Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Ο σκοταδισμός της κουκούλας


Άραγε ποιά είναι η διαφορά που έχουν οι πρόσφατοι κουκουλοφόροι καταληψίες της Νομικής Σχολής με τους τζιχανιστές του Ισλαμικού Κράτους, όσον αφορά τη σχέση τους με την Τέχνη; Η απάντηση είναι σχεδόν καμία. 
Οι τζιχαντιστές είναι απαίδευτα όντα χωρίς αισθητική, χωρίς ανθρωπιά και χωρίς νοημοσύνη. Γι' αυτό κι αλληλοσφάζονται χωρίς έλεγχο, και γκρεμίζουν αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία των περιοχών που έχουν επιβληθεί. Βρίσκονται όμως σε μία κατάσταση πολέμου και σε ένα παρελθόν καταπίεσης και υπόγειας υποστήριξης από δυτικές χώρες, κάτι που τους ώθησε σήμερα να καταφεύγουν σ' αυτά τα έκτροπα. 
Οι κουκουλοφόροι που ζουν στη πρωτεύουσα μίας χώρας που δε βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση τι δικαιολογία μπορούν να προσάψουν; Μήπως αυτοί οι επαναστάτες της πλάκας. κρυμμένοι κάτω από κουκούλες και μαντήλια, έχουν πάρει την έννοια του αγώνα λάθος; Τι κερδίζουν με το να βρομίζουν κι άλλο την πρωτεύουσα με αφίσες και καμένους κάδους και να αμαυρώνουν τα ελάχιστα πλέον στολίδια της πόλης με σπρέι και βανδαλισμούς; 
Τι κέρδισαν με το να μουτζουρώσουν για μία ακόμη φορά το άγαλμα του Κωστή Παλαμά; 
Πως έδειξαν τον πολιτισμό τους με τον αποκεφαλισμό της Κυβέλης;
Γιατί έχουμε μάθει σ' αυτήν την κωλοκοινωνία να σπάμε κάθε τι που εξέχει από αγάλματα κι αρχιτεκτονικά μέλη όμορφων νεοκλασικών κτιρίων, τα οποία προσπαθούν με την παρουσία τους να προσφέρουν μία καλαισθησία στη μίζερη καθημερινότητά μας.
Τιμωρία γι' αυτά τα ανεγκέφαλα πλάσματα, δεν είναι η κράτηση σε κάποιο τμήμα ούτε ο τραμπουκισμός των αστυνομικών εις βάρος τους. Η τιμωρία τους πρέπει να είναι εποικοδομητική. 
Η τιμωρία τους θα πρέπει να είναι η υποχρεωτική βοήθεια τους σε έναν συντηρητή έργων τέχνης καθ'όλη τη διάρκεια της διαδικασίας καθαρισμού του γλυπτού σε περίπτωση που είναι αναστρέψιμη η κατάσταση ή στην καταναγκαστική παρακολούθηση και πρακτική εξάσκηση μαθημάτων γλυπτικής και μαρμαροτεχνικής για να εμπεδώσουν το μεράκι κάποιων συνανθρώπων μας σε πράξεις πολιτισμού αλλά και στην εμπέδωση των "κόμπων" που εμφανίζονται πάνω στις παλάμες των γλυπτών καθώς σμιλεύουν για μέρες το μάρμαρο με το γλωσσάκι και τον μαντρακά για να δημιουργήσουν ένα κομψοτέχνημα.
Ίσως έτσι καταφέρουν να εκτιμήσουν την Τέχνη και την καλαισθησία.
Ίσως έτσι καταλάβουν πως η παρουσία τους και οι πράξεις τους μόνο κακό κάνουν στην κοινωνία μας.
Πρέπει επιτέλους κάποιος να τους δείξει σ' αυτούς τους ανεγκέφαλους βανδάλους πως και τα αγάλματα πονάνε...

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Η Φρανκφούρτη φλέγεται...



Αξία δεν έχει τόσο η εξέγερση, όσο ο τόπος όπου πραγματοποιείται. Χιλιάδες κόσμος συγκεντρώθηκε στην καρδιά του σάπιου νεοφιλελεύθερου συστήματος για να διαδηλώσει ενάντια στη λιτότητα και την απάνθρωπη πολιτική που έχει επιλέξει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αφορμή στάθηκε το νέο κτίριο των κεντρικών γραφείων της Ε.Κ.Τ. το οποίο κόστισε 1,3 δις την ώρα που ο ευρωπαϊκός νότος στενάζει από δικά τους αυστηρά μέτρα.
Η διαδήλωση είναι έντονη κι αυτό δε φαίνεται μόνο στα περιπολικά που κάηκαν και στα χημικά που πέταξαν οι δυνάμεις καταστολής προς τον κόσμο. Η οργή είναι διάχυτη και φαίνεται από τους καθιστούς διαδηλωτές που αρνούνται να δώσουν τα στοιχεία τους στην αστυνομία που φρουρεί την πόλη μέχρι αυτούς που αναρριχηθούν πάνω στο κτίριο της Ε.Κ.Τ. για να κρεμάσουν πανό κατά τις λιτότητας. Σημάδι θετικό απέναντι στις προσδοκίες μου για την αφύπνιση των ευρωπαϊκών λαών.
Ο τίτλος της ανάρτησης δεν είναι υπερβολικός διότι η διαδήλωση δεν πραγματοποιείται σε ένα μόνο σημείο αλλά σε πολλές περιοχές της πόλης με τον αριθμό των τραυματιών να αυξάνεται συνεχώς. Φυσικά εκεί οι μάχες γίνονται σώμα με σώμα. Δεν υπάρχει κανένα παρακράτος να φορέσει κουκούλα για να σπάσει τρόλεϊ και να βεβηλώσει μικρές εκκλησίες, όπως γίνεται εδώ.
Η μεγαλύτερη όμως νίκη της σημερινής διαδήλωσης φάνηκε με την έλευση του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, ο οποίος τελικά έφτασε στα νέα γραφεία με... ελικόπτερο.
Μόνο που το ελικόπτερο έχει συσχετιστεί με πολλές πανωλεθρίες της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας.
Καιρό τώρα η Ευρώπη έχει αρχίσει και σείεται...

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Δελφική γαλήνη...



Ο αέρας φυσάει δυνατά έξω από το μπαλκόνι μου. Είναι οι τελευταίες του προσπάθειες που κάνει μάταια κι αυτός ο χειμώνας για να απωθήσει το καλοκαίρι που σιγά-σιγά μπαίνει πάλι στην καθημερινότητά μας. Πόσα καλοκαίρια έχουμε ήδη ζήσει σ' αυτό το γρήγορο πέρασμα που λέγεται ζωή; Πόσα ηλιοβασιλέματα έχουμε απολαύσει σε παραλίες και νησιά; Κι από την άλλη πόσους χειμώνες έχουμε περάσει κουλουριασμένοι στον καναπέ ή στις σκοτεινές αίθουσες κινηματογράφων της πόλης.
Αυτές τις μέρες προσπαθώ να κρατήσω μία αποχή απ' όλα. Μία σιωπή στη μνήμη ενός αδικοχαμένου νέου και στην συνειδητή αποχή μου από τα λαϊκά δικαστήρια που ετοιμάζονται να κατασπαράξουν του ηθικούς αυτουργούς αυτού του θανάτου. Αυτές τις μέρες είδα αρκετούς να ξεσπάνε την οργή τους, μερικούς να κρατάνε μία λογική στάση και ελάχιστες περιπτώσεις να διαφημίζουν τα βιβλία τους μέσω τρίτων.
Δε θα μείνω σ' αυτό. Θα αρκεστώ στην όμορφη περιπλάνησή μου στο ενεργειακό τοπίο των Δελφών και την ανεξήγητη ασφάλεια των θεόρατων γκρεμών που με σκέπαζαν καθώς περπατούσα ανάμεσα στα ίχνη του τεμένους της Αθηνάς Πρόναιας. Κι ενώ περιπλανιόμουν μεταξύ του Θόλου και των δύο Θησαυρών (του Ιωνικού και του Δωρικού), το κλίμα χάλασε διότι ένας απερίσκεπτος κι εγωκεντρικός νεαρός κατάφερε να χαλάσει την γαλήνη του τοπίου, ουρλιάζοντας προς τον φύλακα του χώρου, ο οποίος δικαίως του απαγόρευε να στήσει μια καλλιτεχνική "εγκατάσταση" μέσα στον αρχαιολογικό χώρο. Αμέσως βγήκε στη φορά η ηλίθια περηφάνια του κάθε απαίδευτου συμπατριώτη μου. Γραφικές ατάκες όπως "Για δες ποιοι φυλάνε τον πολιτισμό μου" και "Δε θα μου πεις τι θα κάνω με τα αρχαία" κι άλλα πολλά, διέλυσαν όλη τη μαγεία που πρόσφερε απλόχερα το τοπίο. Η στάση του νεαρού μετατράπηκε σε μία απόλυτη εμπάθεια προς το πρόσωπό του. Με απώθησε παραπέρα.
Κι ενώ ο νεαρός Νεοέλληνας ούρλιαζε σαν εξοργισμένος ουρακοτάγκος, ένας ξένος επισκέπτης αυτού του τόπου αναπαυόταν διακριτικά πιο πέρα πάνω σε έναν λίθο, παραδίδοντας μ' αυτόν τον τρόπο  το πνεύμα του στην ηρεμία του τοπίου. Απομακρύνθηκα από τις ασεβείς φωνές του συμπατριώτη μου κι έκατσα σε μία απόσταση ασφαλείας από τον ηλικιωμένο επισκέπτη. Μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον η ευγένειά του απέναντι στο χώρο τον οποίο βρισκόταν. Δεν ήθελα να καταστρέψω την όμορφη στιγμή του. Καθόταν αμίλητος κάτω από ένα δέντρο και διάβαζε κάτι σημειώσεις. Σήκωσα αθόρυβα τον φακό της φωτογραφικής μου μηχανής και τον αποθανάτισα την ώρα που έκλεινε το σημειωματάριό του κι αφηνόταν στη απεραντοσύνη του δελφικού τοπίου.
Η ενέργεια που δεχόταν, εξέπεμπε προς όλες τις μεριές. Μία ελαφριά πίεση αισθάνθηκα στο στήθος. Προς στιγμής ένιωσα μία απέραντη ευτυχία. Χαμογέλασα.
Για κάποιους το κάλος της Αρχαίας Ελλάδας είναι ακόμα ζωντανό.
Κι ορατό...

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Παγιδευμένοι σε μιά Ά-σχετη χώρα



του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Κι εκεί που θέλαμε να τ’ αλλάξουμε όλα, μάλλον, σκοντάψαμε ξανά στον εαυτό μας. Σαν να ήταν ένα πατάκι, ένα χαλάκι για τα πόδια, παραπεταμένο κάπου στο πάτωμα. Λες και ότι συμβαίνει συχνά-πυκνά στον μικρόκοσμο της προσωπικής μας ζωής, απλώνεται και επηρεάζει ή και επηρεάζεται από ολόκληρη τη νεοελληνική συλλογικότητα, που παριστάνει το «υπερήφανον έθνος». 
Σε ένα ιδιόμορφο ασανσέρ, από το ατομικό και στο συλλογικό και ξανά πάλι πίσω, η νεοελληνική ταυτότητα μοιάζει εγκλωβισμένη σε ά-σχετες σχέσεις. Κι οι ομοιότητες ανάμεσα στον ατομικό και στον συλλογικό μας εγκλωβισμό σίγουρα δεν είναι τυχαίες και συμπτωματικές.
Ίσως, ένα άθροισμα εγκλωβισμένων εαυτών σε ά-σχετες προσωπικές σχέσεις, δεν μπορεί παρά να συστήνει μια εγκλωβισμένη κοινωνία σε μιαν ά-σχετη σχέση με την Ευρώπη.
Σαν ένας άνθρωπος παγιδευμένος σε μια σχέση απ’ όπου δεν μπορεί να ξεφύγει. Σε μια σχέση που δεν είναι ούτε στο ελάχιστο πια ευτυχής. Συχνά απογοητευμένος ή σε βαθιά σύγχυση, ανίκανος να εισπράξει την αγάπη και τον σεβασμό που πραγματικά του αξίζει και επιθυμεί.
Δεν το λέει στους άλλους, αλλά τον «καίει» μέσα του: «ε, και τι τώρα; Αυτό ήταν όλο;». Κάποιες φορές το εκμυστηρεύεται στις νύχτες του: «θα είμαι, ρε γαμώτο, πραγματικά ευτυχισμένος ποτέ;». Κι άλλες φορές παραπονιέται: «έχω κι εγώ το δικαίωμα να είμαι καλά. Δεν το έχω;» Όταν ξημερώσει τον ξαναπιάνει ο φόβος για το μέλλον που τον περιμένει αν μείνει σ’ αυτή τη δυστυχισμένη σχέση. Όταν φορτώνεται πολύ με ενοχές, φτάνει να αναρωτιέται αν έχει το «δικαίωμα», αν «αξίζει», να είναι και αυτός ευτυχισμένος. Και υπάρχουν πολλοί που προσφέρονται να ανταλλάξουν ενοχές, όπως περίπου σε άλλες κοινωνίες ανταλλάσσουν συλλογές με γραμματόσημα.
Βλέπεις, το δικαίωμα στη χαρά της σχέσης, υποκαταστάθηκε από το δικαίωμα στην κατανάλωση, τόσο που ξεχάστηκε κάπου πίσω στο παρελθόν, σαν χαρταετός σε κάποιο πατάρι.
Όμως το να νοιώθει κανείς εγκλωβισμένος σε μια σχέση, είναι, στη τελική, μια κατάσταση του μυαλού. Γιατί, κανείς δεν χρειάζεται «άδεια» για να εγκαταλείψει μια σχέση, μια δουλειά, μια φιλία, έναν γάμο ή μια οικονομική ένωση ας πούμε. Εν τούτοις, εκατομμύρια άνθρωποι, παραμένουν σε «δύσκολες» σχέσεις, που κυμαίνονται από τον συναισθηματικό κενό μέχρι και την κακοποίηση. Ολόκληρες κοινωνίες παραμένουν σε σχέσεις που κυμαίνονται από την απλή εκμετάλλευση ως την πλήρη λεηλασία.
Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές. Προσφέρονται αφειδώς απ’ τα πρωϊνάδικα ως τα καθώς πρέπει έγκυρα media. Από την ανάγκη φροντίδας των παιδιών ή ενός άρρωστου συντρόφου, μέχρι την υπευθυνότητα, τον ρεαλισμό, τη σοβαρότητα και την επιδέξια νοικοκυροσύνη ή την απειλή της χρεοκοπίας και της ακραίας φτώχειας.
Η αμφιθυμία, η εσωτερική σύγκρουση, ανάμεσα στις ενοχές και στην διάθεση απεγκλωβισμού, δεν παράγει τίποτα περισσότερο παρά το «γαρ πολύ της θλίψεως» που με τη σειρά του «γεννά παραφροσύνη».
Όπως μερικά ζευγάρια όπου τα χρήματα γίνονται η συγκολλητική ουσία και ταυτόχρονα ο δυσβάσταχτος ζυγός, ενώ η σχέση σταδιακά και ανεπαίσθητα εκπίπτει σε μια μορφή στυγνής εμπορικής συμφωνίας. Μια σχέση ως οικονομικό αλισβερίσι το πολύ. Ή όπως κάποιες νοικοκυρές που φοβούνται την αυτονομία, μήπως καταλήξουν χωρισμένες μητέρες. Ή όπως κάποιοι σύζυγοι που φοβούνται πως η αυτονομία τους θα τους κοστίσει πολύ ακριβά σε διατροφές και λοιπά.
Άλλοι πάλι, ντρέπονται μπροστά στην πιθανότητα να εγκαταλείψουν μια σχέση, γιατί αυτό θα δείχνει την «αποτυχία» τους. Φοβούνται πως έτσι θα κλονιστεί η ίδια η ταυτότητα τους. Η εικόνα που έχουν οι ίδιοι, μέσω των Άλλων, για τον εαυτό τους. Ποιά ταυτότητα; Ποιά εικόνα; Άλλοι, τέλος νοιώθουν αρκετά ηλικιωμένοι για «τέτοια πράγματα». Οι δικαιολογίες, προς τον ίδιο μας τον εαυτό, για τη διαιώνιση του εγκλωβισμού είναι όσες και οι ανθρώπινοι φόβοι. Γιατί, σε όλα τα παραπάνω, ένα είναι το διάχυτο συναίσθημα: ο φόβος.
Όπως σ’ έναν άνθρωπος παγιδευμένο σε μια σχέση, που δεν μπορεί να ξεφύγει, ο φόβος στην πραγματικότητα υποκρύπτει τη μοναξιά που θέλουμε να αποφύγουμε.
Όπως συμβαίνει συχνά στις μακροχρόνιες σχέσεις, οι σύντροφοι δεν αναπτύσσουν τις ατομικές τους δραστηριότητες ή δεν αναπτύσσουν σχέσεις χωρίς τον/την σύντροφο τους. Βέβαια, στην προ-μεταπολιτευτική νεοελληνική πραγματικότητα η παλιά διευρυμένη οικογένεια με τον παππού και τη γιαγιά, τους θείους και τις θείες, τα ξαδέρφια και τα μπατζανάκια, τα σόγια μ’ έναν λόγο, ήταν μια μικρή κοινότητα σε διαρκή αλληλεπίδραση που δεν επέτρεπε το κλείσιμο στην πυρηνική/περίκλειστη οικογένεια.
Αντίθετα σήμερα οι γυναίκες τείνουν να έχουν κανα δυο φιλενάδες, ενώ είναι συνήθως πιο κοντά στους γονείς τους, ακολουθώντας την παράδοση. Οι άνδρες είναι πιο επικεντρωμένοι στην εργασία τους, αγνοώντας συνήθως τις συναισθηματικές τους ανάγκες, και στηριγμένοι μάλλον αποκλειστικά στη σύντροφο τους για υποστήριξη. Άλλωστε, τα στερεότυπα για την ανυπαρξία των συναισθηματικών αναγκών των αρσενικών, κρατούν ακόμη καλά.
Το πρόβλημα είναι, ότι μέσα στην νεοελληνική πραγματικότητα τόσο οι άνδρες, όσο και οι γυναίκες παραμελήσαμε την ατομική μας ανάπτυξη και εξέλιξη. Γυναίκες και άνδρες εγκαταλείψαμε τους φίλους μας, τα χόμπι και τις δραστηριότητες μας, για να υιοθετήσουμε –εξαρτησιακά- αυτές του συντρόφου μας.
Το συνδυαστικό αποτέλεσμα όλων αυτών επέφερε το φόβο της μοναξιάς και της απομόνωσης, σε όσους τολμούν έστω και να σκεφτούν την ιδέα να βρεθούν μόνοι τους, υποθηκεύοντας τις προοπτικές μιας πλήρους ενηλικίωσης, σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού.
Για εκατοντάδες χιλιάδες νεοελλήνων, η κρίσιμη ταυτότητα τους είναι «ο σύζυγος» ή «η σύζυγος». «Ο κουβαλητής» ή «η νοικοκυρά». Ο άνδρας της τάδε ή η γυναίκα του δείνα. Για τους ανθρώπους αυτούς η πιθανότητα του απεγκλωβισμού, μοιάζει σαν μια αίσθηση απώλειας του ίδιου τους του εαυτού. Είναι μια κρίση ταυτότητας. Άλλο τόσο γι’ αυτούς που αν και χωρίζουν, η ταυτότητα τους επιμένει να προσδιορίζεται –κατά βάσιν- σαν «κηδεμόνας», αφού μόνο η ανατροφή των παιδιών μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή αυτοεκτίμησης. Αλλά, πάνω απ’ όλα, η πιθανότητα απεγκλωβισμού, μοιάζει να απειλεί το πιο ουσιώδες νεοελληνικό ταυτοτικό χαρακτηριστικό: αυτό του καταναλωτή.
Η μεταπολιτευτική κοινωνική δομή, δεν επέτρεψε στους ανθρώπους να ζήσουν ποτέ μόνοι τους. Αφήσαμε το πατρικό σπίτι ή τον συγκάτοικο στο πανεπιστήμιο κατ’ ευθείαν για έναν γάμο ή έναν ρομαντικό έρωτα. Δεν αφήσαμε, ούτε στιγμή, το ένα κλαδί από το χέρι πριν πιαστούμε από ένα άλλο. Όμως η σχέση μας βοήθησε να φύγουμε από το σπίτι σωματικά, ενώ δεν ολοκληρώσαμε τη διαδικασία αυτή στο ψυχολογικό επίπεδο. Η μεταπολίτευση δεν παρήγαγε –ως επί το πλείστον- αυτόνομους ενήλικες. Γι’ αυτό κάθε πιθανή αίσθηση απεγκλωβισμού ενεργοποιεί το μισοτελειωμένο έργο της ενηλικίωσης. Οι φόβοι και οι ενοχές που είχαν απωθηθεί, που είχαν παρακαμφθεί, με τη βιαστική εμπλοκή στη σχέση ή στο γάμο, εμφανίζονται δραματικοί και θηριώδεις.
Η νεολληνική οικογένεια της μεταπολίτευσης δεν ενθάρρυνε κατάλληλα τον συναισθηματικό διαχωρισμό του παιδιού στη φάση ανάπτυξης της αίσθησης εαυτότητας, ίσως γιατί δεν ήθελε πεισματικά να «γεράσει». Κι ένας γονιός «δεν βγαίνει στη σύνταξη» όσο το παιδί του παραμένει ανήλικος. Ώσπου οι «ανήλικοι» έγιναν γονείς σε μια κοινωνία, σαν τη σημερινή, που αδυνατεί πλέον να προσφέρει έστω και τους ελάχιστους όρους για την απρόσκοπτη αυτονόμηση των σημερινών παιδιών.
Κάπως έτσι, βρεθήκαμε απλώς να αρνιόμαστε το πρόβλημα. Κάναμε την ανωριμότητα συνήθεια μας. Για χρόνια ολόκληρα εξορθολογίσαμε, ελαχιστοποιήσαμε και δικαιολογήσαμε απαράδεκτες συμπεριφορές συντρόφων, συνεργατών, φίλων αλλά και –κυρίως- πολιτικών εκπροσώπων μας και Ευρωπαίων εταίρων, για να «κρατηθούμε» με νηπιώδεις συλλογισμούς από μια κάποια «ελπίδα που έρχεται», «από κάποιον μέλλον που ξεκινά» ή από κάποιες περιστασιακά καλές εποχές που η «πιπίλα του νηπίου» πουλιόταν με 60 άτοκες δόσεις στον κάθε Κωτσόβολο.
Κάπως έτσι, πιστέψαμε επαναλαμβανόμενα ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και επενδύσαμε ότι «δεν μπορεί» τα πράγματα κάποια στιγμή θα βελτιωθούν «αρκεί μονάχα να...» αρνούμενοι τον βαθύτερο πόνο, που θα μπορούσε να μας παρακινήσει να μπούμε, επιτέλους, σε μια αναγκαία διαδικασία συνειδητοποίησης και αλλαγής.
Αν χαρακτηρίζει κάτι τον ανθρωπολογικό τύπο της μεταπολίτευσης, αλλά και την κοινωνία στο σύνολο της, έναντι των υπόλοιπων ευρωπαϊκών, είναι η Έλλειψη Αυτονομίας. Γιατί ατομική αυτονομία σημαίνει να είναι κανείς ένα συναισθηματικά ασφαλές, ξεχωριστό και ανεξάρτητο πρόσωπο. Και βέβαια τα μη αυτόνομα άτομα, δεν μπορούν, κατά κανένα τρόπο, να οικοδομήσουν αυτόνομες συλλογικότητες.
Η έλλειψη αυτονομίας οδηγεί στην παγίδευση και στην αμφιθυμία. Μία έτσι και μία γιουβέτσι κατά το κοινώς λεγόμενον. Από τη μία πλευρά ποθούμε την ελευθερία και την ανεξαρτησία, και από την άλλη πλευρά, επιθυμούμε την ασφάλεια μιας σχέσης, ακόμα και ένα αυτή είναι ά-σχετη και προβληματική.
Αυτονομία, τέλος, δεν σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε τους άλλους, αλλά ότι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να βιώνει άφοβα μια υγιή σχέση μαζί τους, χωρίς φόβους και κινδύνους πιστωτικής ασφυξίας. Να μπορούμε να μην αισθανόμαστε χαμένοι και άδειοι αν τυχόν μείνουμε μόνοι. Να μην αισθανόμαστε υπεύθυνοι για τα συναισθήματα και τις ενέργειες των άλλων. Να μην παίρνουμε τα πράγματα, πάντα, τόσο πολύ, προσωπικά. Να έχουμε τις δικές μας απόψεις και αξίες, δίχως να είναι εύκολο να μας υποβάλλουν οι άλλοι τις δικές τους. Αυτονομία, τέλος, σημαίνει να μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις μόνοι μας. Σαν ενήλικοι πολίτες, σαν οικογένειες ενηλίκων, σαν κοινωνία ενηλίκων πολιτών.
"Αν χρειάζεται ένα αρχικό σημείο εκκίνησης, για μια οποιαδήποτε αλλαγή, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από μια σφοδρή και καθολική πολιτισμική επανάσταση" λέει, σε μια συνέντευξη του, ο Δημήτρης Αποστολάκης των Χαίνηδων. Μια επανάσταση για την αυτονόμηση και την ενηλικίωση μας. Και μια τέτοια επανάσταση, προφανώς, δεν έχει τίποτα να κάνει με τις ιδεοψυχαναγκαστικές εμμονές των «υπεύθυνων» και «ρεαλιστών» νοεφιλελεύθερων εδώ ή στην Ευρώπη. Έτσι κι αλλιώς η αυτονομία, η ενηλικίωση, όπως και ο Έρωτας, ήταν πάντα μια ριψοκίνδυνη ιστορία για «μεγάλα παιδιά». Γι’ αυτό το ζητούμενο του ατομικού και συλλογικού μας απεγκλωβισμού δεν μπορεί παρά να περνά από μια επανάσταση των ψυχών.

Το άρθρο στολίζει το έργο του Ρομπέρτο Μάττα «Σκοτεινό Φως».

Πηγή: http://www.thepressproject.gr

Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Ο Μαρξ και η Ιστορία (132 χρόνια από τον θάνατό του)



Στις 14 Μαρτίου 1883, η πολυτάραχη και τόσο δημιουργική ζωή του γερμανού στοχαστή φτάνει στο τέλος της. Ο επιστήθιος φίλος του Φρίντριχ Ένγκελς τον αποχαιρετά χαρακτηρίζοντάς τον στον επικήδειο λόγο του ως «τον πιο συκοφαντημένο άνθρωπο της εποχής του».

Της Κατρίν Αλαμάνου

Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) είδε την Ιστορία ως μια διαλεκτική διαδικασία, στην οποία εσωτερικές δυνάμεις προκαλούν μεταβολή και τροποποίηση της συνολικής οικονομίας.
Η μεταβολή αυτή, που κινεί την Ιστορία, είναι το αποτέλεσμα της αντίφασης ανάμεσα σε μία θέση και την αντίθεση της. Η σύνθεση της θέσης και της αντίθεσης δημιουργούν μια νέα θέση, μια νέα μορφή. Έτσι ξεκινά εκ νέου η ίδια διαδικασία, η διαλεκτική διαδικασία.
Αυτή η διαλεκτική διαδικασία αντανακλάται σε αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «τρόπο της παραγωγής», το σύνολο δηλαδή των σχέσεων ανάμεσα σε αυτούς που έχουν την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και σε εκείνους που τα χρησιμοποιούν.
Ως γνωστόν, η ανάλυση του Μαρξ επικεντρώθηκε στο καπιταλιστικό σύστημα. Εκεί κυριαρχεί η δύναμη του κεφαλαίου, υπάρχει πλήρης διαχωρισμός της εργασίας από την εργατική δύναμη, δηλαδή ο εργάτης αποξενώνεται από τα μέσα παραγωγής και ως επακόλουθο έρχεται η ταξική πάλη.
Ο Μαρξ σημείωσε έναν αριθμό σταδίων στην εξέλιξη της οικονομικής ιστορίας (και γι’ αυτό η θεωρία του εντάσσεται στις εξελικτικές σταδιακές θεωρίες), καθένα από τα οποία οδηγεί στο επόμενο, μέσα από την κατάρρευσή του, λόγω εγγενών εσωτερικών αντιθέσεων.
Στις κοινωνίες που δεν έχει επικρατήσει ο καπιταλισμός, δεν υπάρχει η ελεύθερη εργασία και η ανταλλαγή της ελεύθερης εργασίας με χρήμα. Επίσης, δεν υφίσταται διαχωρισμός της ελεύθερης εργασίας από τις αντικειμενικές συνθήκες της πραγματοποίησής της, δηλαδή από τα μέσα και το αντικείμενο της εργασίας.
Ως εκ τούτου, στο πρώτο προκαπιταλιστικό στάδιο ο Μαρξ παρατηρεί την ύπαρξη της «ελεύθερης μικρής γαιοκτησίας και της κοινής ιδιοκτησίας γης». Ο εργάτης ήταν ιδιοκτήτης και «κύριος των συνθηκών της πραγματικότητάς του», ενώ σκοπός της εργασίας ήταν η επιβίωση ή η διατήρηση του ατόμου και της οικογένειας.
Οι τύποι κατοχής γης στο πρώτο προκαπιταλιστικό στάδιο ήταν, η ανατολική κοινότητα στην οποία συνυπήρχαν ιδιωτική και κοινή ιδιοκτησία (ασιατική φυλετική ιδιοκτησία), το αρχαίο κοινωνικό σύστημα κρατικής ιδιοκτησίας και ο γερμανικός ή ο τύπος της φεουδαρχικής κτηματικής ιδιοκτησίας.
Αν και διαφορετικός ο ένας από τον άλλο, οι τρεις αυτοί τύπου είχαν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά:
Έγγειος ιδιοκτησία και αγροτική παραγωγή αποτελούσαν τις βάσεις της οικονομίας και το αντικείμενο της παραγωγής αποτελούσε αξία χρήσεως, σε αντίθεση με την παραγωγή ανταλλακτικών αξιών.
Η γη ιδιοποιήθηκε «όχι μέσω εργασίας, αλλά ως η προκαταρκτική συνθήκη εργασίας», την οποία το άτομο θεωρούσε απλώς ως δική του.
Η πραγματική ύπαρξη της κοινότητας προσδιοριζόταν από τον τύπο της ιδιοκτησίας των αντικειμενικών συνθηκών εργασίας.
Η εξέλιξη εξαρτήθηκε από την επιτυχημένη αναπαραγωγή και διατήρηση της σχέσεως ανάμεσα στο άτομο και την κοινότητα.
Τα όρια όμως σύντομα ξεπεράστηκαν. «Ο στόχος όλων αυτών των κοινωνιών είναι η διατήρηση τους, δηλαδή η παραγωγή ατόμων, που ως ιδιοκτήτες συνιστούν τις κοινωνίες, κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο υπάρξεως[…] Η αναπαραγωγή όμως αυτή ταυτόχρονα αποτελεί αναγκαστικά νέα παραγωγή και την καταστροφή του παλιού τύπου», έγραφε ο Μαρξ. Όπου εγκαθιδρύθηκε η ιδιωτική ιδιοκτησία «δημιουργήθηκαν ήδη συνθήκες που επιτρέπουν στο άτομο να χάσει την περιουσία του». Μια τέτοια διάλυση συνεπαγόταν και τη διάλυση της σχέσεως προς το χώμα –τη γη ή το έδαφος- ως φυσική συνθήκη παραγωγής» και κοινής ιδιοκτησίας. Οι μεταβολές αυτές θεωρήθηκαν από τον Μαρξ ως μέρος της ιστορικής διαδικασίας, που ήταν αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων των οικονομικών αυτών σχηματισμών. Η διάλυση της σχέσης προς τη γη, πρόκειται για αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «ιστορική κατάσταση Νο 1».
Η ιστορική διαδικασία Νο 2 αρνήθηκε τη σχέση προς τα εργαλεία της εργασίας. Μια τρίτη μορφή, όμως, μπορούσε να υπάρξει, στην οποία ο άνθρωπος δεν είχε την ιδιοκτησία ούτε της γης ούτε των εργαλείων εργασίας, αλλά μόνο των μέσων συντήρησης. Στη χειρότερή της έκφραση η συνθήκη αυτή οδήγησε στη δουλεία και τη δουλοπαροικία, που και οι δύο τους βασίζονταν στην κυριαρχία. 
Ακολούθως, η διάλυση των παλιών μορφών οδήγησε βαθμιαία στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, στην οποία το κεφάλαιο ενοποίησε την εργασία και τα εργαλεία της εργασίας που είχαν αποξενωθεί. 
Η ανάλυση του Μαρξ για το καπιταλιστικό σύστημα και τη διαδικασία της μεταβολής του ήταν περισσότερο λεπτομερειακή και συστηματική από ό, τι των προκαπιταλιστικών περιόδων και βασιζόταν σε ένα σύστημα σχέσεων, που προϋπέθεσε για κείνη τη μορφή της οικονομίας.
Το υπόδειγμα αυτό βασίστηκε στην εργασιακή θεωρία της αξίας, στην ανταγωνιστική λογική της οικονομίας της αγοράς, στη συμπεριφορά μεγιστοποιήσεων των εργοδοτών και στην απουσία ισχυρών θεσμών που να αντιστέκονται στη δύναμη της αγοράς. Η ανάλυσή του μπορεί να ιδωθεί μόνο ως μια θεμελίωση της προκριθείσας θεωρίας του, σύμφωνα με την οποία η οικονομική μεταβολή εξαρτάται από τις εσωτερικές αντιθέσεις του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, όπως τελικά αντιπροσωπεύονται στον ταξικό αγώνα.

Μαρξ και νομοτέλεια

Για τον Μαρξ, στη σφαίρα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και του αντίστοιχου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας εντοπίζονται οι απαρχές μια ιστορικής δυναμικής που εκτυλίσσεται κατ’ αναγκαιότητα και οδηγεί έτσι στην ανατροπή του καπιταλισμού και στη διαμόρφωση του κομμουνιστικού κοινωνικού σχηματισμού.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα δόλο της παραγωγής, που όπως ο καντιανός δόλος της Φύσης και ο χεγκελιανός δόλος του Λόγου, συνίσταται στην εκμετάλλευση των ειδικών σκοπών και συμφερόντων, προκειμένου να οδηγηθεί η Ιστορία προς την πραγμάτωση του καθολικού, και, ειδικότερα στην περίπτωση του Μαρξ, προκειμένου να οδηγηθεί η προ-Ιστορία της ανθρωπότητας προς την έκβασή της, δηλαδή προς τον κομμουνισμό ως αφετηρία της αληθινής Ιστορίας της ανθρωπότητας.
Δηλαδή, η ίδια η αστική τάξη, στην προσπάθειά της να προωθήσει και να πραγματώσει το ειδικό/ταξικό συμφέρον της, προετοιμάζει, ασφαλώς ακούσια, την υπέρβασή της. Διαμορφώνει τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της μετάβασης από το καπιταλιστικό παρόν στο κομμουνιστικό μέλλον της παγκόσμιας κοινωνίας.
Ο κομμουνισμός, λοιπόν, προτείνεται από τον Μαρξ ως «η λύση του αινίγματος της Ιστορίας» ή αλλιώς ως «το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας […], και γι’ αυτό τον λόγο (ως) η πλήρης αποκατάσταση του ανθρώπου στον εαυτό του ως κοινωνικής, δηλαδή, ανθρώπινης ύπαρξης».
Αν όμως, σύμφωνα με τον Καρλ Μαρξ, η ίδια η Λογική της παραγωγικής διαδικασίας οδηγεί νομοτελειακά την Ιστορία προς την κομμουνιστική στιγμή της, τότε μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα ότι το επαναστατικό υποκείμενο δεν είναι ελεύθερο να επιλέξει ανάμεσα σε ιστορικές εναλλακτικές, αλλά εξωθείται αναπόφευκτα, σαν από θεϊκό πλάνο, στην κομμουνιστική επανάσταση. Η μετάβαση από την καπιταλιστική κοινωνία σε μια κομμουνιστική κοινωνία χωρίς κράτος και τάξεις, διαμεσολαβημένη αναπόφευκτα από την δικτατορία του προλεταριάτου -ανεξάρτητα από το όποιο περιεχόμενο και τις επιμέρους μορφές που μπορεί να προσλάβει αυτό το ιδιόμορφο μεταβατικό καθεστώς- προβάλλεται από τον Μαρξ με όρους νομοτέλειας.
Πάντως, ακόμη κι αν ο Μαρξ έβλεπε όντως την Ιστορία μέσα από ένα αυστηρά ντετερμινιστικό πρίσμα, δηλαδή ως προέκταση της Φύσης, πρέπει επίσης να εκτιμηθεί ότι στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας η ίδια η Φύση αντιμετωπίζεται ταυτόχρονα και ως κοινωνικό και ιστορικό προϊόν.

Πηγές:
-Elias, Tuma H, Ευρωπαϊκή Οικονομική Ιστορία-από το 10ο αιώνα ως σήμερα, τόμος 1, Gutemberg, Αθήνα, 1998, σ. 54-66.
-Χρύσης, Αλέξανδρος Α, Φιλοσοφία της Ιστορίας-Εισαγωγικές προσεγγίσεις από τους αρχαίους στον Marx, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2004, σ. 207-233.

Πηγή: left.gr

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Η αξιοπρέπεια ενός απόμακρου κόσμου...


Ενώ τόσα χρόνια η Ελλάδα φιλάει κατουρημένες ποδιές υποτιθέμενων συμμάχων και φίλων για να παραμείνει σε μία ομάδα άδικη κι απάνθρωπη, μία μικρή παγωμένη χώρα που ακουμπάει στη πολική ζώνη, απομακρυσμένη από το καταναλωτικό τρόπο ζωής της αστικής Γηραιάς Ηπείρου, αποφάσισε χωρίς τυμπανοκρουσίες και φωνές να αποσύρει την υποψηφιότητά της για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ. Αναφέρομαι στην Ισλανδία, μία νησιωτική χώρα που κατάφερε πριν από λίγα χρόνια να γονατίσει τους τραπεζίτες και να δικάσει όσους ενεπλάκησαν στα οικονομικά σκάνδαλα που την οδήγησαν σε κρίση. Ήταν το μόνο φάρμακο που επούλωσε τις πληγές της κι έφερε την ευτυχία στους κατοίκους της. Ένα φάρμακο που πολλοί φοβούνται μέχρι σήμερα να εφαρμόσουν στην Ελλάδα...
Η Ισλανδία με τράβηξε μουσικά πριν από μία δεκαετία. Ανακαλύπτοντας τους Sigur Ros, τους Slowdive, την Bjork, τους Mum, τους Lali Puna κι άλλους, αναζήτησα τον τόπο που βγάζει τόσο όμορφες μελωδίες. Κι εκεί ανακάλυψα έναν τόπο μαγικό, καταπράσινο και γαλήνιο. Τοπία με απότομα βουνά και υπέροχους καταρράκτες. Ανθρώπους που ζουν μέχρι σήμερα μαζί με θρύλους ξωτικών και νεράιδων, προσφέροντάς τους μία αγνή νεότητα. Δρόμοι και οικισμοί που σέβονται το περιβάλλον αλλά και μία φύση που είναι έτοιμη να αγκαλιάσει όποιον της αφεθεί, με το γρασίδι σε καλεί να ξαπλώσεις πάνω του κι ο αέρας σου φέρνει μελωδίες στο αυτί για να σε νανουρίσει.
Η Ισλανδία είναι μία χώρα που δεν απασχόλησε ποτέ κανέναν και κανείς δεν ασχολήθηκε ποτέ μαζί της. Ζούσε ανάλαφρα κι αθόρυβα στον μικρόκοσμό της την ώρα που η Ευρώπη πνιγόταν στο αίμα. Ακόμα και οι τράπεζες που προσπάθησαν να την καταλάβουν γύρισαν πίσω ηττημένες. Ποτέ όμως δεν πανηγύρισαν αυτή τους την νίκη οι Ισλανδοί. Γιατί να πανηγυρίσουν εξάλλου για μία απλή λογική που δε μπορεί να εφαρμοστεί (κι όπως φαίνεται δε θα εφαρμοστεί ποτέ) στην Ελλάδα. Μία λογική που λέει πως η ζωή και η ευτυχία είναι πολυτιμότερη από το χρήμα και το κεφάλαιο.
Ψυχρό τοπίο με ζεστούς ανθρώπους αυτή η χώρα. Νιώθεις πως αυτοί οι άνθρωποι δεν νοιάζονται για τα λεφτά και τη δόξα. Το παν γι' αυτούς είναι η φύση και η ζωή. Σύγχρονη παγανιστές. Γι' αυτό και διάλεξα για φωτογραφία της σημερινής ανάρτησης ένα τοπίο που περιέχει την γαλήνη του πράσινου γρασιδιού, την ορμή της φύσης στη μορφή ενός μεγάλου καταρράκτη, τον σεβασμό του ανθρώπου προς τη φύση με δρόμους που υπακούν στη γεωλογική μορφή του τοπίου και στην διακριτική παρουσία του ανθρώπου στο περιβάλλον. Κι εκεί ανακαλύπτεις την ευτυχία που κάποιοι στην Ευρώπη αναζητούν σε νούμερα και υλικά αγαθά.
Χάρηκα πολύ με την είδηση πως η Ισλανδία απέσυρε την υποψηφιότητά της να ενταχθεί στην Ε.Ε. Χάρηκα διότι η στάση αυτών των ανθρώπων μου απέδειξε πως τελικά υπάρχει αυτή η ουτοπία που όλοι αναζητάμε. Βασιλεύει κάτω από πάγους αλλά χαρίζεται σε ανθρώπους με ζεστή καρδιά κι ανεβασμένο ήθος.
Συγχαίρω την Ισλανδία για την στάση της.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Οι άφωνοι φτωχοί της πλούσιας γερμανικής δημοκρατίας



της Κάκη Μπαλή

«Μην μας λέτε υπερβολές για τη φτώχεια στην Ελλάδα, μην μας λέτε ότι έχουν αυξηθεί οι αυτοκτονίες, εδώ στη Γερμανία είναι τριπλάσιες» έλεγε στις 27 Φεβρουαρίου από το βήμα της γερμανικής Βουλής ο Κλάους Πέτερ Βίλις, ένας από τους Χριστιανοδημοκράτες βουλευτές που ψήφισαν κατά της παράτασης του ελληνικού προγράμματος. Τις επόμενες μέρες τον έκαναν... φίρμα οι εκπομπές πολιτικής σάτιρας σχολιάζοντας τα λόγια του με το: «Είδατε, εμείς οι Γερμανοί ακόμη και στις αυτοκτονίες τα πάμε καλύτερα από τους Έλληνες»!
Αυτή η πικρή ειρωνεία περισσεύει τα τελευταία χρόνια στο πολιτικό καμπαρέ, που έχει μακρυά παράδοση στη Γερμανία -και είναι σήμερα ίσως το μοναδικό πραγματικά ισχυρό βήμα για την ανάδειξη των κοινωνικών προβλημάτων, σε μια χώρα που ζει μια από τις καλύτερες οικονομικές περιόδους στην ιστορία της. Μόνο μέσα από τη σάτιρα... ψυχανεμίζεται το -μεγάλο- κομμάτι της γερμανικής κοινωνίας, που δεν βιώνει αυτά τα προβλήματα, ότι στη χώρα τους, με το σημερινό ρεκόρ απασχόλησης και με τα ξέχειλα ασφαλιστικά και δημόσια ταμεία, παράλληλα αυξάνονται η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η απαξίωση της δημοκρατίας.
Αυτό που δεν ξεστόμισε από το βήμα της Βουλής ο Βίλις -κυρίως διότι θα ήταν παραδοχή της αποτυχίας του γερμανικού success story για έναν «χριστιανό» πολιτικό- ήταν ότι τα περί ελληνικής φτώχειας του φαίνονται υπερβολικά, διότι κάτι πολύ ανάλογο συμβαίνει και στη Γερμανία.
Στην τελευταία έκθεση περί φτώχειας διαπιστώθηκε ότι το 15,5% του γερμανικού πληθυσμού - 12,5 εκατομμύρια άνθρωποι- ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ποσοστό επιεικώς απαράδεκτο για την τέταρτη πλουσιότερη χώρα του πλανήτη, με ένα από τα μικρότερα ποσοστά ανεργίας, που υποτίθεται ότι ορκίζεται στο όνομα της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς». Οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι μόνο στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Ιταλία και την Πορτογαλία ζουν αναλογικά περισσότεροι φτωχοί απ' ό,τι στη Γερμανία.

Τα τρικ της στατιστικής

Βέβαια, η φτώχεια είναι και στατιστικό μέγεθος - φτωχός θεωρείται όποιος ζει με λιγότερο από το 60% του μέσου εισοδήματος-, οπότε διαφέρει πάρα πολύ από χώρα σε χώρα. Φτωχή εθεωρείτο στη Γερμανία του 2013 μια τετραμελής οικογένεια που ζει με λιγότερα από 1.873 ευρώ τον μήνα. Ένα χρόνο νωρίτερα, όταν το μέσο εισόδημα ήταν ελαφρά χαμηλότερο, η ίδια οικογένεια δεν εθεωρείτο φτωχή. Οπότε αυτό που πραγματικά αναδεικνύει κάθε φορά η έκθεση για τη φτώχεια είναι πώς εξελίσσονται οι οικονομικές ανισότητες. Κι αυτές εξελίσσονται δραματικά, με ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας όχι απλώς να μην κερδίζει, αλλά να χάνει από την οικονομική ανάπτυξη.

Το πλουσιότερο 10% έχει επταπλάσιο εισόδημα από το φτωχότερο 10%!

Σύμφωνα με τον καθηγητή του πανεπιστημίου του Γκίσεν, ειδικό ερευνητή για θέματα φτώχειας, Ερνστ Ούλριχ Χούστερ, «τα τελευταία χρόνια μόνο το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού είδε να αυξάνονται σημαντικά τα εισοδήματά του, ενώ το φτωχότερο 20% μέτρησε τις περισσότερες απώλειες». Αλλά και οι αναλυτές του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη διαπιστώνουν το ίδιο για τη Γερμανία, αν και σε μια διάρκεια 30 χρόνων.
Το 2013 το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού είχε το επταπλάσιο εισόδημα από το φτωχότερο 10%. Το 1983 είχε το πενταπλάσιο, λέει ο ΟΟΣΑ. Και θεωρεί ότι αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις για το σύνολο της οικονομίας, καθώς οι πλούσιοι κατά κανόνα αποταμιεύουν αντί να ξοδεύουν -άραγε πόσα αυτοκίνητα και i-phone μπορεί να αγοράσει κάποιος; Αντίθετα οι φτωχοί έχουν όλο και μικρότερο εισόδημα, άρα όλο και χαμηλότερη αγοραστική δύναμη. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, εάν υπήρχε μια στοιχειωδώς δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, η γερμανική οικονομία θα αναπτυσσόταν με ρυθμό ένα επιπλέον 6%.

Ανάπτυξη χάρη στη φτώχεια;

Κάποιοι Γερμανοί ερευνητές προχωρούν ένα βήμα παραπέρα από τη σχετικά... ουδέτερη ανάλυση του ΟΟΣΑ για την οικονομική ανισότητα και επιμένουν ότι το αναπτυξιακό και κυρίως το εργασιακό θαύμα της Γερμανίας οφείλεται ακριβώς στη διεύρυνση της φτώχειας. Η καθηγήτρια Εργατικού Δικαίου του πανεπιστημίου του Ντούισμπουργκ Χέλγκα Σπίντλερ, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι «η εξέλιξη της φτώχειας δεν έχει αυτόματα να κάνει με την οικονομική ανάπτυξη, αλλά με το αν τα αυξανόμενα κέρδη φτάνουν στους εργαζόμενους». Και η στατιστική λέει ότι δεν φτάνουν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της γερμανικής κυβέρνησης, στη δεκαετία του 1990 το 17% των εργαζομένων ήταν χαμηλόμισθοι, ενώ σήμερα είναι το 23%. Ειδικά στους κλάδους του εμπορίου και των ξενοδοχείων - εστιατορίων - καφέ - μπαρ ο μέσος μισθός είναι εξαιρετικά χαμηλός. Και υπάρχουν σχεδόν τρία εκατομμύρια άνθρωποι οι οποίοι είναι «φτωχοί παρά το γεγονός ότι είναι πλήρως εργαζόμενοι». Το 2008, όταν η ανεργία ήταν πολύ υψηλότερη και η Γερμανία βυθιζόταν στην ύφεση, οι φτωχοί με πλήρη απασχόληση ήταν κατά 25% λιγότεροι, σύμφωνα με τα στοιχεία της γερμανικής στατιστικής υπηρεσίας.

Το εργαλείο του κατώτατου μεροκάματου

Η απάντηση που προσπαθεί να δώσει σ' αυτή την -κοινώς αποδεκτή ως- στρεβλή εξέλιξη η γερμανική κυβέρνηση, υπό την πίεση των σοσιαλδημοκρατών εταίρων της, είναι η θέσπιση του κατώτατου ωρομισθίου (8,5 ευρώ). Ο σχετικός νόμος τέθηκε σε ισχύ από την αρχή της χρονιάς και έκτοτε μια σειρά εργοδότες στους χαμηλά αμειβόμενους κλάδους κάνουν ό,τι μπορούν για να τον παρακάμψουν, νομότυπα και όχι, με την αντίστοιχη επιθεώρηση εργασίας -που δεν φημίζεται για την επαρκή στελέχωσή της- να τρέχει και να μην προλαβαίνει.
Ωστόσο, το πρόβλημα στη σύγχρονη γερμανική αγορά εργασίας δεν είναι μόνο η τεράστια διαφορά στις αμοιβές. Είναι η συνεχώς διευρυνόμενη «δεύτερη» αγορά εργασίας, με τις λεγόμενες «μίνι - δουλειές», τους κακοπληρωμένους ενοικιαζόμενους εργαζόμενους, τους δήθεν αυτοαπασχολούμενους, τα συμβόλαια περιορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με την καθηγήτρια Σπίντλερ, το 50% όσων προσλαμβάνονται σήμερα υπογράφουν συμβόλαιο περιορισμένου χρόνου. Ακριβώς αυτοί οι εργαζόμενοι είναι που απειλούνται περισσότερο από τη φτώχεια.

Οι γυναίκες και η μερική απασχόληση

Μια άλλη, αρνητική, ιδιαιτερότητα της γερμανικής αγοράς εργασίας σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές είναι η ευάλωτη θέση των γυναικών σ' αυτή, που έχει να κάνει τόσο με τον υφέρποντα συντηρητισμό της γερμανικής κοινωνίας - μια μάνα που δουλεύει οκτάωρο θεωρείται περίπου άκαρδη καριερίστρια, ενώ και οι ώρες λειτουργίας των παιδικών σταθμών δεν είναι επαρκείς- όσο και με τον σκληρό ανταγωνισμό για τις θέσεις πλήρους απασχόλησης.
Υπολογίζεται, λοιπόν, ότι σχεδόν των 45% των γυναικών εργάζεται με μερική απασχόληση -20 ή και λιγότερες ώρες την εβδομάδα- και αμείβεται ανάλογα. Και για τις γυναίκες που το επιλέγουν, πάει καλά. Για όλες τις υπόλοιπες, που αναγκάζονται να δουλέψουν μισή μέρα για ένα διάστημα, π.χ. όσο τα παιδιά τους είναι μωρά, είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιστρέψουν στην πλήρη απασχόληση. Γι' αυτό και οι πιο επιρρεπείς στη φτώχεια είναι οι γυναίκες -και ειδικά οι γυναίκες επικεφαλής μονογονεϊκών οικογενειών, που υπολογίζονται σε πάνω από 1,5 εκατομμύριο. Εάν μάλιστα δεν είναι και καλά καταρτισμένες, είναι αιωνίως καταδικασμένες στη φτώχεια.

Οι φτωχοί και η έλλειψη πολιτικής εκπροσώπησης

Η διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων στην ευημερούσα Γερμανία, η οποία κυβερνάται από έναν πραγματικά μεγάλο συνασπισμό -η αντιπολίτευση δεν διαθέτει ούτε το 20% των εδρών του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου- και η οποία έχει βαθιά ριζωμένη την κουλτούρα της συναίνεσης, συνοδεύεται από μια ιδιόρρυθμη χειροτέρευση της ποιότητας και της αξιοπιστίας της δημοκρατίας. 
Μια μεγάλη έρευνα που έκαναν από κοινού το ινστιτούτο Μαξ Πλανκ, το ίδρυμα Bertelsmann και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων για τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2013 δείχνει ότι μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος δεν εκπροσωπείται πολιτικά. Όχι επειδή ψηφίζει κόμματα που δεν πιάνουν το όριο του 5% -άρα δεν μπαίνουν στη Βουλή- αλλά επειδή δεν πάει καν να ψηφίσει. Κατά κανόνα αυτοί που δεν πάνε να ψηφίσουν είναι οι φτωχότεροι.
Η έρευνα, που έγινε στις διαφορετικές γειτονιές 28 μεγάλων πόλεων, δείχνει ότι τηρουμένων των αναλογιών ανάμεσα στην π.χ. Κηφισιά του Μονάχου και στο Περιστέρι του Μονάχου η διαφορά στο ποσοστό εκλογικής συμμετοχής φτάνει το 29,5%. Δηλαδή, εάν στις πλουσιότερες γειτονιές πηγαίνει στις κάλπες το 75% των πολιτών, στις φτωχότερες πηγαίνει το 45% με 50%.
Σε κάποιες περιπτώσεις η ψαλίδα είναι ακόμη πιο μεγάλη. Για παράδειγμα στην Κολωνία, στη γειτονιά με τις βίλες του Χάνενβαλντ, η εκλογική συμμετοχή ήταν υπερδιπλάσια απ' ό,τι στο Κόρβαϊλερ με τις εργατικές κατοικίες, όπου ζουν δυο φορές περισσότεροι άνθρωποι χωρίς απολυτήριο Λυκείου και η ανεργία είναι τέσσερις ή πέντε φορές μεγαλύτερη. Εννοείται ότι μιλάμε για Γερμανούς πολίτες, όχι για μετανάστες χωρίς γερμανικό διαβατήριο -που αποτελούν την πλειονότητα των μεταναστών.
Οι ερευνητές δεν μπήκαν καν στη διαδικασία να μετρήσουν ποιοι ψήφισαν τι, αλλά απλώς ποιοι πήγαν να ψηφίσουν.

Κοινωνικός διχασμός και δυσπιστία

Οι ερευνητές μιλούν για «κοινωνικό διχασμό» της δημοκρατίας, για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που νιώθει ότι δεν εκπροσωπείται πολιτικά από κανέναν, που πιστεύει ότι δεν έχει νόημα να ψηφίσει, αφού έτσι κι αλλιώς κανείς δεν πρόκειται να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του. Και ερμηνεύουν με αυτή την αίσθηση... ματαιότητας, με αυτή τη βαθιά δυσπιστία των φτωχότερων και των κοινωνικά αποκλεισμένων έναντι της γερμανικής δημοκρατίας, τα νέα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα που ανησυχούν -ίσως και να τρομάζουν- όλα τα πολιτικά κόμματα στη Γερμανία, από τη συντηρητική Χριστιανοκοινωνική Ένωση της Βαυαρίας μέχρι την Αριστερά.
Για παράδειγμα η συμμετοχή «κανονικών» ανθρώπων - όχι νεοναζί, όχι χούλιγκαν, όχι ορκισμένων ρατσιστών- στις διαδηλώσεις «ενάντια στην ισλαμοποίηση της Δύσης» και δη σε εκείνες τις πόλεις, που ψάχνεις τους μουσουλμάνους με το κιάλι, ερμηνεύεται σε έναν βαθμό από την ανάγκη αυτών που νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται να δείξουν ότι υπάρχουν, ότι θέλουν να λαμβάνονται οι όποιοι φόβοι τους και ανησυχίες τους στα σοβαρά. Επίσης, ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο για τους ψηφοφόρους της νεόκοπης Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), που γεννήθηκε ως κόμμα διαμαρτυρίας στο «δεν υπάρχει εναλλακτική στο ευρώ» της καγκελαρίου Μέρκελ, είναι ότι σε ένα ποσοστό 20% έως 35% -ανάλογα με το ομόσπονδο κρατίδιο- έρχονται από τις στρατιές των πρώην μη ψηφισάντων.
Κι αν μέχρι τώρα οι «καθηγητάδες» της AfD δεν κατάφεραν να κινητοποιήσουν μεγαλύτερο ποσοστό από αυτούς που μέχρι τώρα δεν ψήφιζαν, κυρίως επειδή σε κάποιες περιοχές οι υποψήφιοί τους είναι «κυριλέ», με το άνοιγμα που κάνουν σε πιο «λαϊκά» πρόσωπα ενδέχεται στο μέλλον να τα καταφέρουν.
Η επιφανειακή εικόνα της Γερμανίας του σήμερα είναι το «τα πάμε πολύ καλά» που λέει κάθε φορά η καγκελάριος Μέρκελ, το «έχουμε σπάσει κάθε ρεκόρ απασχόλησης» που δείχνουν κάθε μήνα τα στοιχεία του γερμανικού ΟΑΕΔ. Αλλά κάτω από την επιφάνεια ο φόβος και η δυσαρέσκεια του νέου «πρεκαριάτου» βράζουν.

Πηγή: Αυγή

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Μας τα χάλασε προς το τέλος...


Χθες βράδυ βρέθηκα στην αίθουσα του κινηματογράφου Έλλη για να παρακολουθήσω τη νέα αμφιλεγόμενη ταινία του Φατίχ Ακίν. Οι λόγοι που με τράβηξαν να την δω είναι πολλοί. Πρώτα απ' όλα είναι το ιστορικό γεγονός στο οποίο αναφέρεται. Έπειτα είναι η αντίδραση των Τούρκων απέναντι στη στάση που κρατάει ο σκηνοθέτης απέναντι στην Γενοκτονία των Αρμενίων. Είναι κι αυτή η συμπάθεια που έχω προς το πρόσωπο του Φατίχ Ακίν, παρόλο που με απογοήτευσε πλήρως με το Soul Kitchen. Μα πάνω απ' όλα είναι η μεγάλη διαφορά που συνάντησα στις απόψεις μεταξύ των κριτικών και των θεατών. 
Η Μαχαιριά ξεκινάει δυνατά. Δεν έχει καθόλου κουραστική εισαγωγή. Κατευθείαν στο ψητό. Εξελίσσεται σε μία αρμενική πόλη στα βάθη της Ανατολίας, όπου οι Τούρκοι μαζεύουν σε έκτακτη επιστράτευση όλους τους χριστιανούς Αρμένιους και τους στέλνουν σε καταναγκαστικά έργα. Οι κακουχίες, οι άθλιες συνθήκες και η πείνα θα οδηγήσουν αρκετούς απ' αυτούς σε πρόωρο θάνατο. Οι υπόλοιποι θα σφαχτούν σε μία χαράδρα. 
Οι σκηνές είναι πραγματικά βίαιες. Ειδικά η σφαγή της ομάδας των Αρμενίων είναι τόσο σκληρή που ως θεατής νιώθεις την λεπίδα να γλιστράει βίαια πάνω στο λαιμό σου και το αίμα που πιτσιλάει τις ζεματιστές πέτρες του τοπίου να 'χεις την εντύπωση πως είναι το δικό σου. 
Ο ήρωας όμως πέφτει σε καλά χέρια τα οποία δε θέλουν να του πάρουν τη ζωή. Όμως του στερούν τη φωνή. Μουγκός πλέον περιπλανιέται στην αχανής Οθωμανική Αυτοκρατορία πρώτα για να επιβιώσει και ύστερα για να βρει τις κόρες του, όταν μαθαίνει πως είναι ζωντανές.
Από κει και πέρα η ταινία χαλάει απότομα. Κυλάει αργά, ανούσια και βαρετά. Μέχρι που έρχεται το τέλος το οποίο μπορεί να έχει δραματικό σκοπό αλλά για μένα γίνεται ανακουφιστικό μιας και με απαλλάσσει από τα ροχαλητά της σκοτεινής αίθουσας. Εκεί είναι που μου τα χάλασε κι ο Φατίχ Ακίν.
Η ουσία της ταινίας είναι στο πρώτο μέρος, στη φρίκη του πολέμου. Δυστυχώς πολλοί από τους θεατές βγήκαν από τις σκοτεινές αίθουσες, σιχτιρίζοντας τους Τούρκους για τις σφαγές και τον πόνο που προκάλεσαν στους λαούς που είχαν μέσα στην αυτοκρατορία τους. Για μένα όμως οι Τούρκοι ήταν το ίδιο θύματα με τους Αρμένιους και τους άλλους λαούς. Μέλη μιας παραπαίουσας αυτοκρατορίας έγιναν στρατιωτάκια των Βρετανών οι οποίοι όσο τους είχαν ανάγκη τους έδιναν όπλα κι ελευθερία για να σφάζουν κόσμο και με την πρώτη ευκαιρία τους άφηναν ανυπεράσπιστους στην οργή αυτών των λαών. Πολύ δυνατή σκηνή για μένα ήταν η επιστροφή κάποιων Τούρκων σε μία πόλη, τους οποίους υποδέχονται οι κάτοικοι με βρισιές και πέτρες. Την ώρα που ετοιμάζεται κι ο πρωταγωνιστής να πετάξει μία πέτρα βλέπει ένα πιτσιρίκι να ανέχεται αιμόφυρτο τον χλευασμό του κόσμου και την μάνα του να τον κοιτάει στα μάτια με το ίδιο ύφος που κοιτούσε εκείνος κάποτε τους Τούρκους δυνάστες του. Δυνατή αντιπολεμική σκηνή. Το βλέμμα αυτής της μάνας παγώνει μαζί με τον πρωταγωνιστή και μας τους θεατές κι όλους όσους προς στιγμή ένιωσαν μία δικαίωση απ' αυτήν την απάνθρωπη υποδοχή.
Μία ακόμη δυνατή στιγμή είναι όταν ο πρωταγωνιστής έχοντας χάσει οικογένεια, φίλους, σπίτι και πίστη στρέφεται προς τον ουρανό ρίχνοντας σιωπηρές κατάρες και πέτρες προς τον θεό. Σφίχτηκε η καρδιά μου. Ένιωσα την οργή του να ξεχειλίζει προς έναν θεό που πίστεψε και κάηκε. Η καλύτερη σκηνή της ταινίας για μένα κι από τις καλύτερες που έχω δει σε ταινίες αυτού του είδους
Η μαχαιριά κερδίζει για τις δυνατές σκηνές της, για τα αντιπολεμικά της μηνύματα, για την αξεπέραστη ερμηνεία του πρωταγωνιστή αλλά χάνει με την κοιλιά που κάνει από τη μέση και μετά μέχρι το τέλος. Μάλιστα σε κάποια στιγμή θυμίζει αρκετά σε αφηγήσεις του Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Τέλος και η μουσική δεν ταίριαζε με το ύφος της ταινίας, ανεξαρτήτως του ότι ήταν πολύ καλή. 
Αξίζει πάντως να δει κάποιος αυτή τη ταινία με καθαρό μυαλό χωρίς φανατισμούς (π.χ. οι βάρβαροι οι Τούρκοι κτλ) και μίση. Εξάλλου το μίσος είναι που οδήγησε σε τόσες καταστροφές και θανάτους. 

Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Μικρές εξομολογήσεις...



Είναι από τις σπάνιες μέρες που γυρνάω σπίτι και κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, όλη μου η διάθεση γυρίζει τούμπα.
Ίσως να είναι οι εναλλαγές του καιρού, ήλιος το πρωί, τα βαριά συννεφιά το μεσημέρι κι ο απαλός ήλιος του απογεύματος;
Φταίνε άραγε, οι εξελίξεις που θέλω να παρακολουθήσω αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δε ξέρω αν αξίζει να πανηγυρίσω ή αν πρέπει να το βουλώσω και με σκυμμένο το κεφάλι να πορευθώ σε έναν ακόμα δρόμο που δε χάραξα εγώ.
Να 'ναι οι ποικιλίες των ανθρώπινων σχέσεων τις καθημερινότητάς μας.
Δε ξέρω. Πραγματικά νιώθω το μυαλό μου να γλιστράει σε ένα βαθύ σκοτάδι, ευελπιστώντας πως στον πάτο θα υπάρχει μία οπή που θα με οδηγήσει κάπου αλλού.
Να όμως που δε θέλω να συμβιβαστώ ούτε σ' αυτό.
Με σφιγμένα χείλη ετοιμάζω το απογευματινό μου καφεδάκι. Έχω τραβήξει την κουρτίνα διάπλατα για να θαυμάσω τις αντικριστές ταράτσες.
Όσο καταστρεπτικό κι είναι το επίγειο τσιμέντο τόσο όμορφος φαίνεται ο αττικός ουρανός.
Κι όταν όλα σκοτεινιάζουν κάτω από το άναρχο δάσος των τηλεοπτικών δεκτών τόσο πιο φωτεινός δείχνει ο ουράνιος κόσμος.
Κι εγώ, γαληνεμένος στην άνεση του καναπέ μου θα αναρωτιέμαι αν από φόβο αγαπάμε τους ανθρώπους γύρω μας...
Κι εκεί κάπου στο βάθος του μυαλού μου θα ακούω την αυστηρή φωνή του Μανώλη Αναγνωστάκη να μου επισημαίνει πως "η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους..."

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Η δίκη και το σώμα



του Γιώργου Σταματόπουλου

Ενας άντρας, λοιπόν, χτύπησε μία γυναίκα· έστω κι αν το είδαν εκατομμύρια τηλεθεατές, ουδεμία δίωξη ασκήθηκε εναντίον του βιαιοπραγήσαντος. Ουδόλως θορυβήθηκαν οι του δικαστηρίου, ότι ο χειροδικήσας ήταν εξέχον μέλος της νεοναζιστικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή και ότι η γυναίκα που δέχτηκε τη βάναυση επίθεση είναι η βουλευτίνα του ΚΚΕ Λιάνα Κανέλλη. Τι είναι ένα αθώο χαστουκάκι; Θυμάμαι την επόμενη μέρα του θλιβερού επεισοδίου πολλούς να χαίρονται μ’ αυτή τη βαναυσότητα· αφαίρεσαν πανεύκολα την πολιτική χροιά της επίθεσης (την εγκληματικότητα δηλαδή που απορρέει από τη ναζιστική ιδεολογία του Κασιδιάρη) και απόλαυσαν (!) την ταπείνωση (!) της Λιάνας Κανέλλη (που «δεν βάζει γλώσσα μέσα» και λοιπά φαιδρά και ανατριχιαστικά). Τι είδους δικαστές προέβησαν στην απαλλακτική τούτη απόφαση, ουδείς γνωρίζει. Το βέβαιο είναι ότι θεμελιώνει δεδικασμένο το οποίο με τη σειρά του βοηθά στο να γίνει ολισθηρός ο τόπος της δικαιοσύνης, όπως και αυτός της δημοκρατίας.
Θυμόμαστε επίσης ότι παρών στο απεχθές επεισόδιο ήταν ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος παρακολουθούσε τότε απαθής, χωρίς να κουνήσει το δαχτυλάκι του (αλλά η συμπεριφορά του, όπως και εκείνη του παρουσιαστή-οικοδεσπότη, δεν έχει καμία σημασία πλέον, παρότι ήταν απαράδεκτη). «Δεν στοιχειοθετείται επικίνδυνη σωματική βλάβη, αλλά απλή σωματική», απεφάνθησαν οι της έδρας και δεδομένου ότι δεν ασκήθηκε μήνυση εντός τριμήνου ζήτησαν την παύση της ποινικής δίωξης του άντρα που εθίγη τάχα, του Ηλία Κασιδιάρη, προφυλακισμένου σήμερα βουλευτή της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή.
Όλα μέλι-γάλα, λοιπόν. Ερμηνεύουμε το γράμμα του νόμου, ανταλλάσσουμε ως ανεξάρτητοι δικαστές δύο λόγια και στέλνουμε στον αγύριστο τον θηριώδη συμβολισμό της βίας και πόσο κακό κάνει στην ανθρωπότητα, το ήθος, τον πολιτισμό, τον σεβασμό. Εχει βέβαια ένα δίκιο η Λιάνα Κανέλλη, ότι ο Κασιδιάρης δεν αθωώθηκε, αλλά απλώς απηλλάγη, και ότι επίσης ο φασισμός αντιμετωπίζεται πολιτικά· η ουσία, όμως, για το ποιο είναι το μέτρον της Δικαιοσύνης παραμένει ανεξιχνίαστη για πολλούς αφελείς Ελληνες πολίτες.
Είναι βαθμίδα του πολιτισμού; Υπάρχει κάποιο δίκαιο μάτι, όπως έλεγε ο Μένανδρος, που βλέπει τα πάντα ή μήπως, όπως έλεγε ο Θρασύμαχος, το δίκαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρού; Μάλλον είναι ψιλά γράμματα όλα τούτα για τα πολιτικά κόμματα και για την ευαισθησία της Αριστεράς, που προφανώς είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις και δεν παρέστησαν στη δίκη· ό,τι δεν τους αφορά δεν είναι πολιτικό και ας αλωνίζουν στην πολιτική ατμόσφαιρα οι χρυσαυγίτες και οι φίλοι τους...
Η δημοκρατία απαιτεί από τους πολίτες (κυρίως από τους εκπροσώπους) να ευρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση, να έχουν ανακλαστικά κάθε φορά που διώκεται ή απειλείται το σώμα της, η λειτουργία της, η υπόστασή της. Πού να βρεθεί σήμερα τέτοια εγρήγορση; Ουδείς επαγρυπνά και ας λέει όποιος θέλει ότι δεν υπνώττει, ότι δεν διάγει αποκλειστικά δικές του μακάριες ώρες και ημέρες. Κάτι άλλο συμβαίνει με την αριστερή μας δημοκρατία, κάτι ανησυχαστικά ράθυμο και παγερό (και αδιάφορο;). 
Καλό θα ήταν να ζητηθεί ένα σχόλιο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την απόφαση του δικαστηρίου, έτσι, για την τιμή των όπλων... Αλλά και έξω από τον έντονο πολιτικό της χαρακτήρα αν δει κανείς τη δίκη, πάλι θα μελαγχολήσει. Επρεπε δηλαδή να της σπάσει τα δόντια της Κανέλλη ο Κασιδιάρης, να της αφαιρέσει κάνα μάτι, να της προκαλέσει κάνα εγκεφαλικό για να καταδικαστεί ως ένοχος; Δεν ταπείνωσε το ανθρώπινο σώμα με την πράξη του; Δεν το βεβήλωσε; Δεν το υποβίβασε; Δεν ασχήμυνε την ανθρώπινη ζωή; Τίποτα;

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Tα ολοκαυτώματα των Βρυξελλών



του Περικλή Κοροβέση

Τι να ξέρει άραγε για την Ευρώπη η μεγάλη πλειονότητα αυτού του λαού, και πιο συγκεκριμένα για την Ε.Ε. και τους θεσμούς της; Δεν έχουμε κάποια δημοσκόπηση ή μια έρευνα για να δούμε τι γνωρίζει ο Νεοέλληνας γι’ αυτήν την υπερεθνική δύναμη που καθορίζει τη ζωή του και ανά πάσα στιγμή μπορεί να τον στείλει να κοιμάται στον δρόμο και να τρώει από τα σκουπίδια. Ποια είναι η Κομισιόν που μας κυβερνάει χωρίς να ελέγχεται από κανένα; Τι αρμοδιότητες έχει το Ευρωκοινοβούλιο, που αρνείται να το ψηφίσει το περίπου 60% των πολιτών της Ε.Ε.; Ποιο είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και σε τι διαφέρει από το Συμβούλιο της Ε.Ε.; Ποιες είναι οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου της Ε.Ε. που εποπτεύει το Εθνικό Δίκαιο; Σε ποιον ανήκει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Τι να λένε άραγε όλες αυτές οι συνθήκες που έχουμε υπογράψει; Το ευρώ είναι εθνικό νόμισμα ή συνάλλαγμα;
Πριν από την κρίση, και σύμφωνα με τις δικές μου εμπειρικές παρατηρήσεις, οι πιο πολλοί συμπατριώτες μας πίστευαν πως το ευρώ ήταν για να μας εξυπηρετεί όταν κάνουμε οργανωμένα ταξίδια στην Ευρώπη, και για να μας απαλλάξει από τους υπολογισμούς να μετράμε ισοτιμίες (όταν θέλαμε να ψωνίσουμε φτηνά). Οι πιο διανοούμενοι από τους καταναλωτές πίστευαν πως η Ε.Ε. με το μαγικό της ραβδί θα μας έδινε το επίπεδο ζωής της Ευρώπης και θα είχαμε όλα τα καλά, σε κάθε τομέα της υλικής ή πνευματικής ζωής. Και η προσγείωση ήρθε απότομα.
Στα πέντε χρόνια της κρίσης, η Ε.Ε. επέφερε στην Ελλάδα μια καταστροφή σε όλα τα επίπεδα, που ο Σερζ Χαλιμί τη συγκρίνει με την καταστροφή που υπέστη η Γαλλία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και αυτό μας εξουσιοδοτεί να κάνουμε μια άλλη σκέψη. Μήπως η σημερινή Ε.Ε., όπως έχει διαμορφωθεί αντικειμενικά, είναι η σύγχρονη μορφή του κλασικού ιμπεριαλισμού της Ευρώπης; Οταν οι βαρβαρικές πολεμικές ορδές διαμέλισαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που είχε φτάσει στην πλήρη παρακμή της, δημιούργησαν κράτη. Τη σημερινή Ευρώπη. Ηταν οι πρώτοι τζιχαντιστές που δεν είχαν άλλο πολιτισμό παρά μόνο την καταστροφή και τον πόλεμο.
Η Ιστορία της Ευρώπης είναι η Ιστορία των πολέμων, με αποκορύφωμα τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Αυτό που εκπολίτισε την Ευρώπη ήταν οι επαναστάσεις της, ο διαφωτισμός της, ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν οι Αραβες και το Ισλάμ στην Κόρδοβα, που διέδωσαν την αρχαιοελληνική γραμματεία στην Ευρώπη. Και φυσικά, η ενεργοποίηση των πολιτών και η δικιά τους αυτο-οργάνωση. Αργότερα, 19ος και 20ός αι., οι αναρχικές και σοσιαλιστικές ιδέες καθώς και οι χριστιανοκοινωνικές αντιλήψεις συνέβαλαν κατά τα μάλα στη διαμόρφωση του σύγχρονου ανθρωπισμού. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος πριν από τα κέρδη. Και αυτό σημαίνει την ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος και όχι διαπραγμάτευση της υποταγής. Οι Βρυξέλλες είναι σήμερα η πρωτεύουσα της Ευρώπης.
Γιατί ειδικά αυτή η πόλη και όχι η Αθήνα; Μη τυχόν αντιπροσωπεύει έναν από τους πιο αιματοβαμμένους ιμπεριαλισμούς της Ευρώπης; Και ας πάρουμε ως παράδειγμα το Κονγκό, αποικία του Βελγίου. Μια χώρα στο μέγεθος της Ευρώπης, με περίπου 70 εκατ. κατοίκους, γίνεται μια μπουκιά από τις πιο μικρές ευρωπαϊκές της Ευρώπης - το Βέλγιο (30.513 τ.χιλ.), με πληθυσμό λιγότερο από 10 εκατ., το οποίο εμφανίζεται μόλις το 1830 και είναι ένα κράτος φτιαχτό, με δυο διαφορετικές εθνότητες και γλώσσες, που ποτέ δεν συμφιλιώθηκαν, ακόμα και σήμερα. Αλλά χρειαζόταν και για τους Γάλλους και για τους Γερμανούς. Κάτι σαν μια offshore Ευρώπη. Αυτό δεν εμπόδισε το Βέλγιο να πλουτίσει. Ο βασιλιάς Λεοπόλδος Β΄ πήρε το Κονγκό σαν προσωπική του περιουσία. Στα 23 χρόνια που κράτησε η εξουσία του, σκότωσε 8 εκατ. ιθαγενείς. Δηλαδή, πολύ παραπάνω από αυτούς που εξόντωσε ο Χίτλερ στα στρατόπεδά του. Πυραμίδες από νεκροκεφαλές στήνονταν σε δημόσια θέα για την υποταγή των ιθαγενών. Η Ε.Ε. καταδίκασε ποτέ αυτό το έγκλημα; Αλλά ακόμα και όταν το 1908 το Κονγκό έγινε επίσημη αποικία του Βελγίου, η κατάσταση δεν καλυτέρεψε. Η παιδεία για τους ιθαγενείς περιορίστηκε στο Δημοτικό. Οταν το Κονγκό απελευθερώθηκε, μόνο 17 Κονγκολέζοι είχαν πανεπιστημιακό δίπλωμα. Το νέο «δημοκρατικό» αποικιακό καθεστώς ακολούθησε κατά γράμμα την πολιτική του Λεοπόλδου. Το πλούσιο υπέδαφος της χώρας ήταν το μόνο που είχε ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι ήταν αναλώσιμοι. Και όταν ο Λουμούμπα, ένας μικροαστός πατριώτης θέλησε τον πλούτο της χώρας του για τους Κονγκολέζους, δολοφονήθηκε από τον άμεσο συνεργάτη του, τον Μομπούτου, που ενσωματώθηκε πλήρως στη νεοϊμπεριαλιστική τακτική της Δύσης - πήρε τα δάνειά του και έγινε ο 7ος πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου. Υστερα από περίπου ενάμιση αιώνα αποικιοκρατίας, το Κονγκό δεν έχει συνέλθει ακόμα και θα χρειαστεί καιρό. Το σφάλμα του; Ο ορυκτός του πλούτος: ουράνιο, κοβάλτιο, χαλκός, διαμάντια και πολλά άλλα. Τώρα, τα έχει η Κίνα.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Το τέλος της ανθρώπινης φύσης...


Οι καταστροφές στην πληγωμένη κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού συνεχίζονται, αφήνοντας μας άφωνους θεατές ενός πολιτισμικού εγκλήματος. Μετά τις σοκαριστικές εικόνες από το αρχαιολογικό μουσείο και την βιβλιοθήκη της Μοσούλη, ήρθε η σειρά της ιστορικής τοποθεσίας του Νιμρούντ. 
Οι φανατικοί τζιχαντιστές μπορεί να είναι μία ορδή ανεγκέφαλων κι επικίνδυνων δίποδων όμως γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που κάνουν και γιατί το κάνουν. Η ολοκληρωτική ισοπέδωση των περιοχών που έχουν καταλάβει, είναι η μόνη λύση για την τελική τους επικράτηση κι εγκαθίδρυση στον χώρο αυτό. Στην γυμνή κι επίπεδη επιφάνεια που θα αφήσουν πίσω τους θα χτιστεί η νέα τους κοινωνία. Οι μη αναστρέψιμες καταστροφές που προκάλεσαν στους πολιτισμικούς και ιστορικούς θησαυρούς της περιοχής θα αποτελέσουν ένα non paper για τις νέες γενιές. Έπειτα είναι κι αυτή η ριμάδα η λήθη που κάνει καλά τη δουλειά της κι επουλώνει τις πληγές του κόσμου, προκαλώντας μία επικίνδυνη αμνησία απέναντι στα λάθη τα οποία δυστυχώς ζούμε και ξαναζούμε. 
Αυτό όμως που με πονάει είναι πως εμείς ως όντα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε την ασημαντότητά μας απέναντι στο χρόνο και στα απομεινάρια πολιτισμών που έζησαν στους τόπους που εμείς κατοικούμε σήμερα. Η παρουσία μας θα περάσει απαρατήρητη και θα χαθεί στο πέρασμα του χρόνου. Καταφέρνουμε όμως να νικάμε τον θάνατο και την επερχόμενη απουσία μας, αφήνοντας κάποιο έργο πίσω. Αυτά τα μνημεία στέκονται εκεί για να θυμίζουν στις επόμενες γενιές των πέρασμα αυτών των ανθρώπων που έζησαν πριν από μας, χιλιάδες χρόνια πίσω, και μεγαλούργησαν σε τέτοιο βαθμό που τους θαυμάζουμε μέχρι σήμερα. Η καταστροφή αυτών των "αποτυπωμάτων" δείχνει έλλειψη αγάπης για τη ζωή και μία θρασύτατη απάθεια απέναντι στον θάνατο. 
Δε το ζούμε πρώτη φορά. Την ίδια καταστροφή προκάλεσαν οι πρωτοχριστιανοί στους αρχαίους ναούς. Την ίδια μανία έδειξαν οι σταυροφόροι στην Κωνσταντινούπολη και τους Άγιους Τόπους. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά. Φυσικά τότε δεν υπήρχαν οι μπουλντόζες κι άλλα σημερινά εξαρτήματα, οπότε οι ζημιές ήταν λιγότερο οδυνηρές από τις σημερινές. Για φανταστείτε όμως τους πρωτοχριστιανούς με μπουλντόζα στην Ακρόπολη. Σήμερα θα θαυμάζαμε τα θεμέλια του Παρθενώνα αν οι φανατισμένοι εκείνης της εποχής είχαν τον ίδιο καταστρεπτικό εξοπλισμό με τους σημερινούς τζιχαντιστές.Πρέπει να σταματήσει αυτό το έγκλημα και να εξαλειφθεί από προσώπου γης. 
Οφείλουν οι Αμερικανοί να σκύβουν το κεφάλι από ντροπή, σε κάθε πολιτισμική καταστροφή της Μεσοποταμίας, διότι εκείνοι άνοιξαν το πολεμικό μέτωπο πριν από δώδεκα χρόνια. Εκείνοι λεηλάτησαν για πρώτη φορά τα μουσεία του Ιράκ. Εκείνοι είναι που αφήνουν ελεύθερους τους φανατικούς να σβήνουν την Ιστορία ενός τόπου.
Πριν αναθεματίσουμε τους ισλαμιστές που καταστρέφουν τους θησαυρούς της Μεσοποταμίας, ας αναλογιστούμε τους υπεύθυνους αυτής της κατάστασης...

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Κάλπικη ευαισθησία στην αυθαίρετη κακογουστιά



Είναι αλήθεια πως εκνευρίστηκα πολύ μόλις είδα τις φωτογραφίες του Πολυτεχνείου με την "καλλιτεχνική" μουτζούρα να κοσμεί την όψη του που βρίσκεται πάνω στην Πατησίων και Στουρνάρη. Αμέσως όμως αναρωτήθηκα αν μέχρι σήμερα ήμουν ικανοποιημένος με την προηγούμενη όψη και κατάσταση του ιστορικού αυτού οικοδομήματος, το οποίο είχε παραδοθεί σε άπειρες αφίσες, μικρά γκράφιτι πάνω σε πώρινους λίθους, κατουρλιά και σκουπίδια που αφήνουν συνέχεια οι περαστικοί να παρασύρονται στο πεζοδρόμιο της εισόδου. Κι εκεί είναι που γέλασα ειρωνικά απέναντι στην κατάντια της νεοελληνικής κοινωνίας...
Πρέπει όμως να ρθει επιτέλους αυτή η περιβόητη στιγμή, στην οποία θα διώξουμε από πάνω μας την ψευτοπερηφάνια για την Ιστορία της πόλης και να αρχίσουμε να την αγαπάμε πραγματικά. Η αγάπη αυτή δε θα φαίνεται στα λόγια και στις αμπελοφιλοσοφίες για Παρθενώνες κι άλλες χαζοπατριωτικές εξάψεις. Η αγάπη θα ρθει μόλις αρχίσουμε να πονάμε αυτήν την πόλη.
Η ουσία θα φανεί όταν οι διάφοροι ηλίθιοι ψευτοεπαναστάτες του φραπέ θα πάψουν να κολλάνε αφίσες όπου βρουν.
Η αλλαγή θα ρθει όταν σταματήσουν πιτσιρικάδες να μουτζουρώνουν τις προσόψεις κτηρίων και να καταστρέφουν τα λιγοστά και υπέροχα νεοκλασικά της Αθήνας και της Πλάκας.
Άκουσα από κάποιους να δυσανασχετούν σε διάφορες ατάκες όπως για παράδειγμα ότι κι ο Παρθενώνας θα ήταν μες στα γκράφιτι αν δεν υπήρχαν τα κάγκελα και οι φύλακες. Υπερβολές λένε απέναντι σ' αυτήν την άποψη. Καθόλου υπερβολές απαντάω εγώ. Είμαι βέβαιος πως ο Παρθενώνας κι όλη η Ακρόπολη θα ήταν μέσα στην μουτζούρα αν δεν υπήρχαν τα κάγκελα για να προστατεύσουν το μνημείο αυτό από την ορδή των βανδάλων που ζουν σ' αυτό το λεκανοπέδιο.
Είμαι βέβαιος πως και η Ακρόπολη θα ήταν μες στην βρωμιά όπως είναι όλα αυτά τα χρόνια ένα άλλο υπέροχο στολίδι της πόλης, το οποίο δυστυχώς δεν είναι περιφραγμένο, η Ακαδημία Αθηνών στην Πανεπιστημίου. Το ομορφότερο νεοκλασικό κτίριο στον κόσμο (!) το οποίο δυστυχώς το θαυμάζουμε πάντα πίσω από σκαλωσιές και λαμαρίνες επειδή κάποια ανεγκέφαλα δίποδα θέλουν να το βανδαλίζουν κάθε βράδυ. Ένα κτίριο κόσμημα για το οποίο κάθε πόλη θα επιθυμούσε να το φιλοξενεί στους δρόμους της, εμείς το έχουμε εδώ για να ξεσπάμε τον κομπλεξισμό μας καθημερινά.
Δεν είδα κανέναν να αντιδρά τόσο έντονα για τα υπέροχα νεοκλασικά της Αθήνας που πέφτουν καθημερινά θύματα γκραφιτάδων. Δεν είδα καμία ουσιώδης κίνηση να φύγουν επιτέλους οι απαίσιες αφίσες που βρομίζουν περισσότερο το ήδη βεβαρυμένο περιβάλλον της πόλης. Διότι έχουμε κυριευθεί απ' αυτήν την κοινωνική κατάρρευση. Έχουμε συνηθίσει να αντικρίζουμε καθημερινά αυτήν την αηδία. Θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο αλλά το μόνο που κάνουμε είναι να καταστρέφουμε ότι προσπαθεί μέχρι σήμερα να σώσει την υπόληψη αυτής της πόλης.
Ναι. Με πόνεσε πολύ σήμερα η εικόνα του Πολυτεχνείου όπως με πονάει καθημερινά η μιζέρια που εξακολουθεί να επικρατεί στο κέντρο της πρωτεύουσας. Σίγουρα θα δεχτώ επιθέσεις από πολλούς, οι οποίοι θα υπερασπιστούν την ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Οι φωνές τους δε θα με αγγίξουν.
Λυπάμαι αλλά η καταστροφή ενός όμορφου ή έστω ιστορικού κτιρίου, εκτός του ότι δείχνει κακογουστιά και κομπλεξισμό, φανερώνει κι έλλειψη παιδείας και κουλτούρας από τα συγκεκριμένα άτομα. Πράγματι πριν από ένα χρόνο απόλαυσα στα υπόγεια της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών δουλειά κάποιων γκραφιτάδων. Ήταν επιλογή μου να πάω να δω τη δουλειά τους και ήταν υγιές. Αντιθέτως η αυθαίρετη παρέμβαση στο χώρο που ζω, εργάζομαι και κινούμαι αγγίζει τα όρια του φασισμού. Δε γουστάρω να μου επιβάλει κανείς το πως θα ζω, με όποιον τρόπο κι αν το επιδιώκει, είτε οικονομικό, είτε πολιτικό, είτε αστυνομοκρατικό είτε καλλιτεχνικό...
Δε γουστάρω ρε φίλε να δω τις μαλακίες σου, κι όπως διαπιστώνω δε γουστάρει αρκετός κόσμος τελικά. Οπότε πάρε τα σπρέι σου και τις "καλλιτεχνικές" σου ανησυχίες και τράβα αλλού να τα κάνεις αυτά. Στη πρόσοψη του σπιτιού σου αν δεν έχουν αντίρρηση οι γονείς σου, στο προαύλιο του σχολείου σου αν είναι σύμφωνος ο διευθυντής, στη γειτονιά σου αν το θέλει ο κόσμος εκεί αλλά όχι με το έτσι θέλω πάνω σε ιστορικά και πανέμορφα κτίρια.
Ας τελειώνει επιτέλους αυτή η αηδία. Η Αθήνα έχει καταντήσει η πιο άσχημη και βρώμικη πόλη της Ευρώπης. Κι αντί να διορθώσουμε την κατάσταση, της ρίχνουμε τη χαριστική βολή.
Και δεν είναι τα γκράφιτι, η μόνη ανοιχτή πληγή της πόλης. Η Αθήνα αιμορραγεί από παντού.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Επιστροφή από το Μέλλον



του Αντώνη Ανδρουλιδάκη

Είναι βέβαιο ότι η τρέχουσα γενικευμένη κρίση -που δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά κατά την άποψη μας είναι πρώτα και κύρια υπαρξιακή- επηρεάζει και την, λεγόμενη, ψυχική υγεία του πληθυσμού αυτού του έρμου τόπου και μάλιστα με δυο αλληλοτροφοδοτούμενους τρόπους. Από την μια πλευρά, εξασθενεί τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση της ψυχικής υγείας και από την άλλη ενισχύει δραματικά τους παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ψυχικών διαταραχών.
Η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα, η τρέχουσα κρίση, υποθηκεύει περαιτέρω το έτσι ή αλλιώς τραυματισμένο -από την παρασιτική μεταπολίτευση- υπαρξιακό υπόβαθρο της ελληνικής συλλογικότητας.
Και μπορεί λογής-λογής νεοφιλελέδες να παριστάνουν ως υπερβολικά ή δημαγωγικά τα περί ανθρωπιστικής κρίσης, βολεμένοι στην ατομική αυτασφάλιση των Βορείων Προαστίων, όμως η εργασιακή ανασφάλεια, η ανεργία, η αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η αδυναμία ελέγχου της ζωής και η αβεβαιότητα για το μέλλον όλο και μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού, είναι βέβαιο ότι προκαλούν βαθύ ψυχικό πόνο και απόγνωση.
Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να πει κανείς ότι, με τούτα και με τ’ άλλα, μέσα σε κάτι περισσότερο από μισό αιώνα βίου, η ελληνική κοινωνία μετασχηματίστηκε από κοινωνία ανθρώπινων δημιουργικών προσώπων σε άθροισμα απογνώσεων. Με άλλα λόγια, απ’ τον Ελύτη και τη γενιά του ’60 στη γενιά των Χίπστερ, μια χούντα, ένα ΠαΣοΚ και δύο μνημόνιο δρόμος. Όμως το καπάκι στην κατσαρόλα της απόγνωσης ήταν η διαρκής, άδικη -και συνεχιζόμενη μάλιστα ως και σήμερα- ενοχοποίηση των πολιτών για την κατάσταση τους. Ενοχοποίηση που κατά την προσφιλή γκεμπελσιανή τακτική εστίαζε μεν σε υπαρκτές αδυναμίες, απέκρυπτε δε το απόλυτα διαφορετικό μέγεθος της ευθύνης του καθενός. Το «όλοι μαζί τα φάγαμε», έβαζε στο ίδιο καλάθι τον κάθε oλιγάρχη με τον «τυροπιτά» που δεν έκοψε μιαν απόδειξη. Και αυτό για να δοθεί το νομιμοποιητικό κοινωνικά άλλοθι να πληρώσει για μια ακόμη φορά, και πάλι, και μόνον, ο τυροπιτάς.
Η «Λογική» αυτή, καθιστώντας τον Λαό αποκλειστικά υπεύθυνο για την κατάσταση του, δεν αύξανε μόνο την ενοχοποίηση και την εξ’ αυτής παθητικότητα και αδράνεια του κοινωνικού σώματος, αλλά οδηγούσε στην αντίληψη ότι ο Ελληνικός Λαός συνιστά μια ξεχωριστή περίπτωση, εντελώς διαφορετική, από τους υπόλοιπους προοδευμένους λαούς της Ευρώπης. Τα χρόνια στερεότυπα περί της τουρκοκρατίας, των λαμπρών φώτων της εσπερίας, του ελλείμματος Διαφωτισμού και η συναφούς Κοραϊκής υστερίας των Γρεκογάλλων κ.λπ., υιοθετημένα εν πολλοίς και από μέρος της αριστερής διανόησης, έγιναν το πρόσφορο έδαφος για την σπορά της αποικιοκρατίας. Σπορά, που δεν παρήγαγε τίποτα άλλο, παρά αισθήματα μειονεξίας, ανικανότητας και ενοχής από τη μια, και διαιώνιση της εξάρτησης και της αποικιοκρατικής διείσδυσης, από την άλλη.
Παραβλέπαμε έτσι, το γεγονός, ότι η κρίση στην Ελλάδα «Είναι ο Καπιταλισμός Ηλίθιε». Ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι μέρος της Ευρωπαϊκής και αποτέλεσμα της διεθνούς κρίσης που ξέσπασε το 2008. Ότι και άλλες καθ΄όλα ευρωπαϊκές χώρες, ή μάλλον εφάμιλλες των καλυτέρων ευρωπαϊκών, που έλεγε η παλιά διαφήμιση, έχουν και αυτές σοβαρότατα προβλήματα, ακόμη και σήμερα, άσχετα αν το ιερατείο των Βρυξελλών επιλέγει να τα βάζει κάτω από το χαλί. Ας αναζητήσει ο αναγνώστης αναλύσεις έγκυρων οικονομολόγων για την πραγματική κατάσταση του σαξές στόρυ της Πορτογαλίας ή την αληθή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της Αυστρίας ή ακόμη και της μοντέρνας Σουηδίας. Για να μην αναφέρουμε τις γνωστές πυρηνικές βόμβες χρέους όπως η Γαλλία, η Ιταλία ή η Ισπανία. Όπως έχουμε ξαναγράψει, το χρέος της περιφέρειας εκτρέφεται από τις Βρυξέλλες, για να θρέφει το Γερμανικό Μολώχ. Όταν δεν θα έχει πια τι να φάει, θα κατασπαράξει τον ίδιο του τον εαυτό.
Όλα αυτά συμβάλλουν στη δραματική αύξηση της ψυχιατρικής νοσηρότητας, αρκεί να συνυπολογίσει κανείς έγκυρη έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ που συναρτά την αυτοκτονικότητα με την ανεργία, υπολογίζοντας ότι κάθε 1% αύξηση της ανεργίας, συνεπάγεται τουλάχιστον 0,8% αύξηση των αυτοκτονιών. Τεκμηριώνεται έτσι, εντελώς «ψυχρά» και επιστημονικά, ότι η αύξηση της ανεργίας από το 8% του 2008 στο 27% του 2013, είναι η αιτία αύξησης των αυτοκτονιών κατά 15%. Και αυτό με μόνο αίτιο την ανεργία, γιατί η οικονομική κρίση προφανώς «παράγει» και άλλα αίτια αύξησης του δείκτη αυτοκτονιών. Αυτό είναι μόνο ένα πρώτο, και μη αμφισβητούμενο, τραγικό αποτέλεσμα της πολυεπίπεδης κρίσης. Με την τραγική μάλιστα παρένθεση ότι αυτό το 15% αύξησης των αυτοκτονιών, είναι 100% απώλεια για τους συνανθρώπους αυτούς, αλλά και τις οικογένειες τους. Η ζοφερή συνολική πραγματικότητα είναι ότι το ποσοστό των αυτοκτονιών έχει αυξηθεί από 2,8 ανά 100.000 πληθυσμού το 2008, σε 8 το 2014.
Η πιο πρόσφατη εθνική επιδημιολογική έρευνα δεν δείχνει όμως μόνο υψηλή συσχέτιση ανάμεσα στην εκδήλωση επιθυμίας θανάτου και στην ανεργία, αλλά και στην εμφάνιση σοβαρής ψυχοπαθολογίας και ανεργίας. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή 1 στους 6 Έλληνες (ηλικίας 18-70 ετών) έχει ήδη αναπτύξει κλινικά σημαντική ψυχοπαθολογία. Πρόκειται για 1.200.000 ανθρώπους. Και το ακόμη πιο σοβαρό: το 75% αυτού του πληθυσμού δεν λαμβάνει κανενός είδους θεραπεία.
Δεν είναι η στιγμή για αστεία, αλλά όταν μια χώρα έχει για Υπουργό Υγείας τον κάθε Γεωργιάδη, που περικόπτει τις κοινωνικές δαπάνες για την υγεία, ακριβώς όταν οι απαιτήσεις γι’ αυτήν αυξάνονται, αυτό το στατιστικό αποτέλεσμα μοιάζει φυσικό...
Όμως τα πιο δύσκολα δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει.
Μέσα σε αυτό το γενικευμένο κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας, μέσα σ’ αυτήν την αίσθηση απόγνωσης, αναπτύσσονται ψυχοσυναισθηματικά οι αυριανοί ενήλικες. Τα παιδιά των απελπισμένων οικογενειών του σήμερα, θα οικοδομήσουν την κοινωνία του αύριο. Ας θέσουμε προκαταβολικά και τις δύο αυτές λέξεις, οικοδόμηση και κοινωνία, σε τεράστια ερωτηματικά.
Γιατί, μέσα στο τρεχαλητό να επιβιώσουμε της κρίσης, ξεχάσαμε μάλλον ότι τα παιδιά μας αναπτύσσουν συναισθηματικές σχέσεις με τους γονείς και τα αδέρφια τους, αλλά και σε αλληλεπίδραση με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Η κρίση, δηλαδή, δεν είναι κρίση που αφορά γενικώς και αορίστως την κοινωνία ή τους ενήλικες, αλλά αφορά και επηρεάζει δραματικά και την οικογένεια, άσχετα αν η κρίση εκδηλώνεται σε ένα ή περισσότερα μέλη της.
Όταν η κοινωνία βρίσκεται σε κρίση, ολόκληρη η οικογένεια βρίσκεται σε κρίση. Η οικογένεια πλημμυρίζει από τα ίδια αισθήματα ενοχής, ανημπόριας και απόγνωσης που κατακλύζουν την κοινωνία. Και αρκεί η προσωπική βιωματική εμπειρία όλων μας για να επιβεβαιώσει ότι στην πραγματικότητα στην οικογένεια δεν υφίστανται και τόσο στεγανά, ώστε να αποτρέψουν τη μετάδοση των «δύσκολων» αισθημάτων και στα παιδιά.
Με απλά λόγια, η κρίση διαμορφώνει το πιο αρνητικό περιβάλλον για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών μας και δεν είναι μακριά η ώρα που ο δείκτης ψυχοπαθολογίας 1/6, θα εκτοξευθεί στο διπλάσιο, σαν ένα καταπιεσμένο ελατήριο.
Γιατί, ποιός γονιός κυριευμένος από το άγχος μπορεί να απορροφήσει το άγχος του παιδιού του; Ποιός γονιός με ή με οιονεί κατάθλιψη μπορεί να στέρξει στις αγωνίες και να προσφέρει σταθερότητα και συναισθηματική φροντίδα στο παιδί του; Ποιός απογνώκων γονιός έχει το σθένος να σταθεί στο ρόλο του ως γονιός; Πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν και ο ίδιος «πέρασε» μέσα από το αποχαυνωτικό ναρκισσιστικό φίλτρο της μεταπολίτευσης.
Το παιδί της αβοήθητης οικογένειας, δυστυχώς, δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε σύγχυση των ρόλων, σε γονεϊκοποίηση του εαυτού του για να συμπαρασταθεί στους συχνά παραιτημένους γονείς. Ή, στην αναστολή και εν τέλει ματαίωση των ψυχικών του αναγκών. Τελικά στη διαμόρφωση ενός «ψευδούς, μασκαρεμένου εαυτού», πολύ χειρότερου του επιτυχημένου και γκλαμουράτου προσωπείου που φιλοτεχνήσαμε σαν κοινωνία στην μεταπολιτευτική περίοδο. Ο «ξέρεις εγώ ποιος είμαι» τύπος του αμοραλιστικού χθες, θα παραχωρήσει τη θέση του στον τύπο «δεν καταλαβαίνω Χριστό» ενός βίαιου αύριο.
Γιατί, ποιός ενοχικός γονιός, βαρύτατα ενοχοποιημένος από την καλβινική συνθηματολογία, δεν θα μεταφέρει τα δικά του άλυτα εσωτερικά συγκρουσιακά ζητήματα στο παιδί του και μάλιστα με αντιφατικά και αντικρουόμενα μηνύματα; Η βαριά ασυμφωνία μεταξύ αυτού «που θα ήθελε κανείς να είναι» και αυτού «που πιάνει τον εαυτό του, στα πράσα, να είναι», πώς να κρυφτεί απ’ τα παιδιά, που λέει και το τραγούδι; Και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο στην ανάπτυξη ενός παιδιού από την «εκπομπή» αντικρουόμενων-διπλών μηνυμάτων.
Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική κρίση που μεταφέρθηκε και μέσα στην οικογένεια, σαν μεταβολή της κοινωνικής-οικονομικής κατάστασης, σαν συνεχής διάψευση, σαν σύγχυση ρόλων, σαν «οικογενειακό μυστικό», σαν δυσαρμονία του ζευγαριού, οδηγούν με απόλυτη σιγουριά στην απώλεια του υποστηρικτικού πλαισίου της οικογένειας για την όσο το δυνατόν υγιή ψυχική ανάπτυξη των παιδιών. Το αποτέλεσμα, είναι παιδιά παραμελημένα ή υπερπροστατευμένα, παγιδευμένα σχεδόν εφ΄ όρου ζωής σε ένα βασανιστικό άγχος εγκατάλειψης, μ΄ έναν ανώριμο και «σταματημένο» ψυχισμό. Έναν ψυχισμό που «δεν θα κουνιέται φύλο». Ή, και αυτό είναι ακόμη χειρότερο σενάριο, έναν ψυχισμό που δεν θα μπορεί να εκδηλώσει διαφορετικά τα, καταδικασμένα σε χρόνια σιωπή, αισθήματα πόνου και οργής, παρά μόνο με την τυφλή βία. Ή θαρρεί κανείς ότι η σημερινή χουλιγκάνικη βία των γηπέδων είναι κάτι διαφορετικό απ’ αυτήν ακριβώς τη δραματοποιημένη μορφή έκφρασης της παραχωμένης παιδικής οδύνης και του θυμού;
Αν πέτυχε με σιγουριά κάτι, ανάμεσα σε πολλά άλλα, αυτή η εγκληματική στρατηγική του «σόκ και δέος», είναι να οδηγήσει την ελληνική οικογένεια –και κοινωνία- σε μια μετέωρη θέση, σε ένα μεταίχμιο, ανάμεσα σε ένα χθες που μοιάζει οικείο και σε ένα αύριο που δεν έχει ελπίδα, αλλά μονάχα απειλή. Λες και μια ολόκληρη κοινωνία στέκεται παθητικά, για πέντε ολόκληρα χρόνια, στην άκρη ενός γκρεμού, κάνοντας αραιά και που μικρά τσαλίμια αγανάκτησης, αλλά δεν κάνει ουσιαστικά ούτε βήμα μπροστά ούτε βήμα πίσω. Λες και προσμένει λυτρωτικά κάποιος να την σπρώξει σε όποια κατεύθυνση. Κι αν δεν ήταν η πρόσφατη κυβερνητική αλλαγή, θα τολμούσε ίσως να πει κανείς, ότι ο νεοελληνικός συλλογικός ψυχισμός έχει βγει, κατά κάποιον τρόπο στη σύνταξη. 
Αλλά, εν τέλει, μέσα από την ταύτιση με ποιον γονιό να σχηματίσει ο έφηβος την αυριανή του ταυτότητα; Με τον καταθλιπτικό ενοχοποιημένο γονιό; Τον υπάκουο εκτελεστή των αποφάσεων μιας κατσαπλιάδικης ολιγαρχίας; Τον ακραίο υπερασπιστή της ατομικής του ευζωίας και αυτοσυντήρησης και «τσιμέντο» όλα τα άλλα γύρω; Τον «ελάχιστο εαυτό», τον ψυχικά συρρικνωμένο στη μάχη της ρηχής επιβίωσης; Τον γονιό που θεωρεί τη φασιστική ιδεολογία και βία σαν τη μόνη λύση διεξόδου από την κρίση; Τον γονιό που έχει ταυτιστεί με τα μηνύματα μικροαστικής νοικοκυροσύνης και υποταγής του κάθε ημί-τρελλου νεοφιλελεύθερου; Τον γονιό που προτείνει την καταφυγή στην ατομική λύση ως μοναδική λύση; Τον γονιό που λοιδορεί κάθε προηγούμενη αξία αλληλεγγύης και ανθρωπιάς ως οικονομικά αναποτελεσματικής; Τον γονιό που αποδέχεται αβασάνιστα τις απάνθρωπες επιταγές ενός μονοδιάστατου οικονομικού μοντέλου; Ή μήπως τον ακραία ανταγωνιστικό γονιό, που είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα στο βωμό της καπιταλιστικής αποτελεσματικότητας;
Αργά ή γρήγορα, στους έφηβους του σήμερα και του αύριο, οι ταυτίσεις τους μαζί μας, θα αποκαλυφθούν κατά το μάλλον ή ήττον σαθρές. Θα αποδειχθούμε στα μάτια των παιδιών μας αδύναμοι και ανίκανοι. Θα γκρεμιστούμε ως πρότυπα. Και αν αυτό συνέβαινε από πάντα, ως έτσι να είναι η διαδικασία αυτονόμησης των νέων, τώρα, αυτή τη φορά, δεν θα είναι μονάχα μια κάποια απαραίτητη ψυχολογική διεργασία, αλλά θα είναι μια οδυνηρή για όλους μας πραγματικότητα.
Ας μην κρυβόμαστε: η γενικευμένη χρήση ουσιών, η ακραία ανταγωνιστική βαθμοθηρία, η διάδοση του bullying και της ενδοσχολικής βίας, αλλά και οι ρατσιστικές συμπεριφορές, όπως επίσης και –αυτό είναι το πιο ανησυχητικό- η αβασάνιστη, ίσως και «διασκεδαστική», αποδοχή της καθαρής βίας απέναντι στον Άλλο (τα ποσοστά της ΧΑ στους νέους το μαρτυρούν), δεν είναι τίποτα λιγότερο από την έκφραση της παιδικής-εφηβικής ψυχοπαθολογίας, τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
Ας φανταστούμε τώρα την ελληνική κοινωνία σε είκοσι χρόνια από σήμερα, όταν οι ουσίες, o ακραίος εργασιακός ανταγωνισμός, το bullying και ο ρατσιμός, δεν θα είναι απλά ανώριμες εφηβικές παρεκκλίσεις, αλλά κυρίαρχη κοινωνική πραγματικότητα των ενήλικων «πολιτών». Αυτό, το αυριανό «μπουρδέλο», δεν θα είναι ευθύνη των παιδιών μας. Θα είναι ευθύνη δική μας, των ενηλίκων του σήμερα, αλλά –αναγκαστικά- και της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν ανακόψει άμεσα και αντιστρέψει αυτή την καταιγιστική ψυχοπαθολογική μηχανή. Και αυτό, η σωτηρία της κοινωνίας των παιδιών μας, η υπεράσπιση των ψυχών των παιδιών μας, είναι εξόχως πολιτικό, αλλά και υπαρξιακό αιτοὐμενο, υπέρτερο από τις δόσεις, τα «φράγκα» και τα «ευρά». Ή μήπως όχι;

Το άρθρο στολίζει λεπτομέρεια από το έργο του Γκόγια «Το όνειρο της λογικής παράγει τέρατα» (όλη η φράση του Γκόγια, από τα "Καπρίτσια" του: «Όταν η λογική εγκαταλείπει τη φαντασία γεννιόνται απίστευτα τέρατα. Οταν είναι ενωμένες, η Φαντασία γίνεται μητέρα των τεχνών και πηγή όλων των θαυμάτων τους»)

Πηγή: The press Project

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Το ταξίδι προς τη Γνώση θέλει κόπο…



του Κώστα Μαρούντα

«Το μόνο στολίδι που δεν φθείρεται είναι η γνώση»

 Τόμας Φούλερ 

Ισχυρίζονται ορισμένοι πως τα πιο αποδοτικά -ως προς την ικανότητα επηρεασμού των καταστάσεων- βήματα, είναι εκείνα που γίνονται με σύνεση. Που έχουν κατακτήσει οριστικά τα προηγούμενα «εδάφη», που έχουν κατοχυρώσει αληθινές βεβαιότητες και που διερευνούν τα ζητούμενα των μελλοντικών κινητικοτήτων με τη δέουσα μελέτη. Και αφού έχει αποδεδειγμένα μπορέσει κάποιος να αντιληφθεί τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο αυτονόητο ενός ζητήματος και στις προκλήσεις των ζητουμένων που το περιγράφουν.
Οι σύγχρονες μεταβιομηχανικές κοινωνίες δυτικού τύπου διακατέχονται από ποικιλομορφία και συνθετότητες, που μετατρέπουν τις μονοδιάστατες και φανατισμένες ερμηνείες σε αδύναμα φτερά που παρασύρονται από τους αέρηδες της λογικής με περισσή ευκολία. Και αν η περιγραφή είναι αυτή που κηρύσσει το εναρκτήριο λάκτισμα κάθε μορφής παραγωγής έργου, η αναζήτηση της απλότητας είναι, όπως έχει αποδείξει πολλάκις η ιστορική πορεία της ανθρωπότητας, μια απαραίτητη τακτική που εξυπηρετεί την οποιαδήποτε χαραγμένη στρατηγική.
Είπε κάποτε ο στοχαστής Νόαμ Τσόμσκι πως στο σήμερα πιο ευάλωτοι σε κάθε είδους ενορχηστρωμένη προπαγάνδα είναι οι μορφωμένοι, υπό την έννοια ότι έρχονται σε επαφή με εύρος πληροφοριών, εξαιτίας της δυνατότητάς τους να διαβάζουν αυτό το κάτι περισσότερο από το κοινότοπο και το βασικό. Σε μια εποχή που διαχέονται ποικιλοτρόπως (και μέσω των αυξημένων τρόπων εκπομπής μηνυμάτων, αλλά και μέσω των διάφορων φημολογιών -μην υποτιμούμε, δυστυχώς, αυτήν τη διάσταση- της καθημερινότητάς μας) τόσες πληροφορίες ώστε αυξάνει ο πήχης των υποχρεώσεων του εσωτερικού επεξεργαστή. Έτσι, όμως, αυξάνει ο κίνδυνος «χαλάσματος του μηχανήματος». Για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε Γνώση, δίνοντας ουσιαστική αξία χρήσης στην πληροφορία, πρέπει να κοπιάσουμε!
Στα διάφορα συγκρουόμενα συμφέροντα που διέπουν τις ανθρώπινες κοινωνίες σημαντικότατο ρόλο στο πού θα γείρει η πλάστιγγα της επικράτησης διαδραματίζει (και) το επικοινωνιακό κομμάτι. Και εκεί πρέπει να δουλέψουμε έξυπνα. Αν είμαστε –φέρ' ειπείν- υποστηρικτές μιας άποψης, ενός στρατοπέδου, θα πρέπει να εγκύψουμε περισσότερο από όσο αρχικά αντέχουμε στον αντίπαλο. Ένας άνθρωπος που είναι -για παράδειγμα- ΑΕΚ, καλό είναι να ρίχνει μια ματιά, υπερνικώντας τον όποιο εκνευρισμό του, στα επιχειρήματα του Ολυμπιακού, και το αντίστροφο… Ένας άνθρωπος που υποστηρίζει το ρωσικό μοντέλο διακυβέρνησης οφείλει να μελετάει σε βάθος τις δυτικές τεχνοτροπίες! Ένας θιασώτης της αστικής (ή ακόμα και της εργατικής) δημοκρατίας πρέπει να μπορεί να διακρίνει τα όποια μειονεκτήματα της εφαρμοσμένης «λαϊκής δημοκρατίας». Και πάει λέγοντας…
Αυτοί που θα πάνε μπροστά σε κάθε τομέα είναι αυτοί που ξέρουν καλά τον αντίπαλο. Αυτοί που μπορούν να διακρίνουν την επιθυμία τους από την αναγκαιότητα. Αυτοί που συσκέπτονται με τη συνείδησή τους, όχι σαν «οπαδοί του εαυτού τους», αλλά ως «διεπιστημονικής υφής αναλυτές της ολιστικής πραγματικότητας». Η μετάβαση από την πληροφορία στη Γνώση δεν διδάσκεται, δεν θα τη βρει κανένας σε «ταξιδιωτικούς οδηγούς» ευρείας χρήσης. Το μονοπάτι αυτό θα ανακαλυφθεί από όσους γνωρίζουν την αξία της κριτικής ικανότητας, το μεγαλείο της αφαιρετικής μεθόδου και του εναρμονισμού της σκέψης με την υλική ζωή… Μπορούμε να τα κάνουμε αυτά; Ακόμα και αν η πρόχειρη απάντηση είναι όχι, το ναι παραμονεύει σε μόνιμη βάση και χαμογελώντας σκωπτικά…


Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Ένα «πολύ ευρωπαϊκό πραξικόπημα»



του Κώστα Δουζίνα

«Η πρώτη αριστερή κυβέρνηση στη Βρετανία έπεσε». Ετσι τελειώνει το μυθιστόρημα «Ενα πολύ βρετανικό πραξικόπημα» του Κρις Μάλιν γραμμένο το 1982 και γυρισμένο σε τηλεοπτική σειρά το 1988. Ο Μάλιν, βουλευτής του Εργατικού Κόμματος, γράφει το βιβλίο σε μια κρίσιμη στιγμή. Ο Τόνι Μπεν, εκφραστής της Αριστεράς στο Εργατικό Κόμμα, είναι υποψήφιος για την υπαρχηγία του κόμματος.
Οι Εργατικοί έχουν κινηθεί στα αριστερά και ο Τύπος προβλέπει ότι ο Μπεν θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός. Ο Μπεν όμως χάνει με μικρή διαφορά, οι Εργατικοί κινούνται στα δεξιά και ο πόλεμος των Μαλβίνας, που ακολουθεί, μετατρέπει τη Θάτσερ από την πιο μισητή στην πιο αγαπητή πρωθυπουργό της Βρετανίας.
Στο μυθιστόρημα ο Χάρι Πέρκινς, εργάτης χαλυβουργίας, εκλέγεται πρωθυπουργός της εργατικής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί να διαλύσει τα μονοπώλια των ΜΜΕ, να καταργήσει τη Βουλή των Λόρδων και τα ελίτ ιδιωτικά σχολεία, να κρατικοποιήσει τη μεγάλη βιομηχανία, να κλείσει τις αμερικανικές βάσεις, να φύγει από ΝΑΤΟ και ΕΟΚ και να εισαγάγει πλήρη διαφάνεια στο κυβερνητικό έργο.
Το μυθιστόρημα αφηγείται μια πολύπλευρη καθεστωτική συνωμοσία για να αποτρέψει την εφαρμογή της λαϊκής εντολής. Οι ολιγάρχες της ενημέρωσης κινούνται αμέσως. Με συμμάχους υψηλόβαθμους κρατικούς λειτουργούς, τις μυστικές υπρηρεσίες και την αμερικανική κυβέρνηση αρχίζουν εκστρατεία δυσφήμησης, απαξίωσης και υπόσκαψης της κυβέρνησης.
Η πρώτη μεγάλη επίθεση είναι οικονομική. Η στερλίνα και το χρηματιστήριο πέφτουν δραματικά, μεγάλες βιομηχανίες απολύουν εργάτες και αναγγέλλουν ότι μεταφέρουν τις εργασίες τους εκτός Αγγλίας, το ΔΝΤ -που έχει δανείσει το κράτος- απαιτεί εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις. Ο Πέρκινς, αποφασισμένος να τηρήσει τις υποσχέσεις του, δανείζεται από τη Μόσχα για να χρηματοδοτήσει το πρόγραμμά του και να αποφύγει περαιτέρω ανάμειξη του ΔΝΤ.
Η CIA αναλαμβάνει αμέσως δράση και μαζί με την αγγλική υπηρεσία ΜΙ5 συντονίζει την προσπάθεια ανατροπής της κυβέρνησης. Η πίεση είναι τεράστια. Προχωρεί από την οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις στην προσωπική ζωή του πρωθυπουργού και των συνεργατών του. Οι εφημερίδες «ανακαλύπτουν» εξωσυζυγικές σχέσεις και παλιές μικρο-παραβάσεις και εκβιάζουν υπουργούς και συγγενείς.
Η κυβέρνηση αναγκάζεται στο τέλος να παραιτηθεί μετά από ατύχημα σε πυρηνικό σταθμό, για το οποίο υπάρχει υποψία ότι ήταν στημένο. Στην τηλεοπτική σειρά οι πράκτορες παρουσιάζουν στον πρωθυπουργό κατασκευασμένα έγγραφα που τον συνδέουν με ένα ψεύτικο οικονομικό σκάνδαλο. Ο Πέρκινς συμφωνεί να παραιτηθεί σε ζωντανό τηλεοπτικό διάγγελμα. Αντί όμως να παραιτηθεί, καταγγέλλει την απόπειρα εκβιασμού και ανακοινώνει νέες εκλογές. Η σειρά τελειώνει αμφίσημα, με ελικόπτερα να πετάνε πάνω από την πρωθυπουργική κατοικία.
Υπάρχει όμως και το αληθινό τουρκικό, «μεταμοντέρνο» όπως ονομάστηκε, πραξικόπημα. Στις 28 Φεβρουαρίου 1997 η ηγεσία του στρατού παρουσίασε ένα μνημόνιο στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας. Οι στρατηγοί, θεματοφύλακες του κεμαλικού αυταρχισμού, απαίτησαν από την κυβέρνηση του ισλαμιστή Ερμπακάν να υιοθετήσει πολιτικές αντίθετες στο πρόγραμμά του.
Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να παραιτηθεί, το κόμμα του διαλύθηκε με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο Ερμπακάν και αργότερα ο Ερντογάν, που κατάγεται από την ίδια πολιτική οικογένεια, έχασαν τα πολιτικά τους δικαιώματα για πέντε χρόνια. Οι στρατηγοί δεν έβγαλαν τα τανκς στους δρόμους. Ηταν αρκετό να δημοσιεύσουν τους όρους τους στην ιστοσελίδα του στρατού. 

Κυβέρνηση και εξουσία

Η συνωμοσία κατά της κυβέρνησης στο μυθιστόρημα στηρίζεται στα απομνημονεύματα του Τόνι Μπεν: «Ως υπουργός Ενέργειας [στην εργατική κυβέρνηση Γουίλσον] κατάλαβα τη δύναμη των βιομηχάνων και των τραπεζιτών που πετυχαίνουν τους στόχους τους χρησιμοποιώντας τις πιο βίαιες μορφές οικονομικής πίεσης, ακόμη και εκβιασμούς, εναντίον μιας αριστερής κυβέρνησης. Αυτή η δύναμη αποκαλύφθηκε ξεκάθαρα το 1976, όταν το ΔΝΤ επέβαλε περικοπές στις δημόσιες δαπάνες μας. Οι εμπειρίες αυτές με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η Βρετανία μόνο επιφανειακά κυβερνάται από τους βουλευτές και τον λαό που τους εκλέγει. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος για την περιοδική αλλαγή της κυβερνητικής ομάδας, η οποία προεδρεύει σ’ ένα σύστημα που παραμένει αναλλοίωτο».
Ο Μπεν μας θυμίζει ότι κυβέρνηση και εξουσία δεν ταυτίζονται. Η εκλογική νίκη δεν οδηγεί σε κοινωνική ηγεμονία. Πέρσι μιλούσα με ηγετικό στέλεχος του Κόμματος των Εργατών που κυβερνά τη Βραζιλία δέκα χρόνια τώρα. «Καμιά φορά νομίζω ότι είμαστε κυβέρνηση σε εξορία», μου έλεγε. «Καμιά εφημερίδα ή κανάλι δεν μας υποστηρίζει, οι μεγάλες τράπεζες και οι πολυεθνικές είναι εναντίον μας».
Και όμως εκλέχτηκε τρεις συνεχείς φορές γιατί διατηρεί τη λαϊκή εμπιστοσύνη. Η κυβέρνηση της Ντίλμα Ρούσεφ αντιμετωπίζει προβλήματα σήμερα γιατί εγκατέλειψε την προσπάθεια ριζοσπαστικοποίησης της κοινωνίας. Για να αποκτήσει την ηγεμονία, απαραίτητη για αλλαγές που περνούν την εξουσία από τους κυρίαρχους στους εργαζόμενους, μια αριστερή κυβέρνηση χρειάζεται να βαθαίνει συνεχώς τη δημοκρατία και τα μέτρα προς όφελος των πολλών. Χρειάζεται χρόνο, προγραμματισμό, επιμονή, υπομονή και κοινωνικές συμμαχίες.
Λέγαμε στο προηγούμενο άρθρο ότι δημοκρατία και νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι ασύμβατα. Η ασυμβατότητα έγινε φανερή όταν η κυβέρνηση, ακολουθώντας τη λαϊκή εντολή, απέρριψε την ευρωπαϊκή ορθοδοξία για να υπηρετήσει τις ανάγκες του λαού. Η απάντηση ήταν μια «βελούδινη» συνωμοσία που αποσκοπεί να κάνει την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τις δεσμεύσεις της και, αν αυτό δεν είναι δυνατό, να την ανατρέψει.
Η στάση των Ευρωπαίων στις διαπραγματεύσεις θυμίζει τις δύο μορφές δημοκρατικής εκτροπής. Οι δηλώσεις του Σόιμπλε πριν από κάθε συνεδρία των ευρωπαϊκών οργάνων μοιάζουν με το τελεσίγραφο των στρατηγών. «Μην προχωρήσετε στο πρόγραμμά σας, μη διανοηθείτε ότι μπορείτε να βγάλετε τον λαό από την πείνα, την αρρώστια, την απελπισία, μη ζητήσετε απομείωση του χρέους γιατί...».
Οπως έκανε και ο Ντον Κορλεόνε με τους μπράβους του, οι απειλές αιωρούνται, είναι υπόρρητες, αναλάμβανουν άλλοι να τις περιγράψουν με λεπτομέρειες: ο «ελαφρών βαρών» Ολλανδός, ο «κομψός» τραπεζίτης, ο«σοσιαλιστής» Γάλλος. Οπως σε όλα τα είδη «προστασίας», οι απειλές απευθύνονται και σε τρίτους. Μην τολμήσετε να ελαφρύνετε τη λιτότητα, λένε σε Ισπανούς, Πορτογάλους και Ιταλούς, γιατί σας περιμένουν τα πάθη της Ελλάδας.
Δεν έχουν βέβαια οι Ευρωπαίοι τανκς πίσω τους, αλλά τους τυπωτές του ευρώ και τις «μαύρες τέχνες» της επικοινωνίας. Το «πολύ ευρωπαϊκό μας πραξικόπημα» ξεκίνησε νωρίς. Πρώτα είχαμε την επιβολή ασφυκτικών χρονικών πλαισίων διαπραγμάτευσης. Μετά τις εκλογές, Ευρωπαίοι και Ελληνες σκηνοθέτησαν συνθήκες χρηματιστικού στραγγαλισμού. Η κυβέρνηση ζούσε με τον συνεχή φόβο ενός τεχνητά δημιουργημένου bank run που θα οδηγούσε σε φυγή κεφαλαίων και περιορισμούς αναλήψεων.
Ηταν μια αυτο-εκπληρούμενη απειλή, ένα «βελούδινο» πραξικόπημα που ολοκλήρωσε η ΕΚΤ με την απόρριψη των κρατικών ομολόγων και τον περιορισμό της ρευστότητας. Μετά είχαμε τις προσωπικές επιθέσεις, όταν φάνηκε ότι ο Βαρουφάκης έχει περισσότερες ικανότητες και γνώσεις από τους Ευρωπαίους.
Ακούσαμε για «απρεπή» ρούχα, «υπεροψία», «δασκαλίστικη» αντιμετώπιση των διαπραγματευτών. Η προσπάθεια απαξίωσης του δύσκολου αντιπάλου και εξευτελισμού της κυβέρνησης είναι προφανής. Οταν ο Σόιμπλε δήλωσε ειρωνικά «ας δούμε πώς θα παρουσιάσει τη συμφωνία ο ΣΥΡΙΖΑ στους οπαδούς του», παραδέχτηκε κάτι που ξέραμε: ο βασικός στόχος των Ευρωπαίων είναι «σταματήστε τον ΣΥΡΙΖΑ».
Πέτυχε το πραξικόπημα; Ανέκοψε πιθανόν την αρχική ορμή της κυβέρνησης, που κέρδισε όμως αρκετά στη διαπραγμάτευση για να διατηρήσει την υποστήριξη του λαού στις δυσκολίες που έρχονται. Το «παράδειγμα» έχει αρχίσει να αλλάζει σε όλη την Ευρώπη και η βιαιότητα των επιθέσεων βοηθάει σε αυτό. Και να θυμίσουμε ότι πολλοί από τους μεταμοντέρνους Τούρκους στρατηγούς καταδικάστηκαν στις δίκες για τη «Βαριοπούλα», ενώ τα θύματα του πραξικοπήματος όχι μόνο ξαναγύρισαν, αλλά κυριαρχούν πλήρως στην πολιτική σκηνή της γείτονος. Οπως ξέρουμε από την Ιστορία, πολλές φορές οι συνωμοσίες στρέφονται κατά των συνωμοτών.

Ο Κ. Δουζίνας είναι καθηγητής της Νομικής, αντιπρύτανης και διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Ερευνών στο Κολέγιο Μπίρκμπεκ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Πηγή: left.gr

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015

Εκανε λάθος τελικά ο Κέινς;



του Τάσου Τσακίρογλου

Το 1930 και στη σκιά της Μεγάλης Υφεσης, ο Αγγλος οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς, στο βιβλίο του «Οικονομικές δυνατότητες για τα εγγόνια μας», επιχειρώντας να εξωραΐσει την καταθλιπτική διάθεση που επικρατούσε στην κοινωνία, έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα πώς θα ήταν ο κόσμος μας σε εκατό χρόνια. Η απάντησή του; Προέβλεπε ότι το βιοτικό επίπεδο θα αυξανόταν κατά τέσσερις με οκτώ φορές, ότι οι άνθρωποι θα δούλευαν μόλις τρεις ώρες την ημέρα και ότι τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα θα επιλύονταν και θα επικρατούσε ο πολιτισμός του ελεύθερου χρόνου.
Εάν εξαιρέσουμε τη «χρυσή τριακονταετία» ή «Εποχή Κέινς» (1945-1975), περίοδο ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης μετά τον πόλεμο, αλλά πολύ κοντά στην εποχή της πρόβλεψης, θα λέγαμε ότι ο μεγάλος οικονομολόγος διαψεύστηκε ως προς τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις του.
Ακόμα και μέχρι λίγα χρόνια πριν από την τωρινή κρίση ζήσαμε σε μια οικονομική ευφορία, η οποία όμως αποδείχτηκε εικονική και, κυρίως, βασισμένη σε δανεικό χρήμα, το οποίο καλούμαστε σήμερα να επιστρέψουμε στους πρόθυμους τοκογλύφους (τράπεζες) και μάλιστα στο εκατονταπλάσιο. Η κοινωνία της κατανάλωσης και της δάνειας ευμάρειας ξεφούσκωσε άδοξα και -για τους πολλούς- ακόμα και τραγικά.
Ηταν πράγματι λάθος η εκτίμηση του Κέινς για τις «οικονομικές δυνατότητες για τα εγγόνια μας»; Φυσικά και όχι, διότι τη διαφορά την κάνει η λέξη «δυνατότητες», η οποία αφορά το «εν δυνάμει» στην κοινωνία, δηλαδή μία από τις πιθανές εκδοχές της πραγματικότητας με βάση τα σημερινά δεδομένα.
Εάν σήμερα ο κόσμος μας έχει γίνει «ανθυγιεινός» για εμάς και τα παιδιά μας δεν είναι επειδή δεν υπάρχουν οι δυνατότητες για να υλοποιηθούν οι προβλέψεις του Κέινς και μάλιστα στο πολλαπλάσιο. Η σκοτεινή εικόνα της κοινωνίας μας οφείλεται στο ότι το σύστημα του αρπακτικού καπιταλισμού που ο Βρετανός οικονομολόγος θεωρούσε (ρομαντικά) ότι μπορούσε να τιθασεύσει και να εξημερώσει αποδείχτηκε περισσότερο άγριο και βίαιο απ’ ό,τι εκείνος υπολόγιζε.
Οι θεωρίες του συνέπεσαν ιστορικά με μια σχετικά μακρά περίοδο αύξησης των καπιταλιστικών κερδών και ταυτόχρονης μαζικής διεκδίκησης από το σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό κίνημα και αυτή η σύμπτωση πρόσφερε ένα πραγματικό κοινωνικό διαμάντι, που για την Ευρώπη ήταν το κράτος πρόνοιας. Οι εξελίξεις όμως στη συνέχεια ανέτρεψαν τα δεδομένα και επανέφεραν την κανονικότητα του καπιταλισμού: αρπαγή, ιδιοποίηση, βιασμός του δημόσιου συμφέροντος υπέρ του ιδιωτικού, κτηνώδης εκμετάλλευση των ανθρώπων και της φύσης, αβυσσαλέες ανισότητες.
Εδώ ακριβώς είμαστε σήμερα. Μπορούσε (μπορεί) να γίνει διαφορετικά; Η απάντηση είναι αβίαστα «ναι». Διότι όλες οι δυνατότητες είναι εδώ. Η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται σε ασύλληπτα επίπεδα σε σχέση με εκατό χρόνια πριν. Οι τεχνολογικές καινοτομίες κάνουν εφικτό έναν εντελώς νέο κόσμο με λιγότερη εργασία, λιγότερη ασθένεια, μεγαλύτερη ισορροπία με τη φύση. Η γνώση μας για τον κόσμο αποτελεί πλέον ένα τεράστιο σώμα που ανοίγει νέους ορίζοντες για την υπαρξιακή μας ασφάλεια. Ο συσσωρευμένος πλούτος, έστω και κρυμμένος σε φορολογικούς παραδείσους, θυρίδες και τραπεζικούς λογαριασμούς, επαρκεί με το παραπάνω για την αντιμετώπιση του διατροφικού προβλήματος.
Αρα; Τις πταίει; «Καπιταλισμός είναι η εκπληκτική πεποίθηση ότι οι κακοηθέστεροι των ανθρώπων θα κάνουν τα πιο πονηρά πράγματα για το μέγιστο καλό του συνόλου των συνανθρώπων τους» έλεγε ο Κέινς, περιγράφοντας το μέγεθος της αυταπάτης για αυτορρύθμιση του καπιταλισμού.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών