1941).
Η άνιση αυτή μεταχείριση των θυμάτων του ναζισμού και του γερμανικού μιλιταρισμού συνειδητοποιείται πάντως σταδιακά – εν μέρει χάρη σε εξωτερικές πιέσεις, όπως η τωρινή καμπάνια της ελληνικής κυβέρνησης για τις πολεμικές επανορθώσεις.
Το επισήμανε, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο, ο ιστορικός Αουγκουστ Βίνκλερ κατά την επίσημη ομιλία που εκφώνησε στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο για την επέτειο της 8ης Μαΐου:
«Τοπωνύμια όπως Οραντούρ [στη Γαλλία] και Λίντιτσε [στην Τσεχία] είναι πιο γνωστά στη Γερμανία από το Κραγκούγιεβατς στη Σερβία, το Δίστομο στην Ελλάδα και το Μαρτζαμπότο στην Ιταλία. Αλλά και αυτά τα ονόματα –και είναι μόνο λίγα μεταξύ πολλών άλλων– αντιπροσωπεύουν σφαγές, οι οποίες έχουν συνέπειες ακόμη και σήμερα. Δεν υπάρχει καμιά ηθική δικαιολογία προκειμένου να μην κρατάμε ζωντανή την ανάμνηση παρόμοιων εγκλημάτων στη Γερμανία και να λησμονούμε τις ηθικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από αυτά».
Παρακολουθώντας την τελετή από το θεωρείο, διαπιστώσαμε πως η αυτή τολμηρή παραδοχή χειροκροτήθηκε θερμά από μικρή μόνο μερίδα των βουλευτών.
Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κι οι περισσότεροι υπουργοί επέδειξαν αντίθετα εμφανή δυσφορία, σε αντίθεση με τον ανοιχτό ενθουσιασμό τους για τις αντιρωσικές αναφορές του ομιλητή στις πρόσφατες εξελίξεις της Ουκρανίας.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική για τα όρια αυτού του αναστοχασμού αποδεικνύεται η αρνητική αντιμετώπιση του αιτήματος για συμβολική –έστω– αναγνώριση της μαζικής εξόντωσης των ιθαγενών της Ναμίμπια από τις γερμανικές αποικιακές αρχές το 1904-1909.
Κάθε φορά που ο συνταξιδιώτης μας Ελβις Μουραρανγκάντα, δημοσιογράφος της εφημερίδας «Namibian Sun», έθετε το ζήτημα, οι επίσημοι συνομιλητές μας απαντούσαν μ’ ένα ευγενικό αλλά κατηγορηματικό «όχι».
Ακόμη και για το στοιχειώδες αίτημα της ανέγερσης ενός μικρού μνημείου που να θυμίζει τους 60.000-80.000 Χερέρο και Νάμα (τα 3/4 του τότε πληθυσμού) που χάθηκαν στα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης του εικοστού αιώνα˙ μοναδική εξαίρεση –κι εδώ– ο διευθυντής του Πολεμικού Μουσείου, που «δεν απέκλεισε» το ενδεχόμενο να περιληφθεί κι αυτό το έγκλημα σε κάποια μελλοντική έκθεση.
Αν μη τι άλλο, οι φυλετικές ιεραρχήσεις που εισήγαγε η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία (και που ο ναζισμός προέκτεινε μέχρι την τελική, αποτρόπαιη συνέπειά τους) εξακολουθούν έστω και υπόρρητα να επιβιώνουν στον σκληρό πυρήνα της γηραιάς ηπείρου...

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών