Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Εξόριστος Συγγραφέας



Γι' ακόμη μια φορά έπεσα στην περίπτωση μιας αξιόλογης ταινίας, η οποία για έναν απροσδιόριστο λόγο βρισκόταν στη τελευταία θέση των κινηματογραφικών προτάσεων της εβδομάδας και προβαλλόταν σε μια μόνο σκοτεινή αίθουσα. Ο "Εξόριστος Συγγραφέας" το βραβευμένο έργο του Αλεξέι Γκερμάν Τζούνιορ (γιου του γνωστού σκηνοθέτη της περεστρόικα), αναφέρεται στα αδιέξοδα, τις απογοητεύσεις και τους στοχασμούς ενός εκ των σημαντικότερων σύγχρονων συγγραφέων της Ρωσίας, του Σεργκέι Ντοβλάτοφ. Μέσα από τη πορεία του συγκεκριμένου συγγραφέα, παρακολουθούμε παράλληλα τις δυσκολίες που βιώνουν κι άλλοι διανοούμενοι εκείνη την εποχή στη Σοβιετική Ένωση και εισχωρούμε διακριτικά σε μια μυστική κοινότητα που προσπαθούσε να υιοθετήσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στη δεκαετία του '70 όπου ο νεαρός τότε συγγραφέας Σεργκέι Ντοβλάτοφ, έχοντας χωρίσει προσωρινά με τη σύζυγό του, προσπαθεί να καταξιωθεί στον χώρο των συγγραφέων. Οι πόρτες είναι ερμητικά κλειστές κι οι γνωριμίες στις μαζώξεις των διανοούμενων δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα. Για να τα βγάλει πέρα αρθρογραφεί σε μία εργατική εφημερίδα η οποία δεν είναι ικανοποιημένη μαζί του καθώς τα κείμενά του δεν έχουν το πάθος που εκείνοι ζητούν ενώ σε αρκετά απ' αυτά δίνεται η εντύπωση πως ειρωνεύεται το καθεστώς. Ο ίδιος νιώθει αποστροφή τόσο απέναντι στην εξουσία όσο και σ' αυτούς που ξεπουλιούνται για να δημοσιευτούν τα κείμενα και τα ποιήματά τους. Απογοητευμένος με την όλη κατάσταση, προτιμά να γράφει για τον εαυτό του και τους φίλους του. 
Οι μέρες κυλούν βασανιστικά με τον ήρωα να περιφέρεται μπερδεμένος μεταξύ πραγματικότητας κι ονείρου. Ένα μπέρδεμα με το οποίο ο δημιουργός παίζει απίστευτα ανάμεσα στις δυο καταστάσεις προκαλώντας στους θεατές μια ενδιαφέρουσα σύγχυση. Εξαιρετική η ονειρική συνάντηση του συγγραφέα με τον Μπρέζνιεφ όπου ο ένας του μιλάει για πολέμους κι εξωτερική πολιτική κι ο άλλος του εμπιστεύεται τον καημό του που δεν είναι μέλος του Σωματείου Συγγραφέων μ' αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκδώσει κάποιο βιβλίο του. 
Μέσα σε ένα διάστημα λίγων ημερών παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις συναναστροφές του ήρωα και τους κρυφούς του πόθους. Οι διάλογοι με τους φίλους του παρουσιάζουν έναν κόσμο άγνωστο για μας. Έναν κόσμο στον οποίον κάποιοι άνθρωποι αγωνίζονται στο να μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα κι απελπίζονται όταν τους ζητούν στρατευμένη αρθρογραφία κι εμπορική επιφανειακή πεζογραφία. Επίσης ξαφνιαζόμαστε με τον ενθουσιασμό της κρυφής κοινότητας των διανοουμένων απέναντι σε ότι εισάγεται από την Δύση. Βιβλία, ποτά, ρούχα και φυσικά οι Pink Floyd. 
Αυτό που σε κερδίζει στη συγκεκριμένη ταινία είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών. Το εκφραστικό βλέμμα και η ζεστή φωνή του πρωταγωνιστή δημιουργούν μια ατμόσφαιρα οικειότητας με τους θεατές, ενώ η αύρα των φίλων του περνά επιτυχώς την ματαιότητα όλων των διανοούμενων για άμεση αναγνώριση των έργων τους. Επίσης βρήκα εξαιρετική την αναπαράσταση του κλίματος εκείνων των ημερών όπως επίσης η μόδα, οι εσωτερικοί χώροι, τα σκηνικά, τα χρώματα, το ύφος και η μουσική. Όλα αυτά γίνονται πιο αληθοφανή μέσα από το ξεθωριασμένο φίλτρο που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης στην κινηματογράφησή του. 
Στα αρνητικά της ταινίας τοποθετώ τις πολλές αναφορές σε συγγραφείς κάτι που μπορεί να κουράσει τους θεατές που πιθανότατα να μην έχουν ιδιαίτερη γνώση στη λογοτεχνία. Επίσης κάποια αργά πλάνα είναι άσκοπα παρόλο που σώζονται από τις όμορφες εικόνες τους και τα πολλά ποιήματα που ακούγονται, πολλά απ'τα οποία ξεχνούσα αμέσως.
Από τη συγκεκριμένη ταινία κρατάω τέσσερις δυνατές σκηνές οι οποίες είναι μαζεμένες προς το τέλος. Πρώτα απ' όλα η φράση που ακούγεται μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας ενός αδικημένου συγγραφέα. Καθώς τον φροντίζουν οι δικοί του, πετάγεται ένας και λέει με μία ισχυρή δόση καλοπροαίρετης ειλικρίνειας πως δεν αξίζει να πεθάνει κανείς για ένα βιβλίο. Αμέσως στην ταινία δημιουργείται μια έντονη αντίφαση καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή μας παρουσίαζε τις σπασμωδικές προσπάθειες του πρωταγωνιστή να εκδοθεί. Όταν όμως εκείνος γίνεται μάρτυρας αυτού του σκηνικού, αρχίζει να αναθεωρεί φτάνοντας στην ουσιώδης κατάληξη όπου βολτάροντας καθισμένος πάνω στην οροφή ενός αυτοκινήτου (η δεύτερη όμορφη σκηνή) και απολαμβάνοντας διακριτικά τη μουσική μιας ακόμη βραδιάς μάζωξης διανοουμένων συνειδητοποιεί πως το σημαντικό χάρισμα που έχουμε όλοι ως άνθρωποι είναι το ότι "υπάρχουμε". Ένα προσόν που κανείς από μας δεν μπορεί να εκτιμήσει εύκολα. Ειδικά όταν κυνηγάει όνειρα που είναι πέρα των δυνατοτήτων του και των καταστάσεων που τον περιβάλλουν. Η άλλη δυνατή σκηνή είναι προς το μέσον της ταινίας όπου ο ήρωας περιπλανιέται σε ένα προαύλιο γεμάτο πεταμένα χαρτιά με ποιήματα φίλων του αλλά και κείμενα δικά του. Ένας έντονα δυναμικός συμβολισμός για τον τρόπο που το κάθε σύστημα συμπεριφέρεται στους διακριτικούς ρομαντικούς του κάθε τόπου. Τέλος μου άρεσε πολύ η σκηνή με την απότομη διακοπή της συζήτησης που είχε ο πρωταγωνιστής με έναν φίλο του ποιητή στους παγωμένους δρόμους του Λένινγκραντ, από έναν λόχο που περνούσε από δίπλα τους με ηχηρό βηματισμό. Ο πρωταγωνιστής τους αγνοεί επιδεικτικά μέχρι να απομακρυνθούν, κοιτώντας προς την αντίθετη πλευρά καπνίζοντας νευρικά το τσιγάρο του. 
O "Εξόριστος Συγγραφέας" είναι ένας ύμνος στους αθεράπευτα ρομαντικούς κι αντικοινωνικούς συνανθρώπους μας που περιφέρονται αόρατοι στις πόλεις κυνηγώντας το δικό τους όνειρο. Άνθρωποι με αξιοπρέπεια και διακριτικότητα. Άνθρωποι που αναγνωρίζονται μετά θάνατον. Ένας απ' αυτούς είναι ο Σεργκέι Ντοβλάτοφ. 

Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Κλίματα Αγάπης (2006)


Μπορεί να μαγεύτηκα πρόσφατα με το "Κλίματα Αγάπης"του Νουρί Μπίλγκε Τσεϊλάν, όμως κατά τη διάρκεια της ταινίας συνειδητοποίησα πως είχα επιχειρήσει ξανά πριν από μια δεκαετία να την δω. Η αλήθεια είναι πως τότε δεν με άγγιξε ιδιαίτερα και μου είχε φανεί αρκετά αργή. Όμως μετά τη δεύτερη προβολή της μπορώ να πω με σιγουριά πως είναι μια από τις πιο ειλικρινείς, ζεστές κι αυθεντικές ταινίες πάνω στα αδιέξοδα των σύγχρονων σχέσεων, την βασανιστική κυριαρχία της μοναξιάς και την έλλειψη εμπιστοσύνης. Μια βαθιά ανάλυση πάνω στην ανθρώπινη ανασφάλεια και μια αναθεώρηση στα υπαρξιακά ερωτήματα που ταλαιπωρούν αρκετούς από μας καθημερινά.
Η ιστορία στέκεται κυρίως στη μοναχική ζωή ενός μποέμ ακαδημαϊκού με φόντο τα σκαμπανευάσματα της σχέσης του. Για να γίνει καλύτερη εμβάθυνση στο ψυχικό κόσμο του πρωταγωνιστή, η ταινία χωρίζεται σε τρεις εποχές. Από το ζεστό κι ειδυλλιακό καλοκαίρι δίπλα στη θάλασσα, μας ταξιδεύει στις βροχερές μοναχικές περιπλανήσεις στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης για να καταλήξει στα χιονισμένα τοπία της Μικράς Ασίας. 
Το ζευγάρι της ιστορίας μας συστήνεται στις υπέροχες παραλίες του Κας, μιας παραθαλάσσιας πόλης απέναντι από το Καστελόριζο. Η σχέση τους βρίσκεται σε ένα τέλμα κι αυτό γίνεται εμφανές στις επικρατούσες  στιγμές σιωπής αλλά και στις εντάσεις που προκαλούνται μπροστά σε τρίτους. Σε μια απ' αυτές τις εντάσεις, ο πρωταγωνιστής παίρνει την απόφαση να ζητήσει από τη σύντροφό του να χωρίσουν καθώς η σχέσης τους δεν τραβάει πλέον. Οι διακοπές λήγουν άδοξα με την φυγή της συντρόφου του ενώ λίγες μέρες μετά αναχωρεί κι εκείνος μόνος για την Κωνσταντινούπολη. Αρχίζει μια ατέρμονη περιπλάνηση στους δρόμους της Πόλης προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια του και να οργανώσει τη νέα του καθημερινότητα. Στις μοναχικές του περιπλανήσεις συναντάει μια πρώην σύντροφό του η οποία έχει συνάψει σχέση με έναν δικό του φίλο. Η ζήλια κι η ανδρική κτητικότητα θα τον οδηγήσουν έξω από την πόρτα της. Η ερωτική τους συνεύρεση που θα ακολουθήσει δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ανούσια ικανοποίηση του εγωισμού του. Μία λανθασμένη βραδιά που θα ωθήσει τον πρωταγωνιστή στη ζεστασιά της προηγούμενης συντρόφου του που χώρισε το καλοκαίρι. Την αναζητά μες στο καταχείμωνο σε ένα χιονισμένο ορεινό χωριό όπου έχει πάει για γυρίσματα. Μία πολυπόθητη για 'κείνον συνάντηση που μετατρέπεται σε αναζήτηση του κατάλληλου γιατρικού για τον κατευνασμό της εσωτερικής του πάλης.  


Είναι η μοναδική φορά που ο Τσεϊλάν βρίσκεται πίσω και μπροστά από τον κινηματογραφικό του φακό, επιλέγοντας έναν αμφιλεγόμενο ήρωα στο πρόσωπο του οποίου μπορεί να καθρεφτιστεί το δικό μας είδωλο. Εσωστρεφής, μελαγχολικός κι άκρως μοναχικός, βρίσκει διέξοδο στις φωτογραφικές του εξορμήσεις άλλες φορές σε μαγευτικούς αρχαιολογικούς χώρους κάτω από τον ζεστό ήλιο της Μεσογείου κι άλλες φορές σε ονειρικές ορεινές πλαγιές με όμορφα μοναστήρια. Σ' αυτές τις μοναχικές του περιπλανήσεις έρχεται αντιμέτωπος με τις επιλογές του. 
Η συναισθηματική του πορεία καταγράφεται σε τρεις εποχές. Ενώ πνίγεται σε μία σχέση που έχει βαλτώσει διαπιστώνει πως η πολυπόθητη αποδέσμευση δεν του προσφέρει την ηρεμία που αποζητά. Η επιστροφή του στο παρελθόν δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια μίζερη προσπάθεια αποφυγής της σαρκικής του σήψης. Δεν είναι τυχαίο που η ερωτική πράξη με την πρώην σύντροφό του είχε την μορφή βιασμού καθώς πλήττεται η αξιοπρέπεια κι η εμπιστοσύνη μεταξύ των προσώπων και κυρίως μεταξύ φίλων. Με την πράξη αυτή συνειδητοποιεί πως η κενότητά του όχι μόνο δεν εξαλείφεται αλλά διογκώνεται απειλητικά. Φτάνοντας σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι, αποφασίζει να αναζητήσει την παλιά του αγάπη που ο ίδιος πλήγωσε. Καλό όμως είναι να τα πιάσουμε όλα πάλι απ'την αρχή.
Πλάνο πρώτο, ένα ζευγάρι περιπλανιέται στα απομεινάρια ενός παλιού πολιτισμού. Οι αρχαίες κολώνες στέκουν ακόμα όρθιες όσο είναι ακόμη ζωντανές οι μνήμες μέσα στα δυο πρόσωπα. Όμως η καθαρότητα των βλεμμάτων και των συναισθημάτων κυριαρχούν μέσα στο χώρο. "Πλήττεις;" ρωτάει ο πρωταγωνιστής τη σύντροφό του καθώς εκείνην τον παρατηρεί σιωπηλά να φωτογραφίζει το μνημείο. Με χαριτωμένο τρόπο του λέει όχι κι αμέσως απομακρύνεται για να κρύψει το ψέμα της. Στέκεται πάνω σε έναν λόφο και τον παρατηρεί σκεπτόμενη πως η ερώτησή του δεν αναφερόταν μόνο στην παρούσα κατάσταση αλλά γενικά. Κι η αλήθεια είναι πως πράγματι πλήττει. Εκεί ψηλά συνειδητοποιεί το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους. Εκείνη προτιμά να παρατηρεί τον κόσμο με τα δικά της μάτια ενώ εκείνος μέσα από τη φωτογραφική του μηχανή, εκείνη προαισθάνεται το τέλος της σχέσης και δακρύζει καθώς εκείνος σκουντουφλά και πέφτει στο χώμα μαρτυρώντας το πόσο κοντόφθαλμα βλέπει την όλη κατάσταση. Το τέλος είναι κοντά κι έρχεται σε μια υπό άλλες συνθήκες ρομαντική σκηνή στην παραλία που μεμιάς μετατρέπεται σε μία βασανιστική αντίστροφη μέτρηση καθώς ο πρωταγωνιστής έχει πάρει την απόφαση κι αναζητά τον τρόπο με τον οποίον θα ζητήσει από τη σύντροφό του να χωρίσουν. 
Έρχεται το φθινόπωρο. Η βροχή προσπαθεί να ξεπλύνει την ανασφάλεια. Επιλέγοντας τη μοναξιά, ο κεντρικός ήρωας περιφέρεται σε μία γκρίζα πόλη πνιγμένη στην πολυκοσμία και το άγχος, αναζητώντας μια νέα ερωτική σύντροφο όχι για συναισθηματικό δέσιμο αλλά για σεξουαλική ικανοποίηση. Αποφεύγοντας δεσμεύσεις κι ευθύνες, αποφασίζει να την πέσει σε μια προηγούμενη σύντροφό του, η οποία έχει συνάψει δεσμό με έναν φίλο του. Όμως γρήγορα συνειδητοποιεί πως δεν κάνει τίποτα παραπάνω απ' το να κοροϊδεύει τη μοναξιά του. 
Ακολουθεί ο βαρύς χειμώνας της συνείδησής του. Ξέρει πλέον καλά πως δεν μπορεί να συνεχίσει σ' αυτόν τον ρυθμό. Αποφασίζει να αναζητήσει την καλοκαιρινή του σχέση όχι επειδή τρέφει συναισθήματα γι' αυτήν αλλά επειδή νιώθει ασφάλεια κοντά της. Η συνάντησή τους είναι αναπόφευκτη σε μια μικρή ορεινή πόλη, τυλιγμένη σε ένα πέπλο χιονιού που κρύβει με την αγνότητά του τα λάθη και τις πληγές του καλοκαιριού. Ένα τσάι σε ένα τραπέζι που κυριαρχεί η αμηχανία κρατώντας ερμητικά κλειστά τα χείλη. Ένα πνιχτό κλάμα σε ένα βαν προσπαθεί να ξαλαφρώσει την κοπέλα από την συσσωρευμένη ένταση κι ένα νευρικό γέλιο θα δώσει την ανόητη αφορμή για ένα πρόωρο τέλος. Ένα τέλος όμως που θα οριστικοποιηθεί μια μέρα μετά με τον πιο κυνικό και σκληρό τρόπο. Ένα πρωινό που έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει ζεστό και τρυφερό καταλήγει πιο ψυχρό από τον χιονιά που επικρατεί έξω από το παράθυρο. 
Τι είναι τελικά οι παλιές σχέσεις; Θόρυβοι αεροπλάνων που πετούν κρυμμένα μες στα σύννεφα δηλώνοντας την παρουσία τους με έναν ενοχλητικό θόρυβο μέχρι να χαθεί διαπαντός στον ορίζοντα. 



Το τέλος καλύπτεται σιγά σιγά με νιφάδες χιονιού. Ένα απλανές βλέμμα κοιτάει με χαρμολύπη χαμηλά προσπαθώντας να επανέλθει από το συναισθηματικό σοκ, κι ένας μιναρές που αχνοφαίνεται στο βάθος προσπαθεί να θυμίσει την χαμένη αρετή της πίστης. Αμέσως ήρθε στο μυαλό μου η συγκινητική φράση της πρωταγωνίστριας του Μανχάταν, η οποία με έναν άκρως γλυκό κι αγνό τρόπο ψελλίζει το "πίστεψε στους ανθρώπους" για να εισπράξει το κυνικό χαμόγελο του Γούντι Άλεν. Δεν υπάρχει καμία πίστη και καμία εμπιστοσύνη μέσα σ' αυτήν την σύγχρονη και συναισθηματικά νεκρή κοινωνική ζούγκλα.
Όμως η ταινία δεν είναι πεσιμιστική, ούτε αυτός είναι ο σκοπός της. Αντιθέτως καθρεφτίζει την πραγματικότητα που πολλοί από μας αποφεύγουν να κοιτάξουν κατάματα. Πέρα όμως απ' αυτό, η ταινία σε μαγεύει από τα ονειρικά της πλάνα, ειδικά στο χιονισμένο χωριό και το υπέροχο μοναστήρι πάνω στο βουνό. Επίσης προβάλλει την άγνωστη για μας Τουρκία, η οποία δε διαφέρει πολύ με την Ελλάδα της οικονομικής κρίσης. Εκπληκτική η σκηνή που φωτογραφίζει ο Τσεϊλάν έναν ταξιτζή με φόντο το μοναστήρι. Όταν ο νεαρός του ζητά μετά ένα αντίγραφο της φωτογραφίας, εκείνος απορημένος τον ρωτάει αν υπάρχουν φωτογράφοι στο χωριό του. Με μια ειλικρίνεια, ο νεαρός του απαντάει πως υπάρχουν αλλά βγάζουν μόνο φωτογραφίες διαβατηρίων. Όλη η οικονομική και κοινωνική κρίση της γειτονικής χώρας που βιώνουμε κι εμείς, αποτυπωμένη σε τρεις μόνο λέξεις. Η φυγή στο εξωτερικό κι η ερημοποίηση μιας ταλαιπωρημένης χώρας.
Επίσης παρατηρούμε την τότε προσπάθεια της Τουρκίας στο να γίνει αποδεκτή απ' την Ευρώπη, αποκτώντας δυτικές μικροαστικές συνήθειες και συμπεριφορές. Στοιχεία που δείχνουν τόσο ξένα μέσα σε ένα περιβάλλον που μυρίζει ακόμα έντονα ανατολή.
Έπειτα θα θελα πολύ να σημειώσω πως τους ρόλους των γονιών του ήρωα, οι οποίοι εμφανίζονται με έντονη και γλυκύτατη χιουμοριστική διάθεση ειδικά η μάνα που θέλει εγγόνια κι ο πατέρας που προσπαθεί να διατηρήσει την κυκλοφορία του αίματος με έναν μάλλινο σκούφο στο κεφάλι, ερμηνεύουν οι ίδιοι οι γονείς του σκηνοθέτη. Όπως επίσης η σύντροφος του πρωταγωνιστή είναι η πραγματική σύζυγος του Τσεϊλάν. Στοιχεία τα οποία μεμιάς τοποθετούν τα "Κλίματα Αγάπης" στην κατηγορία των πιο σπάνιων και γλυκών ταινιών του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Τέλος θα θελα πολύ να μιλήσω για τους συμβολισμούς του έργου αλλά θα επικεντρωθώ στον σημαντικότερο. Τα συναισθηματικά στάδια του πρωταγωνιστή χωρίζονται στις εποχές οι οποίες ξεχωρίζουν μεταξύ τους λόγω κλίματος. Όμως μια από τις εποχές λείπει. Έχουμε το καλοκαίρι όπου παρακολουθούμε τον χωρισμό. Ακολουθεί το φθινόπωρο όπου η ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστεί ξεσπάει ανεξέλεγκτα όπως η απρόσμενη βροχή και με κτηνώδη τρόπο κάνει έρωτα στη γυναίκα του φίλου του. Ο συναισθηματικός του θάνατος κι ο φόβος του ψυχικού του αδιεξόδου υποδηλώνονται με τον χειμώνα. Η άνοιξη όμως απουσιάζει σκόπιμα μαρτυρώντας τον οριστικό τέλος της σχέσης. Ο καιρός αλλάζει, αλλά μέσα μας εξακολουθεί να επικρατεί το τίποτα!
Το «Κλίματα Αγάπης», πέρα από την εικαστική ευχαρίστηση, την ερωτική μελαγχολία, την τρυφερότητα και την καλαισθησία που προσφέρει απλόχερα, γίνεται ένας ειλικρινής κι αυστηρός φίλος που μας χτυπάει φιλικά την πλάτη συμβουλεύοντάς μας πως ο χρόνος κυλάει και είναι μεγάλο λάθος να χρονοτριβούν οι αποφάσεις που πρέπει να παρθούν άμεσα διότι η ζωή δεν γυρνάει πίσω κι η κάθε στιγμή έχει τόση μαγεία που είναι αμαρτία όταν χάνεται στη μιζέρια της στασιμότητας και της ευθυνοφοβίας.

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Καπερναούμ


Το περασμένο σαββατοκύριακο παρακολούθησα μια από τις αμφιλεγόμενες ταινίες της χρονιάς η οποία στάθηκε αφορμή να δημιουργηθεί ένα εκρηκτικό κλίμα μεταξύ κριτικών και κοινού. Η νέα ταινία της Ναντίν Λαμπακί θάφτηκε αδίκως από τους περισσότερους εγχώριους κριτικούς ενώ την ίδια στιγμή αγκαλιάστηκε με μία δόση υπερβολής από ένα μεγάλο ποσοστό κινηματογραφόφιλων. Κατά τη γνώμη μου, θεωρώ πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. 
Η ταινία παρουσιάζει τη δύσκολη ζωή ενός προσφυγόπουλου από την Συρία, το οποίο μας συστήνεται σε μια δικαστική αίθουσα καθώς επιθυμεί να μηνύσει τους γονείς του. Από εκείνο το σημείο αρχίζει να ξεδιπλώνεται μια σύντομη χρονική περίοδος της παιδικής του ηλικίας όπου βρίσκεται από τις άθλιες συνθήκες του σπιτιού του στις σκληρές φυλακές του Λιβάνου. Μία απάνθρωπη οδύσσεια που σκοτώνει κάθε ίχνος παιδικότητας στο πρόσωπο του μικρού ήρωα, ο οποίος αναγκάζεται με τα αδέλφια του να κάνει δουλειές του ποδαριού για να έχουν οι δικοί του ένα κομμάτι ψωμί στο σπίτι. Όταν οι γονείς του αποφασίζουν να παντρέψουν την αδελφή του με τον παντοπώλη της γειτονιάς, ο μικρός το σκάει από το σπίτι και περιφέρεται άσκοπα προσπαθώντας να βρει κάποια δουλειά που θα του εξασφαλίσει την πολυπόθητη επιβίωση μέσα σε μια πόλη που μοιάζει με καζάνι έτοιμο να σκάσει. 
Σε ένα λούνα παρκ γνωρίζει μια μετανάστρια από την Αιθιοπία. Εκείνη τον λυπάται κι αποφασίζει να τον πάρει σπίτι της, προσφέροντάς του στέγη και τροφή με την προϋπόθεση να προσέχει τον μικρό της γιο όσο εκείνη θα βρίσκεται στη δουλειά. Για κακή της τύχη συλλαμβάνεται από τις αρχές μ' αποτέλεσμα τα δυο μικρά παιδιά να βρεθούν μόνα κι αβοήθητα για πολλές μέρες. Μετά από περιπλανήσεις αναζητώντας φαγητό και φροντίδα, ο πρωταγωνιστής παραδίδει τον μωρό που φρόντιζε σε έναν διακινητή μεταναστών κι ο ίδιος επιστρέφει σπίτι του αναζητώντας κάποιο πιστοποιητικό ύπαρξής του για να φύγει κι αυτός προς την Ευρώπη. Στο σπίτι μαθαίνει πως η μικρή του αδελφή πέθανε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνη της. Ζητώντας εκδίκηση για τον χαμό της, θα βρεθεί στη φυλακή. Εκεί θα αποφασίσει να μηνύσει τους γονείς του επειδή τον γέννησαν παρά τη θέλησή του, φέρνοντάς τον σε έναν κόσμο μιζέριας, πόνου κι εξαθλίωσης. 
Αν τα βάλουμε όλα κάτω θα βρούμε άπειρες αναποδιές στη ζωή αυτού του παιδιού. Με την οικογένειά του βρέθηκαν πρόσφυγες σε μια ξένη χώρα. Ζουν σε άθλιες συνθήκες, οι οποίες περιγράφονται παραστατικότατα στη ταινία. Με τεχνάσματα αγοράζουν συγκεκριμένα φάρμακα και μετά από ειδική επεξεργασία τα μεταφέρουν στους φυλακισμένους συγγενείς τους για να κάνουν διακίνηση ναρκωτικών στις φυλακές που βρίσκονται. Ο μικρός δουλεύει ως χαμάλης βλέποντας κάθε πρωί το σχολικό να μεταφέρει μαθητές στη γειτονιά. Άλλες φορές πουλάει χυμούς στο δρόμο για να μαζέψει χαρτζιλίκι. Στο σπίτι επικρατεί ένα βίαιο κλίμα με απανωτά ξεσπάσματα των γονιών στα παιδιά τους. Απόγειο αυτής της βιαιότητας είναι η στιγμή που δίνουν την κόρη τους για παντρειά στον παντοπώλη. Με αφορμή αυτήν την πράξη ο μικρός το σκάει και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι της μετανάστριας από την Αιθιοπία. Εκεί αρχίζει το ξετύλιγμα ενός άλλου γολγοθά. Η γυναίκα αυτή δούλευε ως οικιακή βοηθός μέχρι που έμεινε έγκυος και το έσκασε για να γλιτώσει την απέλαση. Έπειτα ζούσε ως καθαρίστρια σε ένα λούνα παρκ και φύλακας σε τουαλέτες, όπου σε μια απ' αυτές φύλαγε τον μικρό της γιο για να μην τον αφήσει μόνο στο σπίτι. Από την άλλη το σπίτι της ήταν μια τρώγλη σε μια βρώμικη φαβέλα όπου ανάμεσα σε κουρέλια και λαμαρίνες μεγαλώνει τον μικρό της. Όμως παρά την επικρατούσα αίσθηση της βρωμιάς, εκείνη διατηρεί την καθαρότητα του σπιτικού της. Μετά τη σύλληψή της από την αστυνομία, ο μικρός προσπαθεί να βρει τρόπους να επιβιώσει με τον μπόμπιρα. Σαν λύση σκέφτεται να πουλήσει ναρκωτικά. Αν κι η προσπάθεια του ξεκινάει καλά, τελικά καταλήγει να πέσει θύμα μπούλινγκ από χρήστες. Επίσης όσα λεφτά είχε προλάβει να βγάλει τελικά τα χάνει καθώς το σπίτι στο οποίο έμενε με τον μικρό, σφραγίζεται ξαφνικά από τον ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν εμφανίζεται ποτέ. Ο μικρός παραδίδει τον μικρό στον διακινητή κι επιστρέφοντας σπίτι μαθαίνει τον θάνατο της αδελφής του. Οι άθλιες συνθήκες των φυλακών όπου καταλήγει δε διαφέρουν με τη ζωή που κάνει στον έξω κόσμο. 
Συγχωρήστε μου το παραπάνω κατεβατό αλλά προσπάθησα να γράψω όσο πιο περιεκτικά γινόταν αυτό που παρακολούθησα στη συγκεκριμένη ταινία. Κατανοώ απόλυτα την ευαίσθητη ματιά της δημιουργού κι είναι αλήθεια πως πολλά σημεία της ιστορίας με άγγιξαν και μου 'σφιξαν την καρδιά αλλά αυτός ο καταιγισμός των παραπάνω συμβάντων δημιουργεί κατά τη γνώμη μου αντίστροφα αποτελέσματα από τις προσδοκίες της δημιουργού. Κι εδώ έρχομαι να συμφωνήσω με αρκετούς κριτικούς που δήλωσαν πως η ταινία είναι ένα συναισθηματικά εκβιαστικό έργο που περιγράφει με υπερβολή την επιβίωση δυο μικρών παιδιών. 
Σίγουρα η ζωή των προσφύγων είναι μία κόλαση που πολλοί από μας δεν θα καταφέρουμε ποτέ να κατανοήσουμε. Είμαι βέβαιος πως όλα όσα έδειξε η ταινία έχουν συμβεί. Όπως είχα διαβάσει σε ένα άλλο άρθρο, είχε προηγηθεί μεγάλη έρευνα για τη ζωή των προσφύγων πριν γυριστεί η ταινία ενώ η δημιουργός είχε δηλώσει σε συνέντευξή της πως απ' αυτά που έμαθε διαπίστωσε πως η ζωή των προσφυγόπουλων είναι πολύ πιο δύσκολη κι απάνθρωπη απ' αυτό που η ίδια έδειξε μέσα από το έργο της. Θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί της, όμως θεωρώ πως η υπερβολή της συγκεκριμένης ταινίας δημιουργεί έναν έντονο ενοχικό αίσθημα για το οποίο δε ξέρω κατά πόσο βγαίνει σε καλό. 
Όμως η ταινία είχε αρκετά σημεία τα οποία θεωρώ αξιοσημείωτα καθώς την κάνουν να ξεχωρίζει. Πρώτα απ' όλα οι ερμηνείες όλων των προσώπων είναι εκπληκτικές, ειδικά των δυο μικρών παιδιών. Κανένα απ τα πρόσωπα που έπαιξαν δεν είναι ηθοποιός. Αντιθέτως όλοι τους έχουν ένα βαρύ προσφυγικό και μεταναστευτικό ιστορικό, κάτι που τους πρόσθετε μια αυθεντικότητα στις ερμηνείες τους καθώς όλοι τους έχουν βιώσει παρόμοιες καταστάσεις με αυτες που παρουσιάζει η ταινία. Κι εκεί παραδέχομαι την δημιουργό γι' αυτό που κατάφερε να πετύχει. 
Επίσης κρατάω τον συγκλονιστικό μονόλογο του μικρού. Το τηλεφωνικό του ξέσπασμα μέσα από την φυλακή μετατρέπεται σε ένα συνταρακτικό κατηγορώ ενάντια στο σύστημα, την κοινωνία και την ίδια του την οικογένεια. Σε κείνο το σημείο ρούφηξα λέξη-λέξη τα γεμάτα συναισθήμα λόγια του. Ίσως όλη η ουσία της ταινίας να βρίσκεται σ' αυτό το φορτισμένο πεντάλεπτο.
Τέλος είναι το άκρως συγκινητικό κι ελπιδοφόρο φινάλε του έργου. Μια ανάσα ανακούφισης και ένα δάκρυ χαράς που σε βοηθάει να βγεις λιγότερο βαρύς από την σκοτεινή αίθουσα. 
Το "Καπερναούμ" είναι μια αξιόλογη κι ενδιαφέρουσα προσπάθεια στο να 'ρθουμε πιο κοντά στον κόσμο των προσφύγων. Να συνειδητοποιήσουμε τι είναι αυτό που συμβαίνει στη Μέση Ανατολή, οδηγώντας πολλές βασανισμένες ψυχές προς την Ευρώπη για καλύτερες συνθήκες ζωής κι ένα μέλλον πιο ανθρώπινο κι αξιοπρεπές. 
Σίγουρα αυτού του είδους οι ταινίες είναι ένα ισχυρό όπλο κατά της ξενοφοβίας και του μίσους. Κι αυτός είναι ο βασικότερος λόγος που τις κάνει σημαντικές κι απαραίτητες στους σκοτεινούς καιρούς που διανύουμε. Όμως κατά τη γνώμη μου καλό είναι να πιάνονται μια μια οι πτυχές και να αναλύονται λίγο πιο εξονυχιστικά τα προβλήματα που υπάρχουν κι όχι να προσφέρονται όλα μαζεμένα στο πιάτο του θεατή, διότι μ' αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια περίεργη σαλάτα αναφορών που δεν καταφέρνουν να εστιάσουν στα βαθύτερα προβλήματα αυτών των ανθρώπων αλλά και να απαντήσουν στα δικά μας ερωτήματα για την φλεγόμενη κατάσταση της Μέσης Ανατολής. 
Για μένα σημασία δεν έχει να επιτευχθεί η συμπόνοια των συνειδητοποιημένων κι ευαίσθητων πολιτών του δυτικού κόσμου αλλά να δημιουργηθούν οι βάσεις για έναν εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ των κοινωνιών που είναι τελείως διαφορετικές μεταξύ τους μ' αποτέλεσμα να τις χωρίζει ένα μεγάλο κι επικίνδυνο χάσμα. 

Βαθμολογία: 6/10

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Μια Προσωπική Ιστορία


Η προβολή της νέας ταινίας των αδελφών Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι είναι μια από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς. Το ότι είναι η τελευταία ταινία που γυρίζεται από τους δυο σπουδαίους Ιταλούς δημιουργούς, της δίνει περισσότερη αξία. Για μένα ήταν μια συναισθηματικά φορτισμένη βραδιά σε ένα κατάμεστο Άστορ. Όσο για την ταινία, ίσως είναι η καλύτερη ιστορία με την οποία ολοκλήρωσαν την κινηματογραφική τους προσφορά οι αδελφοί Ταβιάνι. 
Η ιστορία μας επιστρέφει στα χρόνια του ιταλικού εμφυλίου όπου παρτιζάνοι με φασίστες αλληλοσφάζονται την ώρα που οι Σύμμαχοι επελαύνουν από τον νότο. Μέσα σ' αυτή τη κόλαση της ιταλικής υπαίθρου ένα ερωτικό τρίγωνο επανέρχεται να στοιχειώσει τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Ο Μίλτον είναι ένας εσωστρεφής νέος που ερωτεύεται παράφορα τη Φούλβια. Με το ίδιο πρόσωπο είναι ερωτευμένος κι ο παιδικός του φίλος Τζόρτζιο. Σύντομα εκτυλίσσεται ένα ιδιαίτερο παιχνίδι ανάμεσα στα τρία αυτά πρόσωπα. Ο Μίλτον δυσκολεύεται να εκφραστεί στη Φούλβια ενώ ο Τζόρτζιο που είναι πιο διαχυτικός έρχεται κοντά της. Όμως ο πόλεμος βρίσκει και τους τρεις στο μεταίχμιο καθώς η Φούλβια επιστρέφει στο Τορίνο για να αποφύγει τους βομβαρδισμούς ενώ οι δυο παιδικοί φίλοι εισχωρούν στους παρτιζάνους για να πολεμήσουν τους φασίστες. 
Τα ερωτήματα του παρελθόντος θα επιστρέψουν για τον Μίλτον όταν βρεθεί τυχαία στην έπαυλη που έκανε μαθήματα αγγλικών στην Φούλβια. Εκεί θα συναντηθεί με την υπηρέτρια του σπιτιού κι η συζήτηση που θα χουν θα του δημιουργήσει έντονους προβληματισμούς που θα αρχίσουν να τον βασανίζουν καθώς μαθαίνει πως ο Τζόρτζιο με την Φούλβια προχώρησαν σε δεσμό. Από εκείνη τη στιγμή θα αρχίσει να αναζητά τον φίλο του στα βουνά προσπαθώντας να μάθει αν τελικά αυτό που έμαθε ήταν αλήθεια. 
Όμως ο Τζόρτζιο πιάνεται αιχμάλωτος από τους φασίστες κι ο Μίλτον ξεκινήσει ένα κυνήγι κεφαλών προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει έναν ζωντανό φασίστα για να τον ανταλλάξει με τον φίλο του. Όσο περνούν οι μέρες η κατάσταση στο μυαλό του πρωταγωνιστή περιπλέκεται. Η δυσκολία του να βρει κάποιον φασίστα ζωντανό με τις στιγμές του παρελθόντος που έρχονται απανωτά στη θύμησή του αρχίζουν να τον αρρωσταίνουν. Η παράνοια του πολέμου θα μπλεχτεί με την ερωτική τρέλα οδηγώντας τον Μίλτον κοντά στο θάνατο. 


Οι σπουδαίοι Ιταλοί σκηνοθέτες μας επιστρέφουν ξανά στην εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Ιταλικής Αντίστασης που τις έζησαν και μπορούν να τις εξιστορήσουν με τον πιο λυρικό τρόπο καθώς μπλέκουν την ιστορία ενός ανθρώπου με τα γεγονότα ενός ολόκληρου λαού. Πέρα όμως απ' αυτό, καταφέρνουν για μια ακόμη φορά, μέσα από τους διαλόγους και τις δοκιμιακές σκέψεις των πρωταγωνιστών να περάσουν μια ενδελεχής ματιά στα κοινωνικά θέματα, στην ιστορική ανάλυση των γεγονότων και στα εγκλήματα που διαπράχτηκαν. 
Η ποιητική ματιά των αδελφών Ταβιάνι επιβεβαιώνεται με τον τρόπο που ξεκινάει η ταινία. Μέσα από ένα πέπλο ομίχλης ξεπηδά ο πρωταγωνιστής δημιουργώντας μ' αυτόν τον τρόπο μια αύρα μυστηρίου που εντείνεται με την εσωστρέφεια του. Το στόμα του παραμένει ερμητικά κλειστό συγκρατώντας με δυσκολία τα συναισθήματα που ξεχειλίζουν αβίαστα μέσα από τα εκφραστικότατα του μάτια. Οι σκέψεις του και οι προθέσεις του γίνονται εύκολα αντιληπτές σε όλους. Ο έρωτάς του για την Φούλβια δεν μπορεί να κρυφτεί κι αμέσως πέφτει θύμα των καπρίτσιων της κοπέλας, η οποία ταλαντεύεται μεταξύ εκείνου και του φίλου του Τζόρτζιο. Ο Μίλτον αναζητά τρόπους να της εκδηλώσει την αγάπη του αλλά πάντα βρίσκει δικαιολογίες για να τον εμποδίσουν. "Αν κάνει επτά βήματα θα της πω πως την αγαπώ" σκέφτεται ευελπιστώντας πως η μοίρα θα του δώσει την σωστή απάντηση για το αν αξίζει να ανοιχτεί ή όχι. Όμως η τύχη πηγαίνει σε αυτούς που ρισκάρουν κι όχι σ' αυτούς που διστάζουν. Κι εκεί είναι που χάνει στο ερωτικό παιχνίδι, κάτι το οποίο συνειδητοποιεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. 
Ο λόγος για τον οποίον ο Μίλτον θέλει να σώσει τον Τζόρτζιο δεν είναι μόνο επειδή είναι ο παιδικός του φίλος αλλά για να μάθει την αλήθεια. Κι όσο δυσκολεύεται να βρει μια λύση που θα τον φέρει πιο κοντά με τον Τζόρτζιο τόσο η παράνοια τον πνίγει. Σε στιγμές σιωπηλής αυτογνωσίας ψιθυρίζει πως "δεν είναι καλός άνθρωπος" συνειδητοποιώντας πως όλο αυτό το κυνήγι για να σώσει τον φίλο του οφείλεται στον αχαλίνωτο εγωισμό του. Έρχεται όμως η στιγμή που η παράνοια υπερτερεί της λογικής κι ο Μίλτον γίνεται έρμαιό της. Ο πόλεμος έρχεται σε δεύτερη μοίρα και το μόνο που τον νοιάζει είναι να γυρίσει πίσω τον χρόνο για να εκδηλώσει όλα αυτά που νοιώθει για την Φούλβια. Η τρέλα θα τον οδηγήσει ξανά στην έπαυλη, η οποία έχει ποια καταληφθεί από τους φασίστες. Με απλανές βλέμμα παρατηρεί τον εχθρό. Δεν φοβάται τον θάνατο αλλά δεν θέλει κιόλας να πεθάνει. Γι' αυτό ξεκινάει ένα επικίνδυνο παιχνίδι μαζί του στο οποίο τελικά βγαίνει νικητής. Πάνω στο βουνό με καθαρά αέρα στα ανοιγμένα του πνευμόνια συνειδητοποιεί το μεγαλύτερο προσόν που έχει και δεν έχει εκτιμήσει μέχρι τώρα. Εκείνος είναι ακόμα ζωντανός ενώ πιθανότατα ο Τζόρτζιο έχει εκτελεστεί από τους φασίστες. Με ένα χαμόγελο στα χείλη γνωρίζοντας πως όλη η ζωή είναι μπροστά του, χάνεται ξανά σε ένα πέπλο ομίχλης. Εξάλλου το μέλλον κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει.


Παράλληλα με το προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή, παρακολουθούμε το δράμα του ιταλικού λαού που ζει τον αλληλοσπαραγμό του εμφυλίου. Δυνατές εικόνες ξεπηδούν στην μεγάλη οθόνη, όπου πολλές απ' αυτές λειτουργούν σαν γροθιά στο στομάχι. Εικόνες που πρέπει να δουν όσοι επιθυμούν σήμερα πολέμους και σφαγές. 
Συγκλονιστική η σκηνή όπου μια ολόκληρη οικογένεια βρίσκεται σφαγμένη έξω από το σπίτι της. Ανάμεσα στα πτώματα είναι ξαπλωμένο κι ένα μικρό κοριτσάκι που ζει ακόμα αλλά δεν μπορεί να αφήσει την νεκρή της μητέρα. Σηκώνεται για λίγο, πηγαίνει μέσα στο σπίτι να πιει νερό κι επιστρέφει να ξαπλώσει δίπλα στο πτώμα της. Μέσα απ' αυτή τη σκηνή όπου κυριαρχεί ο ζόφος του θανάτου, υπάρχει ένα ψήγμα ελπίδας πως η ανθρωπότητα ίσως διατηρήσει κάτι από την αγνότητά της μέσα από την επιβίωση αυτού του μικρού κοριτσιού.
Δυνατή σκηνή επίσης αυτή που ο πρωταγωνιστής συναντά τους γονείς του στην πόλη. Αν και διστάζει αρχικά να τους μιλήσει για να μην καρφωθεί στους φασίστες, η ανάγκη του τον οδηγεί στο να τους πάρει αγκαλιά. Σαν αερικό εμφανίζεται από πίσω τους και σαν φάντασμα εξαφανίζεται στα γύρω στενά. Η μητέρα του με δυσκολία κρατιέται για να μη τον φωνάξει με το όνομά του. Πόσοι γονείς πέρασαν αυτό το απάνθρωπο δράμα του φόβου να μη ξαναδούν τα παιδιά τους ζωντανά.
Επίσης μου προκάλεσε ανατριχίλα το παρανοϊκό βλέμμα ενός αιχμάλωτου φασίστα. Όταν ο Μίλτον φτάνει σ' αυτήν την ταξιαρχία και ζητάει να πάρει τον φασίστα για να τον ανταλλάξει με τον παιδικό του φίλο, ο αρχηγός της αντάρτικης ομάδας του εξηγεί πως του είναι εντελώς άχρηστος καθώς προσπάθησαν την προηγούμενη μέρα να τον ανταλλάξουν με άλλους αιχμαλώτους αλλά οι φασίστες δεν τον ήθελαν πίσω. Ο αιχμάλωτος τρελαίνεται από την προδοσία των δικών του. Γνωρίζοντας πως το τέλος του είναι κοντά προσπαθεί να το καθυστερήσει διασκεδάζοντας τους αντάρτες. Όμως το βλέμμα του κι οι κραυγές που βγάζει δείχνουν τον πανικό που τον διακατέχει και τον φόβο για τον επερχόμενο θάνατο. Το τέλος έρχεται με μια τουφεκιά που σταματάει μονομιάς τις τζαζ μελωδίες που προσποιείται πως βγάζει. 
Η πιο συγκλονιστική όμως στιγμή ήταν η εκτέλεση ενός μικρού αγοριού ως αντίποινα της δολοφονίας ενός λοχία φασίστα. Ο δισταγμός του αξιωματικού που θα δινε την εντολή καθώς γνώριζε την οικογένεια του ετοιμοθάνατου νέου αλλά κι η απόγνωση του νεαρού που μετατράπηκε σε θάρρος μπροστά στο θάνατο ήταν μια συνταρακτική σκηνή τρέλας και παραλογισμού.



Το αίσθημα όμως που κυριαρχεί καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι η ελπίδα. Παρά τις κακουχίες, τα μίση και τον απέραντο πόνο, όλα τα πρόσωπα της ιστορίας ελπίζουν. "Πότε θα τελειώσει επιτέλους αυτός ο πόλεμος;" ρωτάει μια γυναίκα τον πρωταγωνιστή. "Τον Μάιο" της απαντάει εκείνος με μία αβάσιμη σιγουριά. Τον κόκκινο Μάιο που τα λουλούδια έχουν ήδη ανθίσει γεμίζοντας ευωδιές και χρώματα τη φύση ενώ τα ανθρώπινα συναισθήματα βρίσκονται σε έξαρση καθώς έρχεται το καλοκαίρι.
Με την ίδια ελπίδα βλέπει μια έγκυος γυναίκα τα συμμαχικά βομβαρδιστικά που οδεύουν προς τον βορρά και παρακαλάει να λήξει γρήγορα ο πόλεμος με κατάληξη την πολυπόθητη ήττα του φασισμού για να κυριαρχήσει η παγκόσμια ειρήνη. Αυτές τις ευχές κάνει και χαϊδεύει στοργικά τη φουσκωμένη της κοιλιά.
Στη σπάνια ομορφιά της ταινίας, έπαιξαν σημαντικό ρόλο κι οι ταιριαστές ερμηνείες των ηθοποιών όπου επικρατεί ένας λιτός ρεαλισμός χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές. Οι δημιουργοί εστιάζουν κυρίως στα βλέμματα των ηρώων και στις νευρικές κινήσεις των χεριών τους. Ο τρόπος που καπνίζει ο πρωταγωνιστής διαφέρει ανάλογα με τη συναισθηματική του έξαρση. Παρατηρώντας τις ερμηνείες των προσωπων δε ξέρεις που τελειώνει η μαεστρία των δημιουργών κι αρχίζει ο αυτοσχεδιασμός των ηθοποιών. Ένα στοιχείο που προσδίδει μια θεατρική διάθεση στο έργο.
Το «Μια Προσωπική Ιστορία» είναι ένα μείγμα πολεμικού δράματος, ρομαντικής ιστορίας και πολιτικής ανάλυσης που όλα μαζί σχηματίζουν μια αυθεντική περιπέτεια στην καρδιά της Ιταλίας. Για μία ακόμη φορά οι Ταβιάνι βρίσκουν τον τρόπο να ενώσουν πτυχές της ιταλικής ιστορίας, μνήμες που έζησαν και γεγονότα που άκουσαν και διάβασαν και να τα παρουσιάσουν σε μια ελκυστική συναισθηματική διαδρομή όπου πολλές μικρές προσωπικές ιστορίες δημιουργούν την μεγάλη ιστορία ενός λαού. Ένας αέναος κύκλος γεμάτος συναισθηματικά αδιέξοδα και δύσκολες λύσεις, παρουσιάζοντας με άκρως γοητευτικό τρόπο τον αληθινό άθλο που λέμε ζωή.
Η τελευταία ταινία των αδελφών Ταβιάνι είναι ο πιο γλυκόπικρος επίλογος που θα μπορούσαν να μας προσφέρουν.

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Άνοιξε τα φτερά του ο Μπρούνο Γκανζ


Είναι λίγες οι προσωπικότητες των τεχνών που σε κερδίζουν με την ευγενική τους αύρα. Ο Μπρούνο Γκανζ είναι ένας απ' αυτούς. Τον λατρέψαμε μέσα από τις ταινίες του Βιμ Βέντερς και τον θεωρήσαμε δικό μας άνθρωπο με την εξαιρετική συνεργασία που είχε με τον κ.Θόδωρο Αγγελόπουλο. Ο μοναδικός ηθοποιός που τόλμησε να εξανθρωπίσει την μορφή του Χίτλερ και να κάνει ελκυστική την κάθοδο στην κόλαση οδηγώντας τον Τζακ του Λαρς Φον Τρίερ στο Καθαρτήριο του Δάντη. 
Ζούσε την κάθε του ερμηνεία, προσθέτοντας μια σχέση οικειότητας μεταξύ ερμηνευτικού ρόλου και κινηματογραφόφιλου θεατή. Μετά από κάθε ταινία που έπαιζε σκεφτόμουν έντονα του ατέρμονο ταλέντο του. Δε κρύβω πως γέλασα μέσα από την καρδιά μου όταν διαβάζοντας μια συνέντευξή του έπεσα στην παρακάτω αφήγηση: "Όταν γυρίζαμε Τα φτερά του έρωτα, αυτό που συνέβη ήταν σχεδόν ένα θαύμα. Ήταν φανταστικό να περπατάς και να ακούς τις σκέψεις των ανθρώπων. Βέβαια, το κάναμε εμείς οι ίδιοι και ήταν μέρος του γυρίσματος. Όμως, εγώ, ως ηθοποιός, ως Μπρούνο Γκανζ, μερικές φορές είχα την αίσθηση ότι έκανα κάτι εξαιρετικό και, κάποιες στιγμές, κάτι ουράνιο, υπερβατικό. Αλλά αυτό που με άγγιξε πιο βαθιά ήταν ότι για αρκετούς μήνες μετά την κυκλοφορία της ταινίας, οι άνθρωποι –και κυρίως οι γυναίκες – με αναγνώριζαν, στο Βερολίνο και αλλού, και με τα μάτια τους ορθάνοιχτα μού έλεγαν: «Είναι ο φύλακας άγγελος!» σαν να πίστευαν ότι πράγματι ήμουν άγγελος. Και οι άνθρωποι μέσα στα αεροπλάνα όπου επέβαινα λέγανε: «Α, δεν χρειάζεται να φοβόμαστε, γιατί με σας εδώ, τίποτα δεν μπορεί να συμβεί. Τώρα είμαστε ασφαλείς». Και δεν αστειεύονταν. Φυσικά, ήξεραν ότι ήμασταν πραγματικοί άνθρωποι αλλά κατά κάποιο τρόπο ένιωθαν διαφορετικά… είναι περίεργο. Δεν ξέρω τι συνέβη στ’ αλήθεια. Ήταν ένα υπέροχο συναίσθημα. Το λάτρευα. Γιατί αυτό σημαίνει πιο πολλά για μένα, από το να μου έλεγαν οι άνθρωποι «είσαι ένας πολύ καλός ηθοποιός» ή «λατρεύω τη δουλειά σου». Αν σου λένε όμως «Ω, είσαι ένας άγγελος!» είναι κάτι σαν θαύμα. Κατά κάποιο τρόπο έγινα πράγματι άγγελος. Και ποιος άλλος εκτός από μένα μπορεί να έχει μια τέτοια εμπειρία στη ζωή του;".
Λάτρεψα τη μορφή του μέσα από της περιπλανήσεις του στην ομιχλώδης προκυμαία της Θεσσαλονίκης και δάκρυσα όταν με πόνο ρώτησε την μάνα του γιατί οι άνθρωποι δεν ξέρανε πως να αγαπήσουνε. Ένα ερώτημα που μέχρι σήμερα βασανίζει και μένα.
Κλείνοντας θα ήθελα να θυμίσω μία ακόμη άποψη του Μπρούνο Γκανζ που διάβασα κι αγάπησα από μια συνέντευξή του. «Θα ήθελα πολύ να δω ένα φιλμ που να επικρατεί ησυχία, δηλαδή να μην ακούγεται τίποτα άλλο εκτός από τις συνομιλίες των ηθοποιών ή το φύσημα του ανέμου, λέει. Και όχι μόλις ο θεατής αισθάνεται συναισθηματικά αβεβαιότητα, να τον γεμίζει κανείς μέσω της μουσικής με συναισθήματα».
Γι' αυτές τις βουβές κινηματογραφικές αίθουσες, τις πλημμυρισμένες συναισθήματα και εικόνες, θα σε τιμάω αγαπημένες μας Μπρούνο Γκανζ για όλες αυτές τις μαγευτικές στιγμές που μας πρόσφερες μέσα από τις ερμηνείες σου.
Άνοιξε τα φτερά σου για να ακούς πλέον τις σκέψεις μας από κει ψηλά.
Καλό σου ταξίδι Μπρούνο Γκανζ. 

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μακριά (2002)


Αφού με μάγεψε για μία ακόμη φορά ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν με την Άγρια Αχλαδιά κι έχοντας προσφέρει πριν μια πενταετία την πιο ποιητική και πανανθρώπινη ταινία της τελευταίας δεκαετίας, την Χειμερία Νάρκη, σκέφτηκα να αναζητήσω τις πρώτες του δημιουργίες έχοντας μεγάλη περιέργεια να ανακαλύψω κι άλλο την ευαισθησία αυτής της τόσο σπάνιας προσωπικότητας. Το "Κάποτε στην Ανατολία" ήταν ένας χείμαρρος χρωμάτων, ήχων και μουσικής αλλά κάτι του έλειπε. Γυρνώντας όμως στο 2002 βρίσκουμε το "Μακριά", την τρίτη ταινία του η οποία κατάφερε να αποσπάσει το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών και το βραβείο καλύτερης αντρικής ερμηνείας εξ ημισείας στους δύο πρωταγωνιστές του, Μουζαφέρ Οζντεμίρ και Μεχμέτ Τοπράκ. Για μένα αυτές οι δύο τόσο σημαντικές διακρίσεις της ταινίας δεν αρκούν για να επιβεβαιώσουν το εκπληκτικό ύφος και την λυρική περιγραφή ενός ακόμη αριστουργήματος του σημαντικότερου σύγχρονου Τούρκου σκηνοθέτη.
Η ιστορία μας μεταφέρει στην καρδιά της τότε οικονομικής κρίσης που περνούσε η Τουρκία. Ένας ιδιότροπος και μοναχικός φωτογράφος που ζει στην Κωνσταντινούπολη, φιλοξενεί έναν συγγενή του που έρχεται από το χωριό αναζητώντας δουλειά στην πόλη. Η έλευση του ξαδέλφου του θα διαταράξει τους καθημερινούς του ρυθμούς και θα αποσυντονίσει τη μοναχική του δίνη σε ένα ατέρμονο χάος σκέψεων στο οποίο βρίσκεται. Οι σχέσεις τους δεν υπήρξαν ποτέ θερμές κάτι που δε δυσκολεύει στη δημιουργία τριβών μεταξύ τους. Τα δυο αυτά πρόσωπα αδυνατώντας να βρουν ένα τρόπο επικοινωνίας έρχονται σύντομα σε μια σύγκρουση. Δυο διαφορετικοί κόσμοι μακριά ο ένας από τον άλλον που δυσκολεύονται να γεφυρώσουν το χάσμα που βρίσκεται ανάμεσά τους. Δυο διαφορετικές Τουρκίες που η μια πατάει στην ανατολή κι η άλλη στην δύση, των οποίων οι σημαντικές διαφορές εντείνονται με την έξαρση της οικονομικής κρίσης.  


Ο Τσεϊλάν κρατάει κρυφή το παρελθόν των δυο αυτών ανθρώπων. Χωρίς πολλές περιγραφές, τους αφήνει να περιφέρονται σε μια πανέμορφη χιονισμένη Κωνσταντινούπολη, δίνοντάς μας το ερέθισμα να σκιαγραφήσουμε εμείς ως θεατές τις προσωπικότητές τους και να αποφασίσουμε αν αυτά τα πρόσωπα μας βγάζουν μια συμπάθεια, αντιπάθεια ή αδιαφορία. Με αυτήν την τακτική μετατρεπόμαστε από θεατές σε ενεργό κομμάτι της ταινίας. Έχουμε την αίσθηση πως κατοικούμε κι εμείς στο ίδιο διαμέρισμα του φωτογράφου, σκοτώνουμε την ώρα μας παρακολουθώντας τα βλακώδη προγράμματα των πολλών τηλεοπτικών καναλιών που μας προσφέρονται κι αγναντεύουμε το πέρασμα των πλοίων από τα στενά του Βοσπόρου καπνίζοντας στο στενό μπαλκόνι. 
Οι δύο πρωταγωνιστέςπρόσωπα είναι αντικοινωνικοί κι εσωστρεφείς για διαφορετικούς λόγους. Ο φωτογράφος έχει μια μεγάλη ιστορία πίσω του καθώς νέος έφυγε από το χωριό και με πενταροδεκάρες κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει αλλά να γίνει ένας αναγνωρισμένος στο χώρο του επαγγελματίας που ξέρει να πατάει γερά στα πόδια του και να επιβιώνει σε κάθε δύσκολη στιγμή. Όμως ο διαλυμένος του γάμος τον στοιχειώνει κι επανέρχεται να τον βασανίσει όταν μαθαίνει από την πρώην γυναίκα του πως θα μεταναστεύσει με τον νέο της σύντροφο στον Καναδά. Έκτοτε ξεκινάει ένας νέος γολγοθάς. Λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ στέκονται ως αβάσταχτα βαρίδια στο λαιμό του πρωταγωνιστή, ο οποίος συνειδητοποιεί το πέρασμα του χρόνου και τη φθορά της στασιμότητας. Η σκηνή του αποχωρισμού στο αεροδρόμιο είναι μια ανεπανάληπτη σπαρακτική σκηνή πνιγμένη στο βουβό πόνο των δυο προσώπων που δεν θα ειδωθούν ποτέ ξανά. Οι μετέπειτα περιπλανήσεις του φωτογράφου στο χιονισμένο Βόσπορο εκφράζουν έντονα το δράμα που βιώνει αλλά αποφεύγει να το μοιραστεί. Η επιλεκτική μοναξιά είναι μια απόφαση θαρραλέα αλλά κι αυτοκαταστροφική. Θυσιάζεις ένα κομμάτι της ανθρώπινης πλευράς σου για να σώσεις την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητά σου.
Το άλλο πρόσωπο της ιστορίας είναι μια αγνή ψυχή που πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη πιστεύοντας πως θα βρει γρήγορα δουλειά στα καράβια. Από τη ζωή του μαθαίνουμε πως δούλευε στο ίδιο εργοστάσιο με τον πατέρα του και πως μέχρι τότε ζούσε μαζί με τους δικούς του. Αυτοί οι παράγοντες οφείλονται στην αφελέστατη αντιμετώπιση που έχει σε κάθε εμπόδιο που συναντά. Πιστεύει πως μέσα σε μια βδομάδα θα βρει μπάρκο να φύγει αλλά όταν τα βρίσκει σκούρα ζητάει από τον φωτογράφο να τον βοηθήσει να βρει μια δουλειά στην πόλη. Παράλληλα ανακαλύπτει έναν άλλον τρόπο ζωής. Αόρατος περιφέρεται στην μεγαλούπολη και με άγαρμπο τρόπο προσπαθεί να ερωτευτεί. Όμως καθώς από τη φύση του είναι ντροπαλός κι αντικοινωνικός επιστρέφει κάθε βράδυ σπίτι απογοητευμένος. 
Οπότε έχουμε δυο βασανισμένες ψυχές που περιφέρονται στις αέναες σιωπές της πόλης και ζούνε νωχελικά την καθημερινότητά τους με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Από την μια ο μοναχικός και απομονωμένος φωτογράφος  παρατηρεί τη ζωή από μια απόσταση ασφαλείας, ενώ ο ξάφελφός του κυριευμένος από μια παιδική ανησυχία συνειδητοποιεί πως έχει ανάγκη να αλλάξει τη ζωή του. Οι διαφορετικές ανάγκες και πιστεύω, θα φανούν ξεκάθαρα στη συγκατοίκηση τους η οποία θα αποβεί μοιραία, αφού οι διαφορετικοί τους κόσμοι αδυνατούν να βρούνε κοινό σημείο επαφής.


Ένα βασικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης ταινίας είναι η περιορισμένη παρουσία διαλόγων κι η διακριτική μουσική του Μότσαρτ με την οποία ντύνονται κάποιες σκηνές της ταινίας. Ο Τσεϊλάν δίνει έμφαση στους θορύβους της πόλης και στη σιωπή των προσώπων σε κοινόχρηστους χώρους όπως στα τραμ και στις προκυμαίες. Μ' αυτόν τον τρόπο αποτυπώνεται η μοναξιά κι η αποξένωση των ανθρώπων που ζουν στις μεγάλες πόλεις. Όμως η απουσία των παραπάνω στοιχείων ισορροπεί με τα μακρόσυρτα πλάνα, τα στατικά κάδρα, τα εντυπωσιακά γκρο πλαν των προσώπων όπου καθρεφτίζεται η απογοήτευση κι ενίοτε η ματαιότητα της ύπαρξης τους.
"- Τι προτιμάς στη ζωή σου, τις γκόμενες ή την φωτογραφία; - Εννοείται πως επιλέγω την φωτογραφία". Ο πιο όμορφος κι ευγενικός αποχαιρετισμός της κοινωνικής ζωής επιβεβαιώνεται σε μια συζήτηση φίλων. Η κενότητα των ανθρωπίνων σχέσεων κι οι εξαντλητικές μάχες όλων των μορφών εγωισμού, οδηγούν τους ανθρώπους σε δύο επιλογές, είτε στη θυσία της προσωπικότητας και στον απεχθή συμβιβασμό με πρόσωπα που δεν καλύπτουν τα θέλω τους είτε στην επιλεκτική μοναχικότητα και στην αναζήτηση δημιουργικών τρόπων έκφρασης όπως είναι η φωτογραφία. Και οι δυο επιλογές απαιτούν θυσίες. Η τελική συγκομιδή δείχνει αν πάρθησκε η σωστή απόφαση την κατάλληλη στιγμή, όμως αυτό γίνεται όταν όλα έχουν τελειώσει και ξεκινάει η απογραφή του βίου. Τότε που δεν υπάρχει η επιλογή της επιστροφής. Γι' αυτό πάντα υπάρχει μία αμφιβολία που μας τρώει αργά και βασανιστικά καθ όλη τη διάρκεια της ζωής μας για τις επιλογές και τις πράξεις μας.
Το διαμέρισμα του φωτογράφου έχει τα πάντα. Δικό του στούντιο για φωτογράφηση, τηλεόραση με πενήντα διαφορετικά κανάλια που δε προσφέρουν τίποτα, βίντεο για ιδιωτική προβολή ταινιών και μια πλούσια κι αξιοζήλευτη βιβλιοθήκη. Ότι χρειάζεται δηλαδή για να χτίσει κανείς τη δική του φυλακή και να ζήσει απομονωμένος απ'τον υπόλοιπο κόσμο. Η μακρόσυρτη σκηνή του Stalker που παίζει στην οθόνη με τον συνεχόμενο ήχο του βαγονιού που ολισθαίνει αργά πάνω στις ράγες και τα βουβά πρόσωπα των πρωταγωνιστών να παρατηρούν ανέκφραστα στο πουθενά εκφράζει με απόλυτη επιτυχία τον σύγχρονο τρόπο ζωής. 
Ο παραπάνω συμβολισμός δεν είναι ο μοναδικός της ταινίας. Ο Τσεϊλάν ως φωτογράφος πέρα από σκηνοθέτης, του αρέσει πολύ να παίζει με συμβολισμούς κάτι που εμπεδώσαμε στη Χειμερία Νάρκη και στο Κάποτε στην Ανατολία. Μια άλλη εκπληκτική συμβολική σκηνή που λάτρεψα ήταν το κουφάρι του πλοίου που είχε γείρει στην αποβάθρα του λιμανιού δημιουργώντας ανατριχιαστικούς ήχους σε κάθε κύμα που το χτυπούσε. Δε θα μπορούσε να περιγραφεί με πιο όμορφο τρόπο το ναυάγιο της τουρκικής κοινωνίας στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης, τα οποία βιώνουμε κι εμείς τα τελευταία εννιά χρόνια. 


Επίσης θα ήθελα να επισημάνω πως στη συγκεκριμένη ταινία ο Τσεϊλάν μνημονεύει δύο από τους σκηνοθέτες που έχουν ασκήσει έντονη επιλογή στη μέχρι σήμερα φιλμογραφία του. Ο ένας είναι ο Κισλόφσκι τον οποίον "αντιγράφει" με δύο άκρως κισλοφσκικά πλάνα μέσα από τις περιπλανήσεις του ξαδέλφου στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα στο ένα πλάνο χρησιμοποιεί το ίδιο σκοτεινό φίλτρο που είχαμε συναντήσει στην "Μικρή Ιστορία για ένα Φόνο". Ο δεύτερος μέντοράς του είναι ο Ταρκόφσκι κάτι που επιβεβαιώνεται κι από τη σκηνή του "Στάλκερ" που παρακολουθεί ο φωτογράφος στο σπίτι του.
Κλείνοντας θα θελα να πω πως η ταινία περιέχει ένα έντονο προσωπικό ύφος από τον δημιουργό της ο οποίος υπογράφει παραγωγή, σενάριο, σκηνοθεσία, φωτογραφία, μοντάζ και χειρισμό κάμερας ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους έχει επιλέξει συγγενικά του πρόσωπα. Μ' αυτόν τον τρόπο προσφέρει μια ειλικρινέστατη προσωπική δημιουργία με λιτή περιγραφή και πλάνα που κραυγάζουν απόγνωση και μοναξιά. Ένας ύμνος για όλους αυτούς τους ανθρώπους των μεγάλων πόλεων που περιφέρονται χαμένοι μέσα στους ρυθμούς της πόλης κι ασφυκτιούν απομονωμένοι στους τέσσερις τοίχους των διαμερισμάτων τους που έχουν μετατραπεί σε ιδιωτικές φυλακές. Συναντιούνται χωρίς να αλληλεπιδρούν στους δρόμους του απέραντου αστικού τοπίου με την μάσκα της κοινωνικής ταυτότητας που οι ίδιοι επιλέγουν να φορέσουν ώστε να γίνουν αρεστοί σε ανθρώπους που δεν νοιάστηκαν ποτέ. Παύουν να αγαπούν τον εαυτό τους κι αδιαφορούν απαξιωτικά για τους γύρω τους.
Το "Μακριά" είναι ένα κινηματογραφικό ποίημα που αποτυπώνει το πρόσωπο της θλίψης και της απόγνωσης ανθρώπων που έχουν περιπλανιούνται αριστοτεχνικά σε μια γωνιά των υπέροχων κινηματογραφικών πλάνων της χιονισμένης Κωνσταντινούπολης.

Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Η Παρείσφρηση


Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει ένας ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ Χόλιγουντ και Ντόναλντ Τραμπ. Ένας πόλεμος που ξεκίνησε με δηλώσεις ηθοποιών και σκηνοθετών που έχουν σταθεί απέναντι στη παρανοϊκή και ξενοφοβική ρητορική του Αμερικανού προέδρου και συνεχίστηκε με βραβεύσεις Μεξικανών δημιουργών. Φέτος η μάχη γίνεται με εξαιρετικές ταινίες που προσπαθούν να δείξουν το άλλο πρόσωπο της αμερικανικής κοινωνίας αλλά και στο να αφυπνίσουν το κοινωνικό σύνολο που παραμένει αδιάφορο κι ουδέτερο απέναντι στην έξαρση της ρατσιστικής βίας και της ξενοφοβίας. Μια απ' αυτές τις ταινίες είναι η τελευταία εξαιρετική κι άκρως πολιτικοποιημένη ταινία του Σπάικ Λι, η Παρείσφρηση.  
Η ιστορία μας γυρνάει στη δεκαετία του '70 όπου η Αμερική ζούμε έναν αόρατο εμφύλιο πόλεμο. Δύο διαφορετικές κοινωνίες έτοιμες να αλληλοσπαραχθούν, οι μεν ως άριοι που δεν επιθυμούν να μοιράζονται την ίδια γη με τους μαύρους που τους θεωρούν υποδεέστερους ανθρώπους ενώ στην αντίπερα όχθη αποτελούταν από ανθρώπους που δεν ανέχονταν άλλο την βία που ασκείται πάνω τους και την αδικία σε κοινωνικά κι επαγγελματικά θέματα. Μέσα σ' αυτόν τον αναβρασμό, υπήρχε και το αγκάθι του Βιετνάμ που εξελισσόταν σε Βατερλό για την παγκόσμια αμερικανική κυριαρχία. Σ' αυτήν την περίεργη κι επικίνδυνη περίοδο, ένας νεαρός μαύρος αποφασίζει να γίνει αστυνομικός. Βιώνοντας τον ρατσισμό μέσα στον επαγγελματικό του κύκλο, ζητάει να γίνει μυστικός πράκτορας. Λόγω του χρώματός του, τον εντάσσουν στο τμήμα πληροφοριών και του ζητάνε να παρακολουθεί τις εξελίξεις του κινήματος των μαύρων της πόλης τους. 
Μέσα απ' αυτήν την μυστική αποστολή, ένας νέος κόσμος αποκαλύπτεται στα μάτια του πρωταγωνιστή, ο οποίος απ' ότι φαίνεται είχε μεγαλώσει σε ένα προστατευόμενο περιβάλλον. Σοκαρισμένος αρχίζει να αναζητά απαντήσεις στον κοινωνικό αναβρασμό που συμβαίνει γύρω του ενώ παράλληλα αποφασίζει να παρεισφρήσει στην φασιστική KKK. Στήνοντας ένα πονηρό κόλπο με έναν άλλον αστυνομικό που έχει εβραϊκές ρίζες, εισχωρούν στα άδυτα της Κου Κλουξ Κλαν. Με σταθερές κινήσεις, παρακολουθούν τις δράσεις των δυο διαφορετικών κοινοτήτων, εμποδίζοντας στην υλοποίηση ενός άκρως επικίνδυνου αιματοκυλίσματος. Όμως η επιτυχία τους αυτή δεν σήμανε και το τέλος ενός πολέμου που κρατάει μέχρι σήμερα...  


Προσωπικά θεωρώ τη συγκεκριμένη ταινία ως μια από τις καλύτερες και πιο ώριμες ταινίες του Σπάικ Λι. Ξεκινώντας με την ιστορική και συγκλονιστική σκηνή του αιματοκυλίσματος του αμερικανικού εμφυλίου όπως αποτυπώθηκε στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος, μας μεταφέρει στην Αμερική του '70. Ρεαλιστική η παρουσίαση εκείνης της περιόδου μέσα από τα ντυσίματα των πρωταγωνιστών, τη μουσική και των ρυθμών της πόλης. Χωρίς να κουράζει καθόλου, κατευθύνει αμέσως τον θεατή εκεί που θέλει, μετατρέποντας τον σε ενεργό κομμάτι της ιστορίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να νιώθουμε την ίδια φόρτιση με το κοινό στο αμφιθέατρο που ακούει τη φράση "All power to all the people" ενώ παράλληλα μας πνίγει ένα κύμα οργής ακούγοντας τις ρητορικές μίσους και παρατηρώντας τις παρανοϊκές σκέψεις των ρατσιστών που ετοιμάζονται σε έναν ανελέητο πόλεμο με σκοπό να αφανίσουν την κοινότητα των μαύρων.
Αν και στερείται πολιτικών επιχειρημάτων, η ταινία περνάει επιτυχώς το πάθος της μαύρης κοινότητας που απαιτεί αξιοπρέπεια, ελευθερία και ίσα δικαιώματα. Εκεί θα προτιμούσα λίγη παραπάνω εμβάθυνση αν κι αντιλήφθηκα πως ο δημιουργός ήθελε να επικεντρωθούμε σε άλλα θέματα πιο φλέγοντα καθώς ο Σπάικ Λι εκφράζει με τον δικό του τρόπο ένα ισχυρό κατηγορώ προς τον Ντόναλντ Τραμπ, τους ρατσιστές, το πολιτικό σύστημα καθώς και την ανελέητη αστυνομική βία απέναντι στους μαύρους πολίτες της χώρας. 
Στα σημεία που η ταινία παίρνει άριστα είναι η ισορροπημένη πλοκή, η εκπληκτική μουσική που δένει όλες τις σκηνές και φυσικά οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών ακόμη και του Άνταμ Ντράιβερ που δεν μ' είχε πείσει σε καμία του ερμηνεία ως σήμερα. Αυτός όμως που κέρδισε τις εντυπώσεις καθώς μου φάνηκε τελείως αλλόκοτη η ερμηνεία του είναι το νεοφερμένου Τζον Ντέιβιντ Ουάσιγκντον. Σίγουρα θα τραβήξει το ενδιαφέρον μας στις επόμενες κινηματογραφικές επιλογές του. Άκρως γοητευτική κι η Λάουρα Χάρριερ η οποία εξέπεμπε ένα εκρηκτικό μείγμα επαναστατικού πάθους και τσαχπινιάς κερδίζοντας τη συμπάθειά μου από την πρώτη σκηνή που εμφανίστηκε. Επίσης δε μπορώ να μη σχολιάσω την εκπληκτική ομοιότητα του Τόφερ Γκρέις με τον Μέγα Μάγιστρο Ντέιβιντ Ντουκ. Αυτό που μου έμεινε από τους συγκεκριμένους πρωταγωνιστές είναι οι εσωτερικές αφυπνίσεις των δυο πρωταγωνιστών, του ενός ως Εβραίου που ποτέ δεν ασχολήθηκε με το παρελθόν του μέχρι που τον τσίγκλισαν οι ρατσιστές κάνοντάς τον να αναζητήσει τις εθνικές του καταβολές ενώ για τον άλλον αστυνομικό αρχίζουν να ξυπνούν οι επαναστατικές του τάσεις κι η επιθυμία του να αγωνιστεί ενάντια στην αδικία των έγχρωμων συμπατριωτών του.


Ο Σπάικ Λι δεν μένει στην περιγραφεί των γεγονότων του Κολοράντο. Με έναν αφελέστατο τρόπο μας παρουσιάζει την προπαγανδιστική δύναμη του κινηματογράφου. Από το "Όσα Παίρνει ο Άνεμος" με τη συγκλονιστική σκηνή των τραυματιών του εμφυλίου κάτω από τη σημαία των Νοτίων στα πλάνα της "Γέννησης ενός Έθνους" το οποίο παρακολουθούν εκστασιασμένοι οι ακροδεξιοί της Κου Κλουξ Κλαν. Ο κινηματογράφος κάποτε και η τηλεόραση σήμερα παίζουν σημαντικό ρόλο στην δημιουργία ιδεολογιών, απόψεων και πράξεων. Μία αντιδημοκρατική τάση που στη χώρα μας την έχουμε βιώσει κι εξακολουθούμε να βιώνουμε από τα συστημικά μέσα μαζικής προπαγάνδας (για όσους εξακολουθούν να έχουν ανοιχτές τις τηλεοράσεις τους).
Η κορύφωση της ταινίας έρχεται απρόοπτα στο τέλος, κάτι με το οποίο ο σκηνοθέτης καταφέρνει να προκαλέσει σε όλους μας την επιθυμητή ανατριχίλα. Από τον φλεγόμενο σταυρό στην κορυφή ενός λόφου περνάμε στο παρόν όπου οι ακροδεξιοί της Αμερικής έχουν βγει πάλι στους δρόμους και οι πόλεις έχουν αρχίσει να γεμίζουν πάλι με κραυγές μίσους και πόνου. Οι ομιλίες του Τραμπ φανερώνουν το ύπουλο κουκούλωμα της αστικής τάξης προς κάθε ακροδεξιό έγκλημα που συνεπάγεται με το πονηρό κλείσιμο του ματιού προς τον σημερινό φασισμό που έχει αρχίσει να επανεμφανίζεται σε Ευρώπη κι Αμερική. 
Όμως το κερασάκι στην τούρτα με το οποίο κλείνει η ταινία προκαλώντας ένα ανατριχιαστικό μούδιασμα στους ευσυνείδητους θεατές είναι το αμάξι του φασίστα που έπεσε με μανία σε μια ειρηνική πορεία κατά του ρατσισμού και της βίας που είχε διοργανωθεί στο Σαρλοτσβιλ της Βιρτζίνια το 2017. Ένα γεγονός που μας είχε συνταράξει τότε κι απ' ότι φαίνεται έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη μας. 
Μπορεί η ταινία να χει αρκετά λάθη και σεναριακά κενά αλλά αυτό που μένει στο τέλος είναι η μεγάλη μας ανάγκη για πολιτικές ταινίες που μας δείχνουν κατάμουτρα την έλευση του φασισμού. Επιθυμούμε ψύχραιμες ματιές που κοιτούν σε βάθος την επικαιρότητα και βάσιμες κατηγορίες που λέγονται έξω από τα δόντια. 
Προσωπικά θα χαρώ πολύ αν την δω με το όσκαρ καλύτερης ταινίας.

Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

Εγώ, η Όλγα



Είναι πλέον βέβαιο πως το 2019 ήρθε με σκοπό να μας τραβήξει ξανά στις αγαπημένες μας σκοτεινές αίθουσες, καθώς κάθε Πέμπτη έχουμε την είσοδο τουλάχιστον δυο ταινιών που αξίζουν την προσοχή μας, όπως το τσέχικο διαμαντάκι των Πετρ Κάζντα και Τόμας Βάινρεμπ. Τα ασπρόμαυρα πλάνα του και το εντυπωσιακό του τρέιλερ υπόσχονταν για ένα ατμοσφαιρικό δράμα που συνηθίζει να μας προσφέρει ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος. Για μία ακόμη φορά οι προσδοκίες μου επαληθεύτηκαν κι ένα ακόμη έργο προστέθηκε στις καλές ταινίες της χρονιάς. 
Η ιστορία βασίζεται σε ένα γεγονός που συνέβη το καλοκαίρι του 1973 στην Πράγα. Μια νεαρή κοπέλα οδηγώντας ένα φορτηγό ανέβηκε σ' ένα πεζοδρόμιο παρασέρνοντας είκοσι ανθρώπους και σκοτώνοντας οκτώ απ΄αυτούς. Η ίδια θα παραδεχτεί την ενοχή της στο δικαστήριο, κάτι που θα την οδηγήσει στην αγχόνη. Μ' αυτήν την κατάληξη, η 22χρονη Όλγα Χεπνάροβα έγινε η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας. Πάνω σ' αυτήν την μαζική δολοφονία των κατοίκων της Πράγας πάτησαν οι δημιουργοί της ταινίας, αναζητώντας τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν την νεαρή Όλγα σ' αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα. 
Η ταινία προσεγγίζει με αυστηρή ειλικρίνεια όλες τις πτυχές της ιστορίας. Η Όλγα είναι μία αντικοινωνική κοπέλα που ασφυκτιά στον οικογενειακό της κύκλο. Οι σχέσεις της με τους συγγενείς είναι τεταμένες και ψυχρές. Η ίδια δηλώνει στα γενέθλιά της πως θέλει να φύγει μακριά από το σπίτι μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας που την οδήγησε στον εγκλεισμό της σ' ένα ίδρυμα. Από τον χλευασμό της μάνας της που την χαρακτήρισε αδύναμη ακόμα και στο να αυτοκτονήσει πέφτει θύμα κακοποίησης από τα υπόλοιπα κορίτσια που βρίσκονται έγκλειστα στο ίδιο ίδρυμα. Η Όλγα αντιμετωπίζει βουβά την βιαιότητα που υφίσταται απ όλες τις πλευρές. Μοναδική της διαφυγή η μοναχικότητα και το γράψιμο. Δηλώνει πως νιώθει ευτυχισμένη μακριά από τους ανθρώπους και ήρεμη κάθε φορά που συμπεριφέρεται όπως η ίδια επιθυμεί. 
Φεύγοντας από το πατρικό της προσπαθεί να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της. Το απομονωμένο σπιτάκι στο δάσος θα είναι το προσωρινό της καταφύγιο, μακριά από ανθρώπους που νιώθει πως της κάνουν κακό. Η Όλγα θα αρχίσει να εργάζεται σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων κι από αποθηκάριος θα γίνει οδηγός. Παρά την προκλητικά αργόσχολη στάση των άλλων συναδέλφων της, εκείνη δεν πτοείται και συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες της με τυπική υπευθυνότητα. Παρηγοριά της τα βιβλία κι η αναζήτηση της σεξουαλικής της ταυτότητας. Συνειδητοποιώντας πως είναι λεσβία, αρχίζει μια νέα προσπάθεια επίτευξης μιας σωτήριας ψυχικής ισορροπίας μέσα από τις ερωτικές της σχέσεις. Όμως οι προδοσίες θα την πληγώσουν ανεπανόρθωτα, κλείνοντάς την ξανά στο καβούκι της. 
Αρχίζει πλέον να επικρατεί η παράνοια. Η αδιαφορία της Όλγας απέναντι στην κοινωνία μετατρέπεται σε μίσος. Η αυτοκτονία είναι για 'κείνην η μόνη λύση στα ατέρμονα αδιέξοδα της. Η απώλειά της όμως γίνεται συνάμα ένα δώρο σε όλους αυτούς που την μείωσαν, την ξευτέλισαν και την εκμεταλλεύτηκαν. Αποφασίζει να ορίσει το τέλος της αλλιώς. Η απολογητική της επιστολή για το έγκλημα που είναι έτοιμη να διαπράξει είναι μία κραυγή απόγνωσης όχι για την ίδια αλλά για όλες τις υπόλοιπες κακοποιημένες ψυχές που φοβούνται να μιλήσουν. Όμως ο υπέροχος λόγος της δεν την απαλλάσσει από το έγκλημά της ούτε δικαιολογεί την επιλογή της συγκεκριμένης πράξης. Την πιο σωστή απάντηση της την δίνει ο δικηγόρος της που της λέει πως η ίδια απέδωσε το κακό που έλαβε με ένα μεγαλύτερο κακό. Τίποτα παραπάνω από μια τρύπα στο νερό, καθώς στα μάτια του κόσμου η κοπέλα είναι μια τρελή δολοφόνος κι όχι μια ιδεαλίστρια. Είναι η στιγμή που η Όλγα συνειδητοποιεί πως το τέλος της θα είναι αμείλικτο τόσο για την ίδια όσο και για τις ιδέες της. 


Οι δημιουργοί της ταινίας μπορεί να μην χαρίζονται στην εύθραυστη προσωπικότητα της Όλγας αλλά δεν αφήνουν στο απυρόβλητο κι όλους αυτούς τους παράγοντες που την οδήγησαν στο έγκλημα. Ξεκινούν με την οικογένεια της πρωταγωνίστριας που στέκει απέναντί της ψυχρή κι απόμακρη. Έχουν χτίσει ένα απαίσιο τείχος προσπαθώντας να εγκλωβίσουν την αχαλιναγώγητη προσωπικότητα της κόρης τους. Όμως με το να την ελέγχουν, οδηγούν την Όλγα σε αναζήτηση λύσεων αυτοκαταστροφικών. Μπορεί σε μια δύσκολη στιγμή η μητέρα της Όλγας να αποδέχεται την επιλογή της κόρης της να φύγει από το σπίτι αλλά εξακολουθεί να κρατά κομμένα τα φτερά της με το να την χαρτζιλικώνει επιδεικτικά σε κάθε της επίσκεψη. Μία κίνηση απαίσια με την οποία υπενθυμίζει στη κόρη της πως ποτέ δεν θα καταφέρει να σταθεί επάξια μόνη της με τις δικές της δυνατότητες. Η μητέρα με τη λευκή ιατρική ποδιά και το ανέκφραστο προσωπείο, εκπροσωπεί τον κρυφό φασισμό της αγίας οικογένειας. Αδιάφορη απέναντι στα αδιέξοδα του παιδιού της, ξεσπάει μόνο στο τέλος όταν συνειδητοποιεί πως όλα έχουν τελειώσει. Όμως τότε είναι πια αργά κι η στάση της το μόνο που καταφέρνει να κάνει είναι να δημιουργήσει περισσότερες ενοχές στην ήδη καταρρακωμένη κοπέλα που περιμένει βασανιστικά την εκτέλεση της θανατικής ποινής. Η ταινία λειτουργεί ως παράδειγμα που παρουσιάζει μία από τις χειρότερες πληγές της σύγχρονης κοινωνίας, η οποία δεν είναι άλλη από τους γονείς που φορτώνουν στα παιδιά τους τις ενοχές και τα συμπλέγματα των δικών τους λαθών. 
Στη συνέχεια παρατηρούμε την λάθος λειτουργία των ιδρυμάτων, τα οποία αντί να αναμορφώνουν τους προβληματικούς νέους διεισδύοντας κι επιλύοντας τα προβλήματά τους, τους κλειδώνουν σε τέσσερις τοίχους δίνοντάς τους την δυνατότητα της επικράτησης του πιο ισχυρού. Μέσα σ' αυτήν τη ζούγκλα άρχισε να θεριεύει το κρυφό τέρας της Όλγας.
Ακολουθεί η αρρωστημένη κατάσταση των εργασιακών χώρων. Πόσοι από μας έχουν πέσει θύματα ρουφιανιάς και βιαιοπραγιών από αργόσχολους συναδέλφους. Ακριβώς το ίδιο βιώνει κι η Όλγα. Τυπική, υπομονετική κι εργατική παρατηρεί τους άλλους να κάθονται και να την κοιτούν περιφρονητικά καθώς εκείνη μοχθεί σε ένα καθαρά ανδρικό επαγγελματικό χώρο. Η τυπικότητά της είναι άψογη μέχρι που ένα ανόητο λάθος την οδηγεί σε μια άδικη τιμωρία. Όλες της οι προσπάθειες γκρεμίζονται, την πνίγει το άδικο κι η διάθεσή της για δουλειά εξανεμίζεται απότομα. Η αρχή του τέλους είναι πλέον κοντά. 
Τέλος είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Η Όλγα δεν έχει μάθει να συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους. Όσο κι αν προσπαθεί να προσεγγίσει κοπέλες που την φλερτάρουν τόσο τις διώχνει μακριά. Κάθε φορά που επιδιώκει να ανοιχτεί προκαλεί φόβο παρά συμπόνοια. Η αποτυχία στο γυναικείο φύλο συμβαδίζει με την ασυνεννοησία που επικρατεί στο ανδρικό φύλο. Αν και τελικά καταφέρνει να κάνει έναν φίλο, εκείνος τελικά αποδεικνύεται πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν τύπο που θέλει να την εκμεταλλευτεί. 


Είναι λογικό πως με όλα τα παραπάνω, δεν θα αργήσει η έκρηξη της πρωταγωνίστριας. Η ίδια γνωρίζει πολύ καλά πως κανείς δεν θα τη στηρίξει. Αποδέχεται την ψυχική της διαταραχή αλλά ξέρει πολύ καλά πως δεν είναι ανόητη. Συνειδητοποιεί πως είναι μόνη απέναντι σε μια αιμοσταγής κοινωνία αλλά υποψιάζεται πως μέσα σ' αυτήν την κοινωνία υπάρχουν κι άλλες μοναχικές ψυχές. Θα μπορούσε να δώσει ένα τέλος, σβήνοντας μεμιάς την ήδη αόρατη παρουσία της όμως θέλει το κλείσιμο να γίνει με πάταγο ώστε να δώσει κουράγιο και δύναμη σε παρόμοιες με τη δική της καταστάσεις.
Η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας είναι εντυπωσιακή. H Μιχαλίνα Ολσζάνσκα μπαίνει κυριολεκτικά στο πετσί του ρόλου. Ο βηματισμός της κι η κορμοστασιά της δείχνουν έναν άνθρωπο που έχει παραιτηθεί από τη ζωή παρ' όλο που το βλέμμα της σφύζει από συναισθήματα. Όσα δεν μπορεί να εκφράσει με λόγια, τα λέει σιωπηλά μέσα από το βλέμμα της με τις εκπληκτικές εναλλαγές του καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Περισσότερο με άγγιξε η σκηνή που παρατηρεί την μάνα της να κλαίει λίγο πριν την εκτέλεση. Τα λόγια με τα οποία περιγράφει την εσωτερική της κραυγή, την κατατάσσουν στην κατηγορία των αφανών καταραμένων ποιητών. Κάθε φράση της κι ένα ποίημα, κι όσο λιγότερες οι λέξεις τόσο περισσότερο το πάθος που κουβαλούν.
Σκηνοθετικά η ταινία ήταν άρτια. Υπέροχα πλάνα με άψογη ισορροπία κι όμορφες κινήσεις μέσα στο χώρο. Εξαιρετικό και το παίξιμο με το φως. Συγκλονιστική επίσης η παρουσίαση της μαζικής δολοφονίας. Λίγα δευτερόλεπτα ανατριχίλας από τη θαμπή εικόνα των περαστικών που εξαφανίζονται κάτω από το αμάξι με την ακολουθία ανατριχιαστικών ήχων και κραυγών πόνου.
Στο φινάλε η ταινία θύμισε αρκετά Κισλόφσκι, και συγκεκριμένα το συγκλονιστικό επεισόδιο που αναφέρεται στο θάνατο από τον θρυλικό Δεκάλογο. Η σπαρακτική αντίδραση σίγουρα θα προκαλέσει ένα ανατριχιαστικό μούδιασμα στο κοινό αλλά δεν φτάνει με τίποτα την φορτισμένη ατμόσφαιρα που επεφύλαξε το αξεπέραστο τελείωμα εκείνου του επεισοδίου από το Δεκάλογο.
Παρ' όλα αυτά η ταινία κέρδισε τα Βραβεία Czech Lion Καλύτερης Α και Β Γυναικείας Ερμηνείας από την Τσέχικη Ακαδημία Κινηματογράφου και ήταν ταινία έναρξης στο Panorama του φεστιβάλ Βερολίνου.
Την προτείνω ανεπιφύλακτα διότι η διαχρονικότητα των υπαρξιακών ερωτημάτων που θέτονται από την πρωταγωνίστρια, παραμένουν αναπάντητα μέχρι σήμερα.

Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

"Ξεχάστε με στη θάλασσα"




Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.

Ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου γραμμένο το 1982, λίγο πριν τη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας "Ταξίδι στα Κύθηρα"

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Στην Πύλη της Αιωνιότητας



Έχουν γυριστεί αρκετές ταινίες για τη ζωή και το έργο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Μια πλούσια συλλογή που προσφέρει μέσα από διαφορετικά πρίσματα την μοναδικότητα αυτής της προσωπικότητας. Από την αξεπέραστη ερμηνεία του Κέρκ Ντάγκλας το 1956 με την ταινία "Η ζωή ενός ανθρώπους" στον αριστουργηματικό ζωντανό πίνακα του "Loving Vincent" που απολαύσαμε πριν από δύο χρόνια στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τι άλλο θα μπορούσαμε να δούμε λοιπόν για την μυθιστορηματική ζωή αυτού του ανθρώπου; Η απάντηση δίνεται στην τελευταία ταινία όπου ανακαλύπτουμε με ιδιαίτερη μαεστρία τον εσωτερικό κόσμο του Ολλανδού ζωγράφου. 
Ο σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνάμπελ προσπαθεί με ένα άκρως πειραματικό τρόπο να προσεγγίσει τον τρόπο με τον οποίο ο Βαν Γκογκ έβλεπε κι ανέλυε τον κόσμο γύρω. Προσπερνώντας λοιπόν τις ιστορικές αναφορές που κάθε άλλη κινηματογραφική βιογραφία θα χε, η ταινία επικεντρώνεται στο άγχος του καλλιτέχνη κατά τη διάρκεια αναζήτησης πηγών έμπνευσης, στην επιθυμία του να δημιουργήσει και στην ανάγκη του να αλληλεπιδράσει με τους υπόλοιπους ανθρώπους. 
Η κίνηση της κάμερας κι η μουσική που τη συνοδεύει δήλωναν με άψογο τρόπο την ένταση που τυραννούσε τον Βαν Γκογκ. Ο επαναλαμβανόμενος θόρυβος ενός παραθύρου που δεν έχει κλείσει καλά, ο μουντός καιρός με τον δαιμονισμένο αέρα που κάνει τα κλαδιά να τρίζουν πάνω στο τζάμι, οι τρύπιες κάλτσες μέσα στα άβολα και φθαρμένα παπούτσια, το κρύο που διαπερνά τα γάντια και τα λιωμένα πανωφόρια, παράγοντες που αποσπούσαν την προσοχή του ζωγράφου ο οποίος αποφασίζει τελικά να αναζητήσει το φως που θα του δώσει όρεξη για ζωή και δημιουργία. 
Απηυδισμένος από την κουλτουριάρικη κάστα του Παρισιού κι έχοντας ως πρότυπο τον Πωλ Γκογκέν που τα παράτησε όλα για να βρει την έμπνευσή του στην Μαδαγασκάρη, ο Βαν Γκογκ κατηφορίζει στο χωριό Αρλ. Περιπλανώμενος στην πλούσια από χρώματα και μυρωδιές ύπαιθρο του γαλλικού νότου, αρχίζει να ζωγραφίζει έχοντας ως θέμα του τα τοπία και τους ανθρώπους. Όμως η αντικοινωνική του στάση θα τον καταστήσει ως αποδιοπομπαίο τράγο ενώ η επιθετικότητα της κλειστής κοινωνίας θα τον οδηγήσουν στο τρελοκομείο. 
Η κατάσταση όμως αρχίζει να βελτιώνεται μετά την παρέμβαση του Τεο Βαν Γκογκ, αδελφού του ζωγράφου ο οποίος χρηματίζει τον Πωλ Γκογκέν συνάπτοντας μαζί του μια συμφωνία. Θα αγόραζε κάθε μήνα έναν πίνακά του αρκεί να συντροφεύει τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ στην Αρλ. Οι δύο ζωγράφοι θα συνάψουν μια ιδιαίτερη φιλία, η οποία στην ταινία παρουσιάζεται περισσότερο ως μια συμφεροντολογική εκμετάλλευση. Οι εύθραυστες ισορροπίες που δημιουργούνται, κλυδωνίζονται ανεπανόρθωτα όταν ο Γκογκέν φεύγει για Παρίσι καθώς του ήρθε η πολυπόθητη είδηση πως το έργο του έχει αναγνωριστεί και μπορεί άνετα να συγκαταλεγεί στην καλλιτεχνική ελίτ της γαλλικής πρωτεύουσας. Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ νιώθοντας προδομένος, ξεσπάει πάνω στο αριστερό του αυτί. Η κίνησή του αυτή θα σημάνει και την ολοκλήρωση της παραμονής του σ' αυτήν την πόλη. Θα κλειστεί ξανά σε άσυλο αλλά η διάθεσή του για ζωγραφική θα μείνει η ίδια. Τελευταίος του σταθμός θα είναι η Οβέρ Σιρ Ουάζ όπου θα πέσει θύμα πυροβολισμού. Μία εγκληματική πράξη που θα διακόψει απότομα την προσπάθεια του ζωγράφου στο να βρει τις απαντήσεις πάνω στα υπαρξιακά ερωτήματα που ο ίδιος είχε θέσει στον εαυτό του. 


Η ζωή του Βαν Γκογκ είναι από τις περισσότερο γνωστές στην Ιστορία της Τέχνης. Ο καημός του να αναγνωριστεί το έργο του κι η πίκρα που του προκάλεσε ο κοινωνικός και καλλιτεχνικός χλευασμός στάθηκαν πυλώνες στην επιμονή του να παρουσιάσει με τον δικό του τρόπο το πως έβλεπε τον κόσμο γύρω του. Πάνω σ' αυτήν την επιμονή στηρίζεται ο σκηνοθέτης με το να εστιάζει όλη την ώρα στο βλέμμα του Γουίλιαμ Νταφόε καθώς αυτός παρατηρεί με πάθος και διακριτικότητα τη φύση και τους ανθρώπους γύρω του. Κι όταν τα μάτια του κουράζονται, τα κλείνει κι αφήνεται στην αφή και στην όσφρηση. Θα μπορούσα άνετα να χαρακτηρίσω ποιητικές τις στιγμές που ο ζωγράφος αφήνεται στα χάδια των σταχυών που χορεύουν στις ριπές του αέρα αλλά και στις σιωπηλές του ατενίσεις προς το ηλιοβασίλεμα. Για να δώσει ένταση στις στιγμές έμπνευσης, ο σκηνοθέτης μας παρουσιάζει παράλληλα και την αγωνιώδης αναζήτηση της. Σε κείνα τα πλάνα παρατηρούμε την νευρικότητα που εκπέμπει ο βηματισμός του ζωγράφου καθώς αυτός απομακρύνεται από το κοινωνικό περιβάλλον και χάνεται στην ύπαιθρο αναζητώντας το κατάλληλο κάδρο.  Βρήκα παράλληλα πολύ έξυπνα τα φίλτρα που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης, δίνοντας ένα χρυσαφί χρώμα στα πλάνα, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να τονίσει το φως του ήλιου που αναζητούσε ο ζωγράφος για τα έργα του ενώ συγκίνηση προκαλούσε η θολούρα που πιθανότατα συσχετιζόταν με το δακρυσμένο βλέμμα του Βαν Γκογκ όπως στη σκηνή που μαθαίνει για την αναχώρηση του Γκογκέν και στην απρόσμενη συνάντηση με μια βοσκοπούλα. Παράλληλα η επιλογή των κοντινών πλάνων όλων εκείνων που περιέβαλαν τον ζωγράφο είχε ως σκοπό να αποτυπωθεί η ασφυξία που του προκαλούσαν. Τέλος βρήκα έξυπνη την επιλογή των κοφτών μαύρων πλάνων που εμφανίζονταν ξαφνικά και συνοδεύονταν με σκέψεις του Βαν Γκογκ. Μια απ' αυτές που με άγγιξαν περισσότερο ήταν η πρώτη που ακούστηκε, όπου ο δημιουργός αναρωτιέται γιατί δεν μπορεί να ανήκει μαζί με τους υπόλοιπους ζωγράφους. 
Για να πετύχει ο κινηματογραφικός πειραματισμός του σκηνοθέτη, χρειάστηκαν κι οι απαιτητικά καλές ερμηνείες των ηθοποιών. Συναντάμε λοιπόν τον Γουίλιαμ Νταφόε σ' έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτικούς σταθμούς της μέχρι τώρα καριέρας του. Οι σπασμωδικές κινήσεις του προσώπου του, το απεγνωσμένο βλέμμα του και τα βουβά του χείλη πέτυχαν μία πειστική αποτύπωση της εικόνας του Ολλανδού ζωγράφου που όλοι έχουμε πλάσει στο μυαλό μας. Συγκινητικός, ευαίσθητος, οραματιστής και συνάμα αντικοινωνικός κι απεγνωσμένος. Εξαιρετικοί όμως στις ερμηνείες τους υπήρξαν και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Συγκεκριμένα ο Όσκαρ Άιζακ στο ρόλο του Πολ Γκογκέν κι ο Ρούπερτ Φρεντ στο ρόλο του Τεο Βαν Γκογκ. Συγκίνηση μου προκάλεσε η παρουσία της Εμανουέλ Σενιέ που με είχε γοητεύσει στα "Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα" και στην "Ένατη Πύλη" ενώ επιβλητική ήταν η μικρή αλλά άκρως ενδιαφέρουσα συμμετοχή του Μαντ Μίκελσεν.
Η πετυχημένη συνταγή της ταινίας συμπληρώνεται με την εξαιρετική φωτογραφία του Μπενουά Ντελόμ ντυμένη με την ονειρική μουσική της Τατιάνα Λισόφσκαγια. Τα απαλά χάδια των πλήκτρων εξακολουθούσαν να ακούγονται στα αυτιά μου πολύ μετά το πέρας της προβολής.


Καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η εικόνα κι ακολουθεί ο λόγος του ζωγράφου, ο οποίος σαν σκέψη έρχεται και ντύνει τη μεθυστική ατμόσφαιρα, ο οποίος λιτός κι ουσιώδης, σκιαγραφεί καλύτερα την προσωπικότητα του ζωγράφου. Παράλληλα η κίνηση της κάμερας είναι απότομη και κοφτή, σαν να αντιγράφει τις πινελιές του Βαν Γκογκ, ο οποίος επιθυμούσε να ζωγραφίζει με ένταση κι όχι με ηρεμία κι απαλότητα. 
Η ταινία καταφέρνει επιτυχώς να περιγράψει την εικόνα του κόσμου μέσα από τα μάτια και την ψυχή του Βαν Γκογκ, φανερώνοντάς μας τα μονοπάτια που μόνος του περπάτησε για να καταφέρει εντέλει να δει την όψη της αιωνιότητας αντικρύζοντας τα ηλιοβασιλέματα και τα υπέροχα τοπία. Ένα χάρισμα μοναδικό που προσπάθησε να αιχμαλωτίσει μέσα από τους πίνακές του και να το δείξει στον κόσμο παρόλο που κανείς δεν μπορούσε τότε να το κατανοήσει. Γι' αυτόν τον λόγο δεν έγινε αποδεκτός.
Η Πύλης της Αιωνιότητας είναι μια ταινία που ξεφεύγει από τα συνηθισμένες βιογραφικές ταινίες. Από την μια γίνεται δυσνόητη και φλύαρη για μη εξοικειωμένο κοινό αλλά από την άλλη αναδεικνύει με τρυφερότητα την μαγεία της δημιουργίας που μόνο ένας ζωγράφος-σκηνοθέτης θα μπορούσε να προσφέρει.

Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Δέκα χρόνια έκλεισε το laternative


Μια δεκαετία laternative λοιπόν. Μια υπολογίσιμη χρονική περίοδος για την ως τώρα  ζωή μου. Μία περίοδος όπου άρχισα τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές μου αναζητήσεις και καταγράφηκε σ' αυτό το ιστολόγιο. 
Όλα ξεκίνησαν με τα πρώτα βήματα της ελεύθερης ζωής αμέσως μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής θητείας. Μέρες όπου κυριαρχούσε ένα αίσθημα αισιοδοξίας στη σκέψη πως όλη η ζωή είναι πλέον μπροστά μου. Όμως αυτό το αίσθημα κόπηκε απότομα την άνοιξη του 2010 με την αρχή της οικονομικής κρίσης. Πανικός, άγχος, αμφιβολίες, εσωστρέφεια κι αναζητήσεις του τι πήγε στραβά. Χρειάστηκε καιρός για να πατήσω σταθερά στα πόδια μου. Να συνειδητοποιήσω πως όσο λιγότερο υλιστής είναι κάποιος τόσο πιο εύκολα μπορεί να βρει λύσεις μέσα σε μια κοινωνία αποχαυνωμένη και μίζερη. Και να λοιπόν, δέκα χρόνια μετά, συνειδητοποιώ πως όλη μου η προσπάθεια δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ακόμη αρχή. Κάθε μέρα είναι ένα νέο ξεκίνημα και κάθε στιγμή εμπεριέχει έναν λόγο για να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας. Σκέψεις και προβληματισμοί που αναπτύχθηκαν και μέσα απ' αυτό το ιστολόγιο, μέσα απ' το οποίο ήρθα σε επαφή με άλλους ανθρώπους που έχουν παρόμοιους προβληματισμούς.
Με το πέρασμα όμως των χρόνων συνειδητοποίησα πως η ζωή είναι εκεί έξω κι όχι πάνω από ένα πληκτρολόγιο. Οι προσωπικοί μου προβληματισμοί μεταφέρθηκαν στις συνάξεις φίλων και το προσωπικό μου ιστολόγιο μετατράπηκε σε μία ακόμη απρόσωπη ιστοσελίδα απόψεων άλλων εκφραστών που με βρίσκουν σύμφωνο. Αυτό όμως είχε ως συνέπεια να χάσει η σελίδα μου την μοναδικότητα που είχε όλα αυτά τα χρόνια. Ένα λάθος που συνειδητοποίησα τον περασμένο χρόνο. 
Ο κύκλος λοιπόν που ακολουθούσε μέχρι σήμερα το laternative κλείνει. Όχι όμως η σελίδα. Θα παραμείνει ανοιχτή αλλά θα περιοριστεί μόνο σε κείμενα δικά μου, τα οποία θα χουν σχέση με τον κινηματογράφο που λατρεύω και στα ταξίδια που κάνω αλλά και σε πολιτικές απόψεις που θα εκφράζω όταν έχω πραγματικά κάτι να πω. 
Αυτό όμως που θα θελα περισσότερο να πω είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου σε όλους εσάς που εξακολουθείτε να με τιμάτε με τις επισκέψεις σας και τα όμορφα σας σχόλια. Μου δίνετε τη δύναμη να συνεχίζω...