Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Προδότης (2019)




Αυτό που έχω διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια είναι πως ο ιταλικός κινηματογράφος δεν έχει κανένα σκοπό να μας απογοητεύσει κάθε φορά που καταπιάνεται με σοβαρότητα κι ειλικρίνεια στο επίμαχο θέμα της μαφίας. Μετά το σκληρό αριστούργημα "Σκοτεινές Ψυχές", το εσωστρεφές "Dogman" και το πιο εμπορικό "Suburra", ήρθε η κινηματογραφική απόδοση της πολύκροτης "Δίκης Μάξι", της μεγαλύτερης που πραγματοποιήθηκε στη γειτονική μας χώρα καθώς οδήγησε στο εδώλιο 475 μαφιόζους, γράφοντας μ' αυτόν τον τρόπο τον επίλογο της περιβόητης Κόζα Νόστρα.
Η εξιστόρηση των γεγονότων ξεκινάει από τη στιγμή που εισχωρεί το εμπόριο της ηρωίνης στους κύκλους της σικελικής μαφίας. Σε μια από τις τελευταίες εορταστικές μαζώξεις των φαμίλιων της Κόζα Νόστρα, ο Τομάσο Μπουσέτα που ήταν γνωστός με το παρατσούκλι "το αφεντικό των δύο κόσμων", θα υποψιαστεί την επερχόμενη σφαγή των μαφιόζων του Παλέρμο και του Κορλεόνε κάτι που θα τον κάνει να πάρει την απόφαση να διαφύγει με την οικογένειά του στη Βραζιλία. 
Όσο όμως κι αν προσπαθεί να αποκοπεί από το παρελθόν, τόσο αυτό θα τον κυνηγάει ανελέητα. Μετά από μια έφοδο της αστυνομίας στο σπίτι του που θα οδηγήσει στη σύλληψή του, θα ακολουθήσει μια σειρά βασανιστηρίων απαιτώντας του οι αρχές να μαρτυρήσει τους ανθρώπους με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο παρελθόν. Ο ίδιος πιστεύοντας με τυφλό πάθος την ιδέα της Κόζα Νόστρα, θα αρνηθεί να ανοίξει το στόμα του ακόμη και τη στιγμή που θα εκβιαστεί βλέποντας τη γυναίκα του να αιωρείται στο κενό από ένα ελικόπτερο. 
Η σιωπή του θα σπάσει μετά την απέλασή του στην Ιταλία, όπου θα διαπιστώσει μόνος του πως η Κόζα Νόστρα έχει πεθάνει και τη θέση της έχει πάρει μια ομάδα εγκληματιών που δεν έχουν κανένα απολύτως ήθος και σεβασμό στον άλλοτε μαφιόζικο κώδικα τιμής. Σ' αυτό το κρίσιμο σημείο καμπής ο Τομάσο Μπουσέτα ως εκπρόσωπος της Κόζα Νόστρα θα ξεκινήσει έναν αποκαλυπτικό διάλογο με τον δικαστή Τζοβάνι Φαλκόνε που με τη σειρά του εκπροσωπήσει το ιταλικό κράτος. Μέσα απ' αυτήν τη συνεργασία, θα ξεσκεπαστούν όλα τα μυστικά της σικελικής μαφίας και θα αναδυθούν οι συγκαλυμμένες διαφορές των φατριών που οδήγησαν αρκετούς από τους ανθρώπους τους σε μια ανελέητη σφαγή. 
Από εκείνο το σημείο κι έπειτα μας παρουσιάζεται με ντοκιμαντερίστικη περιγραφή η "Δίκης Μάξι", στην οποία αποτυπώνεται πιστά το ύφος του ιταλικού νότου με τις γνωστές σε όλους μας δυνατές φωνές κι απότομες χειρονομίες. Σε πολλά σημεία η ένταση χτυπάει κόκκινο και σε άλλες μας παρουσιάζονται με γλαφυρό τρόπο οι κωμικοτραγικές καταστάσεις των τσακωμών μεταξύ των μαφιόζων. Αυτό όμως που προσθέτει έναν απρόσμενο λυρικό τονισμό στη περιγραφή της δίκης είναι η επιλογή του διάσημου χορωδιακού «Va Pensiero» από το «Nabucco» του Τζουζέπε Βέρντι που ακούγεται στη λήξη της.




Ο σκηνοθέτης Μάρκο Μπελόκιο καταπιάνεται με ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός και μας το παραθέτει σε τρία μέρη. Στο πρώτο είναι η εσωτερική μάχη που δίνει ο Τομάσο Μπουσέτα μέχρι να πάρει την απόφαση να καταπατήσει τον άγραφο κώδικα τιμής της Κόζα Νόστρα και να μαρτυρήσει όλα τα μυστικά της στον δικαστή Τζοβάνι Φαλκόνε. Στο δεύτερο μέρος έχουμε την πολύκροτη Δίκη Μάξι στο Παλέρμο καθώς και τη συνέχειά της στη Ρώμη όπου στους κατηγορούμενους βρέθηκε κι ο πρώην πρόεδρος της Ιταλίας Τζούλιο Αντρεότι ο οποίος παρόλο που αρχικά καταδικάστηκε για εμπλοκή του στην ιταλική μαφία τελικά αθωώθηκε λόγω έλλειψης στοιχείων. Στο τρίτο μέρος της ταινίας έχουμε το υπόλοιπο της ζωής του Τομάσο Μπουσέτα, ο οποίος δεν καταφέρνει ποτέ να συμφιλιωθεί με τα φαντάσματα του παρελθόντος και με την απόφασή του να καταδώσει τους υπόλοιπους μαφιόζους. Κατατρεγμένος και κυνηγημένος από τους διώκτες του, θα μετακινείται με την οικογένειά του συνεχώς από πόλη σε πόλη στην Αμερική μέχρι το θάνατό του. Με αυτόν τον δραματικό επίλογο θα πληρώσει το τίμημα του "προδότη".
Στο ρόλο του Τομάσο Μπουσέτα έχουμε τον Πιέρφρανσέσκο Φαβίνο σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας που μας παρασέρνει στη σκοτεινή άβυσσο της ψυχής του. Σε κανένα σημείο της ταινίας δεν παρουσιάζεται ως ήρωας ή ως άγιος. Ούτε μας γίνεται συμπαθής. Μέσα από τις πράξεις του, αφήνει να εννοηθεί πως έχει επίγνωση της ηθικής του κατάπτωση αλλά έχει παράλληλα κι ως παρηγοριά τη σκέψη πως η Κόζα Νόστρα δεν είναι η ίδια με αυτήν που άφησε φεύγοντας για τη Βραζιλία. Επίσης θεωρώ εξαιρετική την ερμηνεία και του Φαμπρίτσιο Φερακάνε στο ρόλο του Πίπο Κάλο, τον οποίον είχα λατρέψει στις "Σκοτεινές Ψυχές". Θεωρώ πάντως πως οι περισσότεροι ηθοποιοί έπαιξαν με τη ψυχή τους, βγάζοντας μια δυναμική ένταση στο παίξιμό τους όπως ο Φάουστο Ρούσο Αλέσι στο ρόλο του δικαστή Τζοβάνι Φαλκόνε. Μάλιστα η σκηνή της ανατίναξης του οχήματός του έξω από το αεροδρόμιο του Παλέρμο, είναι μια από τις δυνατότερες κινηματογραφικές σκηνές που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια. Εξαιρετική έμπνευση και λήψη.
Ο "Προδότης" είναι ένα ακόμη καλό δείγμα μαφιόζικης ταινίας που μας προσφέρει ο ιταλικός κινηματογράφος. Εξαιρετικές ερμηνείες, ρεαλιστική απεικόνιση του τότε κλίματος και των γεγονότων, ρεαλισμός κι ωμότητα στις ερμηνείες αλλά και μια άκρως ειλικρινής αφήγηση που δεν επιδιώκει ούτε να ωραιοποιήσει κάποια κατάσταση ούτε να ηρωοποιήσει κάποιο πρόσωπο. Είναι αναμφίβολα μια από τις καλύτερες και πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της φετινής ελλιπής (και) κινηματογραφικά χρονιάς.


Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Φίλος της Φίλης μου (1987)


Γνωρίζοντας πως το 'χω παρακάνει με το να χαρακτηρίζω αριστούργημα την κάθε ταινία του Ερίκ Ρομέρ, αναγκάστηκα να γίνω αυστηρός κριτής στην υπόλοιπη φιλμογραφία του. Όπως γίνεται φανερό μ' αυτήν την ανάρτηση, τελικά δεν τα κατάφερα στο εγχείρημά μου αυτό κι ο λόγος της αποτυχίας μου οφείλεται στο ότι πάντα βρίσκω κάτι στα έργα του που με κάνουν να τα λατρεύω. Και να λοιπόν που γράφω ένα ακόμη κείμενο για μια ακόμη ταινία αυτού του τόσο ιδιαίτερου Γάλλου δημιουργού. Έχοντας πια παρακολουθήσει αρκετές από τις ταινίες του, διαπίστωσα πως αυτό που μου κάνει ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση μαζί του, είναι πως ενθουσιάζομαι με την κάθε του δημιουργία για διαφορετικούς λόγους παρόλο που η θεματολογία με την οποία είχε πιαστεί σε όλη του την κινηματογραφική του πορεία, είναι η ίδια. Στο συγκεκριμένο έργο, με το οποίο ολοκληρώνεται η θεματολογία "Κωμωδίες και Παροιμίες", ο σκηνοθέτης δεν επικεντρώνεται μόνο στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και στην επιρροή του αστικού τοπίου πάνω στη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που το κατοικούν. 
Η ιστορία μας περιορίζεται σε ένα νεόδμητο πλούσιο προάστιο του Παρισιού. Αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το πολύβουο κέντρο της γαλλικής πρωτεύουσας, οι κάτοικοί του ζουν μια αρμονική καθημερινότητα χωρίς άγχος. Οι δημόσιες υπηρεσίες είναι τοποθετημένες σε κεντρικό σημείο μαζί με τις πανεπιστημιακές σχολές, το εμπορικό κέντρο και τους χώρους άθλησης και ψυχαγωγίας. Μ' αυτήν την άκρως εξυπηρετική οργάνωση, οι άνθρωποι που εργάζονται και ζουν εκεί συναντούν συνεχώς πρόσωπα φιλικά αλλά και πρόσωπα που θα 'θελαν να αποφύγουν. Το βασικότερο όμως χαρακτηριστικό αυτού του τρόπου ζωής είναι πως η ίδια η πόλη διαμορφώνει το πρόγραμμα και τις συνήθειες των κατοίκων της, οδηγώντας τους μ' έναν απίστευτα βολικό και πολυτελή τρόπο στη σύγχρονη μαζοποίηση. 




Κομμάτι αυτής της απρόσωπης κοινωνίας είναι η Λέα, μια μοναχική κοπέλα που εργάζεται στο πολιτιστικό τμήμα του δήμου, μαρτυρώντας μ' αυτόν τον τρόπο τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο που κρύβεται πίσω από την αντικοινωνική της συμπεριφορά. Η υπόθεση της ταινίας ξεκινά όταν σε ένα μεσημεριανό της διάλειμμα θα γνωριστεί με την Μπλανς, μια πανέμορφη φοιτήτρια που της ζητάει να φάει μαζί της για να αποφύγει τυχόν ενοχλητικά φλερτ. Από τηβ αρχή της γνωριμίας, η νέα της φίλη αποδεικνύεται πιο διαχυτική και πιο πολυλογού. Οι δυο τους θα δεθούν αμέσως παρόλο που δεν έχουν πολλά κοινά σημεία. 
Μέσα απ' αυτήν την φιλία, η Λέα θα εισχωρήσει στην άτυπη παρέα δύο ζευγαριών. Από τη μια είναι η Μπλανς με τον Φαμπιάν κι από την άλλη ο Αλεξάντρ με την Αντριάν. Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση φουντώνει όταν αρχίζει να περιπλέκεται η κατάσταση ανάμεσα στα πέντε αυτά πρόσωπα. Η Λέα εκμυστηρευτεί στην Μπλανς το ενδιαφέρον της για τον Αλεξάντρ, τη στιγμή που αρχίζουν να φαίνονται διάφορα σημάδια που μαρτυρούν πως τα δυο ζευγάρια βρίσκονται στην πιο άσχημή τους φάση. Κάποια στιγμή η Μπλανς θα φύγει διακοπές με μια παρέα, λέγοντας στη Λεά πως μέσα σ' αυτούς βρίσκεται κάποιος που την ενδιαφέρει. Για να δικαιολογήσει την ατασθαλία της, εξηγεί στη φίλη της πως δεν είναι πια ερωτευμένη με τον Φαμπιάν δίνοντάς της το πράσινο φως να τον διεκδικήσει. 
Καθώς οι μέρες περνούν, η Λέα βιώνει την μια απογοήτευση μετά την άλλη με τον Αλεξάντρ ενώ παράλληλα απολαμβάνει τη διακριτική προσέγγιση του Φαμπιάν. Η χημεία είναι έντονη και το παιχνίδι του φλερτ κάνει ακόμη και μας ως θεατές να χαμογελάμε αμήχανα στα κομπλιμέντα και στις προσπάθειες του Φαμπιάν να ρθει όλο και πιο κοντά της. Η ίδια παρόλο που βλέπει πως έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον Φαμπιάν, αρνείται να αφεθεί στη γοητεία του για λόγους ηθικούς, με τους φραγμούς της τελικά να πέφτουν τη στιγμή που η Μπλανς επιστρέφει. Κι εκεί αρχίζει το μεγάλο μπλέξιμο μεταξύ φίλων. Η Λέα πνίγει τα συναισθήματά της για τον Φαμπιάν, ο Φαμπιάν ταλαντεύεται επικίνδυνα χωρίς να ξέρει από που πρέπει να πιαστεί, ο Αλεξάντρ χωρίζει με την Αντριάν και την πέφτει στην Μπλανς κι η Μπλανς πρέπει να αποφασίσει με ποιον από τους δυο θέλει να συνεχίσει τη ζωή της. Κι αν σας μπερδεύω έτσι όπως τα γράφω, δε φταίω εγώ γι' αυτό αλλά η συμπλεγματική φύση των ανθρωπίνων σχέσεων.




Για μια ακόμη φορά, ο Ερίκ Ρομέρ μας προσφέρει ένα ειλικρινέστατο έργο το οποίο φτάνει στα όρια του αυθορμητισμού με τις υπέροχες ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Όπως έχω γράψει και σε άλλα κείμενά μου για τα έργα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη, απολαμβάνω τόσο πολύ το παίξιμο των προσώπων που νιώθω πως διεισδύω ως ένας "Μεγάλος Αδελφός" στην καθημερινότητα πραγματικών προσώπων. Μόνο λίγες φορές δεν έδεσα με τα πρόσωπα των ταινιών του Ερίκ Ρομέρ όπως στην "Πράσινη Ακτίνα" και στη "Γυναίκα του Αεροπόρου". Αντιθέτως εδώ ταυτίστηκα με όλους τους χαρακτήρες διότι απ' όλους είχα κάτι να πάρω και σε όλους διέκρινα μια πτυχή του εαυτού μου. 
Στη συγκεκριμένη ταινία, ο κάθε χαρακτήρας είχε ένα από τα κυριότερα στοιχεία που συναντάμε στις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις. Η Λέα εκπροσωπεί τους τελευταίους ρομαντικούς ανθρώπους που ασφυκτιούν στη σύγχρονη κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο πως το πολυτελέστατο διαμέρισμά της είναι άδειο από διακοσμητικά στοιχεία ενώ από τη τεράστια τζαμαρία της, η πόλη κάτω φαίνεται απελπιστικά έρημη. Με αυτόν τον τρόπο, ο Γάλλος σκηνοθέτης δείχνει πως η αντικοινωνικότητα της Λέας δεν την αφήνει να φανερώσει τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο στους άλλους. Εξάλλου, όσοι πηγαίνουν σπίτι της δεν μπορούν να ανακαλύψουν κάποιο στοιχείο για την προσωπικότητά της καθώς αντικρίζουν λευκούς άδειους τοίχους. Από την άλλη και για την Λέα, η ζωή της είναι τόσο μοναχική σαν την ερημιά που αντικρίζει έξω από το παράθυρό της. Μόνο όταν αρχίσει να ανοίγεται με τον Φαμπιάν, βλέπουμε να γεμίζει η καθημερινότητά της με κόσμο, όπως τα πλάνα της λίμνης που μου θύμισαν έντονα τους "Λουόμενους στην Ανιέρ" και την "Κυριακή στο Νησί Γκραντ" του Ζωρζ Σερά. 
Κι αν η καθημερινότητα της Λέα είναι βαλτωμένη σ' αυτό το προάστιο του Παρισιού, για τον Αλεξάντρ και την Μπλανς είναι ονειρική καθώς απολαμβάνουν τις ανέσεις και την πολυτέλεια που τους προσφέρει το πλούσιοναστικό προάστιο. Χωρίς να κουράζονται έχουν ότι χρειάζονται στα πόδια τους και τους μένει άπλετος χρόνος για να φλερτάρουν με ότι κινείται. Οι δυο αυτοί χαρακτήρες είναι πιο επιφανειακοί τόσο πνευματικά όσο και συναισθηματικά. Η Μπλανς γνωρίζει πως είναι όμορφη μ' αποτέλεσμα να εναποθέτει την ερωτική της τύχη πάνω στην εμφάνισή της. Από την άλλη, ο Αλεξάντρ ξέροντας πως αρέσει στις γυναίκες, κάνει τα πάντα για να συλλέξει ερωτικές εμπειρίες αγνοώντας τα συναισθήματα αλλά και την ανασφάλεια των ανθρώπων με τους οποίους συναναστρέφεται. Η έξυπνη μαεστρία του Ερίκ Ρομέρ μας παρουσιάζει τα δυο αυτά πρόσωπα χωρίς κάποιο ίχνος κακίας πάνω τους. Αντιθέτως γίνονται και οι δυο συμπαθείς στο κοινό, ως δέσμιοι του ναρκισσισμού τους. 
Απ'όλη την παρέα, ο2 Φαμπιάν είναι η πιο αινιγματική φιγούρα καθώς ανήκει κι αυτός στους τελευταίους ρομαντικούς του σύγχρονου τρόπου ζωής. Γνωρίζοντας όμως πως δεν μπορεί να επιβιώσει σε μια κοινωνία που δεν ανέχεται τους ευαίσθητους, κλειδώνεται στον εαυτό του, γίνεται κι αυτός με τη σειρά του απρόσιτος και συμβιβάζεται σε μια σχέση που διατηρεί για να καταπολεμά την ανασφάλειά του. Ξεκλειδώνεται μόνο όταν γνωρίσει την Λέα, αφήνοντάς μας να δούμε τον πραγματικό του εαυτό με τα χαρίσματα και τις αδυναμίες που τον κάνουν να είναι το πιο συμπαθητικό πρόσωπο της ιστορίας. 




Ο "Φίλος της Φίλης μου" είναι ένας ύμνος στις συμβιβαστικές σχέσεις που βυθίζονται αργά στο τέλμα μιας μίζερης ρουτίνας. Είναι ένα σαρκαστικό ποίημα στους ανθρώπους που αφήνουν τη ζωή τους να κυλάει μέσα από τα χέρια τους είτε επειδή δεν έχουν την τόλμη στο να κάνουν το επόμενο βήμα είτε λόγω μιας σχέσης που διατηρούν διότι φοβούνται να 'ναι μόνοι. Είναι ένα ηχηρό χαστούκι στους ανθρώπους που κουβαλούν ενοχικά σύνδρομα τα οποία τους κάνουν να υποτιμούν συνέχεια τον εαυτό τους. Ανθρώπους που έχουν πιστέψει πως δεν αξίζουν τίποτα ενώ στην πραγματικότητα είναι οι "θησαυροί" των λιγοστών εναπομεινάντων ρομαντικών που εξακολουθούν επίμονα να αναζητούν την αδελφή ψυχή τους μέσα σε έναν κόσμο απρόσωπο και ψυχρό. Είναι ένα κατηγορώ στις παροχές του σύγχρονου τρόπου ζωής που αναγκάζουν τους ανθρώπους να θυσιάσουν ένα μεγάλο κομμάτι της προσωπικότητάς τους για να επωφεληθούν από τη βόλεψη του συστήματος. Είναι μια πικρή κωμωδία καθώς παρακολουθούμε αρκετά στοιχεία της δικής μας ζωής να ερμηνεύονται από άλλους ανθρώπους. Είναι ένα ανακουφιστικό χάδι στην πλάτη που μας υποδηλώνει πως όλοι μαζί βράζουμε στο ίδιο καζάνι. 
Η ταινία αυτή είναι ένα εξαιρετικό κλείσιμο μιας ακόμη ενδιαφέρουσας κινηματογραφικής θεματικής ενότητας του σπουδαίου Γάλλου σκηνοθέτη Ερίκ Ρομέρ.


Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Έρωτας το Απόγευμα (1972)




Θα επιμείνω για μια ακόμη φορά στις ενδοσκοπικές ταινίες του Ερίκ Ρομέρ, ο οποίος έχει κερδίσει μια θέση στους πολυαγαπημένους μου σκηνοθέτες όλων των εποχών. Όταν τον ανακάλυψα κατά τη διάρκεια της καραντίνας, διαπίστωσα πως ένα σημαντικό μέρος της πλούσιας φιλμογραφίας του χωρίζεται σε δυο θεματικές ενότητες. Ρίχνοντας μια ματιά στο περιεχόμενο των ταινιών, αποφάσισα να τις απολαύσω εναλλάξ μπλέκοντας τις δυο ομάδες κι όχι με τη διαδοχική σειρά. Αυτή η επιλογή, μου 'δωσε τη δυνατότητα να διακρίνω πως οι προβληματισμοί του πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και τις ερωτικές ανασφάλειες των δύο φύλων, παραμένουν επίμονα οι ίδιοι και σε πολλές από τις ταινίες του μένουν αναπάντητοι. Ίσως όμως αυτά τα αναπάντητα ερωτήματα είναι τα αίτια που προσφέρουν μια αγωνιώδης γοητεία στον αχαρτογράφητο κόσμο του ερωτισμού.
Στον "Έρωτα το Απόγευμα", ο Γάλλος σκηνοθέτης επιδιώκει να περιορίσει τον έρωτα σε ένα χρονικό αλλά και χωρικό περιθώριο. Κατά κάποιο τρόπο τον εγκλωβίζει σε ένα καλούπι θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να καταδικάσει το ψυχρά "οργανωμένο" πρόγραμμα που έχουν επιλέξει οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων. Κεντρική φιγούρα σ' αυτό το δοκιμιακό του κατηγορώ είναι ο Φρεντερίκ, ο οποίος παρουσιάζεται στον πρόλογο της ταινίας περιγράφοντάς μας ένα κομμάτι της καθημερινής του ρουτίνας. Μέσα από τις σκέψεις του υποδηλώνει πως έχει βαλτώσει στο γάμο του και βρίσκει διέξοδο μόνο στις αναγνώσεις βιβλίων. Μας αναλύει τους λόγο υς που προτιμάει να τα διαβάζει στα μέσα μαζικής μεταφοράς ή στις απογευνατινές ήρεμες στιγμές του στο σπίτι, την ώρα που η σύζυγός του μελετάει στο γραφείο. 
Παρόλο που είναι αναλυτικός με τα βιβλία, δεν μας μιλάει καθόλου για τον γάμο του. Αντιθέτως συνεχίζει την παρουσίαση του εαυτού του, προσπαθώντας με ένα σχεδόν απολογητικό ύφος να αναλύσει τους λόγους που αγαπάει τις μεγάλες πόλεις αλλά και την κρυφή του επιθυμία να χάνεται μέσα στο πλήθος. Προσωπικά, μου δίνει την εντύπωση πως αναζητά τρόπους για να ξεφύγει από μια κατάσταση που δεν τον γεμίζει πια.
Επίσης η παρουσίαση της καθημερινότητας του πρωταγωνιστή, αφήνει μια αόριστη εικόνα για το επάγγελμα που κάνει και για τις συναναστροφές του. Με αυτήν την τόσο φλου ατμόσφαιρα, υποδηλωνει την παραδομένη φύση του και μας περνάει σιγά σιγά στο κυρίως θέμα.
Πνιγμένος στη ρουτίνα του, ο Φρεντερίκ προτιμά να ζει τη μέρα του μοναχικά. Κάνει υπερωρίες στη δουλειά για να καθυστερει την επιστροφή του σπίτι και προτιμά να κάνει διαλείμματα για ένα απλό γεύμα το μεσημέρι, την ώρα που οι υπόλοιποι εργαζόμενοι επιστρέφουν στο γραφείο και τα πεζοδρόμια του Παρισιού αδειάζουν από κόσμο. Σε 'κείνες τις μοναχικές στιγμές παρακολουθεί τις γυναίκες που περνούν έξω από το εστιατόριο και προσπαθεί να φανταστεί τον εαυτό του μαζί τους. Να τις προσεγγίζει, να τις φλερτάρει και να περνάει στιγμές μαζί τους. Εκεί συνειδητοποιεί πως ο γάμος του δεν είναι τίποτα παραπάνω από το τέλος της ερωτικής του ζωής. Κυριευμένος απ' αυτήν την συναισθηματική ήττα, αρχίζει να φθονεί τους ελεύθερους ανθρώπους που εξακολουθούν να ζουν μποέμικα.




Όμως η ζωή του θα αλλάξει από τη στιγμή που θα τον επισκεφθεί η Χλόη, μια παλιά του γνώριμη η οποία υπήρξε πρώην σύντροφος ενός παλιού του φίλου. Από την πρώτη τους συνάντηση δημιουργείται μια ερωτική έλξη μεταξύ τους. Αμήχανος στο χειρισμό πρωτόγνωρων συναισθημάτων που του βγάζει η Χλόη, ο Φρεντερίκ θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να την αποφεύγει διακριτικά, φοβούμενος μια τυχόν διατάραξη των καθημερινών του ισορροπιών. Με τον καιρό όμως διαπιστώνει πως η μποέμικη της φύση, έχει αρχίσει να αναθερμαίνει την δική του χαμένη ζωντάνια. Μετά από πολλές σκέψεις και παρά τους αρχικούς του ενδοιασμούς, τελικά θα υποκύψει στη γοητεία της. Όμως κάθε φορά που φτάνουν κοντά στην ερωτική πράξη εκείνος μαζευόταν κι απομακρυνόταν.
Μέσα απ' αυτό το άγαρμπο ερωτικό ειδύλλιο, παρατηρούμε πως ο Φρεντερίκ διακρίνει στο πρόσωπο της Χλόης, την προσωπικότητα που θα ήθελε ο ίδιος να έχει. Ελεύθερο πνεύμα, μποέμικη νοοτροπία, λάτρης της πολυγαμίας κι ολιγαρκής στους πειρασμούς του υλιστικού κόσμου. Μαζί της ανακαλύπτει το σημείο που πήρε τη δική του ζωή λάθος, επιλέγοντας το ρόλο ενός μπουρζουά που θέλει να δείχνει προς τους έξω πως είναι ένας πετυχημένος επαγγελματίας κι ένας σωστός οικογενειάρχης παρόλο που μέσα του αισθάνεται όλο και περισσότερο άδειος. 
Από την άλλη, η Χλόη είναι μια γυναίκα με δυναμισμό που ξέρει πως να κερδίσει και να χειριστεί τον κάθε άνδρα. Όμως ο Φρεντερίκ είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση. Ένα προσωπικό στοίχημα. Ένα ερωτικό απωθημένο από το παρελθόν που ήρθε να το ολοκληρώσει. Κι όσο ο Φρεντερίκ είναι απρόσιτος τόσο εκείνη ψάχνει τρόπους για να τον σαγηνεύσει. "Ζεις μέσα στις συμβάσεις" τον κατηγορεί συμπληρώνοντας πως "η φύση του ανθρώπου είναι να είναι πολυγαμικός" για να της απαντήσει πως "μπορεί να έχεις δίκιο" εξηγώντας πως "αν εφάρμοζα, όμως, την πολυγαμία στην κοινωνία μας θα ζούσα ένα ψέμα". 
Από τη στιγμή που θα αρχίσει ο Φρέντερικ να εκφράζει τις ερωτικές του προθέσεις, η Χλόη θα αλλάξει το ρου του παιχνιδιού παίρνοντας το ρόλο της απρόσιτης. Η μάχη των δυο φύλων κρατάει για τα καλά δίνοντας έναν απρόσμενα έντονο ερωτικό παλμό στην ως τώρα αδιάφορη ζωή του Φρέντερικ με τα απογεύματά του να αποκτούν άλλο νόημα καθώς γίνονται μια ερωτική όαση στη μίζερη ζωή του. Φτάνοντας όμως στο αποκορύφωμα της παράνομης σχέσης τους, ο Φρεντερίκ θα κοιταχτεί στο καθρέφτη και για μερικά δευτερόλεπτα θα καταδικάσει τον εαυτό του που καταπατά κάποιους ηθικούς κανόνες δείχνοντας ασέβεια στη σύζυγο και τα δυο παιδιά του. 
Η επιστροφή του στο σπίτι κι η ενοχική του εξομολόγηση στη σύζυγό του δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια έκφραση δείλιας κι αποδυναμομένων συναισθημάτων προς την σύντροφό του. Από την άλλη, το γοερό κλάμα της γυναίκας του αποδεικνύει πως η ίδια ξέρει πως έχει "χάσει" τον άνδρα της και πως η σχέση τους πια δε θα 'ναι τίποτα παραπάνω από έναν λευκό γάμο.




Για μια ακόμη φορά ο σπουδαίος Γάλλος σκηνοθέτης, δίνει την εντύπωση πως μέσω μιας μικρής κλειδαρότρυπας παρακολουθεί και καταγράφει τις πιο κρυφές μας σκέψεις και μας τις παρουσιάζει μέσα από τις ζωές άλλων προσώπων. Ωστόσο στη συγκεκριμένη ιστορία προσφέρει ένα σημαντικό κομμάτι του δοκιμιακού του λόγου αναλύοντας την μοναξιά των ανθρώπων που ζουν στις μεγάλες πόλεις και τη συναισθηματική φθορά της στασιμότητας των ανθρωπίνων σχέσεων. 
Όμως η ταινία υστερεί στις ερμηνείες των κεντρικών προσώπων. Κανείς δεν καταφέρνει να μπει στο πετσί του ρόλου, προσφέροντας ερμηνείες χωρίς συναίσθημα, μ' αποτέλεσμα να δυσκολευόμαστε να δεθούμε μαζί τους παρόλο που έχουμε κοινούς προβληματισμούς. Ωστόσο θα θελα να πω, πως ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου όταν αναγνώρισα την πολυαγαπημένη μου Μοντ (η ηθοποιός Φρανσουάζ Φαμπιάν), που πέρασε φευγαλέα έξω από το εστιατόριο όπου καθόταν ο Φρέντερικ, διεγείροντας τη φαντασία του.
Ο "Έρωτας το Απόγευμα" που κλείνει τη θεματική ενότητα με τους έξι μύθους περί ηθικής, αφήνει ένα στίγμα από το σύγχρονο φόβο που ονομάζεται μοναξιά. Άραγε πόσοι άνθρωποι έχουν εκπέσει αποζητώντας μια οποιαδήποτε συντροφιά εξαιτίας αυτού του φόβου. Πόσοι άνθρωποι θυσίασαν τον συναισθηματικό τους πλούτο για να συνυπάρξουν με έναν αδιάφορο σύντροφο. Πόσοι άνθρωποι έχασαν εμπειρίες και στιγμές επαναπαυόμενοι σε μια ρηχή σχέση. Και πόσοι άνθρωποι ζουν μελαγχολικά με ένα παραπονεμένο "αν..." στα χείλη. Γι' αυτούς τους ανθρώπους, ένας απογευματινός έρωτας αρκεί για να βάλουν πάλι χρώμα στη ζωή τους. Με αυτούς τους ανθρώπους, αφανείς θύματα των σύγχρονων ρυθμών της ζωής, ολοκληρώνει ο Ερίκ Ρομέρ τη σπουδαία θεματική του ενότητα. 


Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Βίαιο Καλοκαίρι (1959)




Όσες ταινίες κι αν έχω παρακολουθήσει που να μ' έχουν ενθουσιάσει, πάντα διατηρώ στην άκρη του μυαλού μου το ενδεχόμενο πως υπάρχουν ακόμη αριστουργήματα που όχι μόνο δεν έχω απολαύσει αλλά δε γνωρίζω καν την ύπαρξή τους. Πολλά απ' αυτά τα ανακαλύπτω μέσα από συζητήσεις που κάνω με άλλους κινηματογραφόφιλους ή μέσω αναρτήσεων από ενδιαφέρουσες κινηματογραφοφιλικές ιστοσελίδες. Μία απ' αυτές τις τυχαίες ανακαλύψεις μου είναι και το "Βίαιο Καλοκαίρι", ένα συνταρακτικό αντιπολεμικό ερωτικό δράμα του Βαλέριο Τζουρλίνι. 
Η ταινία μας ταξιδεύει στο καλοκαίρι του 1943, τότε που ο ιταλικός φασισμός γκρεμιζόταν σαν χάρτινος πύργος, αναγκάζοντας την Ιταλία να συνθηκολογήσει με τους Συμμάχους και να βρεθεί έρμαια στην εκδικητική μανία των Γερμανών ναζί. Στον αναβρασμό εκείνου του περίεργου κομβικού σημείου, η χώρα μετρούσε θύματα τόσο από τους Συμμάχους όσο κι από τους Γερμανούς. Την ίδια περίοδο, ένα κομμάτι της τότε αστικής τάξης που είχε φύγει από τις μεγάλες πόλεις για να γλιτώσει τον πόλεμο, συνέχιζε να απολαμβάνει τις καλοκαιρινές μέρες στις ατέλειωτες αμμουδερές παραλίες του Ριτσόνε. Μέσα σ' αυτά τα αδαή κι άπραγα πρόσωπα ήρθε να προστεθεί κι ο πρωταγωνιστής Κάρλο, ο οποίος παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε αποφύγει τη στράτευση με τη μεσολάβηση του πατέρα του που ήταν μέλος του φασιστικού κόμματος. Στην παραθαλάσσια πόλη θα ξανασμίξει με την υπόλοιπη παιδική του παρέα, η οποία συνεχίζει να απολαμβάνει τις ανέμελες θερινές στιγμές αποφεύγοντας κάθε ενημέρωση για τις πολεμικές εξελίξεις. Από τις συζητήσεις του διαπιστώνει κανείς εύκολα πως δεν τους ανησυχεί ούτε η έκβαση του πολέμου ούτε ο καθημερινός θάνατος των συμπατριωτών τους. Όμως οι προσπάθειές τους να ζήσουν "ταμπουρωμένοι" στον ατάραχο μικρόκοσμό τους θα αποτύχουν με τη βίαιη εισχώρηση του πολέμου στην ανέμελη καθημερινότητά τους, έχοντας τη μορφή ενός γερμανικού μαχητικού αεροπλάνου να περνάει ξυστά πάνω από τα κεφάλια των παραθεριστών. Μέσα στον πανικό που προκαλείται, ο Κάρλο θα σώσει ένα μικρό κορίτσι και θα το παραδώσει στην μητέρα του. Με την πράξη του αυτή, θα ξεκινήσει μια νέα γνωριμία που θα εξελιχθεί σ' ένα ερωτικό ειδύλλιο ανάμεσά τους. Εκείνος νέος κι άγουρος ερωτικά ενώ εκείνη μεγαλύτερή του και χήρα ενός αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού που σκοτώθηκε σε μια μάχη.




Έκτοτε, ο Κάρλο θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να προσεγγίσει την Ρομπέρτα, αγνοώντας το ενδεχόμενο πως η σχέση τους αυτή μπορεί να προκαλέσει μεγάλο σκάνδαλο στην κλειστή κι άκρως συντηρητική κοινωνία των Ιταλών αστών. Μια μικρή εξόρμησή τους στο Σαν Μαρίνο και μια βραδινή μάζωξη στο σπίτι του Κάρλο, θα φέρουν το ζευγάρι πιο κοντά. Ο ερωτικός χορός των ζευγαριών μες στη σκοτεινή σάλα της έπαυλης του Κάρλο την ώρα που ο νυχτερινός ουρανός σκίζεται από τις φωτοβολίδες, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα εξαιρετικό αντιπολεμικό στιγμιότυπο. Όμως εγώ το ερμήνευσα με μια τελείως ειρωνική νότα καθώς οι νεαροί που χορεύουν είναι πλουσιόπαιδα που γλίτωσαν τον πόλεμο με τη βοήθεια των γονιών τους. Παρατηρώντας με απαξίωση τα πρόσωπα αυτά, θυμήθηκα τον αξεπέραστο μονόλογο του Ζεράρ Ντεπαρντιέ στο αριστουργηματικό "1900" που ανέλυε την πονηριά με την οποία οι πλούσιοι δημιούργησαν τον φασισμό κι έστειλαν τους φτωχούς Ιταλούς να πολεμήσουν σε Αλβανία, Ελλάδα κι Αιθιοπία. 
Η σχέση που συνάπτει ο Κάρλο κι η Ρομπέρτα θα προκαλέσει ίντριγκες τόσο στην παρέα του νεαρού όσο και στη σχέση της Ρομπέρτα με την μητέρα της. Οι φίλοι του Κάρλο βλέπουν την παρουσία της γοητευτικής χήρας ως ένα βαρίδι που θα ταράξει τις ισορροπίες της συντροφιάς ενώ η μητέρα της φοβάται το σκάνδαλο που μπορεί να προκύψει αν μαθευτεί στην κοινωνία η σχέση της κόρης της με τον γιο ενός φασίστα. 
Με την εξέλιξη αυτή εκδηλώνεται ένας εξαιρετικός διάλογος ανάμεσα σε μάνα και κόρη. "Θέλω να με δεις επιτέλους ως μια γυναίκα που είναι τριάντα χρονών και μάνα ενός μικρού κοριτσιού κι όχι ως παιδί σου" δηλώνει ενοχλημένη η Ρομπέρτα για να πάρει από την μάνα της την εξής απάντηση "θέλω να σε βλέπω ως γυναίκα τριάντα χρονών που έχει ένα παιδί να μεγαλώσει". Η διαμάχη αυτή δε θα εξελιχθεί σε καβγά αλλά θα οδηγήσει σε μια συγκινητική εξομολόγηση της Ρομπέρτα, η οποία θα αναφερθεί στο βαρετό γάμο που είχε με τον άνδρα της, την κενότητα που ένιωθε μαζί του και την κρυφή επιθυμία που κουβαλούσε έκτοτε στο να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Η σιωπή της μάνας φανερώνει την κατανόησή της απέναντι στο δράμα του παιδιού της όμως η αυστηρή της ματιά επιβεβαιώνει τα ηθικά δεσμά που επιβάλουν οι κλειστές συντηρητικές κοινωνίες στις σχέσεις των ανθρώπων.
Οι προσπάθειες των δυο πρωταγωνιστών να πατήσουν γερά στα πόδια τους και να ζήσουν τον έρωτά τους, διακόπτεται απότομα με τα όσα ακολουθούν με την πτώση του ιταλικού φασισμού. Ο κόσμος εξεγείρεται κι επιτίθεται στα τοπικά γραφεία του φασιστικού κόμματος με τους μισούς εξεγερμένους να μπαίνουν μέσα λεηλατώντας το κτίριο και προπηλακίζοντας τους φασίστες και τους άλλους μισούς να γκρεμίζουν την πελώρια προτομή του Μουσολίνι που δεσπόζει στην πρόσοψη του κτιρίου. Σκηνές εντυπωσιακές με απίστευτο πάθος στα πρόσωπα των συμμετεχόντων που φτάνουν στο σημείο να μοιάζουν με ντοκουμέντα εκείνης της εποχής. 
Μέσα σε ένα βράδυ ο Κάρλο χάνει την ασφάλεια που του παρείχε ο πατέρας του με το αξίωμά του στο φασιστικό κόμμα και την πατρική του έπαυλη καθώς επιτάσσεται για να στεγαστούν ξεριζωμένοι Ιταλοί που έχασαν τα σπίτια τους από τους βομβαρδισμούς. Η απόγνωση του νεαρού είναι μεγάλη σε σημείο που φτάνει μες στο θυμό του να ασπαστεί τις ιδέες του φασισμού. Με την στάση του αυτή, ο δημιουργός φανερώνει πως ο φασισμός είναι άκρως σκοταδιστικό μόρφωμα που πατάει πάνω στην οργή και το μίσος. Η απελπισία του Κάρλο θα κορυφωθεί όταν μετά από έναν τυπικό έλεγχο μιας νυχτερινής περιπόλου, θα αναγκαστεί να παρουσιαστεί στη στρατολογία της Μπολόνια. 
Σ' αυτήν την απρόσμενη εξέλιξη, η Ρομπέρτα θα προσπαθήσει να προστατεύσει τον σύντροφό της προτείνοντάς του να φυγαδευτούν σε ένα άλλο σπίτι που έχει κοντά στη Μπολόνια. Συνηθισμένς να βρίσκεται κάτω από μια ομπρέλα προστασίας, ο Κάρλο θα δεχτεί και την επομένη θα αναχωρήσουν για τον βορρά. Όμως το τραίνο που τους μεταφέρει προς τα εκεί θα ακινητοποιηθεί μετά από έναν ανηλεή βομβαρδισμό. Οι εκρήξεις που σκάνε γύρω τους, ο πανικός στα πρόσωπα των συνεπιβατών τους, ο θάνατος που καραδοκεί παντού αλλά και η τύχη να βγουν αλώβητοι απ' αυτήν την θηριωδία, θα αλλάξουν μονομιάς τον τρόπο σκέψης του Κάρλο. Μέσα στο χάος του πολέμου θα νιώσει τον θιγμένο του εγωισμό και θα ντραπεί για την ευθυνόφοβη φύση του συνειδητοποιώντας πως μια ακόμη αποφυγή των καθηκόντων του δε θα 'ναι τίποτα παραπάνω από μια συνεχής επανάληψη ενός φαύλου κύκλου που δε θα τον αφήσει να ωριμάσει ποτέ. Η απόφαση που θα πάρει την ύστατη στιγμή καθώς ένα έκτακτο δρομολόγιο θα επιστρέψει στο Ρίμινι τους επιβάτες που γλίτωσαν από το βομβαρδισμό, όσο σπαρακτική κι αν δείχνει στην πραγματικότητα θα είναι μια εξιλέωση για τον ίδιο. Μία αναζωογονητική πνοή ελευθερίας κι αξιοπρέπειας, διώχνοντας από πάνω του κάθε ίχνος από το σκοτεινό φασιστικό ιστορικό του πατέρα του που όλα αυτά τα χρόνια σκέπαζε και τον ίδιο.




Σ' αυτό το αντιπολεμικό αριστούργημα, γινόμαστε μάρτυρες αρκετών πολέμων. Πρώτα απ' όλα είναι η αντιφασιστική νότα που δίνει ο δημιουργός, παρουσιάζοντας τον πόλεμο μέσα από τα μάτια των άπραγων κι ανενεργών πολιτών που είχαν βολευτεί ή είχαν γίνει συνειδητά έρμαια του φασισμού. Επίσης είναι ένα κατηγορώ απέναντι στους καλοπερασάκηδες που δεν τους ένοιαζε ο πόλεμος ακόμη κι όταν αυτός είχε φτάσει σχεδόν έξω από την πόρτα τους. Μόνο όταν ο πρωταγωνιστής βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα συνειδητοποιεί πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες μεταξύ ζωής και θανάτου αλλά και το πόσο δειλός είναι αφήνοντας άλλους να πολεμούν για τα συμφέροντα της δικής του αστικής τάξης. Στην αντιφασιστική νότα της ταινίας, εντάσσεται κι η αγανάκτηση του λαού όταν ενημερώνεται για την πτώση του Μουσολίνι. Μόνο τότε πείθονται πως αυτό το τέρας είναι άτρωτο και συνειδητοποιούν το λάθος που έκαναν να το ανεχτούν όλα αυτά τα χρόνια. Γι' αυτό κι η οργή τους είναι έκδηλη τόσο στα σύμβολα του φασισμού όσο και στους ανθρώπους που επωφελήθηκαν απ' αυτόν. 
Έπειτα έχουμε τον αθέατο πόλεμο των κοινωνικών τάξεων καθώς γινόμαστε μάρτυρες στις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων σε θέματα ηθικής κι αξιοπρέπειας. Ένα παράδειγμα είναι ο πατέρας του πρωταγωνιστή που εξαφανίζεται μετά τη πτώση του φασισμού. Φυγαδεύεται ή φυλακίζεται, αυτό δε μας το διευκρινίζει ο δημιουργός. Αφήνει όμως το γιο του αντιμέτωπο με τη δήμευση της περιουσίας. Με αυτήν την πατρική απουσία αλλά και τις καταστροφικές για τον Κάρλο πράξεις του, γίνεται φανερό πως οι γονείς που αντιπροσωπεύουν τη γενιά που ανέδειξε τον Μουσολίνι, τον Χίτλερ, τον Μεταξά κι όλους τους δικτάτορες εκείνης της εποχής, αφήνουν παρακαταθήκη στα παιδιά τους τα ερείπια μιας πληγωμένης Ευρώπης. 
Πάνω σ' αυτήν την πεθαμένη ηθική, ξεσπάει η Ρομπέρτα στη μάνα της με αφορμή τον γάμο που είχε. Για κείνην ο χαμός του άνδρα της δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια ανακούφηση καθώς ένιωθε πως βρισκόταν σε έναν γάμο νεκρό όπου λόγω ηθικής ήταν καταδικασμένη να μη φύγει ποτέ. Να όμως που με τον θάνατό του συζύγου της, της δόθηκε η ευκαιρία να ξαναπιάσει τη ζωή της από την αρχή. Γι' αυτόν τον λόγο δέχεται τις δυσάρεστες ειδήσεις χωρίς θρήνους και συνεχίζει την καθημερινότητά της σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Μια συμπεριφορά άκρως καταδικαστέα για τα συντηρητικά μυαλά εκείνης της εποχής. Πόσο μάλλον αν μαθευόταν η νέα της ερωτική σχέση ενώ υποτίθεται πως βρίσκεται σε πένθος για τον αδικοχαμένο άνδρα της. Η στάση της Ρομπέρτα απέναντι στην ηθική καταπίεση είναι άκρως επαναστατική κι αυτό φαίνεται τόσο στο ξέσπασμα απέναντι στη μάνα της όσο και στην επιθυμία της να φιληθεί με τον Κάρλο σε δημόσιο χώρο χωρίς να τη νοιάζει αν τους δει κανείς. 




Ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό που εκτοξεύει την ταινία είναι οι εκπληκτικές ερμηνείες του πρωταγωνιστικού διδύμου. Δεν είναι τυχαίο πως η Ελεονόρα Ρόσι Ντράγκο βραβεύτηκε για  την ερμηνεία της αυτή από το διεθνές φεστιβάλ Mar del Plata και το Nastro d' Argento. Επίσης κι ο σπουδαίος Ζαν Λουί Τρεντινιαν προσφέρει ένα εκπληκτικό παίξιμο, πιθανότατα προπομπός στην αξεπέραστη ερμηνεία του στον Κονφορμίστα. 
Όμως και σκηνοθετικά η ταινία είναι άρτια τόσο στα καρτποσταλικά της πλάνα όπως η βόλτα του ζευγαριού στο Σαν Μαρίνο και τις θεατρικές σκηνές και κινήσεις των προσώπων μέσα σε κλειστούς χώρους όσο και στον άκρως ρεαλιστικό βομβαρδισμό του τραίνου. Το πλάνο αυτό θα μου μείνει αξέχαστο με τις εκρήξεις των βομβών, τις κραυγές των πανικόβλητων επιβατών, την υστερία μιας γυναίκες που είναι κρυμμένη κάτω από τα βαγόνια και τα πτώματα που είναι πεσμένα γύρω από τις γραμμές του τραίνου. Σκηνές απόλυτου χάους που καταφέρνει ο δημιουργός να μας παρουσιάσει με απίστευτη πειστικότητα. 
Με το "Βίαιο Καλοκαίρι" συνειδητοποίησα για μια ακόμη φορά μια σημαντική διαφορά που έχει η δικιά μας κοινωνία από τις υπόλοιπες στην Ευρώπη μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Την ώρα που οι άλλες χώρες μετρούσαν τις πληγές τους κι ερχόντουσαν αντιμέτωπες με τα λάθη του παρελθόντος, στην Ελλάδα οι συνεργάτες των ναζί σύναπταν νέα συμβόλαια με τους νέους κατακτητές του τόπου. Με αυτήν την πρόστυχη ανατροπή, χάσαμε την ευκαιρία που δόθηκε στους υπόλοιπους λαούς να αντικρίσουν και να ερμηνεύσουν το τέρας του φασισμού. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που στον ενδελεχή αναστοχασμό των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών ξεπήδησε μια πλούσια παραγωγή ταινιών αντιφασιστικού χαρακτήρα. Ειδικά ο ιταλικός κινηματογράφος πρόσφερε μια αξεπέραστη παρακαταθήκη ταινιών που παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα. Θεωρώ πως μια απ' αυτές τις ταινίες είναι και το "Βίαιο Καλοκαίρι". 

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Πωλίν στην Παραλία (1983)




Το φετινό καλοκαίρι που πλέον οδεύει στο τέλος του, ντύθηκε κινηματογραφικά με ένα κομμάτι από την πλούσια κι άκρως ενδιαφέρουσα φιλμογραφία του Γάλλου σκηνοθέτη Ερίκ Ρομέρ. Μετά την αριστουργηματική "Μια Νύχτα με την Μώντ", την οποία θεωρώ μέχρι στιγμής την καλύτερη ταινία του, το ευρέως αναγνωρισμένο "Γόνατο της Κλαίρης" και την εκνευριστική "Πράσινη Ακτίνα" ήρθε η σειρά της άκρως θερινής ταινίας "Η Πωλίν στην Παραλία" η οποία έχει βραβευτεί με την Αργυρή Άρκτο σκηνοθεσίας και το βραβείο των κριτικών FIPRESCI στο φεστιβάλ του Βερολίνου το 1983, με το βραβείο Σεναρίου από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου της Βοστόνης και με το βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου της Γαλλίας. Με αυτήν την τόσο πλούσια κινηματογραφική συλλογή βραβείων, οι προσδοκίες είναι λογικά πολλές. Προσωπικά, η Πωλίν όχι μόνο κάλυψε τις δικές μου προσδοκίες αλλά τις ξεπέρασε, φέρνοντάς με αντιμέτωπο με αρκετά ηθικά διλήμματα πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στις παραλίες της Νορμανδίας όπου δυο ξαδέρφες, η δεκαεξάχρονη Πωλίν κι η Μαριόν που είναι μια αναγνωρισμένη στυλίστρια του Παρισιού τις επισκέπτονται για να περάσουν λίγες μέρες ξέγνοιαστες κοντά στη θάλασσα. Εκεί θα συναντήσουν τον Πιέρ, έναν παλιό φίλο της Μαριόν ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να είναι ερωτευμένος μαζί της. Μαζί μ' αυτόν θα γνωρίσουν τον μυστηριώδη εθνολόγο Ανρί και τον νεαρό Σιλβέν που αναζητά τον εφηβικό καλοκαιρινό του έρωτα. Οι ίντριγκες δεν αργούν να εκδηλωθούν ανάμεσα στα πέντε αυτά πρόσωπα οδηγώντας τους σε λάθη πάθους, απογοητεύσεις κι εκνευρισμούς αλλά παράλληλα και σε στιγμές ονειρικές κι άκρως ερωτικές που τους γεμίζουν αισιοδοξία για κάτι καλύτερο.




Τα πέντε πρόσωπα της ιστορίας συστήνονται σταδιακά στους θεατές, παρουσιάζοντας την προσωπικότητά τους αλλά και το παρελθόν που κουβαλάνε μέσα από τις συζητήσεις που απλώνονται καθ'όλη τη διάρκεια των ταινιών του Ερίκ Ρομέρ. 
Η Πωλίν την οποία ερμηνεύει εξαιρετικά η νεαρή Αμάντα Λανγκλέ, μην έχοντας ακόμη κάποια ερωτική εμπειρία, διατηρεί μια ντροπαλή κι αντικοινωνική στάση. Αποφεύγει να μιλήσει για το παρελθόν της μπροστά στους άλλους πιστεύοντας πως είναι φτωχό κι ασήμαντο. Όμως ο τρόπος που βλέπει τις ανθρώπινες σχέσεις είναι πολύ πιο ώριμος από ότι οι μεγαλύτεροι της παρέας. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο της ζητούν επίμονα να μιλήσει για το πως ζει ή θέλει να ζήσει τον έρωτα αλλά και την επικοινωνία που επιδιώκει με το άλλο φύλο. 
Από την άλλη, η εντυπωσιακή της ξαδέλφη Μαριόν, στο ρόλο της οποίας συναντάμε την εκρηκτική Αριέλ Ντομπάσλ, είναι μια πρόσφατα διαζευγμένη γυναίκα που βλέπει τη ζωή της με μια πιο αισιόδοξη νότα καθώς βγήκε από έναν γάμο στάσιμο και βαρετό. Ελεύθερη κι ανανεωμένη αναζητά την πραγματική αγάπη, πιστεύοντας πως βρίσκεται κάπου εκεί έξω. Μπορεί όμως να την αντιληφθεί όταν θα την συναντήσει;
Ο Πιέρ αρχίζει να ξεδιπλώνεται από τη στιγμή που η Μαριόν μιλάει στην παρέα για το παρελθόν της αλλά και για τα σχέδια που της επιφυλάσσει το μέλλον. Παρόλο που απ'την αρχή η στάση του σώματός του και το εκφραστικό του βλέμμα μαρτυρούν αυτό που νιώθει, εκείνος τελικά ρισκάρει να εμπιστευτεί στην Μαριόν, το πόσο ερωτευμένος είναι μαζί της. Παρά την επιμονή του και τα ειλικρινή του συναισθήματα, εκείνη τον απαρνιέται για τα μάτια του Ανρί. Η απογοήτευση της απάρνησή της θα τον μετατρέψει σε κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας κι απόλυτο εκφραστή των αποτυχημένων σχέσεων αλλά και των απογοητευμένων μοναχικών ανθρώπων. "Γιατί βλέπουμε πάντα τις επιλογές των άλλων ως λάθος" λέει κάποια στιγμή στην Πωλίν, συμπυκνώνοντας σε μια μικρή φράση την πικρία που πολλοί από μας έχουμε νιώσει στη σύγχρονη εποχή των ατελέσφορων σχέσεων. Ο Πιέρ εκπροσωπεί απόλυτα τους ονειροπόλους αλλά και τους γνήσιους τελευταίους ρομαντικούς που εξακολουθούν να πιστεύουν πως ήρθαν στη γη για έναν και μόνο άνθρωπο και δεν το βάζουν κάτω μέχρι να τον βρουν και να τον κατακτήσουν. Για εκείνον το άλλο του μισό είναι η Μαριόν.  
Από την άλλη ο Ανρί είναι τελείως διαφορετικός από τον Πιέρ. Αινιγματικός κι απόμακρος, αποφεύγει να εκφράσει τα συναισθήματά του. Μάλιστα όσο περνάει η ώρα τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί κανείς τη συναισθηματική κενότητα αυτού του ανθρώπου, ο οποίος αποφεύγει τις δεσμεύσεις μόνο και μόνο για να έχει το ελεύθερο να επιλέγει όποια γυναίκα θέλει. Θα μπορούσε να τον συμπαθήσει κανείς για την ειλικρίνειά του καθώς δε δίνει υποσχέσεις ούτε εκδηλώνει ζήλια, όμως η ήδη τσαλακωμένη εικόνα του καταστρέφεται κι άλλο όταν σε ένα ερωτικό του ατόπημα μπλέκει τον νεαρό Συλβέν για να γλιτώσει το δικό του κεφάλι. Όμως όταν συνειδητοποιεί πως με την πράξη του αυτή καταστρέφει την αγνή σχέση του Συλβέν με την Πωλίν, προσπαθεί να το διορθώσει ολοκληρώνοντας την παρουσία του στην όλη ιστορία με μια άκρως αμφιλεγόμενη χροιά καθώς ούτε συμπαθής αλλά ούτε κι αντιπαθής καταλήγει να γίνει.
Τέλος έχουμε και τον Συλβέν ο οποίος είναι ο λιγότερο ενδιαφέρον χαρακτήρας της ιστορίας. Ένα πιόνι που δυστυχώς λειτουργεί άβουλα καθώς ακόμα δεν έχει ωριμάσει ακόμα συναισθηματικά. Μάλιστα, το νεαρό της ηλικίας του θα τον οδηγήσουν σε μικρά λάθη που άθελά του θα πληγώσουν την Πωλίν. 




Στη συγκεκριμένη ταινία, ο Γάλλος δημιουργός χωρίζει τον ερωτικό κόσμο των ενηλίκων σε τρεις κατηγορίες. Σ' αυτόν της συναισθηματικής αγνότητας και της ερωτικής απλότητας των καταστάσεων όπου ανήκει η Πωλίν αλλά κι ο πιτσιρικάς που την ερωτεύεται και σ' αυτήν του ωμού ρεαλισμού αλλά και του ψυχρού κυνισμού όπου ανήκει ο Ανρί με την Μαριόν. Ο Πιέρ είναι μια άλλη κατηγορία μόνος του καθώς ο ρομαντισμός τον αναγκάζει να αιθεροβατεί. Αν και ξεχωρίζει από ειλικρινή και δυνατά συναισθήματα, δυστυχώς αυτά καταλήγουν στον κάλαθο των αχρήστων από τον σκληρό κόσμο των ενηλίκων. 
Η παραλία μετατρέπεται σε τόπο συνάντησης κι ανάμειξης αυτών των διαφορετικών κόσμων. Η ζέστη, η ξεγνοιασιά αλλά κι οι τελευταίες χαλαρές μέρες του καλοκαιριού, δίνουν την αφορμή για το μπέρδεμα των πορειών που έχουν χαράξει οι συγκεκριμένοι ήρωες. Οι ενήλικοι προσπαθούν να εντυπωσιάσουν μ' αποτέλεσμα να αναλώνονται σε μεγαλόσχημους διαλόγους περί αγάπης κι έρωτα, αγνοώντας πως μεταξύ τους υπάρχει η διπροσωπία, η ζήλια και ο εγωισμός, των οποίων οι συνέπειες θα φανούν στις μετέπειτα πράξεις τους, όταν θα χουν πέσει στα ίδια λάθη που θα πληγώσουν τόσο αυτούς όσο και τους γύρω τους. 
Αντιθέτως η νεαρή πρωταγωνίστρια ξέρει να μετράει τις κουβέντες της και να κάνει τις επιλογές της κάτι που τη βγάζει στο τέλος κερδισμένη κάνοντας πράξη την παροιμία στους τίτλους της αρχής «Αυτός που μιλά πολύ, κάνει κακό στον εαυτό του». Εξαιρετική η τελευταία σκηνή που αποδέχεται το παρηγορητικό σενάριο της Μαριόν ενώ γνωρίζει από πρώτο χέρι τα ερωτικά μπερδέματα τους. 
Επίσης βρήκα απολαυστικό το ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ του Πιέρ και της Πωλίν. Ένα παιχνιδιάρικο μπέρδεμα που δεν ευδοκίμησε ποτέ παρόλο που υπήρχε ερωτισμός κι από τις δυο πλευρές, ένας ερωτισμός περισσότερο προϊόν τρίτων παρά των δύο συγκεκριμένων προσώπων. Για την Πωλίν ο Πιέρ είναι ένας γοητευτικός νέος άνδρας που θα ταίριαζε απόλυτα στην Μαριόν. Μάλιστα η συμπάθεια στο πρόσωπό του γίνεται μεγαλύτερη καθώς αντιπαθεί τον Ανρί. Από την άλλη ο Πιέρ συμπαθεί αρκετά την Πωλίν καθώς την βρίσκει αρκετά ώριμη για την ηλικία της. Στηριζόμενος όμως στο νεαρή της ηλικίας της καθώς και στο ότι δεν έχει κάνει ποτέ στη ζωή της έρωτα, αποφεύγει να κάνει κάποια κίνηση προς την μεριά της. Θα του μπουν όμως ιδέες όταν η Μαριόν σε μια από τις προσπάθειες να αποφύγει το επίμονο φλερτ του, του προτείνει να συνάψει σχέση με την Πωλίν. Το γέλιο του Πιέρ στη δήλωση αυτή είναι γλικόπικρο. Ναι μεν χαμογελάει στο άκουσμα αυτό αλλά από την άλλη νιώθει απίστευτα προσβεβλημένος που η Μαριόν τον κατατάσσει στην άγουρη ηλικία της Πωλίν. Παρόλο όμως που αρχίζει να γλυκοκοιτάζει την ιδέα αυτή, αποφασίζει να μην κάνει καμία κίνηση κάτι που τον τιμάει ιδιαίτερα καθώς αποδεικνύει πως δεν έχει καμία απολύτως πρόθεση να ικανοποιήσει τον θιγμένο του εγωισμό εκμεταλλευόμενος κάποιο τρίτο πρόσωπο. 




Με άψογη μαεστρία ο Ερίκ Ρομέρ τοποθετεί τους ήρωες του σαν πιόνια πάνω στην σκακιέρα της αμμουδιάς, δίνοντας στον καθένα κι από έναν τελείως διαφορετικό ρόλο και τους αφήνει να δράσουν ανεξέλεγκτα μέχρι να επιδεινωθεί η εσωτερική τους δίνη από τις παρεξηγήσεις και τα πάθη που τους βασανίζουν συνεχώς. Οι εντάσεις εκδηλώνονται με ενδελεχείς διαλόγους που βοηθούν στο να εισχωρούμε για τα καλά στους προβληματισμούς που τους βασανίζουν. Για να επιτευχθεί αυτό, σημαντικό ρόλο παίζουν και τα πρόσωπα που για μια ακόμη φορά είναι καλά διαλεγμένα, προσφέροντάς μας ρεαλιστικές ερμηνείες και διαλόγους απίστευτα ζωντανούς κι ειλικρινείς μες στην απλότητά τους. 
Σε μια συνέντευξή του ο Ερίκ Ρομέρ είχε αναφέρει πως "η ελαφρότητα των ανθρώπων ξεκινάει από τη ματαιοδοξία τους να αρέσουν". Στηριζόμενος λοιπόν στην άποψή του αυτή μας προσφέρει ένα ακόμη κινηματογραφικό διαμάντι.

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Γόνατο της Κλαίρης (1970)




Όταν ανακάλυψα τον σκηνοθέτη Ερίκ Ρομέρ μέσα από την αριστουργηματική του ταινία "Μια Νύχτα με την Μόντ", ανοίχτηκε μπροστά μου ένα νέο κινηματογραφικό κεφάλαιο με εξαιρετικό δοκιμιακό λόγο και με μια αρκετά ενδιαφέρουσα θεματολογία πάνω στη σεξουαλικότητα και τα αδιέξοδα των ανθρώπινων σχέσεων. Με το συγκεκριμένο έργο έμαθα για την περίφημη σειρά ταινιών του Γάλλου δημιουργού με την ονομασία "Μύθοι περί Ηθικής" (μα πόσο υπέροχος θεματικός τίτλος) με το "Γόνατο της Κλαίρης" να είναι η πέμπτη ταινία αυτής της τόσο ενδιαφέρουσας σειράς κι ίσως η πιο αναγνωρισμένη.
Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τις τελευταίες μέρες της μοναχικής ζωής του Ζερόκ, ενός αμετανόητου εργένη που αποφασίζει να παντρευτεί αφήνοντας πίσω του μια ανέμελη ζωή γεμάτη εφήμερους έρωτες. Πριν όμως φύγει για Σουηδία όπου θα ζήσει με τη μέλλουσα σύζυγό του, επιστρέφει στην πόλη του με σκοπό να πουλήσει το πατρικό του σπίτι. Εκεί συναντά την Ορόρα, η οποία είναι μια παλιά του φίλη και φιλόδοξη συγγραφέα. 
Στις μεταξύ τους συζητήσεις θα μαθαίνουμε το ιστορικό των δυο προσώπων καθώς και τον επικείμενο γάμο του πρωταγωνιστή. Ωστόσο η συνάντηση αυτή θα προκαλέσει έναν έντονο προβληματισμό στο Ζερόκ για τις αποφάσεις που έχει πάρει, καθώς μέσω της Ορόρα θα γνωρίσει δύο αισθησιακές κοπέλες, τη Λόρα και την Κλαίρη. Κι ενώ προκύπτει ένα ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ του Ζερόκ και της Λόρα, εκείνος τελικά θα θαμπωθεί από την ομορφιά της μεγαλύτερης αδελφή της, την δεκαεξάχρονη Κλαίρη. Το ιδιαίτερο ερωτικό ειδύλλιο που προκύπτει μεταξύ των τριών αυτών προσώπων, παρουσιάζεται με μορφή ημερολογίου και διαρκεί έναν ολόκληρο μήνα με τους πρωταγωνιστές να περιφέρονται και να φιλοσοφούν σε ένα άκρως ειδυλλιακό τοπίο κάπου ανάμεσα στα σύνορα Γαλλίας και Ελβετίας. 
Για τη συγκεκριμένη ταινία, ο Ερίκ Ρομέρ σχολιάστηκε αρνητικά καθώς επικεντρώνεται σ' ένα κομμάτι της μεγαλοαστικής γαλλικής μπουρζουαζίας, η οποία έχοντας λύσει τα οικονομικά της προβλήματα, ασχολείται με αμπελοφιλοσοφίες σκοτώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο τον άπλετο χρόνο της. Δε θα διαφωνήσω στους συγκεκριμένους σχολιασμούς αλλά ούτε θα σταθώ και σ' αυτούς καθώς πιστεύω πως η ουσία της ταινία είναι η θεματολογία των συζητήσεων η οποία αφορά όλα τα κοινωνικά στρώματα.




Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης ιστορίας είναι πως όλα τα πρόσωπα κεντρίζουν την προσοχή των θεατών και μας προκαλούν να τα ψυχαναλύσουμε εμπειρικά κάθε φορά που ξεδιπλώνουν κάποια πτυχή της προσωπικότητά τους.
Κυρίαρχο ρόλο στην ιστορία έχει ο Ζερόκ που τον ερμηνεύει εκπληκτικά ο Ζαν Κλοντ Μπριαλί, ένας καλλιεργημένος αλλά αρκετά ανασφαλής άνδρας που προσπαθεί να κρύψει τα εσωτερικά του σκοτάδια πίσω από το μελαγχολικό του χαμόγελο. Η όψη του αλλά και το ιστορικό που μας παρουσιάζει, μπορούν να θεωρηθούν ως χαρακτηριστικά ενός πετυχημένου άνδρα. Όμως πίσω από την πλασματική του υπερηφάνεια, κρύβεται ένας ευαίσθητος και εύθραυστος άνθρωπος. Διανύοντας την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, γνωρίζει πως η πολυπόθητη νιότη αρχίζει σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπει. Ίσως αυτός να είναι κι ο λόγος που αποφασίζει να "ενηλικιωθεί" συναισθηματικά. Οι δηλώσεις του πως επιτέλους σοβαρεύει και παντρεύεται, περισσότερο μαρτυρούν πως η επιλογή του αυτή είναι ένα αναγκαίο κακό παρά μια ειλικρινής επιθυμία. Κατά κάποιον τρόπο προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του παρά τους γύρω του. Κι όπως φαίνεται δεν πείθει κανέναν. Όταν αισθάνεται το φλερτ της Λόρας ενδίδει όχι επειδή είναι κι εκείνος ερωτευμένος μαζί της αλλά επειδή το βλέπει ως ένα κύκνειο άσμα της ερωτικής του ζωής.
Από την άλλη η Λόρα που την ερμηνεύει εκπληκτικά η πιτσιρίκα Μπεατρίς Ρομάν, γνωρίζοντας πως θα βρίσκεται πάντα στη σκιά της όμορφης αδελφής της, εισχωρεί σε έναν πιο πνευματικό χώρο. Διαβασμένη, πανέξυπνη και με δυναμισμό καταφέρνει να κερδίσει τις εντυπώσεις σβήνοντας πολλές φορές την εξωτερική ομορφιά της Κλαίρης. Έπειτα, ξέροντας πως έχει όλη τη ζωή μπροστά της, δε κάνει βεβιασμένες κινήσεις οπότε απολαμβάνει τις προσπάθειες προσέγγισης που κάνει ο Ζερόκ γι' αυτήν. Μάλιστα γίνεται φανερό πως όσο τον φρενάρει τόσο παίρνει τα πάνω της. 
Στη συγκεκριμένη ιστορία έχουμε δυο σημαντικές και τελείως διαφορετικές αντιλήψεις. Από την μια ο Ζερόκ γνωρίζει πως αρχίζει η πτώση της ερωτικής του λίμπιντο οπότε βιάζεται να ζήσει την κάθε στιγμή σε σημείο που γίνεται φορτικός και γλοιώδης ενώ από την άλλη η Λόρα πιο άγουρη ερωτικά αναζητά τις ευνοϊκές για εκείνην συνθήκες, οι οποίες όμως δεν συγχρονίζονται με τις επιθυμίες του Ζερόκ. Μπορεί ερωτικά τα δυο αυτά πρόσωπα να αποτυγχάνουν αλλά προσφέρουν μια ποικιλία υπέροχων συζητήσεων που σίγουρα γίνονται αφορμή για πολύωρες αναλύσεις μετά την προβολή.
Σε αντίθεση με την Λόρα, η Κλαίρη που ερμηνεύει η Λόρενς ντε Μοναγάν με ένα αινιγματικό αλλά άκρως ερωτικό παίξιμο, δεν μας αποκαλύπτει την προσωπικότητά της. Πιθανόν να μην έχει κάποια αξιόλογη προσωπικότητα να μας επιδείξει καθώς γνωρίζει πως είναι όμορφη κι αρκείται σ' αυτό. Παρ' όλα αυτά σε μια δύσκολη στιγμή αποδεικνύεται πολύ πιο εύθραυστη κι ανασφαλής από την μικρότερη αδελφή της. Ο Ζερόκ από την μια θαυμάζει το καλλίγραμμο σώμα και το υπέροχο πρόσωπο της Κλαίρης αλλά παράλληλα την θεωρεί ευκολότερο στόχο. Αρχίζει να ασχολείται μαζί της μόνο όταν συνειδητοποιεί πως το φλερτ του με την Λόρα οδηγείται σε ναυάγιο. Μ' αυτόν τον τρόπο παρουσιάζεται με έναν άκρως κωμικοτραγικό τρόπο, ο ρόλος του άνδρα κυνηγού. 




Σημαντικό παρασκηνιακό ρόλο στην όλη ιστορία έχει η Ορόρα που ερμηνεύεται από την Ορόρα Κορνού, η οποία λειτουργεί ως ένας από μηχανής θεός που κινεί αθόρυβα τα νήματα της ιστορίας. Κατά μια έννοια, η Ορόρα εκφράζει τους προβληματισμούς του ίδιου του Γάλλου σκηνοθέτη, καθώς στην ταινία μας συστήνεται ως συγγραφέας, άρα δημιουργός. Η ίδια παρακολουθεί με μία διακριτική ηδονή το ερωτικό τρίγωνο που δημιουργείται, σαν να προσπαθεί να βρει έμπνευση για τους χαρακτήρες ενός μελλοντικού της βιβλίου. Ακούει προσεκτικά τους προβληματισμούς του Ζερόκ όπως άκουγε πρωτύτερα τον ενθουσιασμό του και προσπαθεί με διάφορες συμβουλές όχι μόνο να τον βοηθήσει αλλά και να οδηγήσει την ιστορία εκεί που η ίδια θέλει. Κατά κάποιο τρόπο τους βλέπει όλους ως άβουλα κι ανασφαλή πιόνια και τον εαυτό της ως έναν κατασταλαγμένο άνθρωπο που οφείλει να επιβάλλει την ηθική σε έναν κόσμο σαθρό και ψεύτικο.
Κινηματογραφικά η ταινία πέρα από τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, με εντυπωσίασε με τους ακατάπαυστους διάλογους και τα εκπληκτικά φωτογραφικά κάδρα του Νέστορ Αλμέντρος. Χαμένοι μέσα σε ειδυλλιακά τοπία οι ήρωες αδυνατούν να απολαύσουν τη μαγεία της φύσης καθώς βρίσκονται εγκλωβισμένοι στα προσωπικά τους αδιέξοδα. Με την αντίθεση αυτή δίνεται περισσότερη ένταση στο δράμα ενώ παράλληλα προσφέρει απλόχερα πικρά χαμόγελα στους θεατές με το κυνικό της χιούμορ.
Για μια ακόμη φορά ο Ερίκ Ρομέρ καταφέρνει να αγγίξει ένα ευαίσθητο κομμάτι των ερωτικών σχέσεων και της ανθρώπινης ανασφάλειας, Με ειλικρινής και σκληρή γλώσσα δε χαρίζεται σε κανέναν πετυχαίνοντας μια εντυπωσιακή συσχέτιση των παθών που έχουν οι ήρωες με τα δικά μας πάθη.
Το "Γόνατο της Κλαίρης" είναι ένα εξαιρετικό κινηματογραφικό διαμαντάκι που αφήνει μια πλούσια τροφή για σκέψη σε μετέπειτα συζητήσεις τόσο για το κινηματογραφικό όσο και για το θεματολογικό του κομμάτι.

Βαθμολογία: 8/10

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Ίος, η παρεξηγημένη ομορφιά των Κυκλάδων



Όταν έκλεισα πέρσι τα ακτοπλοϊκά για την Ίο, υπήρξαν πολλοί φίλοι που μου είπαν πως το νησί αυτό δε πρόκειται να ικανοποιήσει τις προσδοκίες που έχω για τους τόπους που συνήθως επιλέγω. Ίσως να συμφωνούσα μαζί τους αν το επισκεπτόμουν την περίοδο που είναι γεμάτο με τουρίστες που ταξιδεύουν ως εκεί αναζητώντας τη ξέφρενη ζωή, το άφθονο αλκοόλ και τα ατελείωτα πάρτι. Όμως τέλη Αυγούστου συνάντησα μια τελείως διαφορετική εικόνα που μ' έκανε να συμπαθήσω αυτόν τον τόπο και να θεωρήσω πως από μόνος του αδικείται έχοντας επιλέξει αυτού τουβείδους τον τουριστικό χαρακτήρα.
Φτάνοντας βράδυ στο φυσικό λιμάνι της Ίου, ταλαιπωρημένος από τα συνεχόμενα τραντάγματα του πλοίου λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών, πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου αφήνοντας τις βόλτες για την επόμενη μέρα. Όμως πριν στρίψω στην παραλία του Γιαλού, πρόλαβα να ρίξω μια γρήγορη ματιά στη Χώρα με τα φωτισμένα της καλντερίμια που υψωνόταν πάνω από το λιμάνι. Με την εικόνα αυτή έφυγαν όλες οι επιφυλάξεις που είχα για τον τόπο αυτό.
Το άλλο πρωί με βρήκε να ανηφορίζω τα σκαλοπάτια που ξεκινούν από το λιμάνι και καταλήγουν στη Χώρα. Τα πρώτα κτίσματα που συνάντησα στην ανάβαση, λειτουργούσαν ως μικρές ξενοδοχειακές μονάδες που αλλοίωναν την αυθεντικότητα του τοπίου. Κάποια καλαίσθητα διακοσμητικά στοιχεία όπως οι λευκές κουρτίνες στις βεράντες, που ανέμιζαν παιχνιδιάρικα στις τελευταίες θερινές ριπές του ανέμου, δε βοηθούσαν στην κάλυψη της συστηματικής εμπορευματοποίησης του τοπίου.
Όλα όμως άλλαξαν όταν εισχώρησα στα ενδότερα της Χώρας. Μικρά σοκάκια που σε πολλά σημεία μετατρέπονταν σε χαμηλές στοές καθώς τα σπίτια ενώνονταν από πάνω μου με μικρά καμαράκια και κάμποσες φουντωτές βουκαμβίλιες με ζεστά χρώματα έσπαγαν τη μονοτονία του κυκλαδίτικου λευκού. Μικρά καφέ με πολύχρωμες πινελιές πρόσφεραν απολαυστικά πρωινά κι οι χαμογελαστοί κάτοικοι του νησιού έδειχναν την ικανοποίησή τους για την ολοκλήρωση μιας ακόμη πετυχημένης θερινής σεζόν.
Από την πρώτη μέρα η Ίος με υποδέχτηκε με άδειους δρόμους, μαρτυρούσαν το τελείωμα του καλοκαιριού καθώς οι περισσότεροι τουρίστες είχαν αναχωρήσει ενώ οι τελευταίοι που είχαν απομείνει κοιμόντουσαν ως αργά το μεσημέρι μετά τα ξέφρενα πάρτι του Μυλοπότα, της Κουμπάρας αλλά και της Χώρας κάτι που μου έδινε την ευκαιρία να απολαύσω το τοπίο με την ησυχία μου.
Μεγάλη εντύπωση μου έκαναν τα μικρά εκκλησάκια που ξεπετάγονταν κάθε τόσο μέσα στα στενά περάσματα της Χώρας. Ήταν τόσα πολλά που με 'καναν να πιστέψω στον ισχυρισμό πως το νησί έχει 365 εκκλησιές, όσες είναι κι οι μέρες του έτους. Οι λευκοί τοίχοι με τους μπλε τρούλους έδεναν τη γη με τον ουρανό. Τα περισσότερο εκκλησάκια μου θύμιζαν μια μικρογραφία του γήινου στερεώματος με τον ουράνιο θόλο. Αυτή όμως που κέρδισε τις εντυπώσεις, είναι η Παναγιά η Γκρεμνιώτισσα από την οποία ξεκινάει ένα μονοπάτι που οδηγεί στον Άγιο Ελευθέριο και στον Άγιο Νικόλαο που βρίσκονται στη κορυφή του λόφου, απ' όπου μπορεί κανείς να απολαύσει μια πανοραμική θέα από τον Μυλοπότα ως το Γιαλό έχοντας τις άγριες ακτές της Σίκινου στο βάθος.
Μέσα από τις βόλτες στη μικρή Χώρα της Ίου απολάμβανα τα μικρά ανοίγματα που σχηματιζόντουσαν ανάμεσα στα στριμωγμένα σπιτάκια, λειτουργώντας σαν λιλιπούτιες πλατείες γεμάτες τραπεζάκια και μπαρ. Επίσης αρχιτεκτονικά λάτρεψα πολύ τις καμπυλωτές επιφάνειες των σπιτιών. Πουθενά δε συνάντησα κάποια ευθεία γραμμή. Μια αξιοπρόσεκτη απουσία που πρόσφερε γαλήνη στο μάτι, το οποίο έχει πια κουραστεί με τους αυστηρούς και μονότονους σχηματισμούς των μεγάλων πόλεων.
Από παραλίες δε μπορώ να πω πως ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα. Το Μαγγανάρι που φημίζεται για την ομορφιά του, έχει έναν σχηματισμό εξωτικό με τα βράχια και τους φοίνικες του αλλά η θάλασσά του δεν με εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Αντιθέτως πιο συμπαθητικό βρήκα τον Μυλοπότα παρόλο που το τοπίο εκεί έχει καταστραφεί αρκετά από τα τεράστια θερινά κλαμπ. Η Αγία Θεοδότη που εξακολουθεί να διατηρεί την αυθεντικότητά της και την επιθυμητή ηρεμία, είναι εκτεθειμένη στο βορρά.
Όσο για τη ξέφρενη νυχτερινή ζωή της Ίου, παρόλο που δεν την προτιμώ, ομολογώ πως λάτρεψα κάποια σημεία της Χώρας από τα οποία κάποια πρόλαβα να απολαύσω και κάποια άλλα τα άφησα για μια επερχόμενη επίσκεψή μου στο νησί αυτό. Ένα απ' αυτά είναι το Steps Bar που βρίσκεται κάτω από την πλατεία με τους μύλους. Πέρα από τα υπέροχα κοκτέιλ, ο Δημήτρης που έχει το συγκεκριμένο μπαράκι, μου πρόσφερε μια βραδιά γεμάτη τραγούδια των Pink Floyd. Πως γίνεται λοιπόν μετά απ' αυτό να μην λατρέψω αυτό το μπαράκι;
Ένα μόνο στοιχείο που ξίνισε κάπως τον τοπικισμό μου είναι που οι κάτοικοι της Ίου θεωρούν πως ο Όμηρος έζησε και μεγαλούργησε στο νησί τους. Μάλιστα πιστεύουν πως ο τάφος του βρίσκεται σε ένα ύψωμα στο βόρειο κομμάτι του νησιού που οι ντόπιοι τον αποκαλούν λόφο του Ψαθόπυργου. Παρόλο που οι αρχαιολόγοι αναφέρουν πως τα χαλάσματα αυτά προέρχονται από έναν πύργο της ελληνιστικής περιόδου, οι κάτοικοι έχουν στήσει μια μαρμάρινη επιγραφή που δηλώνει πως εκεί τάφηκε ο μεγάλος ποιητής. Οι εικασίες τους αυτές βασίζονται σε αναφορές αρχαίων ιστορικών και περιηγητών και στην παράδοση που θέλει την μητέρα του Ομήρου να έχει γεννηθεί στην Ίο. Επίσης ως αποδεικτικό στοιχείο αυτής της θεωρίας, έχουν ένα αρχαίο νόμισμα με τον Όμηρο. Επισκέφθηκα το μνημείο αυτό, το οποίο παρόλο που βρίσκεται σε ένα υπέροχο σημείο, είναι παραμελημένο. Πέρα από τα χαλάσματα αξίζει κανείς να πάει για να απολαύσει την αιγαιοπελαγίτικη θέα έχοντας στον ορίζοντα την Πάρο, την Νάξο, την Ηρακλειά, τη Σχοινούσα, την Αμοργός και την Αστυπάλαια.
Μετά από μια διαμονή τριών ημερών, έφυγα από το νησί γεμάτος όμορφες και ξέγνοιαστες εικόνες αλλά και με μια μελαγχολία βλέποντας όλην αυτήν την ομορφιά να ξεθωριάζει εξαιτίας της ανορθόδοξης τουριστικής εμπορευματοποίησης της Ίου. Δυστυχώς το χρήμα θαμπώνει τα μάτια των ανθρώπων κι η ομορφιά του τοπίου χάνεται πίσω από τις φωτεινές επιγραφές των μπαρ και των θερινών κλαμπ. Η ξεγνοιασιά του τόπου έδωσε τη θέση της στη συμφεροντολογική μελαγχολία.
Καθώς ανοιγόμουν προς το βορρά, μου δινόταν η εντυπωση πως η Ίος είναι πιο ευτυχισμένη από το φθινόπωρο και μετά που αδειάζει από τους ξέφρενους τουρίστες. 

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

Σέριφος, το νησί των βουβών βατράχων




Ήταν τέλη του περσινού Αυγούστου που διέσχιζα τις δυτικές Κυκλάδες για να πάω στην Ίο. Ήταν η πρώτη φορά που θα έπιανα τα δυτικά λιμάνια του λατρεμένου νησιωτικού συμπλέγματος κάτι που με κανε να βγαίνω συχνά στο κατάστρωμα για να απολαύσω τους νέους τόπους που μου αποκαλύπτονταν. Φτάνοντας στη Σέριφο, έμεινα έκθαμβος με την εικόνα που αντίκρισα. Μπροστά μου είχα έναν πανέμορφο κόλπο που λειτουργούσε σαν φυσικό λιμάνι κι ένα απότομο βουνό φορτωμένο κατάλευκα σπιτάκια. Ποτέ μου δεν είχα διανοηθεί πως το νησί αυτό κουβαλάει τόσην ομορφιά. Μέχρι να αναχωρήσει το πλοίο, έμεινα αποσβολωμένος στο κατάστρωμα κοιτώντας πέρα από τους κάβους, δίνοντας μια υπόσχεση στον εαυτό μου πως την επόμενη χρονιά θα το επισκεφθώ οπωσδήποτε. Και την υπόσχεση αυτήν την πραγματοποίησα φέτος.
Όταν αποβιβαστήκαμε στο λιμάνι της Σερίφου κι έχοντας ήδη στο μυαλό μας τις μαγευτικές εικόνες από την Φολέγανδρο, νιώσαμε μια μικρή αποστροφή στην όψη του παραθαλάσσιου οικισμού. Το Λιβάδι έμοιαζε σαν ένας ξεχασμένος παραθεριστικός οικισμός περασμένων δεκαετιών. Όμως η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει όσο περνούσε η ώρα. Αρκούσε ένα παραθαλάσσιο μπαρ με προσωπικότητα κι ενδιαφέρουσα μουσική για να κερδίσει τις εντυπώσεις σβήνοντας τα υπόλοιπα γύρω του. Το βραδινό ποτό που απολαύσαμε εκεί δίπλα ακριβώς στο κύμα ήταν μια όαση που με γυρνούσε δεκαετίες πίσω. Σ' αυτήν μου την αίσθηση βοήθησε τόσο η εσωτερική του διακόσμηση όσο και η μουσική που έφτανε διακριτικά στο τραπέζι μας.
Η εικόνα που αρχισα να αποκτώ για τη Σέριφο βελτιώθηκε απότομα όταν ανεβήκαμε στη Χώρα. Εκεί την ερωτεύτηκα ολοκληρωτικά. Και οι λόγοι είναι πολλοί. Τα στενά σοκάκια της που διακλαδώνονταν περιμετρικά του κάστρου. Τα εντοιχισμένα πιθάρια με τα γεράνια που κοσμούσαν τις αυλές, τις ταράτσες αλλά και τις σκάλες που οδηγούσαν στην κεντρική πλατεία. Τα χρώματα του ουρανού που εναλλάσσονταν κι αντανακλούσαν πάνω στις λευκές όψεις των σπιτιών, μ' αποτέλεσμα να πραγματοποιείται μια ονειρική ένωση της γης με τον ουρανό. Οι μπουκαμβίλες που έδιναν χρώμα στο λευκό του τοπίου, σχηματίζοντας τοξωτές καμάρες πάνω από τα σοκάκια. Η κεντρική πλατεία της Χώρας που θυμίζει κινηματογραφικό σκηνικό με το νεοκλασικό δημαρχείο του 1907 και την επιβλητική εκκλησία του Αγίου Αθανασίου να φεγγοβολά. Και φυσικά η εντυπωσιακή θέα πάνω από το κάστρο.
Κι όμως, η Σέριφος δεν μας κέρδισε μόνο με την ομορφιά και την ενέργεια του τοπίου. Στις μέρες που μείναμε εκεί, βρήκαμε πολλές μικρές ψηφίδες με τις οποίες σχηματίσαμε ένα πανέμορφο μωσαϊκό. Ένα απ' αυτά ήταν ένα κουτούκι στην κεντρική πλατεία της Χώρας, του οποίου το μενού είναι γεμάτο ποιήματα, δοκίμια και πίνακες γνωστών ζωγράφων. Μια απολαυστική συλλογή που έδενε τόσο αρμονικά το πνευματικό με το οινοπνευματικό, προσφέροντάς μας υπέροχες βραδινές στιγμές όπου το ούζο έρεε μαζί με τους στίχους αγαπημένων ποιητών. Όσοι βρεθείτε στη Σέριφο αναζητήστε το συγκεκριμένο κουτούκι.
Επίσης το νησί μας κέρδισε με τις παραλίες του. Αν και νησιώτης με έντονο το τοπικιστικό στοιχείο που πιστεύω πως η Χίος έχει τις ομορφότερες παραλίες του Αιγαίου, ομολογώ πως το Γάνεμα είναι μια παραλία ονειρική που με κέρδισε αμέσως. Με μεγάλη άνεση την κατατάσσω στις ωραιότερες παραλίες που έχω κολυμπήσει στη ζωή μου. Απαλή άμμος, ψηλά αλμυρίκια που παραχωρούν σωτήρια σκιά, καταγάλανα νερά με τέλεια διαύγεια κι απέραντη ακτή που προσφέρει μια διακριτική μοναχικότητα στους λουόμενους της. Η συγκεκριμένη παραλία μπορεί άνετα να συνδυαστεί με το Μεγάλο Λιβάδι, όπου μπορεί κανείς να απολαύσει ένα καλό γεύμα δίπλα στη θάλασσα και να περπατήσει στα περιβόητα μεταλλεία λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα. Για όσους δεν είναι κλειστοφοβικοί, υπάρχει μια στοά που περνάει μέσα από το βουνό ενώνοντας το Μεγάλο Λιβάδι με την παραλία του Κουταλά. Σίγουρα αξίζει η εμπειρία αυτή αλλά μόνοι μας δεν επιχειρήσαμε να τη διασχίσουμε.
Πέρα από την νοτιοδυτική πλευρά του νησιού, υπάρχουν όμορφες γωνιές και στην ανατολική του μεριά όπου βρίσκεται η Ψιλή Άμμος που είχε ανακηρυχθεί ως η ομορφότερη παραλία της Ευρώπης πριν κάμποσα χρόνια κι ο Άγιος Σώστης. Όμως καμιά τους δε ξεπερνάει τη γαλήνη και τη θερινή ραστώνη που μας πρόσφερε το Γάνεμα. Φυσικά υπάρχουν άλλες τόσες παραλίες στο νησί με τους ντόπιους να δηλώνουν πως είναι γύρω στις εβδομήντα, κάτι που με κάνει να πιστέψω πως το νησί μπορεί να καλύψει εύκολα τις απαιτήσεις των επισκεπτών του νησιού. Πάντως για μένα το Γάνεμα τα έχει όλα.
Πέρα από την ομορφιά της και τις παραλίες της, η Σέριφος κουβαλάει ένα ιδιαίτερο κομμάτι της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Σύμφωνα λοιπόν με τη μυθολογία εκεί κατέληξε το κουτί, στο οποίο ο βασιλιάς του Άργους Ακρίσιος είχε κλείσει την κόρη του Δανάη με τον μικρό γιο της Περσέα, για να εξαφανιστούν. Τα νεαρά αυτά πρόσωπα διασώθηκαν και υιοθετήθηκαν από το βασιλιάς της Σερίφου Πολυδέκτης. Όταν ο Περσέας μεγάλωσε, ο βασιλιάς τον έπεισε να του φέρει την κεφαλή της Μέδουσας, μιας από τις τρεις Γοργόνες, που όποιος την έβλεπε κατά πρόσωπο απολιθωνόταν. Ο Περσέας με τη βοήθεια των θεών θα τα καταφέρει και θα επιστρέψει με το κομμένο κεφάλι στη Σέριφο. Στο μεταξύ ο Πολυδέκτης είχε αποπειραθεί να βιάσει τη Δανάη και αυτή για να προστατευτεί είχε καταφύγει σε έναν ναό. Μαθαίνοντας ο Περσέας τον συμβάν αυτό, εκδικήθηκε τον Πολυδέκτη δείχνοντάς του το τρόπαιο, κάτι που τον έκανε να απολιθωθεί. Από αρχαίες μαρτυρίες είναι γνωστό ότι οι κάτοικοι της Σερίφου λάτρευαν τον Περσέα.
Επίσης στην αρχαιότητα υπήρχε η φήμη πως οι βάτραχοι της Σερίφου είναι άλαλοι εξαιτίας μιας θεϊκής κατάρας που έπεσε πάνω στα τραγουδιστά αυτάπλάσματα. Φαίνεται να υπήρχε και η παροιμιώδης έκφραση "σερίφιος βάτραχος" ή "βάτραχος εκ Σερίφου" για τους άφωνους ανθρώπους. Πάντως εμείς ακούσαμε ένα βράδυ το τραγούδι των βατράχων στο Λιβάδι.
Κλείνοντας θα ήθελα πολύ να μιλήσω για ένα σημαντικό γεγονός που συνέβη στα μεταλλεία της Σερίφου πριν από έναν αιώνα. Τις πληροφορίες τις μάζεψα από ένα άρθρο της Εφημερίδας των Συντακτών.
Η Σέριφος είχε μεταλλευτική δραστηριότητα (μεταλλεία σιδήρου και χαλκού) από τα αρχαία χρόνια. Ακμασε στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα, όταν ξεκίνησε η συστηματική εξόρυξη μετάλλων και εγκαταστάθηκαν εταιρείες που εκμεταλλεύονταν το υπέδαφός της. Πρώτη ήταν η «Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία» το 1870, η οποία εξήγε ακατέργαστο σιδηρομετάλλευμα σε ευρωπαϊκές χώρες. Το 1880 την εκμετάλλευση των σιδηρομεταλλευμάτων του νησιού ανέλαβε η εταιρεία «Σέριφος–Σπηλιαζέζα» που ίδρυσαν πλούσιοι Ελληνες Κωνσταντινουπολίτες με τη βοήθεια της Οθωμανικής Τράπεζας (βρετανικών, γαλλικών και οθωμανικών συμφερόντων). Η εταιρεία εκχώρησε την εκμετάλλευση των σιδηρομεταλλευμάτων εργολαβικά στον Γερμανό μεταλλειολόγο Αιμίλιο Γρόμαν (Emile Grohmann). Το 1885 άρχισε η συστηματική εκμετάλλευση των σιδηρομεταλλευμάτων με ανοδικό ρυθμό παραγωγής έως το 1910 περίπου.
Η λειτουργία των μεταλλείων έφερε άνθηση στο νησί και ο πληθυσμός διπλασιάστηκε κατά την περίοδο 1880–1910 εξαιτίας της εισροής εργατών μεταλλωρύχων από άλλα κυκλαδίτικα νησιά. Από 2.134 κατοίκους το 1880, φτάνει τους 4.000 το 1912. Ο Γρόμαν ανάγκαζε τους ιδιοκτήτες των χωραφιών να του τα εκχωρήσουν, χωρίς αντίτιμο, με αντάλλαγμα ένα μικρό μεροκάματο. Σε περίπτωση άρνησής τους, η καταπάτηση των κτημάτων γινόταν με το ζόρι από ομάδες έμπιστων υπαλλήλων της εταιρείας, που είχαν τον ρόλο επιστατών, αλλά και μπράβων.
ι εργαζόμενοι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Δίπλα στο μεταλλείο η εταιρεία είχε χτίσει κάποιες παράγκες, στις οποίες διαβιούσαν στα όρια της εξαθλίωσης περίπου 1.000 εργάτες, δουλεύοντας από 12 ώς 14 ώρες την ημέρα σε επικίνδυνες και ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας - δεν υπήρχαν μέτρα προστασίας και πολλοί εργάτες θάβονταν ζωντανοί στις στοές. «Η αμοιβή στην προσφερόμενη -αποκλειστικά σχεδόν από το εργατικό δυναμικό του νησιού- εργασία ήταν μηδαμινή. Οι ώρες της δουλειάς από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου. Υγεία, ασφάλεια, συνδικαλισμός ανύπαρκτα. Οι ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, η υπερκόπωση, η κακή διατροφή και τα εργατικά ατυχήματα σπρώχνουν μέρα με τη μέρα τους εργάτες στην απελπισία. »Η παραμικρή διαμαρτυρία τιμωρείται με απόλυση. Η πνευμονοκονίαση, το πρόωρο γήρας και οι θάνατοι στις γαλαρίες είναι φαινόμενα καθημερινά» (από την έκδοση της Ομοσπονδίας Μεταλλωρύχων Ελλάδας, «Η αιματηρή απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου»).
 Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο όταν ανέλαβε την εταιρεία ο γιος του Αιμίλιου Γρόμαν, ο Γεώργιος, το 1912. Στο εργατικό δυναμικό προστέθηκαν νέοι μεταλλωρύχοι, που έφτασαν από άλλα μέρη, κυρίως από τη Mήλο. Ομως, μερικοί από αυτούς ήταν επηρεασμένοι από τις σοσιαλιστικές ιδέες και έτσι άρχισε μια σοσιαλιστική και συνδικαλιστική ζύμωση στη Σέριφο.
 Οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας οδήγησαν τους εργάτες στην εξέγερση του 1916. Επικεφαλής των απεργών ήταν ο τότε αναρχοσυνδικαλιστής Κωνσταντίνος Σπέρας, που επίσης ήταν από τη Σέριφο, ο οποίος έφτασε στο νησί τον Ιούνιο του 1916 και οργάνωσε τους μεταλλωρύχους σε σωματείο. Παρ’ ότι η μετέπειτα πολιτική του εξέλιξη είναι προς τον ακραία συντηρητικό συνδικαλισμό, εντούτοις η συμβολή του στην εξέγερση της Σερίφου είναι αναμφισβήτητη.
Στις 2 Αυγούστου του 1916, μετά από δημοσιεύματα στον Τύπο για τις άθλιες συνθήκες ζωής και εργασίας των μεταλλωρύχων και διάβημα του σωματείου προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, φτάνει στη Σέριφο ειδικός υπάλληλος του υπουργείου και, ενώ διαπιστώνει πως η κατάσταση είναι όπως περιγράφεται, εντούτοις προτρέπει τους εργάτες να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι να ανακοινωθούν οι αποφάσεις του υπουργείου. Αυτό τους εξόργισε περισσότερο και αποφάσισαν, στις 7 Αυγούστου, να σταματήσουν κάθε εργασία, κηρύσσοντας απεργία, απαιτώντας την καθιέρωση του οκταώρου, την αύξηση του ημερομισθίου και την προστασία της ζωής τους. «Καταργήθηκαν οι τοπικές αρχές και οι εργάτες πήραν στα χέρια τους την καθημερινή τους ζωή, μέσω ενός άμεσα ανακλητού εργατικού συμβουλίου που συντόνιζε όλες τις ασχολίες» (Δημήτρης Τρωαδίτης). Επίσης, οι εργάτες κατέλαβαν το λιμάνι και δεν επέτρεπαν στα πλοία να φορτώνουν μετάλλευμα.
 Βέβαια, το κράτος δεν ανέχθηκε για πολύ αυτήν την κατάσταση και στις 20 Αυγούστου έστειλε ένα σώμα τριάντα χωροφυλάκων από την Κέα με την εντολή να εξασφαλίσουν, με κάθε τρόπο, τη φόρτωση και τον απόπλου. Επικεφαλής του σώματος αυτού ήταν ο υπομοίραρχος Xρυσάνθου. Το σώμα της χωροφυλακής αποβιβάστηκε και κατευθύνθηκε προς το λιμάνι του Mεγάλου Λιβαδιού, όπου βρίσκονταν οι απεργοί. Στη διαδρομή ο Χρυσάνθου τρομοκρατούσε τους πάντες. Το πρωί της 21ης Αυγούστου 1916 ζήτησε συνάντηση με τον Σπέρα και τη διοίκηση του σωματείου για διαπραγματεύσεις. Αντί όμως γι’ αυτό, τους συνέλαβε και τους φυλάκισε. «Στη συνέχεια, παρέταξε τους χωροφύλακες σε θέση μάχης απέναντι στους συγκεντρωμένους μεταλλωρύχους, δίνοντάς τους προθεσμία πέντε λεπτών να διαλυθούν. Ταυτόχρονα, με το πιστόλι του σκότωσε εν ψυχρώ τον μεταλλωρύχο Θεμιστοκλή Kουζούπη» (Δημήτρης Τρωαδίτης).
Αμέσως εκτυλίχθηκε και γενικεύτηκε μια πραγματική μάχη, με τους χωροφύλακες να πυροβολούν και τους εργάτες να μάχονται με πέτρες, ξύλα και οτιδήποτε άλλο έβρισκαν μπροστά τους. Η συμπλοκή συνεχίστηκε με τους ανθρώπους της εργοδοσίας και τους χωροφύλακες να πυροβολούν σε κάθε κατεύθυνση. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων σκοτώθηκαν ακόμα τρεις εργάτες, οι Mιχάλης Zωίλης, Mιχάλης Mητροφάνης και Γιάννης Πρωτόπαπας. Οι απεργοί επιτέθηκαν με πέτρες στον αστυνόμο της Σερίφου, Ι. Τριανταφύλλου, και τον πέταξαν στη θάλασσα. Ομως εκεί που διοχέτευσαν όλο το μίσος τους ήταν προς τον υπομοίραρχο Χρυσάνθου, ο οποίος λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου και τον πέταξαν από την προβλήτα στη θάλασσα.
Οι απεργοί κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τα γραφεία της μεταλλευτικής εταιρείας και απελευθέρωσαν τον Σπέρα και τους άλλους συναδέλφους τους που είχαν συλληφθεί. Ο τελικός απολογισμός των συγκρούσεων ήταν τέσσερις απεργοί νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Επίσης, κατά τη διάρκεια των συμπλοκών σκοτώθηκαν άλλοι δύο χωροφύλακες (συνολικά τρεις νεκροί) και σχεδόν όλη η δύναμη ήταν τραυματισμένη και άοπλη.
Μετά την απελευθέρωση της διοίκησης του σωματείου, γίνεται μεγάλη προσπάθεια να ηρεμήσει το οπλισμένο πλήθος και να σταματήσει το κυνηγητό των χωροφυλάκων. Τις επόμενες μέρες οι εξεγερμένοι ελέγχουν τα πάντα στο νησί. Στην απεργία συμπαραστάθηκαν και περίπου χίλιοι κάτοικοι.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου φτάνει το πολεμικό πλοίο «Αυλίς», με 250 στρατιώτες και δικαστικούς από τη Σύρο. Ετσι, αποκαθίστανται «ο νόμος και η τάξη». Η διοίκηση του σωματείου και μερικοί ακόμα εργάτες θα φυλακιστούν στη Σύρο. Ο Κώστας Σπέρας οδηγήθηκε στις φυλακές του φρουρίου Φιρκά στα Χανιά Κρήτης.
Τελικά, τα αιτήματα των απεργών έγιναν δεκτά (οκτάωρο, αύξηση ημερομισθίων και έλεγχος του ασφαλιστικού ταμείου αλληλοβοήθειας). Ο χώρος όπου έγινε η σύγκρουση στο Μεγάλο Λιβάδι, αλλά και τα μεταλλεία όπου θυσιάστηκαν πολλές ανθρώπινες ζωές, είναι από τους πολλούς ιστορικούς τόπους αγώνων της εργατικής τάξης της Ελλάδας.
Φεύγοντας από τη Σέριφο, συγκράτησα την τελευταία εικόνα του νησιού. Ένα ιστιοπλοϊκό μάζευε τη τζένοά του καθώς έμπαινε στο λιμάνι κι ο ήλιος χαΐδευε απαλά τη Χώρα καθώς έγερνε πίσω από τα βουνά. Μια απόκοσμη σιωπή κυριαρχούσε στην αποβάθρα. Μπαίνοντας στο πλοίο, διέκρινα μια πινακίδα που αναφερόταν στη Ψιλή Άμμο. Όμως η φαντασία μου έπαιξε με τις λέξεις και η πινακίδα μετατράπηκε σε μια γραπτή υπόσχεση. Μια δήλωση πως σίγουρα θα επισκεφθώ ξανά το υπέροχο αυτό νησί.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Φολέγανδρος, ο ονειρευτός βράχος των Κυκλάδων



Σαλπάραμε με το συμβατικό καράβι στις εφτά το πρωί από το άδειο λιμάνι του Πειραιά, με την όψη του λιμανιού να δείχνει απελπιστικά έρημη και ναρκωμένη σε σχέση με άλλες χρονιές. Ακόμη και το πλοίο αναχώρησε με λίγους επιβάτες, οι οποίοι απλωμένοι στο κατάστρωμα διατηρούσαμε τις μεταξύ μας αποστάσεις ασφαλείας ζώντας με ένα περίεργο μούδιασμα την απόδρασή μας στα νησιά καθώς είμασταν επηρεασμένοι με την επίμονη παρουσία του περιβόητου ιού. Όμως αφήνοντας πίσω τις ακτές της Αττικής, κάτι ξεθάρρεψε μέσα μας κι αμέσως αφεθήκαμε άφοβα στα αλμυρά χάδια του θαλασσινού αέρα ενώ κάθε τόσο σηκωνόμασταν για να δούμε τα λιμάνια των νησιών που έκανε στάση το πλοίο. Κύθνος, Σέριφος, Σίφνος, Μήλος κι από κει γραμμή για Φολέγανδρο.
Περνώντας το στενό μεταξύ Μήλου και Κιμώλου, άρχισα να νιώθω την μεταφυσική ενέργεια της Φολεγάνδρου, η οποία σαν ένας πελώριος μαγνήτης που έβγαινε απότομα από τη θάλασσα, τραβούσε το πλοίο προς τους απόκρημνους γκρεμούς της. Ξαπλωμένος σε μια καρέκλα του καταστρώματος, παρατηρούσα τη λευκή γραμμή που άφηνε το πλοίο πίσω του κι έφερνα για τελευταία φορά στο μυαλό μου τις εικόνες που χρόνια τώρα κουβαλούσα για το συγκεκριμένο νησί που είχα επιλέξει να περάσω τις τελευταίες μέρες του Ιούνη. Για πολλά χρόνια η Φολέγανδρος ήταν ένας προορισμός απρόσιτος, σχεδόν ουτοπικός. Ένα μέρος που είχα πλάσει μες στο μυαλό μου συλλέγοντας στοιχεία από κείμενα άλλων ταξιδευτών που είχαν την τύχη να το επισκεφθούν. Σημαντικό ρόλο είχε παίξει κι η φήμη της αλλά κι η αγάπη των Ιταλών για κείνην. Όλα αυτά τα χρόνια λοιπόν είχα φανταστεί το νησί αυτό ως έναν τόπο ονειρικό, πολύχρωμο και αιθέριο με τη Χώρα της να κρέμεται σαν τσαμπί στο χείλος ενός κατακόρυφου βράχου. Σε λιγότερο από μια ώρα, όλες αυτές οι εικόνες θα παραχωρούσαν τη θέση τους στην πραγματική υπόσταση του τοπίου που σταδιακά θα ξετυλιγόταν μπροστά μου.
Στον Καραβοστάση κατεβήκαμε το πολύ είκοσι άτομα. Οι περισσότεροι ήταν κάτοικοι του νησιού καθώς τους έβλεπα να χαιρετιούνται και να συζητούν μεταξύ τους εγκάρδια. Παρατηρώντας τα υπόλοιπα πρόσωπα που αποβιβάστηκαν, συνειδητοποιούσα πως οι λιγοστοί επισκέπτες του νησιού μετριόμασταν στα δάχτυλα του ενός χεριού, μια διαπίστωση που επιβεβαιώθηκε όταν κάναμε τις πρώτες μας βόλτες στο σοκάκια της Χώρας.
Συστημένοι κλείσαμε δωμάτιο σε ένα υπέροχο χώρο αντικριστά της Χώρας όπου μας προσφερόταν μια πανοραμική θέα του οικισμού μαζί με τις στριφογυριστές στροφές που οδηγούσαν στην Παναγίτσα, την μεγαλύτερη εκκλησία του νησιού που βρίσκεται σκαρφαλωμένη κάμποσα μέτρα πάνω από τη Χώρα. Έχοντας αυτό το υπέροχο θεαμα λουσμένο με τα πανέμορφα χρώματα του ουρανού, ανέτρεξα στην ιστορία αυτού του τόπου.
Η Φολέγανδρος δε φημίζεται ιδιαίτερα για την ιστορία της. Η πρώτη αναφορά στο νησί γίνεται μέσα από την ελληνική μυθολογία, όπου μαθαίνουμε πως οι πρώτοι κάτοικοι του ήταν βοσκοί της Δυτικής Ελλάδας που έψαχναν νέα βοσκοτόπια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το νησί να γεμίσει με άνδρες και γι'αυτό ονομάστηκε Πολύανδρος και με την πάροδο του χρόνου σε Πολύκαντρο. Στη συνέχεια ήρθαν οι Μινωίτες, με οδηγό τους το γιο του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα Φολέγανδρο, το όνομα του οποίου πήρε το νησί στους κατοπινούς χρόνους.
Αν θέλουμε όμως να το κοιτάξουμε ιστορικά, θα βρούμε πως υπάρχει μια εκδοχή όπου αναφέρει πως το όνομα του νησιού προέρχεται από τους Φοίνικες, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το νησί ως αγκυροβόλιο και σταθμό στις εμπορικές τους εξορμήσεις σε όλη την Μεσόγειο. Οι ξακουστοί αυτοί ναυτικοί είχαν ονομάσει τότε το νησί «phelekgundari» κάτι που σημαίνει στη γλώσσα τους «πετρώδης γη», όρος που αποδίδει επακριβώς την μορφολογία του νησιού. Ίσως από 'κει να προέρχεται η σημερινή του ονομασία. Ένα αξιοσημείωτο στοιχείο που έχει η Φολέγανδρος τόσο στα ρωμαϊκά χρόνια όσο και στα γεγονότα του περασμένου αιώνα (δικτατορία Μεταξά, εμφύλιος κ.ο.κ.), είναι πως υπήρξε τόπος εξορίας.
Δύσκολα σήμερα αντιλαμβάνεται κανείς την τότε σκοτεινή χρήση του νησιού. Οι λιγοστοί του κάτοικοι φαίνεται ξεκάθαρα πως έχουν μεγάλη αγάπη για τον τόπο τους. Παρά το γλυκό κέρδος του τουρισμού, έχουν καταφέρει να διατηρήσουν την αυθεντικότητα του νησιού τους, με τον καθένα να ομορφαίνει με καλαίσθητες δημιουργικές πινελιές τον οικισμό και το μικρό κάστρο που κατοικείται μέχρι σήμερα.
Χωρίς επισκέπτες, περιπλανηθήκαμε στα έρημα σοκάκια της Χώρας, ζώντας λίγη από τη χειμερινή μαγεία αυτών των νησιών που με τους λιγοστούς τους κατοίκους πέφτουν σε μια χειμερία νάρκη μαζεύοντας δυνάμεις για την επόμενη καλοκαιρινή σεζόν.
Εξαιτίας της πανδημίας είχαν ανοίξει λίγα μαγαζιά. Δεν αισθανόσουν την εισπρακτική εκμετάλλευση άλλων καλοκαιριών κι αφηνόσουν ανεμπόδιστα σε μια απόμακρη κι άγρια γαλήνη που πρόσφεραν τα λευκά σοκάκια. Από το πρώτο βράδυ νιώσαμε μια οικειόυητα με το νησί και τους κατοίκους του. Μεμιάς στο μυαλό μου ήρθαν οι αφηγήσεις των άλλων ταξιδευτών να μπλέξουν με την πραγματικότητα που απλωνόταν μπροστά μου και κάπως έτσι συνειδητοποίησα πως ότι είχαν γράψει ήταν αληθινό.
Λατρέψαμε πολλά στοιχεία αυτού του νησιού. Πρώτα απ' όλα οι βόλτες μέσα στο κάστρο, το οποίο είναι και το μόνο που κατοικείται συνεχόμενα από τότε που χτίστηκε. Έπειτα η μοναδική θέα από τις στροφές που οδηγούσαν στη Παναγίτσα όπου ανηφορίζαμε κάθε απόγευμα για να θαυμάσουμε το ηλιοβασίλεμα με τον κατακόκκινο ήλιο να κρύβεται πίσω από τα βουνά της Σίφνου παραχωρώντας μας μια μαγευτική παλέτα χρωμάτων μεγάλης διάρκειας που όμοιά της δεν έχω ξαναδεί. Όπως επίσης ήταν πρωτόγνωρο η μετέπειτα περιπλάνησή μας σε έναν τόπο που είχε καλυφθεί με ένα πορφυρό πέπλο. Βυθιστήκαμε στα αναζωογονητικά δροσερά νερά της Αγκάλης και του Αγίου Νικολάου, στις μόνες παραλίες που μπορούσαμε να απολαύσουμε καθώς ο βοριάς είχε κάνει μη προσβάσιμες τις άλλες παραλίες του νησιού που ήθελαν καΐκι. Νερά κρυστάλλινα και πεντακάθαρα και με εντυπωσιακή διαύγεια. Επίσης ήταν απολαυστική η τοπική κουζίνα. Στη Χώρα λατρέψαμε τα πιάτα που μας πρόσφερε το "Σικ" και πήγαμε ως την Άνω Μεριά για να δοκιμάσουμε τη σπιτική ματσάτα στο μαγερειό της Ειρήνης. Τολμήσαμε κι επιστρέψαμε στη Χώρα με τα πόδια τόσο για να χωνέψουμε αλλά και για να απολαύσουμε την ομορφιά του άγριου τοπίου. Τέλος, θα σύστηνα σε όποιον επισκεφθεί το νησί να αναζητήσει έναν πανέμορφο μυστικό κήπο που προσφερει πλούσια πρωινά γεύματα κι αρωματικούς καφέδες σε χειροποίητα κεραμικά. Δε χρειάζεται να το διαφημίσω καθώς είμαι βέβαιος πως θα το βρείτε εύκολα.
Φεύγοντας απο το νησί, είχα την αίσθηση του deja vu. Δε κουβαλούσα την ικανοποίηση της ανακάλυψης αλλά την πεποίθηση πως σ' αυτόν τον τόπο είχα ξαναβρεθεί στο παρελθόν. Ανεβαίνοντας πια στο πλοίο συνειδητοποίησα πως για χρόνια κουβαλούσα την Φολέγανδρο μέσα μου.