Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

Οι Ελληνες της σφαγής της Σρεμπρένιτσα




Ιούλιος 1995, Σρεμπρένιτσα. Ο σερβοβοσνιακός στρατός υπό τον στρατηγό Ράτκο Μλάντιτς εισέρχεται στην κωμόπολη της Νότιας Βοσνίας και ύστερα από μικρή αντίσταση την καταλαμβάνει. Μαζί με τους Σέρβους μάχονται περίπου 12 έλληνες εθελοντές οι οποίοι, μετά την πτώση της Σρεμπρένιτσα, υψώνουν την ελληνική σημαία στην κατεστραμμένη από τις οβίδες ορθόδοξη εκκλησία της πόλης. «Υψωσαν την ελληνική σημαία μέσα στη Σρεμπρένιτσα» γράφουν εφημερίδες της εποχής. Εκτός από αυτούς όμως στην περιοχή δρουν και άλλοι Ελληνες, ενταγμένοι σε παραστρατιωτικές ομάδες. Λίγες ημέρες αργότερα αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι. Περίπου 7.800 άνδρες και έφηβοι βόσνιοι μουσουλμάνοι εκτελέστηκαν στην ευρύτερη περιοχή με συνοπτικές διαδικασίες. H σφαγή στη Σρεμπρένιτσα έριξε την κυβέρνηση της Ολλανδίας τον Απρίλιο του 2002, καθώς ο τότε πρωθυπουργός Βιμ Κοκ παραιτήθηκε μετά τη δημοσίευση έκθεσης η οποία αποδίδει στους ολλανδούς κυανόκρανους - υπεύθυνους για τη Σρεμπρένιτσα - μεγάλο μερίδιο της ευθύνης. Δέκα χρόνια μετά τη σφαγή, μόλις πριν από λίγες ημέρες η ελληνική κυβέρνηση παραδέχθηκε για πρώτη φορά διά στόματος του υπουργού Δικαιοσύνης κ. Αν. Παπαληγούρα, το «ενδεχόμενο να υπάρχουν πράγματι ευθύνες ελλήνων πολιτών για τις σφαγές αμάχων στη Σρεμπρένιτσα». Ο κ. Παπαληγούρας διέταξε εισαγγελική έρευνα, η οποία συνεχίζεται. Το θέμα ανεκίνησε ο ανεξάρτητος βουλευτής κ. A. Ανδριανόπουλος, παρουσιάζοντας στοιχεία από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Στη Βοσνία πάντως οι αρχές δεν έχουν σταματήσει να ανοίγουν ομαδικούς τάφους.
Στην πρώην Γιουγκοσλαβία οι παραστρατιωτικές ομάδες δεν έπαψαν να δρουν από το 1991 ως και τη λήξη του πολέμου στη Βοσνία. Σε αυτές είναι πλέον διαπιστωμένο και από τις ελληνικές αρχές ότι συμμετείχαν και Ελληνες. Την άκρη του νήματος ανακάλυψαν πρώτοι οι ελεγκτές του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) τον Οκτώβριο του 2003. Σε έφοδο που έκαναν σε σπίτι 36χρονου, αντί να ανακαλύψουν στοιχεία για τη διακίνηση αναβολικών, βρέθηκαν μπροστά στο μακάβριο θέαμα φωτογραφιών από εκτελέσεις αμάχων μουσουλμάνων στη Βοσνία. Από την έρευνα που ακολούθησε, προέκυψε ότι ο 36χρονος ήταν στρατολογητής εθελοντών, οι οποίοι θα πολεμούσαν στο πλευρό των σέρβων παραστρατιωτικών.
Ο άνδρας κατετάγη το 1995 στην Ελληνική Εθελοντική Φρουρά αλλά στη συνέχεια αποχώρησε, καθώς οι υπόλοιποι τον θεωρούσαν ακραίο. Ο 36χρονος, ο οποίος κατάγεται από τον Νομό Εβρου, είχε πολεμήσει για πρώτη φορά το 1993 μαζί με τον σέρβο μαφιόζο Ζέλικο Ραζνιάτοβιτς, γνωστό και ως «Αρκάν» (δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 2000), ο οποίος ήταν επικεφαλής της παραστρατιωτικής ομάδας των «Τίγρεων». Σύμφωνα με πληροφορίες, ενδέχεται να έχει λάβει μέρος στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Οπως αποδείχθηκε, ο συγκεκριμένος άνδρας είναι επαγγελματίας μισθοφόρος ο οποίος πολέμησε και στον εμφύλιο του Ζαΐρ (σήμερα Δημοκρατία του Κονγκό), με τις δυνάμεις του Λοράν Καμπιλά. Ωστόσο, από τον Νοέμβριο του 2003 ουδεμία περαιτέρω πρόοδο φαίνεται να έχουν κάνει οι ελληνικές αρχές στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Εκτός όμως από την ακραία αυτή περίπτωση, οι εθελοντές οι οποίοι πολέμησαν με τον βοσνιακό στρατό είναι γνωστοί στις ελληνικές αρχές. Στον σερβικό στρατό υπηρέτησαν συνολικά περίπου 100. H βάση τους ήταν στη Βλασένιτσα στην Κεντρική Βοσνία. Εκείνη την εποχή λειτουργούσαν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη γραφεία στα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν τη δυνατότητα να απευθυνθούν, προκειμένου να προωθηθούν στη συνέχεια στο Βελιγράδι και από εκεί να εξοπλισθούν και να πάνε στο μέτωπο.
Μάλιστα θεωρείται δεδομένο ότι άνδρες της Ελληνικής Εθελοντικής Φρουράς (ΕΕΦ) πολέμησαν στην Σρεμπρένιτσα. Μετά την πτώση της πόλης, οι εθελοντές Αντώνης Μήτκος (ο οποίος ήταν διοικητής της Φρουράς), ο Τρύφωνας Βασιλειάδης (υποδιοικητής), ο Σπύρος Τζανόπουλος και ο Ελληνορουμάνος Αννα Φρορίν είχαν φωτογραφηθεί με σέρβους αξιωματικούς στα ερείπια ορθόδοξης εκκλησίας. Σε άνδρες της ΕΕΦ είχαν απονεμηθεί από τον ίδιο τον ηγέτη των Σερβοβοσνίων Ράντοβαν Κάρατζιτς  τέσσερα μετάλλια με τη διάκριση του «Λευκού Αετού».
H ΕΕΦ είχε και απώλειες. Ως σήμερα, αγνοούνται και δύο άτομα που είχαν πολεμήσει από το 1993 ως και το 1995 για λογαριασμό της ΕΕΦ: ο Κώστας Καζόπουλος από το Βορινό Αριδαίας, ο οποίος εξαφανίστηκε το 1993, και ο Κυριάκος Κυριακίδης, ο οποίος χάθηκε τον Ιούνιο του 1995.
Ωστόσο, Ελληνες στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα εμπλέκει και η ίδια ολλανδική έκθεση που έριξε την κυβέρνηση Κοκ. H έκθεση αναφέρει ότι «ένα τμήμα ελλήνων εθελοντών παρείχε υποστήριξη στον στρατηγό Μλάντιτς και ήταν μέρος του Σώματος Drina», το οποίο ουσιαστικά θεωρείται υπεύθυνο για τις μαζικές σφαγές. Αναφέρεται μάλιστα ότι ο ίδιος ο Μλάντιτς είχε ζητήσει να «αναρτηθεί η ελληνική σημαία για τους Ελληνες που πολέμησαν μαζί μας».
«Οι εθελοντές δεν συμμετείχαν σε έκτροπα»
«Εκτροπα έγιναν. Αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Δεν στρουθοκαμηλίζουμε» λέει για τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα μιλώντας στο «Βήμα» ο 33χρονος σήμερα κ. Γιώργος Μουρατίδης, ο οποίος πολέμησε στη Βοσνία από τον Νοέμβριο του 1994 ως και τον Ιούλιο του 1995, ως εθελοντής της Ελληνικής Εθελοντικής Φρουράς (ΕΕΦ). H ΕΕΦ είχε ενσωματωθεί στον σερβικό τακτικό στρατό και άνδρες της έχουν κατηγορηθεί για συμμετοχή στις σφαγές της Σρεμπρένιτσα. Ο ίδιος ωστόσο υποστηρίζει ότι οι Ελληνες δεν συμμετείχαν στις σφαγές. Οπως υποστηρίζει, «οι σφαγές δεν μπορεί να έγιναν από τον τακτικό στρατό. Τα αμιγώς στρατιωτικά σώματα δεν κινήθηκαν καθόλου. Υπήρχαν όμως άλλες περιφερειακές δυνάμεις, πολιτοφύλακες, μιλίτσια και άλλοι. H στρατιωτική και η πολιτική αστυνομία είχε αναλάβει τη φύλαξη δρόμων, τη συνοδεία αμάχων ή αιχμαλώτων. Ο τακτικός στρατός, υπό τις διαταγές του οποίου ήταν και οι έλληνες εθελοντές, δεν μπορεί να συμμετείχε σε έκτροπα. Εχω την αίσθηση ότι δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν διότι ανήκαν σε κομμάτι του τακτικού στρατού, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες».
Ισχυρίζεται επίσης ότι «Μια ελληνική φρουρά ανιχνευτών έλαβε μέρος στη μάχη της Σρεμπρένιτσα. Είχαν όλοι πολύ συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Εγώ ο ίδιος δεν ήμουν εκεί, διότι είχα κατέβει στην Ελλάδα για να βοηθήσω στη διανομή ανθρωπιστικού υλικού, το οποίο σας διαβεβαιώνω ότι το «έτρωγε» η μαύρη αγορά του Βελιγραδίου. Ελάχιστα έφθαναν σε αυτούς που την είχαν ανάγκη δωρεάν». Σύμφωνα με τον κ. Μουρατίδη, μετά την καταστροφή της Κράινα και την διαφαινόμενη τότε τάση για ειρήνευση, η οποία οδήγησε στη συνθήκη του Ντέιτον, οι περισσότεροι εθελοντές επέστρεψαν στην Ελλάδα.
Απαντώντας σε ερώτηση για τις σχέσεις ελλήνων εθελοντών με την παραστρατιωτική ομάδα των «Τίγρεων» του Αρκάν, λέει με νόημα: «Μακριά από μας αυτά. Καμία σχέση με αυτούς δεν είχε κανένας από εμάς». Και προσθέτει: «Οντως μπορεί να έγιναν σφαγές. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι 800.000 Σέρβοι της Κράινα ξεριζώθηκαν με τη βοήθεια κυνηγών κεφαλών από όλη την Ευρώπη».
«Την εποχή που ήμουν εγώ στη Βοσνία, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Υπήρχαν γραμμές, μέτωπα και συγκεκριμένοι στόχοι. Προτού πάω, η κατάσταση ήταν όντως πολύ άγρια. Στην αρχή, μας έλεγαν, θύμιζε Ρουάντα και την εμφύλια διαμάχη μεταξύ Χούτου και Τούτσι» λέει ο κ. Μουρατίδης. Οπως υποστηρίζει, ο αριθμός των ελλήνων εθελοντών κυμαινόταν από 8 ως 12. «Τότε ήμουν 22 ετών. Αμειβόμασταν όλοι με ένα ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 20 ευρώ τον μήνα σε σημερινές τιμές. Το πρώτο τρίμηνο ήμουν στο Σαράγεβο και το υπόλοιπο εξάμηνο στην Ανατολική Βοσνία, κυρίως όμως στη Βλασένιτσα, όπου βρίσκονταν όλοι οι Ελληνες».

Πηγή: Βήμα

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Γη κι Ελευθερία (1995)



Αν μου ζητούσαν να αναφέρω τον καλύτερο σύγχρονο πολιτικοποιημένο σκηνοθέτη, θα επέλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη τον εξαιρετικό Κεν Λόουτς. Η αγάπη του για την ιστορία, η ευαισθησία του για τα κοινωνικά αδιέξοδα κι η καθαρότητα στις πολιτικές του απόψεις, τον καθιστούν ως έναν δημιουργό με ουσία και διορατικότητα. Μπορεί να έχω δει λίγες ταινίες του αλλά όλες μου προκάλεσαν έντονο προβληματισμό και έδωσαν τροφή για πολύωρες συζητήσεις μετά την προβολή τους. Το "Γη κι Ελευθερία" είναι μία απ' αυτές.
Η ταινία μας ξεκινάει σε παρόντα χρόνο όπου ένα κορίτσι βρίσκει αναίσθητο τον παππού της στο διαμέρισμα που μένει, ο οποίος ξεψυχάει κατά τη διαδρομή προς το νοσοκομείο. Προσπερνώντας τους συνηθισμένους μελοδραματισμούς των ανθρώπινων απωλειών, ο δημιουργός μας οδηγεί κατευθείαν στο κύριο θέμα. Η εγγονή ψαχουλεύει το σπίτι του παππού της και βρίσκει ένα μπαούλο, όπου μέσα σ' αυτό φυλάσσεται μία πτυχή της ζωής του που πιθανότατα δεν γνώριζε η κοπέλα. Ο Κεν Λόουτς χρησιμοποιεί την αλληλογραφία του εκλιπόντος ως χρονομηχανή που μας γυρνάει στο παρελθόν. Η εγγονή διαβάζει ένα-ένα τα γράμματα και παρατηρεί παράλληλα τις φωτογραφίες, τα αποκόμματα των εφημερίδων εκείνης της εποχής κι ότι άλλο αναμνηστικό φυλασσόταν όλα αυτά τα χρόνια εκεί μέσα.
Με την επιστροφή στο παρελθόν, συστηνόμαστε με τον βασικό ήρωα της ταινίας. Ο νεαρός Ντέιβιντ είναι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βρετανίας κι άνεργος στο Λίβερπουλ. Έπειτα από μία ομιλία ενός αναρχικού για τα τεκταινόμενα στον Ισπανικό Εμφύλιο, αποφασίζει να κατέβει στο νότο και να πολεμήσει τους φασίστες του Φράνκο. Ο νεαρός φτάνει στην Μασσαλία κι από εκεί περνάει τα Πυρηναία. Πάνω στα βουνά συναντιέται με τους πρώτους συντρόφους κι εντάσσεται στο Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενότητας (POOM). Γνωρίζει νέα πρόσωπα, χτίζει νέες φιλίες κι ερωτεύεται μία μαχήτρια. Για πρώτη φορά ζει ελεύθερος πάνω στα βουνά της Ισπανίας και ξεχειλίζει με πάθος κάθε φορά που συγκρούεται με τους φασίστες.
Χωρίς οργάνωση και σχεδιασμούς οι αναρχικοί επελαύνουν στην ισπανική ύπαιθρο απελευθερώνοντας τα χωριά από τους φασίστες. Τα πλάνα γεμάτα ένταση μας βάζουν μέσα στην ιστορία. Κάθε ριπή που ακούγεται, προκαλεί το αίσθημα του κινδύνου αναγκάζοντάς μας να κρυφτούμε μαζί με τους ήρωες πίσω από πόρτες και τοίχους.
Σε έναν τραυματισμό του, ο πρωταγωνιστής φεύγει από το μέτωπο για να αναρρώσει, κι εντάσσεται στις κυβερνητικές ταξιαρχίες. Μακριά από τον πόλεμο, γίνεται μάρτυρας στην έχθρα που φουντώνει μεταξύ των αναρχικών και των σταλινικών. Η οργή του όλο και μεγαλώνει καθώς βλέπει να αλληλοσφάζονται οι αναρχικοί με τους κομμουνιστές αντί να πολεμούν αδελφωμένοι τους φασίστες. Έτσι παίρνει απόφαση να γυρίσει πίσω στα βουνά για να βρει του παλιούς του συντρόφους, οι οποίοι παρ' όλο που είναι απομονωμένοι, εξακολουθούν να πολεμούν με το ίδιο πάθος. Καταλαμβάνουν τα υψώματα και τα κρατούν με σθένος, μέχρι που έρχεται η μεγάλη προδοσία...


Παρακολουθώντας την ταινία, βρήκα αρκετά κοινά σημεία με το εξίσου αριστουργηματικό "Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι". Και στις δυο περιπτώσεις, ο άοπλος λαός πολεμάει με ηρωισμό από την μια τους φασίστες κι από την άλλη τους κατακτητές. Οι νίκες είναι μικρές αλλά καίριες καθώς δίνουν κουράγιο και δύναμη στους αγωνιστές. Όταν όμως φτάνουν στην πηγή, μπαίνει ανάμεσά τους το σαράκι της διχόνοιας και στρέφουν τα όπλα τους ο ένας ενάντια στον άλλον, κάνοντας τους πραγματικούς κακούς να τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Στη συγκεκριμένη ταινία βρήκα τραγικό τις δυο μεριές να καταλαμβάνουν αντικριστά κτίρια στη Βαρκελώνη και να πυροβολιούνται μεταξύ τους χωρίς να έχουν καταλάβει τους λόγους που τους χωρίζουν. Μπορεί κάποιοι διάλογοι να φαίνονται αστείοι αλλά σκοπός τους δεν είναι να μας κάνουν να γελάσουμε.
Ο λόγος που οι δυο πλευρές δε τα βρήκαν σίγουρα ακούγεται ανόητος στις μέρες μας καθώς γνωρίζουμε την έκβαση του εμφυλίου πολέμου. Οι κομμουνιστές ήθελαν τους αναρχικούς κάτω από τον έλεγχό τους ενώ οι αναρχικοί επέμεναν σε ένα άτακτο μοντέλο διότι φοβόντουσαν πως θα έχαναν το πάθος τους σε περίπτωση που μετατρεπόντουσαν σε τακτικό σώμα στρατού. Σ' αυτήν την υπόθεση, ο Κεν Λόουτς αποφεύγει να κρατήσει ουδέτερη στάση μιας και τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ των αναρχικών και των τροτσκιστών.
Ένα άλλο θέμα που έθιξε με έξυπνο τρόπο η ταινία είναι η δημιουργία κολλεκτίβων. Κάθε χωριό που οι αναρχικοί απελευθέρωναν, γινόταν συνέλευση όπου όλοι οι κάτοικοι συζητούσαν τον τρόπο με τον οποίον θα μοίραζαν τις ευθύνες και τις υπηρεσίες του τόπου τους. Οι διαφωνίες κι οι αντίλογοι στηρίζονταν σε επιχειρήματα δίνοντας αρκετή τροφή για σκέψη σε μας τους θεατές. Δεν αδικούσαμε τους ανθρώπους που δεν συμφωνούσαν με τις κολλεκτίβες ενώ παράλληλα καταλαβαίναμε το πάθος των οραματιστών.


Η ταινία επίσης ξεχωρίζει για την ένταση των σκηνών της. Η κατάληψη του χωριού, η εύρεση των νεκρών αναρχικών, η εκτέλεση του φασίστα-παπά, ο θάνατος του Ιρλανδού κι ο επικήδειος που ακολούθησε, οι "συναντήσεις" με τους φασίστες και φυσικά η τελευταία σκηνή όπου αναρχικοί και κομμουνιστές έρχονται σε έντονη αντιπαράθεση καθώς καμία από τις δυο πλευρές δεν υποχωρούσε. 
Παρ' όλη τη δίνη που δημιουργεί, η ταινία προσπαθεί να κλείσει με ένα αισιόδοξο τόνο, με την εγγονή ήδη "φωτισμένη" μετά την αποκάλυψη του μυστικού παρελθόντος που είχε ο παππούς της, να διαβάζει ένα ποίημα του Ουίλαμ Μορς πάνω από τον τάφο του. Εδώ θα ήθελα να επισημάνω ένα μεγάλο αγκάθι της γενιάς μας, το οποίο περνάει με έξυπνο τρόπο ο δημιουργός. Έπρεπε να πεθάνει ο ήρωας για να τον γνωρίσει η εγγονή του. Εδώ η ταινία κριτικάρει την αδιαφορία των νέων απέναντι στις ρίζες τους. Δε μας καίγεται καρφί για τη ζωή των ανθρώπων μας, ένα λάθος που το συνειδητοποιούμε μόνο όταν τους χάνουμε αλλά δυστυχώς τότε είναι πια αργά. Σ' αυτό το κομμάτι, ο Κεν Λόουτς κατάφερε να με συγκινήσει. 
Ωστόσο η ταινία έχει κάποια στοιχεία που με προβλημάτισαν. Θα μπορούσε κάποιος να τα θεωρήσει ως μία ειλικρινής στάση του Κεν Λόουτς στην πραγματικότητα αλλά για μένα προκάλεσαν ορισμένα περίεργα ερωτηματικά που λίγο θόλωσαν την πολιτική καθαρότητα της ταινίας. Πρώτα απ' όλα ο ήρωας φεύγει από την Αγγλία δηλώνοντας στη μνηστή του πως το κάνει επειδή δεν έχει παιδιά και δεν έχει δουλειά. Περισσότερο τυχοδιώκτης μου φάνηκε παρά ονειροπόλος επαναστάτης. Επίσης στις έντονες συζητήσεις για την κολλεκτιβοποίηση του χωριού που απελευθέρωσαν, παρατηρούμε το πάθος με το οποίο ο καθένας στηρίζει την ιδεολογία του αλλά πουθενά δεν αναφέρεται ο μεγάλος εχθρός των ελεύθερων ανθρώπων πους δεν είναι άλλος από τον φασισμό και τον Φράνκο. 
Η "Γη κι Ελευθερία" κέρδισε αρκετά ευρωπαϊκά βραβεία αλλά έχασε τον πολυπόθητο Χρυσό Φοίνικα για τον οποίο κοντραρίστηκαν ο Εμίρ Κουστουρίτσα με το Underground κι ο κ.Θεόδωρος Αγγελόπουλος με το πολυαγαπημένο μου "Βλέμμα του Οδυσσέα". Νικητής ήταν ο Βόσνιος σκηνοθέτης κάτι το οποίο ποτέ δε μπόρεσε να ξεπεράσει ο κ.Αγγελόπουλος παρ' όλο που κέρδισε το βραβείο λίγα χρόνια αργότερα, κάτι το οποίο χαρακτήρισε ως κίνηση παρηγοριάς της Επιτροπής προς το πρόσωπό του.
Θα ήθελα να κλείσω την ανάρτησή μου γι' αυτήν την ταινία με το ποίημα που ακούστηκε στο τέλος, διότι με άγγιξε πολύ όπως κι η μοναδικότητα του έργου, το οποίο δεν επικεντρώθηκε στη μάχη των ελεύθερων ανθρώπων με τους φασίστες αλλά στη μεταξύ τους φαγωμάρα. Ίσως αυτό να είναι που κάνει την ταινία επίκαιρη σήμερα που η ακροδεξιά έχει εδραιωθεί στη καρδιά της Ευρώπης κι η Αριστερά έχει χάσει τα πατήματά της. 
Ήρθε ο καιρός να φωνάξουμε ξανά το ιδεατό "No Pasaran!"


"Πήγαινε κι εσύ στη μάχη
που ο άνθρωπος δε φθίνει.
Κι αν πέθανε, ο χρόνος
τις πράξεις του δε σβήνει".

Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Όταν ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι έφερε έναν... πόλεμο




της Αλέκα Ζουμή

«Κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν πως το ποδόσφαιρο είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως είναι κάτι πολύ σημαντικότερο από αυτό». Η περίφημη ρήση του Μπιλ Σάνκλι βρήκε το απόλυτο αντίκρισμα το 1969 όταν μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση στάθηκε η αφορμή ώστε να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα σε δύο χώρες.
Αναφερόμαστε στον Πόλεμο του Ποδοσφαίρου ή Πόλεμο των 100 ωρών ανάμεσα στην Ονδούρα και το Ελ Σαλβαδόρ, για την ακρίβεια, ανάμεσα στα δύο δικτατορικά καθεστώτα των συγκεκριμένων χωρών… Φυσικά, το ποδόσφαιρο ήταν η αφορμή ενώ η αιτία εντοπιζόταν στην μετανάστευση μεγάλου μέρους πληθυσμού από το μικρό σε έκταση και πυκνοκατοικημένο κρατίδιο του Ελ Σαλβαδόρ στην αραιοκατοικημένη Ονδούρα.
Οι Εθνικές ομάδες των δύο χωρών βρέθηκαν αντιμέτωπες στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 και συγκρούονταν σε διπλή αναμέτρηση με στόχο την πρόκριση στο Μουντιάλ. Το πρώτο παιχνίδι διεξήχθη στην πρωτεύουσα της Ονδούρας, Τεγκουσιγκάλπα, στις 8 Ιουνίου του 1969 και ενώ στην πόλη η κατάσταση ήταν τεταμένη με τις πολυήμερες απεργιακές κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών και ταραχές στους δρόμους. Οι γηπεδούχοι νίκησαν με 1-0 στις καθυστερήσεις, αποτέλεσμα που έφερε σοβαρά επεισόδια αλλά και την αυτοκτονία της 18χρονης Αμέλια Μπολάνιος από το Ελ Σαλβαδόρ, με τους συμπατριώτες της να ορκίζονται εκδίκηση στη μνήμη της. Το δεύτερο παιχνίδι, πραγματοποιήθηκε μία εβδομάδα αργότερα στις 15 Ιουνίου του 1969 στην πρωτεύουσα του Ελ Σαλβαδόρ, Σαν Σαλβαδόρ.
Όταν η αποστολή της Ονδούρας έφτασε στο αεροδρόμιο τους περίμενε ένα πανό το οποίο έγραφε: «Χαιρόμαστε πολύ που βρίσκεστε εδώ. Σύντομα θα μάθετε το γιατί!». Η πρώτη κίνηση ήταν να βάλουν φωτιά στο ξενοδοχείο που διέμενε η αποστολή των φιλοξενούμενων. Το ξενοδοχείο εκκενώθηκε και οι παίκτες μεταφέρθηκαν σε άλλο ξενοδοχείο, όμως δεν κατάφεραν να κλείσουν μάτι, αφού όλη τη νύχτα κάποιοι τραγουδούσαν κάτω από τα δωμάτια! Οι ποδοσφαιριστές της Ονδούρας, άυπνοι και ταλαιπωρημένοι, παραπατούσαν την επομένη στο γήπεδο και το Ελ Σαλβαδόρ πήρε άνετα τη νίκη με 3-0. Όταν επέστρεψαν στην Τεγκουσιγκάλπα και αφηγήθηκαν τις εμπειρίες τους, ξέσπασαν νέα επεισόδια εναντίον των μεταναστών από το Ελ Σαλβαδόρ.
Ακολούθησε αγώνας μπαράζ που πραγματοποιήθηκε στην Πόλη του Μεξικού στις 27 Ιουνίου του 1969. Το Ελ Σαλβαδόρ κέρδισε το αποφασιστικό τρίτο παιχνίδι με 3–2 στην παράταση, με τους αξιωματούχους της Ονδούρας να καταγγέλλουν δωροδοκία. Την ίδια ημέρα, το Ελ Σαλβαδόρ διέκοψε όλους τους διπλωματικούς δεσμούς με την Ονδούρα, δηλώνοντας ότι « η κυβέρνηση της Ονδούρας δεν έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για την τιμωρία αυτών των εγκλημάτων που συνιστούν γενοκτονία ούτε έχει δώσει εγγυήσεις για αποζημίωση ή αποζημίωση για τις ζημίες που προκλήθηκαν στους πολίτες του Ελ Σαλβαδόρ ».
Τις επόμενες ημέρες υπήρξαν συνεχείς προκλήσεις εκατέρωθεν, μέχρι που το πρωί τις 14ης Ιουλίου 1969 η πολεμική αεροπορία του Ελ Σαλβαδόρ βομβάρδισε περιοχές της Ονδούρας και μέχρι το βράδυ της επομένης ημέρας είχε καταλάβει τη Νουέβα Οκοτεπέκε. Η Ονδούρα αντεπιτέθηκε και κατάφερε να απομακρύνει το στρατό των αντιπάλων. Ακολούθησαν διπλωματικές διαπραγματεύσεις και στις 18 Ιουλίου αποφασίστηκε η κατάπαυση του πυρός.
Η σύρραξη αυτή έμεινε στην ιστορία ως ο «πόλεμος του ποδοσφαίρου» (Football War) κατά τον οποίο σκοτώθηκαν περίπου 6.000 άνθρωποι ενώ περίπου 100.000 μετανάστες του Ελ Σαλβαδόρ αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ονδούρα.

Πηγή: Στο Κόκκινο 105,5

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Η μεγάλη «αιμορραγία» των Βαλκανίων




Στο κέντρο της Μπάνια Λούκα της μεγαλύτερης πόλης στο σερβικό τμήμα της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης, βρίσκεται ένας αυτοσχέδιος τοίχος μνήμης. Ο τοίχος αυτός καλύφθηκε μέσα σε λίγες ώρες με εκατοντάδες ονόματα. Είναι τα ονόματα ανθρώπων που έφυγαν.
Τον περασμένο Οκτώβριο, ο Στέφαν Μπλάτζικ, επικεφαλής του οργανισμού ReStart Srpska, κάλεσε όσους θέλουν να γράψουν στον τοίχο τα ονόματα των αγαπημένων τους που έχουν φύγει στο εξωτερικό αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Ο Μπλάτζικ, ετών 27 έχει χάσει με αυτόν τον τρόπο αρκετούς φίλους του. «Ακόμη κι αυτοί με τα μεγαλύτερα προσόντα θα δέχονταν οποιαδήποτε εργασία. Είναι καλύτερα να δουλέψεις σε ένα σούπερ μάρκετ στη Δύση για 1.000 ευρώ τον μήνα, αντί για 400 ευρώ τον μήνα εδώ», λέει στη Le Monde.
Οι πιο δημοφιλείς προορισμοί για όσους φεύγουν είναι η Γερμανία, η Αυστρία και η Σλοβενία. Αυτή η μαζική έξοδος των νέων πλήττει ολόκληρη τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη. Ο Πάσα Μπαρακόβιτς, 25 ετών, ζει στην Τούζλα, μια πόλη της εργατικής τάξης στην Ομοσπονδία της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Αν και σε παρακμή, παραμένει ένα φρούριο της αντι-εθνικιστικής αριστεράς. Εδώ οι Μουσουλμάνοι Βόσνιοι, οι Κροάτες και οι Σέρβοι συνυπήρχαν ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου (1992-1995).

«Εδώ ξοδεύεις περισσότερα από όσα κερδίζεις»

Ο Μπαρακόβιτς, ο οποίος γεννήθηκε μετά τον πόλεμο, μεγάλωσε σε μια χώρα που καταστράφηκε από τη διαδικασία «μετάβασης», η οποία οδήγησε σε λεηλασία των δημοσίων πόρων μέσω των ιδιωτικοποιήσεων. Πολιτικά, τα εθνικιστικά κόμματα μονοπωλούν την εξουσία σε κάθε διαφορετική εθνοτική κοινότητα. Υπάρχουν το Κόμμα Δημοκρατικής Δράσης (SDA, Μουσουλμάνοι), η Συμμαχία των Ανεξάρτητων Σοσιαλδημοκρατών (SNSD, Σέρβοι) και η Κροατική Δημοκρατική Ένωση (HDZ).
Ο Μπαρακόβιτς έχει ήδη βρεθεί πολλές φορές στη Γαλλία για να δουλέψει - με μαύρη - κυρίως στις κατασκευές. Στη χώρα του κέρδιζε περίπου 300 ευρώ το μήνα δουλεύοντας σε βενζινάδικο. «Πρέπει να πληρώσεις τη βενζίνη σου για να πας στη δουλειά σου. Αν προσθέσεις το φαγητό και τα τσιγάρα σου ξοδεύεις περισσότερα από όσα κερδίζεις», λέει. Έτσι αποφάσισε να γραφτεί σε μια ιδιωτική ιατρική σχολή και να πάρει άδεια εργασίας στη Γερμανία, όπου τα γηροκομεία προσλαμβάνουν πολλούς Βαλκάνιους. Πρέπει να σημειωθεί ότι πολλοί από τους νέους που φεύγουν αναγκάζονται να υποβαθμίσουν τις προσδοκίες τους και να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Για παράδειγμα πολλοί αναγκάζονται να δεχτούν μια διαφορετική ειδικότητα επειδή δεν υπάρχει ζήτηση για τη δική τους.
«Πλήρωσα 2.600 μάρκα (1.600 δολάρια) για την εκπαίδευσή μου και 465 μάρκα (280 δολάρια) για τα μαθήματα γερμανικών. Επίσης 265 μάρκα (160 δολάρια) για τα εξέταστρα του B2». Τώρα ο Μπαρακόβιτς περιμένει τη θεώρηση της βίζας του και την άδεια εργασίας που του υποσχέθηκαν από μια κλινική στο Ντίσελντορφ. Του είπαν για έναν μισθό 1.900 ευρώ για τους πρώτους έξι μήνες και 2.500 ευρώ στη συνέχεια, γεγονός που θα επιτρέψει στη σύζυγό του και στη νεογέννητη κόρη του να πάνε μαζί του. Ο Μπαρακόβιτς θα συνεχίσει να επισκέπτεται τη χώρα του, όσο εργάζονται και ζουν εκεί οι γονείς του. Η μητέρα του είναι δασκάλα δημοτικού και ο πατέρα του αστυνομικός αλλά ελπίζει ότι θα μπορέσουν να πάνε στη Γερμανία όταν συνταξιοδοτηθούν.

Στο φροντιστήριο για γερμανικά

Τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών στη χώρα δουλεύουν σαν τρελά. Τα γερμανικά είναι πρώτα στις προτιμήσεις. «Οι σπουδαστές μας όλο και αυξάνονται», λέει η διευθύντρια φροντιστηρίου Αλίσα Κάντιτς. Μάλιστα υπάρχει συμφωνία μεταξύ της κρατικής Γερμανικής Εταιρείας για τη Διεθνή Συνεργασία και της Ομοσπονδίας της Βοσνίας Ερζεγοβίνης, ώστε οι εργοδότες να χρηματοδοτούν εντατικά μαθήματα τεσσάρων μηνών για τους μελλοντικούς υπαλλήλους τους. Με αυτόν τον τρόπο κερδίζουν και οι γερμανικές επιχειρήσεις αφού θα χρειάζονταν περισσότερα λεφτά για εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους εντός Γερμανίας.
Στον αντίποδα οι πολιτικοί ηγέτες της χώρας δείχνουν να αδιαφορούν για το φαινόμενο των μαζικών εξόδων. Ένας συρρικνούμενος πληθυσμός μειώνει τα ποσοστά της ανεργίας και επομένως τις κοινωνικές εντάσεις. Αυτοί που φεύγουν θα μπορούσαν ίσως να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους στην κάλπη, όμως είναι πολύ απίθανο να ψηφίσουν αν έχουν πάει στο εξωτερικό.
Στη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, ούτε οι τοπικές αρχές, ούτε η κεντρική κυβέρνηση τηρούν αρχεία για το πόσοι άνθρωποι έχουν φύγει. Οι αναχωρήσεις αυτές δεν δηλώνονται επίσημα. Ο Αντμίρ Χρουστακόβιτς, ο οποίος εργάζεται στο γραφείο απασχόλησης στην Τούζλα διατηρεί αρχεία για την ανεργία στη χώρα που έμμεσα αποκαλύπτουν το μέγεθος του ρεύματος μετανάστευσης.


Πόσοι και ποιοι φεύγουν

Το 2017, 98.600 άτομα είχαν δουλειά στην περιοχή και 84.500 ήταν άνεργοι. Το 2016 οι άνεργοι ήταν 91.000. «Η υπηρεσία μας προσφέρει θέσεις εργασίας στην Αυστρία και τη Σλοβενία επειδή έχουμε συμφωνίες με αυτές τις χώρες. Αλλά το περασμένο έτος μόνο 1.500 άτομα βρήκαν εργασία μέσω του κέντρου μας. Τα υπόλοιπα εξαφανίστηκαν από τα στατιστικά στοιχεία, πράγμα που σημαίνει ότι πήγαν στο εξωτερικό χωρίς να μας ειδοποιήσουν», λέει ο Χρουστακόβιτς.
Αυτοί που αποχωρούν είναι γενικά νέοι, πτυχιούχοι πανεπιστημίων ή τεχνικών σχολών που θα μπορούσαν να ωφελήσουν τη χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με το δικό της brain drain. Αυτοί που φεύγουν είναι είτε άνεργοι, είτε έχουν πολύ κακά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Μια τρίτη κατηγορία είναι αυτοί που έχουν καλές θέσεις εργασίας αλλά φοβούνται το κλίμα πολιτικής αβεβαιότητας και πιστεύουν ότι θα είναι αδύνατο να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σε μια χώρα, όπως η Βοσνία - Ερζεγοβίνη.

«Φεύγουν επειδή έχουν χάσει κάθε ελπίδα»

Η Τάνια Τόπιτζ, πολιτική αναλύτρια στο Ίδρυμα Φρίντριχ Έμπερτ στη Μπάνια Λούκα, επισημαίνει ότι και στις δυο περιοχές της χώρας το εκπαιδευτικό σύστημα είναι καταρρακωμένο και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια που πωλούν πτυχία εξαπλώνονται. Επιπλέον, στη χώρα είναι σχεδόν αναπόφευκτη η χρήση προσωπικών διασυνδέσεων και πολιτικών συστάσεων για την απόκτηση οποιασδήποτε εργασίας. Αυτοί, εκτιμά η Τόπιτζ ότι είναι οι λόγοι για τους οποίους οι νέοι φεύγουν από τη χώρα. 
«Οι άνθρωποι φεύγουν επειδή έχουν χάσει κάθε ελπίδα. Δεν πιστεύουν ότι είναι δυνατή και η παραμικρή αλλαγή», υποστηρίζει η Τζάσνα Τζασάρεβιτς του Κοινοτικού Ιδρύματος της Τούζλα. Τον Φεβρουάριο του 2014, η πόλη ήταν το προσκήνιο μεγάλων διαδηλώσεων ενάντια στη διαφθορά, τους πολιτικούς και τις επιπτώσεις από τις ιδιωτικοποιήσεις. Το κίνημα ξεκίνησε από τα εργοστάσια που ιδιωτικοποιήθηκαν και στα οποία οι εργαζόμενοι δεν είχαν πληρωθεί για μήνες και στη συνέχεια εξαπλώθηκαν. Δημιουργήθηκε ένα κίνημα που οδήγησε σε παραίτηση την τοπική αρχή αλλά σύντομα διαλύθηκε λόγω εσωτερικών διαφωνιών.
«Θέλουμε να μείνουμε εδώ! Δεν θέλουμε να μεταναστεύσουμε!». Αντίστοιχα ήταν τα συνθήματα των διαδηλώσεων που έγιναν στη Σερβία τον Απρίλιο του 2017, ενάντια στον πρόεδρο Αλεξάντερ Βούτσιτς και τη νεοφιλελεύθερη μετάβαση της χώρας. Παρόμοιες διαδηλώσεις έγιναν και στην ΠΓΔΜ το 2016. Μετά από όλες αυτές τις διαδηλώσεις, οι νέοι που είχαν πρωτοστατήσει ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις οι πρώτοι που έφυγαν. Αυτό οδήγησε και στην εξάλειψη των ελπίδων για μια πολιτική αλλαγή στις χώρες αυτές.

Η «αιμορραγία» των Βαλκανίων

Η μετανάστευση έχει μακρά ιστορία στα Βαλκάνια. Από τη Γιουγκοσλαβία πολλοί άντρες έφυγαν για να εργαστούν στη Γερμανία ή την Αυστρία ως Gastarbeiter (φιλοξενούμενοι). Οι πόλεμοι της δεκαετίας του 1990 προκάλεσαν επίσης κύματα μετανάστευσης. Σήμερα, ολόκληρες οικογένειες εξακολουθούν να εγκαταλείπουν τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, ακόμη και την Κροατία, η οποία βρίσκεται στην ΕΕ από το 2013. Μόνο το Ζάγκρεμπ, οι παράκτιες πόλεις και οι πιο τουριστικές περιοχές δεν έχουν επηρεαστεί. Οι περιφέρειες μόλις λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά από την ακτή αντίθετα έχουν επηρεαστεί πολύ.
Στην Κροατία έχουν δημιουργηθεί επιχειρήσεις και πλέον υπάρχει μια νέα βιομηχανική ζώνη, αλλά οι μισθοί είναι χαμηλοί. «Όταν μπήκαμε στην ΕΕ, θεωρήσαμε ότι η κατάσταση θα βελτιωνόταν, αλλά οι νέοι δεν έχουν χρόνο να περιμένουν κάποιο υποθετικό καλύτερο μέλλον», δηλώνει η Λιλιάνα Πτάκνικ που είναι διευθύντρια σχολείου.
Σε πολλές από τις χώρες των Βαλκανίων μετεγκαθίστανται επιχειρήσεις από την Αυστρία, την Ιταλία και την Ουγγαρία, συχνά μικρές μονάδες παραγωγής, π.χ. κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και εξαρτημάτων αυτοκινήτων. Το εργατικό δίκαιο που είναι απλώς θεωρητικό διευκολύνει τις επιχειρήσεις. Οι μισθοί σπανίως υπερβαίνουν τα 200 ευρώ το μήνα και η πλήρης ευελιξία των εργαζομένων παραμένει ο κανόνας. Παράλληλα όλες οι κυβερνήσεις της περιοχής είναι πρόθυμες να προσφέρουν κίνητρα στους ξένους επενδυτές. Η μόνη επιλογή για τους εργαζόμενους που απορρίπτουν αυτές τις επιλογές είναι να πάνε στο εξωτερικό.
Η αιμορραγία των βαλκανικών χωρών από ειδικευμένους εργαζόμενους είναι τόσο μεγάλη που πλέον θέτει σε κίνδυνο τις τοπικές επιχειρήσεις. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 2014 - 15, περισσότεροι από 100.000 (σχεδόν το 7% του πληθυσμού) εγκατέλειψαν το Κόσοβο μέσα σε λίγες εβδομάδες. Μια συμφωνία μεταξύ Πρίστινας και Βελιγραδίου επέτρεψε στους Κοσοβάρους να ταξιδέψουν στη Σερβία με δελτίο ταυτότητας. Σχεδόν άμεσα δεκάδες χιλιάδες έκαναν αυτό το ταξίδι με πρόθεση να περάσουν κατόπιν τα ουγγρικά σύνορα και τελικά να φτάσουν στη Γερμανία.
Παρόμοια κατάσταση αντιμετώπισε το βόρειο Μαυροβούνιο την άνοιξη του 2015. Πολλοί κάτοικοι της υποβαθμισμένης αυτής περιοχής αναζήτησαν μια καλύτερη ζωή στην Κάτω Σαξονία της Γερμανίας που αντιμετώπιζε ιδιαίτερο πληθυσμιακό πρόβλημα και μάλιστα είχε ζητήσει να σταλούν εκεί όσο το δυνατόν περισσότεροι αιτούντες άσυλο. Στη δυτική Βουλγαρία και στη νοτιοανατολική Σερβία, ολόκληρες περιοχές καταστρέφονται ως αποτέλεσμα της μεγάλης μετανάστευσης. Σύμφωνα με την εθνική στατιστική υπηρεσία, 160.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τη Σερβία μεταξύ του 2002 και του 2011. Ο πληθυσμός ανέρχεται σήμερα σε επτά εκατομμύρια και η μέση ηλικία αυξήθηκε από 37,4 το 1991 σε 42,7 το 2015.
Ο Στέπαν Στερτς, γεωγράφος στο πανεπιστήμιο του Ζάγκρέμπ, τονίζει: «ο πληθυσμός της Κροατίας που κινδυνεύει είναι το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι πολιτικοί μας ηγέτες επειδή επηρεάζει όλες τις δημόσιες πολιτικές». Ο Στερτς λέει ότι η Κροατία είχε 18.000 περισσότερους θανάτους απ’ ότι γεννήσεις το 2017. Ο πληθυσμός της Κροατίας έχει μειωθεί κατά 13% από το 1991. Η μετανάστευση επηρεάζει και τον ρυθμό των γεννήσεων αφού εκείνοι που μεταναστεύουν είναι πιθανότερο να φύγουν σε ηλικία τεκνοποίησης. «Αν συνεχιστούν αυτές οι τάσεις, το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Κροατίας θα μπορούσε να εξαφανιστεί σε μια δεκαετία», σημειώνει ο Στερτς.

Η αποτυχία των πολιτικών και το δυσοίωνο μέλλον

Αντί να αναζητούν μια λύση στη δημογραφική κρίση και την κοινωνική καταστροφή, οι κυβερνήσεις στα Βαλκάνια γίνονται όλο και πιο συντηρητικές. Ενώ είναι ζωτικής σημασίας να ληφθούν μέτρα για την προστασία των εργαζομένων γυναικών που θέλουν να γίνουν μητέρες και να απαγορευτούν οι απολύσεις λόγω εγκυμοσύνης, να στηριχτούν οι μεγάλες οικογένειες και να μειωθούν οι φόροι στις περιφέρειες που εκκενώνονται, οι κυβερνήσεις απλώς περνούν όλο και πιο σκληρούς νόμους κατά των αμβλώσεων. Αυτού του είδους τα μέτρα και άλλες καμπάνιες που λαμβάνουν μεγάλη κάλυψη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αφήνουν στο περιθώριο τις πραγματικές αιτίες ερήμωσης των Βαλκανίων που είναι: η γενική αποτυχία των πολιτικών, η διαφορά και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν στις αναιμικές οικονομίες της περιοχής.
Υπό αυτές τις συνθήκες, «η Γερμανία σίγουρα θα συνεχίσει να ρουφά τη ζωή από την Ανατολική Ευρώπη, οπότε πρέπει να την αναπληρώσουμε», λέει ο Στερτς. Πάντως οι πολιτικές που επιβάλλονται είναι εντελώς απίθανο να εμποδίσουν τη δημογραφική αιμορραγία και οι μετακινήσεις των επιχειρήσεων στα Βαλκάνια δεν επιβραδύνουν το ρυθμό μετανάστευσης. «Έζησα στη Γερμανία για πέντε χρόνια και ξέρω ότι δεν είναι παράδεισος», λέει η Αλίσα Κάντιτς. «Αλλά είναι αδύνατο να σταματήσει η μετανάστευση. Μπορεί να είμαι η τελευταία που θα πάω, οπότε θα σβήσω τα φώτα όταν θα φεύγω από τα Βαλκάνια».

Πηγή: tvxs

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

Η παράνοια των τειχών μας




του Μάσιμο Τζιανίνι

«Κύριοι, ας προσποιηθούμε ότι υπάρχουμε»: έτσι εγκαινίασε πριν από μερικά χρόνια ένας ιταλός υπουργός Εξωτερικών ένα κλειστό σεμινάριο στο υπουργείο του. Μπροστά στις μεγάλες προσφυγικές ροές, αυτή φαίνεται να είναι η στάση και των ευρωπαίων κυβερνώντων. Σε αυτό έχει εκφυλιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, που ονειρεύεται να γίνει Φρούριο: σε μια προσποίηση.
Αυτό είχε ήδη φανεί κατά την επόμενη ημέρα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της περασμένης εβδομάδας στις Βρυξέλλες, όταν οι 27 παρουσίασαν ως συμφωνία για το μεταναστευτικό ένα άδειο κουτί που ο κάθε ηγέτης γέμιζε κατά βούληση επιστρέφοντας στην πατρίδα του και το παρουσίαζε στην κοινή του γνώμη. Είναι πλέον σαφές: η Ευρώπη δεν υπάρχει πια. Και η «Νέα Κυρίαρχη Ιταλία» του Σαλβίνι, ο οποίος ήταν ο αρχιτέκτονας αυτής της διαδικασίας, κινδυνεύει να γίνει το θύμα.
Στη Γερμανία, ακόμη και η καγκελάριος Μέρκελ παραδίδεται στις εθνικολαϊκιστικές σειρήνες, σώζοντας την κυβέρνησή της αλλά προσφέροντας ως θυσία στον υπουργό Εσωτερικών Ζεεχόφερ το ευρωπαϊκό ιδεώδες του Αντενάουερ και των ιδρυτών της Ευρώπης. «Τα κλειστά κέντρα τράνζιτ» παραπέμπουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Θα χρησιμεύουν στην αναγνώριση και στην υποχρεωτική επιστροφή των προσφύγων στις χώρες πρώτης υποδοχής, με προϋπόθεση την ύπαρξη διμερούς συμφωνίας. Η Ελλάδα και η Ισπανία έχουν υπογράψει ήδη τέτοιες συμφωνίες. Η Ιταλία αρνήθηκε.
Αυτό σημαίνει ότι οι παράτυποι μετανάστες που φτάνουν στη Γερμανία από την Ιταλία θα παγιδεύονται στα σύνορα. Στην Αυστρία, ο καγκελάριος Κουρτς έσπευσε να ανακοινώσει την ενίσχυση των συνόρων. Τείχη λοιπόν στον Βορρά, στη Γερμανία και την Αυστρία (που δίνουν τροφή στα αντίστοιχα ξενόφοβα «κτήνη» των Βαυαρών της CSU και των νεοφασιστών του Fpoe). Τείχη και στην Ανατολή, στο κουαρτέτο του Βίζεγκραντ που έχει μετατραπεί σε μπούνκερ του Ορμπαν.
Αυτό το μαύρο κύμα πλημμυρίζει την ήπειρο, παρασύρει την οικογένεια των ευρωπαίων κεντροδεξιών, διαβρώνει τα θεμέλια της Ένωσης. Σαρώνονται με μια κίνηση οι κανόνες της Συνθήκης του Σένγκεν και οι μεταρρυθμιστικές φιλοδοξίες της Συνθήκης του Δουβλίνου. Τα κράτη-μέλη ξαναγίνονται εθνικά κράτη: δεν υπάρχει πλέον ελεύθερη κυκλοφορία και δεν υπάρχει πια βούληση κατανομής. Σκέτη παράνοια. Σε αυτή την εποχή του εγωισμού και του μίσους, παρακολουθούμε το «Finis Europae», το τέλος μιας Ευρώπης που μπορεί να υπάρχει ως γεωγραφική οντότητα, διαλύεται όμως ως πολιτική κοινότητα, βασισμένη στις αξίες της ελευθερίας και της αλληλεγγύης, της ισότητας και της φιλοξενίας.
Το πιο μεγάλο κόστος θα το πληρώσει η Ιταλία. Επειδή, με τη σειρά της, «προσποιείται ότι υπάρχει». Επειδή προκάλεσε τους ευρωπαίους εταίρους της. Επειδή έχασε την πίστη της και οδήγησε τους πιθανούς συμμάχους της να τη χάσουν κι αυτοί. Σήμερα είναι απομονωμένη και ισχυρίζεται, με τα λόγια του Σαλβίνι, ότι θα βγει κερδισμένη από το κλείσιμο των βορείων συνόρων της. Θα συμβεί το αντίθετο. Όταν κλείσουν τα βόρεια σύνορα, τι θα κάνει η Ιταλία για να μην έχει την τύχη της Τουρκίας όταν έκλεισαν οι βαλκανικοί διάδρομοι; Θα προχωρήσει σε ναυτικό αποκλεισμό του Νότου;
O Σέρεν Κίρκεγκορ, ένας μεγάλος Ευρωπαίος, το είχε ονομάσει «βουητό του διαβόλου». Άραγε οι Ιταλοί δεν το ακούν;

Πηγή: La Repubblica

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018

Η αδιάκοπη μεταβολή των ιδεολογιών




Ένα φαινόμενο που παρατηρώ στα χρόνια της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, είναι η σταθερή μεταβολή των πολιτικών ιδεολογιών. Όταν φάνηκαν τα πρώτα σημάδια, μου προκλήθηκε ο ακαθόριστος προβληματισμός. Όταν όμως άρχισαν να παγιώνονται οι μη αναστρέψιμες αλλαγές, οι ανησυχίες μου διογκώθηκαν.
Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη συντελείται μια αδιάκοπη μεταβολή της Λαϊκής Δεξιάς σε μία θρασυτάτη ακροδεξιά ενώ οι (πρώην) Σοσιαλιστές κι Αριστεροί προσπαθούν να καλύψουν το χώρο της κεντροδεξιάς. Εν ολίγοις όλα κινούνται προς τα δεξιά, αφήνοντας ορφανό τον αριστερό χώρο.
Ο συγκεκριμένος προβληματισμός επανήλθε στις σκέψεις μου μετά από δυο γεγονότα που συνέβησαν την περασμένη βδομάδα, σε Αυστρία και Γερμανία. Στη μία χώρα υπάρχει πλέον ξεκάθαρα ακροδεξιά κυβέρνηση οπότε τίποτα δεν μας ξαφνιάζει εκεί ενώ στην άλλη χώρα η πρώην ισχυρή καγκελάριος έγινε δέσμια των ακροδεξιών συγκυβερνώντων της, τους οποίους η ίδια ανέθρεψε μέσα από τις πολιτικές λιτότητας.
Αν παρατηρήσουμε καλά τις εξελίξεις θα δούμε πως όλες σχεδόν οι ακροδεξιές παρατάξεις χρησιμοποιούν την ίδια λαϊκιστική γλώσσα και διεκδικούν την εξουσία με παρόμοιες απειλές ενάντια των αδυνάμων και με κατηγορίες κατά των ξένων για την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια των χωρών τους. Την ίδια στάση βρίσκουμε και στην εγχώρια αντιπολίτευση που έχει χάσει για τα καλά τον πολιτικό της προσανατολισμό.
Όταν όμως εφαρμόζονται οι πολιτικές τους, συνειδητοποιούμε πως τα κίνητρά τους δεν είναι καθόλου λαϊκά και πατριωτικά. Ατράνταχτο παράδειγμα η περίπτωση της Αυστρίας που τις τελευταίες μέρες προωθεί νόμο για την διεύρυνση της εργάσιμης μέρας μέχρι τις δώδεκα ώρες. Αν αυτό σας προκαλεί σάστισμα, σας θυμίζω πως άκουσα πρόσφατα σε ομιλία Έλληνα πολιτικού πως το «κλασικό δυτικό οκτάωρο εργασίας είναι μάλλον ξεπερασμένο».
Από την άλλη, στην Γερμανία τα πράγματα είναι ακόμη πιο επικίνδυνα καθώς η κυβέρνηση διατηρείται όσο εξυπηρετούνται τα θέλω των ακροδεξιών Χριστιανοκοινωνιστών κάτι που αναγκάζει το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα να απειλεί με αποχώρηση από το κυβερνητικό σχήμα. Σ’ αυτή τη περίπτωση γίνεται εμφανέστατη η επιβολή του ιδεολογικού τέρατος όταν αυτό θεριεύει.
Δυστυχώς όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερο παγιώνονται οι ανησυχίες μας ενώ παράλληλα μεγαλώνει το εξής ερώτημα, θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το τέρας που γεννήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό της Θάτσερ και τον εθνικισμό του Λεπέν; Κι αν ναι πως; Και με ποια Αριστερά, όταν αυτή δεκαετίες τώρα τσακώνεται με τον εαυτό της;

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

Οι πρόσφυγες της Μεσογείου και ο Αισχύλος




του Παντελή Μπουκάλα

Σ​​την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» οι Ελληνες δεν έχουν ακόμα αυτό το όνομα. Ο Ομηρος, αν είναι όντως ένας ο ποιητής των δύο επών, για να δώσει την ταυτότητα του στρατού που κίνησε από την Ελλάδα και σήκωσε πόλεμο για την Ελένη, χρησιμοποιεί τα εθνώνυμα Αχαιοί, Αργείοι και Δαναοί, με τη συχνότητα χρήσης μειούμενη από το πρώτο στο τρίτο. Το όνομα «Ελληνες» απαντά μόνο μία φορά στα έπη, και συγκεκριμένα στην «Ιλιάδα» (ραψωδία Β, στίχος 684), για να προσδιορίσει όσους κατοικούσαν στην πόλη Ελλάδα, που βρισκόταν στη Φθία, είχε δε ηγεμόνα της τον Αχιλλέα: «Οι τ’ είχον Φθίην ηδ’ Ελλάδα καλλιγύναικα, / Μυρμιδόνες δε καλεύντο και Ελληνες και Αχαιοί». Στη μετάφραση του Δ. Ν. Μαρωνίτη (εκδ. Αγρα, 2011): «Κι όσους δική τους είχανε τη Φθία, και την Ελλάδα με τις όμορφες γυναίκες· όσοι αποκαλούνταν Μυρμιδόνες, Ελληνες και Αχαιοί, / σ’ αυτούς ο Αχιλλέας ήταν αρχηγός».
Τριπλή λοιπόν η γενικευτική ονομασία των αρχαίων Ελλήνων στα έπη, πριν αυτοαναγνωριστούν ως Ελληνες, τριπλή και των νεότερων: Ελληνες - Ρωμιοί - Γραικοί. Κάθε όνομα με το δικό του πλούσιο φορτίο ιστορίας, όπως οφείλουμε πια να αναγνωρίσουμε ελεύθεροι από κάθε είδους εμμονές ή συμπλέγματα, τώρα που αυτός τουλάχιστον ο ονοματολογικός πόλεμος φαίνεται πως έχει κοπάσει. Και λέω «φαίνεται», γιατί όλο και κάποια αναζωπύρωσή του παρακολουθούμε από καιρού εις καιρόν, αλλά με το όνομα της χώρας στο επίκεντρο, αν δηλαδή «πρέπει» να ονομαζόμαστε διεθνώς Hellas ή Greece (Grecia, Griechenland κ.ο.κ.). Προσθέτοντας το Yunanistan, πέφτουμε πάλι στην τριπλή ονομασία.
Τα ονόματα Αργείοι και Αχαιοί δεν μας ξενίζουν· οι συναφείς ονομασίες πόλεων και περιοχών, το Αργος και η Αχαΐα, μάς εξοικειώνουν αμέσως. Το όνομα Δαναοί από την άλλη, αν δεν εμπιστευτούμε το τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων, που δεν οδηγεί σε αυτόματες αναγωγές, πιθανότατα επισκέπτεται το μάτι ή το αυτί μας αποκλειστικά με όχημα τη φράση «φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Ετσι, αρχαιοπρεπώς, αποδόθηκαν σε μορφή παροιμίας όσα είπε ο ιερέας Λαοκόων στους Τρώες, για να τους προειδοποιήσει να μην εμπιστευτούν τον Δούρειο Ιππο που είχαν αφήσει πίσω τους οι πολιορκητές τους, όταν προσποιήθηκαν πως έφυγαν για την πατρίδα τους, καθοδηγημένοι από τον Οδυσσέα. Πηγή της φράσης είναι η «Αινειάδα» του Βιργίλιου (Βιβλίο 2, στ. 49): «Timeo Danaos et dona ferentes». Ιδού η προειδοποίηση στην πρόσφατη έμμετρη μετάφραση του Θεόδωρου Παπαγγελή (Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2018), μια σπουδαία εργασία-προσφορά: «Τον ίππο, Τεύκροι, μην εμπιστευθείτε. / Ο,τι κι αν είναι, εγώ τους Δαναούς και δώρα όταν φέρνουν τους φοβάμαι».
Οι Τρώες ονομάζονται και Τεύκροι, από το όνομα του μυθικού προγόνου των βασιλέων τους, που μετανάστευσε στην Τρωάδα από την κρητική Ιδη, αν και οι Αττικοί μυθογράφοι ισχυρίζονταν πως ήταν συμπατριώτης τους· άλλη μυθική παραλλαγή ωστόσο γενεαλογεί τον Τεύκρο ως γιο του φρυγικού θεού-ποταμού Σκάμανδρου και της νύμφης Ιδαίας. Μύλος; Το ’χει αυτό ο μύθος, που και έτσι όμως παραμένει διδακτικός, όσον αφορά τα εναλλακτικά εθνωνύμια αλλά και την προαιώνια και ατελεύτητη μετακίνηση των λαών και τη σύμμειξή τους.
Το κουβάρι είναι πυκνότερο στην περίπτωση του Δαναού, όπου σμίγουν ελληνικοί και αιγυπτιακοί μύθοι. Αν είχε σωθεί ακέραιη η «Δαναΐδα», ποίημα 6.500 στίχων άγνωστου δημιουργού, του 6ου αιώνα π.Χ., θα γνωρίζαμε μια πρώτη απόπειρα τακτοποίησης των σκόρπιων μυθικών στοιχείων. Τώρα για την ποιητική ανασύνταξη των μυθολογικών αφηγήσεων πηγή μας, υψηλότατης αξίας, είναι οι «Ικέτιδες» του Αισχύλου. Ο μέγας τραγωδός –όπως και οι άλλοι δύο κορυφαίοι ομότεχνοί του– δεν είναι ουδέτερος κληρονόμος της προφορικής και γραπτής μυθολογικής παράδοσης. Αποφασίζει τι θα προκρίνει και τι θα αφήσει στο περιθώριο. Αποφασίζει δηλαδή με ποιον τρόπο θα εκμεταλλευτεί το υπάρχον μυθολογικό υλικό, ώστε να το θέσει στην υπηρεσία των δικών του ιδεών, κοινωνικών, πολιτειακών ή θεολογικών. Αν ο μύθος ονομάζει Γελάνορα τον βασιλιά του Αργους, ο Αισχύλος επιλέγει το όνομα Πελασγός, ορίζει μάλιστα τη βασιλική εξουσία σχετική και όχι απόλυτη, υποχρεωμένη να αναζητεί τη λαϊκή επικύρωσή της.
Στις «Ικέτιδες», την αρχαιότερη από τις εφτά σωζόμενες τραγωδίες του Αισχύλου, το πυρηνικό θέμα είναι απλό: το δίκαιο των προσφύγων, όπως το ορίζει το σέβας στον παντοδύναμο Δία, τον «αφίκτορα», τον προστάτη των ικετών. Σε αυτόν προσεύχονται οι πενήντα κόρες του Δαναού, μόλις το καράβι τους αγκυροβολεί στο Αργος. Εχουν φτάσει μαζί με τον πατέρα τους τον Δαναό, βασιλιά της Αιγύπτου, που έφυγε από τη χώρα του γιατί δεν ήθελε να παντρέψει τις κόρες του με τους πενήντα γιους του αδελφού του τού Αίγυπτου· το ταμπού της αιμομιξίας είναι ένα μόνο από τα στοιχεία που θίγει το αισχυλικό δράμα. Ο πατέρας, γνώστης των ανθρωπίνων, δασκαλεύει τις κόρες πώς να φερθούν μπροστά στον Πελασγό, τον βασιλιά του Αργους. Οι συμβουλές του στη μετάφραση του Ιωάννη Γρυπάρη, η οποία, έστω με την ηλικία της δημοτικής της, δεν αυθαιρετεί σε σχέση με το πρωτότυπο και κατορθώνει την έμμετρη χάρη της:
«Λοιπόν βιαστείτε, και στ’ αριστερά σας χέρια / σεμνά κρατώντας τα κλαδιά της ικεσίας / –του Δία καμάρι– ν’ αποκρίνεστε στους ξένους / ταπεινά και κλαυτά κι όπως το θέλ’ η ανάγκη / σαν πρόσφυγες όπου είμαστε, και να τους πείτε / να μάθουν καθαρά πως καθαρός από αίμα / είν’ ο ερχομός μας· και θυμάστε πρώτ’ απ΄ όλα / όχι πολύ ξεθαρρετή να ’ναι η φωνή σας, / μα η όψη σεμνοπρόσωπη με ήσυχο βλέμμα / την άδολή σας να μηνά την ειλικρίνεια·/ κι ούτε ας προτρέχει η γλώσσα σου κι ούτε του μάκρου / να ξεσέρνεις τα λόγια σου, γιατ’ είναι, μάθε, / πάρα πολύ του τόπου εδώ δύσκολοι οι ανθρώποι· / θύμας να υποχωρείς, αφού είσαι της ανάγκης, / ξένη κι αποδιωγμένη. Και ποτές δεν πρέπει / να ’χουν οι πιο μικροί τη γλώσσα τους μεγάλη».
Οι Δαναΐδες, για να αποσπάσουν την προστασία του Αργους, αυτογενεαλογούνται σαν Αργείες. Είναι βέβαια «ξένες φυγάδες», από τη χώρα του Νείλου που «συνορεύει με τη Συρία». Το σπέρμα τους όμως κρατάει από την Ιώ, την ιέρεια του ναού της Ηρας στο Αργος, που την αγάπησε ο Δίας. Κεντρισμένη η Ιώ από τον Οίστρο που έστειλε καταπάνω της η ζηλιάρα η Ηρα, κατέληξε στην Αίγυπτο. Εκεί γέννησε τον Επαφο, που χρωστάει το όνομά του στο άγγιγμα του χεριού του πατρός Δία στην κοιλιά της μάνας του. Επαφος δε εγέννησε Λιβύαν, Λιβύα δε εγέννησε Βήλον, Βήλος δε εγέννησε τον Δαναό και τον Αίγυπτο.
Εισάκουσε τις ικεσίες των Δαναΐδων ο δήμος του Αργους και καλοδέχτηκε τις προσφυγεμένες. Οι δικοί μας πρόσφυγες θαλασσοδέρνονται στη Μεσόγειο ανεπιθύμητοι, με σωσίβιο το τρύπιο πιθάρι της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Γι’ αυτά όμως την άλλη Κυριακή.

Πηγή: Καθημερινή

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Αντίο Παιδιά (1987)



Υπάρχουν πολλοί λόγοι που ωθούν τους κινηματογραφόφιλους στο να επιλέξουν μια ταινία. Μια απ' αυτές είναι οι σκηνοθέτες. Όταν κάποιος έχει εκτιμήσει έναν δημιουργό μέσα από το έργο του, επιλέγει χωρίς δεύτερη σκέψη, ταινίες του που δεν έχει δει ακόμα. Ένας απ' αυτούς τους δημιουργούς που εμπιστεύομαι τυφλά είναι ο Λουί Μάλ. 
Το "Αντίο Παιδιά" θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ακόμη ταινία για το ολοκαύτωμα και τα θύματά του. Πόσοι σκηνοθέτες δεν έχουν πιαστεί απ' αυτό το ιστορικό γεγονός θέλοντας να κερδίσουν κάποια εύσημα στην κινηματογραφική τους πορεία. Κάποιοι το πέτυχαν προσφέροντας εξαιρετικές ταινίες και κάποιοι άλλοι το παρατραβούσαν προσφέροντας γραφικά έργα. Όμως ο Λουί Μάλ επέλεξε μια ξεχωριστή διαδρομή καθώς η ιστορία που μας παρουσιάζει είναι αυτοβιογραφική. Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, επεξεργαζόταν για πολλά χρόνια τις παιδικές του αναμνήσεις περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή ωρίμανσης για να τις παρουσιάσει στο κοινό. Τελικά κατάφερε και μας πρόσφερε μια ταινία πρωτότυπη όπου η συγκίνηση συνυπάρχει με το χιούμορ κι η δράση με το δράμα, ενώ η πλοκή σταθερά μας οδηγεί σε ένα από τα συγκλονιστικότερα φινάλε που έχω δει στον κινηματογράφο.
Η ιστορία μας γυρνάει λίγο πριν το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη κατεχόμενη ζώνη της Γαλλίας. Ο Ζουλιέν είναι ένας δωδεκάχρονος γόνος πλούσιας αστικής οικογένειας, ο οποίος προστατεύεται με άλλα παιδιά σε ένα καθολικό οικοτροφείο. Μακριά από τον πόλεμο και τους βομβαρδισμούς, τα παιδιά προσπαθούν να περισώσουν την αθωότητα της ηλικίας τους. Η καθημερινή τους ρουτίνα θα διαταραχθεί όταν καταφθάνουν στο οικοτροφείο τρία άλλα παιδιά αρκετά συνεσταλμένα κι αντικοινωνικά. Ο Ζουλιέν θα ρθει κοντά με τον κλειστό Ζαν. Η φιλία τους θα ξεκινήσει άσχημα καθώς ο ανταγωνισμός μεταξύ τους είναι μεγάλος. Όμως σιγά σιγά αποκαλύπτεται το κρυφό μυστικό του Ζαν, κάτι που φέρνει τα δυο παιδιά όλο και πιο κοντά καθώς οι ναζί αναζητούν στην ευρύτερη περιοχή κρυμμένους Εβραίους. 


Σίγουρα το σενάριο ακούγεται κλισέ και πολύ πιθανόν να προσπερνούσα την ταινία αν δεν την είχε σκηνοθετήσει ο συγκεκριμένος Γάλλος δημιουργός. Και πράγματι οι προσδοκίες μου βγήκαν αληθινές. Ο Λουί Μάλ δεν επιδιώκει σε καμία σκηνή της ταινίας να δραματοποιήσει την κατάσταση. Με έναν κομψότατο ρεαλισμό μας συστήνει τους δυο ήρωες αλλά και τα υπόλοιπα πρόσωπα που τους περιβάλλουν. Ο Ζουλιέν ταλαντεύεται ανάμεσα στο προσωπείο του κακομαθημένου πλουσιόπαιδου και στην τρυφερότητα ενός καλού φίλου ενώ ο Ζαν από τη μια είναι ήπιος κι αντικοινωνικός κι από την άλλη επιτίθεται αμέσως σε όποιον τον προσβάλλει. Σε κανένα λεπτό της ταινίας δεν έχει την όψη του κακομοίρη που να αναγκάζει τους θεατές να τον λυπηθούν, ακόμα και τις στιγμές που οι δάσκαλοι τον κρύβουν όταν οι ναζί κάνουν έφοδο στο οικοτροφείο.
Η ίδια εικόνα μας προσφέρεται και για τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας. Ο ιερέας-διευθυντής του οικοτροφείου χτίζει έναν ήρωα-ίνδαλμα που ξεχωρίζει σ' εκείνους τους σκοτεινούς καιρούς που έζησε η Ευρώπη. Με ειλικρίνεια εξηγεί στον Ζουλιέν πως δεν έχει τον κατάλληλο χαρακτήρα για να γίνει ιερέας ενώ αργότερα επιπλήττει με έναν επιβλητικό δυναμισμό τους μαθητές που άνθησαν μια εναλλακτική μαύρη αγορά στο σχολείο και σε μια θεία λειτουργία του πραγματοποιεί μία επίθεση αξιοπρέπειας κι ανθρωπισμού στους πλούσιους γονείς, κατηγορώντας τους για την αδιαφορία της αστικής τάξης απέναντι στη πείνα και στον πόνο των κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Η συγκινητική του στάση γίνεται φανερή όταν την ώρα ενός γεύματος ζητάει από τους μαθητές να μοιραστούν όλα τα καλά που τους πρόσφεραν οι γονείς τους με άλλους μαθητές που δεν είχαν την ίδια τύχη. 
Έχουμε τον μαθηματικό που παράλληλα με τα μαθήματα ενημερώνει τους μαθητές του για την έκβαση του πολέμου πάνω σε ένα χάρτη της Ευρώπης. Εντυπωσιακή η σκηνή με την αντίδραση ενός διοικητή της Γκεστάπο που βλέπει πάνω στο χάρτη καρφιτσωμένες μικρές σημαίες της Σοβιετικής Ένωσης και της Αμερικής.
Έχουμε τον μεγάλο αδελφό του Ζουλιέν, ο οποίος μες στην εφηβεία του ζει πιο έντονα το μίσος του για τους Γερμανούς και τον έρωτά του για την δασκάλα πιάνου (κι όχι άδικα καθώς τον ερμηνεύει η υπέροχη Ιρέν Ζακομπ). Θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος αλλά γίνεται αρκετά συμπαθής με το μίσος του απέναντι στους ναζί, ειδικά όταν δέχεται στο δρόμο να τους δώσει οδηγίες στέλνοντάς τους σε άλλα μέρη απ' αυτά που του ζητάνε. 
Τέλος έχουμε μία ακόμη ενδιαφέρουσα προσωπικότητα στην ιστορία, τον Ζοζέφ που είναι ο βοηθός της μαγείρισσας του οικοτροφείου. Μία ιδιαίτερη περίπτωση που από θύτης μετατρέπεται σε θύμα για να γίνει πάλι θύτης, κάτι που αποδεικνύει ότι πολλές φορές οι πιο αδύναμοι κρίκοι μιας κοινωνίας μπορούν να μετατραπούν στο απόλυτο κακό για να επιβιώσουν. Γνωρίζοντάς το αυτό ο Ζοζέφ, στο τέλος αποδέχεται την ενοχή του κατηγορώντας το Ζουλιέν πως κανείς δεν είναι αθώος σ' αυτήν την ιστορία (κάτι για το οποίο έχει δίκιο). 


Πριν φτάσουμε στο συγκλονιστικό φινάλε, συναντάμε κάποιες πολύ δυνατές σκηνές. Η μία ήταν με τη θεία λειτουργία όπου ο ιερέας τα "ψέλνει" στους πλούσιους γονείς. Η δεύτερη δυνατή σκηνή είναι μέσα σ' ένα εστιατόριο όπου γίνεται έφοδος της πολιτοφυλακής. Όταν ένας απ' αυτούς διαπιστώνει πως σε ένα τραπέζι γευματίζει ένας Εβραίος, του ζητά έντονα να φύγει αμέσως από κει. Η απάνθρωπη στάση του ξεσηκώνει τους υπόλοιπους θαμώνες και τον εστιάτορα με το σκηνικό να ολοκληρώνεται από έναν ναζί αξιωματικό που απαιτεί από τους ένστολους να φύγουν από το χώρο. Μία αρκετά δυνατή σκηνή που φανερώνει πως τα τσιράκια κι οι ρουφιάνοι δεν είναι αγαπητοί σε κανέναν, ούτε σε αυτόν που υπηρετούν ούτε και σ' αυτούς που κυνηγάνε.
Η κορύφωση όμως έρχεται στα τελευταία λεπτά με τα παιδιά παρατεταγμένα στον προαύλιο χώρο να παρακολουθούν σαστισμένα τη σύλληψη του ιερέα-διευθυντή και των τριών εβραιόπουλων από τους ναζί. Η σκηνή του αποχαιρετούν είναι τόσο δυνατή που έσβησε με μιας από το μυαλό μου παρόμοια κινηματογραφική στιγμή από μια άλλη θρυλική ταινία. Αναφέρομαι στο φινάλε του Κύκλου των Χαμένων Ποιητών. Το μουδιασμένο "αντίο πάτερ" των μαθητών μετατρέπεται σε μία εκκωφαντική κραυγή αντίστασης κατά των κατακτητών, όταν ο ιερέας τους απαντάει τρυφερά "Αντίο παιδιά! Εις το επανιδείν!".
Πιο σπαρακτικός όμως είναι ο αποχαιρετισμός του Ζουλιέν με τον Ζαν. Ο νεαρός ίσα που προλαβαίνει να του κουνήσει το χέρι καθώς ένα ναζιστικό μπράτσο σπρώχνει το εβραιόπουλο στο δρόμο. Ο Ζουλιέν μένει συγκλονισμένος να κοιτάει προς την άδεια πόρτα ενώ μια φωνή κάποιου μεγαλύτερου ανθρώπου, λογικά του Ζουλίεν σε μεγαλύτερη ηλικία, παίζει το ρόλο του επιλόγου της ταινίας. "Ο Bonnet, ο Negus και ο Dupre πέθαναν στο Άουσβιτς. Ο πατέρας Ζαν στο Μαουτχάουζεν. Το σχολείο ξανάνοιξε τις πόρτες του τον Οκτώβριο. Έχουν περάσει πάνω από 40 χρόνια, αλλά θα θυμάμαι κάθε δευτερόλεπτο αυτού του Ιανουαρίου το πρωί μέχρι την ημέρα που θα πεθάνω."
Το δακρυσμένο βλέμμα του Ζουλιέν συναντάει το δικό μας λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους ενώ η σιωπή που επικρατεί στο τέλος σβήνει με ένα ακόμη εξαιρετικό soundtrack, κάτι το οποίο ο Λουί Μάλ μας έχει συνηθίσει στις ταινίες του. Μια σιωπή γεμάτη σκέψεις και συναισθήματα.
Ένα ακόμη εκπληκτικό διαμάντι του Λουί Μάλ που αξίζει να δείτε.

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

Η οδύσσεια της αποκατάστασης του Αρη




του Γιώργου Πετρόπουλου

«Ο Βελουχιώτης ήταν και παρέμεινε ώς τον θάνατό του αδιάλλακτος εχθρός των ξένων κατακτητών και των μόνιμων συνεργατών τους και χτύπησε αμείλικτα την εθνοπροδοσία, γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο πολύ από τον λαό και μισήθηκε άγρια από τους προδότες...» 
 19-6-1962, «Η Φωνή της Αλήθειας» 

Ο Αρης Βελουχιώτης δεν διαγράφηκε από το ΚΚΕ -όπως πολλοί νομίζουν- επειδή διαφώνησε με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Εκείνη η διαφωνία διευθετήθηκε καθώς ανάμεσα σε αυτόν και την κομματική ηγεσία επήλθε τότε συμφωνία να διαφύγει με το τμήμα του στο εξωτερικό - δηλαδή σε γειτονική χώρα.
Η 11η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ, που συνήλθε στις αρχές Απριλίου του 1945, αποφάσισε μεν τη διαγραφή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δεν θα πειθαρχούσε στο κόμμα εφαρμόζοντας την προαναφερθείσα συμφωνία.
Ο Αρης διαγράφηκε από το ΚΚΕ -με ενεργοποίηση της απόφασης της 11ης Ολομέλειας- λίγες ημέρες πριν πεθάνει, καθώς πέρασε μεν στην Αλβανία αλλά ξαναγύρισε με το τμήμα του πίσω.
Το γεγονός αυτό ήταν που θεωρήθηκε ολοκληρωτική ρήξη με την κομματική πειθαρχία, με τις αρχές λειτουργίας και τη μεταβαρκιζιανή πολιτική του κόμματος.
Παρά τη διαγραφή του από το ΚΚΕ, η συμβολή του Αρη στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης, ο ηγετικός του ρόλος, η προσφορά και η δράση του ουδέποτε αμφισβητήθηκαν.
Η Αριστερά και το κόμμα του πάντοτε τον τιμούσαν αν και, σε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές για το κίνημα, η κομματική ηγεσία, για την ανταρσία του το 1945, του άσκησε κριτική - ενίοτε πολύ σκληρή και άδικη.
Για τους Ελληνες κομμουνιστές, τους αριστερούς και προοδευτικούς πολίτες ο Αρης ήταν αποκαταστημένος από την πρώτη στιγμή στη συνείδησή τους.
Για το κόμμα του και τα μέλη του το ζήτημα αυτό είχε μια ιδιαιτερότητα. Σκόνταφτε στον τύπο και την ουσία της καταστατικής-κομματικής πειθαρχίας.
Παρ’ όλα αυτά, ειδικά στη μετεμφυλιακή περίοδο, στην ηγεσία του ΚΚΕ που βρισκόταν στην πολιτική προσφυγιά διαρκές ήταν το αίτημα από την κομματική βάση για μια δημόσια αναγνώριση της προσωπικότητας και της προσφοράς του Αρη.

Η πρώτη αποκατάσταση

Η αναγνώριση αυτή ήρθε τον Μάρτιο του 1962 με άρθρο στο περιοδικό του ΚΚΕ «Νέος Κόσμος», που έλεγε ότι η Κ.Ε. του κόμματος αποκατέστησε τη μνήμη συντρόφων και ανάμεσα σε αυτά αναφερόταν και ο Αρης.
Στις 19-6-1962, από τον ραδιοσταθμό του ΚΚΕ «Η Φωνή της Αλήθειας», που εξέπεμπε από τη Ρουμανία, διαβάστηκε η παρακάτω ανακοίνωση:
«Ο Βελουχιώτης ήταν και παρέμεινε ώς τον θάνατό του αδιάλλακτος εχθρός των ξένων κατακτητών και των μόνιμων συνεργατών τους και χτύπησε αμείλικτα την εθνοπροδοσία, γι’ αυτό αγαπήθηκε τόσο πολύ από τον λαό και μισήθηκε άγρια από τους προδότες. Πέρασαν 17 ολόκληρα χρόνια από τον χαμό του Αρη, οι αγωνιστές της αντίστασης όμως, όλοι οι Ελληνες πατριώτες θυμούνται και θα θυμούνται πάντα τον θρυλικό πολέμαρχο που συνέδεσε αδιάρρηκτα το όνομά του με μία από τις ενδοξότερες σελίδες της νεότερης ιστορίας μας, την εποποιία της εθνικής μας αντίστασης. Και δεν θα αργήσει να ’ρθει ο καιρός που οι δυνάμεις της εθνικής αναγέννησης, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη δημοκρατική αλλαγή, θα στήσουν στο βάθρο που πρέπει τη δοξασμένη εποποιία του έθνους και τότε στα σχολεία της αναγεννημένης Ελλάδας, δίπλα στους άθλους των ηρώων του 1821, του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη, του Μπότσαρη και του Κανάρη, θα διδάσκονται στα ελληνόπουλα τα κατορθώματα του Αρη Βελουχιώτη, του Σαράφη και των άλλων ηρώων της εποποιίας της αθάνατης εθνικής μας αντίστασης».
Η ανακοίνωση αυτή, από τον Τύπο της Αθήνας που την επομένη την αναδημοσίευσε, θεωρήθηκε ως δήλωση δημόσιας αποκατάστασης του Αρη Βελουχιώτη από το ΚΚΕ.
Αναμφίβολα τόσο το άρθρο στον «Νέο Κόσμο» όσο και αυτή η ανακοίνωση ήταν ένα σημαντικό βήμα. Από τότε η εικόνα του Αρη και οι αναφορές στο όνομα και τη δράση του συνόδευαν όλες τις εκδηλώσεις της Αριστεράς για την εθνική αντίσταση, τον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜικό κίνημα.
Οι παλιότεροι, βεβαίως, στην Αριστερά και στο ΚΚΕ γνωρίζουν πως το αίτημα της κομματικής αποκατάστασης, δηλαδή της απόδοσης στον Αρη μετά θάνατον της ιδιότητας του μέλους του ΚΚΕ, συνέχισε να υπάρχει...

Η δεύτερη αποκατάσταση

Το ΚΚΕ, μεταπολιτευτικά, αντιμετώπισε πρώτη φορά ζήτημα αποκατάστασης του Βελουχιώτη το 2011 όταν συζητήθηκε ευρέως στις οργανώσεις του το σχέδιο του Β’ τόμου του δοκιμίου της ιστορίας του.
Η εισήγηση από μέρους της ηγεσίας του κόμματος ήταν να αποκατασταθεί μόνο πολιτικά ο Αρη Βελουχιώτης. Να του αναγνωριστεί δηλαδή ότι η πολιτική του θέση απέναντι στη Βάρκιζα ήταν σωστή.
Στις συζητήσεις που έγιναν τότε στις κομματικές οργανώσεις εκφράστηκε ευρέως η άποψη να υπάρξει και κομματική αποκατάσταση του Αρη.
Ενα από τα επιχειρήματα που ακούστηκαν ήταν και το εξής: Η κομματική αποκατάσταση του Αρη δεν μπορεί να συζητείται σήμερα στη βάση των καταστατικών αρχών του ΚΚΕ.
Ο Αρης κρίνεται ως ιστορικό πρόσωπο για τη δράση, την προσφορά του και αυτό που σηματοδοτεί. Με αυτά τα κριτήρια δικαιούται τον τίτλο του μέλους του ΚΚΕ που πρέπει να του αποδοθεί τιμητικά.
Η πρόταση για κομματική αποκατάσταση του Αρη απορρίφθηκε το 2011. Η κομματική πανελλαδική συνδιάσκεψη που ασχολήθηκε με το θέμα και τον προαναφερόμενο τόμο της ιστορίας, τον Ιούλιο του 2011, αποφάσισε:
«Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Αρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δεν δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Αρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση του αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση και της κομματικής του ιδιότητας».
Επτά χρόνια μετά, και συγκεκριμένα το περασμένο Σάββατο, το ΚΚΕ -με νέα πανελλαδική συνδιάσκεψη που εξέτασε, αυτή τη φορά, τον πρώτο τόμο του δοκιμίου της κομματικής ιστορίας- ασχολήθηκε και πάλι με τον Βελουχιώτη.
Κι αποφάσισε -όπως ανακοινώθηκε- να τον αποκαταστήσει και κομματικά. Η σχετική απόφαση, με το σκεπτικό που τη συνοδεύει, δημοσιεύεται στον σημερινό «Ριζοσπάστη».

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

Η πρωσική αύρα του Γκντανσκ



Το αεροδρόμιο του Γκντανσκ βρίσκεται στη μέση των τριών παράλιων πόλεων που αποτελούν το γνωστό πολωνικόTricity (Γκντανσκ, Σοπότ, Γκντίνια). Τα βόρεια εδάφη της Πολωνίας με υποδέχτηκαν μέσα σε ένα απέραντο πράσινο. Ο προαστιακός που θα με πήγαινε στη πόλη, με πέρασε μέσα από ηλιόλουστα πάρκα με μικρές λίμνες και καθαρούς περιπάτους αλλά κι από πυκνά δάση. Η σταδιακή μεταβολή του φυσικού περιβάλλοντος σε αστικό τοπίο ήταν ήπια κάτι που βοήθησε να αποδεχτώ ευκολότερα το γκρίζο χρώμα των σοσιαλιστικών κτιρίων που με υποδέχονταν στα προάστια της πόλης. Όμως η πραγματική ομορφιά του Γκντανσκ ξεκίνησε μόλις περάσαμε έξω από τα διάσημα ναυπηγεία της.
Πρώτο κτίριο που αντίκρισα κι έμεινα άναυδος ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός. Παρ' όλο που βρίσκεται σε μία περίοδο αναβάθμισης με την προσθήκη νέων πλατφορμών, το κτίριο εξακολουθεί να διατηρεί την παρελθοντική του αίγλη. Η εικόνα που έχουμε σήμερα προέρχεται από το 1900 όταν στη θέση ενός παλιότερου σταθμού (που είχε χτιστεί το 1852), θεμελιώθηκε ο κομψός σταθμός που συνέδεε την πόλη με την Βαρσοβία. Ωστόσο δε γλίτωσε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά αλλά ξαναχτίστηκε από τους Σοβιετικούς. Είναι ευτύχημα που διατήρησαν την αρχική του μορφή καθώς ο σταθμός έχει ένα "δίδυμο" αδελφό στη Γαλλία. Αναφέρομαι στο σταθμό του Κολμάρ της Αλσατίας. Ανατρέχοντας στις μνήμες μου, θυμήθηκα τον πύργο του σταθμού του Κολμάρ όταν πήγαινα από Στρασβούργο Βασιλεία. Και πράγματι αυτοί οι δυο σταθμοί μοιάζουν πολύ.
Ο σιδηροδρομικός σταθμός από την παλιά πόλη δεν είναι μακριά κι η βόλτα μέχρι το ιστορικό κέντρο είναι ευχάριστη και γεμάτη κομψά κτίρια και καθαρά πάρκα. Η έκπληξη όμως με περίμενε μόλις περάσαμε την Χρυσή Πύλη. Παρ' όλο που είμασταν φορτωμένοι με βαλίτσες, σταθήκαμε για λίγα λεπτά αποσβολωμένοι καθώς ερχόμασταν πρώτη φορά σ' επαφή με την παλιά πόλη. Εκπληκτικά κτίρια στη σειρά με πολύχρωμες προσόψεις και πρωτότυπες διακοσμήσεις είτε ζωγραφιστές είτε ανάγλυφες, μας πρόσφεραν έναν περίπατο καλαίσθητο κι ενδιαφέρον. Δεν βλέπαμε την ώρα να αφήσουμε τα πράγματα στο διαμέρισμα και να επιστρέψουμε στην πόλη για να την απολαύσουμε με μεγαλύτερη άνεση.
Η πρωσική αύρα της πόλης έχει διατηρηθεί από την Χρυσή Πύλη ως την Πράσινη Πύλη κι από τον Ιερό Ναό της Παναγιάς μέχρι το θέατρο του Σαίξπηρ. Μέσα σ' αυτή τη ζώνη βρίσκονται τα πιο όμορφα κτίρια κι οι πιο γραφικοί δρόμοι. Διέσχισα όλα τα σημεία πολλές φορές κατά τη διάρκεια των τριών ημερών που έμεινα εκεί διότι η μορφή τους άλλαζε με τη πάροδο της μέρας. Το πρωί επικρατεί ένας γλυκός τονισμός στις πολύχρωμες όψεις, το μεσημέρι που ο ήλιος είναι κάθετος, ζωντανεύουν τα διακοσμητικά στοιχεία των προσόψεων ενώ το σούρουπο το ιστορικό κέντρο ντύνεται με ένα ερυθρό πέπλο το οποίο μετατρέπεται σε έντονο κόκκινο όταν ανάβουν τα φώτα της πόλης.
Ένα ιδιαίτερο στοιχείο της πόλης είναι οι λίθινες υδρορροές που καταλήγουν σε κεφάλι δράκου όταν βρίσκονται στο δρόμο ή σε σχήμα ψαριού όταν κρέμονται από τις οροφές. Σχεδόν σε κάθε σπίτι συναντούσα ακριβώς το ίδιο μοτίβο κεφαλής. Αυτό που διέφερε ήταν το υπερυψωμένο ισόγειο μπαλκόνι κι οι σκάλες που ένωναν το δρόμο με την κύρια είσοδο του κτιρίου. Εκεί λογικά έμπαινε η προσωπική πινελιά των ιδιωτών. Διαφορετικές γλυπτές παραστάσεις, διαφορετικά μοτίβα αλλά και διαφορετικά σκαλοπάτια, δημιουργούσαν μία παιχνιδιάρικη ανάμειξη ιδιωτικής και δημόσιας πρωτοβουλίας.
Περνώντας από κάθε σπίτι, κυρίως στα νεώτερα, προσπαθούσα να φανταστώ την προσωπικότητα του κάθε ιδιοκτήτη από τα διακοσμητικά στοιχεία των προσόψεων. Κάπου συνάντησα ένα κολλάζ με την όψη λιονταριών ενώ σε ένα άλλο υπήρχε μία μακρόστενη ταινία που έδειχνε σκυλιά να τρέχουν. Πιο κάτω ένα κτίριο είχε πινελιές που θύμιζαν αρκετά Μιρό. Στην κεντρική πλατεία της πόλης, οι όψεις έχουν μία παρελθοντική αύρα. Εκεί τα διακοσμητικά στοιχεία συσχετίζονται με τον τρόπο ζωής των αρχών του περασμένου αιώνα. Χορευτές, μουσικοί, γυναίκες με παραδοσιακές φορεσιές, κιτς έγχρωμες προτομές και ιστορικά γεγονότα αλλά και ιστορικά πρόσωπα όπως αυτό του Κοπέρνικου. Φιγούρες όλων των εποχών κι όλων των εθνών που πέρασαν από κει να χορεύουν έναν παγανιστικό χορό γύρω από το άγαλμα του Ποσειδώνα, ο οποίος θεωρείται ο "προστάτης" της πόλης.
Το άγαλμα του αρχαίου θεού έχει μία εντυπωσιακή κίνηση κι η μυική του δύναμη τονίζεται με τις απότομες κινήσεις των χεριών, τη βαριά πατημασιά των ποδιών αλλά και με τον τρόπο που στρέφει το κεφάλι του προς τους περαστικούς. Πίσω απ' αυτόν ισορροπεί ένα μικρότερο γλυπτό του Ερμή, ο οποίος πέρα από το μέγεθος δεν έχει σε κάτι άλλο να ζηλέψει από τον θεό της θάλασσας.
Ένα απόγευμα ανηφόρισα προς τον λόφο που ορθώνεται πίσω από το σιδηροδρομικό σταθμό. Ο δρόμος με οδήγησε από το παλιό κτίριο του πλημμελειοδικείου στα μονοπάτια που σκαρφάλωναν προς την καταπράσινη πλαγιά. Πολλά σημεία του παλαιού κτιρίου ήταν γαζωμένα από σφαίρες δίνοντας του μία ιδιαίτερη γοητεία. Καθόμουν και παρατηρούσα την ορμή που είχε χτυπηθεί το κτίριο. Όσο πιο κοντά πήγαινε το βλέμμα μου στα παράθυρα των πάνω ορόφων τόσο πιο πολλές ήταν οι τρύπες. Πάνω στο λόφο κι έχοντας το ηλιοβασίλεμα πλάι, απόλαυσα τις εναλλαγές των χρωμάτων στις στέγες των σπιτιών του Γκντανσκ ενώ τα ογκώδη καμπαναριά κι οι ψηλοί πύργοι πρόσφεραν μία ξεχωριστή κόκκινη απόχρωση.
Λίγο πριν νυχτώσει επέστρεψα στο ιστορικό κέντρο. Πλέον ήταν μία κατακόκκινη πόλη, η οποία αποκτούσε πολυχρωμία μόνο στο κεντρικό δρόμο που ένωνε τις δυο πύλες. Περνώντας τη Χρυσή Πύλη, κοντοστάθηκα σε μία φωτογραφία που είχε κρεμαστεί στον έναν εσωτερικό τοίχο. Έδειχνε μία πανοραμική όψη της πόλης το 1945 ενώ πιο χαμηλά υπήρχε μία μικρή συλλογή φωτογραφιών με τα γνωστότερα σημεία της πόλης. Όλα τελείως ισοπεδωμένα. Ο πύργος του μουσείου Ιστορίας ήταν εξαφανισμένος και το χρυσό ρολόι ήταν σωριασμένο δίπλα σε έναν σκεπτικό στρατιώτη. Ο μεγάλος γερανός του ποταμιού καμένος κι ολόκληρες συνοικίες εξαφανισμένες. Δε μπορούσα να το πιστέψω πως τα περισσότερα στολίδια της πόλης που θαύμαζα όλες αυτές τις μέρες για λίγα χρόνια είχαν γίνει σκόνη και παράλληλα θαύμασα το κουράγιο των κατοίκων να τα ξαναχτίσουν όπως ήταν. Κάτι που δε συνέβη στην Αθήνα μετά το πόλεμο.
Το Γκντανσκ είναι μία μικρή πόλη που θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μου. Είναι μία ευχάριστη έκπληξη στα μέχρι τώρα ταξίδια μου διότι ενώ απουσιάζει από τη λίστα των πιο γνωστών προορισμών, προσφέρει περισσότερη συγκίνηση από άλλα μέρη που έχουν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα. Είναι μία πόλη που αξίζει να την περπατάς διότι σε γυρίζει στον 18ο αι.
Θα μπορούσα να πω πως η πόλη είναι το κρυφό διαμάντι της Πολωνίας αλλά επειδή θεωρείται η πατρίδα του κεχριμπαριού, θα την χαρακτηρίσω ως το πιο κομψό κεχριμπάρι της Βαλτικής. 

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2018

Η νέα διαχωριστική γραμμή στην Ευρώπη




Παρά το γεγονός ότι οι προσφυγικές ροές είναι σαφώς πιο περιορισμένες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αυτή τη στιγμή το προσφυγικό διχάζει την Ευρώπη και μπορεί να προκαλέσει ουσιώδεις μεταβολές στον πολιτικό της χάρτη.
Στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου συγκρούονται δύο γραμμές: η μία επιδιώκει κοινή ευρωπαϊκή λύση στο προσφυγικό. Ή άλλη ζητά να τεθούν εκτός Σένγκεν οι χώρες που υποδέχονται τις προσφυγικές ροές, καθώς και να δημιουργηθούν στρατόπεδα κράτησης στην Αφρική. Αυτές οι δύο προτάσεις, που υποστηρίζονται κυρίως από την Αυστρία, την ομάδα των τεσσάρων χωρών του Βίσεγκραντ και τους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας, απομακρύνουν την Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο από το ευρωπαϊκό κεκτημένο στην περίπτωση της κατάργησης της Σένγκεν, όσο και από το διεθνές δίκαιο στην περίπτωση στρατοπέδων στην Αφρική, όπως και αν ονομαστούν αυτά.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή ακριβώς η ομάδα κρατάει, μέσω των Βαυαρών, στα χέρια της τη Μέρκελ, η οποία στο προσφυγικό υπήρξε πάντοτε διαλλακτική. Τυχόν αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας μπορούν να ανατρέψουν πλήρως τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς όχι μόνο στο προσφυγικό, αλλά και γενικότερα, ισχυροποιώντας τους ακραίους ρατσιστές και αντιευρωπαϊστές της Εναλλακτικής για τη Γερμανία.
Έτσι το προσφυγικό λειτουργεί σαν καταλύτης για τη διαμόρφωση μιας νέας διαχωριστικής γραμμής στην Ευρώπη: οι λαϊκιστές θα πιέσουν προς τον απομονωτισμό και τις πολλές ταχύτητες κατρακυλώντας ολοένα και περισσότερο προς το πολιτικό πρότυπο του Τραμπ. Απέναντί τους πρέπει να σταθούν οι προοδευτικές δυνάμεις που θέλουν μια κοινή πορεία προς μια Ευρώπη ανθρώπινη, δημοκρατική και κοινωνική. Και η Αριστερά οφείλει να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πηγή: Αυγή

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Όταν θα είμαστε όλοι ένοχοι, τότε θα έχουμε δημοκρατία




Ετοιμαζόμουν γι’ άλλο κείμενο σήμερα το πρωί καθώς παρακολουθούσα από το ραδιόφωνο τις τελευταίες εξελίξεις στη δίκη της Ηριάννας και του Περικλή. Από τη πρώτη στιγμή με κυρίευσε ένας μεγάλος θυμός απέναντι στην Εισαγγελέα Έδρας η οποία επέμενε πως οι δυο νέοι είναι ένοχοι και πρέπει να καταδικαστούν με 13 χρόνια, επιμένοντας στην κατηγορία πως είναι μέλη των Πυρήνων της Φωτιάς.
Γυρνώντας όμως σπίτι συγκλονίστηκα με την τελική απόφαση. Ο θυμός αντικαταστάθηκε από έντονα συναισθήματα συγκίνησης στο άκουσμα της ομόφωνης αθώωσης της Ηριάννας και του Περικλή από τον πρόεδρο του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιτέλους ακούστηκαν από επίσημα χείλη όλα αυτά που συζητούσαμε σε όλες τις συγκεντρώσεις συμπαράστασης των δυο νέων. Η μοναδική κατάθεση δε θεωρείται αξιόπιστη, η άρση του τηλεφωνικού απορρήτου δεν έδειξε κάτι, το αποτύπωμα ήταν σε κινητό αντικείμενο και το DNA είναι αμφισβητούμενο. Αλλά το κυριότερο απ’ όλα, πως οι κοινωνικές συναναστροφές δεν ποινικοποιούνται, κάτι που θυμίζει έντονα το αίσθημα φόβου της μετεμφυλιακής περιόδου.
Όταν όμως ο ενθουσιασμός κόπασε, επανήλθε ο χρόνιος προβληματισμός μου. Πόσο ασφαλείς μπορούμε να νιώθουμε με τον τρομονόμο 187Α από τη στιγμή που δυο νέοι βρέθηκαν για τόσους μήνες φυλακή, βάση μιας σειράς αβάσιμων στοιχείων; Πόσο σοβαρούς μπορούμε να θεωρήσουμε ορισμένους εισαγγελείς, ειδικά όταν διαβάσουμε τους διαλόγους της συγκεκριμένης εισαγγελέως με τους δυο νέους και τους συνηγόρους τους; Πως μπορούμε να αποδεχτούμε το αίσθημα της δικαιοσύνης όταν δυο νέοι έχασαν τόσους μήνες από τη ζωή τους τη στιγμή που ένας δολοφόνος μαχαιροβγάλτης κι ένας άλλος χρυσαυγίτης που προέτρεψε σε πραξικόπημα από το βήμα της βουλής παραμένουν ελεύθεροι; Πόση ακόμη οργή να ανεχτούμε όταν η ελληνική δικαιοσύνη κάνει τα στραβά μάτια σε αρκετά σκάνδαλα κι εγκλήματα όπως η Energa, το ΚΕΕΛΠΝΟ κι οι δυο ορφανοί τόνοι κοκαΐνης; Για πόσο καιρό ακόμα θα περιμένουμε την ολοκλήρωση της δίκης της Χρυσής Αυγής;
Προς το παρόν, εξοργισμένοι από την αρρωστημένη ελληνική δικαιοσύνη, είδαμε επιτέλους μια μικρή αχτίδα φωτός. Η Ηριάννα κι ο Περικλής θα κοιμηθούν ξανά σπίτι τους. Θα δουν φίλους, συγγενείς, τον ουρανό και την πόλη τους. Θα ανασάνουν πάλι ελεύθεροι. Δυστυχώς κανείς δε μπορεί να τους επιστρέψει το χρόνο που έχασαν τόσο άδικα. Η περιπέτειά τους όμως ένωσε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας με ανθρώπους όλων σχεδόν των πολιτικών αποχρώσεων κι εξέθεσε την μισανθρωπία αρκετών ακροδεξιών πολιτικών και δημοσιογράφων. Και το αξιοσημείωτο της όλης υπόθεσης είναι πως ενώ δεν έχουμε δει τα πρόσωπά τους, τους νιώθουμε οικείους.
Η σημερινή απόφαση μπορεί να είναι ότι πιο όμορφο έχουμε ακούσει τα τελευταία χρόνια αλλά αυτό δε σημαίνει πως άλλαξε κάτι. Μπορούμε όμως να ελπίζουμε πως είναι μία αρχή…

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2018

Η σταθερότητα της κομμουνιστικής πρακτικής




του Αριστείδη Μπαλτά

H κομμουνιστική προοπτική δεν είναι άλλη από την προοπτική εγκαθίδρυσης της καθολικής δικαιοσύνης, η προοπτική κατά την οποία θα τείνουν να συγκλίνουν η κατά δίκαιον ισότητα μεταξύ όλων με τη μη αναγώγιμη ιδιαιτερότητα και τη συνεπαγόμενη ελευθερία του καθενός.
Ας αρχίσουμε λοιπόν από μια ερώτηση που εύλογα μπορεί να θεωρηθεί πρώτη. Είναι η έννοια του κομμουνισμού απλώς αποκύημα ευφάνταστης και γενναιόδωρης διανοητικής σύλληψης ή έχει, ούτως ειπείν, υλική υπόσταση; Υπάρχει κάποια χειροπιαστή εγγραφή της έννοιας στο κοινωνικό γίγνεσθαι; Μπορούμε να συναντήσουμε γνωρίσματα του κομμουνισμού, κάτι σαν προοπτική του κομμουνισμού ή σαν τάση προς τον κομμουνισμό, κατά τις καθημερινές συναλλαγές μας; 
Προσπαθώντας να απαντήσω ισχυρίζομαι χωρίς περιστροφές και, εκτιμώ, προς έκπληξη αρκετών, ότι η κομμουνιστική προοπτική αποτελεί μια εγγενή τάση όλων ανεξαιρέτως των ταξικών κοινωνιών, τάση που, επιπλέον και παρά τα φαινόμενα, μας είναι πολύ οικεία. Αν οι αξίες που μόλις αναφέραμε είναι όντως άρρηκτα συνδεδεμένες με την έννοια του κομμουνισμού, τότε εστίες κομμουνιστικών σχέσεων λειτουργούσαν και λειτουργούν λίγο πολύ παντού στις κοινωνίες μας. Φτάνει να ορίσουμε ως κομμουνιστικές τις σχέσεις όπου κυριαρχούν, κατά τα παραπάνω, οι αξίες της αλληλεγγύης, της συναδέλφωσης, της μέριμνας για το κοινό καλό και της ισότητας απέναντι σε αυτή την μέριμνα, όπως αυτές αναδεικνύονται και πραγματώνονται σε συγκεκριμένες στάσεις και συμπεριφορές στο πλαίσιο της μιας ή της άλλης πρακτικής. Σε κάθε τέτοιο πλαίσιο, οι εν λόγω στάσεις και συμπεριφορές διέπονται έμπρακτα από την αξία τόσο της ελευθερίας (κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε κανέναν να είναι αλληλέγγυος με τους άλλους) όσο και της δικαιοσύνης (αφού όλοι είναι ίσοι απέναντι στην κοινή μέριμνα), ενώ η τάση για τη γενίκευσή τους προβάλλει μια κοινωνική οργάνωση ισότητας, γενικής ελευθερίας και καθολικής δικαιοσύνης. Η εγγενής σε κάθε κοινωνία τάση προς τον κομμουνισμό δεν είναι άρα τίποτε άλλο από την τάση που αναγεννά διαρκώς σχέσεις τέτοιου τύπου. Κατά συνέπεια, η πολιτική προοπτική του κομμουνισμού δεν είναι παρά η επιζητούμενη προοπτική όπου αυτού του τύπου οι σχέσεις θα επεκταθούν και θα εμπεδωθούν στην κλίμακα ολόκληρης της κοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα οι αντίστοιχες αξίες θα έρχονται να ηγεμονεύσουν στην ίδια κλίμακα. Και όπου, βέβαια, αυτή η προοπτική καλείται να αντιμάχεται μέχρι τέλους την τάση που επιδιώκει να αναπαράγει διαρκώς σχέσεις εκμετάλλευσης και σχέσεις καταπίεσης, σχέσεις ανισότητας και σχέσεις αδικίας.
Αν η εθελοντική από κοινού συμμετοχή σε μια πρακτική που εμπνέει -και εμπνέει γιατί τείνει να υπερβαίνει στενά συμφέροντα αποσκοπώντας σε κάτι ευρύτερο και ευρύτερα επιθυμητό- εγκαλεί τέτοιες σχέσεις και τέτοιες αξίες σε πλείστους κοινωνικούς χώρους και επίπεδα, είναι, νομίζω, φανερό ότι αυτές εμφανίζονται με μεγαλύτερη πυκνότητα και καθαρότητα στους χώρους εκείνων που δεν κατέχουν τίποτε. Γιατί, αν, κατά τη γνωστή ρήση, δεν έχουμε παρά τις αλυσίδες μας, τότε η ισότητα είναι δεδομένη, η αλληλεγγύη περίπου υποχρεωτική (αφού, κατά τον Σπινόζα, τίποτε δεν είναι πολυτιμότερο σε έναν άνθρωπο από έναν άλλο άνθρωπο), η απελευθέρωση από τα αντίστοιχα δεσμά αίτημα σκληρά υλικό και η επικράτηση της καθολικής δικαιοσύνης το αιτούμενο που τα συμπυκνώνει όλα, αφού υπονοεί, εκτός των άλλων, ότι η πραγματοποίησή του θα επιτρέπει στον καθένα να ξεδιπλώνει ελεύθερα την ιδιαιτερότητά του.
Θα υποστήριζα με τον Ντεριντά ότι η έννοια (και η αξία) της καθολικής (ή «άπειρης» όπως τη χαρακτηρίζει1) δικαιοσύνης συνιστά εν προκειμένω την έννοια (και αξία) κλειδί. Αν το δίκαιο παραπέμπει στην ισότητα -όλοι οφείλουμε να είμαστε ίσοι ενώπιον του δικαίου- η καθολική δικαιοσύνη λαμβάνει υπόψη τη διαφορά. Δηλαδή λαμβάνει υπόψη όχι μόνον ότι το δίκαιο μπορεί να μεταβάλλεται ώστε να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, όχι μόνον ότι αυτό οφείλει να διευρύνεται διαρκώς ώστε να περιλαμβάνει νέα δικαιώματα και άρα νέα πεδία ελευθερίας, όχι μόνον ότι η τυπική εφαρμογή του μπορεί να αποβαίνει κάποιες φορές άδικη, αλλά κυρίως ότι η ίδια η έννοια (και αξία) της ισότητας υποστέλλει, αν δεν διαγράφει, τη μη αναγώγιμη ιδιαιτερότητα του καθενός και άρα τη συνεπαγόμενη ελευθερία του. Αυτό σημαίνει ότι ισότητα και ελευθερία βρίσκονται μόνιμα σε ένταση και ότι η, βεβαίως δίκαιη, άρση της έντασης δεν μπορεί παρά να εγκαλεί κάθε φορά τη διακινδύνευση μιας δύσκολης απόφασης. Από την άλλη μεριά, η έννοια της καθολικής δικαιοσύνης, όπως παραπέμπει πραγματολογικά στο λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα, συγκροτεί τον όρο που καλείται, ακριβώς, να άρει την εν λόγω ένταση μέσω της αντίστοιχης δίκαιης απόφασης. Έπεται πως η κομμουνιστική προοπτική δεν είναι άλλη από την προοπτική εγκαθίδρυσης της καθολικής δικαιοσύνης, η προοπτική κατά την οποία θα τείνουν να συγκλίνουν η κατά δίκαιον ισότητα μεταξύ όλων με τη μη αναγώγιμη ιδιαιτερότητα και τη συνεπαγόμενη ελευθερία του καθενός. Την προοπτική εγκαθίδρυσης της καθολικής ή άπειρης δικαιοσύνης ο Ντεριντά την αποκαλεί προοπτική της «ελευσόμενης δημοκρατίας». Ιδού έτσι ένα πρόσθετο, θεωρητικά επεξεργασμένο, όνομα του κομμουνισμού, έστω κι αν εκείνος δεν μνημονεύεται ρητά.
Αν όντως η έννοια και η αξία της καθολικής δικαιοσύνης παραπέμπουν πραγματολογικά στο κοινό περί δικαίου αίσθημα, τότε όλοι διαθέτουμε την εμπειρική βάση που μας επιτρέπει και να κατανοούμε κατ’ αρχάς την έννοια και να ενστερνιζόμαστε κατ’ αρχάς την αξία. Όλοι, από μικρά παιδιά, έχουμε κάποτε υποστεί την αίσθηση της κατάφωρης αδικίας, μιας αδικίας που κανένας «κανόνας δικαίου» των γονέων ή της πολιτείας δεν είναι ικανός να απαλύνει. Το περί δικαίου αίσθημα που δεν δεσμεύεται ρητά από κανόνες είναι κοινό ακριβώς επειδή διαθέτουμε αυτή την κοινή εμπειρία. Με άλλα λόγια, όλοι μοιραζόμαστε την εμπειρική βάση της έννοιας και τα βασικά χαρακτηριστικά της αξίας της καθολικής δικαιοσύνης και άρα όλοι μοιραζόμαστε έτσι ή αλλιώς το αίτημα για την πραγμάτωσή της. Και αυτό σημαίνει πως η προοπτική της καθολικής ή άπειρης δικαιοσύνης ή, ισοδύναμα, η εγγενής σε κάθε ταξική κοινωνία τάση προς τον κομμουνισμό συνιστά κάποιο είδος ανθρωπολογικής σταθεράς.
Αλλά μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο. Όπως πιστοποιούν τα τεκμήρια που παρέχει η ανθρώπινη ιστορία, όλα, λίγο πολύ, τα κοινωνικά κινήματα που ξεδίπλωσαν μια δυναμική με την ανάλογη εμβέλεια συμπύκνωσαν τις εστίες των αντίστοιχων κάθε εποχή κομμουνιστικών σχέσεων σε ένα πολιτικό πρόγραμμα το οποίο, κατά τα εκάστοτε διαφορετικά κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα, διεκδικούσε ξανά και ξανά το ίδιο απαράλλακτο αίτημα που επικαλείται ισότητα και γενική ελευθερία, το ίδιο απαράλλακτο αίτημα για καθολική δικαιοσύνη. Παρά τις μεγάλες εν προκειμένω ιστορικές διαφορές, μπορούμε έτσι να ισχυριστούμε ότι οι σκλάβοι του Σπάρτακου, οι χωρικοί του Μύντσερ, οι επαναστάτες της Παρισινής κομμούνας, οι εργάτες, οι αγρότες και οι στρατιώτες των Σοβιέτ, οι χωρικοί της Κίνας, της Κούβας και του Βιετνάμ, οι αντάρτες του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού, οι εξεγερμένοι του 1968, εκείνοι που στήριξαν μέχρι τέλους την κυβέρνηση του Αλιέντε, υπήρξαν και πολιτεύτηκαν ως κομμουνιστές, δηλαδή διεκδίκησαν έμπρακτα την κομμουνιστική προοπτική. Η τάση προς τον κομμουνισμό αναδεικνύεται έτσι και ως ιστορική σταθερά.

Απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίο του Αριστείδη Μπαλτά Ονόματα του Κομμουνισμού

 1 Ο Ντεριντά χαρακτηρίζει τη δικαιοσύνη «άπειρη» εννοώντας τον χαρακτηρισμό τόσο κατά το πλάτος (σε όλα τα πράγματα ανεξαιρέτως, έμψυχα και άψυχα, του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος, οφείλει να αποδίδεται δικαιοσύνη) όσο και κατά το βάθος (όσα πεπερασμένα βήματα και αν πραγματοποιηθούν προς την κατεύθυνσή της, η δικαιοσύνη, ως άπειρη, παραμένει στο βάθος του ορίζοντα). Προτιμώ εν προκειμένω τον όρο «καθολική δικαιοσύνη» θέλοντας να υπογραμμίσω ότι η επίτευξή της συνιστά πολιτικά επιδιωκόμενο στόχο κατά την ούτως ή άλλως πεπερασμένη ανθρώπινη ζωή, υπονοώντας ταυτόχρονα ότι η απειρία της θα τείνει αδιάκοπα προς την βελτίωση της οσοδήποτε άρτιας κοινωνικής οργάνωσης.

Πηγή: Ενθέματα

Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Σε κίνδυνο το έργο της ψηφιοποίησης των κινητών αρχαιολογικών μνημείων, απειλή απόλυσης για τους 58 εργαζόμενους




Την απειλή της απόλυσης και του οριστικού τερματισμού του έργου της Ψηφιοποίησης των Κινητών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, που υλοποιείται από τη Διεύθυνση Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων, αντιμετωπίζουν για ακόμη μια φορά οι 58 εργαζόμενοι αρχαιολόγοι, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση τους.
Γι' αυτό το λόγο, ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων (Σ.ΕΚ.Α.) προκηρύσσει 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες από αύριο, Τρίτη 26-06-2018 και μέχρι να διασφαλιστεί η συνέχιση της εργασίας για το σύνολο του προσωπικού. Στο κάλεσμά του, ο ΣΕΚΑ καλεί τους αρχαιολόγους να δώσουν βροντερό παρών έξω από το κτήριο του ΥΠΠΟΑ (Μπουμπουλίνας 20-22) στην παράσταση διαμαρτυρίας που θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη, 26 Ιουνίου, στις 12:00.

Τι αναφέρει η ανακοίνωση των εργαζομένων στο έργο της ψηφιοποίησης κινητών μνημείων

Την απειλή της απόλυσης και του οριστικού τερματισμού του έργου της Ψηφιοποίησης των Κινητών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, που υλοποιείται από τη Διεύθυνση Διαχείρισης Εθνικού Αρχείου Μνημείων, αντιμετωπίζουν για ακόμη μια φορά οι 58 εργαζόμενοι αρχαιολόγοι.
Η σύμβασή τους λήγει στις 30 Ιουνίου και παρότι έγιναν εγκαίρως αυτή τη φορά οι απαραίτητες ενέργειες για την παράταση των συμβάσεων του συνόλου του προσωπικού από το Υπουργείο Πολιτισμού και είχε μέχρι προσφάτως επιβεβαιωθεί η συναίνεση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Οικονομίας, η Διαχειριστική Αρχή του τελευταίου απέρριψε το αίτημα προκρίνοντας την παραμονή ελάχιστων εργαζόμενων για περιορισμένο χρονικό διάστημα και την εσπευσμένη ολοκλήρωση του έργου, χωρίς καμία προειδοποίηση ή προγραμματισμό.
Η ενέργεια αυτή θέτει σε κίνδυνο το ίδιο το έργο και την επιτυχή του έκβαση, καθώς δε θα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί η επιτυχής, έγκυρη και ποιοτική μεταφορά των καταγραφών των κινητών μνημείων από την Ενδιάμεση Βάση Δεδομένων στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (ΟΠΣ) -600.000 κινητά μνημεία θα μεταπέσουν στο ΟΠΣ εκ των οποίων τα 243.000 καταγράφηκαν πρωτογενώς και ψηφιοποιήθηκαν τα τρία τελευταία χρόνια-, το οποίο θα επιτρέψει τη διάχυση του πληροφοριακού και επιστημονικού έργου στο ευρύ ή και εξειδικευμένο κοινό.
Οι συμβασιούχοι αρχαιολόγοι που εργάζονται στο έργο από το Δεκέμβριο του 2012 με σταδιακές προσλήψεις, βάσει κριτηρίων ΑΣΕΠ, συνεχίζουν με ολιγόμηνες παρατάσεις, στην πλειοψηφία τους μηνιαίες, το σημαντικό έργο της ψηφιοποίησης και της τεκμηρίωσης χιλιάδων κινητών μνημείων, επιτρέποντας με τον τρόπο αυτό τη διάσωση και την προβολή τους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Έχοντας ήδη παράξει σημαντικό έργο στον τομέα του πολιτισμού καταγράφοντας και ψηφιοποιώντας συστηματικά το πολιτιστικό απόθεμα της χώρας σε πανελλαδικό επίπεδο (, τα τελευταία δύο χρόνια οι υψηλά εξειδικευμένοι αρχαιολόγοι της Ψηφιοποίησης βιώνουν την επανειλημμένη ασφυκτική πίεση των λήξεων των συμβάσεων τους.
Με δεδομένο τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των ακατάγραφων μνημείων που συσσωρεύεται σε αποθήκες και Μουσεία της χώρας και την αποδεδειγμένη πίεση των υποστελεχωμένων Εφορειών Αρχαιοτήτων να καλύψουν τις άμεσες ανάγκες σε καταγραφές, ώστε να αποτρέψουν τον ορατό κίνδυνο της αρχαιοκαπηλίας, το έργο της τεκμηρίωσης και ψηφιοποίησης έχει αποδειχτεί το σημαντικότερο εργαλείο για τη συστηματική καταγραφή των κινητών ευρημάτων με κοινό κώδικα σε εθνικό επίπεδο με σκοπό τη διασφάλιση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Οι εργαζόμενοι της Ψηφιοποίησης, συμμετέχοντας ενεργά σε αυτό το κομβικής σημασίας έργο και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες στον τομέα του πολιτισμού, ζητούν από την πολιτική ηγεσία και τα άμεσα εμπλεκόμενα και συναρμόδια Υπουργεία να εγκύψουν στο πρόβλημα με ευαισθησία και υπευθυνότητα. Ζητούν να εξασφαλιστεί η συνέχιση ενός τόσο καίριου για το μέλλον και τη διεθνή προβολή της χώρας έργου και να ανανεωθούν άμεσα οι συμβάσεις εργασίας του συνόλου των εργαζομένων στο έργο της Ψηφιοποίησης. Το δικαίωμα στη σταθερή και μόνιμη εργασία είναι αναντίρρητο και αναφαίρετο για όλους.

Η ανακοίνωση του Συλλόγου Έκτακτων Αρχαιολόγων: 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες από τις 26-06-2018 για τους εργαζόμενους στο έργο της ψηφιοποίησης της ΔΔΕΑΜ

Ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων (Σ.ΕΚ.Α.) καλύπτοντας τους εργαζόμενους συναδέλφους στο έργο της ψηφιοποίησης της ΔΔΕΑΜ, προκηρύσσει 24ωρες επαναλαμβανόμενες απεργίες από τις 26-06-2018 και μέχρι να διασφαλιστεί η συνέχιση της εργασίας για το σύνολο του προσωπικού. 
Καλούμε τους συναδέλφους στο έργο αυτό να δώσουν βροντερό παρών έξω από το κτήριο του ΥΠΠΟΑ (Μπουμπουλίνας 20-22) στην παράσταση διαμαρτυρίας που θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη, 26 Ιουνίου, στις 12:00.
Ο ΣΕΚΑ στέκεται στο πλευρό των συναδέλφων στην ψηφιοποίηση και διεκδικεί
 · Καμία απόλυση εργαζομένου
 · Απρόσκοπτη συνέχιση της εργασίας για το σύνολο του προσωπικού
 · Να αναλάβει το ΥΠΠΟΑ τις ευθύνες του και να μη γίνονται οι εργαζόμενοι μπαλάκι ανάμεσα στα υπουργεία
 · Άμεσα μαζικές προσλήψεις όλων των ειδικοτήτων στο ΥΠΠΟΑ για την αντιμετώπιση της γιγαντωμένης υποστελέχωσής του
 · Μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Η εθνική μας ηλιθιότητα




του Περικλή Κοροβέση

Με τη συμφωνία των Πρεσπών έκλεισε μια εικοσιπενταετής περίοδος εξευτελισμού και ταπείνωσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σχετικά με το θέμα της γείτονος χώρας, που τώρα πια λέγεται Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. Δεν έχω υπόψη μου κανένα ιστορικό προηγούμενο που μια χώρα να έχει επιδείξει τέτοια ηλιθιότητα από το σύνολο του πολιτικού της κόσμου.
Να θυμίσουμε πως στα μακεδονικά συλλαλητήρια συμμετείχαν από τη Χρυσή Αυγή μέχρι τον Συνασπισμό, πλην, προς τιμήν του, του ΚΚΕ. Αλλά από ό,τι φαίνεται άλλαξε γραμμή και το 2018 εντάχθηκε στις γραμμές των μακεδονομάχων. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση, φυσικός κληρονόμος του ΣΥΝ, αποποιήθηκε τη βαριά κληρονομιά του μακεδονομάχου και μαζί με λίγους άλλους συνετούς πολιτικούς, μας έβγαλε από το διεθνές ρεζιλίκι κερδίζοντας διεθνή εύσημα. Και καλά έκανε. Η υποτέλεια καμιά φορά έχει και τα καλά της, όπως έχει και τις επιτυχίες της.
Το φαινόμενο Τσίπρα είναι πολλαπλώς διδακτικό για τη δύναμη και την προσαρμοστικότητα του καπιταλιστικού συστήματος, που ξέρει να ανανεώνεται όταν βρίσκει πρόθυμους υπηρέτες. Για έξι μήνες ο Τσίπρας διαπραγματευόταν τη θέση του για να πείσει την εξωχώρια πραγματική εξουσία (Ε.Ε., ΗΠΑ, διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί) πως η κυβέρνησή του είναι η μόνη πολιτική δύναμη, που μπορεί να διαχειριστεί υπεύθυνα και σοβαρά τα συμφέροντά της. Και τα κατάφερε. Πήρε άριστα. Με την κρίση των άλλων κομμάτων, αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση Τσίπρα φαίνεται να είναι η πιο φερέγγυα πολιτική δύναμη του συστήματος.
Και από δεξιά Σοσιαλδημοκρατία γίνεται άχρωμο ακραίο Κέντρο. Τώρα που έληξε το Μακεδονικό ας θυμηθούμε μερικά πράγματα, για να γελάσουμε και μετά να δούμε τις σοβαρότατες συνέπειες του χειρισμού του προβλήματος που ίσως μας κάνει να κλάψουμε. Κατ’ αρχήν το εθνικό μας σύνθημα «Η Μακεδονία είναι ελληνική».
Αν αυτό ίσχυε, τότε σήμαινε κήρυξη πολέμου στις χώρες που έχουν κατακτήσει ελληνικό έδαφος. Δηλαδή τη Βουλγαρία, τη Β. Μακεδονία και την Αλβανία. Το βασίλειο των αρχαίων Μακεδόνων βρισκόταν σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή. Και είναι γνωστό ότι εκεί που σταματάει η Ιστορία αρχίζει η Γεωγραφία. Στην ουσία έχουμε τέσσερις Μακεδονίες που ανήκουν σε τέσσερις διαφορετικές κυρίαρχες χώρες. Το άλλο ιδιοφυές σύνθημα: «Καμία σύνθετη ονομασία με τη λέξη Μακεδονία».
Από την εποχή που ο Τίτο βάφτισε το νοτιότερο κρατίδιο της Ομοσπονδίας, Μακεδονία, έχουν περάσει περισσότερες από εφτά δεκαετίες, δηλαδή περίπου τρεις γενιές. Εκτός από κάποιους υπέργηρους, που ίσως θυμούνται πως η χώρα τους δεν λεγόταν πάντα έτσι, όλοι οι υπόλοιποι έχουν γεννηθεί Μακεδόνες. Και όταν έχει καθιερωθεί κάτι, έχουμε τη δικτατορία της γλώσσας που καθιερώνει κάτι και δεν αλλάζει. (Ας θυμηθούμε πόσες φορές πήγαμε να αλλάξουμε ονόματα δρόμων ή τοποθεσιών και στάθηκε αδύνατον. Λέμε Παναγή Τσαλδάρη την Πειραιώς, που είναι το επίσημο όνομά της;)
Η Ελλάδα μέχρι την ανεξαρτησία της Β. Μακεδονίας δεν είχε κανένα πρόβλημα με το όνομα. Αλλά μετά την ανεξαρτησία του ομόσπονδου κρατιδίου είχε. Γιατί; Ηταν η χρυσή ευκαιρία να επανακάμψει ο εθνικισμός, τόσο διάχυτος στην κοινωνία, που στο φάντασμα της ανύπαρκτης απειλής της ελληνικής Μακεδονίας από τους βόρειους γείτονες συσπείρωσε κόμματα και λαϊκές μάζες, για να δουλέψουν σε τελική ανάλυση για τη Χρυσή Αυγή, την οποία από περιθωριακή ναζιστική οργάνωση την ανέδειξαν σε τρίτο κόμμα. Στην ουσία ο πνευματικός πατέρας του Μακεδονικού είναι η Χρυσή Αυγή με συγκεκριμένη πολιτική προοπτική. Ναζιστικό πραξικόπημα όπως επισήμως εκφράστηκε στη Βουλή.
Και κάτι που είναι σοκαριστικό: το πνευματικό επίπεδο των νεο-μακεδονομάχων, που θεωρούν την άγνοια εθνική αρετή και την κάνουν φλάμπουρο. Και η τηλεόραση βρίσκει «φυσικούς εθνικούς survivors». Το βασίλειο της αρχαίας Μακεδονίας δεν προσέφερε τίποτα παραπάνω από τις άλλες περίπου χίλιες ελληνικές πολιτείες. Επιπλέον ήταν ολιγαρχικό. Τον πνευματικό πλούτο της αρχαίας κληρονομιάς τον οφείλουμε κυρίως στις δημοκρατικές πολιτείες που είχαν θεμέλιο την ελευθερία.
Ο Αλέξανδρος ο Γ΄, ο επονομαζόμενος Μέγας, δεν έκανε τίποτα για την πατρίδα του (έφυγε πολύ μικρός και δεν ξαναγύρισε ούτε για να δει τη μάνα του). Αλλά δημιούργησε έναν από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς στην Ιστορία της ανθρωπότητας. Με αυτόν αρχίζουν οι Ελληνιστικοί Χρόνοι, που διαρκούν περίπου τρεις αιώνες, μέχρι την εμφάνιση των Ρωμαίων. Αυτή η περίοδος μελετάται από όλο τον κόσμο, εκτός από τους Ελληνες.
Ηταν τέτοια η δύναμη αυτού του πολιτισμού, που το πιο σκληρό καρύδι αυτού του αρχαίου κόσμου, οι Εβραίοι, συσπειρωμένοι γύρω από τη θρησκεία και τη γλώσσα τους, κινδύνεψαν να εξελληνιστούν [όλα τα ιερά βιβλία των Εβραίων μεταφράστηκαν και διαδόθηκαν από ελληνομαθείς Εβραίους, όπως και η Παλαιά Διαθήκη (Μετάφραση των εβδομήκοντα)]. Αν δεν υπήρχε η ηρωική αντίσταση των Μακκαβαίων, οι Εβραίοι θα είχαν εξελληνιστεί, αλλά δεν θα είχαν εκχριστιανιστεί.
Η Χρυσή Αυγή δεν κερδίζει κόσμο μόνο με τις ιδέες της και τις πράξεις της. Τροφοδοτείται και από τον εθνικισμό που υπάρχει στα άλλα κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου. Από όσους άκουσα στη Βουλή να συνηγορούν για το «καμιά λύση με σύνθετη ονομασία που θα έχει τη λέξη Μακεδονία», σκέφτηκα ότι τους λείπει ένα επιχείρημα που είναι τρέχον στη Χρυσή Αυγή.
Ενα μαχαίρι για κάθε Φύσσα που θα μιλάει στο όνομα της λογικής, της ανθρωπιάς και της πατρίδας. Ο εθνικισμός στην ουσία είναι ανθελληνισμός. Ολοι οι εγκληματίες Ελληνες δωσίλογοι ήταν Ελληναράδες.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών