Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

Belfast (2021)

 


Πάντα θέλω να ανοίγω την κάθε κινηματογραφική σεζόν με μια καλή πρόταση, θεωρώντας πως και μ' αυτόν τον τρόπο ξεκινάει η νέα χρονιά με ένα ακόμη θετικό πρόσημο. Πόσο μάλιστα φέτος που αποφάσισα να την ξεκινήσω με την πολυαναμενόμενη και πολυδιαφημιζόμενη νέα ταινία του Κένεθ Μπράνα. 
Το "Belfast" έχει αρκετά στοιχεία που εξίταραν έντονα την ανυπομονησία μου μέχρι να το δω. Τα ασπρόμαυρα πλάνα του που του δίνουν μια διαχρονικότητα, το εξαιρετικό soundtrack με τις ιρλανδέζικες επιλογές του, ένα trailer πολλά υποσχόμενο για μια συγκινητική κινηματογραφική βραδιά και το κυριότερο απ' όλα το ότι καταπιάνεται με το ιρλανδικό ζήτημα, μια βαριά πληγή που εξακολουθεί να είναι ανοιχτή στην βορειοδυτική γωνιά της Ευρώπης, πάνω στην οποία έχουν πατήσει αρκετά αριστουργήματα του παρελθόντος όπως το "Ο Άνεμος Χορεύει του Κριθάρι" του Κεν Λόουτς, το "Στο Όνομα του Πατρός" του Τζίμ Σέρινταν, το "Hunger" του Στηβ Μακουίν, το συγκλονιστικό "Bloody Sunday" του Πολ Γκρίνγκρας, το εξαιρετικό "'71" του Γιαν Ντεμάνζ και πολλά άλλα ακόμα. Άραγε το "Belfast" μπορεί να ξεπεράσει τον υψηλό πήχη που έχουν θέσει προγενέστερες ταινίες που έχουν ασχοληθεί με τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση;
Πριν όμως δώσω την απάντηση που ο ίδιος έθεσα στον εαυτό μου, ας πω πρώτα λίγα λόγια για την ιστορία της ταινίας. Το "Belfast" είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο του Κένεθ Μπράνα καθώς ο ίδιος είναι γιος προτεσταντών γονιών που έφυγαν από την Ιρλανδία για να γλιτώσουν από τις καθημερινές ταραχές που προκαλούνταν ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα των καθολικών και των προτεσταντών. Όμως η εξιστόρηση μας γυρνάει στο 1969 όπου το νησί βρισκόταν ακόμα κάτω από την βρετανική κατοχή κι ο βρετανικός στρατός δεν είχε ακόμη εμπλακεί στο ιρλανδικό ζήτημα. Επιλέγοντας αυτή τη χρονική στιγμή, ο δημιουργός καταφέρνει (εσκεμμένα;) να αποφύγει οποιαδήποτε "άβολη" αναφορά στον τρόπο που χειρίστηκαν οι Βρετανοί την βορειοϊρλανδική κρίση και περιορίζεται μόνο σε μια επιδερμική καταγραφή των δράσεων των παραστρατιωτικών οργανώσεων. Θεωρώ πως με την απόφασή του αυτή ο ίδιος ο δημιουργός χαντακώνει την ταινία του, διότι με το trailer άλλο προωθεί και στην μεγάλη οθόνη κάτι άλλο παρουσιάζει. 
Επανέρχομαι στην υπόθεση που μας παρουσιάζει η ταινία. Η εξιστόρηση πραγματοποιείται μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, του Μπάντι, ο οποίος παρακολουθεί σαστισμένος την χαοτική κατάσταση που τραντάζει συθέμελα την ανέμελη καθημερινή ζωή των κατοίκων του Μπέλφαστ, καθώς δυσκολεύεται να αναλογιστεί τις διαφορές των δυο δογμάτων που αντιμάχονται στην πόλη του. Βρήκα έξυπνη τη σκηνή που προσπαθεί με μια ξαδέλφη του να ξεχωρίσουν τους προτεστάντες από τους καθολικούς μέσω των μικρών τους ονομάτων. Όμως όλη αυτή η εκρηκτική κατάσταση δεν τον αγγίζει ιδιαίτερα. Στην ηλικία που είναι, ενδιαφέρεται περισσότερο για τα αμερικάνικα γουέστερν που παρακολουθεί στην τηλεόραση και στη βελτίωση των επιδόσεών του στο σχολείο ώστε να μπορεί να κάθεται πιο κοντά στο κορίτσι με το οποίο είναι ερωτευμένος. Επίσης ο μικρός λατρεύει πολύ τον παππού του και την γιαγιά του και περνάει αρκετό χρόνο μαζί τους. Σε εκείνους βρίσκει περισσότερη θαλπωρή κι ενδιαφέρον καθώς ο πατέρας του λείπει συνεχώς στο Λονδίνο για δουλειά κι η μητέρα του προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μόνη της στο Μπέλφαστ. Δεμένος μ' αυτά τα πρόσωπα κι αυτές τις ανέμελες καταστάσεις, ο ξεσπά έντονα όταν μαθαίνει από τους γονείς του πως πρέπει να μετακομίσουν στο Λονδίνο για να έχουν καλύτερες συνθήκες ζωής.  




Κατά κάποιον τρόπο η ταινία περισσότερο στηρίζεται σε ένα οικογενειακό δράμα παρά σε ένα πολιτικό έργο. Είναι δικαίωμα του δημιουργού το απολιτίκ ύφος που δίνει στο έργο του αλλά προσωπικά θεωρώ μεγάλο ατόπημα να παρουσιάζει την οικογένεια του μικρού Μπάντι ως μια φωτεινή εξαίρεση στην "κακιά" πλευρά των προτεσταντών, η οποία παίρνει από νωρίς την απόφαση να φύγει από την Ιρλανδία. Από την μια ο Κένεθ Μπράνα δηλώνει ουδέτερος κι από την άλλη παρουσιάζει την μια πλευρά κακή. Πέρα απ' αυτό αποφεύγει να αναφερθεί στην κυριότερη περίοδο της ιρλανδικής κρίσης και στις ευθύνες της βρετανικής επέμβασης. Η αποφυγή του αυτή γίνεται ακόμη πιο φανερή, κλείνοντας απότομα την ταινία τονίζοντας ορθώς τον πόνο του ξεριζωμού κι αφιερώνοντας το έργο σε αυτούς που έμειναν, σε αυτούς που έφυγαν και σ' αυτούς που χάθηκαν. Δηλαδή σε όλους. 
Όσον αφορά τα πρόσωπα της ιστορίας, ξεχώρισα και συμπάθησα τον παππού και την γιαγιά, τους οποίους υποδύονται ο εξαιρετικός στο ρόλο του Κιαράν Χιντς κι η Τζούντι Ντεντς. Εξάλλου ήταν κι οι μόνοι χαρακτήρες που είχαν κάποια ανάπτυξη μέσα στο έργο, κι έτσι μπόρεσα να δεθώ μαζί τους. Επίσης ο μικρός Τζουντ Χιλ είναι εξαιρετικός και φαίνεται πως απολαμβάνει με το παραπάνω τον πρωταγωνιστικό του ρόλο. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες ήταν αρκετά επιφανειακοί κι αδιάφοροι. 
Σκηνοθετικά η ταινία έχει όμορφα κι αρκετά καλά ισορροπημένα πλάνα. Μου έκανε εντύπωση που ο δημιουργός έδινε χρώμα στην τηλεόραση και στις παραστάσεις, χωρίς όμως να καταλαβαίνω το γιατί. Όμως διαπίστωσα πως η ταινία αντέγραψε πολλά στοιχεία από άλλες ταινίες. Σαφώς και δεν υπάρχει παρθενογένεση στο χώρο της τέχνης όμως στην συγκεκριμένη ταινία έγινε ξεκάρφωτη αντιγραφή από πλάνα άλλων πασίγνωστων ταινιών και συγκεκριμένα από το "Σινεμά, ο Παράδεισος" και τον "Ψυχρό Πόλεμο", γεγονός που με ξίνισε αρκετά.
Μπορεί στο ιστορικό και στο πολιτικό κομμάτι να με απογοήτευσε αλλά θεωρώ πως το "Belfast" είναι ένα γλυκανάλατο κοινωνικό δράμα που μιλάει για την απώλεια αγαπημένων προσώπων, για την ανασφάλεια που επιφέρει το θρησκευτικό μίσος και για τον καημό της ξενιτιάς. Το συγκινητικό κλείσιμο της ταινίας αφήνει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα. Μπορεί η γιαγιά να εκλιπαρεί να μη γυρίσει κανείς από τους δικούς της να κοιτάξει πίσω καθώς φεύγουν από το Μπέλφαστ, αλλά ο μικρός της ρίχνει μια τελευταία κλεφτή ματιά, αφήνοντας να εννοηθεί πως μπορεί να αλλάζει τόπο αλλά θα παραμείνει δεμένος με τις ρίζες του. 
Εν κατακλείδι, το "Belfast" δεν φτάνει τον πήχη που προγενέστερες ταινίες αυτού του είδους είχαν θέσει αρκετά ψηλά, αλλά παρακολουθώντας την εξέλιξη του έργου συνειδητοποιείς πως ο Κένεθ Μπράνα δεν είχε αυτήν την προσδοκία. Αντιθέτως γίνεται εξαρχής φανερό πως επιθυμία του ήταν να προσφέρει ένα ήπιο ανθρώπινο δράμα που να μπορεί να σου προσφέρει μια όμορφη κινηματογραφική βραδιά γεμάτη όμορφα πλάνα, καλή μουσική, ωραίο ρυθμό και φυσικά τα γλυκά λόγια του Κιαράν Χιντς στο ρόλο του παππού. 


Βαθμολογία: 6/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου