Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Βήματα όπισθεν προς μια Ευρώπη των εθνών



του Γιάννης Μπαλαμπανίδης

Στο μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου «Η πέτρινη σχεδία», όταν μια ρωγμή εμφανίζεται στα Πυρηναία, η Ιβηρική χερσόνησος αποκολλάται από την ευρωπαϊκή ήπειρο και πλέει ακυβέρνητη στα νερά του Ατλαντικού. Θα έλεγε κανείς ότι σήμερα μοιάζει οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης να διαχωρίζονται, να απομακρύνονται η μία από την άλλη και να πλέουν η καθεμιά στον δικό της θαλάσσιο δρόμο σαν πέτρινες σχεδίες.
Η συνοχή του ευρωπαϊκού σχεδίου δεν μοιάζει πια καθόλου αυτονόητη. Δεν πρόλαβε να κλείσει (προσωρινά;) η συζήτηση περί Grexit και άνοιξε διάπλατα ο ορίζοντας ενός ενδεχόμενου, και πιο σοβαρού, Brexit –σαν καρικατούρα του οποίου ακούστηκε η δήλωση του Τσέχου πρωθυπουργού ότι την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. δεν αποκλείεται να ακολουθήσει ένα Czexit.
Από την ασυνάρτητη διαχείριση της κρίσης χρέους περάσαμε, με την εκδήλωση της προσφυγικής κρίσης, σε μια παραλυτική για την Ενωση κατάσταση, όπου τα επιμέρους κράτη ή περιφερειακές συσπειρώσεις, όπως οι «χώρες του Βίζενγκραντ», έθεσαν τις εθνικές προτεραιότητες (και το «υγειονομικό» κλείσιμο των συνόρων) πάνω από τις συνομολογημένες ευρωπαϊκές αρχές.
Η αρχική πρόθεση της Γερμανίας να διαχειριστεί τις προσφυγικές ροές με τρόπο συμβατό με τα θεμελιώδη του νομικού μας πολιτισμού και της ανοιχτής κοινωνίας προσέκρουσε τελικά στο τέρας που η ίδια η γερμανική ηγεμονία εξέθρεψε τα τελευταία χρόνια: την με εθνικούς όρους διαχείριση των ευρωπαϊκών κρίσεων.
Η Ευρώπη ως χώρος όχι γεωγραφικός αλλά πολιτικός, ως σχέδιο ειρήνευσης των εθνικιστικών παθών της ηπείρου μας, έχει διαχρονικά επιδείξει μια εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής: όταν η υπάρχουσα κατάσταση έφτανε στα όριά της, η απάντηση ήταν η εμβάθυνση της ολοκλήρωσης (Barry Eichengreen, The European Economy since 1945). Μέχρι που, στην κρίση του 2008, ο κανόνας αυτός γνώρισε μια μείζονα, και με πολλαπλές πια συνέπειες, εξαίρεση.
Θεσμικό υπόστρωμα αυτής της πολιτικής Ευρώπης ήταν η οικοδόμηση μιας υπερεθνικής δομής με όχημα τη λεγόμενη κοινοτική μέθοδο, δηλαδή την υπόθεση ότι η δυναμική της ολοκλήρωσης διαχέεται στα κράτη-μέλη (spillover) με βασικό μοχλό τις πολιτικές ελίτ και μια ισχυρή τεχνοκρατία προσδεδεμένη στην αδέσμευτη από εθνικά συμφέροντα, υπερεθνική Κομισιόν.
Σε αυτό το έδαφος, αναπτύχθηκαν περαιτέρω δύο ανταγωνιστικές λογικές: η διακυβερνητική, δηλαδή η προτεραιότητα της συνεργασίας ανάμεσα σε διακριτές εθνικές οντότητες-κυβερνήσεις, και η φεντεραλιστική, ήτοι υπερεθνικές οικονομικές-πολιτικές δομές ομοσπονδιακού τύπου.
Η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι η ιστορία αυτής της δοσολογίας: κοινοτική μέθοδος, διακυβερνητισμός, φεντεραλισμός. Η ολοκλήρωση συναρτήθηκε βέβαια κυρίως με τις εθνικές συγκλίσεις στις συνόδους κορυφής (ιδίως ανάμεσα στους ισχυρούς πόλους Γαλλία-Γερμανία), ωστόσο σε κρίσιμες συγκυρίες ενισχύονταν τα υπερεθνικά όργανα (όπως το Ευρωκοινοβούλιο με την άμεση εκλογή του το 1979) ή προωθούνταν ένας οιονεί φεντεραλισμός, λ.χ. με την ίδρυση των περιφερειακών ταμείων, σημαντικό βήμα προς μια ένωση μεταβιβάσεων.
Οταν λοιπόν ξέσπασε η μεγαλύτερη κρίση της ευρωπαϊκής ενοποίησης στον σκληρό πυρήνα της ατελούς νομισματικής ένωσης, το δίλημμα, όπως γράφει ο οικονομολόγος της Παρισινής Σχολής της Ρύθμισης Michel Aglietta, ήταν «διάλυση ή ομοσπονδοποίηση» (Zone euro. Eclatement ou fédération, 2012). Σε αυτή την περίπτωση, όμως, η Ευρώπη δεν βάθυνε μέσα από την κρίση της, αλλά αναδείχθηκε «πρωταθλήτρια των ημίμετρων».
Η κρίση χρέους σήμανε τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από την κοινοτική στη διακυβερνητική μέθοδο (η ελληνική περίπτωση υπήρξε ως προς αυτό εμβληματική, αν και όχι μοναδική). Πολιτικές ομοσπονδοποίησης, όπως η αμοιβαιοποίηση του χρέους, απορρίφθηκαν μετ’ επαίνων, ενώ τα υπερεθνικά όργανα, η Επιτροπή και το Ευρωκοινοβούλιο, παραγκωνίστηκαν πλήρως υπέρ μιας διαδικασίας όπου στα θεσμικά «παζάρια» των συνόδων κορυφής οι εθνικοί παίκτες διαπραγματεύονταν τις μελλοντικές διευθετήσεις.
Εξάλλου, μεγάλο μέρος της διαχείρισης της κρίσης παίχτηκε στο άτυπο διακυβερνητικό όργανο του Eurogroup, που αποφάσιζε ανεχόμενο, αν όχι εργαλειοποιώντας, τα «σκληρά» εθνικά βέτο (της Φινλανδίας, της Λιθουανίας, της Σλοβενίας κ.ο.κ.).
Αυτή η επιλογή χάραξε ένα θεσμικό μονοπάτι στο οποίο έκτοτε βαδίζει η Ενωση και με κάθε βήμα βαθαίνει πιο πολύ. Μονοπάτι επιστροφής στην εθνική διαχείριση των κρίσεων αποδείχθηκε βασιλική οδός για τον ξενοφοβικό βηματισμό που αναπτύχθηκε σε πολλές χώρες με αφορμή την προσφυγική κρίση –όχι μόνο από τους συνήθεις ύποπτους, αλλά και από Χριστιανοδημοκράτες ή ακόμη Σοσιαλδημοκράτες (στη Σλοβακία και την Αυστρία), που θεωρούν, λανθασμένα, ότι έτσι θα μειωθεί η επιρροή των ακροδεξιών κομμάτων.
Από τη σκοπιά του ευρωπαϊσμού, δηλαδή της επιδίωξης για πολιτική εμβάθυνση, η προβληματική από άποψη νομιμότητας, πρακτικά δυσεφάρμοστη και τελικά αντιανθρωπιστική συμφωνία της 18ης Μαρτίου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ο πιο πρόσφατος σταθμός, αλλά όχι το τέρμα, ενός δρόμου που βάζει σε ριζική διακινδύνευση θεμελιώδη στοιχεία στα οποία βασίστηκε μεταπολεμικά το ευρωπαϊκό εγχείρημα.

ΥΓ. Το απεχθές χτύπημα στις Βρυξέλλες καθόλου δεν αναιρεί τα παραπάνω. Ο αναγκαίος πόλεμος κατά της φονταμενταλιστικής απειλής θα είναι αποτελεσματικός στο πλαίσιο όχι μιας φοβικής και εθνικά κατακερματισμένης, άρα ευάλωτης, Ευρώπης αλλά μιας πολιτικά ενοποιημένης και δημοκρατικής Ενωσης.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου