Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2021

Εξόριστος (2020)

 



Ως επίμονος επισκέπτης κι αμετανόητος λάτρης της Θεσσαλονίκης κουβαλούσα για χρόνια ένα μικρό παράπονο καθώς ποτέ δεν έτυχε να παρακολουθήσω κάποιο από τα φεστιβάλ κινηματογράφου της πόλης και ποτέ δεν κατάφερα να επισκεφθώ την υπέροχη σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου Ολύμπιον. Ευτυχώς ο δεύτερος μου καημός επουλώθηκε στην πρόσφατη επίσκεψή μου για τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου καθώς μια από τις σαλονικώτικες βραδιές μου την πέρασα στον κινηματογράφο Ολύμπιον παρακολουθώντας μια ενδιαφέρουσα ταινία. Πέρα όμως από το έργο απόλαυσα και την αριστοκρατική αύρα του συγκεκριμένου κινηματογράφου.
Όσον αφορά την ταινία, ο "Εξόριστος" επικεντρώνεται με εύστοχο τρόπο στο σύνδρομο καταδίωξης που αισθάνεται κάθε άνθρωπος που ζει κι εργάζεται σε έναν ξένο τόπο. Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο Τζαφέρ, ένας Κοσοβάρος μετανάστης στη Γερμανία ο οποίος φαίνεται πως έχει μια ήρεμη οικογενειακή ζωή και μια πετυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία ως χημικός μηχανικός σε μια επιχείρηση, μέχρι τη στιγμή που αντικρίζει ένα νεκρό ποντίκι στην είσοδο του σπιτιού του. 
Έκτοτε αρχίζει μια σειρά δυσάρεστων καταστάσεων που τον αναγκάζουν να νιώθει όλο και πιο παρείσακτος τόσο στον εργασιακό του χώρο όσο και στον οικογενειακό του κύκλο. 
Συναισθανόμενος την μη αποδοχή του από τους υπόλοιπους συναδέλφους του θα αρχίσει να αναζητεί τον υπαίτιο του εργασιακού εκφοβισμού που βιώνει σε καθημερινή βάση. Όμως ο πανικός που σταδιακά τον κυριεύει, τον ωθεί σε λάθος χειρισμούς που από θύμα τον μετατρέπουν σε θύτη κι από έναν φιλήσυχο άνθρωπο που προσπαθεί να αναρριχηθεί στην μεσοαστική γερμανική κοινωνία σε έναν αυτοκαταστροφικό ταραχοποιό στοιχείο των προσώπων που τον περιβάλλουν τόσο στον επαγγελματικό όσο και στο οικογενειακό του περιβάλλον. 
Ο σκηνοθέτης Βίσαρ Μορίνα (ο οποίος έχει καταγωγή από το Κόσοβο) περιγράφει με κατατοπιστικό τρόπο κάποια από τα σημάδια εργασιακού εκφοβισμού που αρκετοί από μας έχουμε βιώσει στη δικής μας καθημερινότητα, είτε είμαστε μετανάστες είτε όχι. Σ' αυτό συμβάλλει κι η εξαιρετική ερμηνεία του Μισέλ Ματίσεβιτς στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο οποίος καταφέρνει να εκφράσει με πειστικό τρόπο το πέρασμά του από την ηρεμία στην παράνοια. Ο ίδιος συνειδητοποιώντας τα πρώτα ξενοφοβικά σημάδια που αντιλαμβάνεται μέσα από μια σειρά γεγονότων, θα προσπαθήσει να προστατεύσει την αξιοπρέπειά του. Όμως οι εντεινόμενες ενέργειες εναντίον του θα του φουντώσουν την καχυποψία. Η αρχή θα γίνει με το νεκρό ποντίκι αλλά θα συνεχιστεί με συμβάντα όπως το να μην δέχεται ομαδικά mail ή να μην ενημερώνεται για τις αλλαγές συνεδρίων και να μην συμπεριλαμβάνεται σε ταξίδια που διοργανώνει η εταιρία. Η αντίδρασή του θα ξεσπάσει σε έναν συνάδελφό του που τον θεωρεί υπαίτιο της όλης κατάστασης αλλά και στη σύζυγό του καθώς αισθάνεται πως δεν τον καταλαβαίνει παρόλο που εκείνη προσπαθεί με διακριτικό τρόπο να δικαιολογήσει την όλη κατάσταση κουβαλώντας το ενοχικό συναίσθημα ενός έθνους που έχει ένα βεβαρυμμένο παρελθόν πάνω στο θέμα του φυλετικό μίσους.  
 



Ο "Εξόριστος" θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα σύγχρονο φιλμ νουάρ που μετατρέπεται σταδιακά σε αγωνιώδες θρίλερ, όπου τα ασφυκτικά κάδρα με το παγερό φωτισμό (ειδικά στον εργασιακό περιβάλλον του πρωταγωνιστή) φανερώνουν την απομόνωση που αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος που κουβαλάει την απάνθρωπη ταμπέλα του "ξένου" αλλά και την εξορία που βιώνει όποιος αναζητά μια καλύτερη τύχη σε μία άλλη χώρα. Δεν είναι τυχαίο πως πέρα από τον πρωταγωνιστή που είναι ένας πετυχημένος χημικός μηχανικός κι επιτυχώς ενταγμένος κατά κάποιον τρόπο στη γερμανική κοινωνία, η ταινία παρουσιάζει σε δεύτερο πλάνο και το βουβό δράμα μιας μετανάστριας που εργάζεται ως καθαρίστρια στην εταιρία του πρωταγωνιστή και προσπαθεί συνεχώς να ανανεώνει τα χαρτιά παραμονής της για να μπορεί να δουλέψει, παρουσιάζοντας με τη σειρά της ένα ευρύτερο κομμάτι μεταναστών που είναι λιγότερο προνομιούχο απ' ότι είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας και ζουν μέσα σε μια καθημερινή εφιαλτική αβεβαιότητα. 
Παράλληλα ο σκηνοθέτης μέσα από τα διάφορα συμβάντα της ταινίας, καταφέρνει να ξεσκεπάσει μια νέα ύπουλη μορφή φασισμού που έχει αρχίσει κι εδραιώνεται στην ευρωπαϊκή κοινωνία, επιτυχώς καμουφλαρισμένη από το πέπλο του δήθεν καθωσπρεπισμού που κυριαρχεί στο δυτικό κόσμο. Και δεν αναφέρεται στο φασισμό που εκδηλώνεται στους δρόμους με τις μαύρες μπλούζες, τους πυρσούς και τα μαχαίρια αλλά στο φασισμό της διπλανής πόρτας αλλά και του διπλανού γραφείου. Στο φασισμό που κρύβεται στις μικρολεπτομέρειες και σε συμπεριφορές που μένουν αναπόδεικτες αναγκάζοντας το θύμα να μπερδεύεται κατά πόσον έχει πέσει θύμα ρατσισμού. Σε έναν φασισμό γνώριμο και στα δικά μας μέρη που μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο φανερός, όπως συνέβη και με την απάθεια ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη δολοφονία του 8χρονου κοριτσιού στο Κερατσίνι. 
Το θέμα που ανοίγει ο σκηνοθέτης μέσα από την ταινία είναι αρκετά πολύπλοκο και τα ερωτήματα που θέτει με δυσκολία μπορούν να απαντηθούν. Γι' αυτό το λόγο αισθάνθηκα πως η ιστορία έκλεισε απότομα αφήνοντας πολλά σεναριακά κενά, προκαλώντας μου μια αναπάντεχη απογοήτευση καθώς η κορύφωση της ιστορίας από το ξεκίνημα της ταινίας ήταν εντυπωσιακή. Μια κορύφωση που δυστυχώς ξεφούσκωσε απότομα. 
Παρόλα αυτά, ο "Εξόριστος" καταφέρνει να γίνει ένα κινηματογραφικό κατηγορώ κάθε ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με τις απειλητικές δράσεις μιας ομάδας. Είναι η αβεβαιότητα που αισθάνεται κάποιος που είναι μόνος απέναντι σε συλλογικές πράξεις μίσους Το σημαντικό όμως στοιχείο της συγκεκριμένης ταινίας είναι πως ανοίγει έναν εποικοδομητικό διάλογο σχετικά με τον κοινωνικό αποκλεισμό είτε αυτός συμβαίνει για φυλετικούς λόγους είτε για ταξικούς. Κι επειδή όλοι μας έχουμε υπάρξει θύματα, θύτες ή θεατές αντίστοιχων καταστάσεων, μέσα απ' αυτήν την ταινία ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις ευθύνες που έχουμε ως ενεργοί άνθρωποι απέναντι στην εξάπλωση του νέου φασισμού που έχει ήδη αρχίσει να κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο. 


Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

Παράλληλες Μητέρες (2021)

 



Πριν δυο χρόνια είχα την εντύπωση πως η έμπνευση κι η δημιουργικότητα είχαν εγκαταλείψει τον πολυαγαπημένο σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ, μέχρι που είδα το εκπληκτικό "Πόνος και Δόξα", ένα συγκινητικό και συνταρακτικό αυτοβιογραφικό αριστούργημα που με ταρακούνησε απρόσμενα, δημιουργώντας μου ξανά μεγάλες προσδοκίες για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη, ο οποίος όχι μόνο μου τις κάλυψε αλλά τις ξεπέρασε κιόλας τόσο με την αριστουργηματική μικρού μήκους ταινία "Ανθρώπινη Φωνή" όσο και με το τελευταίο εκπληκτικό κι άκρως πολιτικό του δημιούργημα. 
Για μια ακόμη φορά, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ καταπιάνεται με το γυναικείο ζήτημα και συγκεκριμένα με τον ρόλο της μοναχικής μητέρας. Αυτό όμως που κάνει ξεχωριστή την νέα του ταινία, είναι η έντονη πολιτική χροιά, περνώντας με τον δικό του χρωματιστό τρόπο ένα κραυγαλέο αντιφασιστικό μήνυμα.
Η ιστορία επικεντρώνεται σε τρία πρόσωπα τα οποία συμβολίζουν τρεις διαφορετικές μητρικές περιπτώσεις που αποφασίζουν να μεγαλώσουν μόνες τους τα παιδιά τους. Παράλληλα οι τρεις πρωταγωνίστριες της ταινίας αντιπροσωπεύουν κι από μια διαφορετική γενιά με τα δικά της πιστεύω και  τις δικές της προσδοκίες. 
Κεντρικό πρόσωπο είναι η Πενέλοπε Κρουζ στο ρόλο της Γιάνις, η οποία μεγάλωσε χωρίς γονείς μ' αποτέλεσμα να δεθεί με τη γιαγιά της και συνάμα με τον εκλιπόντα παππού της ο οποίος εκτελέστηκε μαζί με άλλους συγχωριανούς του από τους φασίστες του Φράνκο. Η Γιάνις μπαίνοντας από νωρίς στις δυσκολίες της ζωής, θέτει ως στόχο να πατήσει γερά στα πόδια της, μ' αποτέλεσμα να αφοσιωθεί τόσο στην καριέρα της όσο και στην εκταφή των εκτελεσμένων του χωριού της. Κατά τη διάρκεια μιας επαγγελματικής της συνεργασία, θα συνάψει δεσμό με έναν ιστορικό με τον οποίον θα μείνει έγκυος. Λόγω ηλικίας θα αποφασίσει να κρατήσει το παιδί αλλά και να το μεγαλώσει μόνη της καθώς ο εραστής της είναι παντρεμένος βιώνοντας έναν δικό του γολγοθά.
Τα άλλα δυο πρόσωπα της ιστορίας είναι η Άννα που την ερμηνεύει η Μιλένα Σμιτ κι η μητέρα της η Τερέσα που την ερμηνεύει η γοητευτική Αϊτάνα Σάντσζεζ Χιχόν. Η Άννα είναι ένα ανήλικο κορίτσι που πέφτει θύμα βιασμού και μένει έγκυος. Η ίδια είναι παιδί χωρισμένων γονιών και μεγαλωμένη από έναν φανατικό θρήσκο πατέρα, η οποία επιστρέφει στην Μαδρίτη αναζητώντας τη θαλπωρή της μητέρας της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της αλλά και της γέννας της, θέλοντας να αποφύγει την κατακραυγή της συντηρητικής κοινωνίας που ανήκει ο πατέρας της. Όμως η μητέρα της αδυνατεί να σταθεί στο πλευρό της καθώς κι η ίδια είναι ένα ακόμη "θύμα" άλλων εποχών, καθώς αναγκάστηκε να παντρευτεί έναν άνθρωπο που ποτέ δεν θέλησε, αφήνοντας την καριέρα της σαν ηθοποιός. Με τις δικές της εξιστορήσεις εκφράζει το χάσμα μεταξύ της έλλειψης συνειδητοποίησης της παλιότερης γενιάς με τον ουσιαστικού ευνουχισμό της νεότερης.
Οι τρεις αυτές μοναχικές μητέρες, συναντιούνται τυχαία στο μαιευτήριο καθώς η Γιάνις κι η Άννα γεννούν την ίδια ακριβώς μέρα. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να συσφιχθούν οι ζωές των δυο αυτών γυναικών, δίνοντας τους την δυνατότητα να εκμυστηρευτούν τις κρυφές τους προσδοκίες και τα χαμένα τους όνειρα. Μέσα σ' αυτές τις ειλικρινείς εξομολογήσεις θα γεφυρωθεί το χάσμα που τις χωρίζει, πατώντας πάνω στην κατανόηση και στην αλληλεγγύη αλλά και περνώντας το σύνθημα πως μόνο ενωμένοι μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά.  




Στο κομμάτι των γυναικών, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ πατάει σε μοτίβα που μας έχει συνηθίσει. Ο μελοδραματισμός του, οι εύστοχες κι αρκετά κυνικές ατάκες των πρωταγωνιστικών προσώπων αλλά κι η πλοκή είναι προβλέψιμα και συνηθισμένα. Κατά μία έννοια το σενάριο είναι απλό και στρωτό δίνοντας στους θεατές τη δυνατότητα να δώσουν έμφαση στους διαφορετικούς κόσμους που αντιπροσωπεύουν οι τρεις γυναίκες καθώς μέσα απ' αυτές συναντάμε και την πολυπρόσωπη κοινωνία της Ισπανίας, η οποία προσπαθεί να ατενίσει με ελπίδα το μέλλον ενώ παράλληλα επουλώνει τις πληγές του φρανκικού καθεστώτος. 
Μέσα από αυτές τις τρεις διαφορετικές μητέρες συναντάμε το "απολιτίκ" κομμάτι της κοινωνίας το οποίο εκπροσωπείται από την μητέρα της Άννας, το αδιάφορο κι ευνουχισμένο κομμάτι της νεολαίας το οποίο εκφράζεται από την πιτσιρίκα Άννα και το κομμάτι της κοινωνίας που είναι πιο ώριμο, ευσυνείδητο κι ενεργό καθώς έχει χτυπηθεί από την οικονομική κρίση και συσχετίζεται με το κοντινό καθεστωτικό παρελθόν που εξακολουθεί να το βασανίζει.
Η Γιάνις που είναι και το πρωταγωνιστικό πρόσωπο της ταινίας, εκπροσωπεί το ενεργό κομμάτι της κοινωνίας. Γι' αυτό το λόγο ζητάει από τον εραστή της τον Αρτούρο να μεσολαβήσει για να ανοιχτεί ο ομαδικός τάφος έξω από το χωριό της. Το τέταρτο πρόσωπο της ιστορίας, ο Αρτούρο, είναι ένας ανθρωπολόγος εξειδικευμένος στα εγκλήματα του φρανκικού καθεστώτος, ο οποίος βρίσκει ενδιαφέρουσα την ιστορία των εκτελεσμένων στο χωριό της Γιάνις κι αποφασίζει να μεσολαβήσει στην καταγραφή κι εκταφή των οστών τους με τη συνεργασία του ιδιωτικού ιδρύματος στο οποίο ανήκει. 
Μέσα από τις εξομολογήσεις της Γιάνις μαθαίνουμε περαιτέρω λεπτομέρειες για εκείνη τη βραδιά που οι φαλαγγίτες συνέλαβαν τον παππού της και κάποιους ακόμα συγχωριανούς του για να τους εκτελέσουν σε ένα χωράφι. Όμως ένα από τα θύματα επέζησε κι έδειξε το σημείο που ήταν θαμμένοι οι υπόλοιποι. Παρόλο που πέρασαν αρκετές δεκαετίες από εκείνη τη θανατερή βραδιά, πολλοί συγγενείς των θυμάτων εξακολουθούν να επιθυμούν να ανασυρθούν οι σωροί και να καταγραφούν ώστε να μπορέσουν έστω καθυστερημένα να τιμήσουν την μνήμη τους και να ενώσουν τα λείψανα τους με τα λείψανα των υπολοίπων συγγενών τους.
Στο κομμάτι αυτό βρήκα πολύ συγκινητική την όλη διαδικασία. Ο Αρτούρο επισκέπτεται το χωριό της Γιάνις κι αρχίζει να συγκεντρώνει πληροφορίες για το κάθε εκτελεσμένο από τους συγγενείς του. Μαζί με τα στοιχεία που μπορούν να βοηθήσουν στην αναγνώριση της σωρού, γίνεται και μια αναδρομή τόσο στις προσωπικότητες των δολοφονημένων όσο και των τελευταίων στιγμών που πέρασαν με τους δικούς τους. Στιγμές σκληρές που κουβαλούν έναν αιώνιο πόνο για όσους τις έζησαν τότε. Σχηματίζοντας ως θεατές ένα κολλάζ μνημών και συναισθημάτων φτάνουμε σε ένα από τα συνταρακτικότερα βουβά φινάλε που μας έχει προσφέρει ο σύγχρονος ευρωπαϊκός κινηματογράφος. Ένα φινάλε που σε κρατάει βυθισμένο στην καρέκλα και μουδιασμένο από τη συναισθηματική φόρτιση που σου προκαλεί η σιωπηρή "αντάμωση" του παρελθόντος με το παρόν. Η ιερή αυτή στιγμή της εξιλέωσης που σε συμφιλιώνει με τα φαντάσματα που κουβαλάς μέσα σου.  




Ο Πέδρο Αλμοδόβαρ προσφέρει ένα ακόμη μοναδικό αριστούργημα, μακιγιαρισμένο με τη γνώριμη φανταχτερή χρωματιστή του παλέτα και ντυμένο με την ονειρική μουσική του Αλμπέρτο Ιγκλέσιας. Επίσης στη συγκεκριμένη ταινία ενώνει και τις δυο πολυαγαπημένες του μούσες, την Πενέλοπε Κρουζ και την Ρόσι Ντε Πάλμα, μετατρέποντάς τες σε θερμές εκφράστριες των ιδεών του. Ιδεών που ξεφεύγουν από το φεμινιστικό πλαίσιο και την ανάλυση που έχει επιχειρήσει σε πολλές ταινίες του κυρίως στο ρόλο της μητέρας. 
Αυτή τη φορά, οι γυναίκες στην ταινία του μετατρέπονται σε αγγέλους προστάτες της μνήμης και σε πρόσωπα ηρωικά που προσπαθούν να χτίσουν έναν νέο κόσμο πιο δίκαιο κι όμορφο. Έναν κόσμο πιο ειλικρινή. Γι' αυτό το λόγο θέλησα να σηκωθώ όρθιος και να χειροκροτήσω όταν διάβασα στη μεγάλη οθόνη τη συγκλονιστική φράση του Εντουάρντο Γκαλεάνο με την οποία ολοκληρωνόταν η ταινία. "Καμιά ιστορία δεν είναι βουβή. Όσο κι αν την σφετεριστούν όσο κι αν την τσαλακώσουν με ψέματα, η ιστορία αρνείται να κλείσει το στόμα της". 
Στη συγκεκριμένη ταινία, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ μετατρέπει τη γυναίκα σε ένα νέο σύμβολο, μέσα από το οποίο υμνεί όλες τις γυναίκες που πάνε κόντρα στα κατεστημένα κι αποφασίζουν να γεννήσουν και να μεγαλώσουν μόνες τους ένα παιδί. Που αντέχουν στις αναποδιές της μοίρας κι ενωμένες προχωρούν μπροστά στηρίζοντας η μια την άλλη. Μα το κυριότερο είναι που στέκονται αγέρωχες μπροστά στο θάνατο και  γίνονται φύλακες της μνήμης και προστάτριες της ιστορίας. 
Ο "Παράλληλες Μητέρες" είναι ένας ζεστός, ειλικρινής και γλυκός φόρος τιμής στην αξία της μητρότητας. Είναι ένα έργο τέχνης που το βιώνει κανείς με όλες του τις αισθήσεις. Είναι αυτή η μικρή ρωγμή που ενώνει το παρελθόν με το παρόν κι επουλώνει τις χρόνιες ανοιχτές πληγές. Είναι το πανανθρώπινο θαύμα που επιφέρει η αλληλεγγύη κι ο αλληλοσεβασμός. Είναι μια ακόμη αντιφασιστική κραυγή που όλοι μας έχουμε ανάγκη για να αντιμετωπίσουμε το σημερινό ζόφο. 

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021

Το τέταρτο βιβλίο μου





Πάνε πέντε χρόνια από τότε που ολοκληρώθηκε η αλησμόνητη οδική μας περιπλάνηση στα Δυτικά Βαλκάνια. Από τα μισά του ταξιδιού είχα εκμυστηρευτεί στους δυο αγαπημένους μου φίλους και συνταξιδευτές, Σπύρο και Γιάννη, πως κάποια στιγμή στο μέλλον που θα κατασταλάξουν εντός μου όλες οι εικόνες, οι στιγμές κι οι συζητήσεις του συγκεκριμένου ταξιδιού, θα επεδίωκα να τις γράψω σε ένα βιβλίο. Λίγους μήνες αργότερα, η δροσερή έλευση του φθινοπώρου έφερε μαζί της και τις πρώτες μου σημειώσεις πάνω στις οποίες πάτησε για την πραγμάτωσή του το τελευταίο μου βιβλίο. 
Ξεκινώντας τότε τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου, δεν περίμενα πως θα κρατούσε πάνω από τρία απαιτητικά χρόνια, φορτωμένα με έναν μεγάλο αριθμό βιβλίων κι αναφορών που σχετίζονταν με την ιστορία των Βαλκανίων. Επίσης δεν είχα υπολογίσει τη θυσία αρκετού από τον ελεύθερό μου χρόνο αλλά και χαμένων στιγμών που υπό άλλες συνθήκες θα επιθυμούσα να ήμουν παρών. 
Πέρα απ' αυτό, ήταν και κάποιες στιγμές που όλη αυτή η διαδικασία μου φαινόταν ως ένα απροσπέλαστο βουνό. Μάλιστα υπήρξαν μέρες που άφησα το βιβλίο στην άκρη, νιώθοντας πως δεν είχα άλλο τις αντοχές αλλά και την υπομονή για να το προχωρήσω. 
Και να που τελικά μετά από τρία χρόνια, ήρθε αυτή η πολυπόθητη στιγμή που το βιβλίο ολοκληρώθηκε, κάτι που συνέβη κατά τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας. Όμως ο Γολγοθάς συνεχίστηκε καθώς έπρεπε να βρω μια νέα εκδοτική στέγη, κι αυτό έτυχε να το επιχειρήσω σε μια περίοδο που όλα ήταν μουδιασμένα και στάσιμα εξαιτίας της πρωτόγνωρης πανδημίας. 
Σ' εκείνην την προσπάθεια βίωσα την μεγαλύτερη απογοήτευση στο χώρο του βιβλίου, καθώς έγινα δέκτης απαξιωτικών συμπεριφορών που μου τσάκισαν κάθε διάθεση που είχα ως τότε για κάθε είδους γραφή. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο έχω περιορίσει αρκετά και τις δραστηριότητές μου στο προσωπικό μου ιστολόγιο, το οποίο λειτουργώ αδιαλείπτως πάνω από μια δεκαετία. Μέσα στους μήνες αναζήτησης έλαβα έναν άσχημο σνομπισμό αλλά και μια "σοφιστικέ" χαιρεκακία γνωστών κι αλλοτινών φίλων για την αδυναμία μου να βρω εκδοτικό οίκο. Από τον Μάιο του 2020 που άρχισα να ψάχνω νέα στέγη, έφτασα στον Οκτώβρη όπου αποφάσισα να τα παρατήσω. Κι εκεί ακριβώς είναι που συνέβη μια αλληλουχία συμπτώσεων που με οδήγησαν στον νέο μου εκδοτικό οίκο. Νιώθω ευγνώμων που όλες αυτές οι συγκυρίες με οδήγησαν στον εκδοτικό οίκο του Ενυπνίου, καθώς η συνεργασία μου με τον εκδότη Στάθη Ιντζέ ήταν άψογη απέναντι σε ένα βιβλίο αρκετά απαιτητικό τόσο στον όγκο του όσο και με το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύει το κείμενο. Τώρα που το βιβλίο έχει πλέον εκδοθεί και βρίσκεται στα ράφια, θέλω να τον ευχαριστήσω από καρδιάς για την υπομονή του σε όλες αυτές τις πολύωρες διορθώσεις που κάναμε μαζί πάνω στο κείμενο. 
Επίσης θα ήθελα πολύ να ευχαριστήσω την φίλη μου Δήμητρα Λιτσάι που μου εμπιστεύτηκε την μαρτυρία της με την μετανάστευση της οικογένειάς της στην Ελλάδα και τον Hamza Pecar που μας εξιστόρησε τα βιώματα της οικογένειάς του κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών στο Σαράγιεβο. Επιπροσθέτως θέλω να ευχαριστήσω τον φίλο μου Βαγγέλη Χερουβείμ για το εξαιρετικό του σχέδιο που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου και την Ελένη μου που έγραψε μια υπέροχη περίληψη για το οπισθόφυλλο του. 
Και τέλος, θέλω να ευχαριστήσω μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου τον Σπύρο και τον Γιάννη τόσο για τις όμορφες στιγμές που ζήσαμε μαζί σ' ένα από τα ομορφότερα ταξίδια της ως τώρα ζωής μου, όσο και για την στήριξή τους κατά τη διάρκεια της συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου. Τους το αφιερώνω με όλη μου την αγάπη. 


Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2021

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Επίσημη Ιστορία (1985)

 



Πριν μια πενταετία είχε κυκλοφορήσει ξανά στις σκοτεινές αίθουσες ένα ξεχασμένο αργεντίνικο αριστούργημα που είχε σαρώσει τα κινηματογραφικά βραβεία της δεκαετία του '80. Θυμάμαι ακόμη εκείνη τη βραδιά, που μπαίνοντας σε ένα κατάμεστο Άστορ, δεν περίμενα πως δυο ώρες αργότερα θα έβγαινα στη στοά του Κοραή μουδιασμένος μετά από μια τόσο απρόσμενη συγκλονιστική προβολή. Αυτό όμως που με προβλημάτισε περισσότερο, είναι πως λίγα χρόνια μετά την προβολή της συγκεκριμένης ταινίας έγινα κι εγώ με τη σειρά μου μάρτυρας γεγονότων και κυρίως εξοργιστικών συμπεριφορών από την απαθή κι άκρως εγωιστική αστική τάξη, που δεκαετίες τώρα αδιαφορεί πλήρως για το κοινωνικοπολιτικό χάος που απλώνεται γύρω της καθώς η προσοχή της είναι συνεχώς στραμμένη στο δικό της οικονομικό συμφέρον και στην πάση θυσία διαφύλαξη της συμπλεγματικής οικογενειακής της αγιότητας. Ζώντας τα τελευταία δύο χρόνια σε ένα πρωτοφανές αντιδημοκρατικό πολίτευμα, αποφάσισα να ξαναδώ το συγκεκριμένο αριστούργημα ακολουθώντας την επισήμανση της πρωταγωνίστριας προς τους μαθητές της στους οποίους διδάσκει σύγχρονη ιστορία, λέγοντάς τους πως «οι λαοί δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς ιστορία καθώς η ιστορία είναι η μνήμη των λαών. Κατανοώντας τη κατανοούμε τον κόσμο».
Η ταινία μας γυρνάει στις αρχές της δεκαετίας του '80, λίγο μετά τη λήξη της πενταετούς αργεντίνικης χούντας, η οποία είχε γίνει γνωστή ως "Βρώμικος Πόλεμος". Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η Αλίσια Ιμπάνες, η οποία είναι μια καθηγήτρια ιστορίας σε ένα λύκειο. Η ίδια εξακολουθεί να υπηρετεί το λειτούργημά της χωρίς να την έχει αγγίξει τόσο η δικτατορία όσο κι ο γολγοθάς του απλού λαού της Αργεντινής. Η στάση της αυτή γίνεται εμφανής κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, δημιουργώντας μια συγκρουσιακή σχέση με τους μαθητές της. Η άγνοιά της για τα τεκταινόμενα βασίζεται στη βολεμένη της μεγαλοαστική θέση καθώς είναι παντρεμένη με έναν πλούσιο επιχειρηματία ο οποίος φαίνεται πως είχε ύποπτες διασυνδέσεις με παλιά κυβερνητικά στελέχη του καθεστώτος. Για εκείνην και την οικογένειά της, η πενταετία δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια όμορφη οικογενειακή περίοδος όπου ζούσε σε ένα προστατευμένο κι αποστειρωμένο κέλυφος μεγαλώνοντας την υιοθετημένη της κόρη, την πεντάχρονη Γκάμπι και τον υπόλοιπο χρόνο αναλωνόταν σε ιντριγκαδόρικες συναναστροφές με άλλα πρόσωπα της κοινωνικοπολιτικής της τάξης.
Όμως η στάση της για τα κοινά θα αλλάξει όταν κατά τη διάρκεια μιας επανασύνδεσής της με παλιές τις φίλες θα συναντηθεί ξανά με την αυτοεξόριστη φίλη της Άννα, η οποία εγκατέλειψε τη χώρα μετά την άνοδο του στρατιωτικού καθεστώτος. Σε μια από τις ανέμελες συζητήσεις τους, η πρωταγωνίστρια θα ακούσει σοκαρισμένη τις εκμυστηρεύσεις της φίλης της για τους βασανισμούς και τους βιασμούς που υπέστη από τους χουντικούς αλλά και για τα δεκάδες μωρά που οι στρατιωτικοί τα άρπαζαν από τους φυλακισμένους ή εκτελεσμένους γονείς τους και τα έδιναν σε φιλοκαθεστωτικές οικογένειες. Εκεί ο κόσμος της Αλίσια θα καταρρεύσει, καθώς οι αμφιβολίες ως προς την καταγωγή της ίδιας της της κόρης αλλά κι οι ενοχές για τον ύποπτο πλουτισμό του άνδρα της, θα την κάνουν να αναθεωρήσει αρκετά από τα πιστεύω της.




Το κυνικό ύφος της ταινίας γίνεται φανερό από την εναρκτήρια σκηνή όπου μαθητές και καθηγητές του σχολείου της Αλίσια τραγουδούν μέσα στη βροχή τον εθνικό ύμνο της Αργεντινής, ο οποίος μιλάει για ισότητα κι ελευθερία όλων των κατοίκων της χώρας. Δύο σημαντικά δημοκρατικά στοιχεία που εξαφανίστηκαν για πέντε χρόνια. Ένα άλλο ειρωνικό στοιχείο της ταινίας είναι η ιδιότητα της Αλίσιας, η οποία διδάσκει μεν την επίσημη και θεσμικά παγιωμένη ιστορία και τους «πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς της χώρας από το 1810», αγνοώντας τους χιλιάδες αγνοούμενους συμπολίτες της που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ενώ παράλληλα κουνάει με θράσος το δάχτυλο σε κάθε μαθητή που έχει διαφορετική πολιτική άποψη, ειδικά όταν αυτή είναι ανατρεπτική για τα δικά της αβάσιμα πιστεύω. Φυσικά όλα αυτά θα αλλάξουν από την πλευρά της όταν συνειδητοποιήσει πως κι η ίδια είναι ένα κομμάτι της πρόσφατης ζοφερής για τη χώρα της ιστορίας.
Δεν είναι τυχαίο που ο σκηνοθέτης της ταινίας Λουίς Πουένσο, επιλέγει να εξιστορήσει ένα μελανό κομμάτι της αργεντίνικης ιστορίας μέσα από τα μάτια μιας εκπροσώπου της υψηλής κοινωνίας, υπογραμμίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο τις βαθιές αντιθέσεις που χαρακτήριζαν την κοινωνία της Αργεντινής κατά τη διάρκεια της χούντας. Προσωπικά βρήκα εύστοχη την επιλογή του προφίλ μιας γυναίκας που ανήκει στην υψηλή κοινωνία και χαρακτηρίζεται ως σεβάσμια μητέρα και σύζυγος κι έχει το κύρος της δασκάλας Ιστορίας, καθώς μέσα απ' αυτά τα χαρακτηριστικά εκπροσωπεί εύστοχα το απαθές κοινωνικό κομμάτι της αργεντίνικης κοινωνίας κατά τη διάρκεια της χούντας. Επίσης με αυτήν την αφετηρία, γίνεται εμφανέστερη η μεταστροφή της ηρωίδας όταν αρχίζει να αναρωτιέται για τις συνθήκες που πραγματοποιήθηκε η υιοθεσία της κόρης της αλλά και για τη στάση κι υποχρέωση που οφείλει να έχει η ίδια απέναντι στην πραγματική (κι όχι επίσημη) ιστορία. 
Και κάπως έτσι, τόσο η πρωταγωνίστρια όσο και το κοινό, επιστρέφουν στα πρώτα της λόγια όταν η ίδια συστήνεται στους μαθητές της λέγοντας πως η «η ιστορία είναι η μνήμη των ανθρώπων», προσδιορίζοντας με έναν εριστικό τρόπο τον εαυτό της ως εκπρόσωπο της αλήθειας και των κοινωνικών πεπραγμένων του παρελθόντος. Γι' αυτό το λόγο αντιδρά έντονα στα ριζοσπαστικά πιστεύω των μαθητών της, οι οποίοι υποστηρίζουν πως "η ιστορία γράφεται από τους δολοφόνους», μέχρι που στρέφεται στην εποικοδομητική αμφισβήτηση αναζητώντας τεκμηριωμένα επιχειρήματα και μαρτυρίες ζώντων πρωταγωνιστών της νεότερης ιστορίας.
Έχοντας αυτήν την επαναστατική για τα δεδομένα της πρωταγωνίστριας ανατροπή, ο σκηνοθέτης δημιουργεί ένα καίριο ερώτημα το οποίο στηρίζεται στο βάρος της ευθύνης που φέρει ο καθένας μας σαν μονάδα απέναντι στο κοινωνικό σύνολο όταν έρχεται κοντά στην αλήθεια. Χρησιμοποιώντας ως κεντρικό πρόσωπο στο ερώτημα αυτό την πρωταγωνίστρια με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, προσπαθεί να αποδείξει πως ποτέ δεν είναι αργά για κάποιον να κάνει τη διαφορά, δηλαδή να πράξει το σωστό απέναντι στους υπόλοιπους. 




Η επιτυχία της "Επίσημης Ιστορίας" στηρίζεται σε δυο δυνατά κινηματογραφικά στοιχεία. Πρώτα απ' όλα στο δυνατό σενάριο που γράφτηκε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη σε συνεργασία με την εξαιρετικά σημαντική εκπρόσωπο του λατινοαμερικάνικου σινεμά, Αΐντα Μπόρτνικ. Με το σενάριο αυτό, η ταινία προσπαθεί να διερευνήσει διαφορετικές πτυχές του εν βρασμώ κοινωνικοπολιτικού μετώπου της αργεντίνικης κοινωνίας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Το άλλο δυνατό χαρτί της ταινίας είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών της ταινίας. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην πρωταγωνιστική ομάδα αλλά και στους μικρότερους ρόλους. Φυσικά ξεχωρίζει η Νόρμα Αλεάντρο στο ρόλο της Αλίσιας αλλά εξαιρετικοί είναι κι ο Έκτορ Αλτέριο στο ρόλο του συζύγου κι η Τσίλα Ρουίς στο ρόλο της γιαγιάς που αναζητεί την εγγονή της. Επιτρέψτε μου όμως να μνημονεύσω τις εκπληκτικές ερμηνείες των δεύτερων ρόλων και συγκεκριμένα του Ούγκο Αράνα, ο οποίος υποδύεται τον αδελφό του φιλοχουντικού συζύγου της Αλίσιας, του Γκιγιέρμο Μπατάλια στο ρόλο του συγκλονιστικού πατέρα του φιλοχουντικού συζύγου της Αλίσιας και του Πατρίσιο Κοντρέρας στο ρόλο του μελαγχολικού δασκάλου φιλολογίας που προσπαθεί με έναν άκρως δημιουργικό τρόπο να αφυπνίσει τους μαθητές του και να καλμάρει την έπαρση της Αλίσιας. Και φυσικά το εκρηκτικό πέρασμα της Τσουντσούνα Βιγιαφάνε στο ρόλο της αυτοεξόριστης Άννα.
Ο σκηνοθέτης κινείται σε συνηθισμένα κάδρα προσφέροντας κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να παρουσιάσει τις συναισθηματικές τους καταστάσεις ειδικά στην Αλίσια η οποία περνάει από τον χρόνιο εφησυχασμό στην πρωτόγνωρη αμφιβολία. Παράλληλα κάνει μια περιεκτική ανάλυση των κοινωνικών ομάδων της Αργεντινής εκείνης της περιόδου, ρίχνοντας όλο το βάρος στις ανώτερες τάξεις, οι οποίες συνεχίζουν την πλούσια ζωή τους χωρίς ενοχές για το βρώμικο παρελθόν τους κι αδιαφορώντας για το εκρηκτικό κλίμα που κυριαρχεί στους δρόμους της πρωτεύουσας όπου συγγενείς τριάντα χιλιάδων αγνοουμένων διαδηλώνουν καθημερινώς αναζητώντας πληροφορίες τόσο για τους εξαφανισμένους ανθρώπους τους όσο και για τα παιδιά τους που υιοθετήθηκαν παράνομα από άλλες οικογένειες, φίλα προσκείμενες στο καθεστώς. 
Το εφιαλτικό της όλης υπόθεσης είναι πως η συγκεκριμένη ταινία παραμένει διαχρονικά επίκαιρη παρόλο που έχουν περάσει τέσσερις σχεδόν δεκαετίες από την πρώτη της προβολή στις σκοτεινές αίθουσες. Γι' αυτό το λόγο πιστεύω πως καθίσταται επιτακτική ως ένα μάθημα για τη σημασία που έχουν τόσο η κατανόηση του παρελθόντος προκειμένου να αποφευχθούν τα ίδια λάθη και στο μέλλον, όσο και η γνώση κι η κατάκτηση της αλήθειας, ακόμη και με τίμημα τον επιφανειακό εφησυχασμό. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως η ταινία απέσπασε πλήθος βραβείων, ανάμεσά τους το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, τη Χρυσή Σφαίρα στην ίδια κατηγορία και το Βραβείο Ερμηνείας για την Νόρμα Αλεάντρο στο Φεστιβάλ Καννών.
Η "Επίσημη Ιστορία" είναι ένα από τα διαχρονικά αριστουργήματα που η ύπαρξή τους και μόνο είναι σημαντική καθώς αποδεικνύουν την σημασία της έβδομης τέχνης όταν εκείνη υπηρετεί την κοινωνική αφύπνιση και τη διατήρηση της μνήμης. Πόσο μάλλον όταν κάποιο έργο προσπαθεί κατά τη διάρκεια της προβολής του να αποδείξει την σημαντική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην επίσημη ιστορία και την πραγματική ιστορία του κάθε τόπου. 


Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Κατακτώντας την αθανασία εν ζωή



Σαν χθες θυμάμαι αυτήν την μαγική βραδιά που έζησα τέλη Ιουνίου του 2017 στο Καλλιμάρμαρο. Λίγο πριν το τέλος της ιστορικής συναυλίας που ήταν αφιερωμένη στον σπουδαίο Μίκη Θεοδωράκη, κάτι με ώθησε να ανέβω πάνω από τις κερκίδες και να σταθώ πίσω από το μεγάλο πέταλο, θέλοντας να απολαύσω το μεγαλείο της στιγμής έχοντας μπροστά μου όχι μόνο την πολυάριθμη χορωδία αλλά και το κοινό που παρακολουθούσε εκστασιασμένο. Δεν ξέρω τι με παρακίνησε να πάρω την απόφαση αυτή. Όμως με αυτήν μου την πράξη συνειδητοποίησα ότι κάποιες στιγμές της ζωής μας κάτι μας φωτίζει και μας ωθεί ασυνείδητα να βρεθούμε στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή. 
Λίγα μόλις λεπτά αφότου είχα γείρει πάνω στη δροσερή μαρμάρινη επιφάνεια του τοιχίου που περιστοιχίζει περιμετρικά το στάδιο, έγινα μάρτυρας μιας έντονα φορτισμένης σκηνής, καθώς ο σπουδαίος Έλληνας συνθέτης με την βοήθεια κάποιων ανθρώπων του ανέβηκε πάνω στη σκηνή κι από το καροτσάκι του διηύθυνε την ορχήστρα για τελευταία φορά στη ζωή του με το πολυαγαπημένο μουσικό κομμάτι "Άρνηση". 
Με έναν απροσδιόριστο τρόπο ένιωσα να αιωρούμαι πάνω από τον σπουδαίο συνθέτη, μαγεμένος από τις αέρινες κινήσεις των χεριών του καθώς χόρευαν με τον δικό τους γνώριμο τρόπο στο ρυθμό της μελωδίας. Κι ενώ είχα παρασυρθεί από την αρμονία της στιγμής σιγοτραγουδώντας τους στίχους του τραγουδιού, ξαφνικά είδα τα δύο του χέρια να κρύβουν τρυφερά το συγκινημένο του πρόσωπο την στιγμή που από την ορχήστρα ακουγόταν ο σπαρακτικός στίχος "πήραμε τη ζωή μας λάθος...".  
Αμέσως κυριεύθηκα από ένα πρωτόγνωρο δέος συνειδητοποιώντας πως απέναντί μου είχα έναν άνθρωπο που κατακτούσε εκείνη τη στιγμή την πολυπόθητη αθανασία εν ζωή. Αυτή η στιγμή χαράκτηκε για πάντα στη μνήμη μου και τέσσερα χρόνια τώρα την θυμάμαι πεντακάθαρα σαν να την έζησα χθες, βέβαιος πως δε θα μου δοθεί ξανά αυτή η ευκαιρία καθώς ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν από τους τελευταίους των μεγάλων όλης της οικουμένης, για τον οποίον νιώθω τυχερός που πρόλαβα να τον ζήσω.
Είχα την τύχη να βρεθώ άλλες δυο φορές κοντά στον σπουδαίο άνθρωπο Μίκη Θεοδωράκη. Η πρώτη ήταν στην ομιλία του στα Προπύλαια το 2011 κι η δεύτερη ήταν σε εκείνη την φλεγόμενη μέρα του Φλεβάρη του 2012 στο Σύνταγμα, όπου βρισκόμουν στην αλυσίδα που κάναμε με άλλους συντρόφους ανοίγοντας δρόμο για τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μανώλη Γλέζο που απαιτούσαν να μπουν στην Βουλή για να παρακολουθήσουν το ξεπούλημα της χώρας μας πιστεύοντας πως με την παρουσία τους θα ασκούσαν κάποια πίεση στους βουλευτές ώστε να μην ψηφίσουν το δεύτερο μνημόνιο. Στην προσπάθειά τους αυτή συνοδεύονταν από τον Απόστολο Γκλέτσο, ο οποίος στη συνέχεια φυγάδευσε με καροτσάκι τον σπουδαίο συνθέτη μετά την άνανδρη επίθεση των ματατζήδων με χημικά στα δυο αυτά ιστορικά πρόσωπα. 
Τα παραπάνω γεγονότα τα αναφέρω διότι από το πρωί ακούω μαρτυρίες ανθρώπων στο ραδιόφωνο και παρατηρώ πως όλοι μας στον ατέρμονο αυτόν αγώνα που δίνουμε στους δρόμους, έχουμε βρεθεί συνοδοιπόροι με αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο είτε με την φυσική του παρουσία είτε με την μουσική του συνοδεία. Ειδικά εκείνην την μέρα του Φλεβάρη που κάναμε την αλυσίδα για να μπει στην Βουλή, τραγουδούσαμε όλοι μαζί με μια φωνή το "Θα σημάνουν οι καμπάνες". 
Ο σπουδαίος Μίκης Θεοδωράκης έφυγε σήμερα από την ζωή αλλά όχι από τις συνειδήσεις μας. Αποδεσμεύτηκε από το φθαρμένο του θνητό κορμί αλλά η αιωνίως νεανική του ψυχή θα συνεχίσει να φτερουγίζει εντός μας. Τα δυναμικά του και γεμάτα ζωή κι ελπίδα τραγούδια θα εξακολουθούν να μας συντροφεύουν στους αγώνες που δίνουμε ενάντια στον φασισμό, ο οποίος έχει εδραιωθεί ξανά στο τιμόνι της χώρας. 
Ας πάρουμε το παράδειγμά του. Στο χέρι μας είναι.
Ας είμαστε κι εμείς μια παρουσία της πρώτης γραμμής απέναντι στις τρέχουσες εξελίξεις μέχρι να πέσει το καθεστώς που μας καταπατά κάθε δικαίωμα και κάθε ελευθερία αλλά και σε κάθε καθεστώς που θα προκύψει στο μέλλον.
Ας μην σιωπούμε σε κάθε αδικία αλλά και σε κάθε έγκλημα που συντελείται στη χώρα μας αλλά και στη διεθνή σκηνή. Ο ίδιος μας έχει δώσει πολλά παραδείγματα μέσα από την πλούσια δράση του.
Ας είμαστε παρόντες στην ίδια μας την ζωή. 
Σπουδαίε Μίκη Θεοδωράκη σε χαιρετούμε και σ' ευχαριστούμε για όλα όσα μας έχεις προσφέρει. 
Καλό σου ταξίδι. 

Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

Ο Άνθρωπος που Πούλησε το Δέρμα του (2020)




Ένας από τους πιο αινιγματικούς τίτλους ταινιών των τελευταίων χρόνων αποδεικνύεται σε μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική προσέγγιση απέναντι στην θρασύτατη εκμετάλλευση των κοινωνικών προβλημάτων και των ανθρώπινων αδιεξόδων από την εκάστοτε μορφή τέχνης. Στην περίπτωση του "Ανθρώπου που Πούλησε το Δέρμα του" μπλέκεται η εμπορευματοποίηση της τέχνης με το προσφυγικό ζήτημα των Συρίων και το προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή που προσπαθεί να βρει τρόπο να ταξιδέψει από τον Λίβανο στο Βέλγιο, αναζητώντας τον έρωτα της ζωής του. Μέσα σ' αυτήν την φορτισμένη κατάσταση συναντάμε αρκετά ενδιαφέροντα σημεία που προσφέρουν ουσιώδεις προβληματισμούς για πολύωρες συζητήσεις μετά την προβολή της ταινίας. 
Η ιστορία μας γυρνάει δέκα χρόνια πίσω, λίγο πριν το ξεκίνημα του εμφυλίου στη Συρία και μας παρουσιάζει το ερωτικό ειδύλλιο ανάμεσα σε δύο νέους, οι οποίοι αποφασίζουν να παντρευτούν μέσα σε ένα τραίνο. Όμως τα λόγια που θα ξεστομίσει μες στη χαρά του ο νεαρός, θα του δημιουργήσουν μπελάδες καθώς θα συλληφθεί ως αντικαθεστωτικός. Για καλή του τύχη θα δραπετεύσει και με τη βοήθεια της συντρόφου του θα διαφύγει στο Λίβανο. Προσπαθώντας να πατήσει ξανά στα πόδια του δουλεύοντας σε μια βιομηχανία, θα μάθει πως η κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος, παντρεύτηκε έναν Σύριο διπλωμάτη που εργάζεται στην συριακή πρεσβεία του Βελγίου. Η απόγνωση της καθημερινής του ρουτίνας θα 'ρθει να δέσει με την οργή της συναισθηματικής προδοσίας που τον πνίγει. Έκτοτε ζει με την προσδοκία πως θα καταφέρει κάποια στιγμή να πάει στο Βέλγιο για να την κάνει πάλι δικιά του.
Η συναισθηματική φόρτιση του πρωταγωνιστή θα γίνει γρήγορα αντιληπτή από έναν διάσημο καλλιτέχνη, ο οποίος συναντηθεί τυχαία μαζί του σε μια εικαστική του έκθεση στην Βηρυτό. Στην μεταξύ τους συζήτηση, την οποία βρήκα άκρως ενδιαφέρουσα καθώς πάνω στον πάγκο ενός αδιάφορου μπαρ "συγκρούονται" πολιτισμένα δυο τελείως διαφορετικοί κόσμοι. Μέσα σ' αυτήν την έντονη συζήτηση, ο νεαρός θα εκμυστηρευτεί στον καλλιτέχνη την ως τώρα ζωή του, με εκείνον να του υπόσχεται την πολυπόθητη βίζα για να φύγει στο Βέλγιο με αντάλλαγμα να του προσφέρει την πλάτη του ως "καμβά" για το νέο του έργο. Μες στην απόγνωσή του, ο πρωταγωνιστής θα βρει την πρότασή του άκρως δελεαστική, αδιαφορώντας για τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν με την εφαρμογή της.




Το εύστοχο σκεπτικό του καλλιτέχνη που τον ωθεί να μετατρέψει την πλάτη του πρόσφυγα σε καμβά, είναι πως τα προϊόντα μετακινούνται πιο εύκολα από χώρα σε χώρα απ' ότι οι άνθρωποι. Στηριζόμενος στον παραπάνω προβληματισμό, μεταμορφώνει τον νεαρό πρόσφυγα σε ένα ζωντανό έργο τέχνης, μετατρέποντάς τον μ' αυτόν τον τρόπο σε ένα προϊόν τέχνης που μπορεί να μετακινηθεί από χώρα σε χώρα. 
Η ζωή του Σύριου πρόσφυγα αλλάζει εντυπωσιακά. Ζει σε ακριβά ξενοδοχεία, συγκεντρώνει όλη την προσοχή πάνω του και κυκλοφορεί σαν Ευρωπαίος πολίτης στην καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου, την ώρα που η χώρα του κυλάει στο χάος του εμφυλίου και της προσφυγικής κρίσης. Παρόλο που βιώνει μια πολυτελής καθημερινότητα, διαπιστώνει πως εξακολουθεί να ζει καταπιεσμένος κι ανελεύθερος καθώς έχει θυσιάσει το κορμί του στο βωμό της Τέχνης. Σαν ένας σύγχρονος σάτυρος Μαρσύας που χάνει το δέρμα του εξαιτίας μιας σύγχρονης ύβρις, με το να πουλήσει ασυνείδητα την αξιοπρέπειά του. 
Παράλληλα η ταινία μετατρέπεται σε ένα κατηγορώ απέναντι στο νεοφιλελεύθερο σύστημα που έχει εισχωρήσει στον χώρο της Τέχνης, μετατρέποντάς τον σε μια κερδοφόρα αγορά κενής γκλαμουριάς και ναρκισσιστικού σνομπισμού. Η κατρακύλα του σύγχρονου κόσμου της Τέχνης γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν ο καλλιτέχνης "πουλάει" την πλάτη του πρόσφυγα σε έναν συλλέκτη έργων τέχνης. Η συμπεριφορά των πλουσίων και των ασφαλιστικών εταιριών φανερώνουν την έλλειψη ανθρωπισμού και κυρίως την πλήρη απουσία της ηθικής. 
Ένα άλλο στοιχείο που με εντυπωσίασε στην ταινία ήταν η εξαιρετική ματιά της Τυνήσιας δημιουργού Κάουθερ Μπεν Χάνια, η οποία προσφέρει αρκετά ευφάνταστα πλάνα όπως η πρώτη σκηνή της ταινίας με τις δυο μορφές των συντηρητών έργων τέχνης να κινούνται ανάμεσα σε κάτοπτρα δημιουργώντας μια εντυπωσιακή προοπτική ψευδαίσθηση. Όμως η πρωτοτυπία της περιορίζεται σε λίγες μόνο σκηνές καθώς η υπόλοιπη ταινία βαδίζει σε ένα συνηθισμένο μοτίβο, το οποίο είναι ικανοποιητικό τόσο με την γωνία των πλάνων όσο και με την επιλογή χρωμάτων και φωτισμού.
Ερμηνευτικά εντυπωσιάστηκα με τον πρωταγωνιστή Γιάχια Μαχαϊνί, ο οποίος κέρδισε και το Βραβείο Α' Ανδρικού Ρόλου στο τμήμα Ορίζοντες του Φεστιβάλ της Βενετίας το 2020. Ενδιαφέρον όμως βρήκα και τον ρόλο του Κόεν Ντε Μπου ως ιδιότροπου κι υπερφίαλου καλλιτέχνη. Αντιθέτως βρήκα άχαρο τον ρόλο της λατρεμένης Μόνικα Μπελούτσι που είχα καιρό να απολαύσω στον κινηματογράφο. Τέλος θα ήταν μεγάλο λάθος να μην αναφερθώ τα υπέροχα μάτια της Ντέα Λάιαν. 




Για τη συγκεκριμένη ταινία, η Τυνήσια δημιουργός εμπνεύστηκε από ένα παρόμοιο περιστατικό που συνέβη το 2006, όταν ο Βέλγος ζωγράφος Βιμ Ντελβουά δημιούργησε ένα έργο τέχνης στην πλάτη του Τιμ Στάινερ, το οποίο είχε αγοραστεί ήδη από συλλέκτη. Η ίδια καταφέρνει να δέσει το χυδαίο αυτό γεγονός με το προσφυγικό ζήτημα που μας συγκλόνισε την περασμένη δεκαετία, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξει πως η κοινωνική μας αδιαφορία έχει αρκετούς αποδέκτες είτε αυτοί είναι οι πρόσφυγες που πνίγονται στα νερά της Μεσογείου, είτε οι σύγχρονοι άθλιοι που ζουν άστεγοι στις μεγάλες πόλεις, είτε οι άνθρωποι που μες στην απόγνωσή τους γίνονται βορά των εκάστοτε νεοφιλελεύθερων θηρίων. 
Η ταινία προσπαθεί με έναν αξιοπρεπή τρόπο να δηλώσει πως η τέχνη έχει χάσει καιρό τώρα το ουμανιστικό της νόημα, μιας κι οι εκκεντρικές πρωτοτυπίες κι οι δημιουργικές καλλιτεχνικές δράσεις δεν έχουν πια επίκεντρο τον άνθρωπο αλλά την ικανοποίηση του ναρκισσισμού των ίδιων των δημιουργών. Την ίδια άποψη έχω και για τον Κινέζο δημιουργό Άι Γουέι Γουέι που ακούστηκε αρκετά με τις καλλιτεχνικές του δράσεις που βασίστηκαν πάνω στο προσφυγικό ζήτημα.
Αυτό είναι το κυριότερο θέμα στο οποίο καταπιάνεται η συγκεκριμένη ταινία, κάνοντάς με να την εκτιμήσω. Με ένα καυστικό μαύρο χιούμορ θίγει την κοινωνική αδιαφορία απέναντι σε πολλά κοινωνικοπολιτικά θέματα όπως είναι και το προσφυγικό ζήτημα και με έναν εύστοχο και συγκινητικό τρόπο μας δίνει μια ευκαιρία να κοιτάξουμε και την άλλη πλευρά καθώς όπως αναφέρει ο πρωταγωνιστής "είμαστε τυχεροί καθώς έχουμε γεννηθεί στη σωστή πλευρά του κόσμου". 

Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή 11 Ιουλίου 2021

Σίκινος, η ανέγγιχτη ομορφιά των Κυκλάδων


Πάνε τρεις δεκαετίες από τότε που ανακάλυψα την μοναδική γοητεία της Σικίνου μέσα από τη συλλογή τηλεκαρτών που έκανα μικρός, καθώς σε μια απ' αυτές ήταν αποτυπωμένη η ομορφιά ενός ιδιαίτερου μνημείου πάνω στο οποίο μπλεκόντουσαν δυο διαφορετικές ιστορικές περίοδοι, η ρωμαϊκή κι η μεταβυζαντινή. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια για να μου τραβήξει η Σίκινος ξανά την προσοχή, όταν την αντίκρισα από την Χώρα της Ίου. Μικρή, ταπεινή και σιωπηλή, η Σίκινος έπλεε αμέριμνη ανάμεσα σε τρεις πολυδιαφημισμένους προορισμούς (Φολέγανδρο, Σαντορίνη και Ίο). Στις συναναστροφές μου από τις νυχτερινές βόλτες της Ίου, άκουσα τα καλύτερα λόγια για το νησί αυτό κι αμέσως το τοποθέτησα ψηλά στη λίστα των επόμενων καλοκαιρινών μου προορισμών. Κι έτσι, μετά από δύο καλοκαίρια, ήρθε η στιγμή να την επισκεφθώ και να γνωρίσω από κοντά την ανέγγιχτη ομορφιά της.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, το όνομα του νησιού προέρχεται από τον γιο του Θόαντα, βασιλιά της Λήμνου κι εγγονού του Βάκχου και της Αριάδνης που ζούσαν στην Νάξο. Προσπαθώντας η σύζυγός του να τον σώσει από τις γυναίκες της Λήμνου που έσφαξαν τους άνδρες τους, τον έκρυψε σε μια λάρνακα και τον πέταξε στη θάλασσα. Το κιβώτιο έφτασε ως τη Σίκινο, όπου τον έσωσαν οι ψαράδες του νησιού και τον φιλοξένησαν. Κατά τη διαμονή του εκεί, ο Θόαντας γνώρισε την εγχώρια νύμφη Νηΐδα κι απέκτησε μαζί της τον Σίκινο, ο οποίος βασίλευσε στο νησί, δίνοντάς του το όνομά του, το οποίο έχει διατηρηθεί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Επίσης, το νησί είχε ονομαστεί κι Οινόη λόγω των θεσπέσιων κρασιών που παρήγαγε ενώ την περίοδο της Φραγκοκρατίας μετονομάστηκε σε Σύκανδρο λόγω των πολλών σύκων που είχε. 
Η Σίκινος είναι απίστευτα μικρή και συμμαζευμένη κι έχει μόνο τρεις οικισμούς, την Αλοπρόνοια, η οποία είναι ένας μικρός παραθαλάσσιος οικισμός και λιμάνι του νησιού ενώ λίγα χιλιόμετρα βορειότερα βρίσκονται οι οικισμοί Χωριό και Κάστρο, χτισμένοι σε έναν μεγάλο γκρεμό που καταλήγει στη θάλασσα. Από τα τρία αυτά μέρη, επιλέξαμε να μείνουμε στην Αλοπρόνοια, καθώς θέλαμε να έχουμε τη θάλασσα ακριβώς κάτω από την πανοραμική μας βεράντα. 
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η Αλοπρόνοια αποτελείται κυρίως από ενοικιαζόμενα δωμάτια που προορίζονται για τους επισκέπτες και κλέβει τις εντυπώσεις με τα πεντακάθαρα τυρκουάζ νερά της. Εντυπωσιάστηκα με την καθαρότητα και το χρώμα της θάλασσας παρόλο που στην άκρη της παραλίας βρίσκεται η μικρή μαρίνα κι ο υποτυπώδεις μόλος που δένει το καράβι της γραμμής. Όμως, η παραλία που μας μάγεψε περισσότερο ήταν ο Άγιος Γεώργιος που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα βορειότερα της Αλοπρόνοιας. Η άγρια ομορφιά του τοπίου κι η απόκοσμη γαλήνη του αρκούν για να φύγει κάθε τοξικότητα κι άγχος που κουβαλάμε από την ξέφρενη καθημερινότητα της πόλης. Επίσης στην παραλία υπάρχουν αρκετά αλμυρίκια που προσφέρονται να μας προστατεύσουν με τη σκιά τους, όταν δεν απολαμβάνουμε τα κρυστάλλινα νερά και τον υπέροχο βυθό της θάλασσας. Στην άκρη της παραλίας βρίσκεται ένα μικρό ταβερνάκι, το οποίο δυστυχώς δεν είχε ακόμη ανοίξει. Στο νησί υπάρχουν κι άλλες παραλίες όπως η παραλία Μάλτας και τα Σαντοριναίικα, αλλά είναι προσβάσιμες μόνο με καραβάκι. Ψάχνοντας πληροφορίες για τις παραλίες αυτές, διαπίστωσα πως παρά τα όμορφα νερά τους, δεν παρέχουν σκιά στους λουόμενους. Επίσης είναι και το Διαλισκάρι αλλά ο δρόμος μέχρι την παραλία είναι άσχημος. 
Οι άλλοι δυο οικισμοί του νησιού είναι το Χωριό και το Κάστρο, τα οποία απλώνονται σε δύο αντικριστές πλαγιές κι ενώνονται νοητά με το νεοκλασικό σχολείο-γυμνάσιο-λύκειο και το νεκροταφείο. Το Χωριό (00:24-01:28) είναι το πιο ήσυχο κομμάτι καθώς αποτελείται κυρίως από τα σπίτια των κατοίκων του νησιού. Στα μικρά ήσυχα σοκάκια του θα συναντήσει κανείς την ομορφιά της λιτότητας στις όψεις των σπιτιών, τις μυρωδάτες και πολύχρωμες από γεράνια αυλές τους αλλά και την κυριαρχία των σικινιώτικων γατιών που ατάραχες ρεμβάζουν σε κάθε απίθανο σημείο του οικισμού. 
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται το Κάστρο (01:40-03:40) το οποίο είναι χτισμένο σε ένα γκρεμό 280 μέτρα πάνω από τη θάλασσα κι είναι ένας οχυρωμένος οικισμός που κατοικείται από τον 15ο αι. Εκεί βρίσκεται το δημαρχείο, η κεντρική πλατεία με το μνημείο ηρώων και τα μαγαζιά του νησιού. Στα γραφικά του σοκάκια και στα λιγοστά του στέκια, νιώσαμε πως γίναμε μια παρέα τόσο με τους κατοίκους του νησιού που μας χαιρετούσαν όποτε μας συναντούσαν στο δρόμο όσο και με τους λιγοστούς τουρίστες που τους συναντούσαμε καθημερινά στα ίδια στέκια και στις ίδιες παραλίες (με τις πιο συνηθισμένες συναντήσεις να γίνονται με ένα ζευγάρι Άγγλων και με μια παρέα Ιταλών). Μια ακόμη όμορφη λεπτομέρεια από την παραμονή μας στη Σίκινο, κάτι το οποίο οφείλεται και στην περίοδο που διαλέξαμε να την επισκεφθούμε, ήταν η ανθρώπινη κι απίστευτα φιλόξενη συμπεριφορά των μαγαζατόρων. 
Από το Κάστρο ξεκινάει ένα μονοπάτι που οδηγεί προς το μοναστήρι της Χρυσοπηγής, όπου στα μισά της ανάβασης βρίσκεται το τάμα του Οδυσσέα Ελύτη (05:27-05:38), ο οποίος παρόλο που δεν επισκέφθηκε ποτέ την Σίκινο, την ύμνησε μέσα από το έργο του. Το τάμα του ποιητή εκπληρώθηκε λίγα χρόνια μετά το θάνατό του από την ποιήτρια και σύντροφό του Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Με μια κομψή λιτότητα και με μια αιγαιοπελαγίτικη αύρα, δίνει την αίσθηση πως αιωρείται πάνω από τη θάλασσα των Κυκλάδων. Αυτό που μου τράβηξε την προσοχή από το κτίσμα, ήταν η μικρή μαρμάρινη επιγραφή πάνω από την είσοδο του ναού που αναφέρει το εξής "Παναγιά Σικινιώ, Οδυσσέας Ελύτης ανέθηκε", δίνοντας με τη φράση αυτή μια νοητή συνέχεια στις αντίστοιχες προσφορές αγαλμάτων των αρχαίων Ελλήνων προς τους δικούς τους θεούς. Από τον προαύλιο χώρο του ναού μπορεί κανείς να θαυμάσεις το μεγαλείο των Κυκλάδων, καθώς ο ορίζοντας καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τα γύρω Κυκλαδονήσια. Σταθήκαμε τυχεροί καθώς εκείνες τις μέρες είχε καθαρή ατμόσφαιρα κι έτσι καταφέραμε να διακρίνουμε πεντακάθαρα στα δυτικά την Φολέγανδρο, την Μήλο, την Κίμωλο, την Σίφνο και στα βόρεια την Αντίπαρο, την Πάρο, την Νάξο και στο ενδιάμεσό τους την Σύρο. Για μένα που έχω συνηθίσει τους ανοιχτούς θαλάσσιους ορίζοντες της δυτικής Χίου, εντυπωσιάστηκα με τον κυκλικό νησιώτικο χορό που εξελισσόταν εκείνες τις μέρες μπροστά μου. Επίσης από το τάμα του Οδυσσέα Ελύτη απολαύσαμε και το τελευταίο μας ηλιοβασίλεμα στη Σίκινο, το οποίο δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα φημισμένα ηλιοβασιλέματα της Σαντορίνης και της Φολεγάνδρου. 
Στην κορυφή του ανεβάσματος βρίσκεται ένα μικρό κατάλευκο κάστρο, το οποίο δεν είναι άλλο από το γυναικείο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής ή αλλιώς Χρυσοπηγής όπως το αποκαλούν οι Σικινιώτες (05:29-06:21). Η οχυρωματική τη μορφή οφείλεται στο ότι οι κάτοικοι κάποτε το χρησιμοποιούσαν ως καταφύγιο για να προστατευτούν από τις επιδρομές των πειρατών. Το μοναστήρι αυτό χτίστηκε το 1690 και σταμάτησε να λειτουργεί το 1834 μετά από διάταγμα της αντιβασιλείας του Όθωνα που έκλεισε αρκετά μοναστήρια της τότε Ελλάδος, τα οποία είχαν λίγους μοναχούς. Όμως τα τελευταία χρόνια, το μοναστήρι άρχισε να λειτουργεί ξανά με τη συνδρομή μιας μοναχής, η οποία χειροτονήθηκε 200 χρόνια μετά την τελευταία φορά που είχε συμβεί στο νησί. Η μοναχή Δωροθέα, μας υποδέχτηκε με ένα γλυκό χαμόγελο κι αφού μας πρόσφερε δροσερό νερό, μας έδειξε τα κατατόπια του κτιριακού συγκροτήματος, το οποίο πέρα από την εκκλησία, έχει μια υπαίθρια φωτογραφική έκθεση για τη μοναστηριακή ζωή κι ένα γαλήνιο προαύλιο χώρο που καταλήγει σε ένα εντυπωσιακό άνοιγμα προς το Αιγαίο. 
Στα μισά της παραμονής μας στο νησί, επισκεφθήκαμε το πιο αινιγματικό κτίσμα των Κυκλάδων, το οποίο είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον μου πριν τρεις δεκαετίες όταν έκανα τη συλλογή με τις τηλεκάρτες. Η περίφημη Επισκοπή (03:44-04:08) βρίσκεται στη μέση του πουθενά κι είναι το πιο απομακρυσμένο προσβάσιμο σημείο του νησιού. Εικάζεται πως ανεγέρθηκε τον 3ο αιώνα ως ρωμαϊκό μαυσωλείο, αν κι υπάρχει μια θεωρία πως ήταν ναός του Πυθίου Απόλλωνα. Όμως τον 17ο αιώνα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η τότε βεβήλωση του μνημείου με την προσθήκη της ημικυκλικής κόγχης, του τρούλου και του τρίτοξου καμπαναριού, αντί να καταστρέψουν το μνημείο, το έκαναν περισσότερο εντυπωσιακό αλλά και μοναδικό. Δίπλα στην επιβλητική Επισκοπή βρίσκεται το βυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Αννας ενώ λίγο πιο πέρα έχουν χτιστεί μικρά διακριτικά κτίρια εναρμονισμένα με το περιβάλλον, τα οποία θα φιλοξενήσουν στο μέλλον τη συλλογή των ευρημάτων τόσο του μνημείου όσο και των γύρω ανασκαφών. Στη γύρω περιοχή της Επισκοπής, μπορεί κανείς να περπατήσει στα παλιά μονοπάτια του νησιού, γυρνώντας πίσω στο χρόνο τότε που οι μετακινήσεις γινόντουσαν με τα γαϊδουράκια ή με τα πόδια ανάμεσα σε χωράφια που διαχωρίζονταν μεταξύ τους με μεγάλες πλατιές πλάκες. 
Επιστρέφοντας από την Επισκοπή στο Κάστρο, κάναμε μια στάση στο διάσημο οινοποιείο του Μάναλη (04:28-04:48). Ο ιδιοκτήτης του, ο κύριος Γιώργος Μάναλης κατάφερε να αναβιώσει τις ξεχασμένες ποικιλίες του τοπικού κρασιού, δημιουργώντας έναν εντυπωσιακό οικολογικό αμπελώνα 30 στρεμμάτων στο βορειοδυτικό απόκρημνο τμήμα του νησιού, ξεκινώντας από μερικές βέργες που προμηθεύτηκε από παλιούς κατοίκους του νησιού. Μας υποδέχτηκε ο ίδιος στην είσοδο του οινοποιείου του και μας πρόσφερε να δοκιμάσουμε τα τέσσερα υπέροχα κρασιά που παράγει, το «Sikoinos Λευκό», το «Sikoinos Ερυθρό», το «Sikoinos Ροζέ» και το «Λιοσάτο». Αφού καταλήξαμε στο ροζέ, κατεβήκαμε σε μια από τις ομορφότερες βεράντες των Κυκλάδων, για να δοκιμάσουμε τα θεσπέσια πιάτα του οινοποιείου έχοντας μπροστά μας θέα τη Φολέγανδρο και το υπέροχο ηλιοβασίλεμα του νησιού. Η άγρια ομορφιά των απόκρημνων πλαγιών της Σικίνου, η ονειρική ηρεμία του τοπίου, η απεραντοσύνη της θάλασσας αλλά και τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος δημιουργούν μια πρωτόγνωρη μαγευτική ατμόσφαιρα στο οινοποιείο. Γι' αυτό το λόγο, προτείνω να το επισκεφθείτε από τις πρώτες κιόλας μέρες παραμονής σας στο νησί και να μην το αφήσετε τελευταία στιγμή διότι είμαι βέβαιος πως θα θελήσετε να το επισκεφθείτε ξανά, όπως κάναμε κι εμείς. 
Όταν έφτασε η μέρα της αναχώρησης, είχαμε την αίσθηση πως φεύγαμε από έναν τόπο που μας αγκάλιασε τόσο ζεστά κι όμορφα. Στην προβλήτα που θα έδενε το καράβι, συναντήσαμε για τελευταία φορά τον κύριο Μάναλη, ο οποίος αμέσως μας αναγνώρισε κι ήρθε να κάτσει δίπλα μας μέχρι να φτάσει το πλοίο. Στη σύντομη συζήτηση που είχαμε, του εκφράσαμε τον ενθουσιασμό μας για το νησί και το πόσο πολύ μας κέρδισε ξεπερνώντας την όποια προσδοκία είχαμε γι' αυτό. Εκείνος κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά μέχρι να τελειώσουμε όλα αυτά που είχαμε να του πούμε. Εν μέρει συμφωνούσε με τα λεγόμενά μας αλλά εκείνος είχε μια άλλη εικόνα θεωρώντας πως η Σίκινος είναι ένας ιδιαίτερος τόπος, ο οποίος δεν είναι προσιτός σε όλους. Προλαβαίνοντας την αντίδρασή μας, μας είπε πως όλα αυτά τα χρόνια έχει δει αρκετούς επισκέπτες να κατεβαίνουν στο νησί και να περιμένουν από την επομένη κιόλας μέρα το πρώτο καράβι για να φύγουν. Η Σίκινος δεν είναι γι' αυτούς που αναζητούν την κοσμικότητα και τη ξέφρενη ζωή των άλλων νησιών, ούτε "γι' αυτούς που θέλουν να δείξουν την κορμάρα τους στην παραλία". Η Σίκινος είναι ο επίγειος παράδεισος γι' αυτούς που θέλουν να 'ρθουν και να ζήσουν λίγες μέρες απόλυτης ελευθερίας, απαλλαγμένοι από τις σκοτούρες της καθημερινότητάς τους. Η Σίκινος είναι γι' αυτούς που βρίσκουν την απόλυτη ευτυχία στα μεσημβρινά τραγούδια των τζιτζικιών ξαπλωμένοι κάτω από τα αλμυρίκια της παραλίας, έχοντας συντροφιά τους ένα βιβλίο. Η Σίκινος είναι για εκείνους που φεύγοντας από την παραλία, θα πάνε κατευθείαν στη Χώρα του νησιού για να απολαύσουν τον καφέ τους, το φαγητό τους και το ποτό τους χωρίς να τους ενδιαφέρει η τσαλακωμένη τους από την παραλία ενδυμασία κι η αλμύρα που έχει κατακάτσει στο δέρμα τους. 
Η Σίκινος είναι η πατρίδα των χαμένων ανέμελων χρόνων μας. 
Αυτήν την Σίκινο ερωτευτήκαμε. 
Αυτήν την Σίκινο θα κρατήσουμε για πάντα στην καρδιά μας. 

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Druk (2020)




Ένα κακό συνήθειο που έχω με τον κινηματογράφο, είναι η αποστροφή μου σε ταινίες που προωθούνται έντονα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μέσα από τα social media και μετά εξαφανίζονται ως δια μαγείας. Έχοντας πέσει στην παγίδα αυτών των σινεφίλ εξάρσεων, έφτασα στο σημείο να θεωρώ αυτού του είδους τις ταινίες ως έργα μαζικής κατανάλωσης που δεν αξίζουν καν τις δυο ώρες από το χρόνο μου για να τις παρακολουθήσω. Φυσικά αυτό το ελάττωμα προκλήθηκε μετά κάμποσες προβολές αντίστοιχων προτάσεων που τελικά αποδείχθηκαν σε ανόητες, αδιάφορες και κενές ταινίες που προωθήθηκαν ως πολυβραβευμένα αριστουργήματα. Δυστυχώς όμως με αυτή μου τη συνήθεια, προσπερνώ ταινίες που έχουν τελικά κάτι να προσφέρουν ώστε να προβληματίσουν το κοινό τους. Ένα απ' αυτά τα "θύματα" της κακής μου συνήθειας, είναι το δανέζικο διαμαντάκι "Druk", μια ανθρώπινη ταινία που επικεντρώνεται σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα μέσα από το πρίσμα της χορευτικής ζάλης του αλκοολισμού. 
Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το πρωταγωνιστικό πρόσωπο ενός μεσήλικα δασκάλου, τον οποίον υποδύεται ο ακόμη μια φορά εξαιρετικός Μαντς Μίκελσεν. Στα πρώτα πλάνα μας συστήνεται ως ένας άνθρωπος που έχει χάσει κάθε διάθεση για ζωή. Αόρατος στο σπίτι του, αδιάφορος στον εργασιακό του χώρο και λιγομίλητος με τους φίλους του. Η ζωή του έχει βαλτώσει κι ο ίδιος νιώθει χαμένος κι αδύναμος σε μια στασιμότητα που τον έχει φθείρει ανεπανόρθωτα. Όλα όμως θα αλλάξουν μετά από μια μάζωξη με τους φίλους του για τον εορτασμό των γενεθλίων ενός απ' αυτών. Έχοντας κατεβάσει μερικά ποτήρια κρασιού, ο πρωταγωνιστής θα σπάσει και θα ανοιχτεί στους φίλους του, εκμυστηρεύοντάς τους το αδιέξοδο που έχει εγκλωβιστεί και δυσκολεύεται να βγει. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, ο συνταρακτικός λυγμός του πρωταγωνιστή, καθώς σπανίως βλέπουμε άντρες να κλαίνε με τόση ευκολία στον περίγυρό τους. Με αυτό το τόσο ανθρώπινο πλάνο και γνωρίζοντας την πρόσφατη οδυνηρή απώλεια της κόρης του Δανού σκηνοθέτη (ο οποίος αφιερώνει την ταινία στη μνήμη της), ως θεατές ανοίγουμε σα στρείδια έτοιμοι να απορροφήσουμε τον κάθε συλλογισμό που μας αναλύει η ταινία.   
Το ξέσπασμά του πρωταγωνιστή, θα γίνει αφορμή να προταθεί το αλκοόλ ως λύση στα αδιέξοδα των των τεσσάρων φίλων. Η άποψή τους πως μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της ζωής του καθενός, στηρίζεται στη θεωρία του γνωστού Νορβηγού ψυχιάτρου Φινν Σκαρντερουντ, ο οποίος πίστευε πως οι άνθρωποι γεννιούνται με το επίπεδο αλκοόλ στο αίμα τους μικρότερο κατά 0,05% από το αναγκαίο, οπότε προέτρεπε τους ανθρώπους να πίνουνε σε καθημερινή βάση εκείνη την ποσότητα που χρειάζονται για να αποκαταστήσουν και να διατηρήσουν το επίπεδο αυτό. Με απλά λόγια, θεωρούσε την ελεγχόμενη κατανάλωση αλκοόλ ως μια σημαντική βιολογική ανάγκη. Βασιζόμενοι σ' αυτή τη θεωρία, αποφασίζουν οι τέσσερις φίλοι να ξεκινήσουν ένα κοινό πείραμα με ελεγχόμενη κατανάλωση αλκοόλ για να βελτιώσουν τη διάθεσή τους αλλά και τις συνθήκες της ζωή τους. 
Τα πρώτα αποτελέσματα είναι συναρπαστικά. Η διάθεση για εργασία εκτοξεύεται στα ύψη και οι κοινωνικές συναναστροφές αναθερμαίνονται και βελτιώνονται. Ο ενθουσιασμός των τεσσάρων φίλων, γίνεται αφορμή να αυξήσουν τη δοσολογία της καθημερινής κατανάλωσης αλκοόλ αλλά και να πειραματιστούν μ' αυτό, ξεπερνώντας τα όρια αντοχής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, το πείραμα να πάρει άλλη τροπή μη ελεγχόμενη κι άκρως καταστροφική. Παρόλο που η διάθεση αλλάζει, τα προβλήματα παραμένουν κι η χαλάρωση των αναστολών τα φέρνει στην επιφάνεια, οδηγώντας τα πρόσωπα αντιμέτωπα με καταστάσεις που αδυνατούν να διαχειριστούν. Κάποιοι απ' αυτούς έχουν το ψυχικό σθένος να βάλουν ένα τέλος στον αλκοολισμό ενώ κάποιοι άλλοι θα δυσκολευτούν, παρασέρνοντας τους εαυτούς τους στο μοιραίο τέλος. Ένα οδυνηρό τέλος που θα γίνει αφορμή για τους υπόλοιπους να πιάσουν τη ζωή από τα μαλλιά και να τη ζήσουν όσο πιο έντονα μπορούν, υιοθετώντας τη φράση του Δανού φιλόσοφου, θεολόγου  κι υπαρξιστή Σαίρεν Κίρκεγκωρ, που εμφανίζεται στην αρχή της ταινίας: «Τι είναι νιότη; Ένα όνειρο. Τι είναι αγάπη; Το περιεχόμενο του ονείρου» 




Αυτό που με ενθουσίασε με το "Druk" είναι πως την βρήκα βαθύτατα ανθρώπινη, ζεστή κι ειλικρινή ταινία παρά τη ψυχρή σκανδιναβική της καταγωγή. Με απίστευτη τρυφερότητα καταπιάνεται με δύσκολα κι ευαίσθητα ανθρώπινα θέματα και τα παρουσιάζει με έναν πολύ γλυκό τρόπο. Για παράδειγμα, βρήκα εντυπωσιακή την βελτίωση της διδασκαλίας των τεσσάρων δασκάλων. Ο Μίκελσεν παραδίδει αξιοζήλευτα μαθήματα ιστορίας που τραβούν την προσοχή όχι μόνο των μαθητών αλλά και των θεατών της ταινίας. Το ίδιο ισχύει και με τον μουσικό που βρίσκει έναν ευφάνταστο τρόπο για να περάσει το πάθος και τη ψυχή της μουσικής στους μαθητές του. Όπως συμβαίνει και με τον προπονητή που καταφέρνει με απότομο μεν αλλά αποτελεσματικό τρόπο να περάσει την αίσθηση της ομαδικότητας στους πιτσιρικάδες παίκτες της ποδοσφαιρικής του ομάδας. Μέσα από τους ρόλους τους, παρακολουθεί ο καθένας τις αισθητές βελτιώσεις, δημιουργώντας προβληματισμούς στο κατά πόσο μπορεί να βοηθήσει μια ελεγχόμενη καθημερινή κατανάλωση αλκοόλ. Παρόλα αυτά, σε κανένα σημείο δεν αγιοποιείται ούτε συνιστάται η κατανάλωση αλκοόλ καθώς ο καθένας μπορεί να γίνει επιρρεπής σε σ' αυτόν τον τόσο επικίνδυνο εθισμό. 
Ένας άλλος λόγος που μ' έκανε να λατρέψω την ταινία ήταν η θαρραλέα ανάλυση που γίνεται σε ένα θέμα ταμπού όπως είναι αυτό του αλκοολισμού, παρουσιάζοντάς το με μεγάλη ευαισθησία κι αντικειμενικότητα, αφήνοντας τον θεατή να κρίνει τις επιλογές των προσώπων αλλά και στη λάθος στροφή που πήραν μερικοί, φτάνοντας στην αυτοκαταστροφή. Έχω την αίσθηση πως είχα χρόνια να παρακολουθήσω ταινία που καταπιάνεται με μια τόσο δύσκολη θεματολογία (ίσως τελευταία ταινία να ήταν το αριστουργηματικό "Shame" του Στιβ Μακουίν). Επίσης βρήκα ενδιαφέρουσες τις ιστορικές αναφορές πολιτικών και πνευματικών προσώπων που ήταν εθισμένοι με το αλκοόλ κι ανατρίχιασα παρακολουθώντας σύντομα βίντεο διάσημων πολιτικών προσώπων που βρίσκονταν κάτω από την επήρεια κάποιου ποτού. 
Ο σκηνοθέτης Τόμας Βίντερμπεργκ ακροβατεί παιχνιδιάρικα μεταξύ κωμωδίας και δράματος και ρισκάρει ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη γραφικότητα, χωρίς να χάσει σε κανένα σημείο τον έλεγχο της ροής της ταινίας, κάτι το οποίο βρίσκω αξιοσημείωτο καθώς στην τέταρτη μέρα των γυρισμάτων έχασε την κόρη του. Το πένθος του δημιουργού γίνεται φανερό σε αρκετά πλάνα της ταινίας, παρασέρνοντας τους θεατές σε έναν απροσδιόριστο θρήνο ως το τέλος, επιβραβεύοντάς μας στην τελευταία σκηνή με έναν από τους πιο απελευθερωτικούς χορούς που έχουμε απολαύσει στον κινηματογράφο. 
Όμως πέρα από τις γενικόλογες θεωρίες για την κρίση της μέσης ηλικίας, ο δημιουργός περνάει κάπως επιδερμικά τα αδιέξοδα των τεσσάρων φίλων (με εξαίρεση τον ρόλο του Μαντς Μίκελσεν) δυσκολεύοντάς μας να κατανοήσουμε τα ψυχολογικά συμπλέγματα του καθενός. Προφανώς και τονίζονται σημαντικά θέματα της σημερινής κοινωνίας όπως είναι η μοναξιά, η τελματωμένη οικογενειακή ζωή, η εξασθενημένη ερωτική επιθυμία κι η αδιάφορη ρουτίνα της επαγγελματικής καθημερινότητας, αλλά οι πληροφορίες που συγκεντρώνουμε για το κάθε πρόσωπο της ιστορίας (ειδικά για τον προπονητή και τον ψυχολόγο) είναι τόσο φτωχές που μας δυσκολεύουν να κατανοήσουμε τις αφορμές που οδηγούν τον καθέναν από τους τέσσερις φίλους στον αλκοολισμό. 



Ωστόσο το φινάλε της ταινίας, μας αποζημιώνει με την εορταστική σκηνή της αποφοίτησης των μαθητών, οι οποίοι παρασέρνουν τους καθηγητές τους σε ένα διονυσιακό χορό γεμάτο πάθος, ευτυχία κι όρεξη για ζωή. Σ' αυτήν την κορύφωση, απολαμβάνουμε τον ξεσηκωτικό χορό του Μαντς Μικελσεν, όπου μέσα απ' αυτόν παρακολουθούμε το ξέσπασμα ενός ανθρώπου ο οποίος ξεδιπλώνεται σε έναν τζαζ χορευτή που έχει ανάγκη να εκτονώσει όλα τα συναισθήματα που κρατούσε αδρανή για χρόνια μέσα του. Ο χορός του μετατρέπεται σε ένα χείμαρρο συναισθημάτων αλλά και σε ένα πάντρεμα σώματος και ψυχής. Η τελευταία του πράξη δε θα μπορούσε παρά να συμβολίσει την τελική του λύτρωση, τη σωτηρία ενός ανθρώπου που λύγισε και διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια, αλλά κατάφερε να βγει πιο δυνατός κι αποφασιστικός, έτοιμος να χαλιναγωγήσει με αυτοπεποίθηση και δυναμισμό το υπόλοιπο της ζωής του. 
Τέλος, ένας ακόμη λόγος που λάτρεψα την ταινία, ήταν η παρουσίαση της νοοτροπίας που έχει κάθε παρέα. Αυτής της απροσδιόριστης αλληλεγγύης μεταξύ καλών κι επιστήθιων φίλων, οι οποίοι στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον τόσο στις καλές όσο και στις δύσκολες στιγμές, προκαλώντας ένα αίσθημα πλήρους αισιοδοξίας για το κάθε τι που φέρνει το άγνωστο για όλους μας μέλλον. Επίσης η ταινία είναι ένας φόρος τιμής σε όσους έχουν το σθένος να θέσουν κανόνες στους εαυτούς τους, ώστε να μπορούν να έχουν την επίγνωση των δυνατοτήτων τους στο να αντιμετωπίσουν το κάθε εμπόδιο που τους φέρνει η ζωή αλλά και να προσπεράσουν αλώβητοι την κάθε δύσκολη στιγμή που μπορεί να τους προκύψει. Με λίγα λόγια, τo "Druk" είναι ένας ύμνος της ωρίμανσης που βιώνει ο καθένας σε όποια φάση της ζωής του κι αν βρίσκεται, διότι τελικά η ηλικία δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν αριθμό. 

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021

Digger (2020)



Ομολογώ πως είχα χρόνια να ενθουσιαστώ τόσο πολύ με κάποια ελληνική ταινία. Με την χρόνια έλλειψη αξιόλογων εγχώριων κινηματογραφικών προτάσεων, εξανεμίστηκαν οι προσδοκίες μου για τον ελληνικό κινηματογράφο, ο οποίος θεωρώ πως έχει μπλεχτεί άσχημα στα αδιέξοδα του αλλοπρόσαλλου και κενού greek weird wave. Γι' αυτό το λόγο ενθουσιάστηκα με το "Digger" του Τζώρτζη Γρηγοράκη, το οποίο όχι μόνο κάλυψε με το παραπάνω τις προσωπικές μου κινηματογραφικές απαιτήσεις αλλά θεωρώ πως πάτησε με απόλυτη σαφήνεια σε επίκαιρα θέματα που απασχολούν αυτήν την περίοδο την κοινωνία μας κι επικεντρώθηκε τρυφερά κι ειλικρινά στους προβληματισμούς των ανθρωπίνων σχέσεων και κυρίως στη δύσκολη σχέση πατέρα-γιού. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στα υπέροχα δασώδη βουνά της Χαλκιδικής. Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, ο οποίος προσπαθεί με κάθε τρόπο να υπερασπιστεί το δάσος από την καταστροφική επέκταση μιας εξορυκτικής εταιρείας. Η επιλογή της ασκητικής ζωής, του προσφέρει το χάρισμα να επικοινωνεί με τη φύση και με τα ζώα που φροντίζει. Γι' αυτόν κάθε δέντρο έχει μια ξεχωριστή προσωπικότητα και κουβαλάει ένα πλούσιο ιστορικό καθώς γνωρίζει πότε έχει φυτέψει το καθένα. 
Παρόλα αυτά, ο πρωταγωνιστής δεν έχει σταθεί ιδιαίτερα τυχερός στην προσωπική του ζωή. Η ιστορία του αποκαλύπτεται σταδιακά όταν δέχεται μια αιφνίδια επίσκεψη από τον μοναχογιό του που έχει να τον δει από μικρό παιδί. Η σχέση των δύο προσώπων είναι συγκρουσιακή και το χάσμα που έχει ανοιχτεί ανάμεσά τους, είναι έτοιμο να τους παρασύρει στην καταστροφή. Στην προσπάθειά τους να λύσουν τις προσωπικές τους διαφορές, τα δυο αυτά πρόσωπα θα 'ρθουν αντιμέτωπα και με την κλειστή επαρχιακή κοινότητα που είναι διχασμένη απέναντι στις καταστροφικές για τον τόπο εξορύξεις αλλά και με μια πρόταση της εταιρείας προς τον πρωταγωνιστή για να του αγοράσει τα στρέμματα του.




Υπάρχουν πολλά στοιχεία τα οποία λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία, τα οποία θεωρώ πως την ώθησαν να φτάσει τα απαιτητικά επίπεδα του καλού ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Πρώτα απ' όλα είναι το κεντρικό της θέμα, το οποίο στάθηκε αφορμή για την πρώτη μου θερινή επίσκεψη στην υπέροχη ταράτσα της Ταινιοθήκης. 
Με την ταινία αυτή, ο δημιουργός καταπιάνεται με το απόλυτο οικολογικό θέμα της χώρας μας, το οποίο δεν είναι άλλο από την καταστροφή των δασών. Μια μη αναστρέψιμη καταστροφή που ξεκίνησε με τις Σκουριές της Χαλκιδικής και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με την επίμονη προσπάθεια της κυβέρνησης να εγκαταστήσει αιολικά πάρκα σε όλα τα βουνά και στα νησιά της χώρας μας. Πόσο μάλλον τώρα που έχουν καταργηθεί οι περιοχές Natura από τον υπουργό δουλείας κι αθλιότητας Κωστή Χατζηδάκη. 
Μέσα από τους διαλόγους των προσώπων, ξεδιπλώνονται οι δυο όψεις της συγκεκριμένης δυστοπικής κατάστασης. Από την μια είναι η ανεργία που ωθεί τους νέους σε ευκαιριακές εργασίες, οι οποίες δυστυχώς είναι καταστροφικές για το περιβάλλον κι από την άλλη, οι λιγοστοί ρομαντικοί κάτοικοι των βουνών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν με σθένος μια άνιση μάχη με το τέρας του νεοφιλελεύθερου κέρδους. Κι οι δύο πλευρές έχουν τα δίκια τους αλλα κανένα απ' αυτά δεν ισχύει μπροστά στα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών. 
Ένα άλλο στοιχείο με το οποίο καταπιάνεται η ταινία με απίστευτη τρυφερότητα κι ειλικρίνεια, είναι η συγκρουσιακή κι άκρως ανταγωνιστική σχέση πατέρα-γιού. Στη συγκεκριμένη ιστορία, τα δύο πρόσωπα προσπαθούν να καλύψουν ένα κενό χρόνο δεκαετιών και να χτίσουν νέες γέφυρες επικοινωνίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δούμε μια σχέση με απότομα σκαμπανεβάσματα. Ο εγωισμός υπερτερεί υψώνοντας τείχη αλλά παράλληλα οι άμυνες χαλαρώνουν και δίνονται ευκαιρίες στο να γνωρίσει ο ένας τον κόσμο του άλλου. Τελικός σκοπός δεν είναι η επικράτηση του ενός αλλά ο αλληλοσεβασμός των δύο διαφορετικών αντιλήψεων, ο οποίος μπορεί να εδραιωθεί μόνο όταν δοθούν οι κατάλληλες ευκαιρίες. Σ' αυτές τις προσπάθειες μαθαίνουμε την αγάπη του πρωταγωνιστή για το δάσος, το παρελθοντικό δυστύχημα που τον έκανε να καταραστεί την εταιρεία των εξορύξεων αλλά και τους λόγους που διαλύθηκε ο γάμος του. Μ' αυτόν τον τρόπο ο γιός καταφέρνει σταδιακά να συμπληρώσει τα κενά του δικού του οικογενειακού παζλ κι αρχίζει να κατανοεί την ιδιόρρυθμη νοοτροπία του πατέρα του. Όταν όμως δυσκολέψουν ξανά πράγματα, η αντίδραση φουντώνει ανεξέλεγκτα, φτάνοντας τα δυο πρόσωπα στο χείλος της καταστροφής. Το τι θα επικρατήσει στο τέλος, αφήνεται στην ελεύθερη ερμηνεία των θεατών. 
Επίσης, η ταινία με συγκίνησε με αρκετές μικρές λεπτομέρειες, απίστευτα ανθρώπινες και γλυκές όπως η ιδιόχειρη διαθήκη του πρωταγωνιστή που είχε κάπου φυλαγμένη για τον γιο του, την οποία ξετρυπώνει και την διαβάζει μόνος του μετά από μια άδικη λεκτική επίθεση που δέχεται από τον νεαρό. Επίσης ο εξαιρετικός μονόλογος του πρωταγωνιστή προς τον γιό του, μετά από έναν  καβγά που είχε με τους υπαλλήλους της εταιρείας, οι οποίοι έκοψαν μια καρυδιά του. Τα λόγια που ξεστομίζει μες στο αμάξι, είναι καλό να διδάσκονται σε κάθε μάθημα οικολογίας. 




Σκηνοθετικά η ταινία εντυπωσιάζει με τη λιτή της περιγραφή, τους όμορφους φωτισμούς των προσώπων στους μισοσκότεινους κλειστούς χώρους και τα μαγευτικά πλάνα του δάσους βασιζόμενα στην εκπληκτική φωτογραφία του Γιώργου Καρβέλα. 
Ο Τζωρτζής Γρηγοράκης καταπιάνεται με ένα πολύ δύσκολο κι απαιτητικό θέμα, το οποίο καταφέρνει να το βγάλει εις πέρας, χτίζοντας με σταθερούς ρυθμούς την προσωπικότητα των χαρακτήρων και το πεδίο δράσης τους. Μου έκανε εντύπωση το πόσο διάχυτη είναι η αντίθεση που προκαλεί η ονειρική ατμόσφαιρα του δάσους με τη μίζερη ατμόσφαιρα των ξεχασμένων κατοίκων της υπαίθρου που προσπαθούν να βρουν τρόπο να ορθοποδήσουν. Επίσης βρήκα εύστοχη τη διακριτική παρουσίαση της αξιοπρεπής στάσης των τελευταίων ρομαντικών, που εξακολουθούν να αντιστέκονται με το κεφάλι ψηλά ακόμη κι όταν ξέρουν πως η μάχη είναι χαμένη, δίνοντας μια ξεκάθαρη εικόνα του επίμονου αγώνα που χρόνια τώρα δίνουν οι κάτοικοι των νησιών και των βουνών απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. 
Επίσης ο δημιουργός κρατάει μια έντιμη στάση και δε δαιμονοποιεί την τεχνολογική και βιομηχανική πρόοδο, αποφεύγοντας μ' αυτόν τον τρόπο να παρουσιάσει στερεότυπα και λαϊκισμούς. Μάλιστα αφήνει να εννοηθεί πως η πρόοδος είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων, αρκεί να εφαρμοστεί ορθά. Έχοντας ως πρόσχημα τη στάση του αυτή, στοχοποιεί κι αναθεματίζει με έναν πανέξυπνα διακριτικό τρόπο την προσπάθεια της κάθε εταιρείας να βγάλει κέρδος με κάθε τίμημα. 
Επίσης θεωρώ πως ο δυναμισμός της ταινίας πηγάζει και μέσα από την εξαιρετική ερμηνεία του Βαγγέλη Μουρική, ο οποίος φαίνεται τόσο αληθινός στο ρόλο του αλλά και τόσο εναρμονισμένος με το δάσος που προσπαθεί να σώσει. Σου αφήνει την αίσθηση πως όλη η ταινία πατάει πάνω του, χωρίς όμως να σβήνει τους συμπρωταγωνιστές του, οι οποίοι παίζουν με απίστευτη φυσικότητα, δημιουργώντας μια σχέση οικειότητας με τους θεατές που παρακολουθούν την ταινία. 
Δεν είναι τυχαίο πως η ταινία "Digger" έχει ήδη τιμηθεί από την Διεθνή Ένωση Κινηματογράφων Τέχνης με το Βραβείο CICAE Art Cinema Award, κάνοντας παγκόσμια πρεμιέρα στο 70ο Φεστιβάλ Βερολίνου και με πέντε βραβεία τον Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ανάμεσά τους και ο Αργυρός Αλέξανδρος, ενώ ο Βαγγέλης Μουρίκης απέσπασε το βραβείο ερμηνείας στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Επίσης, η ταινία ήταν υποψήφια για 14 Βραβεία Ίρις (της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου) από τα οποία κέρδισε τα 10, μεταξύ των οποίων καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, σεναρίου, α' ανδρικού ρόλου και φωτογραφίας.
Το "Digger" είναι ένα σύγχρονο γουέστερν που παραθέτει με εντιμότητα όλες τις πλευρές ενός οικολογικού εγκλήματος (στη συγκεκριμένη περίπτωση τις Σκουριές Χαλκιδικής) χωρίς να αποκτά τον χαρακτήρα μιας στρατευμένης ταινίας. Παρουσιάζει με κατανοητή επιχειρηματολογία όλες τις απόψεις, αφήνοντας στο τέλος τον θεατή να επιλέξει την μεριά που τον εκφράζει και τον αντιπροσωπεύει περισσότερο. Θεωρώ πως είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της φετινής χρονιάς. Ίσως κι η καλύτερη μέχρι στιγμής. 

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2021

Dear Comrades! (2020)

 



Σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με έναν γνωστό μου κινηματογραφόφιλο, επικεντρωθήκαμε σε ένα κοινό μας σκεπτικό πως ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο ψυχαγωγία αλλά κι ένας εποικοδομητικός τρόπος μόρφωσης. Γι' αυτό το λόγο, ενθουσιάζομαι όταν ανακαλύπτω ταινίες που επικεντρώνονται σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία δε γνωρίζω. Μία απ' αυτές τις ταινίες είναι η τελευταία δημιουργία του Αντρέι Κοντσαλόφσκι που αναφέρεται στη σφαγή των απεργών του Νοβοκερκάσκ που σημειώθηκε στις 2 Ιουνίου του 1962 στην Σοβιετική Ένωση, με την ανήκουστη για το καθεστώς απεργία να έχει τελικό απολογισμό 26 νεκρούς και 87 τραυματίες. 
Το ιστορικό αυτό γεγονός που προκάλεσε τις πρώτες ρωγμές στον ιδεολογικό εγωισμό του κομμουνισμού αλλά συγκαλύφθηκε μέχρι το 1990, παρουσιάζεται μέσα από την ματιά της Λιουντμίλα, η οποία είναι μια ένθερμη υποστηρίκτρια του καθεστώτος κι ενεργό μέλος του κόμματος ως δημοτική σύμβουλος της πόλης. Η ίδια γνωρίζει τις ατέλειες του συστήματος καθώς έχει πρόσβαση σε αρκετά παρασκήνια δημοσίων δραστηριοτήτων κι ευνοϊκή μεταχείριση στις τροφοδοτήσεις των κατοίκων της πόλης με πρώτες ύλες κι άλλα απαραίτητα προϊόντα. Όμως παραμένει πιστή στο Κόμμα λόγω της ανασφάλειά της, η οποία εκδηλώνεται με τη φράση "πέρα από τον κομμουνισμό, δεν έχω που αλλού να πιστέψω". 
Η ιδεολογική στάση της πρωταγωνίστριας θα αρχίσει να κλονίζεται με αφορμή την απεργία ενός τοπικού εργοστασίου ατμομηχανών, όπου ενωμένοι εργάτες και κάτοικοι της πόλης ξεσηκώνονται εξαιτίας των αυξήσεων στις τιμές των τροφίμων από την κυβέρνηση του Νικίτα Χρουστσόφ. Μέσα στους απεργούς βρίσκεται κι η κόρη της πρωταγωνίστριας, η οποία θεωρεί χρέος της να σταθεί στο πλευρό των συντρόφων της, σε μια δίκαιη μάχη διεκδικώντας το καλό του κοινωνικού συνόλου. Έχοντας πληροφορηθεί για τα μέτρα που ετοιμάζεται το καθεστώς να πάρει κατά των απεργών, η Λιουντμίλα θα ζητήσει από την κόρη της να αποφύγει την πορεία, χωρίς όμως να την πείσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να αναζητήσει η πρωταγωνίστρια την κόρη της μέσα στο έντρομο πλήθος που προσπαθεί να καλυφθεί από τις σφαίρες. Στην προσπάθειά της αυτή θα γίνει μάρτυρα μιας ανελέητης σφαγής. 




Μετά απ' αυτό το αιματηρό γεγονός, θα επικρατήσει πανικός κι οργή στην πόλη. Το καθεστώς θα χρησιμοποιήσει κάθε τρόπο για να αποσιωπήσει τη σφαγή, είτε συλλαμβάνοντας διαδηλωτές που γλίτωσαν από τις σφαίρες είτε αναγκάζοντας ανθρώπους να υπογράψουν ένα συμφωνητικό σιωπής απειλώντας τους με τη θανατική καταδίκη σε περίπτωση που το έλεγαν κάπου αλλού. Μέσα σ' αυτήν τη ζοφερή κατάσταση, η πρωταγωνίστρια θα αναζητήσει την κόρη της μέσα στους τραυματίες και τους νεκρούς. Όταν τελικά μάθει πως η κόρη της βρίσκεται μέσα στα θύματα των πυροβολισμών, θα αρχίσει την αναζήτηση της σωρού της με τη βοήθεια ενός πράκτορα της KGB. 
Κατά τη διάρκεια της μακάβριας αναζήτησης, η Λιουντμίλα θα ξεσπάσει στον πράκτορα, βγάζοντας από μέσα της όλες τις καταπιεσμένες αμφιβολίες που είχε τόσο για το καθεστώς όσο και για την ίδια της τη ζωή. Μέσα απ' αυτή την παράτολμη συζήτηση, μας αποκαλύπτεται ο ύπουλος τρόπος που έδρασε η KGB στους πυροβολισμούς, προσπαθώντας να εκθέσει τους στρατιώτες για τα θύματα αλλά και στον τρόπο που λειτουργούσαν οι μυστικές υπηρεσίες ώστε να μπορούν να σβήνουν τα εγκλήματα του καθεστώτος.  
Ο σκηνοθέτης αναδεικνύει με μαεστρικό τρόπο ένα ιστορικό γεγονός που ήταν άγνωστο μέχρι το 1990. Τα εξαιρετικά του πλάνα τόσο στους εσωτερικούς χώρους όπου γίνονται οι διαβουλεύσεις και παίρνονται οι αποφάσεις για την αντιμετώπιση της απεργίας όσο και στους εξωτερικούς όπου χτυπάει ο παλμός των διαδηλώσεων, δημιουργούν μια ταινία ντοκουμέντο, στην οποία μπλέκεται το ιστορικό γεγονός με την μυθοπλασία. Σ' αυτό παίζουν σημαντικό ρόλο τα ασπρόμαυρα πλάνα που θυμίζουν έντονα αρχειακό φιλμ. Πέρα όμως από την εξαιρετική περιγραφή του ιστορικού συμβάντος, η μυθοπλασία δείχνει να ισορροπεί εξαιρετικά πάνω στα γεγονότα, σε σημείο που δε βρήκα καμία σκηνή περιττή. Επίσης απουσιάζει η επίκληση στο συναίσθημα, όπως συμβαίνει συνήθως σε άλλες αυτού του είδους ταινίες.  
Ένα άλλο ενδιαφέρον της ιστορίας είναι η χρονική περίοδος που διαδραματίζεται το γεγονός αυτό. Ήταν η προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης να αποβάλει τον σταλινισμό, δημιουργώντας ένα περίεργο συναίσθημα τόσο στον απλό λαό όσο και στα μέλη του Κόμματος καθώς αναγκάζονταν να αναθεωρήσουν πολλά από τα πιστεύω που υποστήριζαν κι υπηρετούσαν πιστά την περίοδο της κυριαρχίας του Στάλιν. Οι έντονες αυτές μεταβολές εκφράζονται εξαιρετικά από τα τρία πρόσωπα που αποτελούν την οικογένεια της πρωταγωνίστριας. Από την μια είναι ο πατέρας της Λιουντμίλα, ο οποιος αναπολεί το δικό του παρελθόν φορώντας τη στρατιωτική του στολή κι εκθέτοντας μες στο σπίτι μια θρησκευτική εικόνα που είχε κρυμμένη στο μπαούλο με τα λιγοστά υπάρχοντά του. Από την άλλη είναι η κόρη της πρωταγωνίστριας, η οποία εκπροσωπεί την νέα γενιά που αμφισβητεί το κομμουνιστικό καθεστώς κι αρχίζει να διεκδικεί τα δικαιώματά της. Αντιθέτως, η μητέρα εκπροσωπεί τη μεταβατική περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας προσπαθεί να διατηρήσει με πείσμα τα ιδεώδη για τα οποία υπηρετούσε μέχρι τότε, ενώ παράλληλα κρύβει με δυσκολία τους προβληματισμούς της για τις νέες συνθήκες που έρχονται. 




Ένα άλλο μεγάλο κατηγορώ της ταινίας είναι η χυδαία προσπάθεια της γραφειοκρατίας, η οποία επιθυμώντας να διατηρήσει τα συμφέροντά της αλλά και τη θέση ισχύος της, δε διστάζει να στρέψει τα όπλα της προς τον λαό. Βρήκα εξαιρετικούς τους έντονους διαλόγους μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, λίγο πριν παρθεί η μοιραία απόφαση. Αντίστοιχης έντασης κι ενδιαφέροντος, βρήκα και τον διάλογο της πρωταγωνίστριας με τον πράκτορα της KGB, ο οποίος με τη σιωπή του παραδέχεται τα εγκλήματα του παρελθόντος αλλά αρκείται στο να απειλήσει διακριτικά την πρωταγωνίστρια, συμβουλεύοντάς την πως καλό είναι να κρατήσει το στόμα της κλειστό διότι έχει ήδη ένα βεβαρυμμένο πολιτικό μητρώο. 
Τέλος, όσον αφορά το ιστορικό γεγονός, ομολογώ πως σοκαρίστηκα με δυο μεθόδους που χρησιμοποίησε το παρακράτος για να διαλύσει την απεργία. Την ώρα που δώσαν εντολή στους στρατιώτες να πυροβολήσουν στον αέρα, διάφοροι κρυμμένοι ελεύθεροι σκοπευτές της KGB, εκτελούσαν τους διαδηλωτές, προσπαθώντας στη συνέχεια να ρίξουν το φταίξιμο των θανάτων στους φαντάρους. Επίσης για να κρύψουν τον αριθμό των νεκρών, μετέφεραν κάτω από άκρα μυστικότητα αρκετά πτώματα, θάβοντάς τα σε τάφους άλλων ανθρώπων έξω από την πόλη. 
Θεωρώ πως το "Dear Comrades!" του Αντρέι Κοντσαλόφσκι είναι ένα σκληρό αλλά συνάμα ειλικρινές μάθημα ιστορίας, που μας παρουσιάζει την αναμενόμενη προδοσία των λαών όταν εμπιστεύονται την εξουσία σε λάθος χέρια. Στο τελευταίο του ασπρόμαυρο κινηματογραφικό διαμάντι με τα αριστοτεχνικά του πλάνα και την κατανοητή παρουσίαση κι ανάλυση του ιστορικού γεγονότος, ο δημιουργός αφήνει την υπόνοια του οράματος για ένα καλύτερο μέλλον, προσφέροντας ένα αίσθημα αισιοδοξίας που θεωρώ πως είναι αναγκαίο μες στη ζοφερή περίοδο που διανύουμε.

Βαθμολογία: 8/10