Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Interesting times…



του Γιάννου Κατσουρίδη

Πριν μερικά χρόνια ο κορυφαίος μαρξιστής ιστορικός Eric Hobsbawm έγραψε την αυτοβιογραφία του υπό τον τίτλο Interesting Times, αποτυπώνοντας, ουσιαστικά, από μια προσωπική οπτική ολόκληρη την ιστορία του 20ου αιώνα.
Η ΕΕ αποτέλεσε μέρος αυτής της ιστορίας αρχικά ως πρόγραμμα ενάντια στον υπαρκτό σοσιαλισμό και μετέπειτα ως πρόγραμμα «εκδημοκρατισμού». Η ετυμηγορία του Βρετανικού λαού στο θέμα της εξόδου από τη ΕΕ έρχεται να δέσει πλήρως με τον τίτλο του βιβλίου και να θέσει κεφαλαιώδη ερωτήματα που δεν επιδέχονται μονοσήμαντων απαντήσεων.
Με αφορμή, λοιπόν, το Brexit θα καταθέσω ορισμένες παρατηρήσεις που αγγίζουν σημαντικά ζητήματα δομής, λειτουργίας και στόχων που εξυπηρετεί η ΕΕ. Ο φακός αντίκρυσης του θέματος είναι διαφορετικός και θέτει ερωτήματα από μια συγκεκριμένη σκοπιά. Τα θέματα που θίγονται προφανώς δεν είναι τα μοναδικά, η συζήτηση δεν τα εξαντλεί και σίγουρα υπάρχουν και άλλες οπτικές.
Παρατήρηση πρώτη. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η ΕΕ ξεκίνησε αλλιώς, που προσωπικά δεν συμμερίζομαι, η υπαρκτή ΕΕ δεν ανταποκρίνεται πλέον στις λαϊκές προσδοκίες. Μπορεί μια πολιτική και οικονομική ελίτ, η οποία συμπληρώνεται από μια αντίστοιχη ελίτ δημοσιογράφων, αναλυτών/πανεπιστημιακών και γνωμηγήτορων (opinion leaders) να προωθεί και να καλλιεργεί μια συγκεκριμένη, ωραιοποιημένη και εν πολλοίς παραπλανητική άποψη περί ΕΕ ως χώρο δημοκρατίας και ελευθερίας, αλλά αυτή η άποψη προφανώς δεν ανταποκρίνεται πλέον στα βιώματα πολλών ανθρώπων της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Η διαχρονική παθητικότητα των λαών της Ευρώπης επέτρεψε στις ελίτ να προωθήσουν την ατζέντα της ολοκλήρωσης χωρίς να συναντήσουν λαϊκή αντίσταση. Σε αυτό συνέτεινε και το γεγονός ότι οι θεμελιώδεις αποφάσεις για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε πολύ λίγες περιπτώσεις τέθηκαν υπό τη βάσανο της λαϊκής έγκρισης/νομιμοποίησης. Ωστόσο, η δημόσια στήριξη για τη συμμετοχή μιας χώρας σε επί μέρους πολιτικές και θεσμούς ήταν συχνά λιγότερο ισχυρή από ότι η γενική υποστήριξη για την ενοποίηση της Ευρώπης. Αυτό που παρατηρείται είναι ότι όσο περισσότερο η ΕΕ συγκεκριμενοποιείται, και όσο περισσότερο αποκτά συγκεκριμένο πλαίσιο και απομακρύνεται από αφηρημένες δηλώσεις, τόσο λιγότερο υποστηρίζεται από το κοινό. Αυτό βέβαια δεν άλλαξε την προσέγγιση των ευρωπαϊκών ελίτ.
Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, και χωρίς αντίπαλο δέος, η ΕΕ κινήθηκε προς ένα αχαλίνωτο μοντέλο καπιταλισμού με πολύ αρνητικές συνέπειες στο εργασιακό και βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η εναντίωση προς την ΕΕ ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης, δεδομένου ότι άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι οι πολιτικές της ΕΕ δεν αντιμετωπίζουν δίκαια τις αυξημένες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες και τα αυξημένα επίπεδα ανεργίας, ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Η ΕΕ θεωρείται πλέον όλο και περισσότερο ως μέρος του προβλήματος και όχι ως μέρος της λύσης. Και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού η ΕΕ πρώτιστα και πάνω από όλα εξυπηρετεί μεγάλα επιχειρηματικά/εργοδοτικά συμφέροντα. 
Παρατήρηση δεύτερη. Από τα προαναφερθέντα είναι σαφές ότι προκύπτει πρόβλημα δημοκρατίας. Αποτελεί επαναλαμβανόμενη κριτική προς την ΕΕ (και υπαρκτή πραγματικότητα ακόμα και για τους πιο φιλοευρωπαίους) ότι υποφέρει από «δημοκρατικό έλλειμμα»: ότι, δηλαδή, οι λήπτες των αποφάσεων δεν είναι υπόλογοι στους πολίτες με τρόπο που θα αναμενόταν να γίνεται σε μια δημοκρατία και πως η ΕΕ και τα όργανα της υποφέρουν από κρίση νομιμοποίησης. Η ΕΕ είναι ένα όργανο το οποίο κυβερνά για τον λαό παρά να κυβερνιέται από αυτόν.
Το δημοκρατικό πρόβλημα οξύνεται ολοένα και περισσότερο με τις πρακτικές και τις αποφάσεις της ΕΕ και της «Ευρωκρατίας», οι οποίες διαπνέονται από ένα αυταρχικό πατερναλισμό: εμείς ξέρουμε καλύτερα από εσάς ποιο είναι το συμφέρον σας. Το επιχείρημα αυτό συμπληρώνεται συνήθως και από το άλλο εφεύρημα της δήθεν «σιωπηρής πλειοψηφίας» που υποστηρίζει αυτές της ελίτ στις επιλογές τους. Το ένα ευρωβαρόμετρο μετά το άλλο, όμως, αποτυπώνει την άποψη της πλειοψηφίας των λαών ότι η γνώμη τους δεν λαμβάνεται υπόψη και ότι αντιτίθενται σε πολλές πτυχές αυτού του εγχειρήματος.
Μέρος του προβλήματος προκύπτει από τη συνεχή εκχώρηση κυριαρχίας σε υπερεθνικούς θεσμούς που λειτουργούν επί της ουσίας χωρίς διαφάνεια και δημοκρατικό, λαϊκό έλεγχο: π.χ. η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Επιπλέον, υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι πέραν του 80% των αποφάσεων των κρατών έρχονται/διαμορφώνονται ουσιαστικά από τις Βρυξέλλες με τα κράτη-μέλη να μην έχουν επιλογή έστω και αν θεωρητικά και μόνο συμμετέχουν στη διαμόρφωση τους κατά τρόπο ισότιμο. Στο όνομα της περισσότερης Ευρώπης μειώνεται η δημοκρατία, καταργούνται λαϊκές κατακτήσεις και ο νεοφιλελευθερισμός ως ακραία μορφή καπιταλισμού θεσμοθετείται συνταγματικά χωρίς να αφήνεται κανένα περιθώριο στις χώρες, στους λαούς, για εναλλακτική πορεία. Ακόμα και στις περιπτώσεις που οι λαοί τολμούν να πάρουν αντίθετες αποφάσεις (π.χ. δημοψηφίσματα για την συνταγματική συνθήκη) τους βάζουν να ξαναψηφίζουν μέχρι να συμμορφωθούν (βλ. Ιρλανδία)!
Τα παραπάνω καταδεικνύουν την αποτυχία της ΕΕ ακόμα και στα ζητήματα για τα οποία υπερηφανεύεται ότι πρεσβεύει και που θέλει να εξάγει και σε άλλες περιοχές του πλανήτη: ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η αρχή της ανταποκρισιμότητας (responsiveness) που θεωρείται καθοριστική στην αξιοπιστία των πολιτικών συστημάτων και καλή πρακτική διακυβέρνησης. Η ίδια όμως ΕΕ αποδεικνύεται παράδειγμα προς αποφυγή, αφού παρά τις πολλές και επαναλαμβανόμενες λαϊκές αντιδράσεις ενάντια στις περικοπές, ενάντια στον περιορισμό του κράτους πρόνοιας, ενάντια στον περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων, κωφεύει. Τελευταίο παράδειγμα η Γαλλία που σείεται εδώ και 2 μήνες από τις καθημερινές διαδηλώσεις εκατομμυρίων ανθρώπων ενάντια στην αυταρχική επιμονή της κυβέρνησης τους να περάσει αντιδημοκρατικά, αντεργατική νομοθεσία. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Παρατήρηση τρίτη. Το ζήτημα της εξόδου της Βρετανίας ντύθηκε ένα εθνικιστικό μανδύα επειδή το εγκολπώθηκαν εθνικιστικές και ακροδεξιές δυνάμεις (πράγμα υπαρκτό). Αυτό από μόνο του οδηγεί σε αφελείς αναλύσεις και απόψεις ότι το ανάποδο, δηλαδή το «μένουμε Ευρώπη», είναι εξ’ ορισμού το σωστό, το «ορθολογικό», το «αριστερό». Διατυπώσεις του τύπου υποστηρίζουν το Brexit ο Φάρατζ, ο Μέρντοχ, η Λε Πεν κτλ., άρα όσοι το υποστηρίζουν είναι εθνικιστές είναι τουλάχιστον αφελείς και έμπλεες σκοπιμότητας. Δηλαδή ο κάθε Κάμερον που υποστήριζε το Bremain είναι πολύ καλύτερος; Ή μήπως αριστερός; Άλλωστε, αρκετά τμήματα της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς στην Βρετανία υποστήριξαν το Brexit από μια εντελώς διαφορετική σκοπιά.
Το κάθε αίτημα παίρνει χρώμα και περιεχόμενο από τις δυνάμεις που μπαίνουν στην μάχη και το οδηγούν, το διαμορφώνουν. Από μόνο του ένα αίτημα δεν είναι αυτόματα προοδευτικό ή συντηρητικό. Μπορεί στο δημόσιο λόγο να κυριάρχησαν οι εθνικιστές, αλλά το Brexit ήταν, και είναι, αίτημα πολλών αριστερών δυνάμεων, συνόλων και πολιτών. Εκτός αν θεωρούμε ότι το 52% που ψήφισε έξοδο είναι ακροδεξιοί και ξενοφοβικοί. Άλλωστε, οποιαδήποτε αριστερά που σέβεται τον εαυτό της δεν μπορεί να θεωρεί αριστερό εγχείρημα την ΕΕ, έστω και αν τακτικιστικά δεν θέτει το αίτημα. Αυτό φάνηκε και από τη ψήφο που έδωσαν παραδοσιακές εργατικές περιοχές στο Brexit. Μήπως έγιναν και αυτοί όλοι ακροδεξιοί; Όπως το έθεσε πολύ ορθά ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Cambridge, Chris Bickerton, στον Guardian: «το γεγονός ότι οι πιο ισχυρές φωνές ενάντια στην ΕΕ προέρχονταν από τους δεξιούς και ακροδεξιούς πολιτικούς μας λέει πολύ περισσότερα για το δρόμο που ακολούθησε η βρετανική αριστερά όλα αυτά τα χρόνια και όχι για το αίτημα ως τέτοιο». 
Επιπλέον. Είναι τουλάχιστον αντιφατικό να θεωρεί κάποιος την ΕΕ ως το αντίπαλο δέος της ακροδεξιάς και ότι τάχα η ψήφος υπέρ της παραμονής μιας χώρας στην ΕΕ, της Βρετανίας εν προκειμένω, είναι αριστερή στάση. Πρώτο, διότι μια από τις βασικές συνθήκες παραγωγής και αναπαραγωγής της ακροδεξιάς στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι οι ίδιες οι πολιτικές λιτότητας και περιορισμού της δημοκρατίας που εκπορεύονται από την ΕΕ. Δεύτερο, επειδή η ίδια η ΕΕ έχει συνεργαστεί με ακραιότατους ακροδεξιούς και δεν είχε κανένα πρόβλημα να το κάνει (βλ. Ουκρανία), ενώ δεν έχει κανένα πρόβλημα να χρηματοδοτήσει προγράμματα και συναντήσεις ακροδεξιών κομμάτων και οργανώσεων.
Παρατήρηση τέταρτη. Το Brexit αποτελεί ακόμα μια ένδειξη των ενδογενών αντιθέσεων και αντιφάσεων του καπιταλισμού και βασικών του οικοδομημάτων, όπως η ΕΕ. Αυτό αποτυπώθηκε ανάγλυφα στις εσωτερικές αντιθέσεις του δεξιού Συντηρητικού Κόμματος με υποστηρικτές ένθεν κακείθεν. Φυσιολογικά, όμως, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση τόσο εντός της ΕΕ όσο και εντός της Βρετανίας με τις αποσχιστικές λογικές εντός του Ηνωμένου Βασιλείου να επανέρχονται πιο έντονα από ποτέ. Σε σχέση με την ΕΕ και οτιδήποτε την αφορά, η συζήτηση φαινόταν ταμπού μέχρι τώρα με τις μονοδρομικές λογικές να κυριαρχούν. Το Brexit φαίνεται να απελευθερώνει φυγόκεντρες δυναμικές σε πολλαπλά επίπεδα, κάτι που ενδεχομένως -και όχι απαραιτήτως- να ωθήσει σε ένα ξεμπλοκάρισμα (όπως το έθεσε ένας καλός φίλος) των εξελικτικών δυναμικών. Σε αυτές τις διεργασίες οι δυνάμεις της αριστεράς οφείλουν να πρωταγωνιστήσουν.
Παρατήρηση πέμπτη. Η απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων, όποια οπτική και αν υιοθετεί ο καθένας από εμάς, είναι σίγουρο ότι προκαλεί ενδιαφέροντα ερωτήματα με αβέβαιες προοπτικές. Ζούμε σε μια εποχή ρευστότητας όπου τα ερωτήματα είναι πολύ περισσότερα από τις απαντήσεις. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν η αντιμετώπιση του ζητήματος κυριαρχηθεί από αντιλήψεις του είδους φταίει ο λαός που δεν κατάλαβε καλά, ή το κυνήγι μαγισσών και η «κατασκευή» εχθρών, κάτι που συνήθως γίνεται όχι μόνο από τις ευρωπαϊκές αλλά και τις εγχώριες ελίτ σε περιόδους πολιτικών κρίσεων, η κατάρρευση θα είναι πολύ πιο ηχηρή και ενδεχομένως να επέλθει πολύ πιο σύντομα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου