Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

10+1 Ερωτήσεις στον Γιώργο Χατζελένη




Ο συγγραφέας Γιώργος Χατζελένης απέναντι στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου “Βαλκανευτές”.

  • Κυκλοφορεί το νέο σας μυθιστόρημα “Βαλκανευτές” από τις εκδόσεις Ενύπνιο. Τι πραγματεύεται; 

Το τέταρτο βιβλίο μου, οι «Βαλκανευτές», είναι η καταγραφή των περιπλανήσεών μου στα Δυτικά Βαλκάνια την άνοιξη του 2016. Το εν λόγω ανάγνωσμα αποτελεί ένα οδοιπορικό δοκίμιο μέσω του οποίου επεδίωξα να συνταιριάξω τις ονειρικές στιγμές του ταξιδιού και τις μαγευτικές ομορφιές των τοπίων, με την οδυνηρή ιστορία των πόλεων που επισκεφθήκαμε και τους προβληματισμούς που αναδύθηκανμέσα από συζητήσεις και συναντήσεις,τόσο σε μένα όσο και στους δυο συνταξιδευτές μου. 

  •  Πώς θα χαρακτηρίζατε τους τρεις βασικούς ήρωες. Ποια είναι τα κίνητρα και οι στόχοι τους; 

Οι τρεις βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι συνακόλουθα και τρεις ετερόκλητες προσωπικότητες που έτυχε να συναντηθούν, να σμίξουν και να συμπορευτούν μέσα από τυχαίες περιστάσεις που τους επεφύλαξε η ζωή. Ανήκουμε στην πρώτη φουρνιά που αντίκρισε μουδιασμένη τα όνειρά της να θυσιάζονται στον βωμό των μνημονίων και των κοινωνικοπολιτικών ανωμαλιών της χώρας μας. Συγκαταλεγόμαστε στη χαμένη γενιά της οικονομικής κρίσης. Παρόλο που ο καθένας μας γαλουχήθηκε διαφορετικά, ορμώμενος από τη δική του αφετηρία και χαράσσοντας ξεχωριστή πορεία, δομώντας μ’ αυτόν τον τρόπο έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, οι συγκυρίες και τα γεγονότα της κοινωνικοοικονομικής κρίσης, μας έφεραν πιο κοντά και μας έσμιξαν γερά. Οι μεταξύ μας συζητήσεις, αναλύσεις και συγκρούσεις φανέρωσαν πως κι οι τρεις μαζί μπορούμε να καλύψουμε σφαιρικά και να αντιμετωπίσουμε αλληλέγγυα κάθε τι που μας απασχολεί. Έπειτα, μέσα στα χρόνια μάθαμε να σεβόμαστε τις προσδοκίες και τους στόχους του καθενός, πυροδοτώντας ο καθένας με τον τρόπο του το απαραίτητο κίνητρο για να εκπληρώσει ο άλλος τα όνειρα και τους σκοπούς του. 

  • Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα, ο αναγνώστης, από τους “Βαλκανευτές”; 

Εξαρτάται τι προσδοκά ο εκάστοτε αναγνώστης να αποκομίσει μέσα από το βιβλίο. Αναλογιζόμενος συζητήσεις που έχω μοιραστεί με αναγνώστες του βιβλίου, έχω παρατηρήσει την ικανοποίηση που αισθάνονται αντιλαμβανόμενοι πως όλοι κατακλυζόμαστε από παρόμοιες καθημερινές σκέψεις και κοινούς προβληματισμούς, τους οποίους διστακτικά αποφεύγουμε να εξωτερικεύσουμε. Είτε από ανασφάλεια, είτε από αδυναμία, αδυνατούμε να αποκαλύψουμε και να μοιραστούμε με τους γύρω μας όλα όσα μας απασχολούν. Επομένως θεωρώ και θέλω να πιστεύω πως διαβάζοντας κάποιες από τις σκέψεις μου αλλά και τις σκέψεις των φίλων μου, καθώς και τον τρόπο που τις μοιραζόμαστε μεταξύ μας, δίνεται η αφορμή στον αναγνώστη να ξεδιπλωθεί απελευθερωτικά κι ο ίδιος. Ίσως να είναι ένα από τα πιο εξέχοντα αποστάγματα του βιβλίου. Η διαφυγή μας. Όχι μόνο η αίσθηση της διαφυγής που μας παραχωρεί απλόχερα το κάθε ταξίδι από μια στάσιμη κατάσταση και μια μίζερη καθημερινότητα, αλλά και μια σωτήρια διαφυγή από το αποπνικτικά περίκλειστο κλουβί που οι ίδιοι έχουμε αναγείρει κι έχουμε εγκλωβιστεί εντός του. Μια διαφυγή από τον ίδιο μας τον εαυτό. 

  • Η ζωή είναι ένα ταξίδι με προορισμό ή ένας προορισμός χωρίς πυξίδα στο χέρι; 

Η ζωή είναι ένα θαύμα που δυστυχώς δυσκολευόμαστε να το αντιληφθούμε. Όσο πιο έγκαιρα το καταλάβουμε τόσο περισσότερες εμπειρίες, γνώσεις και συναισθήματα θα αποκομίσουμε και τόσο λιγότερες ανεπιστρεπτί χαμένες στιγμές θα προσμετρούμε για να θρηνήσουμε φτάνοντας προς την ολοκλήρωση του προορισμού. 

  • Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; 

Η αδυναμία μου να επικοινωνήσω ουσιωδώς με τους ανθρώπους γύρω μου με ώθησε να προσφύγω στη γραπτή επικοινωνία. Η συγγραφή με ξεκλείδωσε, με απελευθέρωσε και συνέδραμε να προσδιορίσω τόσο τα προτερήματα όσο και τα ελαττώματά μου. 

  • Η έμπνευση ή η σκληρή δουλειά, παίζει το σημαντικότερο ρόλο στη δημιουργία ενός βιβλίου; 

Κι η έμπνευση αλλά κι η σκληρή δουλειά παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργικότητα, αλλά θεωρώ πως μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζει η ειλικρίνεια πρωτίστως απέναντι στον εαυτό μας κι επακόλουθα στους γύρω μας. Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία με περίτεχνη γραφή, εντούτοις χωρίς ουσία και βιβλία με λιτή γραφή που βρίθουν από προβληματισμούς, περιγραφές, χαρακτήρες, νοήματα και συναισθήματα. Θεωρώ πως διανύουμε μια περίοδο που παρόλη τη σκληρή δουλειά που καταβάλλει ο καθένας μας, η έμπνευση έχει σχεδόν κορεστεί κι η ειλικρίνεια δυστυχώς έχει εκλείψει. 

  • Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας; 

Η πλειονότητα του κόσμου θεωρεί πως η ψηφιακή επανάσταση εκβάλει στο λυκόφως την εποχή του βιβλίου. Κατά την άποψή μου, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Συμφωνώ πως ο ψηφιακός κόσμος έχει διεισδύσει καθοριστικά στη ζωή μας κι έχει παραγκωνίσει αρκετές συνήθειές μας, ωστόσο για τους βιβλιοφάγους τα βιβλία θα αποτελούν δια παντός ένα ξεχωριστό κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, που μάλλον ακατόρθωτα θα αντικατασταθεί από tablets και κινητά. Όπως είχα αναφέρει και σε μια προηγούμενη συνέντευξή μου, πιστεύω ακράδαντα πως τα βιβλία μπορούν να συνυπάρξουν με τον ψηφιακό κόσμο και να επωφεληθούν απ’ αυτόν. Προσωπικά, έχω ανακαλύψει αρκετά αξιόλογα βιβλία μέσα από λογοτεχνικές σελίδες που ακολουθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. 

  • Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας; 

Σε έναν «επερχόμενο» μήνα καραντίνας θα προτιμούσα να ξαναδιαβάσω βιβλία που ήδη λάτρεψα και τα έχω συμπεριλάβει στη λίστα των λογοτεχνικών έργων που θα ήθελα να επιστρέψω ξανά με την πρώτη δοθείσα ευκαιρία. Δυστυχώς, η επιλογή είναι δύσκολη κι είμαι βέβαιος πως θα αδικήσω αρκετά. Οπότε, θα αναφερθώ σε αυτά που μου έρχονται πρώτα στο μυαλό. Σίγουρα είναι ο «Φίλος» της Σίγκριντ Νιούνεζ, «Εμείς οι άλλοι» του Γιάννη Κιουρτσάκη, τα «Γραπτά» του Γιώργου Μακρή, «Αναφορά στον Γκρέκο» κι «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη, οι «Καταστάσεις» του Ζαν-Πολ Σαρτρ και κάποια βιβλία του Κορνήλιου Καστοριάδη, διότι σκέφτομαι πως θα είναι μια ιδανική ευκαιρία στους ήπιους ρυθμούς που θα επιφέρει η στασιμότητα της καραντίνας να επικεντρωθώ στις θεωρίες του, οι οποίες είναι άψογα δομημένες σε ορισμένα από τα βιβλία του τα οποία είχα διαβάσει παρελθοντικά, όπως είναι «Η άνοδος της Ασημαντότητας» κι «Ο Θρυμματισμένος κόσμος». Συγχωρήστε με καθώς δεν κατάφερα να επικεντρωθώ σε μόνο πέντε βιβλία. 

  • Διαλέγετε παρέα για ολιγοήμερη απόδραση. Ποιους λογοτέχνες, ανεξαρτήτως ιστορικής περιόδου δράσης, θα συμπεριλαμβάνατε; 

Αδιαμφισβήτητα θα έμοιαζε ονειρικό να έπινα καφέ σε ένα μπιστρό δίπλα στα μονοπάτια του ποταμού Νέκαρ με συντροφιά τον Μίλαν Κούντερα, τον Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ και τον Βασίλη Ραφαηλίδη, καθώς συγκαταλέγονται στους συγγραφείς που έχω διατρέξει σχεδόν ολόκληρη τη βιβλιογραφία τους κι έχω συγκεντρώσει αρκετές ερωτήσεις για να τους απευθύνω. 

  • Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη; 

Πιστεύω στην τύχη, όμως περισσότερο πιστεύω στις συνέπειες των πράξεων και των αποφάσεών μας. 

  • Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στις ζωές μας; 

Και τα δυο είναι εξίσου απαραίτητα. Ο ρομαντισμός είναι επιτακτικός για να διαφυλάξουμε την ανθρώπινη υπόστασή μας και να τροφοδοτούμαστε με εμπνευσμένα κίνητρα στο κυνήγι των στόχων μας, ακόμη κι όταν αυτοί είναι ανέφικτοι. Ο ρεαλισμός κρίνεται επωφελής για να πατάμε γερά τα πόδια μας στη γη, διότι οι αιθεροβάμονες κινδυνεύουν να γκρεμοτσακιστούν με την πρώτη αποτυχία ή δυσκολία. Επίσης θεωρώ πως είναι κατά καιρούς χρήσιμος κι ο κυνισμός, για να μπορέσουμε να αντιταχθούμε στην τοξικότητα που έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια στις ανθρώπινες σχέσεις και στις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις της χώρας μας.


Πηγή: culturepoint.gr

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Δείπνο μου με τον Αντρέ (1981)




Οι φετινές θερινές κινηματογραφικές βραδιές ήταν αφιερωμένες στον πολυαγαπημένο σκηνοθέτη Λουί Μάλ, τιμώντας μ' αυτόν τον τρόπο τα ενενήντα χρόνια από τη γέννησή του. Αυτό στάθηκε αφορμή να παρακολουθήσω κάποιες από τις ταινίες από την πλούσια φιλμογραφία του που μου είχαν διαφύγει. Μια απ' αυτές ήταν "Το Δείπνο μου με τον Αντρέ", την οποία είχα αποφύγει παρελθοντικά φοβούμενος πως θα με απογοήτευε το πειραματικό της ύφος καθώς είχα συσχετίσει τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη με τα αξεπέραστα αριστουργήματά του "Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει", "Ασανσέρ για Δολοφόνους" και "Αντίο Παιδιά". Παρόλα αυτά αποφάσισα να την δω κι ομολογώ πως με μια επιφύλαξη την κατέταξα στην προσωπική μου λίστα με τα αριστουργήματα του παρελθόντος κι αυτό χάρη στην συγκλονιστική ολοκλήρωση του χαοτικού σουρεαλιστικού διαλόγου που μου πρόσφεραν οι δυο συγγραφικοί φίλοι Γουόλας Σον κι Αντρέ Γκρέγκορι.
Το πρωτοποριακό (για εκείνην την εποχή) κινηματογραφικό πείραμα του Λουί Μαλ ξεκινάει με μια άκρως διασκεδαστική κι αυτοσαρκαστική διάθεση, με τη βαριεστημένη φιγούρα του Γουόλας Σον να περιφέρεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης μοιραζόμενος μαζί μας τις σκέψεις του. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του θεωρώ πως περισσότερο προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του παρά τους θεατές, πως το επάγγελμα του συγγραφέα είναι αρκετά σκληρός κι απαιτητικό. Παράλληλα προσπαθεί να συνοψίσει τα αδιέξοδα της προσωπικής του ζωής αλλά και της φιλίας του με τον Αντρέ που διεκόπη απότομα, γεγονός που τον απογοήτευσε αρκετά μαζί του αλλά και τον έκανε να απορήσει που δέχτηκε την πρότασή του για ένα δείπνο μετά από πολλά χρόνια. 
Μέσα από τη σύντομη περιπλάνηση του Γουόλας Σον μαθαίνουμε ότι ο "Γουόλι" νιώθει πως έχει αποτύχει ως θεατρικός συγγραφέας και προσπαθεί να επιβιώσει ψάχνοντας δεύτερες δουλειές, έχοντας απαρνηθεί τα χρήματα των γονιών του θέλοντας από μικρός να γίνει καλλιτέχνης. Όμως η έμπνευσή του έχει στερέψει κι η διάθεσή του έχει χαθεί καθώς σε καθημερινή βάση αγχώνεται για εύρεση δουλειά αλλά και για την αποπληρωμή των λογαριασμών που κατακλύζουν το γραμματοκιβώτιό του. Αντιθέτως ο Αντρέ, τον οποίον υποδύεται ο Αντρέ Γκρέγκορι, είναι ένας πετυχημένος κι αναγνωρισμένος θεατρικός σκηνοθέτης που στο απόγειο της δόξας του τα παράτησε όλα κι άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορες μεριές του κόσμου (Πολωνία, Σαχάρα, Αγγλία κ.α.) προσπαθώντας από τη μια να συλλέξει εμπειρίες κι από την άλλη να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, τον ρόλο του στη ζωή αλλά και την σχέση του με τον θάνατο. Μετά από τις πολύχρονες περιπλανήσεις του επιστρέφει στην Νέα Υόρκη τελείως αλλαγμένος. Μάλιστα ο Γουόλι αναφέρει μια φήμη που άκουσε πως τον είδαν να βγαίνει από την προβολή της ταινίας "Φθινοπωρινή Σονάτα" του Ινγκμαρ Μπέργκμαν και να μονολογεί με αναφιλητά την εξής φράσης: «Μπορώ να ζήσω μόνο μέσα στο έργο μου, αλλά όχι στη ζωή μου».
Έχοντας σχηματίσει μια εικόνα για τις ζωές των δυο πρωταγωνιστών, γίνονται φανεροί οι λόγοι που ο Γουόλι δεν έχει διάθεση να δειπνίσει με τον Αντρέ. Όμως τον τρώει η περιέργεια να μάθει από πρώτο χέρι όλα αυτά που έζησε ο Αντρέ στα ταξίδια που έκανε και κατά κάποιον τρόπο θέλει να "απολαύσει" τον δημιουργικό εκπεσμό του άλλοτε στενού του φίλου. 





Η ταινία αποκτά άλλη ροή όταν οι δυο φίλοι συναντιούνται στο εστιατόριο. Από εκείνο το σημείο και μετά, τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον παίρνει η ίδια η συζήτηση που φουντώνει ανάμεσά τους. Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή γίνεται αισθητή η αμηχανία και η ψυχρότητα τους, η οποία σιγά σιγά εξαφανίζεται όταν καταφθάνουν στο τραπέζι τα ποτά και τα κυρίως πιάτα. Για τη συζήτηση αυτή, ο Λουί Μαλ προσφέρει εξαιρετικές λήψεις, δίνοντας μας την εντύπωση πως κι εμείς συμμετέχουμε στην κουβέντα των δυο φίλων, σαν να είμαστε το τρίτο πρόσωπο που κάθεται στο τραπέζι και παρακολουθεί βουβά τον αχαλίνωτο μονόλογο του Αντρέ. 
Από ένα σημείο κι έπειτα έχασα τον ειρμό των απόψεων του Αντρέ. Το εκπαιδευτικό του ταξίδι στην Πολωνία τον έκανε να αναθεωρήσει αρκετές απόψεις που είχε για το θέατρο και την ίδια του την ζωή. Έπειτα ακολούθησαν κι άλλες φυγές σε διάφορα μέρη του κόσμου. Κι από παντού κουβαλούσε μια εμπειρία που ξέφευγε από τα όρια της πραγματικότητας. Φαντασιώσεις, οράματα, οπτασίες κι άλλα πολλά που δυστυχώς αδυνατούσα να κατανοήσω και να συγκρατήσω στη μνήμη μου. Ο Αντρέ μετατρέπεται σταδιακά σε έναν χείμαρρο σουρεαλιστικών περιγραφών και πνευματικών προβληματισμών, τα οποία προσωπικά μου φάνηκαν αβάσιμα κι ανούσια. Κατά κάποιον τρόπο, η ροή της συζήτησης κατάφερε να αποστρέψει την προσοχή μου και το ενδιαφέρον μου από την ίδια την ταινία. Περισσότερο κοιτούσα την ώρα που περνούσε κι αναρωτιόμουν για ποιον λόγο χάνω τον χρόνο μου παρακολουθώντας μια φλύαρη συζήτηση δυο διανοούμενων της Νέας Υόρκης. 
Όμως, στο σημείο που αποφάσισα να σηκωθώ από την καρέκλα μου και να φύγω, ήρθε η απόλυτη ανατροπή της συζήτησης καθώς ακολούθησε μια συγκλονιστική ανάλυση σύγχρονων σκέψεων κι επίκαιρων προβληματισμών που μ' ενδιαφέρουν και μ' αφορούν απόλυτα. Μια αντίρρηση του Γουόλι στα πιστεύω του Αντρέ, έδωσε το έναυσμα μιας εσώψυχης κατάθεσης και ενός οργουελικού εφιάλτη για τον μοντέρνο τρόπο ζωής που όχι μόνο αποδείχτηκε ανατριχιαστικά προφητικός αλλά θεωρώ πως τον βιώνω κι εγώ ο ίδιος τα τελευταία χρόνια. 
Έχοντας πλέον παραδοθεί ψυχικά και σωματικά, πορεύομαι προς τη λήξη του διαλόγου και την ολοκλήρωση της ταινίας με την λατρεμένη μελωδία του Ερίκ Σατί, την οποία ο Λουί Μαλ είχε επιλέξει και στην πολυαγαπημένη μου ταινία "Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει". Ο Γουίλι συγκινημένος από την συζήτηση με τον φίλο του, επιστρέφει με ταξί στο σπίτι παρατηρώντας την πόλη του από το πίσω μέρος του καθίσματος, αντικρίζοντας μέρη γνώριμα με άλλο μάτι, καθώς η συνάντησή του με τον Αντρέ μετατράπηκε σε μια αφετηρία αναθεώρησης και της δικής του ύπαρξης. Την ίδια τακτική προσπάθησα να εφαρμόσω κι εγώ μετά το πέρας της προβολής γυρνώντας με τα πόδια στο σπίτι. 
Η πρωτοποριακή για εκείνη την εποχή ταινία ήταν ένα δημιούργημα τόσο του Λουί Μαλ όσο και των δυο θεατρικών συγγραφέων Γουόλας Σον κι Αντρέ Γκρέγκορι. Οι δυο πρωταγωνιστές ερμήνευαν τους ίδιους τους εαυτούς. Μάλιστα, ο Αντρέ Γκρέγκορι είχε πράγματι φύγει σε ένα ταξίδι προσωπικής και καλλιτεχνικής αναζήτησης. Όμως δεν γνωρίζω στο κατά πόσο αυτοσχεδίασαν τη συζήτηση που ανέπτυξαν μπροστά στην κάμερα, αν και κάπου διάβασα πως ο διάλογός τους ήταν προϊόν προηγούμενων ηχογραφημένων τους συζητήσεων. 
Όπως και να χει, ο Λουί Μαλ, ο Γουάλας Σον κι ο Αντρέ Γκρέγκορι, μας πρόσφεραν ένα αφοπλιστικό έργο, το οποίο καταφέρνει να μας κερδίσει και να μας προβληματίσει μέσα από τα ερωτήματα που θέτει σχετικά με τη ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις, την τέχνη, την επιτυχία ή την αποτυχία του καθενός αλλά και την αναζήτηση της πολυπόθητης ευτυχίας. Τα θέματα τα οποία θίγονται είναι επίκαιρα και οι ανησυχίες του Αντρέ δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν λίγες δεκαετίες μετά από την κινηματογραφική του συζήτηση με τον Γουόλι. 
Είναι όμως εντυπωσιακό το πως μεταστρέφεται η κουβέντα κι από τα (ψευτο)φιλοσοφικά θέματα επικεντρώνεται σε καίρια ερωτήματα όπως το νόημα της ύπαρξή μας κι ο τελικός μας ρόλος στη ζωή. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, η συζήτηση μετατρέπεται από ακαδημαϊκή και φιλοσοφική σε υπαρξιακή κι ανθρώπινη κι αποκτά μια ειλικρίνεια, μια ζεστασιά και μια ανησυχία. 
Επίσης ένα άλλο στοιχείο που διέκρινα στη συγκεκριμένη ταινία είναι η τέχνη του διαλόγου, η οποία δυστυχώς έχει εκλείψει στις μέρες μας τόσο σε κινηματογραφικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. Οι άνθρωποι έπαψαν να συνδιαλέγονται και να μοιράζονται απόψεις και σκέψεις καθώς ο εγωισμός έχει καλύψει μάτια κι έχει βουλώσει αυτιά. Στις μέρες μας θεωρούμε πως έχουμε περισσότερη αξία μόνο όταν μιλάμε κι όχι όταν ακούμε τους διπλανούς μας. Γι' αυτόν τον λόγο γοητεύομαι μ' αυτού του είδους τις ταινίες. Διότι παρακολουθώ μια κατάσταση που πλέον δεν υφίσταται πια. 
Είμαι βέβαιος πως "Το Δείπνο μου με τον Αντρέ" θα φανεί φλύαρος και κουραστικούς κι οι ιδέες του θα θεωρηθούν όχι αδίκως ξεπερασμένες. Όμως το νόημα της ζωής που τίθεται στη συζήτηση των δύο φίλων, αποδεικνύεται πως είναι ένα ζήτημα διαχρονικό. Επίσης επιβεβαιώνει πως τα ερωτήματα που προκύπτουν πάνω σ' αυτό το θέμα παραμένουν αναπάντητα. Αυτό όμως δεν γίνεται αφορμή για παραίτηση κάθε προσπάθειας καθώς αυτά τα ερωτήματα είναι που μετατρέπονται σε μοχλούς δημιουργικότητας κι ατέρμονης αναζήτησης του ίδιου μας του εαυτού ως στο τέλος της ύπαρξης μας. 


Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Ένας Ήρωας (2021)


    


Κάθε σκηνοθέτης διακρίνεται από ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους αναγνωρισμένους κι αγαπημένους δημιουργούς. Για τον Ασγκάρ Φαραντί, αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η διακριτικότητα των έργων του, μια άποψη την οποία βασίζω τόσο στην ταπεινή και σχεδόν αθόρυβη προώθηση των ταινιών του στις σκοτεινές αίθουσες όσο και στον τρόπο με τον οποίο διεισδύει στον κόσμο των ηρώων του και των προβλημάτων που οι ίδιοι κουβαλούν και τους βασανίζουν. Επίσης ένα άλλο χαρακτηριστικό που έχω παρατηρήσει στις ταινίες του Ιρανού σκηνοθέτη, είναι τα κοινωνικά ζητήματα που θέτει, τα οποία μου είναι τόσο οικεία, δημιουργώντας μου το ερώτημα στο αν τελικά υπάρχουν περισσότερα στοιχεία που μας ενώνουν με τους Ιρανούς παρά μας χωρίζουν. Η τελευταία ταινία του "Ένας Ήρωας" θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γυριστεί στην Ελλάδα ή και σε κάποια άλλη χώρα του δυτικού κόσμου, όπως το ίδιο έχουμε πει και για τις προηγούμενες ταινίες του "Ο Εμποράκος" κι "Ένας Χωρισμός". 
Κεντρικό πρόσωπο στην νέα ταινία του Ασγκάρ Φαραντί είναι ο Ραχίμ (Ελεήμων στη γλώσσα μας), ο οποίος έχει φυλακιστεί επειδή δεν κατάφερε να εξοφλήσει ένα δάνειο που είχε ζητήσει κάποτε. Η ιστορία ξεκινάει με την έξοδό του από τη φυλακή για διήμερη άδεια. Αμέσως σπεύδει να συναντήσει τους δικούς του γεμάτος αισιοδοξία, διότι πιστεύει πως ίσως βρήκε τον τρόπο να αποφυλακιστεί νωρίτερα. Η ελπίδα του αυτή πατάει στο γεγονός πως η σύντροφός του Ραχίμ έχει βρει μια τσάντα με χρυσά νομίσματα, τα οποία σκέφτονται να τα εξαργυρώσουν για να πληρώσει το χρέος που τον κρατάει κλεισμένο στη φυλακή. Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως εκείνος κι η σύντροφός του σχεδιάζουν. Από την μια είναι το σκαμπανέβασμα της τιμής του χρυσού που δεν αρκεί για να καλύψει το χρέος του προς τον πιστωτή του κι από την άλλη τον βασανίζει το ηθικό δίλημμα στο αν πρέπει να επιστρέψει την τσάντα με τα χρυσά νομίσματα στον κάτοχό τους.  
Αποφασίζει λοιπόν να "σκηνοθετήσει" την εύρεση της τσάντας με τα χρυσά νομίσματα από τον ίδιο κι επιδιώκει να ακουστεί στον ευρύ περίγυρο η προσπάθειά του στην αναζήτηση του κατόχου, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να κερδίσει την εύνοια τόσο των δεσμοφυλάκων όσο και του πιστωτή στον οποίον χρωστάει τα χρήματα. Όμως το καλά οργανωμένο του σχέδιο γκρεμίζεται από τη στιγμή που εμφανίζεται μια γυναίκα ως κάτοχος της τσάντας, καθώς στην πορεία αποδεικνύεται πως ήταν μια απατεώνισσα που βρήκε την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την όλη κατάσταση για να αποσπάσει το χρηματικό ποσό της τσάντας. 
Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, ο Ραχίμ μες στην απελπισία του προσπαθεί να υποστηρίξει το σχέδιό του λέγοντας το ένα ψέμα μετά το άλλο, μ' αποτέλεσμα να πέσει σε αρκετές αντιφάσεις. Παράλληλα, οι άνθρωποι που τον στήριξαν και βιάστηκαν να τον χαρακτηρίσουν ως "ήρωα" και συνάμα θύμα της σκληρότητας του δανειστή του, αρχίζουν να τον αντιμετωπίζουν ως έναν απατεώνα που προσπάθησε να τους εκμεταλλευτεί για να αποφυλακιστεί. Ο Ραχίμ έχοντας χάσει την αξιοπιστία του, πέρα από τον αμετανόητο δανειστή του, έρχεται αντιμέτωπος και με άλλους ανθρώπους αλλά και με την ίδια του την οικογένεια. Η μη αναστρέψιμη κατάσταση κάνει την ψυχολογία του να πέσει στα τάρταρα, οδηγώντας τον σε μια απελπισμένη παραίτηση κάθε προσπάθειας να αποφυλακιστεί.



Μετά από μια όχι και τόσο πετυχημένη προσπάθεια να γυρίσει μια ταινία σε ευρωπαϊκό έδαφος (αναφέρομαι στο "Το Ξέρουν Όλοι"), ο Ασγκάρ Φαραντί επιστρέφει στην πατρίδα του και ξανακαταπιάνεται με το θέμα που γνωρίζει καλύτερα απ' όλους τους σύγχρονους σκηνοθέτες, φέρνοντας τους θεατές αντιμέτωπους με τις ηθικές αξίες των κοινωνιών και την αυστηρότητα των νόμων των κρατών. Στη συγκεκριμένη ταινία θέτει ένα επιπλέον ερώτημα, στο αν πάντα το δίκαιο είναι και σωστό αλλά και στο κατά πόσο η ζωή μπορεί να σου ξεπληρώσει μια καλή πράξη που έχεις κάνει.
Με την τελευταία του ταινία, ο Ιρανός σκηνοθέτης πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα αποφεύγοντας την εύκολη λύση της ηθικολογίας. Αντιθέτως "τιμωρεί" αργά και βασανιστικά τον ήρωά του, επειδή αποφάσισε να αποκρύψει και να τροποποιήσει την αλήθεια, παρόλο που το έκανε για καλό σκοπό. Μέσα από τον αγχωτικό γολγοθά του Ραχίμ προσπαθεί να δείξει πως όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις του καθενός, το ψέμα πάντα οδηγεί στην καταστροφή κάνοντας τους ανθρώπους να χάνουν το δίκιο τους και την ψυχραιμία τους. Τους οδηγεί πιο γρήγορα προς την καταστροφή τόσο την δικιά τους όσο και των γύρω τους. 
Μέχρι όμως να φτάσουμε στο λυτρωτικό (;) φινάλε, ο Ασγκάρ Φαραντί μας περιστρέφει μαεστρικά ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, εισχωρώντας μας στο άψογα δομημένο ψυχολογικό του θρίλερ. Με έξυπνο τρόπο καταφέρνει να μας βάλει στη θέση του πρωταγωνιστή, κάτι που βοηθάει στο να αντιληφθούμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πήρε τις όποιες λανθασμένες αποφάσεις αλλά και δημιουργώντας μας έναν προβληματισμό στο τι θα πράτταμε αν ήμασταν εμείς στη θέση του. 
Στην παραπάνω κινηματογραφική προσπάθεια του Ιρανού δημιουργού παίζει σημαντικό ρόλο κι η εξαιρετική ερμηνεία του πρωταγωνιστή Amir Jadidi, ο οποίος καταφέρνει να διατηρήσει μια συναισθηματική απόσταση με το κοινό της ταινίας, μ' αποτέλεσμα να μην γίνεται ούτε συμπαθητικός αλλά ούτε κι αντιπαθητικός. Εξάλλου σκοπός του Ασγκάρ Φαραντί δεν είναι να λυπηθούμε τον ήρωά του αλλά να τον κατανοήσουμε. Να μπορέσουμε να βιώσουμε την απελπισία ενός ηττημένου ανθρώπου που βάλλεται από παντού εξαιτίας κάποιων λανθασμένων επιλογών κι αποφάσεών του. Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί της ταινίας, οι οποίοι καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα ειλικρινές αληθοφανές κλίμα στην ταινία. 




Κλείνοντας το κείμενό μου για την συγκεκριμένη ταινία, θέλω να αναφερθώ και στον τίτλο της. Θεωρώ πως περισσότερο θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός "Ένας Αντιήρωας" καθώς αυτό προσπάθησε ο Ασγκάρ Φαραντί να περάσει. Από την άλλη όμως, αναγιγνώσκοντας ξανά τον τίτλο, διακρίνω έναν τόνο ειρωνείας. Ίσως ο δημιουργός να ήθελε να σαρκάσει μ' αυτόν τον τρόπο την ευκολία με την οποία δημιουργούνται στις μέρες μας οι ήρωες αλλά και το πόσο εύκολα μπορούν να αποκαθηλωθούν με τη συνδρομή των social media και των χειριζόμενων κοινωνιών από τα μέσα μαζικής προπαγάνδας. Εξάλλου τα καθεστώτα και τα συστήματα που τα εξυπηρετούν (όπως οι φυλακές στη συγκεκριμένη ταινία) έχουν ανάγκη από ήρωες για να μπορούν να υπερασπιστούν την εικόνα τους αλλά και για να μπορούν να κρύβουν τις αδυναμίες και τα εγκλήματά τους. Άλλο που δε θέλουν κι οι δοκιμαζόμενες κοινωνίες να αποκτούν νέους ήρωες που να τους εμπνέουν ή νέα θύματα για να στήνουν λαϊκά δικαστήρια. 
Η τελευταία ταινία του Ασγκάρ Φαραντί 'Ένας Ήρωας" είναι μια καλογραμμένη ιστορία που έφτασε να διεκδικήσει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα, φεύγοντας τελικά από τις Κάννες με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (από κοινού με την ταινία "Βαγόνι Αριθμός 6" του Γιούχο Κουοσμάνεν). Ωστόσο δεν κατάφερε να φτάσει στα επίπεδα των παλιών εξαιρετικών έργων του που τον ανέδειξαν στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα όπως το "Ένας Χωρισμός" κι "Ο Εμποράκος". Όμως υπάρχει ένα αγκάθι στη συγκεκριμένη ταινία που έχει μετατρέψει τον ίδιο τον Ασγκάρ Φαραντί σε έναν από τους αντιήρωες της φιλμογραφίας του, καθώς μια πρώην συνεργάτιδα και μαθήτριά του, τον μήνυσε για λογοκλοπή της πλοκής για την συγκεκριμένη ταινία. Μάλιστα η ίδια δήλωσε πως η πλοκή βασίστηκε σε ένα αληθινό περιστατικό, όχι ευρέως γνωστό, που ήταν γνώριμο στον σκηνοθέτη. Η ίδια το απέδειξε στο δικαστήριο κι η υπόθεση μέχρι σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη, με την πρώτη απόφαση να μην δικαιώνει τον Ιρανό σκηνοθέτη. Οπότε σύντομα θα μάθουμε αν το "Το Ξέρουν Όλοι" ήταν η αρχή ενός δημιουργικού κατήφορου και το "Ένας Ήρωας" η χαριστική βολή ενός αγαπημένου σκηνοθέτη. 


Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Στην Τεργέστη του Γιώργου

 


του Κοσμά Τσόλα 


Κορίτσι της Τεργέστης τι να έγινες, 
θυμάμαι ακόμα το αιθέριο βάδισμά σου, 
την μαύρη σου κοτσίδα, όταν έγερνες, 
τη θάλασσα που ανοίγονταν μπροστά σου. 

Χόρευε το φουστάνι σου, κουρτίνα που ανέμιζε 
πανί πλεούμενου, σε θάλασσα ευφροσύνης, 
το στόμα μου ευχές, κατάρες ,ψέλλιζε, 
κορίτσι της οδύνης, της σαγήνης. 

Κι εσύ εξόριστε Έλληνα, του ονείρου επαναστάτη, 
άραγε ακόμα κυνηγιέσαι από τη μοίρα σου; 
Θα ξαποστάσεις μήπως κάποτε κι εσύ σαν το Σωκράτη, 
όταν μεσάνυχτα θα κρούσουνε τη θύρα σου; 

Οι στίχοι που διαβάστηκαν ποιός ξέρει που ταξίδεψαν, 
από του Ρίλκε τις μελαγχολικές τις ελεγείες, 
την ελαφρότητα του σύννεφου να ζήλεψαν, 
ή σε εφηβικό μυαλό, θρέφουν τις αϋπνίες; 

Στίχοι που ακούστηκαν στου Ντουίνο τις απρόσιτες επάλξεις, 
κι ύστερα θάφτηκαν στου εδάφους την σιγή, 
στίχοι ατσάλινοι, τίποτα δεν θα αλλάξεις, 
είναι για πάντα αγιάτρευτη ετούτη η πληγή. 

Τεργέστη πόλη ανάπηρη, θύμα της ειμαρμένης, 
στους δρόμους σου επανέρχομαι λάτρης του ξεπεσμού, 
πόλη που δεν υπόσχεσαι, άλλο δεν περιμένεις 
απ’ την αρχοντική κατάληξη του αυτοχειριασμού.


Πηγή: Ποιείν

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Βαλκανευτές



της Αγγέλα Μάντζιου

Το βιβλίο καταγράφει ένα ταξίδι στα Δυτικά Βαλκάνια. Πρόκειται για μια εκδρομή τριών φίλων στα κράτη της περιοχής αυτής. Με σταθμούς προορισμού σε διάφορες πόλεις και από περάσματα- αναχωρήσεις από συνοριακούς σταθμούς, καταγράφεται ένα οδοιπορικό περιπλάνησης σε μια ιδιαίτερη περιοχή που αποτέλεσε πεδίο μαχών αλλά και τόπο συνάντησης-συνύπαρξης διαφορετικών λαών και πολιτισμών. Το κείμενο πλαισιώνουν φωτογραφίες τοπίων, μνημείων, ανθρώπων, που απαθανατίζουν αφαιρετικά και με καλλιτεχνική ματιά, χαρακτηριστικές στιγμές και όψεις των εικόνων του ταξιδιού.
Ο συγγραφέας κάνει ορατή την παρουσία του παρεμβαίνοντας με στοχασμούς, εσωτερικές σκέψεις και ερωτήματα τα οποία κάποιες φορές θέτει προς συζήτηση και διερεύνηση στην παρέα των φίλων του, Γιάννη και Σπύρου, ανιχνεύοντας διαθέσεις, προκαλώντας την ανταλλαγή επιχειρημάτων, σκέψεων και απόψεων.
Το χρονικό του ταξιδιού καταγράφεται με πολλές λεπτομέρειες. Οι αναφορές σε σχετικά πρόσφατα και επίκαιρα γεγονότα, όπως ο πόλεμος και οι συνέπειές του στην ζωή και στις σχέσεις των ανθρώπων, στα μνημεία και στο τοπίο, υποδηλώνουν μια τάση αναζήτησης, διερεύνησης και αναψηλάφησης της αλήθειας όσων συνέβησαν στην ευρύτερη περιοχή, επηρεάζοντας τις σχέσεις κρατών, φυλών και εθνοτήτων, διαγράφοντας εν πολλοίς ένα αβέβαιο ή ασταθές μέλλον. 
Ιστορικά συμβάντα, μνημεία, άνθρωποι, πολιτισμικά στοιχεία, μύθοι, θρύλοι, καταγραφές, αρχεία, πληροφορίες, ορόσημα, σύμβολα, συνθήκες, θηριωδίες, επεμβάσεις, περνούν στα στοιχεία της γεωγραφίας του τόπου, καταγράφοντας ιδιοτυπίες, διαφορές αλλά και ομοιότητες λαών που έζησαν μαζί για αιώνες σε πολυπολιτισμικές κοινότητες. 
Στο σώμα του βιβλίου και στην ροή της αφήγησης παρεμβάλλονται σκηνές της καθημερινής ζωής, θρησκευτικές εορταστικές εκδηλώσεις, συναντήσεις και συζητήσεις με ντόπιους κατοίκους, φευγαλέες εντυπώσεις και βλέμματα συνεννόησης και κατανόησης ανορθόδοξων και τραγελαφικών καταστάσεων. Στην εξιστόρηση μπλέκονται εικόνες των πόλεων και κάποιες αλλόκοτες συμπεριφορές των ανθρώπων, κατάλοιπο των δεινών του πολέμου, της βίας, των θανάτων, της καταστροφής και της φτώχειας. 
Όλα σχετίζονται με τις ιδιομορφίες του τοπίου, ενός κοινωνικοπολιτικού και φυσικού τοπίου που περιγράφεται και με λογοτεχνικές πινελιές, ιδωμένο ως αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσης λαών και εθνοτήτων. Εκκλησίες, κάστρα, μοναστήρια, πλατείες, ποταμοί, λίμνες, νησιά, λιμάνια, οροσειρές, χωριά και πόλεις, συνοικίες, γεφύρια, δρόμοι, αγάλματα, φιγούρες ανθρώπων, προβάλλουν μια πολυπολιτισμική πολυφυλετική και ζωηρή πραγματικότητα. Η δημιουργία νέων κρατών, η χάραξη καινούργιων συνόρων, οι εύθραυστες ισορροπίες, οι ανατροπές, καθώς και η εχθρότητα και η καχυποψία, η συνύπαρξη, οι παρανοήσεις, αποτυπώνονται στα πρόσωπα, αντανακλούν στην όψη των κτιρίων, στην αισθητική των πόλεων και στην Ιστορία των λαών της περιοχής. 
Άξονας της οπτικής είναι η κρίση και ο τρόπος που βιώνεται από γενιές και λαούς. Συγκρίνονται γεγονότα και ανιχνεύονται ομοιότητες και αναλογίες αισθημάτων, συμπεριφορών, διαθέσεων, τοπίων. Αναμνήσεις, ονειροπολήσεις, μια τάση ενδοσκόπησης και στοχασμού, κριτική σε κοινωνικοπολιτικά θέματα, συνειρμοί, συσχετίσεις, επαληθεύουν ή καταρρίπτουν στερεότυπα και φόβους. Εξετάζονται ρεαλιστικά στην αύρα του τοπίου της χώρας και της κληρονομιάς των πόλεων, των καιρικών φαινομένων και των ανέμων, στο διαχωριστικό πεδίο συνόρων και εθνικών ιδιαιτεροτήτων-συνθηκών. 
Με μια παιδιάστικη θέρμη ο συγγραφέας περιγράφει και αναλύει, αφήνοντας να παρασυρθεί από θυμικές διαθέσεις και τάσεις εξωτερίκευσης των σκέψεών του. Εξομολογούμενος παιδικές αναμνήσεις, όνειρα, ωθείται σε παρεκβάσεις σχετιζόμενες με το εκάστοτε θέμα που θίγεται και αφορά ανάλογα το τοπίο ή τις ανθρώπινες καταστάσεις και τύχες των λαών. 
Ποιήματα, μουσικές, ταινίες, αναφορές σε μύθους και συγγραφείς, σε ιστορικά περιστατικά και ηγέτες, δίνουν στο βιβλίο έναν αέρα διακειμενικότητας επεκτείνοντας τις γραμμές αφήγησης και ανοίγοντας τα θεματικά πεδία. 
Θέματα της πολιτικής επικαιρότητας υπεισέρχονται στις συζητήσεις και στους υπαρξιακούς-φιλοσοφικούς προβληματισμούς και θίγονται φιλτραρισμένα από την προσωπική ματιά των ομιλητών, δίνοντας και το στίγμα της ερμηνείας των συνθηκών του παρόντος και του μέλλοντος του κόσμου. Ανακύπτουν και προβληματισμοί για θέματα όπως το προσφυγικό, η κρίση, οι επιλογές κρατών και κηδεμόνων, οι αξίες και το μέλλον της ευρωπαϊκής ένωσης. 
Το ταξίδι τελειώνει με την άφιξη στην Αθήνα και με τον αποχαιρετισμό των φίλων με μια αίσθηση ικανοποίησης για την κατάκτηση ενός κοινού στόχου, με την έμπειρη βεβαιότητα της αποθησαυρισμένης γνώσης που εμπλουτίζεται και μοιράζεται και με μια διάθεση νοσταλγίας, έναυσμα αναζήτησης περιπετειών και προγραμματισμού, σχεδιασμού και οργάνωσης νέων ταξιδιών. 

Αποσπάσματα 

«Άφησα τη βαλίτσα στο πάτωμα και το σακίδιο στον καναπέ και στάθηκα στη μέση του σαλονιού, προσπαθώντας να προσαρμοστώ ξανά στα περιορισμένα όρια της καθημερινότητάς μου.[…] «Φίλε μου, διανύσαμε ακριβώς 4.730 χιλιόμετρα». Σελ. 529 

«Γι’ αυτό ταξιδεύω. Για να ξεφεύγω απ’ αυτή την αόρατη αρρώστια. Για να βρω το φάρμακο που μπορεί να με προστατεύσει από τον επικίνδυνο χειμώνα της συνείδησης που διανύουμε εδώ και χρόνια. Εκεί που άλλοι αποστρέφουν το ενδιαφέρον τους για τις ουμανιστικές γνώσεις, εγώ αισθάνομαι πως έχω το έμφυτο καθήκον να περισώσω όσες μπορώ. Μια διακριτική αντίσταση κατά της βαρβαρότητας των ημερών μας. Μια επίμονη διάσωση της μνήμης κι όλων εκείνων των γεγονότων που αδίκως έχουν αφεθεί στο καταστροφικό έργο της λήθης». Σελ. 341 

«Την απάντηση την είχα βρει κάποτε σ’ ένα από τα αποφθέγματα του Σαίξπηρ, που επισήμαινε πως το παρελθόν είναι ο πρόλογος για όλα αυτά που θα συμβούν. Γι’ αυτά που ο κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι, να σκέφτεται και να νιώθει». Σελ.353 

«Στο Λεξικό του Διαβόλου που έγραψε ο πικρόχολος Αμπρόουζ Μπιρς, είχα κάποτε διαβάσει πως η Ιστορία είναι «μια σχεδόν πάντα εσφαλμένη αφήγηση γεγονότων χωρίς σημασία», διότι είναι προϊόν αρχηγών κρατών που διακρίνονται για την κουτοπονηριά τους. Επίσης, σύμφωνα με τον Φερνάν Μπροντέλ, «την Ιστορία δεν την φτιάχνουν τα γεγονότα αλλά η αφήγησή τους». Σελ.164 

«Όμως στο πρόσωπό τους μπορούσα κάλλιστα να αναγνωρίσω τη φυσιογνωμία του παππού μου. Ίδιο βλέμμα, ίδιο στήσιμο κορμιού… ίσως κι ίδια συναισθήματα. Δύο συνομήλικοι άνθρωποι που έζησαν σε διαφορετικούς τόπους, μεγάλωσαν μαθαίνοντας την ιστορία από μία διαφορετική σκοπιά και πορεύτηκαν πατώντας σε αντίθετη ιδεολογία, έφτασαν στο λυκόφως της ζωής τους υποταγμένοι στην ίδια απογοήτευση». Σελ.70 

«Η απαλλαγή του φόρου υποτέλειας ήταν ένα ακόμη κοινό στοιχείο που είχε το Ντουμπρόβνικ με τη Χίο, σκέφτηκα κι έσκυψα το κεφάλι για να μη φανεί το μειδίαμα στα χείλη μου». Σελ.122

«Στεκόμασταν πάνω στο πρωτότυπο μουσικό όργανο του Nicola Basic, το οποίο λειτουργούσε με την κίνηση των κυμάτων και του αέρα. Εντυπωσιασμένοι καθίσαμε στα σκαλοπάτια και κοιτούσαμε προς τη θάλασσα ακούγοντας μαγεμένοι τη μελωδία της. […]. Είχα γείρει στο πίσω σκαλοπάτι κι απολάμβανα την αλμύρα των κυμάτων που έσκαγαν μπροστά μου καθώς αναρωτιόμουν αν υπήρχε κάτι πιο όμορφο πέρα από τα σύννεφα της Ζαντάρ. Άραγε να είναι η άγρια ομορφιά του τοπίου ή η παγανιστική μουσική της φύσης;». Σελ. 191-192 

«Μεμιάς το Σαράγεβο μετατράπηκε στα μάτια μου σε ένα ανοιχτό βιβλίο,…» Σελ. 424 

« Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίοι συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά… Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά σου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου · τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. Δεν είναι ποτέ τους μικρόψυχοι. Δεν τους αναχαιτίζει ούτε η μόδα, ούτε η κοινή γνώμη, ούτε το πολιτικά ορθό. Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη». Σελ. 278-279 

«…μία αστραπή έσκασε μπρος στα μάτια μου κι αμέσως το μυαλό μου γέμισε εικόνες με καστροπολιτείες, αρχαία λιμάνια, καταπράσινα νερά και πόλεις με εμφανή τα σημάδια ενός σχετικά πρόσφατου πολέμου. «Φεύγουμε για Δυτικά Βαλκάνια!» Σελ.18 


Πηγή: Cityportal

Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

Flee (2021)




Κάθε χρόνο ενθουσιάζομαι με την ποικιλία των animation που προβάλλονται στις σκοτεινές αίθουσες, για τα οποία έχω παρατηρήσει πως σπανίως απογοητεύομαι τόσο με τις δικές μου επιλογές όσο και με τις προτάσεις των φίλων μου, μ' αποτέλεσμα κάθε χρόνο να υπάρχει τουλάχιστον ένα animation στην ετήσια λίστα των δέκα αγαπημένων μου ταινιών. Μάλιστα σε δυο διαδοχικές χρονιές, το 2007 και 2008, την πρώτη θέση την κατέλαβαν δυο αξεπέραστα αριστουργηματικά animation, το συγκινητικό "Persepolis" της Μαρζάν Σατραπί και το συνταρακτικό "Βαλς με τον Μπασίρ" του Άρι Φολμαν. Πολύ πιθανόν στην κορυφή και της φετινής ετήσιας κινηματογραφικής μου δεκάδας να φιγουράρει ένα ακόμη συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό αριστούργημα, το "Flee" (ή Flugt στα δανέζικα) του Δανού σκηνοθέτη Τζόνας Πόερ Ράσμουσεν (Jonas Poher Rasmussen).
Το "Flee" είναι ένα ιδιαίτερο animation καθώς αποτελείται από μια ποικιλία σχεδίων τα οποία δένουν απόλυτα με βίντεο ντοκουμέντα, ντύνοντας μ' αυτόν τον τρόπο τις εξιστορήσεις του Αμίν Ναγουαμπί, ενός Αφγανού πρόσφυγα που είναι φίλος του σκηνοθέτη. Ο Αμίν αναγκάστηκε από παιδί να διαφύγει μαζί με την οικογένειά του από το Αφγανιστάν λίγο πριν την επικράτηση των Ταλιμπάν στα τέλη της δεκαετίας του '80, έγινε μάρτυρας των πρώτων ημερών της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης ζώντας μια απάνθρωπα αγχώδη παραμονή στην παρηκμασμένη Μόσχα και στάθηκε "τυχερός" μετά από μια εφιαλτική απόπειρα να περάσει μέσω θαλάσσης στην Δύση. Τελικά καταφέρνει να βρεθεί μόνος του στην Δανία. Μέσα σε ένα τραίνο γνώρισε τον Δανό σκηνοθέτη. 
Ο Ράσμουσεν καταφέρνει να κερδίζει την εμπιστοσύνη του φίλου του και κρατώντας την ανωνυμία του, τον βοηθάει να ανοιχτεί και να περιγράψει όλα όσα βίωσε τις δυο ταραχώδεις δεκαετίες της ζωής του. Κι όπως φαίνεται μέσα από τις συζητήσεις, οι αναμνήσεις του πρωταγωνιστή έχουν παραμείνει ζωντανές γεμάτες λεπτομέρειες, οι οποίες μεταφέρονται τόσο όμορφα μέσα από την οθόνη, φτάνοντας στο τέλος να θεωρούμε πως δεν παρακολουθήσαμε μια αφήγηση ιστοριών αλλά την περιγραφή της βίαιης ενηλικίωσης του πρωταγωνιστή. 
Η ιστορία ξεκινάει με μια απλή ερώτηση η οποία μπορεί να εκπλήξει με τις απαντήσεις που ενδέχεται να δώσει, όπως συνέβη και στην ταινία με την απάντηση που δίνει ο πρωταγωνιστής. "Τι θεωρείς σπίτι;" τον ρωτάει ο σκηνοθέτης κι ο Αμίν του απαντά πως για εκείνον σπίτι είναι το μέρος όπου δε χρειάζεται να τρέξει. Το μέρος όπου μπορεί να παραμείνει και να γαληνέψει. Τα λόγια του είναι τόσο καθαρά, γαλήνια και ζεστά, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όλα αυτά που παρακολουθούμε στα πρώτα πλάνα της ταινίας. Έντρομους ανθρώπους να τρέχουν για να γλιτώσουν από κάποιον βομβαρδισμό και για να ξεφύγουν από τα κτίρια που γκρεμίζονται γύρω τους. Κάτι λοιπόν που για μας τους δυτικούς είναι δεδομένο, για τον Αμίν αλλά και για τον κάθε πρόσφυγα είναι μια πολυτέλεια. Ένα όνειρο που πολλές φορές παραμένει απατηλό.



Οι εξιστορήσεις ξεκινούν από τα παιδικά χρόνια του Αμίν στο Αφγανιστάν. Παντού κυριαρχούν τα έντονα χρώματα, η ξεγνοιασιά αλλά κι οι μουσικές επιτυχίες της δεκαετίας του '80 που ακούει ο Αμίν στο walkman του καθώς τρέχει ανέμελος στους δρόμους της Καμπούλ. Νιώθει τυχερός και γεμάτος που βρίσκεται σε μια δεμένη οικογένεια παρόλο που έχει αρχίσει να προβληματίζεται για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τον οποίον δεν μπορεί ακόμα να προσδιορίσει και να διαχειριστεί. Όμως, η όμορφη καθημερινότητά του θα τερματιστεί βίαια με την επικράτηση των Ταλιμπάν, έχοντας φυσικά τη στήριξη των Αμερικανών. 
Οι Ταλιμπάν καταλύουν το προηγούμενο σοβιετικό καθεστώς κι εγκαθιδρύουν το σκοταδιστικό τους κράτος, το οποίο έγινε ευρέως γνωστό μετά την 11η Σεπτέμβρη του 2001. Ο Αμίν καταφέρνει τελευταία στιγμή να ξεφύγει μαζί με την οικογένειά του από την Καμπούλ, εκτός από τον πατέρα του τον οποίον τον έχουν ήδη συλλάβει. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο της ζωής του κρατάω τρία στοιχεία που με συγκλόνισαν. Πρώτα απ' όλα δε φαίνεται πουθενά ξεκάθαρα η φυσιογνωμία του πατέρα, φανερώνοντας την αδυναμία του πρωταγωνιστή να τον φέρει στη θύμησή του καθώς ήταν πολύ μικρός όταν τον συνέλαβαν. Η μορφή του πατέρα ξεχωρίζει μόνο σε κάποιες κορνιζαρισμένες φωτογραφίες που βρίσκονται διάσπαρτα στο σπίτι, θυμίζοντάς μου αρκετά τους στίχους του Another Brick in the Wall Part.1 των Pink Floyd: "Daddy's flown across the ocean / Leaving just a memory / A snap shot in the family album / Daddy what else did you leave for me?". Το δεύτερο στοιχείο που με συγκλόνισε είναι η λυρική σκηνή που δείχνει τα μαλλιά της μάνας να ασπρίζουν απότομα αμέσως μετά τη σύλληψη του άντρα της παρόλο που εκείνος αποδέχεται στωικά την προδιαγεγραμμένη του μοίρα. Η τρίτη σκηνή είναι εκείνη της φυγής. Το κάδρο της ταινίας επικεντρώνεται στο παράθυρο του αεροπλάνου τη στιγμή που εκείνο απογειώνεται, πλημμυρίζοντας ακόμη και μένα με τη σωτήρια αίσθηση της διαφυγής. Το αεροπλάνο ίπταται αφήνοντας πίσω μια γραμμή. Ένα πλάνο που με ανάγκασε για μια μόνο στιγμή να φανταστώ τον εαυτό μου ριζωμένο στο έδαφος κι εγκλωβισμένο στην Καμπούλ, παρακολουθώντας γεμάτος απόγνωση τη φυγή των υπολοίπων. Εικόνες στις οποίες γίναμε για μια ακόμη φορά τηλεοπτικοί μάρτυρες πρόσφατα με τα τρομακτικά πλάνα από το αεροδρόμιο της Καμπούλ μετά τη δεύτερη επικράτηση των Ταλιμπάν σ' αυτήν την τόσο τραυματισμένη χώρα. 
Ακολουθεί το δεύτερο κεφάλαιο της ζωής του, το οποίο είναι ο εγκλωβισμός του στη Μόσχα, τις μέρες που η Ρωσία βίωνε τη χειρότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της. Στους δρόμους επικρατούσε η μιζέρια της απόλυτης φτώχιας κι η διεφθαρμένη αστυνομία έκανε τη ζωή των προσφύγων ακόμη πιο δύσκολη. Ζώντας σε ένα δυσβάσταχτο περιβάλλον και μια στασιμότητα που επιφέρει ο εγκλεισμός σε ένα άδειο από μνήμες κι όνειρα διαμέρισμα, τα μέλη της οικογένειας του Αμίν προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να διαφύγουν στη Σουηδία όπου βρίσκεται ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας. Στις εξομολογήσεις του ο Αμίν για τις προσπάθειές τους αυτές και τα εμπόδια που συναντούσανε, δηλώνει με κάθε ειλικρίνεια πως δεν ήξερε ποιους σιχαίνεται περισσότερο, τους μπάτσους ή τους διακινητές. 
Μέσα από τις προσπάθειες τους να περάσουν στην Σουηδία, παρακολουθούμε με ωμό και σε αρκετά σημεία συνταρακτικό ρεαλισμό το δράμα των προσφύγων. Ο ασφυκτικός εγκλεισμός σε κοντέινερ, το επικίνδυνο πέρασμα μέσα από χιονισμένα δάση κι η αντιμετώπιση των απειλητικών κυμάτων σε σαπιοκάραβα εν μέσω καταιγίδας, αποτελούν σκηνές τόσο μακρινές αλλά και τόσο τωρινές. 
"Η μητέρα μου ήταν παγωμένη από το φόβο, βλέποντας τα κύματα να καλύπτουν το πλοίο καθώς ο μεγαλύτερος εφιάλτης της ήταν μη πεθαίνει από πνιγμό", αναφέρει ο Αμίν στις εξιστορήσεις του. 
"Εσένα τι σε τρόμαξε περισσότερο;" τον ρωτάει ο φίλος του. 
"Αν συμβεί κάτι κακό ποιον θα σώσω; Την μητέρα μου ή τον αδελφό μου" δηλώνει για μια ακόμη φορά γεμάτος ειλικρίνεια ο Αμίν καθώς η οθόνη γεμίζει με πτώματα που βυθίζονται αργά προς τον πυθμένα της σκοτεινής θάλασσας με εξαίρεση το σώμα του πρωταγωνιστή που προσπαθεί με απεγνωσμένες προσπάθειες να βγει στην φουρτουνιασμένη επιφάνεια. 
Οι προσπάθειες της οικογένειας του Αμίν να περάσει στην Δύση, ήταν για μένα ένας συνεχής ψυχολογικός κλυδωνισμός. Υπήρξαν αρκετές στιγμές που μου κόπηκε η ανάσα κι ανέβηκαν στα ύψη οι παλμοί της καρδιάς. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν κι οι έντονες γραμμές των σχεδίων που με παρέσερναν στη δίνη των φορτισμένων συναισθημάτων και των ψυχολογικών σκαμπανεβασμάτων του ίδιου του πρωταγωνιστή. Εισχώρησα τόσο πολύ στα βιώματα του που έφτασα στο σημείο να αισθανθώ την ίδια ντροπή που ένιωσε κι εκείνος όταν το ακυβέρνητο σκάφος που τους μετέφερε στη Σουηδία συναντήθηκε μεσοπέλαγα με ένα σκανδιναβικό κρουαζιερόπλοιο κι η άθλια κατάστασή τους έγινε θέαμα για τους αδιάφορους ταξιδιώτες. Σ' αυτήν την εκπληκτική σκηνή ένιωσα διπλή ντροπή. Ντροπή συμπάσχοντας με την άθλια κατάσταση του πρωταγωνιστή και των συνεπιβατών του αλλά και ντροπή ως ελεύθερος "δυτικός" πολίτης που με τα χρόνια έχω μετατραπεί σε άβουλο κι απαθή θεατή στο συνεχιζόμενο προσφυγικό δράμα. 
Επίσης, ένας ακόμη παράγοντας που έκανε πιο έντονες τις σκηνές των εξιστορήσεων του πρωταγωνιστή, είναι η διαχρονικότητα αυτών των γεγονότων κι η εφιαλτική επανάληψή τους με το σημερινό προσφυγικό δράμα τόσο στα νερά του Αιγαίου όσο και στις νησίδες του Έβρου. 




Και φτάνουμε στο τρίτο και τελευταίο πια μέρος των εξιστορήσεων του Αμίν, όπου περιγράφει τον τρόπο που κατάφερε να φτάσει στην Δανία μέσω Κωνσταντινούπολης, αναγκαζόμενος να σβήσει κάθε στοιχείο της αληθινής του ταυτότητας και να δηλώσει πως όλα τα μέλη της οικογένειάς του είναι νεκρά. Για να κάνει το επόμενο βήμα αναγκάστηκε να διαγράψει καθετί δικό του. Ίσως γι' αυτό το λόγο δυσκολεύτηκε να ανοιχτεί στις διακριτικές ερωτήσεις του Ράσμουσεν κι επιθύμησε να διατηρήσει την ανωνυμία του.  
Ο Αμίν αναγκάστηκε να διαφύγει μόνος του, αφήνοντας πίσω την μητέρα του και τον αδελφό του. Η προτεραιότητα που του δόθηκε, ήταν θυσία για τους άλλους δυο που έμειναν πίσω στην Μόσχα να περιμένουν τη σειρά τους. Ο πρωταγωνιστής ένιωσε μεγάλη υποχρέωση για την απόφαση αυτή, γεγονός που τον ώθησε να κάνει τα πάντα για να πετύχει και να γίνει ένας ενεργός κι αξιόλογος πολίτης στη νέα του πατρίδα, φτάνοντας σε επίπεδα μεταδιδακτορικών σπουδών. Θεωρούσε πως η ακαδημαϊκή του καριέρα είναι το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για να τιμήσει τις θυσίες των ανθρώπων του. Όμως όλα αυτά τα γεγονότα που έζησε και σημάδεψαν την ψυχή του, τον έκαναν να χάσει την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους και τον κράτησαν απόμακρο από όλους όσοι επιθυμούσαν να σταθούν δίπλα του. 
Η εξιστόρηση όλων αυτών των γεγονότων κι ο φόβος του πρωταγωνιστή για τυχόν αποκαλύψεις, φανερώνει ένα ακόμη σιωπηρό μαρτύριο του Αμίν, στο να κουβαλάει όλα αυτά τα χρόνια ένα επίπονο μυστικό τόσο για την πραγματική του ταυτότητα όσο και για την τύχη της οικογένειά του. Για να παραμείνει ασφαλής, είναι υποχρεωμένος να κρατήσει κρυφά αρκετά στοιχεία της ζωής του ακόμη και στον σύντροφό του. Ακόμη και στην εξιστόρηση των γεγονότων προς τον σκηνοθέτη. Οπότε η επιλογή του animation ίσως βοήθησε στο ξεκλείδωμα του και διαφύλαξε την ανωνυμία του. 
Σκηνοθετικά, η ταινία είναι ένα πρωτοποριακό animation όπου παντρεύονται τα σχέδια με τα βίντεο ντοκουμέντα τα οποία δίνουν ένα ιστορικό πλαίσιο στα γεγονότα που περιγράφει ο πρωταγωνιστής μέσα από τις εξιστορήσεις του. Στην ουσία είναι ένα πετυχημένο πάντρεμα τεχνών που επικεντρώνεται κυρίως στον άνθρωπο, στις διαχρονικές του τραγωδίες και στους καθημερινούς του προβληματισμούς. Ωστόσο, υπάρχει μια τρυφερή ευαισθησία που υπογραμμίζει την ταινία, αποτρέποντάς την να καταλήξει στην περιγραφή μιας απόλυτης τραγωδίας. Σημαντικό ρόλο σ' αυτό παίζουν οι φωνές των δυο προσώπων που συμμετέχουν στην εξιστόρηση, οι οποίες είναι αρκετά ζεστές δημιουργώντας ένα κλίμα οικειότητας με τους θεατές. Ίσως αυτός να είναι ένας επιπλέον λόγος που μας κάνει να βιώσουμε τόσο έντονα τα γεγονότα που παρουσιάζονται στην οθόνη. Επίσης πάνω σ' αυτόν τον διάλογο γίνεται εμφανής η γαλήνευση της φωνής του Αμίν καθώς σταδιακά απαλλάσσεται από το χρόνιο βάρος που κουβαλά τόσα χρόνια μέσα του, καθώς ανοίγεται και μοιράζεται την ιστορία του με κάποιον άλλον.
Η σπουδαιότητα της συγκεκριμένης ταινίας φάνηκε τόσο στις βραβεύσεις που έλαβε όσο και στις υποψηφιότητες βραβείων. Είναι αξιοσημείωτο πως για πρώτη φορά στην ιστορία των Oscars μια ταινία ήταν υποψήφια στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων, Καλύτερου Ντοκιμαντέρ και Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Επίσης ήταν υποψήφια στα βραβεία BAFTA και στις Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία της Καλύτερης Ταινίας Κινούμενων Σχεδίων. 
Το "Flee" είναι ένα αριστούργημα που συνταράσσει συθέμελα τον θεατή χωρίς να επιστρατεύει επίπλαστους συναισθηματισμούς, παρά ακολουθεί τη χαμηλόφωνα ειπωμένη μα ασιγαστα ηχηρή ιστορία του Αμιν, αλλά κι όλων των ανθρώπων σαν αυτόν που εξαναγκάζονται στη φυγή κατατρεγμένοι από πολέμους και πάσης φύσεως δυσχέρειες. Εκείνων που επειτα εγκλωβίζονται όχι μόνο ανάμεσα σε αποπνικτικές καρότσες φορτηγών και σε ετοιμόρροπα αμπάρια πλοίων στο έλεος της θάλασσας, αλλά κυρίως στα ορθωμενα κύματα της αδιαφορίας και της εκμετάλλευσης των ανθρώπων. Αυτό το κινηματογραφικό διαμαντάκι λοιπόν υπάρχει όπως έλεγε κι ο σπουδαίος ανθρωπιστής φωτογράφος Γιάννης Μπεχράκης "για να μην μπορεί να πει κανείς πως δεν ήξερε".

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

Παρίσι, Διαμέρισμα 13 (2021)

 



Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια από εκείνη τη βραδιά που είχα εξέλθει μουδιασμένος από τη σκοτεινή αίθουσα έχοντας παρακολουθήσει ένα απρόσμενο αριστούργημα, το οποίο εξακολουθεί να με στοιχειώνει μέχρι σήμερα. Αναφέρομαι στο "Shame", το συνταρακτικό κινηματογραφικό διαμάντι του Στιβ Μακουίν, στο οποίο ο δημιουργός καταφέρνει να εισχωρήσει τόσο στη σιωπηλή μοναξιά που επιφέρουν οι ανεξέλεγκτοι ρυθμοί της σύγχρονης ζωής όσο και στην αναπόφευκτη διέξοδο του πρωταγωνιστή σε κάθε μορφή αχαλίνωτου σεξ. Δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία της συγκεκριμένης ταινίας, έρχεται ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζακ Οντιάρ να καταπιάνεται με το ίδιο ακριβώς θέμα παρουσιάζοντάς το σε μια νέα μορφή, καθώς οι γρήγορες εξελίξεις μεταβάλλουν συνεχώς τις ανάγκες των ανθρώπων και την εικόνα της εκάστοτε κοινωνίας. Μετά το πέρας της προβολής, θεωρώ πως κι εκείνος κατάφερε με τη σειρά του να μας προσφέρει ένα αξιόλογο και μοναδικό στο είδος του έργο.
Η ταινία μας μεταφέρει σε ένα από τα απρόσωπα και γκρίζα περιφερειακά διαμερίσματα του Παρισιού, τα ονομαζόμενα από τους Γάλλους "Olympiades", τα οποία αποτελούνται από μεγάλες εργατικές κατοικίες που εκτείνονται περιμετρικά του λαμπερού ιστορικού κέντρου της γαλλικής πρωτεύουσας. Σ' αυτές τις περιοχές συνυπάρχουν άνθρωποι διαφόρων εθνών και φυλών, οι οποίοι προσπαθούν σε καθημερινή βάση να αντιμετωπίσουν τους γρήγορους ρυθμούς που επιβάλει ο σύγχρονος τρόπος ζωής και να καλύψουν τις επαγγελματικές τους απαιτήσεις θυσιάζοντας αρκετά πράγματα τόσο δικά τους όσο και των ανθρώπων τους. 
Για την ιστορία, ο σκηνοθέτης επιλέγει τέσσερα πρωταγωνιστικά πρόσωπα, τα οποία "εκπροσωπούν" μια διαφορετική ευάλωτη κοινωνική ομάδα. Οι συγκεκριμένοι πρωταγωνιστές κουβαλούν τα δικά τους παρελθοντικά βαρίδια, προσπαθώντας ο καθένας με τον τρόπο του να πατήσει γερά στα πόδια του για να μπορέσει να ατενίσει με κάποια ελπίδα το αβέβαιο μέλλον του. Οι δρόμοι που ακολουθούν θα τους φέρουν κοντά, γεγονός που θα τους οδηγήσει σε υπόγειες συγκρούσεις επικράτησης, γεγονός που τους αναγκάζει να εξωτερικεύσουν μέσω της συμπεριφοράς τους τα συμπλέγματα του παρελθόντος τους. Όμως μέσα απ' αυτήν την καθημερινή τριβή των ανθρωπίνων σχέσεων, οι πρωταγωνιστές έρχονται αντιμέτωποι με τις φοβίες και τις αδυναμίες που κουβαλούν μέσα τους. 
Μ' αυτόν τον τρόπο χτίζεται και το μωσαϊκό της συγκεκριμένης ταινίας, πατώντας στη διαφορετική ζωή και την ξεχωριστή προσωπικότητα του καθενός. 





Πρώτο πρόσωπο που μας παρουσιάζεται στην ταινία είναι η Έμιλι, η οποία ζει στο διαμέρισμα της γιαγιάς της (καθώς εκείνη βρίσκεται με άνοια στο γηροκομείο) και αναζητεί συγκάτοικο για να μπορέσει να καλύψει τα έξοδα του σπιτιού και των καθημερινών της αναγκών. Η Έμιλι αντιπροσωπεύει τόσο την κοινωνική ομάδα των Ασιατών που έρχονται στην Δύση για έναν ποιοτικότερο τρόπο ζωής όσο και τη νέα γενιά που έχει πέσει θύμα της χρόνιας οικονομικής κρίσης και του ακριβού κόστους ζωής που υφίσταται στις μεγάλες πόλεις. 
Με την απόφασή της αυτή, η Έμιλι γνωρίζει τον Καμίλ, ο οποίος αναζητά ένα διαμέρισμα για να είναι κοντά στον εργασιακό του χώρο. Από τη μεριά του, ο Καμίλ εκπροσωπεί την κοινωνική ομάδα των μαύρων που ζουν υπό το ρατσιστικό βλέμμα των λευκών, γεγονός που τους αναγκάζει να κάνουν περαιτέρω προσπάθεια για να μπορέσουν να καθιερωθούν κάπου επαγγελματικά αλλά και προσωπικά. 
Ο Καμίλ με τη σειρά του κυνηγάει μια ακαδημαϊκή καριέρα μέσα από τις απαιτητικές του σπουδές. Όπως ο ίδιος δηλώνει μέσα από συζητήσεις που κάνει με την Έμιλι, ζει σε καθημερινή βάση μες στο άγχος, κάτι που τον οδηγεί σε ξεσπάσματα πάνω στο σεξ για να αποβάλλει όλη την ένταση που συσσωρεύει εντός του. Η αποκάλυψή του αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ειλικρινής προσωπική εκμυστήρευση ή ως ένα ύπουλο ερωτικό κάλεσμα προς την νέα του συγκάτοικο. Παρόλα αυτά, η δήλωσή του αυτή ξεκλειδώνει τους δυο νεαρούς, φέρνοντάς τους κοντά, δημιουργώντας μια ερωτική σχέση πιο ελεύθερη, χωρίς δεσμεύσεις και συναισθηματισμούς. Μια σχέση που να καλύπτει μόνο τις σωματικές τους ανάγκες. Μπορεί όμως αυτό να διατηρηθεί ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ζουν στο ίδιο σπίτι; Κι αν ναι τότε πόσο δυσάρεστο μπορεί να γίνει ένα τρίτο πρόσωπο στην μεταξύ τους ερωτική ιστορία; 
Έπειτα έχουμε την Νόρα, η οποία αποφασίζει να σπουδάσει στο Παρίσι ξεφεύγοντας από την γενέτειρά της, το Μπορντό. Στην προσπάθειά της να γίνει αρεστή κι αποδεκτή από τους μικρότερους ηλικιακά συμφοιτητές της, θα πέσει θύμα χλευασμού καθώς μοιάζει με μια διάσημη πορνοστάρ των social media. Το τοξικό κλίμα που της δημιουργούν οι συμφοιτητές της, την αναγκάζει να παρατήσει τις σπουδές και να αναζητήσει κάποια δουλειά καθώς επιθυμεί να ζήσει στο Παρίσι παρά στο Μπορντό, αφήνοντας την υπόνοια πως θέλει να αποδεσμευτεί από κάτι ή από κάποιον. Παράλληλα με την εύρεση κάποιας εργασίας, αναζητά την πορνοστάρ με την οποία την παρομοιάζουν κι αρχίζει να δένεται μαζί της, αποκτώντας μ' έναν ανορθόδοξο τρόπο μια νέα (ίσως και μοναδική) φίλη στην πόλη του φωτός. 
Στην αναζήτησή της για δουλειά, η Νόρα πέφτει πάνω στον Καμίλ, ο οποίος έχει αφήσει στην άκρη την ακαδημαϊκή του καριέρα κι εργάζεται στο μεσιτικό γραφείο ενός φίλου του. Σ' αυτήν την φάση αποκαλύπτονται οι κρυφές πτυχές από τη ζωή του Καμίλ κι η ψυχρή στάση που διατηρεί με την οικογένειά του. Παράλληλα συναντάμε την Νόρα στην πιο εσωστρεφή της φάση καθώς δεν εμπιστεύεται κανέναν γύρω της μετά τα γεγονότα της σχολής. Όμως η ανάγκη της για επικοινωνία γίνεται ακόμη πιο εμφανής, φτάνοντας στο σημείο να πείσει την πορνοστάρ Άμπερ στο να της ανοιχτεί και να της αποκαλύψει τον πραγματικό της εαυτό, γεγονός που θα βοηθήσει και την ίδια την Νόρα να βρει τα δικά της πατήματά. 




Παρακολουθώντας τις παραπάνω ιστορίες, διαπίστωσα πως ενώ διαφέρουν μεταξύ τους καθώς η καθεμία ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία, έχουν δυο κοινά στοιχεία που παίζουν σημαντικό ρόλο στον χαρακτήρα αλλά και στη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών. Πρώτα απ' όλα είναι εμφανέστατο πως κι οι τέσσερις χαρακτήρες είναι αποτραβηγμένοι από τις οικογένειές τους, δείχνοντας πως γνωρίζουν καλά την πηγή των δυσάρεστων συμπλεγμάτων και των ενοχών που κουβαλούν μέσα τους. Επίσης κανείς τους δεν είναι ικανοποιημένος με το επάγγελμα που αναγκάστηκε να κάνει, φανερώνοντας τον εξαναγκασμό που έχει υποστεί ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας στην σημερινή εποχή πιεζόμενο από το συνεχή φόβο της ανεργίας. 
Στο κομμάτι της οικογένειας, ο σκηνοθέτης έχει πετύχει αρκετά την προσέγγιση αρκετών ταμπού που κρύβονται διακριτικά πίσω από τους τέσσερις τοίχους των κατοικιών. Για παράδειγμα ο Καμίλ αποφεύγει την οικογένειά του θεωρώντας πως ο ίδιος έχει πετύχει σε αντίθεση με τους δικούς του. Όμως ο σνομπισμός του προς την οικογένειά του, τον καθιστά και συναισθηματικό νεκρό και προς τους υπόλοιπους ανθρώπους με τους συναναστρέφεται. Μόνο την Νόρα προσπαθεί να προσεγγίσει αλλιώς αλλά η προσπάθειά του συνθλίβεται στον αντικοινωνικό τοίχο που εκείνη έχει ορθώσει. Η συναισθηματική του ωρίμανση θα έρθει απότομα στην προσπάθειά του να πουλήσει το αναπηρικό καροτσάκι της πεθαμένης του μητέρας σε μια άλλη γυναίκα, σε μια σκηνή που θεωρώ πως είναι από τις πιο φορτισμένες της ταινίας.. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα προσπαθεί να προσεγγίσει ξανά την μικρή του αδελφή, η οποία αποζητά τη στήριξή του σε ένα δικό της εγχείρημα. 
Επίσης πολύ συγκινητική είναι η ιστορία της Έμιλι με την γιαγιά της, με τη σχέση των δυο αυτών προσώπων να έχει φθαρεί εξαιτίας της άνοιας που έχει τσακίσει την μεγάλη γυναίκα. Βρήκα έξυπνο και συνάμα συνταρακτικό το πλάνο όπου η θολή μορφή της Έμιλι περιφέρεται στην αθέατη πλευρά του Παρισιού, μετά από μια επίσκεψή της στο γεροκομείο. Εξάλλου τι όψη μπορεί να έχει ένας άνθρωπος όταν οι ίδιες του οι ρίζες δεν τον αναγνωρίζουν; 
Ένα άλλο στοιχείο που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία είναι η επιλογή του σκηνοθέτη να μιλήσει για τον έρωτα επιλέγοντας την πιο ερωτική πόλη της Ευρώπης, το Παρίσι. Όμως η ιστορία του δε διαδραματίζεται στις όμορφες γειτονιές της Μονμάρτρης και της πλατείας των Βοργίων, αλλά στα γκρίζα συγκροτήματα των εργατικών κατοικιών, προσθέτοντας μ' αυτόν τον τρόπο μια κυνική χροιά στις εξιστορήσεις του. Χρησιμοποιώντας όμως αυτό το ουδέτερο τοπίο, το οποίο απογειώνεται μέσα από την εξαιρετική φωτογραφική ματιά του Πολ Γκιλόμ, ο δημιουργός δίνει άπλετο χώρο στον σύγχρονο ερωτικό κόσμο των νέων, χωρίς να γίνεται επικριτικός τόσο για τους τρόπους επιλογής ερωτικών συντρόφων όσο και της συχνής εναλλαγής προσώπων. Αντιθέτως προσπαθεί μέσα από τους πρωταγωνιστές να αναζητήσει τα αίτια της νέας ξέφρενης ερωτικής επανάστασης. Από την μια απενεχοποιεί την σεξουαλική απελευθέρωση κι από την άλλη αναδεικνύει την ανάγκη των ανθρώπων για επικοινωνία, κατακρίνοντας παράλληλα τα εμπόδια που κρατούν τους ανθρώπους κλειδωμένους στους εαυτούς τους, τα οποία για εκείνον είναι ο εγωισμός κι ο ναρκισσισμός που επιφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλη αυτή η περιδίνηση ανάμεσα σε πρόσωπα και καταστάσεις, οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: ο καθένας μπορεί να απελευθερωθεί από τα συμπλέγματά του και να ερωτευτεί άλλους ανθρώπους μόνο όταν καταφέρει να αγαπήσει πρώτα τον εαυτό του. 
Θεωρώ πως το "Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα" είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Ίσως κι η καλύτερη μέχρι στιγμής. Σε κάθε πλάνο της ξεχειλίζει ο ερωτισμός ενώ το ασπρόμαυρο προσθέτει μια μυσταγωγική διαχρονικότητα στα πρόσωπα και στα σώματα των πρωταγωνιστών, κάνοντάς τα ακόμη πιο ελκυστικά. Επίσης οι ηλεκτρονική ήχοι του Rone προσθέτουν έναν έντονο μεθυστικό παλμό στη ροή των ιστοριών. Αυτό όμως που κάνει την ταινία ξεχωριστή, είναι που μιλάει με ειλικρίνεια για την σεξουαλικότητα, την αυτοδιάθεση του κάθε ανθρώπου και την τρέλα της νεότητας. Όσο για το φινάλε, το αφήνει με έξυπνο τρόπο ανοιχτό κι ελεύθερο, όπως οφείλει να είναι κι ο έρωτας σε κάθε μορφή έκφρασής του. 

Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Με τον Γιώργο Χατζελένη και τους Βαλκανευτές



της Ελένης Γκόρα 

  • Πότε πραγματοποιήσατε το road trip στα Δυτικά Βαλκάνια και ποιες χώρες επισκεφτήκατε; Υπήρξε κάποια χώρα που για κάποιους λόγους δεν επισκεφτήκατε; 

 Το οδοιπορικό στα Δυτικά Βαλκάνια πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 2016 και διήρκεσε δύο βδομάδες. Πρωταρχικό μας μέλημα ήταν να φτάσουμε στο σημείο που η βαλκανική χερσόνησος συνορεύει με την κεντρική Ευρώπη κι από εκεί η κάθοδος μέσα από τα άγρια κι άγνωστα για μας βουνά των Βαλκανίων. Χαράσοντας λοιπόν, τη γραμμή του ταξιδιού μας στον χάρτη, επιλέγαμε αυθαίρετα και τις χώρες που θα επισκεπτόμασταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διασχίσουμε πόλεις και τοπία από την Αλβανία, το Μαυροβούνιο, την Κροατία, τη Σλοβενία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, καθώς και το μοναδικό κομμάτι της Ιταλίας που βρίσκεται σε βαλκανικό έδαφος. Συνολικά επισκεφθήκαμε έξι χώρες, οι οποίες αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα των Δυτικών Βαλκανίων. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, δεν παραλείψαμε κάποια χώρα. Όμως, πιστεύω πως αδικήσαμε την Αλβανία, διότι δεν της αφιερώσαμε το χρόνο που της αναλογούσε. Η ανυπομονησία μας να φτάσουμε εγκαίρως στις Δαλματικές ακτές και να θαυμάσουμε τις ιστορικές και πανέμορφες πόλεις της Αδριατικής θάλασσας, μας ώθησε να διασχίσουμε κάπως βεβιασμένα την Αλβανία προσπερνώντας πανέμορφες πόλεις όπως το Αργυρόκαστρο, το Μπεράτ και το Πόγραδετς. Ίσως επιδιώξω μελλοντικά να επισκεφθώ ξανά τη γειτονική μας χώρα για να εξερευνήσω περαιτέρω τις καλά κρυμμένες ομορφιές της. 




  • Ποια η άποψή σου για το Μακεδονικό ονοματολογικό ζήτημα, μιας και στο βιβλίο σου παραθέτεις τις πολιτικές σου απόψεις; 

 Δεν είμαι αρμόδιος του συγκεκριμένου θέματος για να μπορέσω να δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση. Το Μακεδονικό ονοματολογικό ζήτημα είναι αρκούντως πολύπλοκο κι αυτό αποδεικνύεται τόσο από τα βιβλία που έχουν γραφτεί γι’ αυτό, όσο κι από τη σχετική αρθρογραφία, που εμπλουτίστηκε περαιτέρω κατά την περίοδο της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό όμως που μπορώ να επισημάνω είναι πως σε μια γωνιά της Ευρώπης που οι μεγαλοϊδεατισμοί και τα ξένα συμφέροντα προξένησαν κατά συρροή πολέμους (με τελευταίο τον βομβαρδισμό της Σερβίας το 1999) κι εξακολουθούν να πυροδοτούν επικίνδυνες εντάσεις όπως συμβαίνει με το Κόσσοβο, τη Σερβική Δημοκρατία στη Βοσνία Ερζεγοβίνη, τις διενέξεις που υπάρχουν μεταξύ Αλβανών και Βούλγαρων με τη Βόρεια Μακεδονία και φυσικά τις προκλήσεις του Ερντογάν στο Αιγαίο, βρέθηκαν δυο αρχηγοί κρατών που ανέλαβαν το πολιτικό κόστος και πήραν την απόφαση να λύσουν με ώριμο κι ειλικρινή τρόπο ένα επίμαχο και χρόνιο ζήτημα. Το γεγονός ότι αντέδρασαν ταυτόχρονα τα ακροδεξιά ρεύματα και των δύο κρατών φανερώνει κατ’ εμέ πως ο συμβιβασμός της συμφωνίας υπήρξε δίκαιος. Προσωπικά θεωρώ πως είναι προτιμότερο να παραγκωνίζονται κάποιες εθνικιστικές αγκυλώσεις, ώστε να μπορέσουν να στηθούν γέφυρες αμοιβαίας εμπιστοσύνης κι ειλικρινούς συνεργασίας με τις γειτονικές μας χώρες, παρά να διαιωνίζεται το εχθρικό κλίμα, το οποίο πέρα από επιζήμιο, στις μέρες μας έχει γίνει κι επικίνδυνο. 

  • Για τη συγγραφή του ταξιδιωτικού σου μυθιστορήματος τι είδους βιβλία διάβασες πιο πριν; 

Η συγγραφή του βιβλίου διήρκεσε τρία χρόνια. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, διάβασα κάμποσες ιστορικές μελέτες για τους Βαλκανικούς πολέμους και τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους καθώς κι ανταποκρίσεις από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, ώστε να αντλήσω πληροφορίες για τα ιστορικά γεγονότα που συνόδευσαν τις περιπλανήσεις μου στις πόλεις των Δυτικών Βαλκανίων. Παράλληλα, μελέτησα αρκετά ταξιδιωτικά δοκίμια, όπως ο «Δούναβης» του Κλαούντιο Μαγκρίς (Εκδόσεις Πόλις), η «Τεργέστη, η Έννοια του Πουθενά» της Ζαν Μόρις (Εκδόσεις Πάπυρος) κι οι «Δακτύλιοι του Κρόνου» του Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ (Εκδόσεις Άγρα). Επίσης ανέγνωσα πολυάριθμα μυθιστορήματα που πραγματεύονταν με τα Βαλκάνια, σταχυολογώντας κι από εκεί πληροφορίες όπως για παράδειγμα «Το Γεφύρι του Δρίνου» του Ίβο Άντριτς (Εκδόσεις Καστανιώτη). Η συγγραφή των «Βαλκανευτών» ήταν μια γόνιμη σύζευξη των εμπειριών, των στιγμών, των σκέψεων και των συζητήσεων που μου πρόσφερε απλόχερα το οδοιπορικό, με το σύνολο των πληροφοριών που συνέλλεξα από τις παραπάνω πηγές. 




  • Ποια στιγμή θυμάσαι εντονότερα από το ταξίδι σου στα Δυτικά Βαλκάνια και γιατί επέλεξες να γράψεις ένα ταξιδιωτικό μυθιστόρημα; Τα προηγούμενά σου βιβλία τι θέμα έχουν; 

Το ταξίδι μας στα Δυτικά Βαλκάνια επεφύλαξε και στους τρεις μας απρόσμενες συναρπαστικές στιγμές που υπήρξαν έντονα συγκινητικές. Γι’ αυτό τον λόγο, αδυνατώ να διακρίνω μια και μοναδική. Τι να πρωτοθυμηθώ; Την αδιασάλευτη ηρεμία που επικρατούσε στην κορυφή του επιβλητικού φρουρίου στο Κότορ, τα στενά γραφικά σοκάκια με την κυρίαρχη λευκή μαρμάρινη απόχρωση στην παλιά πόλη του Σπλιτ, που ήταν «στοιβαγμένη» εντός του παλατιού του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, το τοξωτό γεφύρι του Μόσταρ, το οποίο θαυμάζαμε από τη βεράντα μιας καφετέριας παρακολουθώντας παράλληλα από την οθόνη ενός κινητού την ανατίναξή του στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, την εντυπωσιακά επιβλητική εμφάνιση που μας επεφύλασσαν τα θεόρατα τείχη του Ντουμπρόβνικ, καθώς κατηφορίζαμε από τα κροατοβοσνιακά σύνορα προς τη θάλασσα, την ομίχλη που προσπαθούσε ανεπιτυχώς να σκεπάσει τις πληγές του πολέμου στα κτίρια του Σαράγεβο ή τις περιπλανήσεις μου τόσο στην προκυμαία όσο και στη μαγευτική πλατεία της ομορφότερης κατ’ εμέ πόλης του ταξιδιού, της Τεργέστης; Όλες αυτές οι στιγμές που αντικρίσαμε, βιώσαμε και μας αιχμαλώτισαν, μου ανασκάλευσαν την επιθυμία να γράψω για το οδοιπορικό μας στα Δυτικά Βαλκάνια. Το τέταρτο βιβλίο μου διαφέρει από τα προηγούμενα, τα οποία καταπιάνονται με διαφορετικά θέματα. Στο πρώτο μου βιβλίο, «Καθημερανοητότητα» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη), ο ήρωας προσπαθεί να καταπιαστεί με έναν δίαυλο δημιουργικής έκφρασης, ώστε να προσδώσει κάποιο νοηματικό βάρος στην καθημερινότητά του. Στο δεύτερο βιβλίο μου, «Βαλκανεύοντας» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη), ο ήρωας αναγκάζεται να μεταναστεύσει στο εξωτερικό, για να δραπετεύσει από την οικονομική κρίση και τον αξιακό μαρασμό. Στην απόφασή του αυτή, σχεδιάζει ένα μοναχικό ταξίδι διατρέχοντας σε πέντε πόλεις (Στρασβούργο, Μιλάνο, Βουδαπέστη, Βελιγράδι και Θεσσαλονίκη), προσπαθώντας να ψηλαφήσει τον εαυτό του και να πειστεί πως κατέληξε στην ορθή απόφαση να εγκαταλείψει την παλιά του ζωή, τους φίλους του και την Ελλάδα. Στο τρίτο μου βιβλίο, «Εντεύθεν» (Εκδόσεις Γαβριηλίδη), καταπιάνομαι με τη Μνήμη και τη Λήθη. Ο ήρωας επισκέπτεται τον γενέθλιο τόπο του, για να μελετήσει κάποια αρχεία σχετικά με τον δοσιλογισμό στο νησί του κατά την περίοδο της Κατοχής. Μελετώντας όμως παλιά ντοκουμέντα, συνειδητοποιεί πως ενώ έχει ασχοληθεί με ζέση με τη γενική ιστορία του τόπου του και της χώρας του, παράλληλα έχει αδιαφορήσει αδικαιολόγητα για την ιστορία που κουβαλούν τα αγαπημένα οικογενειακά του πρόσωπα. Αυτό έχει αποτέλεσμα, η μελέτη που πραγματοποιεί για την περίοδο της Κατοχής στη Χίο, να καταστεί αφορμή να καταγράψει τις εμπειρίες του παππού του και της γιαγιάς του ανατρέχοντας σ’ εκείνη τη σκοτεινή περίοδο. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θεμελιώνει μια ουσιαστική εγγύτητα με τους δικούς του ανθρώπους και συνάμα χρήζεται φύλακας των πολύτιμων αναμνήσεών τους. 




  • Μια ρήση λέει «Αν δεν περπατήσεις έναν τόπο, δεν τον μαθαίνεις». Και αυτό πραγματικά το τηρείς ευλαβικά. Το επόμενό σου ταξίδι λοιπόν, θα είναι… 

Μα ένας τόπος αποκαλύπτεται μόνο σε όσους θυσιάζουν τα πόδια τους κι ενίοτε τα υποδήματά τους. Οι πόλεις ξετυλίγονται σαν βεντάλια μέσα από τις περιπλανήσεις στα σοκάκια των γειτονιών τους και στις κεντρικές αρτηρίες με τα μουσεία και τα αξιοθέατά τους. Όσο για τους επικείμενους προγραμματισμούς μου, πάντα εμπεριέχουν κάποια εξόρμηση σε μια άλλη χώρα ή σε έναν καινούριο τόπο. Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος προορισμός που να με ελκύει αυτή τη στιγμή, αλλά μια εκτεταμένη λίστα προορισμών, μια λίστα που όσο περνάνε τα χρόνια επιμηκύνεται ασταμάτητα. Σίγουρα θα ήθελα να περιπλανηθώ ξανά στα Βαλκάνια και συγκεκριμένα στη Σόφια, διότι δεν της έδωσα την ανάλογη σημασία την πρώτη φορά που την είχα επισκεφθεί. 




Ο Γιώργος Χατζελένης με καταγωγή από την Χίο και κάτοικος Αθήνας βρίσκεται σε ένα τσιπουράδικο μαζί με τους φίλους του, τον Γιάννη και τον Σπύρο. Προβληματισμένος ο Γιώργος από την έντονη και πολύβουη καθημερινότητα προτείνει στους φίλους του να κάνουν ένα ταξίδι με το αυτοκίνητο. Προορισμός τα Δυτικά Βαλκάνια, Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κροατία, Μαυροβούνιο, Σλοβενία. Οι φίλοι συμφωνούν και κάθε Τετάρτη δίνουν ραντεβού στο στέκι τους μέχρι να σχεδιάσουν και την τελευταία λεπτομέρεια του ταξιδιού τους με μια έκτακτη προσθήκη της Τεργέστης, πόλη της Ιταλίας κοντά στα σύνορα με τη Σλοβενία. 
Θα περιπλανηθούμε σε πέντε χώρες, λέγαμε γεμάτοι χαρά και πιανόμασταν ο ένας από τον ώμο του άλλου. “Στην περιπέτειά μας!” φωνάζαμε ζαλισμένοι κάθε φορά που τσουγκρίζαμε τα ποτήρια. Έκτοτε οι Τετάρτες απέκτησαν άλλο νόημα. Μαζευόμασταν στο ίδιο στέκι κι οργανώναμε το πρόγραμμα του ταξιδιού. Χαράζαμε πάνω στον χάρτη τις ημερήσιες εκδρομές, ενώ εγώ αναζητούσα πληροφορίες για τις πόλεις, τα μνημία και τα τοπία που θα συναντούσαμε στο διάβα μας. 
Κάπως έτσι ξεκινάει το ταξιδιωτικό βιβλίο του Χατζελένη που πλέκει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και τον διάλογο με την περιγραφή και την εξιστόρηση σημαντικών ιστορικών και πολιτικών γεγονότων που σημάδεψαν τα Βαλκάνια. 
Και τότε, σαν να το είχαμε κάνει από καιρό πρόβα, τραγουδήσαμε και οι τρεις με δυνατή φωνή “Δεν είναι εδώ Βαλκάνια σου το ‘πα…”, κάνοντας τους οδηγούς των διπλανών αυτοκινήτων να μας κοιτούν έκπληκτοι. “Στα χέρια σου, αφήνω το τιμόνι”, συνεχίζαμε εγώ κι ο Σπύρος προς τον Γιάννη “κι η πιο μεγάλη νύχτα ξημερώνει”, συμπλήρωνε εκείνος κοιτώντας συνεχώς μπροστά.“Εδώ είναι παίξε, γέλασε και σώπα…”. 
Οι τρεις φίλοι, στο εξής οι Βαλκανευτές, ξεκινούν ευδιάθετοι και πολύ καλά οργανωμένοι από την Αθήνα για να εξερευνήσουν και να ανακαλύψουν το επίκεντρο της ευρύτερης παγκόσμιας πολιτικής. Επισκέπτονται Αργυρόκαστρο, Δυρράχιο, Σκόδρα, Κότορ, Μπούντβα, Πέραστ, Ντουμπρόβνικ, Όμις, Σπλιτ, Ζαντάρ, Ριέκα, Πούλα, Ρόβινι, Κοπέρ, Τεργέστη, Μιραμάρε, Ντουίνο, Λίμνη Μπλεντ, Λουμπλιάνα, Νόβο Μέστο, Ζάγκρεμπ, Μπάνια Λούκα, Γιάιτσε, Σαράγεβο, Μόσταρ, Μπλάγκαϊ, Άγιος Στέφανος, Ντούρμιτορ, Ποντγκόριτσα, Τίρανα. 
Το ανοιξιάτικο αεράκι που ερχόταν από τη θάλασσα μας έσπρωξε απαλά προς τον θεόρατο πύργο Μιντσέτα, ο οποίος είναι και το ψηλότερο σημείο των οχυρώσεων. Από τις πολεμίστρες του η πόλη έμοιαζε σαν μια πελώρια ανθοδέσμη με τριάνταφυλλα ίδιας απόχρωσης αλλά διαφορετικού τονισμού. Αρκετές σκεπές είχαν το έντονο κόκκινο χρώμα του κεραμιδιού ενώ άλλες, κυρίως αυτές που βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα, είχαν μια πιο ξεθωριασμένη όψη. Ο Γιάννης μας έδειξε την απότομη πλαγιά του βουνού που κατέληγε στα προάστια του Ντουμπρόβνικ, και μας εξήγησε πως από εκεί ψηλά το πυροβολικό του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Στρατού βομβάρδιζε για επτά μήνες την πόλη. Οπότε τα σπίτια που είχαν καινούριες σκεπές ήταν κι αυτά που είχαν καταστραφεί ολοσχερώς. 
Άρχες της Άνοιξης με το αυτοκίνητό τους περνούν και σταματούν σε παραπάνω από τριάντα περιοχές. Το τοπίο αλλάζει συνεχώς, η βροχή τούς βρίσκει στα καλά καθούμενα και οι άνθρωποι που συνομιλούν-τυχαία ή για χάρη της ιστορίας- έχουν ακόμα αποτυπωμένο στο πρόσωπό τους τον φόβο για αναταραχές. Οι Βαλκανευτές κάνουν συνολικά 4.730 χιλιόμετρα! Αλλού ξαποσταίνουν για λίγο και αλλού διαμένουν έστω για ένα βράδυ για να μπορέσουν να συνεχίσουν την επόμενη ημέρα και να ολοκληρώσουν τον στόχο τους. Ανάμεσα σε καφέδες, μπίρες και γεύματα συζητούν για τη θρησκεία, τη φυλή, τα έθνη, την κουλτούρα, τα έθιμα, την αριστερά, την ελευθερία, τα σύνορα. 
Πόσο δύσκολη κάνουν τελικά τη ζωή μας αυτά τα σύνορα και πόσο πόνο προκαλούν; Για ποιον λόγο εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονται γι’ αυτές τις γραμμές άλλες φορές υπερασπίζοντάς τες κι άλλες φορές προσπαθώντας να επεκταθούν πέρα από αυτές; Θυσιάζονται για γραμμές που ποτέ δεν έχουν μείνει σταθερές πάνω στον χάρτη. 
Ο συγγραφέας πολλές φορές νιώθει την ανάγκη να απομονωθεί για να σκεφτεί και να γράψει. Θυμάται στίχους, ταινίες και παλιότερες συζητήσεις, ενώ από τον νου του ποτέ δεν φεύγει το Αιγαίο και το νησί του. Του αρέσει να φυλακίζει στον φακό τη φύση, τα μνημεία, τα κτίρια-αρκετά από αυτά τρυπημένα και τραυματισμένα από σφαίρες-, τους περαστικούς, τα γκράφιτι των πόλεων. Για αυτό και το βιβλίο του συνοδεύεται κι από ασπρόμαυρες φωτογραφίες, οι οποίες χαρίζουν ζωντάνια στις περιγραφές του.




“Οι Βαλκανευτές” είναι ένα ταξιδιωτικό μυθιστόρημα 529 σελίδων για τα Δυτικά Βαλκάνια, όπου η προσωπική εμπειρία δένει με την περιήγηση. Θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί κι ως οδηγός. Όχι φυσικά, με την έννοια του παραδοσιακού οδηγού, εκείνου με τα προτεινόμενα εστιατόρια και καταλύματα, αλλά με την έννοια του ανορθόδοξου oδηγού, εκείνου με τις πιο αξιομνημόνευτες πληροφορίες για έναν τόπο υπό το πρίσμα του βιώματος και της μαρτυρίας.


Πηγή: elenigkora

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022

Ο Χειρότερος Άνθρωπος στον Κόσμο (2021)



Η φετινή κινηματογραφική χρονιά ενδέχεται να είναι η φτωχότερη και πιο αδιάφορη των τελευταίων χρόνων, αν όχι και δεκαετιών. Μια άποψη η οποία βασίζεται στο γεγονός ότι όσες ταινίες παρακολούθησα φέτος στις σκοτεινές αίθουσες ήταν απογοητευτικές, εκτός από τα παλιά αριστουργήματα που προβάλλονται στους θερινούς κινηματογράφους όπως το "Ανατολικά της Εδέμ". Παρόλα αυτά αποφάσισα μες στο καλοκαίρι να παρακολουθήσω ταινίες που απέφυγα τον χειμώνα, πιστεύοντας πως οι θερινές τους προβολές θα είναι πιο απολαυστικές κι ευχάριστες. Η απογοήτευση όμως παρέμεινε η ίδια, ειδικά μετά την προβολή του ανεκδιήγητου δράματος της Μάγκι Τζίλενχαλ, η "Χαμένη Κόρη". Κι ενώ είχα παραδοθεί στη φετινή μου κινηματογραφοφιλική απελπισία, βρέθηκε τελικά μια ταινία που κατάφερε να με κερδίσει και να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μου ως το τέλος. Αναφέρομαι στο νορβηγικό διαμαντάκι "Ο Χειρότερος Άνθρωπος στον Κόσμο" που κέρδισε τις εντυπώσεις στο φεστιβάλ των Καννών αλλά και σε άλλες διεθνείς εκδηλώσεις. 
Κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία είναι η Γιούλια, μια νεαρή κοπέλα που προσπαθεί να βρει τα πατήματά της και να ανακαλύψει τον εαυτό της τόσο μέσα από τις σπουδές της όσο και μέσα από τους ερωτικούς της συντρόφους. Αυτό που την κάνει αρκετά συμπαθητική στο κοινό είναι η τάση της να μετατρέπει την ανασφάλεια της σε αφορμή για πειραματισμούς κι αναζητήσεις. Από τις σπουδές της στην ιατρική μεταπηδάει στη ψυχολογία κι από εκεί καταλήγει στην τέχνη της φωτογραφίας. 
Την ίδια τακτική ακολουθεί και με τους ερωτικούς της συντρόφους μέχρι που ερωτεύεται τον Άκσελ, έναν ανερχόμενο σκιτσογράφο ο οποίος είναι αρκετά μεγαλύτερός της ηλικιακά. Οι δυο τους έχουν μια όμορφη κι αρμονική συμβίωση, η οποία όμως με τον καιρό βαλτώνει και μιζεριάζει. 
Η Γιούλια πλήττει έχοντας έναν δευτερεύοντα ρόλο τόσο στη ζωή του Άκσελ όσο και στη δική της. Η στασιμότητα αυτή την ωθεί σε μια απεγνωσμένη αναζήτηση κάποιας διεξόδου από την ασφυκτική της καθημερινότητα. Στην προσπάθειά της αυτήν γνωρίζει σε ένα πάρτι τον Άιβιντ, ο οποίος αμέσως την ελκύσει. Ο Άιβιντ βρίσκεται με τη σειρά του σε μια ιδιότροπη σχέση από την οποία θέλει κι ο ίδιος να ξεφύγει. Τα δυο αυτά πρόσωπα ερωτεύονται μεταξύ τους προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους πνιγηρούς τους δεσμούς. Είναι όμως αυτό αρκετό για να ικανοποιηθούν οι προσωπικές τους προσδοκίες και να αρχίσουν ξανά να καλπάζουν τα όνειρά τους που για καιρό είχαν αποσύρει σε μια μόνιμη αναβολή;
Κατά τη διάρκεια αυτών των συναισθηματικών αναζητήσεων πραγματοποιείται μια ενδιαφέρουσα ανάλυση των ανθρωπίνων σχέσεων, τόσο των ερωτικών όσο και των οικογενειακών στη σημερινή εποχή. Περισσότερο επικεντρώνεται στη σιωπηλή απόγνωση των νέων ανθρώπων που επιδιώκουν μέσα από τους ερωτικούς συντρόφους να καλύψουν το συναισθηματικό κενό που τους αφήνουν οι γονείς τους. Επίσης περιγράφει όμορφα την προσπάθειά των νέων να ξεπεράσουν τα κατορθώματα των γονιών τους ώστε να φανούν αντάξιοί τους αν όχι και καλύτεροί τους. Παράλληλα παρουσιάζει τον δυναμισμό των σημερινών γυναικών, οι οποίες ορίζουν τους στόχους της ζωής τους και την ικανοποίηση των προσδοκιών τους αποβάλλοντας κάθε ταμπού και σύμπλεγμα του παρελθόντος.




Τις παραπάνω αναλύσεις που θέτει η ιστορία προσπαθεί ο Νορβηγός σκηνοθέτης Γιοακίμ Τρίερ να τις παρουσιάσει μέσα από δώδεκα κεφάλαια συμπεριλαμβανομένων ενός προλόγου κι ενός επιλόγου. Με αυτόν τον τρόπο ο δημιουργός στήνει μια ολοκληρωμένη δομή μιας ιστορίας που πατάει σε έναν υπερβολικό ρεαλισμό τον οποίον ισορροπεί με γερές δόσεις σουρεαλιστικού λυρισμού. 
Το κεντρικό θέμα της ιστορίας δεν πρωτοτυπεί αλλά κερδίζει τις εντυπώσεις με τον κυνισμό του, το ιδιαίτερο χιούμορ του, τα εκπληκτικά του πλάνα (τα οποία στους κλειστούς χώρους θυμίζουν έντονα διαφημίσεις ΙΚΕΑ) και την δραματική κορύφωση που έρχεται σταδιακά προσγειώνοντάς μας σε έναν σκληρό ρεαλισμό που ευτυχώς εξακολουθεί να υφίσταται στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο.
Σκοπός της ταινίας είναι να μπουν οι θεατές στο σημερινό πολύπλοκο κόσμο των γυναικών. Κατά κάποιον τρόπο απαντά στον προβληματισμό της Γιούλια, η οποία σε μια σύναξη φίλων δηλώνει πως υπάρχουν ένα σωρό ταινίες που επικεντρώνονται σε ανδρικά θέματα όπως η στυτική δυσλειτουργία, η πρόωρη εκσπερμάτιση, η ανδρική πολυγαμία κ.τ.λ. αλλά ούτε μια για τον γυναικείο οργασμό, την περίοδο κ.α. Πατώντας πάνω σ' αυτόν τον προβληματισμό, ο Τρίερ καταπιάνεται στην προσπάθεια μιας γυναίκας να γίνει ευτυχισμένη στη σημερινή εποχή όπου κυριαρχεί το άγχος κι η ανασφάλεια. Από την μια η ταινία προωθεί μια φεμινιστική τάση προσπαθώντας να εισχωρήσει στο γυναικείο κόσμο αλλά από την άλλη δείχνει και την αυτοκαταστροφική τάση των γυναικών που τις περισσότερες φορές δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν για να νιώσουν ικανοποιημένες κι ευτυχισμένες. Αυτό το μπέρδεμα το παρουσιάζει με έναν ευχάριστο και πειραχτικό τρόπο αλλά παράλληλα κατακρίνει τον "επικίνδυνο" περιορισμό ελευθερίας που προκαλεί η επιβολή της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας. Τη στάση του αυτή την εκφράζει μέσα από τις θεωρίες του αντικομφορμιστή σκιτσογράφου Ακσελ, ο οποίος γίνεται δυσάρεστος σε μια συνέντευξή του σε μια φεμινιστική εκπομπή.
Κεντρικό πρόσωπο των αντιφάσεων που παρουσιάζει η ταινία είναι η άκρως συμπαθητική Ρενάτε Ράινσβε, η οποία ερμηνεύει με απίστευτη ειλικρίνεια την προσπάθεια της κάθε γυναίκας που αποφεύγει να παραμείνει απλώς θεατής στη ζωή της αλλά και του προσώπου που δε πρόκειται να βάλει τα δικά του θέλω στην άκρη για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες των άλλων. Κατά κάποιον τρόπο αναιρεί έναν-έναν τους κανόνες που μέχρι σήμερα όριζαν τη ζωή των γυναικών μες στην κοινωνία και την οικογένεια. Αποκορύφωση της απελευθέρωσης της πρωταγωνίστριας (και της κάθε γυναίκας γενικά) είναι η απόφαση της να μην παραστεί στις τελευταίες στιγμές ενός αγαπημένου της προσώπου αλλά να τον θρηνήσει μοναχικά. Απολαμβάνοντας την ερμηνεία της Ρενάτε Ράινσβε, θεωρώ πως κέρδισε άξια το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών. Όπως επίσης δε θεωρώ τυχαίο που η ταινία του Τρίερ διεκδίκησε τα Όσκαρ Σεναρίου και Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας.
Ο "Χειρότερος 'Άνθρωπος στον Κόσμο" είναι ένα απρόσμενο κινηματογραφικό διαμάντι. Ένας διακριτικός ύμνος για τους ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν αληθινά και να κυνηγήσουν με κάθε τίμημα τα όνειρά τους. Στους ανθρώπους που αποφεύγουν την καταπίεση του "εγώ" τους για να ικανοποιήσουν τα θέλω των άλλων. Σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν φοβούνται να χαρακτηριστούν από τους γύρω τους ως οι χειρότεροι του κόσμου επειδή θέλουν απλώς να είναι ο εαυτός τους.

Βαθμολογία: 8/10