Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

Μπίτολα, η πόλη των προξένων



Στα σχολικά μου χρόνια είχα μια μεγάλη αγάπη για την ιστορία. Σαφώς τότε επικεντρωνόμουν στην προπαγανδιστική ιστορία των σχολικών βιβλίων αλλά ακόμη κι αυτή αρκούσε για να εισχωρήσει το μικρόβιο της αναζήτησης μέσα μου. Από τα κεφάλαια που καταπιανόμασταν τότε είχα δείξει μεγάλο ενδιαφέρον στους Βαλκανικούς Πολέμους. Σ' αυτήν την τόσο έντονη χρονική περίοδο που τα νέα κράτη κυνηγούσαν την υλοποίηση της Μεγάλης τους Ιδέας, που χε τραβήξει την προσοχή η κόντρα του Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, οι οποίοι ήρθαν σε μια καταστροφική ρήξη καθώς ο ένας διεκδικούσε την Θεσσαλονίκη κι ο άλλος το Μοναστήρι. Τελικώς ο ελληνικός στρατός μπήκε έγκαιρα στη Θεσσαλονίκη και η "πόλη των προξένων" πέρασε στα χέρια των Σλάβων.
Έκτοτε πάντα είχα περιέργεια να γνωρίσω αυτήν την πόλη που τόσο πολύ ποθούσε εκείνον τον καιρό ο βασιλιάς, η οποία βρίσκεται στο νότιο τμήμα της κοιλάδας της Πελαγονίας και περιβάλλεται από τις οροσειρές Βαρνούντας και Βόρας, σε ένα σημαντικό κόμβο, όπου συνδέεται η νότια περιοχή της Αδριατικής θάλασσας με το Αιγαίο Πέλαγος και την Κεντρική Ευρώπη. Γι' αυτό το λόγο υπήρξε σημαντικό διοικητικό, πολιτιστικό, βιομηχανικό, εμπορικό και εκπαιδευτικό κέντρο. Επίσης κατά την περίοδο της οθωμανικής εποχής ήταν γνωστή και ως η «πόλη των προξένων», δεδομένου ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες διέθεταν προξενεία τους εκεί. Από τότε όμως που έγινε μια παραμεθόρια πόλη της τότε Γιουγκοσλαβίας και μετέπειτα Βόρειας Μακεδονίας, η Μπίτολα παρήκμασε φτάνοντας σήμερα σε μια φάση ημιθανούς κατάστασης. Το μόνο που την κρατάει ζωντανή είναι τα κακόγουστα καζίνο της που κατακλίζονται από ορδές Ελλήνων.
Παρόλα αυτά η Μπίτολα είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στην επικράτεια της Βόρειας Μακεδονίας αν υπολογίσουμε πως η ιστορία της ξεκινάει με την ίδρυσή της ως Ηράκλεια Λυγκηστίς στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Από τότε η πόλη πορεύθηκε μες στο χρόνο με ένα μεγάλο αριθμό ονομάτων. Αρχικά αναφερόταν με το όνομα της αρχαιότερης γειτονικής πόλης Ηράκλεια Λυγκηστίς. Όμως σε μια επιγραφή που βρέθηκε κι αναφέρεται στο μεσαιωνικό φρούριο της πόλης, το οποίο χτίστηκε το 1015, αναγράφεται με κυριλλικό αλφάβητο η ονομασία «Битола» (Μπίτολα). Επίσης ως Μπίτολα αναφέρεται σε χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β' το οποίο χρονολογείται από το 1019/1020. Αργότερα αναφερόταν και ως «Βουτέλιον» ή «Βιτώλια», εξ ου και τα ονόματα «Μπούτελα» (από τον Ουίλιαμ της Τύρου) και «Μπούτιλι» (από τον Άραβα γεωγράφο αλ-Ιντρισί). Οι Βυζαντινοί την ανέφεραν και ως «Πελαγονία» (δηλαδή με το όνομα της περιοχής). Κατά την Τουρκοκρατία, το όνομα της πόλης ήταν «Μοναστήρι» ή «Μαναστίρ» για την πόλη όπως και στα αλβανικά ονομασία «Μαναστίρι». Κοινό ήταν και ένα όνομα με τις δυο ονομασίες μαζί (την σλαβική και την ελληνική): Τόλι-Μοναστίρ (Toli - Monastir) ή Τόλι-Μεναστίρ (Toli-Menastir) Το αρωμανικό όνομα «Μπίτουλι» προέρχεται επίσης από το σλαβικό όνομα. Οι σύγχρονες σλαβικές παραλλαγές του ονόματος περιλαμβάνουν το βουλγαρικό «Μπίτολια» (Битоля), το σερβικό «Βίτολ(ι)» και το σλαβομακεδονικό «Μπίτολα» (Битола). Το ελληνικό όνομα της πόλης, το οποίο συνεχίζει να είναι διαδεδομένο και στη σύγχρονη εποχή, είναι Μοναστήρι. Από την ελληνική ονομασία προέρχεται και η τουρκική λέξη. Σύμφωνα με τη Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών, οι περισσότερες αναλύσεις γύρω από την ετυμολογία του ονόματος Μπίτολα είναι ασαφείς και συνήθως καταλήγουν σε χαλαρές μεταφράσεις με βάση την ονομασία στα Ελληνικά, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ορισμένα γεωγραφικά χαρακτηριστικά και την παρουσία φρυγικών φυλών στην περιοχή κατά την αρχαιότητα. Κατά τον Άντριαν Ρουμ, η ονομασία Μπίτολα προέρχεται από την λέξη της αρχαίας εκκλησιαστικής σλαβονικής γλώσσας «Όμπιτελ» (μοναστήρι), καθώς η πόλη ήταν γνωστή για το μοναστήρι της. Όταν το νόημα της λέξης δεν γινόταν πλέον αντιληπτό, έχασε το πρόθεμα «o».
Όπως είναι λογικό, η πόλη αυτή κουβαλάει μια μεγάλη ιστορία που δε χρειάζεται να την αναφέρω εδώ και να κουράσω. Θα ήθελα όμως να επικεντρωθώ στην εξέγερση του Ίλιντεν που άλλαξε αρκετά την νοοτροπία των κατοίκων της περιοχής και στάθηκε πρόδρομος αρκετών εθνικιστικών εξάρσεων. Δεν είναι τυχαίο πως στους διαλόγους για την ονομασία της χώρας οι γείτονες είχαν προτείνει το "Μακεδονία του Ίλιντεν", μια πρόταση που προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις κι όπως ήταν αναμενόμενο δεν έγινε δεκτή από την ελληνική πλευρά. Εκείνη την περίοδο η ευρύτερη περιοχή της Μπίτολα υπήρξε το προπύργιο της Εξέγερσης του Ίλιντεν, η οποία ξεκίνησε το 1903 στο Ορέχοβο από την IMRO (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) και ήταν μία επανάσταση σλαβοφώνων ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που οργανώθηκε και υλοποιήθηκε από την αυτονομιστική οργάνωση Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση το 1903. Το όνομα της εξέγερσης αναφέρεται στο Ίλιντεν (Илинден), όπως αποκαλούν οι Σλαβομακεδόνες και οι Βούλγαροι την ημέρα εορτής του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο/2 Αυγούστου) και στο Πρεομπραζένιε (Преображение), το οποίο σημαίνει την ημέρα εορτής της Μεταμορφώσεως (6 Αυγούστου με με το Ιουλιανό ημερολόγιο/19 Αυγούστου). Η εξέγερση στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας εκδηλώθηκε στο βιλαέτι του Μοναστηρίου, κυρίως στα κεντρικά και νοτιοδυτικά τμήματα του από τους Βούλγαρους των αγροτικών περιοχών και υποστηρίχθηκε σε κάποιο βαθμό και από τους βλάχους της περιοχής. Μια προσωρινή κυβέρνηση σχηματίστηκε στο Κρούσοβο, όπου οι αντάρτες κήρυξαν τη Δημοκρατία του Κρουσόβου υπό την ηγεσία του δάσκαλου Νίκολα Κάρεφ, η οποία καταλύθηκε μετά από μόλις δέκα ημέρες, στις 12 Αυγούστου. Στις 19 Αυγούστου, μια στενά συνδεδεμένη εξέγερση διοργάνωσαν οι Βούλγαροι χωρικοί στο βιλαέτι της Αδριανούπολης που οδήγησε στην απελευθέρωση μιας μεγάλης περιοχής στα βουνά της Στράντζας στην περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών και στη δημιουργία μιας προσωρινής κυβέρνησης στην πόλη Βασιλικό, τη Δημοκρατία της Στράντζας. Αυτή διήρκεσε περίπου είκοσι μέρες πριν καταλυθεί από τους Οθωμανούς. Όσο για την εξέγερση στην περιοχή του Mοναστηρίου και την ευρύτερη περιοχή σχεδιάστηκε στο χωριό Σμίλεβο τον Μάιο του 1903. Μάχες έλαβαν χώρα στα χωριά Μπίστριτσα, Ράκοβο (Κρατερό), Μπούφι (Ακρίτας), Σκότσιβιρ, Παράλοβο, Μπροντ, Νόβατσι, Τσάπαρι και άλλα. Μάλιστα το Σμίλεβο, το υπερασπίστηκαν 600 επαναστάτες υπό τον Ντάμε Γκρούεφ (Dame Gruev) και Γκεόργκι Σουγκάρεφ (Georgi Sugarev). Όταν οι επαναστάτες ηττήθηκαν, τα χωριά πυρπολήθηκαν.
Βολτάροντας σήμερα στην Μπίτολα, δυσκολεύεσαι να βρεις την αίγλη του παρελθόντος. Πέρα από το Σιρόκ Σοκάκ που προσπαθεί να διατηρήσει την αριστοκρατική όψη της πόλης δεν υπάρχει κάτι άλλο να δει κανείς. Επίσης οι κάτοικοί του μου φάνηκαν πολύ μελαγχολικοί κι ενοχλητικά αδιάκριτοι καθώς μας προσέγγιζαν στο δρόμο με περίεργες διαθέσεις. Όταν έπεσε το σκοτάδι προτιμήσαμε να πάμε σε ένα εστιατόριο να φάμε και να γυρίσουμε σχετικά νωρίς στο δωμάτιο. Την επόμενη μέρα όμως, η πόλη έδειχνε πιο φιλική καθώς μας παρουσιάστηκε λουσμένη στο πρωινό ανοιξιάτικο φως. Κινήσαμε ξανά προς το Σιρόκ Σοκάκ για μια τελευταία βόλτα, αλλά τελικά βρήκαμε περισσότερο ενδιαφέρον στις γύρω παρακμιακές συνοικίες της πόλης όπου κρυβόντουσαν καλά κάμποσα όμορφα αρχοντικά κτίρια.
Αφού χωθήκαμε σε αρκετά στενά που συναντήσαμε στο Σιρόκ Σοκάκ, φτάσαμε στο τελείωμά του όπου είναι μαζεμένα όλα τα μνημεία της Μπίτολα. Εκεί είναι ο Πύργος του Ρολογίου, ο οποίος δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε αν και υπάρχουν γραπτές πηγές από τον 16ο αιώνα που τον αναφέρουν, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για τον ίδιο. Ορισμένοι πιστεύουν ότι χτίστηκε στην ίδια περίοδο με τον ναό του Αγίου Δημητρίου, δηλαδή το 1830. Μάλιστα υπάρχει ένας θρύλος που αναφέρει ότι οι οθωμανικές αρχές μάζεψαν 60.000 αυγά από τα γειτονικά χωριά και τα ανακάτεψαν με το κονίαμα για να κάνουν τους τοίχους του δυνατότερους. Το ρολόι που βρίσκεται στο υψηλότερο από τα τρία επίπεδα του πύργου δεν είναι το αυθεντικό, καθώς αντικαταστάθηκε κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο με ένα λειτουργικό που πρόσφεραν οι Ναζί, καθώς στην πόλη υπήρχαν γερμανικοί τάφοι από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο.
Κοντά στον πύργο βρίσκονται δύο τζαμιά που ομορφαίνουν κάπως την μίζερη όψη της πόλης. Αναφέρομαι στο Καδή Τζαμί Γκαζί Χαϊντάρ που είναι ένα από τα ελκυστικότερα μνημεία ισλαμικής αρχιτεκτονικής στη Μπίτολα, το οποίο χτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1560 και είναι έργο του περίφημου αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν, κατά παραγγελία του καδή της πόλης Χαϊντάρ. Όμως με την πάροδο του χρόνου εγκαταλείφθηκε και υπέστη σοβαρές ζημιές. Μετά όμως από εντατικές εργασίες αποκατάστασης και συντήρησης, απέκτησε ξανά σε κάποιο βαθμό την αρχική του όψη. Λίγο πιο πέρα το Γενί τζαμί αποτελείται από μια τετραγωνική βάση που καταλήγει σε έναν εντυπωσιακό θόλο. Κοντά στο τζαμί βρίσκεται κι ο μιναρές του που έχει ύψους 40 μ. Σήμερα τα δώματα του τζαμιού λειτουργούν ως αίθουσες εκθέσεων τέχνης, μονίμων ή προσωρινών ενώ πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές αποκάλυψαν ότι χτίστηκε πάνω σε παλιά εκκλησία.
Τέλος αξίζει μια επίσκεψη και στον ναό του Αγίου Δημητρίου που χτίστηκε το 1830 με συνεισφορές τοπικών εμπόρων και τεχνιτών. Είναι απλός εξωτερικά, όπως θα έπρεπε να είναι όλες οι εκκλησίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά σπάνιας ομορφιάς στο εσωτερικό του καθώς είναι διακοσμημένος με πολυελαίους, ξυλόγλυπτο επισκοπικό θρόνο και εγχάρακτο τέμπλο. Σύμφωνα με μία άποψη το εικονοστάσιο είναι έργο των χαρακτών Μιγιάκ. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του είναι η αψίδα πάνω από τα αυτοκρατορικά στασίδια με γλυπτές μορφές του Ιησού και των Αποστόλων. Οι τοιχογραφίες του ναού προέρχονται από δύο περιόδους: τα τέλη του 19ου αιώνα, και από το τέλος του Α' Π.Π. έως σήμερα με τις εικόνες να διακρίνονται για την αίσθηση του χρώματος, όπου κυριαρχεί το κόκκινο, το πράσινο κι οι σκιάσεις της ώχρας. Αξιοπρόσεκτη είναι η αφθονία των χρυσών στολισμάτων, που δείχνει την παρουσία υστεροβυζαντινής τέχνης και ρυθμού μπαρόκ. Η εικόνα του Αγίου Δημητρίου είναι υπογεγραμμένη με τα αρχικά "D. A. Z.", δείχνοντας ότι φιλοτεχνήθηκε από τον αγιογράφο Ντίμιταρ Αντόνοφ τον Ζωγράφο, το 1889 ενώ σε πολλά σημεία του ναού υπάρχουν διάφορα σκεύη, ανάμεσά τους δισκοπότηρα, κατασκευασμένα από τοπικούς καλλιτέχνες και αρκετές εικόνες με σκηνές της Καινής Διαθήκης που έφερναν από την Ιερουσαλήμ προσκυνητές. Όλα τα παραπάνω τα έμαθα καθώς συμπέσαμε στην εκκλησία με ένα γκρουπ Ελλήνων όποτε σταθήκαμε κι ακούσαμε αυτά που περιέγραφε με αρκετά διδακτικό ύφος ο ξεναγός τους.
Αυτό όμως που αξίζει στην Μπίτολα, είναι ο αρχαιολογικός χώρος της Ηράκλεια Λυγκήστις που καλό είναι να την επισκεφθεί κανείς το καλοκαίρι που είναι ξεσκέπαστα τα υπέροχα μωσαϊκά δάπεδα της. Μπορεί εμείς να μην είχαμε την τύχη να τα θαυμάσουμε αλλά ευτυχώς πέσαμε σε έναν άκρως συμπαθητικό αρχαιολόγο που είχε απίστευτη διάθεση όχι μόνο να μας μιλήσει για την αρχαία πόλη και την ιστορία της αλλά και να κουβεντιάσει για την σύγχρονη πολιτική κατάσταση της χώρας του και την έξαρση του εθνικισμού.
Φεύγοντας από την πόλη, κράτησα τις όμορφες στιγμές του αρχαιολογικού χώρου και τον άκρως ενδιαφέρον διάλογο που είχαμε με τον αρχαιολόγο. Και μ' αυτές τις τελευταίες μαγικές στιγμές αποχαιρετήσαμε την Βόρεια Μακεδονία κρατώντας μια άκρως συμπαθητική εικόνα για τους γείτονές μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου