Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

Φιλιππούπολη, η αρχαία κι αιώνια πόλη

 

 


Αφήσαμε πίσω μας τους πολύβουους δρόμους της Σόφιας και κινήσαμε νοτιοανατολικά, ακολουθώντας τις αρχαίες διαδρομές που ένωναν κάποτε την Ευρώπη με την Ασία, επιθυμώντας να φτάσουμε στην παλαιότερη πόλη της Βουλγαρίας και μια από τις αρχαιότερες της Ευρώπης, την Φιλιππούπολη. Όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο αισθητή νοητά γινόταν η κάθοδός μας σε μια απέραντη πεδιάδα που απλώνεται ανάμεσα στις οροσειρές της Ροδόπης και της Σρέντνα Γκόρα. Στο κέντρο αυτής της κοιλάδας κι ανάμεσα σε τρεις από τους έξι εναπομείναντες λόφους (ο έβδομος λόφος Μάρκοβο Τέπε ισοπεδώθηκε αρχές του 20ου αιώνα) της περιοχής απλώνεται η αιώνια γοητεία της Φιλιππούπολης. 
Η πόλη πήρε το όνομά της προς τιμή του Φίλιππου Β΄ της Μακεδονίας, γιού του Αμύντα Γ΄ και πατέρα του Μεγάλου Αλέξανδρου, μετά την εισβολή του στην ευρύτερη περιοχή και κατάληψή της ύστερα από αλλεπάλληλες μαχες με τους Θράκες. Σκοπός του ήταν να υποτάξει ολόκληρη την περιοχή, που ήταν αποικία των Αθηναίων, για να αποκόψει τις εμπορικές συναλλαγές που είχαν αναπτύξει προς τον Εύξεινο Πόντο. 
Αφού έδιωξε από το θρόνο τον Κερσοβλέπτη (357 - 341 π.Χ.), βασιλιά των Οδρυσών, οι οποίοι ήταν μια από τις φυλές που κατοικούσαν στην αρχαία Θράκη, άρχισε να οργανώνει τη διοίκηση της περιοχής πάνω σε νέες βάσεις. Έκτισε πόλεις-φρούρια, στη μέση της κοιλάδας του Έβρου, μεταξύ αυτών και τη Φιλιππούπολη, η οποία ήταν μεγαλύτερη από όλες τις υπόλοιπες. 
Κατά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η πόλη ονομάστηκε Τριμόντιον (Trimontium) δηλαδή «Τρίλοφος» ή «Πόλη των Τριών Λόφων», από τους 3 λόφους πάνω στους οποίους ήταν κτισμένη, τους Νεμπέτ Τεπέ (Nebet Tepe), Τζαμπάζ Τεπέ (Dzhambaz Τepe) και Ταξίμ Τεπέ (Taksim Τepe). Τον 9ο αιώνα οι Βούλγαροι την μετονόμασαν σε Παπάλντιβ, Πλό(β)ντιβ, Πλάντιβ, Πλάντιν, Πλάπντιβ ή Πλόβντιν βασιζόμενοι στην παλιά θρακιώτικη ονομασία Πουλπουδέβα. Επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε έγγραφο του 1448, η πόλη αναφερόταν στα τουρκικά ως Φιλιμπέ (Filibe), παραφθορά του Φίλιππος. Ωστόσο, στην υπόλοιπη Ευρώπη, η πόλη είχε παραμείνει γνωστή ως Φιλιππούπολη, ως τις αρχές του 20ου. Η σύγχρονή της ονομασία τεκμηριώθηκε ως Пло(в)дївь, βασιζόμενη σε ένα βουλγαρικό απόκρυφο χρονικό του 11ου αιώνα. 
Η Φιλιππούπολη θεωρείται από τις αρχαιότερες πόλης της Ευρώπης, έχοντας ίχνη κατοίκησης από την 6η χιλιετία π.Χ. και την Νεολιθική εποχή. Τον 12ο αιώνα π.Χ. ο οικισμός της εξελίχθηκε σε μεγάλη πόλη, η οποία κατοικείτο από Θράκες. Στην ιστορία της δέχτηκε αρκετές εισβολές από Πέρσες, Έλληνες, Κέλτες, Ρωμαίους, Γότθους, Ούννους, Βούλγαρους, Ρώσους, Σταυροφόρους και Τούρκους. Η τελευταία μάχη που δόθηκε γι' αυτήν ήταν στις 4 Ιανουαρίου του 1878, όταν ο ρωσικός στρατός αποδέσμευσε την πόλη από την κυριαρχία των Οθωμανών. Στην αρχή έγινε η πρωτεύουσα της αυτόνομης Ανατολικής Ρωμυλίας και το 1885 έγινε τμήμα της υπόλοιπης Βουλγαρίας.  
Μεσημέρι μπήκαμε στα γκρίζα προάστιά της, ανυπομονώντας να αντικρίσουμε την ομορφιά της παλιάς πόλης με τα ιδιαίτερα έντονα χρώματα της βουλγαρικής αρχιτεκτονικής αναγέννησης. Το ξενοδοχείο μας ήταν ακριβώς πάνω στον διάσημο πεζόδρομο Knyaz Aleksander I. Από το παράθυρο του δωματίου απλωνόταν το εναπομείναν κομμάτι του Αρχαίου Σταδίου (01:55-02:10), το οποίο θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ρωμαϊκά μνημεία της πόλης. Το Αρχαίο Στάδιο χτίστηκε τον 2ο αιώνα, κατά την περίοδο της βασιλείας του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αδριανού κι απλωνόταν ανάμεσα στους λόφους Σαχάτ Τεπέ και Ταξίμ Τεπέ. Το μνημείο αυτό χτίστηκε στα πρότυπα του αντίστοιχου σταδίου των Δελφών και είχε μήκος περίπου 240 μέτρα και πλάτος 50 μέτρα κι ήταν χωρητικότητας 30.000 θεατών. Στις μέρες μας, έχει μείνει ορατό ένα μικρό κομμάτι του βόρειου τμήματός του, με 14 σειρές καθισμάτων, το οποίο οι κάτοικοι αποκαλούν "σφεντόνα" λόγω του καμπυλωτού του σχήματος. Το υπόλοιπο τμήμα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. 
Δίπλα στα απομεινάρια του Αρχαίου Σταδίου βρίσκεται το Τζαμί Τζουμαγιά, το οποίο θεωρείται πως είναι το αρχαιότερο θρησκευτικό κτίριο των Βαλκανίων από την περίοδο της Οθωμανικής Κυριαρχίας. Ωστόσο το παλιό τζαμί κατεδαφίστηκε επί εποχής του Μουράτ Β΄ (1421-1451) για να χτιστεί στη θέση του το σημερινό, το οποίο ανακαινίστηκε το 1785 και το 1818 μετά από καταστροφές που υπέστη από σεισμούς. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου τζαμιού είναι το ηλιακό ρολόι που βρίσκεται στην νοτιοανατολική του πλευρά κι οι εννιά μολυβένιοι θόλοι του.  
Από εκεί περπατήσαμε στον πεζόδρομο Knyaz Alexander I με την κεντροευρωπαϊκή του αύρα, η οποία εκπέμπεται από τα αρχοντικά του κτίρια που έχουν την χαρακτηριστική αναγεννησιακή αρχιτεκτονική της Βουλγαρίας. Ο μακρόστενος δρόμος μας οδήγησε στην πλατεία Στέφαν Σταμπολόφ (00:51-01:06) με το μεγάλο στρογγυλό σιντριβάνι και την πλατεία Τσεντράλεν όπου δεσπόζει το κτίριο του Κεντρικού Ταχυδρομείου με τον χαρακτηριστικό αρχιτεκτονικό ρυθμό της σοσιαλιστικής εποχής (01:13). Στη συγκεκριμένη πλατεία έχουν μείνει τα απομεινάρια του Ρωμαϊκού Φόρουμ (01:47) και του Ρωμαϊκού Ωδείου (01:07), το οποίο κατασκευάστηκε μεταξύ 2ου και 5ου αιώνα και ήταν το δεύτερο και μικρότερο αρχαίο θέατρο της Φιλιππούπολης, καθώς είχε μόνο 350 θέσεις. Αρχικά χτίστηκε ως βουλευτήριο κι αργότερα ανακατασκευάστηκε ως θέατρο. Το μνημείο αυτό αναστηλώθηκε το 2004. 
Δίπλα από την κεντρική πλατεία της πόλης απλώνεται το πελώριο πάρκο του Τσάρου Συμεών (00:09-00:50), το οποίο είναι γεμάτο περίτεχνα σιντριβάνια και όμορφα γλυπτά. Ένα απ' αυτά τα γλυπτά, θεωρώ πως είναι από τις πιο όμορφες προτομές που έχω αντικρίσει στα μέχρι σήμερα ταξίδια μου. Η μορφή αυτή ανήκει στον αρχιτέκτονα που σχεδίασε τα πάρκα της χώρας, δίνοντας τους ένα έντονο κεντροευρωπαϊκό ύφος. Η επιτυχία στο έργο του εκτιμήθηκε δεόντως και θαυμάζεται μέχρι σήμερα, δίνοντάς του τον τιμητικό τίτλο του "Υπουργού των Πάρκων". 
Αφού περιπλανηθήκαμε στην πεδινή πλευρά της Φιλιππούπολης, πήραμε τα καλντερίμια που ανηφόριζαν προς την Παλιά Πόλη. Η Παλιά Πόλη της Φιλιππούπολης είναι αναρριχημένη στους τρεις λόφους Νεμπέτ Τεπέ, Τζαμπάζ Τεπέ και Ταξίμ Τεπέ και έχει χαρακτηριστεί ιστορική διατηρητέα περιοχή λόγω του ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ύφους της Βουλγαρικής Αναγέννησης. Όλα τα αρχοντικά σπίτια της περιοχής ξεχωρίζουν μεταξύ τους τόσο στις επιλογές χρωμάτων των όψεών τους όσο και στα σχήματα των κτιρίων με την πλούσια εξωτερική κι εσωτερική τους διακόσμηση, γεγονός που τα κάνει μοναδικά, δίνοντας την εντύπωση πως οι πλούσιες οικογένειες εκείνης της εποχής είχαν στήσει έναν έντονο ανταγωνισμό καλαισθησίας και χρώματος. Από τα πρώτα λιθόστρωτα μονοπάτια της παλιάς πόλης, γίνεται αισθητή η ελληνική συνεισφορά στη διαμόρφωση της πρόσφατης πολιτιστικής ταυτότητας της πόλης, καθώς ασχολούνταν με την κατεργασία και το εμπόριο μαλλιού. Η έντονη παρουσία των Ελλήνων είναι έκδηλη κι αποτυπώνεται στα εξαιρετικά δίπατα και τρίπατα αρχοντικά με τις ζωγραφιστές προσόψεις, οι οποίες μαρτυρούν την ευρωστία και την καλαισθησία της ακμάζουσας ελληνικής κοινότητας. Πολλά από αυτά τα κτίρια είναι επισκέψιμα καθώς έχουν μετατραπεί σε μουσεία.
Το πιο διάσημο απ' αυτά τα αρχοντικά είναι η κατοικία του πλούσιου Έλληνα καπνεμπόρου Αργύρη Κουγιουμζτόγλου (04:24-04:48), η οποία στεγάζει σήμερα το Εθνογραφικό (Λαογραφικό) Μουσείο. Το αρχοντικό χτίστηκε το 1846-48 από τον αρχιτέκτονα Hadzhi Georgi. Το κτίριο είναι 570 τ.μ. και έχει 12 μεγάλες αίθουσες και 130 παράθυρα, κάτι που το χαρακτηρίζει ως το «Βασιλικό Σπίτι» κι αποτελεί μοναδικό δείγμα αρχιτεκτονικής της Εθνικής Αναγέννησης του 19ου αιώνα. Από το 1917 μετατράπηκε σε μουσείο, φιλοξενώντας περισσότερα από 40.000 εκθέματα, όπως παραδοσιακές στολές, κεντήματα, υφαντά, μουσικά όργανα, χρηστικά αντικείμενα και γεωργικά εργαλεία. Ένα παρόμοιο αρχοντικό σπίτι της οικογένειας Κουγιουμτζόγλου βρίσκεται και στην πόλη της Ξάνθης, όπου κι αυτό με τη σειρά του έχει μετατραπεί σε  Λαογραφικό & Ιστορικό Μουσείο.
Περιφερόμενος στην Παλιά Πόλη συνάντησα κι άλλα αρχοντικά που θαύμασα για κάμποση ώρα κι απόλαυσα να τα φωτογραφίζω από αρκετές γωνίες λήψης όπως συνέβη με το "Σπίτι του Λαμαρτίνου" με τα πολλά παράθυρα και την κατοικία του εμπόρου Στεπάν Χιντλιάν με τις έντονα χρωματιστές του πινελιές. Όμως για μένα, το πιο όμορφο κι εντυπωσιακό αρχοντικό της Παλιάς Πόλης είναι η κατοικία του εύπορου εμπόρου Μπαλαμπάνοφ (05:22-05:30), η οποία στεγάζει σήμερα το Ιστορικό Μουσείο της πόλης. Ο αρχιτεκτονικός πλούτος της Παλιάς Πόλης ποικίλει και διαφέρει από καλντερίμι σε καλντερίμι, γεμίζοντας τους επισκέπτες με όμορφες εικόνες κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεών τους, διότι πέρα από τα παραπάνω διάσημα αρχοντικά, υπάρχουν κι άλλα κτίρια που κουβαλούν τη δική τους γοητεία και φυσικά την μοναδική τους χρωματική πινελιά, σχηματίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο έντονο μωσαϊκό γήινων χρωμάτων απλωμένο στους λόφους της Φιλιππούπολης. Η αρχοντιά κι η καλαισθησία της Παλιάς Πόλης είναι τόσο ελκυστική που με ώθησε να περιπλανηθώ για ώρες στα σοκάκια της, σε μια επιθυμία μου να αντικρίσω τις εναλλαγές των χρωματιστών όψεων τόσο στο φως της μέρας όσο και στο θερμό νυχτερινό φωτισμό των δρόμων. 
Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της Παλιάς Πόλης είναι η ορθόδοξη εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου κι Ελένης του 1832 με το πολυφωτογραφημένο λευκό της καμπαναριό (04:48-05:00). Η σημερινή εκκλησία είναι χτισμένη στη θέση μιας παλιότερης του 4ου αι. που ήταν αφιερωμένη στους Αγίους Σεβερίνο και Μέμνο, οι οποίοι μαζί με άλλους κατοίκους της Φιλιππούπολης είχαν μαρτυρήσει κατά την περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Επίσης, κάτω από το ναό υπάρχουν τα υπόγεια ενός οκταγωνικού πύργου, ο οποίος υπήρξε μέρος του αρχαίου κάστρου, και χρησιμοποιήθηκε ως κατακόμβες και νεκροταφείο των θυμάτων κατά την περίοδο των διωγμών των πρώτων Χριστιανών. Το 313 μ.Χ. ο ναός μετονομάστηκε σε Αγίων Κωνσταντίνου κι Ελένης, προς τιμήν του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και της μητέρας του, αλλά υπέστη αρκετές ζημιές από φωτιά το 1830. Το 1832 ξαναχτίστηκε παίρνοντας τη σημερινή του μορφή. Το πλούσιο τέμπλο του φιλοτεχνήθηκε το 1839 από τον Μετσοβίτη τεχνίτη Γιάννη Πασκούλη, στα πρότυπα των σχεδίων της Βιέννης, ενώ οι εικόνες του κι οι εξωτερικές τοιχογραφίες του ναού είναι έργα του διάσημου ζωγράφου της Βουλγαρικής Αναγέννησης, Ζαχάρι Ζογκράφ (1810-1853).
Όμως το μεγάλο στολίδι της Φιλιππούπολης κι ένα από τα σημαντικότερα και γνωστότερα μνημεία της Βουλγαρίας είναι το Αρχαίο Θέατρο (07:21-07:30). Το μνημείο αυτό κατασκευάστηκε στις αρχές του 2ου αιώνα επί της βασιλείας του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Τραϊανού, αναπαυόμενο μεταξύ των δυο λόφων Τζαμπάζ Τεπέ και Ταξίμ Τεπέ. Το θέατρο ήταν χωρητικότητας 7.000 ατόμων αλλά αυτό που το κάνει ξεχωριστό είναι η τριώροφη σκηνή, η οποία είναι διακοσμημένη με αγάλματα. Το μνημείο αποκαταστάθηκε μεταξύ 1968 και 1984 και σήμερα θεωρείται λειτουργικό φιλοξενώντας αρκετές εκδηλώσεις όπως το Φεστιβαλ Βέρντι και το Διεθνές Φολκλορικό Φεστιβάλ. Πέρα από το θέατρο, απλώνεται η σύγχρονη μεριά της πόλης με τον λόφο Μποναρτζίκ, πάνω στον οποίον στέκει το γιγαντιαίο άγαλμα του Σοβιετικού στρατιώτη Αλιόσα. Το μνημείο αυτό στήθηκε στη μνήμη όλων των θυμάτων του σοβιετικού στρατού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. 
Μετά τις βραδινές μας περιπλανήσεις στα σοκάκια της Παλιάς Πόλης που είχαν αποκτήσει μια παραμυθένια ατμόσφαιρα,  κατευθυνθήκαμε στην περιοχή Καπάνα (02:24-02:52), η οποία στα βουλγάρικα σημαίνει παγίδα. Η περιοχή αυτή κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας ήταν βιοτεχνική καθώς ήταν γεμάτη χρυσοχόους, παπουτσάδες, κεραμίστες κι άλλους τεχνίτες. Με την πάροδο των χρόνων ερήμωσε αλλά κατάφερε να διατηρήσει μέχρι τις μέρες μας το παρελθοντικό της ύφος. Σήμερα έχει γίνει η καρδιά της νυχτερινής ζωής στην πόλη με την εναλλακτική καλλιτεχνική της ατμόσφαιρα καθώς είναι γεμάτη με γουστόζικα μπαράκια και μικρές γκαλερί. Η αναγέννησή της ήρθε όταν η πόλη επιλέχθηκε να γίνει πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2019. Τότε ο οργανισμός πολιτιστικής πρωτεύουσας νοίκιασε δέκα καταστήματα ζητώντας ιδέες από νέους επιχειρηματίες για να τα χρησιμοποιήσουν. Αυτό έδωσε την ώθηση να ακολουθήσουν κι άλλοι μετατρέποντας το Καπάνα σε μια καλλιτεχνική, καλαίσθητη και μοδάτη γειτονιά. Αξίζει μια βόλτα στα στενά της δρομάκια τόσο τη μέρα για να θαυμάσει κανείς τα εντυπωσιακά γκράφιτι όσο και το βράδυ που ανάβουν τα πολύχρωμα λαμπάκια στους δρόμους της.
Μετά από δυο μέρες περιπλανήσεων στην όμορφη αυτή πόλη της Βουλγαρίας, διαπίστωσα πως το μότο της στο σύμβολο που έχει είναι πέρα για πέρα εύστοχο. Η Φιλιππούπολη είναι μια αρχαία πόλη που σέβεται και διατηρεί το παρελθόν της τιμώντας τόσο την ιστορία της όσο και τις φυλές που πέρασαν από εκεί προσφέροντας ένα κομμάτι του πολιτιστικού τους πλούτου στην πολυπολιτισμική της ταυτότητα. Επίσης, η Φιλιππούπολη είναι μια πόλη αιώνια επενδύοντας στις νέες γενιές τόσο με τα πανεπιστήμιά της όσο και με τις πρωτοβουλίες που παίρνει προς όφελος της νεολαίας, κάτι που φάνηκε ακόμη και στην ορθή αξιοποίηση του θεσμού της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης. Γι' αυτούς τους λόγους τη θαυμάζω και τη θεωρώ μια πόλη πρότυπο στην Ευρώπη. 
Επίσης, επτά χρόνια από την προηγούμενη επίσκεψή μου, διαπίστωσα πως η Φιλιππούπολη ζει μια νέα νιότη και μια εντυπωσιακή άνθηση, παρατηρώντας αρκετές αλλαγές από την τελευταία φορά που την επισκέφθηκα. Οπότε θεωρώ πως θα είναι ένας από τους νέους ανερχόμενους προορισμούς που τα επόμενα χρόνια θα τραβήξουν τα βλέμματα των απανταχού περιπλανώμενων της Γηραιάς Ηπείρου. 

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Βέλικο Τάρνοβο, Η κοιτίδα των Βουλγάρων Τσάρων

 



Αντίκρισα για πρώτη φορά το Βέλικο Τάρνοβο πριν από εφτά χρόνια καθώς κατευθυνόμουν προς τα ρουμανοβουλγαρικά σύνορα. Ακόμη θυμάμαι τη στιγμή που βγαίνοντας από ένα τούνελ, εντυπωσιάστηκα με μια συνοικία που κρεμόταν κυριολεκτικά από έναν γκρεμό. Αμέσως ρώτησα τον αρχηγό του γκρουπ να μου πει ποια είναι αυτή η πόλη. "Αυτό είναι το Βέλικο Τάρνοβο, η παλιά πρωτεύουσα της Βουλγαρίας" μου είπε κάπως αόριστα κι αδιάφορα. Μεμιάς έκρυψα την εικόνα αυτή στην μνήμη μου κι υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως κάποια στιγμή θα επισκεφθώ ξανά τη Βουλγαρία για να περιπλανηθώ με περισσότερη άνεση στη Σόφια και στη Φιλιππούπολη και φυσικά να επισκεφθώ το μυστηριώδες κι ατμοσφαιρικό Βέλικο Τάρνοβο, που το είχα αποτυπώσει ως εικόνα στο μυαλό μου να στέκεται σαν αυτοκρατορικό στέμμα σε τρεις λόφους, τον Τσάρεβετς, την Τραπέζιτσα και την Σβέτα Γκορά (το Ιερό Βουνό ή Άγιο Όρος). Τελικά, χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια για να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου αυτή.
Έχοντας αναχωρήσει καταγοητευμένοι από την αρχαία κι αιώνια πόλη της Φιλιππούπολης, αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς τη βόρεια Βουλγαρία, ακολουθώντας μια διαδρομή τριών ωρών μέχρι να φτάσουμε στον τελικό μας προορισμό. Σ' αυτές τις μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα σε διάφορες πόλεις, απολαμβάνω τις στιγμές που διασχίζουμε επαρχιακούς δρόμους και περνάμε μέσα από χωριά που είναι ξεχασμένα από όλους. Το ίδιο συνέβη και στη συγκεκριμένη διαδρομή, όπου μου έκαναν μεγάλη εντύπωση τα μικρά και σχεδόν παρατημένα χωριά της βουλγαρικής υπαίθρου με τα μεγάλα και καλοδιατηρημένα τους σχολεία. 
Η είσοδός μας στο Βέλικο Τάρνοβο είχε μια ανοδική κλίση, προσπαθώντας η πόλη ακόμη και μ' αυτόν τον τρόπο να μας τονίσει πως ανηφορίζουμε στην "Πόλη των Τσάρων". Το άγριο τοπίο της κοιλάδας του ποταμού Γιάντρα, μας υποδέχτηκε με έναν μουντό καιρό που έκανε την πόλη να δείχνει ακόμη πιο ατμοσφαιρική. Τα κρεμασμένα σε απόκρημνους βράχους σπίτια της, ακολουθούσαν τους απότομους μαιανδρισμούς του ποταμού Γιάντρα, δημιουργώντας μια ιδιόμορφη και μακρόστενη αστική μορφολογία. 
Η περιοχή της παλιάς πόλης και των φρουρίων, είναι από τις παλαιότερες κατοικημένες περιοχές της χώρας καθώς έχουν ανακαλυφθεί ίχνη από τους προϊστορικούς χρόνους κι από θρακικά φύλα. Μάλιστα, στο λόφο Τραπέζιτσα έχουν βρεθεί οχυρωματικά έργα που χρονολογούνται από την Εποχή του Ορείχαλκου (5η-6η χιλιετία π.Χ.). Έπειτα, ήρθαν οι Ρωμαίοι να υψώσουν τα δικά τους τείχη στον συγκεκριμένο λόφο, ενώ αργότερα ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός έχτισε ένα κάστρο. 
Τον 7ο αι. κατέβηκαν τα πρώτα σλαβικά φύλα και κατέλαβαν την πόλη. Εκείνη την περίοδο ξεκίνησε η Δυναστεία των αδελφών Ιβάν Ασέν Α' και του Πέτρου Ασέν, οι οποίοι μετέτρεψαν το Βέλικο Τάρνοβο σε ορμητήριο κατά του Βυζαντίου. Η αίγλη της πόλης όλο και μεγάλωνε μαζί με τον πληθυσμό της.  
Όταν έπεσε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το Βέλικο Τάρνοβο επεδίωξε να χριστεί Τρίτη Ρώμη, βασιζόμενο στην εξέχουσα πολιτιστική και διοικητική επιρροή που είχε στην Ανατολική Ευρώπη. Εξάλλου, ως πρωτεύουσα της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, ήταν μια πόλη με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, γεμάτη ξένους εμπόρους κι απεσταλμένους άλλων χωρών. Μάλιστα, η σπουδαιότητά της ήταν τόσο μεγάλη που επιβεβαιώνεται και με το γεγονός ότι η πόλη έδωσε το όνομα της στη φιλολογία, τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική της διάσημης «σχολής του Τάρνοβο». Όμως, η πολιτική, οικονομική και πνευματική ακμή της πόλης ανασχέθηκε όταν καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς στις 17 Ιουλίου του 1393 μετά από μια πολιορκία τριών μηνών. Όταν η πόλη έπεσε, οι Οθωμανοί έσφαξαν τους ευγενείς κι εξόρισαν αρκετές οικογένειες στη Μικρά Ασία. Μετά την πτώση του Βέλικο Τάρνοβο άρχισε κι η κατάληψη της υπόλοιπης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, η οποία ολοκληρώθηκε μετά από τρία χρόνια. 
Η Οθωμανική κυριαρχία διήρκεσε 484 χρόνια και τερματίστηκε με την απελευθέρωση της πόλης στις 7 Ιουλίου του 1877 από τον Ρώσο στρατηγό Ιωσήφ Γκούρκο, κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878). Με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878, ιδρύθηκε το Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας, το οποίο απλωνόταν από τον Δούναβη μέχρι την οροσειρά του Αίμου, έχοντας πρωτεύουσα το Βέλικο Τάρνοβο. 
Η πόλη όμως άλλαξε ξανά χαρακτήρα κατά την Κομμουνιστική περίοδο. Δέκα χιλιάδες κάτοικοί της έγιναν μέλη του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, πολλές εκκλησίες κι ιδιωτικές επιχειρήσεις έκλεισαν κι οι μεγάλες βιομηχανίες που βρίσκονταν έξω από την πόλη κρατικοποιήθηκαν. Παράλληλα, ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο "Αγίων Κυρίλλου και Μεθόδιου" το οποίο θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της χώρας, ενώ τη δεκαετία του ΄70 αναγερθήκαν περιμετρικά της πόλης νέες βιομηχανίες μηχανημάτων, ηλεκτρονικών, φαρμάκων, επίπλων κι υπολογιστών. Εκείνη την περίοδο άρχισε κι η αστικοποίηση του πολεοδομικού ιστού, αλλάζοντας ριζικά την όψη του Βέλικο Τάρνοβο.
Σήμερα, το Βέλικο Τάρνοβο είναι μια όμορφη πανεπιστημιούπολη καθώς διαθέτει δυο μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα (το πανεπιστήμιο των Αγίων Κύριλλου και Μεθόδιου και τη στρατιωτική ακαδημία Βασίλ Λέφσκι), ενώ παράλληλα έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε κορυφαίο τουριστικό προορισμό, αυξάνοντας σταθερά τον ετήσιο αριθμό των επισκεπτών της. 
Πρώτη μας εξόρμηση στο Βέλικο Τάρνοβο ήταν η επίσκεψή μας στο επιβλητικό φρούριο Τσάρεβετς που δεσπόζει αντικριστά της παλιάς πόλης. Κατηφορίζοντας προς την πύλη του με το χαρακτηριστικό λιοντάρι, το παρατηρούσαμε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας, σταματώντας κάθε τόσο για να το θαυμάσουμε. Το αυτοκρατορικό φρούριο διαθέτει εντυπωσιακά οχυρωματικά τείχη, παρατηρητήρια, ένα βασιλικό παλάτι, 400 κατοικίες και 18 εκκλησίες. Όλα αυτά συγκεντρωμένα πάνω σε έναν λόφο. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο πως το Φρούριο Τσάρεβετς θεωρείται ένα από τα ισχυρά σύμβολα της Βουλγαρίας καθώς θυμίζει το ένδοξο παρελθόν της, από τον 12ο μέχρι τον 14ο αιώνα που η Βουλγαρική αυτοκρατορία ήταν μεγάλη πολιτική δύναμη κι ανταγωνίσιμη με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. 
Περιπλανηθήκαμε αρκετή ώρα ανάμεσα σε πολεμίστρες και χαλάσματα παλιών κατοικιών κι εκκλησιών. Από τα τείχη του κάστρου διέκρινα το τούνελ που διέσχισα πριν από εφτά χρόνια κι αμέσως αναλογίστηκα τη δύναμη της μνήμης. Έχοντας πλέον μια ξεκάθαρη εικόνα της περιοχής, διαπίστωσα πως σε εκείνο το πέρασμά μου, είχα διασχίσει τον δρόμο ανάμεσα στην παλιά πόλη και τον λόφο Τραπέζιτσα, όπου βρίσκεται το μεσαιωνικό κάστρο της πόλης. Ακριβώς κάτω από το φρούριο Τσάρεβετς βρίσκεται ένας μικρός οικισμός, χωμένος μέσα σε πυκνό δάσος. Ανάμεσα στα μικρά σπιτάκια ξεχωρίζουν δυο εκκλησίες, οι οποίες διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους, καθώς η μια έχει έντονα βυζαντινά χαρακτηριστικά ενώ η άλλη ακολουθεί ένα πιο σλαβικό ύφος στην αρχιτεκτονική της. Θεωρώ πως δεν είναι τυχαία η ονομασία του οικισμού "Μικρή Βουλγαρία". 
Επιστρέφοντας στην παλιά πόλη, διασχίσαμε την γραφική Σαμοβόντσκα Τσαρσίγια, ο οποίος είναι ο παλιός εμπορικός της δρόμος. Στα παλιά χρόνια γινόταν πανδαιμόνιο στον δρόμο αυτόν από τους εμπόρους και τους αγρότες που έρχονταν από το κοντινό χωριό Σαμοβόντενε, για να πουλήσουν την πραμάτεια των αγρών τους αλλά και για να αγοράσουν προϊόντα. Από το χωριό αυτό πήρε την ονομασία του ο συγκεκριμένος δρόμος. Στις μέρες μας, ο πεζόδρομος αυτός εξακολουθεί να είναι πέρασμα αλλά με διαφορετικό χαρακτήρα καθώς από εμπορικός έχεις μετατραπεί σε τουριστικό. Εκεί συναντήσαμε αρκετά καταστήματα με τοπικά προϊόντα κι αναμνηστικά, μικρές καφετέριες που έχουν τις βεράντες τους στραμμένες προς το φρούριο Τσάρεβετς κι ανακαινισμένα χάνια. Η αλλαγή αυτή προήλθε από μια απόφαση της δεκαετίας του '80, όπου προτάθηκε να διατηρηθεί το παραδοσιακό ύφος του συγκεκριμένου δρόμου και να μετατραπεί σε ένα υπαίθριο ζωντανό μουσείο, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί η βουλγαρική καλλιτεχνική και πολιτιστική κληρονομιά. Οπότε μπορεί κανείς να πετύχει διάφορους τεχνίτες επί το έργον, όπως ξυλογλύπτες, μαχαιροποιούς, υφαντουργούς, αγγειοπλάστες κ.α. Αν όμως απουσιάζουν από τα εργαστήριό τους, μπορεί κανείς να τους θαυμάσει σε ξύλινες μορφές, οι οποίες βρίσκονται διασκορπισμένες κατά μήκος του πεζόδρομου.   
Πέρα από το φρούριο Τσάρεβετς και το γραφικό Σαμονόντσκα Τσαρσίγια, δεν υπάρχει κάποιο άλλο αξιοθέατο, παρά μόνο το μνημείο της Μητέρας Βουλγαρίας που δεσπόζει απέναντι από το δημαρχείο της πόλης. 
Το μόνο που μας έμενε να επισκεφθούμε ήταν το Μνημείο των αδελφών Ιβάν και Πέτρου Ασέν, το οποίο βρίσκεται έξω από την παλιά πόλη. Όμως θα μπορούσε κανείς να πει πως το μνημείο αυτό βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της παλιάς πόλης, καθώς το Βέλικο Τάρνοβο απλώνεται αμφιθεατρικά γύρω του. Δίπλα σ' αυτό συναντήσαμε και την Πινακοθήκη Τέχνης Boris Denev, της οποίας η αυστηρή αρχιτεκτονική την κάνει να διαφέρει απόλυτα με τα υπόλοιπα κτίσματα της πόλης. 
Αναχώρησα για Σόφια νιώθοντας μια γλυκιά ικανοποίηση που εκπλήρωσα την υπόσχεση, την οποία είχα δώσει στον εαυτό μου πριν κάμποσα χρόνια. Αυτό όμως που διαπίστωσα είναι ότι οι προσδοκίες που είχα μαζέψει για τη συγκεκριμένη πόλη ήταν περισσότερες από αυτό που βρήκα μέσα από την επίσκεψή μου, τις περιπλανήσεις μου και τις στιγμές που έζησα εκεί. Γι' αυτό φυσικά δεν φταίει η πόλη, η οποία είναι από τη φύση της μοναδική, φιλόξενη και πανέμορφη αλλά οι δικές μου επιθυμίες που μεγάλωσαν με την πάροδο των χρόνων. Οπότε, η επίσκεψή μου στην πόλη αυτή δεν ήταν μόνο εκπλήρωση μιας υπόσχεσης κι απόλαυση ατελείωτων περιπλανήσεων αλλά κι ένα εύστοχο δίδαγμα για μένα. Αυτό μ' έκανε να εκτιμήσω ακόμη περισσότερο το "αυτοκρατορικό" Βέλικο Τάρνοβο. 

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022

Λόβετς, η πόλη με τη σκεπαστή γέφυρα



Η επίσκεψή μου στο Λόβετς ήταν μια από τις αναπάντεχες κι ευχάριστες εκπλήξεις των μέχρι σήμερα ταξιδιών μου. Έχοντας λοιπόν αναχωρήσει οδικώς από το Βέλικο Τάρνοβο για να επιστρέψουμε στη Σόφια, συζητούσαμε για το απέραντο πράσινο των πυκνών δασών που καλύπτουν σχεδόν όλη τη χώρα της Βουλγαρίας. Κι ενώ το αμάξι τραβούσε σχεδόν αυτόματα προς τη δύση, ο οδηγός της παρέας, μας αιφνιδίασε στρίβοντας απότομα δεξιά. Ίσα που πρόλαβα να διακρίνω μια πινακίδα που έγραφε ότι το Λόβετς απέχει δέκα χιλιόμετρα. 
"Γιατί να μην πιούμε έναν απογευματινό καφέ στο Λόβετς πριν επιστρέψουμε Σόφια;" απάντησε παρατηρώντας τη σαστιμάρα που είχε σχηματιστεί στα πρόσωπα όλων μας. Κανείς μας δεν έφερε αντίρρηση παρά τη συσσωρευμένη κούραση των προηγούμενων ημερών αλλά και μετά την πρωινή μας περιπλάνηση στο μικρό γραφικό χωριό Αρμπανάσι (00:04-00:52).
Πριν αναφερθώ στο Λόβετς, θα ήθελα να πω δυο λόγια για αυτό το μικρό χωριό που έχει γίνει αρκετά δημοφιλές λόγω των καλά διατηρημένων ιστορικών του κτιρίων. Το Αρμπανάσι βρίσκεται λίγο πιο έξω από το Βέλικο Τάρνοβο, το οποίο υπήρξε ιστορική πρωτεύουσα της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Το χωριό ιδρύθηκε από χριστιανούς τον 15ο αιώνα κι ήταν ιδιοκτησία του Ρουστέμ πασά, του Μεγάλου Βιζέου στον Σουλτάνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα μέσα του 16ου αιώνα. Γι' αυτόν τον λόγο, πολλά από τα παλιά του κτίρια εξακολουθούν να έχουν οθωμανική διακόσμηση και σχεδιασμό. Επίσης, το όνομα του χωριού φανερώνει πως οι πρώτοι κάτοικοί του προέρχονταν από την Αλβανία. 
Το χωριό αυτό έζησε μεγάλη ακμή τον 17ο και 18ο αιώνα καθώς πολλοί κάτοικοί του ήταν τεχνίτες που ασχολούνταν με τον χρυσό, τις χαλυβουργίες και το μετάξι. Επίσης, οι εκκλησίες που χτίστηκαν εκεί φανερώνουν τη συγκεκριμένη ευημερούσα περίοδο. Η πιο γνωστή κι ιστορική εκκλησία του χωριού είναι η Εκκλησία της Γεννήσεως (που ονομάζεται επίσης κι η Εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού),
της οποίας οι τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι εξολοκλήρου χωρίς ακάλυπτο χώρο με σκηνές που συναντιούνται πολύ σπάνια στην εικονογραφία εκείνης της περιόδου. Επίσης, η εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού ήταν κατοικία των μητροπολιτών του Βέλικο Τάρνοβο κατά το 17 αιώνα. Τέλος σημαντικό αξιοθέατο του χωριού είναι το σπίτι του Κοσταντσαλίεφ που έχει μετατραπεί σε μουσείο, του οποίου η θεματική είναι η καθημερινή ζωή στο Αρμπανάσι την εποχή της ευημερίας του. 
Από αυτό το χωριό αναχωρήσαμε το πρωί, αποχαιρετώντας την ευρύτερη περιοχή του Βέλικο Τάρνοβο, παίρνοντας τον δρόμο για να επιστρέψουμε Σόφια, χωρίς να υποψιαζόμαστε μια πιθανή επίσκεψη σε μια ακόμη πόλη. Και να, που λίγο μετά το μεσημέρι, κατηφορίζαμε προς την κοίτη του ποταμού Όσαμ, εισχωρώντας διακριτικά στην "πόλη με τις πασχαλιές" της βόρειας Βουλγαρίας. 
Το γλυκό όνομα της πόλης Λόβετς (Ловеч) προέρχεται από τη σλαβική ρίζα λοβ που σημαίνει κυνήγι και τη σλαβική κατάληξη -ετς, και θεωρείται πως είναι από τις αρχαιότερες πόλεις της Βουλγαρίας. Όπως προκύπτει από αρχαιολογικά ευρήματα, υπήρξε προϊστορικός οικισμός, με τους πρώτους κάτοικους της πόλης να ανήκουν στη θρακική φυλή των Meldi, των οποίων τα ίχνη τους χρονολογούνται από τον 4ο π. Χ. αιώνα κι οι οποίοι ίδρυσαν την πρωτεύουσά τους με το όνομα Melta, που βρισκόταν στη σημερινή Βαρόσα (Varosha), την παλιά πόλη του Λόβετς. 
Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, το Λόβετς αποτελούσε μεγάλης στρατιωτικής σημασίας σταθμό των Ρωμαίων, με το όνομα Πρεζίντιουμ (Prezidium). Στα μέσα του 11ου αιώνα, η πόλη και το κάστρο του Λόβετς συνδέονται με τις επιδρομές των Πετσενέγκων (Pechenegs) στη Βόρεια Βουλγαρία. Mετά την επανάσταση των Βουλγάρων κατά τον 12ο αιώνα, με αρχηγούς τους αδελφούς Πέτκο κι Άσσεν, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος υπέγραψε συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας, με την οποία η Βουλγαρία αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο βασίλειο. 
Κατά τον Μεσαίωνα, η πόλη του Λόβετς υπήρξε σημαντικό κέντρο στρατηγικής σημασίας αλλά το 1393 υπέκυψε στις τουρκικές εισβολές και αποτέλεσε μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στα τέλη της τουρκικής κυριαρχίας κατά το 19ο αιώνα, το Λόβετς έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο βουλγαρικό αγώνα εναντίον της τουρκικής καταπίεσης και συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του αντιτουρκικού αισθήματος. Κατά την περίοδο αυτή, ο εθνικός ήρωας της Βουλγαρίας και ηγέτης του επαναστατικού αγώνα εναντίον των Τούρκων Βασίλι Λέφσκι (Vasil Levski) συνελήφθη στο χωριό Κάκρινα (Kakrina), πολύ κοντά στο Λόβετς, κι οδηγήθηκε στη Σόφια όπου κι απαγχονίστηκε. 
Στις μέρες μας, το Λόβετς έχει μετατραπεί σε κέντρο της σύγχρονης διδασκαλίας ξένων γλωσσών στη Βουλγαρία συνεχίζοντας κατά κάποιον τρόπο την ιστορική παράδοση που θέλει το πρώτο Αμερικανικό κολλέγιο της χώρας να ιδρύεται στη συγκεκριμένη πόλη το 1881 και την πρώτη σχολή ξένων γλωσσών το 1950. Όμως στην πορεία, η διδασκαλία των αγγλικών και των γαλλικών μεταφέρθηκε στη Σόφια και τη Βάρνα αντίστοιχα με την ίδρυση των πρώτων γλωσσικών σχολών στις πόλεις αυτές, κι έτσι έμειναν τα γερμανικά ως η μόνη διδασκόμενη γλώσσα στη σχολή του Λόβετς κατά την περίοδο 1959-1984, μ' αποτέλεσμα να μετονομαστεί ανεπίσημα το ίδρυμα σε Γερμανική Σχολή.
Το πιο γνωστό αξιοθέατο της πόλης είναι η «Σκεπαστή Γέφυρα» (βουλγαρικά: Покрит мост, Pokrit most), η οποία στέκει πάνω από τον ποταμό Όσαμ, κι ενώνει τη σύγχρονη πόλη με την παλιά πόλη του Λόβετς, τη Βαρόσα. Η σημερινή μορφή της γέφυρας προέρχεται από την αναστήλωσή της το 1931 μετά την καταστροφή που υπέστη από μια πυρκαγιά του 1925. Η περίφημη Σκεπαστή Γέφυρα, που προϋπήρχε στη θέση της σημερινής γέφυρας, χτίστηκε στα 1872 -1874 από τον Βούλγαρο αρχιμάστορα και γλύπτη Kolyo Ficheto (1800 - 1881). Το μήκος της είναι 106 μέτρα και στο εσωτερικό της υπάρχουν μικρά μαγαζάκια που πουλάνε κυρίως χειροποίητα προϊόντα κι αναμνηστικά για τους επισκέπτες. Στο μέσον της γέφυρας υπάρχει ένα άνοιγμα απ' όπου μπορεί κανείς να διακρίνει από κάτω το ποτάμι και να θαυμάσει σε μακέτες κάποια από τα αξιοθέατα της πόλης. 
Όμως για μένα η πραγματική ομορφιά της πόλης βρίσκεται στα γραφικά και καταπράσινα καλντερίμια της παλιάς πόλης Βαρόσα με τις κατοικίες-μνημεία Ντράσοβα και Ράσοβα, που ανηφορίζουν προς το φρούριο. Μέσα στην πυκνή βλάστηση της πλαγιάς ξεπετάγονταν μικρά αρχοντικά σπίτια, με τις χαρακτηριστικές τους μαύρες στέγες και τα σκουρόχρωμα ξύλινα μπαλκόνια τους. Μαγεύτηκα με τα χαλιά που είχαν απλωθεί σε ένα μπαλκόνι, παρακολουθώντας το παιχνίδι των χρωμάτων της βουλγαρικής σημαίας με τα πολύχρωμα μοτίβα των χαλιών και φυσικά κυνήγησα με τον φακό μου τα περίεργα βλέμματα των γατιών που με παρατηρούσαν εκ του ασφαλούς από τους μαντρότοιχους των αυλών. 
Στην κορυφή της πλαγιάς με υποδέχτηκε ο θεόρατος ανδριάντας του Βασίλι Λέφσκι. Αγέρωχος κι επιβλητικός στέκει και παρακολουθεί κάτω την πόλη με βλέμμα αυστηρό, προσπαθώντας να συγκρατήσει την ικανοποίηση πως η θυσία του απέφερε καρπούς για την απελευθέρωση της χώρας του. 
Το απόγευμα μας βρήκε σε ένα κεντρικό καφέ να απολαμβάνουμε τον καφέ μας με φόντο μια από τις σύγχρονες πλατείες της πόλης. Ένας νεαρός σε ένα απομακρυσμένο παγκάκι έπαιζε φάλτσα με το κλαρίνο του από απόσταση ασφαλείας και μια παρέα πιτσιρικιών προσπαθούσαν να σβήσουν την μελωδία του με τα ποδοβολητά και τα χαχανητά τους. Στα γύρω τραπεζάκια παρατήρησα πως σχεδόν όλοι οι θαμώνες έπιναν χαμομήλι έχοντας δίπλα τους ένα μπουκάλι coca-cola. Μια από τις περίεργες συνήθειες των Βουλγάρων, μου είπαν από την παρέα διακρίνοντας την απορία μου στο θέαμα αυτό. 
Έπειτα στράφηκα στα πρόσωπα των παρευρισκόμενων προσπαθώντας να αφουγκραστώ τον χαρακτήρα αυτής της μικρής πόλης των τριάντα χιλιάδων κατοίκων. Άρχισα να διακρίνω πρόσωπα ήρεμα κι ολίγον θλιμμένα. Άνθρωποι κάποιας ηλικίας που κοιτούσαν προς το ποτάμι κουβαλώντας έναν καημό και νέοι που έδειχναν να ασφυκτιούν στην μικρή κοιλάδα του ποταμού Όσαμ. Κι εμείς, ανάμεσά τους να αναλογιζόμαστε πως το μικρό οδοιπορικό μας στη Βουλγαρία, ολοκληρώθηκε με μία ιδιαίτερη πινελιά που μόνο το Λόβετς μπορούσε να μας προσφέρει.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

10+1 Ερωτήσεις στον Γιώργο Χατζελένη




Ο συγγραφέας Γιώργος Χατζελένης απέναντι στις 10+1 Ερωτήσεις που του θέτει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου “Βαλκανευτές”.

  • Κυκλοφορεί το νέο σας μυθιστόρημα “Βαλκανευτές” από τις εκδόσεις Ενύπνιο. Τι πραγματεύεται; 

Το τέταρτο βιβλίο μου, οι «Βαλκανευτές», είναι η καταγραφή των περιπλανήσεών μου στα Δυτικά Βαλκάνια την άνοιξη του 2016. Το εν λόγω ανάγνωσμα αποτελεί ένα οδοιπορικό δοκίμιο μέσω του οποίου επεδίωξα να συνταιριάξω τις ονειρικές στιγμές του ταξιδιού και τις μαγευτικές ομορφιές των τοπίων, με την οδυνηρή ιστορία των πόλεων που επισκεφθήκαμε και τους προβληματισμούς που αναδύθηκανμέσα από συζητήσεις και συναντήσεις,τόσο σε μένα όσο και στους δυο συνταξιδευτές μου. 

  •  Πώς θα χαρακτηρίζατε τους τρεις βασικούς ήρωες. Ποια είναι τα κίνητρα και οι στόχοι τους; 

Οι τρεις βασικοί ήρωες του βιβλίου είναι συνακόλουθα και τρεις ετερόκλητες προσωπικότητες που έτυχε να συναντηθούν, να σμίξουν και να συμπορευτούν μέσα από τυχαίες περιστάσεις που τους επεφύλαξε η ζωή. Ανήκουμε στην πρώτη φουρνιά που αντίκρισε μουδιασμένη τα όνειρά της να θυσιάζονται στον βωμό των μνημονίων και των κοινωνικοπολιτικών ανωμαλιών της χώρας μας. Συγκαταλεγόμαστε στη χαμένη γενιά της οικονομικής κρίσης. Παρόλο που ο καθένας μας γαλουχήθηκε διαφορετικά, ορμώμενος από τη δική του αφετηρία και χαράσσοντας ξεχωριστή πορεία, δομώντας μ’ αυτόν τον τρόπο έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, οι συγκυρίες και τα γεγονότα της κοινωνικοοικονομικής κρίσης, μας έφεραν πιο κοντά και μας έσμιξαν γερά. Οι μεταξύ μας συζητήσεις, αναλύσεις και συγκρούσεις φανέρωσαν πως κι οι τρεις μαζί μπορούμε να καλύψουμε σφαιρικά και να αντιμετωπίσουμε αλληλέγγυα κάθε τι που μας απασχολεί. Έπειτα, μέσα στα χρόνια μάθαμε να σεβόμαστε τις προσδοκίες και τους στόχους του καθενός, πυροδοτώντας ο καθένας με τον τρόπο του το απαραίτητο κίνητρο για να εκπληρώσει ο άλλος τα όνειρα και τους σκοπούς του. 

  • Τι πιστεύετε ότι θα αποκομίσει ως απόσταγμα, ο αναγνώστης, από τους “Βαλκανευτές”; 

Εξαρτάται τι προσδοκά ο εκάστοτε αναγνώστης να αποκομίσει μέσα από το βιβλίο. Αναλογιζόμενος συζητήσεις που έχω μοιραστεί με αναγνώστες του βιβλίου, έχω παρατηρήσει την ικανοποίηση που αισθάνονται αντιλαμβανόμενοι πως όλοι κατακλυζόμαστε από παρόμοιες καθημερινές σκέψεις και κοινούς προβληματισμούς, τους οποίους διστακτικά αποφεύγουμε να εξωτερικεύσουμε. Είτε από ανασφάλεια, είτε από αδυναμία, αδυνατούμε να αποκαλύψουμε και να μοιραστούμε με τους γύρω μας όλα όσα μας απασχολούν. Επομένως θεωρώ και θέλω να πιστεύω πως διαβάζοντας κάποιες από τις σκέψεις μου αλλά και τις σκέψεις των φίλων μου, καθώς και τον τρόπο που τις μοιραζόμαστε μεταξύ μας, δίνεται η αφορμή στον αναγνώστη να ξεδιπλωθεί απελευθερωτικά κι ο ίδιος. Ίσως να είναι ένα από τα πιο εξέχοντα αποστάγματα του βιβλίου. Η διαφυγή μας. Όχι μόνο η αίσθηση της διαφυγής που μας παραχωρεί απλόχερα το κάθε ταξίδι από μια στάσιμη κατάσταση και μια μίζερη καθημερινότητα, αλλά και μια σωτήρια διαφυγή από το αποπνικτικά περίκλειστο κλουβί που οι ίδιοι έχουμε αναγείρει κι έχουμε εγκλωβιστεί εντός του. Μια διαφυγή από τον ίδιο μας τον εαυτό. 

  • Η ζωή είναι ένα ταξίδι με προορισμό ή ένας προορισμός χωρίς πυξίδα στο χέρι; 

Η ζωή είναι ένα θαύμα που δυστυχώς δυσκολευόμαστε να το αντιληφθούμε. Όσο πιο έγκαιρα το καταλάβουμε τόσο περισσότερες εμπειρίες, γνώσεις και συναισθήματα θα αποκομίσουμε και τόσο λιγότερες ανεπιστρεπτί χαμένες στιγμές θα προσμετρούμε για να θρηνήσουμε φτάνοντας προς την ολοκλήρωση του προορισμού. 

  • Ποιο ήταν το ερέθισμα για να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; 

Η αδυναμία μου να επικοινωνήσω ουσιωδώς με τους ανθρώπους γύρω μου με ώθησε να προσφύγω στη γραπτή επικοινωνία. Η συγγραφή με ξεκλείδωσε, με απελευθέρωσε και συνέδραμε να προσδιορίσω τόσο τα προτερήματα όσο και τα ελαττώματά μου. 

  • Η έμπνευση ή η σκληρή δουλειά, παίζει το σημαντικότερο ρόλο στη δημιουργία ενός βιβλίου; 

Κι η έμπνευση αλλά κι η σκληρή δουλειά παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργικότητα, αλλά θεωρώ πως μεγαλύτερο ρόλο διαδραματίζει η ειλικρίνεια πρωτίστως απέναντι στον εαυτό μας κι επακόλουθα στους γύρω μας. Έχω διαβάσει αρκετά βιβλία με περίτεχνη γραφή, εντούτοις χωρίς ουσία και βιβλία με λιτή γραφή που βρίθουν από προβληματισμούς, περιγραφές, χαρακτήρες, νοήματα και συναισθήματα. Θεωρώ πως διανύουμε μια περίοδο που παρόλη τη σκληρή δουλειά που καταβάλλει ο καθένας μας, η έμπνευση έχει σχεδόν κορεστεί κι η ειλικρίνεια δυστυχώς έχει εκλείψει. 

  • Τι ρόλο έχει πλέον το βιβλίο, στην ψηφιακή εποχή μας; 

Η πλειονότητα του κόσμου θεωρεί πως η ψηφιακή επανάσταση εκβάλει στο λυκόφως την εποχή του βιβλίου. Κατά την άποψή μου, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Συμφωνώ πως ο ψηφιακός κόσμος έχει διεισδύσει καθοριστικά στη ζωή μας κι έχει παραγκωνίσει αρκετές συνήθειές μας, ωστόσο για τους βιβλιοφάγους τα βιβλία θα αποτελούν δια παντός ένα ξεχωριστό κι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, που μάλλον ακατόρθωτα θα αντικατασταθεί από tablets και κινητά. Όπως είχα αναφέρει και σε μια προηγούμενη συνέντευξή μου, πιστεύω ακράδαντα πως τα βιβλία μπορούν να συνυπάρξουν με τον ψηφιακό κόσμο και να επωφεληθούν απ’ αυτόν. Προσωπικά, έχω ανακαλύψει αρκετά αξιόλογα βιβλία μέσα από λογοτεχνικές σελίδες που ακολουθώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. 

  • Ένας μήνας “καραντίνα”. Ποια είναι τα πέντε βιβλία που θα θέλατε μαζί σας; 

Σε έναν «επερχόμενο» μήνα καραντίνας θα προτιμούσα να ξαναδιαβάσω βιβλία που ήδη λάτρεψα και τα έχω συμπεριλάβει στη λίστα των λογοτεχνικών έργων που θα ήθελα να επιστρέψω ξανά με την πρώτη δοθείσα ευκαιρία. Δυστυχώς, η επιλογή είναι δύσκολη κι είμαι βέβαιος πως θα αδικήσω αρκετά. Οπότε, θα αναφερθώ σε αυτά που μου έρχονται πρώτα στο μυαλό. Σίγουρα είναι ο «Φίλος» της Σίγκριντ Νιούνεζ, «Εμείς οι άλλοι» του Γιάννη Κιουρτσάκη, τα «Γραπτά» του Γιώργου Μακρή, «Αναφορά στον Γκρέκο» κι «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη, οι «Καταστάσεις» του Ζαν-Πολ Σαρτρ και κάποια βιβλία του Κορνήλιου Καστοριάδη, διότι σκέφτομαι πως θα είναι μια ιδανική ευκαιρία στους ήπιους ρυθμούς που θα επιφέρει η στασιμότητα της καραντίνας να επικεντρωθώ στις θεωρίες του, οι οποίες είναι άψογα δομημένες σε ορισμένα από τα βιβλία του τα οποία είχα διαβάσει παρελθοντικά, όπως είναι «Η άνοδος της Ασημαντότητας» κι «Ο Θρυμματισμένος κόσμος». Συγχωρήστε με καθώς δεν κατάφερα να επικεντρωθώ σε μόνο πέντε βιβλία. 

  • Διαλέγετε παρέα για ολιγοήμερη απόδραση. Ποιους λογοτέχνες, ανεξαρτήτως ιστορικής περιόδου δράσης, θα συμπεριλαμβάνατε; 

Αδιαμφισβήτητα θα έμοιαζε ονειρικό να έπινα καφέ σε ένα μπιστρό δίπλα στα μονοπάτια του ποταμού Νέκαρ με συντροφιά τον Μίλαν Κούντερα, τον Βίνφριντ Γκέοργκ Ζέμπαλντ και τον Βασίλη Ραφαηλίδη, καθώς συγκαταλέγονται στους συγγραφείς που έχω διατρέξει σχεδόν ολόκληρη τη βιβλιογραφία τους κι έχω συγκεντρώσει αρκετές ερωτήσεις για να τους απευθύνω. 

  • Πιστεύετε στη μοίρα ή στην τύχη; 

Πιστεύω στην τύχη, όμως περισσότερο πιστεύω στις συνέπειες των πράξεων και των αποφάσεών μας. 

  • Χρειαζόμαστε περισσότερο ρομαντισμό ή ρεαλισμό στις ζωές μας; 

Και τα δυο είναι εξίσου απαραίτητα. Ο ρομαντισμός είναι επιτακτικός για να διαφυλάξουμε την ανθρώπινη υπόστασή μας και να τροφοδοτούμαστε με εμπνευσμένα κίνητρα στο κυνήγι των στόχων μας, ακόμη κι όταν αυτοί είναι ανέφικτοι. Ο ρεαλισμός κρίνεται επωφελής για να πατάμε γερά τα πόδια μας στη γη, διότι οι αιθεροβάμονες κινδυνεύουν να γκρεμοτσακιστούν με την πρώτη αποτυχία ή δυσκολία. Επίσης θεωρώ πως είναι κατά καιρούς χρήσιμος κι ο κυνισμός, για να μπορέσουμε να αντιταχθούμε στην τοξικότητα που έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια στις ανθρώπινες σχέσεις και στις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις της χώρας μας.


Πηγή: culturepoint.gr

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Δείπνο μου με τον Αντρέ (1981)




Οι φετινές θερινές κινηματογραφικές βραδιές ήταν αφιερωμένες στον πολυαγαπημένο σκηνοθέτη Λουί Μάλ, τιμώντας μ' αυτόν τον τρόπο τα ενενήντα χρόνια από τη γέννησή του. Αυτό στάθηκε αφορμή να παρακολουθήσω κάποιες από τις ταινίες από την πλούσια φιλμογραφία του που μου είχαν διαφύγει. Μια απ' αυτές ήταν "Το Δείπνο μου με τον Αντρέ", την οποία είχα αποφύγει παρελθοντικά φοβούμενος πως θα με απογοήτευε το πειραματικό της ύφος καθώς είχα συσχετίσει τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη με τα αξεπέραστα αριστουργήματά του "Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει", "Ασανσέρ για Δολοφόνους" και "Αντίο Παιδιά". Παρόλα αυτά αποφάσισα να την δω κι ομολογώ πως με μια επιφύλαξη την κατέταξα στην προσωπική μου λίστα με τα αριστουργήματα του παρελθόντος κι αυτό χάρη στην συγκλονιστική ολοκλήρωση του χαοτικού σουρεαλιστικού διαλόγου που μου πρόσφεραν οι δυο συγγραφικοί φίλοι Γουόλας Σον κι Αντρέ Γκρέγκορι.
Το πρωτοποριακό (για εκείνην την εποχή) κινηματογραφικό πείραμα του Λουί Μαλ ξεκινάει με μια άκρως διασκεδαστική κι αυτοσαρκαστική διάθεση, με τη βαριεστημένη φιγούρα του Γουόλας Σον να περιφέρεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης μοιραζόμενος μαζί μας τις σκέψεις του. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του θεωρώ πως περισσότερο προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του παρά τους θεατές, πως το επάγγελμα του συγγραφέα είναι αρκετά σκληρός κι απαιτητικό. Παράλληλα προσπαθεί να συνοψίσει τα αδιέξοδα της προσωπικής του ζωής αλλά και της φιλίας του με τον Αντρέ που διεκόπη απότομα, γεγονός που τον απογοήτευσε αρκετά μαζί του αλλά και τον έκανε να απορήσει που δέχτηκε την πρότασή του για ένα δείπνο μετά από πολλά χρόνια. 
Μέσα από τη σύντομη περιπλάνηση του Γουόλας Σον μαθαίνουμε ότι ο "Γουόλι" νιώθει πως έχει αποτύχει ως θεατρικός συγγραφέας και προσπαθεί να επιβιώσει ψάχνοντας δεύτερες δουλειές, έχοντας απαρνηθεί τα χρήματα των γονιών του θέλοντας από μικρός να γίνει καλλιτέχνης. Όμως η έμπνευσή του έχει στερέψει κι η διάθεσή του έχει χαθεί καθώς σε καθημερινή βάση αγχώνεται για εύρεση δουλειά αλλά και για την αποπληρωμή των λογαριασμών που κατακλύζουν το γραμματοκιβώτιό του. Αντιθέτως ο Αντρέ, τον οποίον υποδύεται ο Αντρέ Γκρέγκορι, είναι ένας πετυχημένος κι αναγνωρισμένος θεατρικός σκηνοθέτης που στο απόγειο της δόξας του τα παράτησε όλα κι άρχισε να ταξιδεύει σε διάφορες μεριές του κόσμου (Πολωνία, Σαχάρα, Αγγλία κ.α.) προσπαθώντας από τη μια να συλλέξει εμπειρίες κι από την άλλη να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, τον ρόλο του στη ζωή αλλά και την σχέση του με τον θάνατο. Μετά από τις πολύχρονες περιπλανήσεις του επιστρέφει στην Νέα Υόρκη τελείως αλλαγμένος. Μάλιστα ο Γουόλι αναφέρει μια φήμη που άκουσε πως τον είδαν να βγαίνει από την προβολή της ταινίας "Φθινοπωρινή Σονάτα" του Ινγκμαρ Μπέργκμαν και να μονολογεί με αναφιλητά την εξής φράσης: «Μπορώ να ζήσω μόνο μέσα στο έργο μου, αλλά όχι στη ζωή μου».
Έχοντας σχηματίσει μια εικόνα για τις ζωές των δυο πρωταγωνιστών, γίνονται φανεροί οι λόγοι που ο Γουόλι δεν έχει διάθεση να δειπνίσει με τον Αντρέ. Όμως τον τρώει η περιέργεια να μάθει από πρώτο χέρι όλα αυτά που έζησε ο Αντρέ στα ταξίδια που έκανε και κατά κάποιον τρόπο θέλει να "απολαύσει" τον δημιουργικό εκπεσμό του άλλοτε στενού του φίλου. 





Η ταινία αποκτά άλλη ροή όταν οι δυο φίλοι συναντιούνται στο εστιατόριο. Από εκείνο το σημείο και μετά, τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον παίρνει η ίδια η συζήτηση που φουντώνει ανάμεσά τους. Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή γίνεται αισθητή η αμηχανία και η ψυχρότητα τους, η οποία σιγά σιγά εξαφανίζεται όταν καταφθάνουν στο τραπέζι τα ποτά και τα κυρίως πιάτα. Για τη συζήτηση αυτή, ο Λουί Μαλ προσφέρει εξαιρετικές λήψεις, δίνοντας μας την εντύπωση πως κι εμείς συμμετέχουμε στην κουβέντα των δυο φίλων, σαν να είμαστε το τρίτο πρόσωπο που κάθεται στο τραπέζι και παρακολουθεί βουβά τον αχαλίνωτο μονόλογο του Αντρέ. 
Από ένα σημείο κι έπειτα έχασα τον ειρμό των απόψεων του Αντρέ. Το εκπαιδευτικό του ταξίδι στην Πολωνία τον έκανε να αναθεωρήσει αρκετές απόψεις που είχε για το θέατρο και την ίδια του την ζωή. Έπειτα ακολούθησαν κι άλλες φυγές σε διάφορα μέρη του κόσμου. Κι από παντού κουβαλούσε μια εμπειρία που ξέφευγε από τα όρια της πραγματικότητας. Φαντασιώσεις, οράματα, οπτασίες κι άλλα πολλά που δυστυχώς αδυνατούσα να κατανοήσω και να συγκρατήσω στη μνήμη μου. Ο Αντρέ μετατρέπεται σταδιακά σε έναν χείμαρρο σουρεαλιστικών περιγραφών και πνευματικών προβληματισμών, τα οποία προσωπικά μου φάνηκαν αβάσιμα κι ανούσια. Κατά κάποιον τρόπο, η ροή της συζήτησης κατάφερε να αποστρέψει την προσοχή μου και το ενδιαφέρον μου από την ίδια την ταινία. Περισσότερο κοιτούσα την ώρα που περνούσε κι αναρωτιόμουν για ποιον λόγο χάνω τον χρόνο μου παρακολουθώντας μια φλύαρη συζήτηση δυο διανοούμενων της Νέας Υόρκης. 
Όμως, στο σημείο που αποφάσισα να σηκωθώ από την καρέκλα μου και να φύγω, ήρθε η απόλυτη ανατροπή της συζήτησης καθώς ακολούθησε μια συγκλονιστική ανάλυση σύγχρονων σκέψεων κι επίκαιρων προβληματισμών που μ' ενδιαφέρουν και μ' αφορούν απόλυτα. Μια αντίρρηση του Γουόλι στα πιστεύω του Αντρέ, έδωσε το έναυσμα μιας εσώψυχης κατάθεσης και ενός οργουελικού εφιάλτη για τον μοντέρνο τρόπο ζωής που όχι μόνο αποδείχτηκε ανατριχιαστικά προφητικός αλλά θεωρώ πως τον βιώνω κι εγώ ο ίδιος τα τελευταία χρόνια. 
Έχοντας πλέον παραδοθεί ψυχικά και σωματικά, πορεύομαι προς τη λήξη του διαλόγου και την ολοκλήρωση της ταινίας με την λατρεμένη μελωδία του Ερίκ Σατί, την οποία ο Λουί Μαλ είχε επιλέξει και στην πολυαγαπημένη μου ταινία "Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει". Ο Γουίλι συγκινημένος από την συζήτηση με τον φίλο του, επιστρέφει με ταξί στο σπίτι παρατηρώντας την πόλη του από το πίσω μέρος του καθίσματος, αντικρίζοντας μέρη γνώριμα με άλλο μάτι, καθώς η συνάντησή του με τον Αντρέ μετατράπηκε σε μια αφετηρία αναθεώρησης και της δικής του ύπαρξης. Την ίδια τακτική προσπάθησα να εφαρμόσω κι εγώ μετά το πέρας της προβολής γυρνώντας με τα πόδια στο σπίτι. 
Η πρωτοποριακή για εκείνη την εποχή ταινία ήταν ένα δημιούργημα τόσο του Λουί Μαλ όσο και των δυο θεατρικών συγγραφέων Γουόλας Σον κι Αντρέ Γκρέγκορι. Οι δυο πρωταγωνιστές ερμήνευαν τους ίδιους τους εαυτούς. Μάλιστα, ο Αντρέ Γκρέγκορι είχε πράγματι φύγει σε ένα ταξίδι προσωπικής και καλλιτεχνικής αναζήτησης. Όμως δεν γνωρίζω στο κατά πόσο αυτοσχεδίασαν τη συζήτηση που ανέπτυξαν μπροστά στην κάμερα, αν και κάπου διάβασα πως ο διάλογός τους ήταν προϊόν προηγούμενων ηχογραφημένων τους συζητήσεων. 
Όπως και να χει, ο Λουί Μαλ, ο Γουάλας Σον κι ο Αντρέ Γκρέγκορι, μας πρόσφεραν ένα αφοπλιστικό έργο, το οποίο καταφέρνει να μας κερδίσει και να μας προβληματίσει μέσα από τα ερωτήματα που θέτει σχετικά με τη ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις, την τέχνη, την επιτυχία ή την αποτυχία του καθενός αλλά και την αναζήτηση της πολυπόθητης ευτυχίας. Τα θέματα τα οποία θίγονται είναι επίκαιρα και οι ανησυχίες του Αντρέ δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν λίγες δεκαετίες μετά από την κινηματογραφική του συζήτηση με τον Γουόλι. 
Είναι όμως εντυπωσιακό το πως μεταστρέφεται η κουβέντα κι από τα (ψευτο)φιλοσοφικά θέματα επικεντρώνεται σε καίρια ερωτήματα όπως το νόημα της ύπαρξή μας κι ο τελικός μας ρόλος στη ζωή. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, η συζήτηση μετατρέπεται από ακαδημαϊκή και φιλοσοφική σε υπαρξιακή κι ανθρώπινη κι αποκτά μια ειλικρίνεια, μια ζεστασιά και μια ανησυχία. 
Επίσης ένα άλλο στοιχείο που διέκρινα στη συγκεκριμένη ταινία είναι η τέχνη του διαλόγου, η οποία δυστυχώς έχει εκλείψει στις μέρες μας τόσο σε κινηματογραφικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο. Οι άνθρωποι έπαψαν να συνδιαλέγονται και να μοιράζονται απόψεις και σκέψεις καθώς ο εγωισμός έχει καλύψει μάτια κι έχει βουλώσει αυτιά. Στις μέρες μας θεωρούμε πως έχουμε περισσότερη αξία μόνο όταν μιλάμε κι όχι όταν ακούμε τους διπλανούς μας. Γι' αυτόν τον λόγο γοητεύομαι μ' αυτού του είδους τις ταινίες. Διότι παρακολουθώ μια κατάσταση που πλέον δεν υφίσταται πια. 
Είμαι βέβαιος πως "Το Δείπνο μου με τον Αντρέ" θα φανεί φλύαρος και κουραστικούς κι οι ιδέες του θα θεωρηθούν όχι αδίκως ξεπερασμένες. Όμως το νόημα της ζωής που τίθεται στη συζήτηση των δύο φίλων, αποδεικνύεται πως είναι ένα ζήτημα διαχρονικό. Επίσης επιβεβαιώνει πως τα ερωτήματα που προκύπτουν πάνω σ' αυτό το θέμα παραμένουν αναπάντητα. Αυτό όμως δεν γίνεται αφορμή για παραίτηση κάθε προσπάθειας καθώς αυτά τα ερωτήματα είναι που μετατρέπονται σε μοχλούς δημιουργικότητας κι ατέρμονης αναζήτησης του ίδιου μας του εαυτού ως στο τέλος της ύπαρξης μας. 


Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Ένας Ήρωας (2021)


    


Κάθε σκηνοθέτης διακρίνεται από ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους αναγνωρισμένους κι αγαπημένους δημιουργούς. Για τον Ασγκάρ Φαραντί, αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η διακριτικότητα των έργων του, μια άποψη την οποία βασίζω τόσο στην ταπεινή και σχεδόν αθόρυβη προώθηση των ταινιών του στις σκοτεινές αίθουσες όσο και στον τρόπο με τον οποίο διεισδύει στον κόσμο των ηρώων του και των προβλημάτων που οι ίδιοι κουβαλούν και τους βασανίζουν. Επίσης ένα άλλο χαρακτηριστικό που έχω παρατηρήσει στις ταινίες του Ιρανού σκηνοθέτη, είναι τα κοινωνικά ζητήματα που θέτει, τα οποία μου είναι τόσο οικεία, δημιουργώντας μου το ερώτημα στο αν τελικά υπάρχουν περισσότερα στοιχεία που μας ενώνουν με τους Ιρανούς παρά μας χωρίζουν. Η τελευταία ταινία του "Ένας Ήρωας" θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γυριστεί στην Ελλάδα ή και σε κάποια άλλη χώρα του δυτικού κόσμου, όπως το ίδιο έχουμε πει και για τις προηγούμενες ταινίες του "Ο Εμποράκος" κι "Ένας Χωρισμός". 
Κεντρικό πρόσωπο στην νέα ταινία του Ασγκάρ Φαραντί είναι ο Ραχίμ (Ελεήμων στη γλώσσα μας), ο οποίος έχει φυλακιστεί επειδή δεν κατάφερε να εξοφλήσει ένα δάνειο που είχε ζητήσει κάποτε. Η ιστορία ξεκινάει με την έξοδό του από τη φυλακή για διήμερη άδεια. Αμέσως σπεύδει να συναντήσει τους δικούς του γεμάτος αισιοδοξία, διότι πιστεύει πως ίσως βρήκε τον τρόπο να αποφυλακιστεί νωρίτερα. Η ελπίδα του αυτή πατάει στο γεγονός πως η σύντροφός του Ραχίμ έχει βρει μια τσάντα με χρυσά νομίσματα, τα οποία σκέφτονται να τα εξαργυρώσουν για να πληρώσει το χρέος που τον κρατάει κλεισμένο στη φυλακή. Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως εκείνος κι η σύντροφός του σχεδιάζουν. Από την μια είναι το σκαμπανέβασμα της τιμής του χρυσού που δεν αρκεί για να καλύψει το χρέος του προς τον πιστωτή του κι από την άλλη τον βασανίζει το ηθικό δίλημμα στο αν πρέπει να επιστρέψει την τσάντα με τα χρυσά νομίσματα στον κάτοχό τους.  
Αποφασίζει λοιπόν να "σκηνοθετήσει" την εύρεση της τσάντας με τα χρυσά νομίσματα από τον ίδιο κι επιδιώκει να ακουστεί στον ευρύ περίγυρο η προσπάθειά του στην αναζήτηση του κατόχου, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να κερδίσει την εύνοια τόσο των δεσμοφυλάκων όσο και του πιστωτή στον οποίον χρωστάει τα χρήματα. Όμως το καλά οργανωμένο του σχέδιο γκρεμίζεται από τη στιγμή που εμφανίζεται μια γυναίκα ως κάτοχος της τσάντας, καθώς στην πορεία αποδεικνύεται πως ήταν μια απατεώνισσα που βρήκε την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την όλη κατάσταση για να αποσπάσει το χρηματικό ποσό της τσάντας. 
Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, ο Ραχίμ μες στην απελπισία του προσπαθεί να υποστηρίξει το σχέδιό του λέγοντας το ένα ψέμα μετά το άλλο, μ' αποτέλεσμα να πέσει σε αρκετές αντιφάσεις. Παράλληλα, οι άνθρωποι που τον στήριξαν και βιάστηκαν να τον χαρακτηρίσουν ως "ήρωα" και συνάμα θύμα της σκληρότητας του δανειστή του, αρχίζουν να τον αντιμετωπίζουν ως έναν απατεώνα που προσπάθησε να τους εκμεταλλευτεί για να αποφυλακιστεί. Ο Ραχίμ έχοντας χάσει την αξιοπιστία του, πέρα από τον αμετανόητο δανειστή του, έρχεται αντιμέτωπος και με άλλους ανθρώπους αλλά και με την ίδια του την οικογένεια. Η μη αναστρέψιμη κατάσταση κάνει την ψυχολογία του να πέσει στα τάρταρα, οδηγώντας τον σε μια απελπισμένη παραίτηση κάθε προσπάθειας να αποφυλακιστεί.



Μετά από μια όχι και τόσο πετυχημένη προσπάθεια να γυρίσει μια ταινία σε ευρωπαϊκό έδαφος (αναφέρομαι στο "Το Ξέρουν Όλοι"), ο Ασγκάρ Φαραντί επιστρέφει στην πατρίδα του και ξανακαταπιάνεται με το θέμα που γνωρίζει καλύτερα απ' όλους τους σύγχρονους σκηνοθέτες, φέρνοντας τους θεατές αντιμέτωπους με τις ηθικές αξίες των κοινωνιών και την αυστηρότητα των νόμων των κρατών. Στη συγκεκριμένη ταινία θέτει ένα επιπλέον ερώτημα, στο αν πάντα το δίκαιο είναι και σωστό αλλά και στο κατά πόσο η ζωή μπορεί να σου ξεπληρώσει μια καλή πράξη που έχεις κάνει.
Με την τελευταία του ταινία, ο Ιρανός σκηνοθέτης πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα αποφεύγοντας την εύκολη λύση της ηθικολογίας. Αντιθέτως "τιμωρεί" αργά και βασανιστικά τον ήρωά του, επειδή αποφάσισε να αποκρύψει και να τροποποιήσει την αλήθεια, παρόλο που το έκανε για καλό σκοπό. Μέσα από τον αγχωτικό γολγοθά του Ραχίμ προσπαθεί να δείξει πως όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις του καθενός, το ψέμα πάντα οδηγεί στην καταστροφή κάνοντας τους ανθρώπους να χάνουν το δίκιο τους και την ψυχραιμία τους. Τους οδηγεί πιο γρήγορα προς την καταστροφή τόσο την δικιά τους όσο και των γύρω τους. 
Μέχρι όμως να φτάσουμε στο λυτρωτικό (;) φινάλε, ο Ασγκάρ Φαραντί μας περιστρέφει μαεστρικά ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, εισχωρώντας μας στο άψογα δομημένο ψυχολογικό του θρίλερ. Με έξυπνο τρόπο καταφέρνει να μας βάλει στη θέση του πρωταγωνιστή, κάτι που βοηθάει στο να αντιληφθούμε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πήρε τις όποιες λανθασμένες αποφάσεις αλλά και δημιουργώντας μας έναν προβληματισμό στο τι θα πράτταμε αν ήμασταν εμείς στη θέση του. 
Στην παραπάνω κινηματογραφική προσπάθεια του Ιρανού δημιουργού παίζει σημαντικό ρόλο κι η εξαιρετική ερμηνεία του πρωταγωνιστή Amir Jadidi, ο οποίος καταφέρνει να διατηρήσει μια συναισθηματική απόσταση με το κοινό της ταινίας, μ' αποτέλεσμα να μην γίνεται ούτε συμπαθητικός αλλά ούτε κι αντιπαθητικός. Εξάλλου σκοπός του Ασγκάρ Φαραντί δεν είναι να λυπηθούμε τον ήρωά του αλλά να τον κατανοήσουμε. Να μπορέσουμε να βιώσουμε την απελπισία ενός ηττημένου ανθρώπου που βάλλεται από παντού εξαιτίας κάποιων λανθασμένων επιλογών κι αποφάσεών του. Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους κι οι υπόλοιποι ηθοποιοί της ταινίας, οι οποίοι καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα ειλικρινές αληθοφανές κλίμα στην ταινία. 




Κλείνοντας το κείμενό μου για την συγκεκριμένη ταινία, θέλω να αναφερθώ και στον τίτλο της. Θεωρώ πως περισσότερο θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός "Ένας Αντιήρωας" καθώς αυτό προσπάθησε ο Ασγκάρ Φαραντί να περάσει. Από την άλλη όμως, αναγιγνώσκοντας ξανά τον τίτλο, διακρίνω έναν τόνο ειρωνείας. Ίσως ο δημιουργός να ήθελε να σαρκάσει μ' αυτόν τον τρόπο την ευκολία με την οποία δημιουργούνται στις μέρες μας οι ήρωες αλλά και το πόσο εύκολα μπορούν να αποκαθηλωθούν με τη συνδρομή των social media και των χειριζόμενων κοινωνιών από τα μέσα μαζικής προπαγάνδας. Εξάλλου τα καθεστώτα και τα συστήματα που τα εξυπηρετούν (όπως οι φυλακές στη συγκεκριμένη ταινία) έχουν ανάγκη από ήρωες για να μπορούν να υπερασπιστούν την εικόνα τους αλλά και για να μπορούν να κρύβουν τις αδυναμίες και τα εγκλήματά τους. Άλλο που δε θέλουν κι οι δοκιμαζόμενες κοινωνίες να αποκτούν νέους ήρωες που να τους εμπνέουν ή νέα θύματα για να στήνουν λαϊκά δικαστήρια. 
Η τελευταία ταινία του Ασγκάρ Φαραντί 'Ένας Ήρωας" είναι μια καλογραμμένη ιστορία που έφτασε να διεκδικήσει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα, φεύγοντας τελικά από τις Κάννες με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (από κοινού με την ταινία "Βαγόνι Αριθμός 6" του Γιούχο Κουοσμάνεν). Ωστόσο δεν κατάφερε να φτάσει στα επίπεδα των παλιών εξαιρετικών έργων του που τον ανέδειξαν στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα όπως το "Ένας Χωρισμός" κι "Ο Εμποράκος". Όμως υπάρχει ένα αγκάθι στη συγκεκριμένη ταινία που έχει μετατρέψει τον ίδιο τον Ασγκάρ Φαραντί σε έναν από τους αντιήρωες της φιλμογραφίας του, καθώς μια πρώην συνεργάτιδα και μαθήτριά του, τον μήνυσε για λογοκλοπή της πλοκής για την συγκεκριμένη ταινία. Μάλιστα η ίδια δήλωσε πως η πλοκή βασίστηκε σε ένα αληθινό περιστατικό, όχι ευρέως γνωστό, που ήταν γνώριμο στον σκηνοθέτη. Η ίδια το απέδειξε στο δικαστήριο κι η υπόθεση μέχρι σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη, με την πρώτη απόφαση να μην δικαιώνει τον Ιρανό σκηνοθέτη. Οπότε σύντομα θα μάθουμε αν το "Το Ξέρουν Όλοι" ήταν η αρχή ενός δημιουργικού κατήφορου και το "Ένας Ήρωας" η χαριστική βολή ενός αγαπημένου σκηνοθέτη. 


Βαθμολογία: 7/10

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Στην Τεργέστη του Γιώργου

 


του Κοσμά Τσόλα 


Κορίτσι της Τεργέστης τι να έγινες, 
θυμάμαι ακόμα το αιθέριο βάδισμά σου, 
την μαύρη σου κοτσίδα, όταν έγερνες, 
τη θάλασσα που ανοίγονταν μπροστά σου. 

Χόρευε το φουστάνι σου, κουρτίνα που ανέμιζε 
πανί πλεούμενου, σε θάλασσα ευφροσύνης, 
το στόμα μου ευχές, κατάρες ,ψέλλιζε, 
κορίτσι της οδύνης, της σαγήνης. 

Κι εσύ εξόριστε Έλληνα, του ονείρου επαναστάτη, 
άραγε ακόμα κυνηγιέσαι από τη μοίρα σου; 
Θα ξαποστάσεις μήπως κάποτε κι εσύ σαν το Σωκράτη, 
όταν μεσάνυχτα θα κρούσουνε τη θύρα σου; 

Οι στίχοι που διαβάστηκαν ποιός ξέρει που ταξίδεψαν, 
από του Ρίλκε τις μελαγχολικές τις ελεγείες, 
την ελαφρότητα του σύννεφου να ζήλεψαν, 
ή σε εφηβικό μυαλό, θρέφουν τις αϋπνίες; 

Στίχοι που ακούστηκαν στου Ντουίνο τις απρόσιτες επάλξεις, 
κι ύστερα θάφτηκαν στου εδάφους την σιγή, 
στίχοι ατσάλινοι, τίποτα δεν θα αλλάξεις, 
είναι για πάντα αγιάτρευτη ετούτη η πληγή. 

Τεργέστη πόλη ανάπηρη, θύμα της ειμαρμένης, 
στους δρόμους σου επανέρχομαι λάτρης του ξεπεσμού, 
πόλη που δεν υπόσχεσαι, άλλο δεν περιμένεις 
απ’ την αρχοντική κατάληξη του αυτοχειριασμού.


Πηγή: Ποιείν

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Βαλκανευτές



της Αγγέλα Μάντζιου

Το βιβλίο καταγράφει ένα ταξίδι στα Δυτικά Βαλκάνια. Πρόκειται για μια εκδρομή τριών φίλων στα κράτη της περιοχής αυτής. Με σταθμούς προορισμού σε διάφορες πόλεις και από περάσματα- αναχωρήσεις από συνοριακούς σταθμούς, καταγράφεται ένα οδοιπορικό περιπλάνησης σε μια ιδιαίτερη περιοχή που αποτέλεσε πεδίο μαχών αλλά και τόπο συνάντησης-συνύπαρξης διαφορετικών λαών και πολιτισμών. Το κείμενο πλαισιώνουν φωτογραφίες τοπίων, μνημείων, ανθρώπων, που απαθανατίζουν αφαιρετικά και με καλλιτεχνική ματιά, χαρακτηριστικές στιγμές και όψεις των εικόνων του ταξιδιού.
Ο συγγραφέας κάνει ορατή την παρουσία του παρεμβαίνοντας με στοχασμούς, εσωτερικές σκέψεις και ερωτήματα τα οποία κάποιες φορές θέτει προς συζήτηση και διερεύνηση στην παρέα των φίλων του, Γιάννη και Σπύρου, ανιχνεύοντας διαθέσεις, προκαλώντας την ανταλλαγή επιχειρημάτων, σκέψεων και απόψεων.
Το χρονικό του ταξιδιού καταγράφεται με πολλές λεπτομέρειες. Οι αναφορές σε σχετικά πρόσφατα και επίκαιρα γεγονότα, όπως ο πόλεμος και οι συνέπειές του στην ζωή και στις σχέσεις των ανθρώπων, στα μνημεία και στο τοπίο, υποδηλώνουν μια τάση αναζήτησης, διερεύνησης και αναψηλάφησης της αλήθειας όσων συνέβησαν στην ευρύτερη περιοχή, επηρεάζοντας τις σχέσεις κρατών, φυλών και εθνοτήτων, διαγράφοντας εν πολλοίς ένα αβέβαιο ή ασταθές μέλλον. 
Ιστορικά συμβάντα, μνημεία, άνθρωποι, πολιτισμικά στοιχεία, μύθοι, θρύλοι, καταγραφές, αρχεία, πληροφορίες, ορόσημα, σύμβολα, συνθήκες, θηριωδίες, επεμβάσεις, περνούν στα στοιχεία της γεωγραφίας του τόπου, καταγράφοντας ιδιοτυπίες, διαφορές αλλά και ομοιότητες λαών που έζησαν μαζί για αιώνες σε πολυπολιτισμικές κοινότητες. 
Στο σώμα του βιβλίου και στην ροή της αφήγησης παρεμβάλλονται σκηνές της καθημερινής ζωής, θρησκευτικές εορταστικές εκδηλώσεις, συναντήσεις και συζητήσεις με ντόπιους κατοίκους, φευγαλέες εντυπώσεις και βλέμματα συνεννόησης και κατανόησης ανορθόδοξων και τραγελαφικών καταστάσεων. Στην εξιστόρηση μπλέκονται εικόνες των πόλεων και κάποιες αλλόκοτες συμπεριφορές των ανθρώπων, κατάλοιπο των δεινών του πολέμου, της βίας, των θανάτων, της καταστροφής και της φτώχειας. 
Όλα σχετίζονται με τις ιδιομορφίες του τοπίου, ενός κοινωνικοπολιτικού και φυσικού τοπίου που περιγράφεται και με λογοτεχνικές πινελιές, ιδωμένο ως αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχοσύνθεσης λαών και εθνοτήτων. Εκκλησίες, κάστρα, μοναστήρια, πλατείες, ποταμοί, λίμνες, νησιά, λιμάνια, οροσειρές, χωριά και πόλεις, συνοικίες, γεφύρια, δρόμοι, αγάλματα, φιγούρες ανθρώπων, προβάλλουν μια πολυπολιτισμική πολυφυλετική και ζωηρή πραγματικότητα. Η δημιουργία νέων κρατών, η χάραξη καινούργιων συνόρων, οι εύθραυστες ισορροπίες, οι ανατροπές, καθώς και η εχθρότητα και η καχυποψία, η συνύπαρξη, οι παρανοήσεις, αποτυπώνονται στα πρόσωπα, αντανακλούν στην όψη των κτιρίων, στην αισθητική των πόλεων και στην Ιστορία των λαών της περιοχής. 
Άξονας της οπτικής είναι η κρίση και ο τρόπος που βιώνεται από γενιές και λαούς. Συγκρίνονται γεγονότα και ανιχνεύονται ομοιότητες και αναλογίες αισθημάτων, συμπεριφορών, διαθέσεων, τοπίων. Αναμνήσεις, ονειροπολήσεις, μια τάση ενδοσκόπησης και στοχασμού, κριτική σε κοινωνικοπολιτικά θέματα, συνειρμοί, συσχετίσεις, επαληθεύουν ή καταρρίπτουν στερεότυπα και φόβους. Εξετάζονται ρεαλιστικά στην αύρα του τοπίου της χώρας και της κληρονομιάς των πόλεων, των καιρικών φαινομένων και των ανέμων, στο διαχωριστικό πεδίο συνόρων και εθνικών ιδιαιτεροτήτων-συνθηκών. 
Με μια παιδιάστικη θέρμη ο συγγραφέας περιγράφει και αναλύει, αφήνοντας να παρασυρθεί από θυμικές διαθέσεις και τάσεις εξωτερίκευσης των σκέψεών του. Εξομολογούμενος παιδικές αναμνήσεις, όνειρα, ωθείται σε παρεκβάσεις σχετιζόμενες με το εκάστοτε θέμα που θίγεται και αφορά ανάλογα το τοπίο ή τις ανθρώπινες καταστάσεις και τύχες των λαών. 
Ποιήματα, μουσικές, ταινίες, αναφορές σε μύθους και συγγραφείς, σε ιστορικά περιστατικά και ηγέτες, δίνουν στο βιβλίο έναν αέρα διακειμενικότητας επεκτείνοντας τις γραμμές αφήγησης και ανοίγοντας τα θεματικά πεδία. 
Θέματα της πολιτικής επικαιρότητας υπεισέρχονται στις συζητήσεις και στους υπαρξιακούς-φιλοσοφικούς προβληματισμούς και θίγονται φιλτραρισμένα από την προσωπική ματιά των ομιλητών, δίνοντας και το στίγμα της ερμηνείας των συνθηκών του παρόντος και του μέλλοντος του κόσμου. Ανακύπτουν και προβληματισμοί για θέματα όπως το προσφυγικό, η κρίση, οι επιλογές κρατών και κηδεμόνων, οι αξίες και το μέλλον της ευρωπαϊκής ένωσης. 
Το ταξίδι τελειώνει με την άφιξη στην Αθήνα και με τον αποχαιρετισμό των φίλων με μια αίσθηση ικανοποίησης για την κατάκτηση ενός κοινού στόχου, με την έμπειρη βεβαιότητα της αποθησαυρισμένης γνώσης που εμπλουτίζεται και μοιράζεται και με μια διάθεση νοσταλγίας, έναυσμα αναζήτησης περιπετειών και προγραμματισμού, σχεδιασμού και οργάνωσης νέων ταξιδιών. 

Αποσπάσματα 

«Άφησα τη βαλίτσα στο πάτωμα και το σακίδιο στον καναπέ και στάθηκα στη μέση του σαλονιού, προσπαθώντας να προσαρμοστώ ξανά στα περιορισμένα όρια της καθημερινότητάς μου.[…] «Φίλε μου, διανύσαμε ακριβώς 4.730 χιλιόμετρα». Σελ. 529 

«Γι’ αυτό ταξιδεύω. Για να ξεφεύγω απ’ αυτή την αόρατη αρρώστια. Για να βρω το φάρμακο που μπορεί να με προστατεύσει από τον επικίνδυνο χειμώνα της συνείδησης που διανύουμε εδώ και χρόνια. Εκεί που άλλοι αποστρέφουν το ενδιαφέρον τους για τις ουμανιστικές γνώσεις, εγώ αισθάνομαι πως έχω το έμφυτο καθήκον να περισώσω όσες μπορώ. Μια διακριτική αντίσταση κατά της βαρβαρότητας των ημερών μας. Μια επίμονη διάσωση της μνήμης κι όλων εκείνων των γεγονότων που αδίκως έχουν αφεθεί στο καταστροφικό έργο της λήθης». Σελ. 341 

«Την απάντηση την είχα βρει κάποτε σ’ ένα από τα αποφθέγματα του Σαίξπηρ, που επισήμαινε πως το παρελθόν είναι ο πρόλογος για όλα αυτά που θα συμβούν. Γι’ αυτά που ο κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι, να σκέφτεται και να νιώθει». Σελ.353 

«Στο Λεξικό του Διαβόλου που έγραψε ο πικρόχολος Αμπρόουζ Μπιρς, είχα κάποτε διαβάσει πως η Ιστορία είναι «μια σχεδόν πάντα εσφαλμένη αφήγηση γεγονότων χωρίς σημασία», διότι είναι προϊόν αρχηγών κρατών που διακρίνονται για την κουτοπονηριά τους. Επίσης, σύμφωνα με τον Φερνάν Μπροντέλ, «την Ιστορία δεν την φτιάχνουν τα γεγονότα αλλά η αφήγησή τους». Σελ.164 

«Όμως στο πρόσωπό τους μπορούσα κάλλιστα να αναγνωρίσω τη φυσιογνωμία του παππού μου. Ίδιο βλέμμα, ίδιο στήσιμο κορμιού… ίσως κι ίδια συναισθήματα. Δύο συνομήλικοι άνθρωποι που έζησαν σε διαφορετικούς τόπους, μεγάλωσαν μαθαίνοντας την ιστορία από μία διαφορετική σκοπιά και πορεύτηκαν πατώντας σε αντίθετη ιδεολογία, έφτασαν στο λυκόφως της ζωής τους υποταγμένοι στην ίδια απογοήτευση». Σελ.70 

«Η απαλλαγή του φόρου υποτέλειας ήταν ένα ακόμη κοινό στοιχείο που είχε το Ντουμπρόβνικ με τη Χίο, σκέφτηκα κι έσκυψα το κεφάλι για να μη φανεί το μειδίαμα στα χείλη μου». Σελ.122

«Στεκόμασταν πάνω στο πρωτότυπο μουσικό όργανο του Nicola Basic, το οποίο λειτουργούσε με την κίνηση των κυμάτων και του αέρα. Εντυπωσιασμένοι καθίσαμε στα σκαλοπάτια και κοιτούσαμε προς τη θάλασσα ακούγοντας μαγεμένοι τη μελωδία της. […]. Είχα γείρει στο πίσω σκαλοπάτι κι απολάμβανα την αλμύρα των κυμάτων που έσκαγαν μπροστά μου καθώς αναρωτιόμουν αν υπήρχε κάτι πιο όμορφο πέρα από τα σύννεφα της Ζαντάρ. Άραγε να είναι η άγρια ομορφιά του τοπίου ή η παγανιστική μουσική της φύσης;». Σελ. 191-192 

«Μεμιάς το Σαράγεβο μετατράπηκε στα μάτια μου σε ένα ανοιχτό βιβλίο,…» Σελ. 424 

« Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίοι συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά… Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά σου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου · τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. Δεν είναι ποτέ τους μικρόψυχοι. Δεν τους αναχαιτίζει ούτε η μόδα, ούτε η κοινή γνώμη, ούτε το πολιτικά ορθό. Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη». Σελ. 278-279 

«…μία αστραπή έσκασε μπρος στα μάτια μου κι αμέσως το μυαλό μου γέμισε εικόνες με καστροπολιτείες, αρχαία λιμάνια, καταπράσινα νερά και πόλεις με εμφανή τα σημάδια ενός σχετικά πρόσφατου πολέμου. «Φεύγουμε για Δυτικά Βαλκάνια!» Σελ.18 


Πηγή: Cityportal

Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

Flee (2021)




Κάθε χρόνο ενθουσιάζομαι με την ποικιλία των animation που προβάλλονται στις σκοτεινές αίθουσες, για τα οποία έχω παρατηρήσει πως σπανίως απογοητεύομαι τόσο με τις δικές μου επιλογές όσο και με τις προτάσεις των φίλων μου, μ' αποτέλεσμα κάθε χρόνο να υπάρχει τουλάχιστον ένα animation στην ετήσια λίστα των δέκα αγαπημένων μου ταινιών. Μάλιστα σε δυο διαδοχικές χρονιές, το 2007 και 2008, την πρώτη θέση την κατέλαβαν δυο αξεπέραστα αριστουργηματικά animation, το συγκινητικό "Persepolis" της Μαρζάν Σατραπί και το συνταρακτικό "Βαλς με τον Μπασίρ" του Άρι Φολμαν. Πολύ πιθανόν στην κορυφή και της φετινής ετήσιας κινηματογραφικής μου δεκάδας να φιγουράρει ένα ακόμη συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό αριστούργημα, το "Flee" (ή Flugt στα δανέζικα) του Δανού σκηνοθέτη Τζόνας Πόερ Ράσμουσεν (Jonas Poher Rasmussen).
Το "Flee" είναι ένα ιδιαίτερο animation καθώς αποτελείται από μια ποικιλία σχεδίων τα οποία δένουν απόλυτα με βίντεο ντοκουμέντα, ντύνοντας μ' αυτόν τον τρόπο τις εξιστορήσεις του Αμίν Ναγουαμπί, ενός Αφγανού πρόσφυγα που είναι φίλος του σκηνοθέτη. Ο Αμίν αναγκάστηκε από παιδί να διαφύγει μαζί με την οικογένειά του από το Αφγανιστάν λίγο πριν την επικράτηση των Ταλιμπάν στα τέλη της δεκαετίας του '80, έγινε μάρτυρας των πρώτων ημερών της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης ζώντας μια απάνθρωπα αγχώδη παραμονή στην παρηκμασμένη Μόσχα και στάθηκε "τυχερός" μετά από μια εφιαλτική απόπειρα να περάσει μέσω θαλάσσης στην Δύση. Τελικά καταφέρνει να βρεθεί μόνος του στην Δανία. Μέσα σε ένα τραίνο γνώρισε τον Δανό σκηνοθέτη. 
Ο Ράσμουσεν καταφέρνει να κερδίζει την εμπιστοσύνη του φίλου του και κρατώντας την ανωνυμία του, τον βοηθάει να ανοιχτεί και να περιγράψει όλα όσα βίωσε τις δυο ταραχώδεις δεκαετίες της ζωής του. Κι όπως φαίνεται μέσα από τις συζητήσεις, οι αναμνήσεις του πρωταγωνιστή έχουν παραμείνει ζωντανές γεμάτες λεπτομέρειες, οι οποίες μεταφέρονται τόσο όμορφα μέσα από την οθόνη, φτάνοντας στο τέλος να θεωρούμε πως δεν παρακολουθήσαμε μια αφήγηση ιστοριών αλλά την περιγραφή της βίαιης ενηλικίωσης του πρωταγωνιστή. 
Η ιστορία ξεκινάει με μια απλή ερώτηση η οποία μπορεί να εκπλήξει με τις απαντήσεις που ενδέχεται να δώσει, όπως συνέβη και στην ταινία με την απάντηση που δίνει ο πρωταγωνιστής. "Τι θεωρείς σπίτι;" τον ρωτάει ο σκηνοθέτης κι ο Αμίν του απαντά πως για εκείνον σπίτι είναι το μέρος όπου δε χρειάζεται να τρέξει. Το μέρος όπου μπορεί να παραμείνει και να γαληνέψει. Τα λόγια του είναι τόσο καθαρά, γαλήνια και ζεστά, που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όλα αυτά που παρακολουθούμε στα πρώτα πλάνα της ταινίας. Έντρομους ανθρώπους να τρέχουν για να γλιτώσουν από κάποιον βομβαρδισμό και για να ξεφύγουν από τα κτίρια που γκρεμίζονται γύρω τους. Κάτι λοιπόν που για μας τους δυτικούς είναι δεδομένο, για τον Αμίν αλλά και για τον κάθε πρόσφυγα είναι μια πολυτέλεια. Ένα όνειρο που πολλές φορές παραμένει απατηλό.



Οι εξιστορήσεις ξεκινούν από τα παιδικά χρόνια του Αμίν στο Αφγανιστάν. Παντού κυριαρχούν τα έντονα χρώματα, η ξεγνοιασιά αλλά κι οι μουσικές επιτυχίες της δεκαετίας του '80 που ακούει ο Αμίν στο walkman του καθώς τρέχει ανέμελος στους δρόμους της Καμπούλ. Νιώθει τυχερός και γεμάτος που βρίσκεται σε μια δεμένη οικογένεια παρόλο που έχει αρχίσει να προβληματίζεται για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τον οποίον δεν μπορεί ακόμα να προσδιορίσει και να διαχειριστεί. Όμως, η όμορφη καθημερινότητά του θα τερματιστεί βίαια με την επικράτηση των Ταλιμπάν, έχοντας φυσικά τη στήριξη των Αμερικανών. 
Οι Ταλιμπάν καταλύουν το προηγούμενο σοβιετικό καθεστώς κι εγκαθιδρύουν το σκοταδιστικό τους κράτος, το οποίο έγινε ευρέως γνωστό μετά την 11η Σεπτέμβρη του 2001. Ο Αμίν καταφέρνει τελευταία στιγμή να ξεφύγει μαζί με την οικογένειά του από την Καμπούλ, εκτός από τον πατέρα του τον οποίον τον έχουν ήδη συλλάβει. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο της ζωής του κρατάω τρία στοιχεία που με συγκλόνισαν. Πρώτα απ' όλα δε φαίνεται πουθενά ξεκάθαρα η φυσιογνωμία του πατέρα, φανερώνοντας την αδυναμία του πρωταγωνιστή να τον φέρει στη θύμησή του καθώς ήταν πολύ μικρός όταν τον συνέλαβαν. Η μορφή του πατέρα ξεχωρίζει μόνο σε κάποιες κορνιζαρισμένες φωτογραφίες που βρίσκονται διάσπαρτα στο σπίτι, θυμίζοντάς μου αρκετά τους στίχους του Another Brick in the Wall Part.1 των Pink Floyd: "Daddy's flown across the ocean / Leaving just a memory / A snap shot in the family album / Daddy what else did you leave for me?". Το δεύτερο στοιχείο που με συγκλόνισε είναι η λυρική σκηνή που δείχνει τα μαλλιά της μάνας να ασπρίζουν απότομα αμέσως μετά τη σύλληψη του άντρα της παρόλο που εκείνος αποδέχεται στωικά την προδιαγεγραμμένη του μοίρα. Η τρίτη σκηνή είναι εκείνη της φυγής. Το κάδρο της ταινίας επικεντρώνεται στο παράθυρο του αεροπλάνου τη στιγμή που εκείνο απογειώνεται, πλημμυρίζοντας ακόμη και μένα με τη σωτήρια αίσθηση της διαφυγής. Το αεροπλάνο ίπταται αφήνοντας πίσω μια γραμμή. Ένα πλάνο που με ανάγκασε για μια μόνο στιγμή να φανταστώ τον εαυτό μου ριζωμένο στο έδαφος κι εγκλωβισμένο στην Καμπούλ, παρακολουθώντας γεμάτος απόγνωση τη φυγή των υπολοίπων. Εικόνες στις οποίες γίναμε για μια ακόμη φορά τηλεοπτικοί μάρτυρες πρόσφατα με τα τρομακτικά πλάνα από το αεροδρόμιο της Καμπούλ μετά τη δεύτερη επικράτηση των Ταλιμπάν σ' αυτήν την τόσο τραυματισμένη χώρα. 
Ακολουθεί το δεύτερο κεφάλαιο της ζωής του, το οποίο είναι ο εγκλωβισμός του στη Μόσχα, τις μέρες που η Ρωσία βίωνε τη χειρότερη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της. Στους δρόμους επικρατούσε η μιζέρια της απόλυτης φτώχιας κι η διεφθαρμένη αστυνομία έκανε τη ζωή των προσφύγων ακόμη πιο δύσκολη. Ζώντας σε ένα δυσβάσταχτο περιβάλλον και μια στασιμότητα που επιφέρει ο εγκλεισμός σε ένα άδειο από μνήμες κι όνειρα διαμέρισμα, τα μέλη της οικογένειας του Αμίν προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να διαφύγουν στη Σουηδία όπου βρίσκεται ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας. Στις εξομολογήσεις του ο Αμίν για τις προσπάθειές τους αυτές και τα εμπόδια που συναντούσανε, δηλώνει με κάθε ειλικρίνεια πως δεν ήξερε ποιους σιχαίνεται περισσότερο, τους μπάτσους ή τους διακινητές. 
Μέσα από τις προσπάθειες τους να περάσουν στην Σουηδία, παρακολουθούμε με ωμό και σε αρκετά σημεία συνταρακτικό ρεαλισμό το δράμα των προσφύγων. Ο ασφυκτικός εγκλεισμός σε κοντέινερ, το επικίνδυνο πέρασμα μέσα από χιονισμένα δάση κι η αντιμετώπιση των απειλητικών κυμάτων σε σαπιοκάραβα εν μέσω καταιγίδας, αποτελούν σκηνές τόσο μακρινές αλλά και τόσο τωρινές. 
"Η μητέρα μου ήταν παγωμένη από το φόβο, βλέποντας τα κύματα να καλύπτουν το πλοίο καθώς ο μεγαλύτερος εφιάλτης της ήταν μη πεθαίνει από πνιγμό", αναφέρει ο Αμίν στις εξιστορήσεις του. 
"Εσένα τι σε τρόμαξε περισσότερο;" τον ρωτάει ο φίλος του. 
"Αν συμβεί κάτι κακό ποιον θα σώσω; Την μητέρα μου ή τον αδελφό μου" δηλώνει για μια ακόμη φορά γεμάτος ειλικρίνεια ο Αμίν καθώς η οθόνη γεμίζει με πτώματα που βυθίζονται αργά προς τον πυθμένα της σκοτεινής θάλασσας με εξαίρεση το σώμα του πρωταγωνιστή που προσπαθεί με απεγνωσμένες προσπάθειες να βγει στην φουρτουνιασμένη επιφάνεια. 
Οι προσπάθειες της οικογένειας του Αμίν να περάσει στην Δύση, ήταν για μένα ένας συνεχής ψυχολογικός κλυδωνισμός. Υπήρξαν αρκετές στιγμές που μου κόπηκε η ανάσα κι ανέβηκαν στα ύψη οι παλμοί της καρδιάς. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν κι οι έντονες γραμμές των σχεδίων που με παρέσερναν στη δίνη των φορτισμένων συναισθημάτων και των ψυχολογικών σκαμπανεβασμάτων του ίδιου του πρωταγωνιστή. Εισχώρησα τόσο πολύ στα βιώματα του που έφτασα στο σημείο να αισθανθώ την ίδια ντροπή που ένιωσε κι εκείνος όταν το ακυβέρνητο σκάφος που τους μετέφερε στη Σουηδία συναντήθηκε μεσοπέλαγα με ένα σκανδιναβικό κρουαζιερόπλοιο κι η άθλια κατάστασή τους έγινε θέαμα για τους αδιάφορους ταξιδιώτες. Σ' αυτήν την εκπληκτική σκηνή ένιωσα διπλή ντροπή. Ντροπή συμπάσχοντας με την άθλια κατάσταση του πρωταγωνιστή και των συνεπιβατών του αλλά και ντροπή ως ελεύθερος "δυτικός" πολίτης που με τα χρόνια έχω μετατραπεί σε άβουλο κι απαθή θεατή στο συνεχιζόμενο προσφυγικό δράμα. 
Επίσης, ένας ακόμη παράγοντας που έκανε πιο έντονες τις σκηνές των εξιστορήσεων του πρωταγωνιστή, είναι η διαχρονικότητα αυτών των γεγονότων κι η εφιαλτική επανάληψή τους με το σημερινό προσφυγικό δράμα τόσο στα νερά του Αιγαίου όσο και στις νησίδες του Έβρου. 




Και φτάνουμε στο τρίτο και τελευταίο πια μέρος των εξιστορήσεων του Αμίν, όπου περιγράφει τον τρόπο που κατάφερε να φτάσει στην Δανία μέσω Κωνσταντινούπολης, αναγκαζόμενος να σβήσει κάθε στοιχείο της αληθινής του ταυτότητας και να δηλώσει πως όλα τα μέλη της οικογένειάς του είναι νεκρά. Για να κάνει το επόμενο βήμα αναγκάστηκε να διαγράψει καθετί δικό του. Ίσως γι' αυτό το λόγο δυσκολεύτηκε να ανοιχτεί στις διακριτικές ερωτήσεις του Ράσμουσεν κι επιθύμησε να διατηρήσει την ανωνυμία του.  
Ο Αμίν αναγκάστηκε να διαφύγει μόνος του, αφήνοντας πίσω την μητέρα του και τον αδελφό του. Η προτεραιότητα που του δόθηκε, ήταν θυσία για τους άλλους δυο που έμειναν πίσω στην Μόσχα να περιμένουν τη σειρά τους. Ο πρωταγωνιστής ένιωσε μεγάλη υποχρέωση για την απόφαση αυτή, γεγονός που τον ώθησε να κάνει τα πάντα για να πετύχει και να γίνει ένας ενεργός κι αξιόλογος πολίτης στη νέα του πατρίδα, φτάνοντας σε επίπεδα μεταδιδακτορικών σπουδών. Θεωρούσε πως η ακαδημαϊκή του καριέρα είναι το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για να τιμήσει τις θυσίες των ανθρώπων του. Όμως όλα αυτά τα γεγονότα που έζησε και σημάδεψαν την ψυχή του, τον έκαναν να χάσει την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους και τον κράτησαν απόμακρο από όλους όσοι επιθυμούσαν να σταθούν δίπλα του. 
Η εξιστόρηση όλων αυτών των γεγονότων κι ο φόβος του πρωταγωνιστή για τυχόν αποκαλύψεις, φανερώνει ένα ακόμη σιωπηρό μαρτύριο του Αμίν, στο να κουβαλάει όλα αυτά τα χρόνια ένα επίπονο μυστικό τόσο για την πραγματική του ταυτότητα όσο και για την τύχη της οικογένειά του. Για να παραμείνει ασφαλής, είναι υποχρεωμένος να κρατήσει κρυφά αρκετά στοιχεία της ζωής του ακόμη και στον σύντροφό του. Ακόμη και στην εξιστόρηση των γεγονότων προς τον σκηνοθέτη. Οπότε η επιλογή του animation ίσως βοήθησε στο ξεκλείδωμα του και διαφύλαξε την ανωνυμία του. 
Σκηνοθετικά, η ταινία είναι ένα πρωτοποριακό animation όπου παντρεύονται τα σχέδια με τα βίντεο ντοκουμέντα τα οποία δίνουν ένα ιστορικό πλαίσιο στα γεγονότα που περιγράφει ο πρωταγωνιστής μέσα από τις εξιστορήσεις του. Στην ουσία είναι ένα πετυχημένο πάντρεμα τεχνών που επικεντρώνεται κυρίως στον άνθρωπο, στις διαχρονικές του τραγωδίες και στους καθημερινούς του προβληματισμούς. Ωστόσο, υπάρχει μια τρυφερή ευαισθησία που υπογραμμίζει την ταινία, αποτρέποντάς την να καταλήξει στην περιγραφή μιας απόλυτης τραγωδίας. Σημαντικό ρόλο σ' αυτό παίζουν οι φωνές των δυο προσώπων που συμμετέχουν στην εξιστόρηση, οι οποίες είναι αρκετά ζεστές δημιουργώντας ένα κλίμα οικειότητας με τους θεατές. Ίσως αυτός να είναι ένας επιπλέον λόγος που μας κάνει να βιώσουμε τόσο έντονα τα γεγονότα που παρουσιάζονται στην οθόνη. Επίσης πάνω σ' αυτόν τον διάλογο γίνεται εμφανής η γαλήνευση της φωνής του Αμίν καθώς σταδιακά απαλλάσσεται από το χρόνιο βάρος που κουβαλά τόσα χρόνια μέσα του, καθώς ανοίγεται και μοιράζεται την ιστορία του με κάποιον άλλον.
Η σπουδαιότητα της συγκεκριμένης ταινίας φάνηκε τόσο στις βραβεύσεις που έλαβε όσο και στις υποψηφιότητες βραβείων. Είναι αξιοσημείωτο πως για πρώτη φορά στην ιστορία των Oscars μια ταινία ήταν υποψήφια στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων, Καλύτερου Ντοκιμαντέρ και Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Επίσης ήταν υποψήφια στα βραβεία BAFTA και στις Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία της Καλύτερης Ταινίας Κινούμενων Σχεδίων. 
Το "Flee" είναι ένα αριστούργημα που συνταράσσει συθέμελα τον θεατή χωρίς να επιστρατεύει επίπλαστους συναισθηματισμούς, παρά ακολουθεί τη χαμηλόφωνα ειπωμένη μα ασιγαστα ηχηρή ιστορία του Αμιν, αλλά κι όλων των ανθρώπων σαν αυτόν που εξαναγκάζονται στη φυγή κατατρεγμένοι από πολέμους και πάσης φύσεως δυσχέρειες. Εκείνων που επειτα εγκλωβίζονται όχι μόνο ανάμεσα σε αποπνικτικές καρότσες φορτηγών και σε ετοιμόρροπα αμπάρια πλοίων στο έλεος της θάλασσας, αλλά κυρίως στα ορθωμενα κύματα της αδιαφορίας και της εκμετάλλευσης των ανθρώπων. Αυτό το κινηματογραφικό διαμαντάκι λοιπόν υπάρχει όπως έλεγε κι ο σπουδαίος ανθρωπιστής φωτογράφος Γιάννης Μπεχράκης "για να μην μπορεί να πει κανείς πως δεν ήξερε".

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή 21 Αυγούστου 2022

Παρίσι, Διαμέρισμα 13 (2021)

 



Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια από εκείνη τη βραδιά που είχα εξέλθει μουδιασμένος από τη σκοτεινή αίθουσα έχοντας παρακολουθήσει ένα απρόσμενο αριστούργημα, το οποίο εξακολουθεί να με στοιχειώνει μέχρι σήμερα. Αναφέρομαι στο "Shame", το συνταρακτικό κινηματογραφικό διαμάντι του Στιβ Μακουίν, στο οποίο ο δημιουργός καταφέρνει να εισχωρήσει τόσο στη σιωπηλή μοναξιά που επιφέρουν οι ανεξέλεγκτοι ρυθμοί της σύγχρονης ζωής όσο και στην αναπόφευκτη διέξοδο του πρωταγωνιστή σε κάθε μορφή αχαλίνωτου σεξ. Δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία της συγκεκριμένης ταινίας, έρχεται ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζακ Οντιάρ να καταπιάνεται με το ίδιο ακριβώς θέμα παρουσιάζοντάς το σε μια νέα μορφή, καθώς οι γρήγορες εξελίξεις μεταβάλλουν συνεχώς τις ανάγκες των ανθρώπων και την εικόνα της εκάστοτε κοινωνίας. Μετά το πέρας της προβολής, θεωρώ πως κι εκείνος κατάφερε με τη σειρά του να μας προσφέρει ένα αξιόλογο και μοναδικό στο είδος του έργο.
Η ταινία μας μεταφέρει σε ένα από τα απρόσωπα και γκρίζα περιφερειακά διαμερίσματα του Παρισιού, τα ονομαζόμενα από τους Γάλλους "Olympiades", τα οποία αποτελούνται από μεγάλες εργατικές κατοικίες που εκτείνονται περιμετρικά του λαμπερού ιστορικού κέντρου της γαλλικής πρωτεύουσας. Σ' αυτές τις περιοχές συνυπάρχουν άνθρωποι διαφόρων εθνών και φυλών, οι οποίοι προσπαθούν σε καθημερινή βάση να αντιμετωπίσουν τους γρήγορους ρυθμούς που επιβάλει ο σύγχρονος τρόπος ζωής και να καλύψουν τις επαγγελματικές τους απαιτήσεις θυσιάζοντας αρκετά πράγματα τόσο δικά τους όσο και των ανθρώπων τους. 
Για την ιστορία, ο σκηνοθέτης επιλέγει τέσσερα πρωταγωνιστικά πρόσωπα, τα οποία "εκπροσωπούν" μια διαφορετική ευάλωτη κοινωνική ομάδα. Οι συγκεκριμένοι πρωταγωνιστές κουβαλούν τα δικά τους παρελθοντικά βαρίδια, προσπαθώντας ο καθένας με τον τρόπο του να πατήσει γερά στα πόδια του για να μπορέσει να ατενίσει με κάποια ελπίδα το αβέβαιο μέλλον του. Οι δρόμοι που ακολουθούν θα τους φέρουν κοντά, γεγονός που θα τους οδηγήσει σε υπόγειες συγκρούσεις επικράτησης, γεγονός που τους αναγκάζει να εξωτερικεύσουν μέσω της συμπεριφοράς τους τα συμπλέγματα του παρελθόντος τους. Όμως μέσα απ' αυτήν την καθημερινή τριβή των ανθρωπίνων σχέσεων, οι πρωταγωνιστές έρχονται αντιμέτωποι με τις φοβίες και τις αδυναμίες που κουβαλούν μέσα τους. 
Μ' αυτόν τον τρόπο χτίζεται και το μωσαϊκό της συγκεκριμένης ταινίας, πατώντας στη διαφορετική ζωή και την ξεχωριστή προσωπικότητα του καθενός. 





Πρώτο πρόσωπο που μας παρουσιάζεται στην ταινία είναι η Έμιλι, η οποία ζει στο διαμέρισμα της γιαγιάς της (καθώς εκείνη βρίσκεται με άνοια στο γηροκομείο) και αναζητεί συγκάτοικο για να μπορέσει να καλύψει τα έξοδα του σπιτιού και των καθημερινών της αναγκών. Η Έμιλι αντιπροσωπεύει τόσο την κοινωνική ομάδα των Ασιατών που έρχονται στην Δύση για έναν ποιοτικότερο τρόπο ζωής όσο και τη νέα γενιά που έχει πέσει θύμα της χρόνιας οικονομικής κρίσης και του ακριβού κόστους ζωής που υφίσταται στις μεγάλες πόλεις. 
Με την απόφασή της αυτή, η Έμιλι γνωρίζει τον Καμίλ, ο οποίος αναζητά ένα διαμέρισμα για να είναι κοντά στον εργασιακό του χώρο. Από τη μεριά του, ο Καμίλ εκπροσωπεί την κοινωνική ομάδα των μαύρων που ζουν υπό το ρατσιστικό βλέμμα των λευκών, γεγονός που τους αναγκάζει να κάνουν περαιτέρω προσπάθεια για να μπορέσουν να καθιερωθούν κάπου επαγγελματικά αλλά και προσωπικά. 
Ο Καμίλ με τη σειρά του κυνηγάει μια ακαδημαϊκή καριέρα μέσα από τις απαιτητικές του σπουδές. Όπως ο ίδιος δηλώνει μέσα από συζητήσεις που κάνει με την Έμιλι, ζει σε καθημερινή βάση μες στο άγχος, κάτι που τον οδηγεί σε ξεσπάσματα πάνω στο σεξ για να αποβάλλει όλη την ένταση που συσσωρεύει εντός του. Η αποκάλυψή του αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ειλικρινής προσωπική εκμυστήρευση ή ως ένα ύπουλο ερωτικό κάλεσμα προς την νέα του συγκάτοικο. Παρόλα αυτά, η δήλωσή του αυτή ξεκλειδώνει τους δυο νεαρούς, φέρνοντάς τους κοντά, δημιουργώντας μια ερωτική σχέση πιο ελεύθερη, χωρίς δεσμεύσεις και συναισθηματισμούς. Μια σχέση που να καλύπτει μόνο τις σωματικές τους ανάγκες. Μπορεί όμως αυτό να διατηρηθεί ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ζουν στο ίδιο σπίτι; Κι αν ναι τότε πόσο δυσάρεστο μπορεί να γίνει ένα τρίτο πρόσωπο στην μεταξύ τους ερωτική ιστορία; 
Έπειτα έχουμε την Νόρα, η οποία αποφασίζει να σπουδάσει στο Παρίσι ξεφεύγοντας από την γενέτειρά της, το Μπορντό. Στην προσπάθειά της να γίνει αρεστή κι αποδεκτή από τους μικρότερους ηλικιακά συμφοιτητές της, θα πέσει θύμα χλευασμού καθώς μοιάζει με μια διάσημη πορνοστάρ των social media. Το τοξικό κλίμα που της δημιουργούν οι συμφοιτητές της, την αναγκάζει να παρατήσει τις σπουδές και να αναζητήσει κάποια δουλειά καθώς επιθυμεί να ζήσει στο Παρίσι παρά στο Μπορντό, αφήνοντας την υπόνοια πως θέλει να αποδεσμευτεί από κάτι ή από κάποιον. Παράλληλα με την εύρεση κάποιας εργασίας, αναζητά την πορνοστάρ με την οποία την παρομοιάζουν κι αρχίζει να δένεται μαζί της, αποκτώντας μ' έναν ανορθόδοξο τρόπο μια νέα (ίσως και μοναδική) φίλη στην πόλη του φωτός. 
Στην αναζήτησή της για δουλειά, η Νόρα πέφτει πάνω στον Καμίλ, ο οποίος έχει αφήσει στην άκρη την ακαδημαϊκή του καριέρα κι εργάζεται στο μεσιτικό γραφείο ενός φίλου του. Σ' αυτήν την φάση αποκαλύπτονται οι κρυφές πτυχές από τη ζωή του Καμίλ κι η ψυχρή στάση που διατηρεί με την οικογένειά του. Παράλληλα συναντάμε την Νόρα στην πιο εσωστρεφή της φάση καθώς δεν εμπιστεύεται κανέναν γύρω της μετά τα γεγονότα της σχολής. Όμως η ανάγκη της για επικοινωνία γίνεται ακόμη πιο εμφανής, φτάνοντας στο σημείο να πείσει την πορνοστάρ Άμπερ στο να της ανοιχτεί και να της αποκαλύψει τον πραγματικό της εαυτό, γεγονός που θα βοηθήσει και την ίδια την Νόρα να βρει τα δικά της πατήματά. 




Παρακολουθώντας τις παραπάνω ιστορίες, διαπίστωσα πως ενώ διαφέρουν μεταξύ τους καθώς η καθεμία ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία, έχουν δυο κοινά στοιχεία που παίζουν σημαντικό ρόλο στον χαρακτήρα αλλά και στη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών. Πρώτα απ' όλα είναι εμφανέστατο πως κι οι τέσσερις χαρακτήρες είναι αποτραβηγμένοι από τις οικογένειές τους, δείχνοντας πως γνωρίζουν καλά την πηγή των δυσάρεστων συμπλεγμάτων και των ενοχών που κουβαλούν μέσα τους. Επίσης κανείς τους δεν είναι ικανοποιημένος με το επάγγελμα που αναγκάστηκε να κάνει, φανερώνοντας τον εξαναγκασμό που έχει υποστεί ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας στην σημερινή εποχή πιεζόμενο από το συνεχή φόβο της ανεργίας. 
Στο κομμάτι της οικογένειας, ο σκηνοθέτης έχει πετύχει αρκετά την προσέγγιση αρκετών ταμπού που κρύβονται διακριτικά πίσω από τους τέσσερις τοίχους των κατοικιών. Για παράδειγμα ο Καμίλ αποφεύγει την οικογένειά του θεωρώντας πως ο ίδιος έχει πετύχει σε αντίθεση με τους δικούς του. Όμως ο σνομπισμός του προς την οικογένειά του, τον καθιστά και συναισθηματικό νεκρό και προς τους υπόλοιπους ανθρώπους με τους συναναστρέφεται. Μόνο την Νόρα προσπαθεί να προσεγγίσει αλλιώς αλλά η προσπάθειά του συνθλίβεται στον αντικοινωνικό τοίχο που εκείνη έχει ορθώσει. Η συναισθηματική του ωρίμανση θα έρθει απότομα στην προσπάθειά του να πουλήσει το αναπηρικό καροτσάκι της πεθαμένης του μητέρας σε μια άλλη γυναίκα, σε μια σκηνή που θεωρώ πως είναι από τις πιο φορτισμένες της ταινίας.. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα προσπαθεί να προσεγγίσει ξανά την μικρή του αδελφή, η οποία αποζητά τη στήριξή του σε ένα δικό της εγχείρημα. 
Επίσης πολύ συγκινητική είναι η ιστορία της Έμιλι με την γιαγιά της, με τη σχέση των δυο αυτών προσώπων να έχει φθαρεί εξαιτίας της άνοιας που έχει τσακίσει την μεγάλη γυναίκα. Βρήκα έξυπνο και συνάμα συνταρακτικό το πλάνο όπου η θολή μορφή της Έμιλι περιφέρεται στην αθέατη πλευρά του Παρισιού, μετά από μια επίσκεψή της στο γεροκομείο. Εξάλλου τι όψη μπορεί να έχει ένας άνθρωπος όταν οι ίδιες του οι ρίζες δεν τον αναγνωρίζουν; 
Ένα άλλο στοιχείο που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία είναι η επιλογή του σκηνοθέτη να μιλήσει για τον έρωτα επιλέγοντας την πιο ερωτική πόλη της Ευρώπης, το Παρίσι. Όμως η ιστορία του δε διαδραματίζεται στις όμορφες γειτονιές της Μονμάρτρης και της πλατείας των Βοργίων, αλλά στα γκρίζα συγκροτήματα των εργατικών κατοικιών, προσθέτοντας μ' αυτόν τον τρόπο μια κυνική χροιά στις εξιστορήσεις του. Χρησιμοποιώντας όμως αυτό το ουδέτερο τοπίο, το οποίο απογειώνεται μέσα από την εξαιρετική φωτογραφική ματιά του Πολ Γκιλόμ, ο δημιουργός δίνει άπλετο χώρο στον σύγχρονο ερωτικό κόσμο των νέων, χωρίς να γίνεται επικριτικός τόσο για τους τρόπους επιλογής ερωτικών συντρόφων όσο και της συχνής εναλλαγής προσώπων. Αντιθέτως προσπαθεί μέσα από τους πρωταγωνιστές να αναζητήσει τα αίτια της νέας ξέφρενης ερωτικής επανάστασης. Από την μια απενεχοποιεί την σεξουαλική απελευθέρωση κι από την άλλη αναδεικνύει την ανάγκη των ανθρώπων για επικοινωνία, κατακρίνοντας παράλληλα τα εμπόδια που κρατούν τους ανθρώπους κλειδωμένους στους εαυτούς τους, τα οποία για εκείνον είναι ο εγωισμός κι ο ναρκισσισμός που επιφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλη αυτή η περιδίνηση ανάμεσα σε πρόσωπα και καταστάσεις, οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: ο καθένας μπορεί να απελευθερωθεί από τα συμπλέγματά του και να ερωτευτεί άλλους ανθρώπους μόνο όταν καταφέρει να αγαπήσει πρώτα τον εαυτό του. 
Θεωρώ πως το "Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα" είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Ίσως κι η καλύτερη μέχρι στιγμής. Σε κάθε πλάνο της ξεχειλίζει ο ερωτισμός ενώ το ασπρόμαυρο προσθέτει μια μυσταγωγική διαχρονικότητα στα πρόσωπα και στα σώματα των πρωταγωνιστών, κάνοντάς τα ακόμη πιο ελκυστικά. Επίσης οι ηλεκτρονική ήχοι του Rone προσθέτουν έναν έντονο μεθυστικό παλμό στη ροή των ιστοριών. Αυτό όμως που κάνει την ταινία ξεχωριστή, είναι που μιλάει με ειλικρίνεια για την σεξουαλικότητα, την αυτοδιάθεση του κάθε ανθρώπου και την τρέλα της νεότητας. Όσο για το φινάλε, το αφήνει με έξυπνο τρόπο ανοιχτό κι ελεύθερο, όπως οφείλει να είναι κι ο έρωτας σε κάθε μορφή έκφρασής του. 

Βαθμολογία: 8/10