Τρίτη 12 Ιουνίου 2018

O Τζον Μέιναρντ Κέινς είναι πάλι παρών




της Θεοδώρα Σταθούλια

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είναι στα αρχικά του στάδια, όταν ο Αγγλος σύμβουλος του υπουργείου Οικονομικών της Μεγάλης Βρετανίας οικονομολόγος Κέινς εργάζεται με τους Αμερικανούς συναδέλφους του για την πολιτική πάνω στον περιορισμό των αιτιών που στη δεκαετία του '30 προκάλεσαν ανεξέλεγκτες συγκρούσεις ανάμεσα στα κράτη κυρίως λόγω των δασμών που χρησιμοποιήθηκαν από αυτά για να επιλύσουν οικονομικά προβλήματα.
Για τον Κέινς οι οικονομικές κρίσεις προέρχονται από τα εμπορικά πλεονάσματα και οι χώρες που τα παράγουν είναι υπεύθυνες και όχι οι χρεωμένες με ελλείμματα στα ισοζύγια πληρωμών. Ετσι από το 1942 προτείνει τη δημιουργία ενός Διεθνούς Οργανισμού Εκκαθάρισης, μιας διεθνούς τράπεζας. Αυτός ο οργανισμός θα εξέδιδε το δικό του νόμισμα για να ανταλλάσσεται με τα εθνικά νομίσματα με σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες και να γίνει η μονάδα λογιστικής μεταξύ των κρατών για να μπορεί να μετρηθεί το εμπορικό έλλειμμα ή το πλεόνασμα μιας χώρας.
Για τον Κέινς αυτός ο οργανισμός με έναν αριθμό πρωτοβουλιών, κινήτρων και αποφάσεων θα μηδένιζε τα κίνητρα για πλεονασματικούς λογαριασμούς αφού, όπου καταγράφονταν, θα κατάσχονταν. Αν υπολογίσουμε τους όρους παραγωγής αυτής της ιδέας στην καθολικότητά της με όρους «Γερμανικής ιδεολογίας» (Μαρξ), που σημαίνει ότι στην ιστορική συγκυρία ο συναγωνισμός στο παγκόσμιο εμπόριο ανταποκρίνεται στην ανάγκη το ιδιαίτερο συμφέρον των κυρίαρχων τάξεων να ταυτιστεί με το καθολικό συμφέρον, τότε πράγματι η ιδέα αυτή θα μπορούσε να έχει καταλυτικό ρόλο στο μεταπολεμικό τοπίο.
Η πρόταση αυτή υιοθετήθηκε από τη βρετανική αντιπροσωπεία στη διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς (Bretton Woods) του 1944, βρήκε όμως πολέμιους τους Αμερικανούς που στο τέλος του πολέμου θέλησαν να παγιώσουν τη διεθνή κυριαρχία τους.
Σχεδιάζουν τη δημιουργία ενός διεθνούς νομισματικού οργανισμού, τον οποίο κατά τη διάρκεια του χρηματοοικονομικού συνεδρίου των Ηνωμένων Εθνών του Μπρέτον Γουντς της Πολιτείας του Νιου Χάμσαϊρ των Ηνωμένων Πολιτειών θα επιβάλουν, με ηττημένη την ιδέα του Κέινς και λόγω της μετριοπαθούς στάσης της Γαλλίας και του Καναδά1. Οι Αμερικανοί θα προχωρήσουν στον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας μέσω της δημιουργίας του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, ως ομίλου πολλών οικονομικών θεσμών, και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Σήμερα η όξυνση της κρίσης μεταξύ του Τραμπ και των G6, Ε.Ε. και Καναδά φέρνει στην επιφάνεια αυτό το σύστημα, δηλαδή «αυτά που αφήσαμε να κοιμούνται» εξαντλώντας την πολεμική μας σε συνθηματολογική συστράτευση. Βλέποντας μόνο τη διατήρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας για τις χώρες που εντάχθηκαν στο ΔΝΤ από το 1945 με την αξία των νομισμάτων τους σε όρους δολαρίου ΗΠΑ και, στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, την αξία του δολαρίου σε χρυσό, «σε τιμές που θα μπορούσαν να προσαρμοστούν μόνο για να διορθώσουν μια "θεμελιώδη ανισορροπία" στο ισοζύγιο πληρωμών και μόνο με τη συμφωνία του ΔΝΤ»2, γνωστό και ως το σύστημα του «Bretton Woods» μέχρι το 1971.
Τότε η Αμερική ανέστειλε τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό και είναι αξιοπερίεργο πώς ένα φως στο παράθυρο φαντάζει για τους αριστερούς για χρόνια ως «συνθήκη» που θα πρέπει να γίνει απόλυτα σεβαστή.
Ακόμα και σήμερα που είμαστε αντιμέτωποι με την απόλυτα εχθρική στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο σύνολο των διεθνών θεσμών κυριαρχίας που οι ίδιοι επέβαλαν το 1944 δεν υπάρχει παρά μια απλουστευτική υπογράμμιση του εμπορικού πολέμου μέσω των δασμών και όχι ως ακύρωση κάθε μορφής πολυμερισμού (multilateralism) στις διεθνείς συνθήκες, αυτό που θέλει η Ε.Ε. με τους κανόνες να είναι ακόμα στα χέρια του ΠΟΕ.
Η εχθρική πολιτική της νέας πολιτικής διακυβέρνησης των ΗΠΑ προς αυτό το ίδιο το μοντέλο του «Bretton Woods» και τον ρόλο στο ΔΝΤ ως δανειστή εκφράστηκε με τον πιο ηχηρό τρόπο με την υποψηφιότητα του οικονομολόγου Ανταμ Λέρικ για τη θέση του υπευθύνου των διεθνών οικονομικών.
Πριν από λίγες μέρες η υποψηφιότητα αποσύρθηκε, διότι έναν χρόνο μετά την υποβολή της ο Τραμπ δεν πέτυχε την έγκρισή της από τη Γερουσία. Η υποψηφιότητα Λέρικ συμπυκνώνει την πιο καθαρή επίθεση στο σύστημα του ΔΝΤ.
Ο Λέρικ έχει διατυπώσει την αντιπαλότητα στο πάλαι ποτέ κραταιό δανειακό μοντέλο του ΔΝΤ. Με αφορμή την αναδιάρθρωση των χρεών του Τρίτου Κόσμου, βλέπει τις χώρες αυτές να ξεφεύγουν από τον έλεγχο του Ταμείου και τις χρηματοπιστωτικές αγορές να εντάσσουν πάλι τις χρεοκοπημένες χώρες στο παιχνίδι τους και την Κίνα, το Ιράν κ.λπ. να λειτουργούν ως δεξαμενή κεφαλαίων χωρίς την αμερικανική επιτήρηση.
Αυτός είναι ο πόλεμος σήμερα με αφορμή τα εμπορικά ελλείμματα των ΗΠΑ. Ακουμπά την καρδιά της επαναφοράς της αμερικανικής κυριαρχίας που χάθηκε μέσα από την ανάδυση άλλων παγκόσμιων παικτών και νέων συσχετισμών. O Τζον Μέιναρντ Κέινς είναι πάλι παρών, για να υπενθυμίζει ότι τώρα η μάχη μπορεί να κερδηθεί. Θα είναι μια αρχή. Ενα νέο «Bretton Woods». 

(1) http://web-docs.stern.nyu.edu/old_web/economics/docs/Financial%20History...
(2) https://www.imf.org/external/about/histcoop.htm

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Ανθρώπινη αλυσίδα υπέρ απόσχισης της Χώρας των Βάσκων




Ένας πονοκέφαλος ήρθε να προστεθεί την Κυριακή στον νέο πρωθυπουργό της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, καθώς δεκάδες χιλιάδες πολίτες από τη Χώρα των Βάσκων δημιούργησαν μια ανθρώπινη αλυσίδα μήκους 200 χλμ.
Οι διαδηλωτές, που ζητούν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την ανεξαρτητοποίηση μιας από τις πλουσιότερες περιφέρειες της Ισπανίας, ένωσαν με τα χέρια τους και τα μαντίλια τους τρεις από τις μεγαλύτερες πόλεις της Χώρας των Βάσκων, το Σαν Σεμπαστιάν, το Μπιλμπάο και τη Βιτόρια.Επίσης, φορούσαν μαντίλια στα οποία ήταν γραμμένο το σλόγκαν: «Όλα είναι στο χέρι μας».
Σύμφωνα με τους διοργανωτές της εκδλήλωσης, την ανθρώπινη αλυσίδα σχημάτισαν περίπου 175.000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων ήταν ακτιβιστές και πολιτικοί που στηρίζουν τον αγώνα για ανεξαρτησία της Χώρας των Βάσκων, αλλά και της Καταλονίας. Δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία από την αστυνομία.
Η εκδήλωση υπέρ της ανεξαρτητοποίησης της Χώρας των Βάσκων πραγματοποιήθηκε μόλις ένα μήνα μετά την επίσημη ανακοίνωση ότι διαλύεται η ΕΤΑ, η στρατιωτική οργάνωση η οποία επί χρόνια με σειρά τρομοκρατικών ενεργειών διεκδικούσε την απόσχιση της αυτόνομης περιφέρειας.
Η προσπάθεια για διεξαγωγή δημοψηφίσματος για απόσχιση της Χώρας των Βάσκων δεν αναμένεται να είναι εύκολη, με δεδομένο ότι η απόπειρα της Καταλονίας να αποσχιστεί μετά το δημοψήφισμα «καταπνίγηκε» από την κυβέρνηση Ραχόι με μια σειρά από διοικητικά και αστυνομικά μέτρα, ενώ οι ηγέτες των κομμάτων που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία διώκονται.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

«Ideology as usual»




του Χρήστου Σίμου

«Όλα όσα ζήσαμε τα τελευταία χρόνια και όλα όσα περνάει η Ευρώπη έχουν εκ των πραγμάτων θέσει νέα πολιτικά διλήμματα, μακριά από τα ξεθωριασμένα σύνορα Αριστεράς - Δεξιάς», ισχυρίστηκε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κυριάκος Μητσοτάκης, στην ομιλία του στους τομεάρχες του κόμματος του (5 Ιουνίου 2018). Και πρόσθεσε: «Τα μετέφεραν στο όριο που χωρίζει την πρόοδο από την καθυστέρηση, τη δημοκρατία από τον αυταρχισμό, την ικανότητα από την ανεπάρκεια και τελικά την αλήθεια από το ψέμα, την ειλικρίνεια από τον λαϊκισμό. Ασφαλώς και πολιτική δεν γίνεται χωρίς ιδεολογία. Όμως όλο και περισσότεροι πολίτες προκρίνουν την ενότητα, το μέτρο και το αποτέλεσμα απέναντι στα ψεύτικα, στα κούφια λόγια του λαϊκισμού».
Οι παραπάνω γραμμές παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι λόγω της δήθεν καινοτομίας τους, αλλά γιατί συμπυκνώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο επικεφαλής της Ν.Δ. την πολιτική. Η δήθεν υπέρβαση της διαίρεσης «Αριστερά-Δεξιά» δεν είναι καθόλου φρέσκο φρούτο. Είναι πολύ γνωστά αυτά ήδη από το 1994, όταν ο Άγγλος κοινωνιολόγος Άντονυ Γκίντενς, ο οποίος διετέλεσε σύμβουλος του Τόνυ Μπλερ, εξέδωσε το βιβλίο με τίτλο Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς. Ένα βιβλίο που αποτέλεσε οδηγό για τη μετεξέλιξη του αγγλικού Εργατικού Κόμματος στους Νέους Εργατικούς και τη συναφή πολιτική και ιδεολογική στροφή προς τη «λογική της αγοράς». Είναι η περίοδος που ακολουθεί την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, κατά την οποία η ρητορική περί του «τέλους της Ιστορίας», του «τέλους της ιδεολογίας» και όλων των συναφών είχε σαφώς το πάνω χέρι. Η επικράτηση της ιδεολογίας του νεοφιλελευθερισμού εμφανίστηκε, όχι τυχαία, ως η επικράτηση της «πραγματικότητας». Από το 1917 ώς το 1989, η ανθρωπότητα είχε πέσει στην «πλάνη της ιδεολογίας», συνεπώς.
Τα γνωρίσαμε από πρώτο χέρι, άλλωστε, και στην Ελλάδα, κατά τη διακυβέρνηση Σημίτη από το 1996 ώς το 2004 με κεντρικό σύνθημα τον «εκσυγχρονισμό». Κατά την οκταετία αυτή μάθαμε πως οι ισχυροί της χώρας αυτής είναι, βεβαίως, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι συνδικαλιστές, αλλά όχι λόγου χάρη οι εφοπλιστές ή οι τραπεζίτες, και πως το χρηματιστήριο είναι ένας θεσμός από τον οποίο όλοι μπορούν να κερδίσουν.
Ακόμα πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσιάζει η απόφανση του Κυρ. Μητσοτάκη πως «πολιτική δεν γίνεται χωρίς ιδεολογία». Και το ενδιαφέρον είναι πως, ενώ η ιδεολογία εμφανίζεται ως πλάνη, ταυτόχρονα είναι και απαραίτητη. Ας δεχτούμε, λοιπόν, ακολουθώντας το παραπάνω σκεπτικό, πως η ιδεολογία δεν είναι κάτι άλλο πέρα από ένα εργαλείο για την άσκηση πολιτικής. Όπως, λόγου χάρη, ο μηχανικός διαθέτει την εργαλειοθήκη με τα κατσαβίδια, τα τρυπάνια κι όλα τα υπόλοιπα εργαλεία του, έτσι κι ο πολιτικός διαθέτει το εργαλείο της ιδεολογίας. Σε τι χρησιμεύει στον Κυρ. Μητσοτάκη το συγκεκριμένο... εργαλείο;
Για ποιον λόγο λοιπόν ο επικεφαλής της Ν.Δ. χρειάζεται την ιδεολογία για να μιλήσει για την εισαγωγή των ιδιωτών στην κοινωνική ασφάλιση; Με ποιο κριτήριο θεωρεί ως «ξεπερασμένες» τις συλλογικές συμβάσεις; Γιατί πρέπει να καταφύγει στην ιδεολογία για να υποστηρίξει πως δεν είναι δυνατόν να ισχύει το δικαίωμα μονομερούς προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας; Δεν είναι... πραγματικά και προοδευτικά όλα αυτά;
Σε τι χρησιμεύει η ιδεολογία στον Κυρ. Μητσοτάκη όταν κάνει λόγο για την ανάγκη ιδιωτικοποίησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ); Δεν είναι... αυτονόητο ότι πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί, όσο αυτονόητη είναι, παραδείγματος χάρη, η ανατολή του ηλίου από την ανατολή;
Κι αν η ιδιωτικοποίηση του ΓΛΚ κρίνεται ως απαραίτητη, για ποιον λόγο να μην ιδιωτικοποιηθεί και το ίδιο το γραφείο του πρωθυπουργού; Για ποιον λόγο χρειάζεται να είναι κάποιος εκλεγμένος; Δεν θα γίνεται καλύτερα η... δουλειά;

Πηγή: Αυγή

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

Σόποτ, η κοσμοπολίτικη ριβιέρα της Βαλτικής




Το πρόσφατο ταξίδι μου στην Κρακοβία ήταν ονειρικό. Η πολύχρωμη πόλη της Πολωνίας ήταν ένα ταξιδιωτικό μου απωθημένο από τα φοιτητικά μου χρόνια. Η δεκάχρονη αναμονή αποδείχτηκε μεγάλη αν και τελικά άξιζε να επισκεφθώ αρκετά μέρη πριν για να συνειδητοποιήσω πως η Πολωνία είναι ένας από τις ομορφότερες χώρες της Ευρώπης. Ίσως κι ο καλύτερος μη αναγνωρισμένος μέχρι στιγμής προορισμός. Λίγους μήνες μετά αποφάσισα να την επισκεφθώ για δεύτερη φορά επιλέγοντας το βόρειο κομμάτι της.
Καθώς το αεροπλάνο προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο του Γκντανσκ, έξω από το παράθυρο παρατηρούσα ενθουσιασμένος την καταπράσινη γη της πολωνικής υπαίθρου και το βαθύ μπλε της Βαλτικής θάλασσας. Πρώτη φορά την αντίκριζα κι αυτό μ' έκανε να την παρατηρώ γι' αρκετή ώρα μέχρι την προσγείωση. Έχοντας εντυπωθεί έντονα στο μυαλό μου αυτό το σκούρο μπλε της θάλασσας, αποφάσισα να ξεκινήσω τα φωτογραφικά μου βίντεο από την κοσμοπολίτικη ριβιέρα της Βαλτικής.
Το "Σόποτ" σημαίνει ρεύμα ή άνοιξη ή περιγράφει τον ήχο που αφήνει πίσω του το τρεχούμενο νερό και στην Ευρώπη το συναντάμε σε τρεις χώρες, στην Πολωνία, στη Σερβία και στη Βουλγαρία. Πρώτη φορά αναφέρεται με την ονομασία Sopoth το 1283 αλλά με τον εκγερμανισμό της πόλης μετονομάστηκε σε Zoppot κι από κει έφτασε στη σημερινή του ονομασία όταν κι η πόλη πέρασε στην Πολωνία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ιστορία της πόλης ξεκινάει από ένα οχυρό που φρουρούσε το εμπόριο που αναπτυσσόταν ανάμεσα στον ποταμό Βίστουλα και τις παραθαλάσσιες βαλτικές πόλεις. Με την πάροδο του χρόνου όμως άρχισε να φθίνει η αναγκαιότητα του οχυρού και η πόλη μετατράπηκε σε ένα απλό ψαροχώρι μέχρι που εγκαταλείφθηκε. Όμως έναν αιώνα αργότερα, άρχισε πάλι η επιστροφή του κόσμου. Δημιουργήθηκαν πρώτα δύο χωριά (σημερινά προάστια της πόλης) κι έπειτα ήρθε κι η ονομασία Σόποτ. Τόσο η πόλη όσο και τα γύρω χωριά, πέρασαν στην ιδιοκτησία ενός τοπικού μοναστηριού, κι όλα μαζί έγιναν κομμάτι του Βασιλείου της Πολωνίας μετά την Δεύτερη Ειρήνη του Θορν το 1466. Από τον 16ο αι. άρχισε η αριστοκρατική περίοδος του Σόποτ. Η πόλη γέμισε με spa κι αρχοντικά εξοχικά των αριστοκρατών του Γκντανσκ. Το 1733 κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Γκντανσκ από ρωσικά στρατεύματα, το Σόποτ λεηλατήθηκε κι ισοπεδώθηκε. Τότε ξεκίνησε η δεύτερη περίοδος ερημοποίησης της πόλης μέχρι που άρχισαν κάποιες πλούσιες οικογένειες να αγοράζουν και να ξαναχτίζουν τα ερείπια.
Η πόλη έγινε κομμάτι του Βασιλείου της Πρωσίας. Ολόκληρη η περιουσία της εκκλησίας πέρασε στο κράτος και πωλήθηκε στον έμπορο Danzig Carl Christoph Wegner. Ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας άνοιξε τα πρώτα λουτρά και επαναλειτούργησε τα spa προσπαθώντας να προσελκύσει πάλι κόσμο. Στην πορεία ξεπήδησαν θέατρα, σανατόρια, πάρκα και στήθηκε η ξύλινη αποβάθρα στην παραλία. Η σύνδεση της πόλης με το σιδηροδρομικό δίκτυο βοήθησε στην εκτόξευση του αριθμού των επισκεπτών ενώ άρχισαν να έρχονται αριστοκράτες από Βαρσοβία και Βερολίνο. Αρχές του 19ου αι. ανοίγει και το πρώτο καζίνο το οποίο βοήθησε αρκετά την οικονομία της πόλης. Το 1928, η ξύλινη προβλήματα επεκτείνετε κι άλλο προς τη θάλασσα φτάνοντας σε μήκος τα 512 μέτρα, κάτι που την καθιστά μέχρι σήμερα ως την μεγαλύτερη προβλήτα της Ευρώπης.
Η οικονομική άνοδος της πόλης μειώθηκε όταν άρχισαν οι εντάσεις στα γερμανοπολωνικά σύνορα. Οι επισκέπτες περιορίστηκαν κι οι Γερμανοί κάτοικοι της πόλης έκαψαν την συναγωγή. Μετά την έναρξη του πολέμου, η πόλη περνάει στην ναζιστική Γερμανία. Πολωνοί κι Εβραίοι συνελήφθησαν κι εκδιώχθηκαν κι η οικονομική δύναμη της πόλης κατέρρευσε. Όταν ο σοβιετικός στρατός κατέλαβε το Σόποτ το 1945, βρήκε τα περισσότερα κτίρια κατεστραμμένα. Η πόλη επανήλθε στην Πολωνία μετά τη Συμφωνία του Πότσνταμ κι οι τελευταίοι Γερμανοί κάτοικοι εκδιώχθηκαν βιαίως από τα σπίτια τους, τα οποία παραχωρήθηκαν σε Πολωνούς.
Το Σόποτ ανέκαμψε  αμέσως αλλά πήρε μία άλλη πορεία, πιο καλλιτεχνική. Απέκτησε Σχολή Μουσικής, Σχολή Ναυτιλιακού Εμπορίου, μια βιβλιοθήκη και μια γκαλερί τέχνης. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας της πόλης του Jan Kapusta, η πόλη άρχισε ένα ετήσιο Φεστιβάλ Τεχνών το 1948.  Το 1956 πραγματοποιήθηκε το πρώτο πολωνικό φεστιβάλ τζαζ (μέχρι τότε απαγορεύτηκε η τζαζ από τις κομμουνιστικές αρχές). Αυτός ήταν ο πρόδρομος του συνεχιζόμενου ετήσιου Jazz Jamboree στη Βαρσοβία. Το 1961 εγκαινιάστηκε το Διεθνές Φεστιβάλ Τραγουδιού του Σόποτ, αν και διεξήχθη στο Γκντανσκ για τα τρία πρώτα χρόνια, μετακόμισε στο μόνιμο χώρο του στην Όπερα του Σόποτ το 1964. Το 1963 ο κεντρικός δρόμος της πόλης μετατράπηκε σε πεζόδρομο. Τα νέα συγκροτήματα λουτρών, σανατορίων και ξενοδοχείων άνοιξαν το 1972 και το 1975. Μέχρι το 1977, η πόλη είχε περίπου 54.500 κατοίκους, το υψηλότερο στην ιστορία του. Το 1979 και το ιστορικό κέντρο της πόλης κηρύχθηκε εθνικό κέντρο πολιτιστικής κληρονομιάς από την κυβέρνηση της Πολωνίας.
Το Σόποτ βρίσκεται σήμερα σε περίοδο έντονης ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής ενός αριθμού ξενοδοχείων πέντε αστέρων και θέρετρων spa στην προκυμαία. Ο κύριος πεζόδρομος, Monte Cassino, έχει επίσης επεκταθεί με την εκτροπή της κυκλοφορίας κάτω από αυτό, που σημαίνει ότι ολόκληρος ο δρόμος είναι τώρα πεζόδρομος. Η παραθαλάσσια αυτή πόλη μαζί με τη Βαρσοβία, διαθέτει τις υψηλότερες τιμές των ακινήτων στην Πολωνία.
Αυτή η χλιδή είναι εμφανής από τη στιγμή που κατεβαίνεις από το τραίνο. Ο σιδηροδρομικός σταθμός βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του κεντρικού πεζοδρόμου κάτι που προσφέρει την δυνατότητα στον κάθε επισκέπτη να δει ολόκληρη σχεδόν την πόλη. Οι δρόμοι είναι πεντακάθαροι, τα σπίτια στέκουν με φωτεινά κι ευχάριστα χρώματα και τα μαγαζιά είναι γεμάτα κόσμο που απολαμβάνει τον ζεστό μαγιάτικο ήλιο.
Στον κεντρικό πεζόδρομο βρίσκεται και το "Κλεμμένο Σπίτι" το οποίο είναι ένα δείγμα σουρεαλιστικής αρχιτεκτονικής, παρόμοιας με το σπίτι που χορεύει στην Πράγα. Από 'κει ξεκινάει η μεγάλη πλατεία με τα ξενοδοχεία, τα καζίνο και τον κομψό φάρο. Όλα δείχνουν σαν μία τεράστια γαμήλια τούρτα. Μία αισθητική που δεν με ελκύει ιδιαίτερα.
Επισκέφθηκα την πόλη Κυριακή μεσημέρι. Ο προαστιακός άδειασε τελείως κι όλοι μας ξεχυθήκαμε στους δρόμους της πόλης. Δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η κοσμοσυρροή καθώς η μέρα ήταν υπέροχη. Αυτό όμως που δε περίμενα να αντικρίσω, ήταν η πολυκοσμία στην αχανής παραλία του Tricity (Γκντανσκ, Σοποτ και Γκντίνια). Μία ατελείωτη παραλία που στα ανατολικά καταλήγει στο λιμάνι του Γκντανσκ του οποίου οι γερανοί αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα κι από την άλλη σταματούσε σε μία καταπράσινη πλαγιά που ακουμπούσε πάνω στη θάλασσα. Βγάλαμε τα παπούτσια μας και περπατήσαμε στη βρεγμένη άμμο. Το νερό ήταν παγωμένο αλλά αυτό δε πτοούσε τους Πολωνούς να απολαύσουν τα πρώτα τους καλοκαιρινά μπάνια.
Περπατήσαμε γι' αρκετή ώρα μέχρι την ξύλινη προβλήτα. Εκατοντάδες επισκέπτες βόλταραν πάνω σ' αυτήν κι αφήνονταν στο δροσερό αεράκι της Βαλτικής θάλασσας. Κάποιοι άλλοι τάιζαν τους κύκνους που κολυμπούσαν μαζί με τους παραθεριστές ενώ άλλοι επέλεγαν να κάνουν τη βόλτα τους με ένα πειρατικό καράβι.
Ξαποστάσαμε στη σκιά ενός δέντρου παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μας. Μπορεί οι Πολωνοί να μην έχουν τα εξωτικά τυρκουάζ νερά της Ελλάδος αλλά τους έβλεπες ικανοποιημένους να αρκούνται με τα δικά τους. Που και που ακούγαμε κάποιους να μιλούν ελληνικά κι αυτό μας προκαλούσε εντύπωση.
Από εκεί περπατήσαμε στα τεράστια παραθαλάσσια πάρκα της πόλης. Ηρεμία και χαλάρωση. Ο ήλιος έπαιζε με τις πυκνές φυλλωσιές και το έντονο πράσινο ξεκούραζε το μάτι μας. Οικογένειες έκαναν πικ νικ στο γρασίδι και ηλικιωμένα ζευγάρια διάβαζαν στα διάσπαρτα παγκάκια. Η βόλτα στα πάρκα τους ήταν μία εξαιρετική αφορμή για όμορφες συζητήσεις.
Το απόγευμα πήραμε τον προαστιακό για να επιστρέψουμε στο Γκντανσκ. Μπορεί το Σόποτ σαν πόλη να μη μ' εντυπωσίασε ιδιαίτερα αλλά μου άφησε όμορφα συναισθήματα κι αυτό χάρης στην αχανής παραλία και στα υπέροχα πάρκα του. 

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

Η διακριτική διαιώνιση του ρατσισμού




Πριν από ένα χρόνο γίναμε όλοι μάρτυρες μίας τραγωδίας στο Μενίδι. Ένα εντεκάχρονο παιδί έπεσε νεκρό στο προαύλιο χώρο του σχολείου του από αδέσποτη σφαίρα. Εκείνες τις μέρες ακολούθησε ένας καταιγισμός ανταποκρίσεων από το Μενίδι όπου οι κάτοικοι είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στους Ρομά. Παράλληλα ακολουθούσουν, μεγάλης διάρκειας αναλύσεις για την εγκληματική δράση των τσιγγάνων και την απροθυμία τους να ενταχθούν στην υπόλοιπη ελληνική κοινωνία.
Μετά από ένα χρόνο ζούμε την ίδια ιστορία αντίστροφα και με διαφορετική αντιμετώπιση. Ένα κοριτσάκι 13 χρονών ενώ παίζει αμέριμνο, πέφτει νεκρό από το όπλο ενός Έλληνα. Η είδηση κάνει αμέσως το γύρο του διαδικτύου αλλά και των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Αυτό που μου έκανε αμέσως εντύπωση είναι πως στα κανάλια τονίστηκε αμέσως η καταγωγή του. Νεκρό ένα κοριτσάκι Ρομά παρ’ όλο που έχει κι εκείνο την ελληνική ιθαγένεια όπως όλοι μας. Η συγκεκριμένη στάση των μέσων ενημέρωσης δεν είναι τυχαία καθώς έτσι ενεργοποιούνται αυτόματα τα ρατσιστικά αντανακλαστικά του μέσου Έλληνα κι η θλίψη μετριάζεται. Το θύμα περνάει σε μία κατώτερη βαθμίδα φυλετικά μ’ αποτέλεσμα η συνείδηση της κοινής ευθύνης πάνω στο έγκλημα να ελαχιστοποιείται αρκετά, σε σημείο να ανακουφιζόμαστε με τη γνωστή ρήση «η κακιά στιγμή».
Από την άλλη έχουμε και την αντιμετώπιση του θύτη. Τα κανάλια τον παρουσιάζουν ως Έλληνα επιχειρηματία. Το όνομα δεν ακούγεται καθόλου (αν και η Άμφισσα είναι μικρός τόπος και τα ονόματα στην περιοχή διαδίδονται πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός). Αυτό όμως δε σημαίνει πως δεν υπάρχει μία ανήθικη συγκάλυψη από το κατεστημένο των μέσων ενημέρωσης, από το οποίο έχουμε μάθει να «δικαιολογεί» τους Έλληνες εγκληματίες, με συνηθέστερη λύση ο χαρακτηρισμός τους ως μεμονωμένα περιστατικά ψυχικά πασχόντων. Μόνο που αυτά τα μεμονωμένα περιστατικά έχουν πληθύνει επικίνδυνα.
Ας αναλογιστούμε πως ο δολοφόνος δεν ήταν Έλληνας. Σίγουρα θα δεχόμασταν μία δεύτερη ανάλυση της φυλετικής, εθνικής και θρησκευτικής του καταγωγής , όπου όλα αυτά θα συσχετιζόντουσαν ως επιχειρήματα που αποδεικνύουν την εγκληματική φύση των ξένων.
Αν αναλύσουμε προσεκτικά τις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις σε ένα παρόμοιο έγκλημα (σε Μενίδι κι Άμφισσα), θα δούμε ξεκάθαρα τον υποχθόνιο τρόπο με τον οποίον το όλο σύστημα «φυτεύει» και συντηρεί τον ρατσισμό στα μυαλά των Ελλήνων. Μία χρόνια κατάσταση που δύσκολα μπορεί να ανατραπεί.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018

Στην Ευρώπη του Γιάνσα, του Σαλβίνι, της Λεπέν




του Παντελή Μπουκάλα

Είναι–δεν είναι χίλιοι οι πρόσφυγες που έχουν καταθέσει αίτημα στη Σλοβενία να τους δοθεί άσυλο. Μολαταύτα ο νικητής των προχθεσινών εκλογών, ο συντηρητικός Γιάνεζ Γιάνσα, θεμελίωσε την εκστρατεία του στην απειλή της εισβολής που ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει η χώρα του. Ο προεκλογικός λόγος του (βαριά η λέξη «λόγος» όταν αναφέρεται σ’ ένα άθροισμα ξενοφοβικών συνθημάτων, αναθεμάτων και fake news) έπεισε τον έναν στους τέσσερις Σλοβένους ότι η πατρίδα του κινδυνεύει να χάσει τον χαρακτήρα της, να εξισλαμιστεί.
Το 25% των ψήφων που απέσπασε το Σλοβενικό Δημοκρατικό Κόμμα δίνει τη δυνατότητα στον Γιάνεζ Γιάνσα να υποστηρίξει ότι η παραίτησή του από την πρωθυπουργία το 2013, εξαιτίας ενός σκανδάλου που τον οδήγησε στη φυλακή, είναι μια παρανυχίδα. Δίνει επίσης τη δυνατότητα στον κυριότερο σύμμαχό του και γκουρού του, τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπαν, από τον οποίο δανείστηκε το τέχνασμα της επαπειλούμενης εισβολής αντιχρίστων και άλωσης της Ευρώπης, να τον αποκαλέσει «εγγυητή της επιβίωσης του σλοβενικού λαού». Όμοιος ομοίω...
Σαν γκουρού όλων γενικά των Ευρωπαίων ακροδεξιών, ή σαν αυτονοήτως ηγέτιδα της φαιάς διεθνούς, η Μαρίν Λεπέν χαιρέτισε με ενθουσιασμό αυτό που αποκαλεί «αφύπνιση των λαών της Ευρώπης». Βάφτισε μάλιστα Εθνικό Συναγερμό το Εθνικό Μέτωπό της, προσδοκώντας ότι με την ολοκλήρωση της πατροκτονίας θα διευρύνει την κομματική της οικογένεια και θα γευτεί επιτέλους και αυτή την εξουσία που ήδη γεύονται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες κόμματα μισαλλόδοξα και ξενοφαγικά, κυβερνώντας αυτοτελώς ή συγκυβερνώντας. Αγρίως λαϊκιστικά και ψευδωνύμως αντισυστημικά τα κόμματα αυτά, πολιτεύονται με βάση το σύνθημα «πρώτα η...», που εξειδικεύεται κατά χώρα: Πρώτα η Γαλλία, η Ιταλία, η Ουγγαρία, η Ολλανδία, η Αυστρία, η Σλοβενία, η Τσεχία... Μια Ευρώπη «ενωμένη», πλην κομματιασμένη σε περιφραγμένα ή τειχισμένα βασίλεια.
Η κατά Λεπέν «αφύπνιση των λαών της Ευρώπης» επέτρεψε στον Ματέο Σαλβίνι, τον ηγέτη της ιταλικής Λέγκας και οπαδό της ξενηλασίας, να διατάξει τους μετανάστες «να ετοιμάσουν τις βαλίτσες τους». Επέτρεψε επίσης στον Αλεξάντερ Γκάουλαντ, συμπρόεδρο της ακροδεξιάς AfD, να καθυβρίσει το Ολοκαύτωμα, διατεινόμενος πως «ο Χίτλερ και ο ναζισμός είναι μόνο μια κουτσουλιά σε περισσότερα από χίλια χρόνια επιτυχημένης γερμανικής ιστορίας». Για να αφυπνίζονται οι ακροδεξιοί, συγχρόνως ισλαμοφάγοι και εβραιοφάγοι, δεν μπορεί, κάποιες ιδέες και κάποιοι ηγέτες θα βρίσκονται σε λήθαργο...

Πηγή: Καθημερινή

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο άνθρωπος που κοιμάται (1974)




Ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο μια λατρεία αλλά κι ένας τρόπος ζωής που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί σε όποιον δεν έχει επιδιώξει να βυθιστεί στο μαγικό κι ανατρεπτικό του χώρο. Όσες ταινίες κι αν έχουμε απολαύσει, ποτέ δε θα καταφέρουμε να χορτάσουμε το πάθος που έχουμε γι' αυτήν την τέχνη. Κι αυτό συμβαίνει διότι πάντα ένα κινηματογραφικό διαμάντι θα ξεπηδάει από το παρελθόν, το οποίο έχουμε αγνοήσει ή δεν είχαμε ποτέ ακούσει. Μία ακόμη δημιουργία που τραντάζει τα εσώψυχά μας και μας αναγκάζει να μένουμε άυπνοι όλο το βράδυ εγκλωβισμένοι σε μία δίνη σκέψεων και προβληματισμών. Το βέβαιο είναι πως την επόμενη μέρα ξυπνάμε άλλοι άνθρωποι με νέα κριτήρια και καινούργια δεδομένα. Έναν παρόμοιο σεισμό εσωτερικής ανασκόπησης κι αυτογνωσίας, μου προκάλεσε η ταινία "Ο άνθρωπος που κοιμάται" του Bernard Queysanne, βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Ζωρζ Πέρεκ, ο οποίος συμμετείχε στα γυρίσματα. 
Η ιστορία της ταινίας είναι χαοτική κι αυτό είναι που την τοποθετεί σε ένα ξεχωριστό κινηματογραφικό επίπεδο. Κεντρικό και μοναδικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ένας νεαρός φοιτητής που ζει κι ονειρεύεται σε μία μικρή σοφίτα του Παρισιού. Η μποέμικη καθημερινότητά του δε διαφέρει από αυτή του μέσου φοιτητή. Μελετάει, διασκεδάζει, στέκεται αντιμέτωπος στις αξιολογήσεις των καθηγητών που θα ορίσουν το μέλλον του κι ως έφηβος αναζητά το νόημα της ζωής που έχει μπροστά του. 
Ένα απ' αυτά τα πρωινά σηκώνεται και φεύγει αγχωμένος για τη σχολή. Την ώρα που δίνει γραπτές εξετάσεις, ο χρόνος σταματά και το βλέμμα του καρφώνεται στην κάμερα. Λίγα δευτερόλεπτα που κρατούν αιώνες, λες κι όλη του η ζωή περνάει από μπροστά του, αναγκάζοντάς τον να αναζητήσει τη λάθος στροφή της μέχρι τώρα πορείας του. Από εκείνο το σημείο και μετά ξεκινάει ένας καταιγισμός σκέψεων, στοχασμών, εκρήξεων και ριζοσπαστικών αποφάσεων. Μία δίνη που δε σ' αφήνει να πάρεις ανάσα. Μένεις καρφωμένος στα υπέροχα ασπρόμαυρα πλάνα και παρακολουθείς μία συνεχόμενη καταγραφή σκέψεων που σε κάνει να ανατριχιάζεις καθώς διαπιστώνεις πως πολλές απ' αυτές τις έχεις κάνει κι εσύ. Αισθάνεσαι πως μία κάμερα έχει μπει μες στο κεφάλι σου και σου προβάλει σε μια οθόνη τους πιο κρυφούς σου προβληματισμούς. Συγκίνηση, ανατριχίλα κι ενθουσιασμός. Αυτά είναι τα τρία εντονότερα συναισθήματα που μου προκάλεσε η συγκεκριμένη ταινία.




Η ταινία, όπως και το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε, μπορούν να χαρακτηριστούν ως ένα δημιούργημα που αναζητά τα όρια της μοναξιάς και της αυτογνωσίας. Είναι η παύση που κάνουμε στη μίζερη ρουτίνα μας, προσπαθώντας να αναζητήσουμε το χαμένο μας "εγώ" και να χτίσουμε μία προσωπικότητα πιο πλούσια και λιγότερο ευάλωτη στις απρόσωπες πόλεις που ζούμε. Σπάμε το καλούπι που μας πλασάρεται μέσα από την οικογένεια, την εκπαίδευση και την κοινωνία κι αρχίζουμε να πλάθουμε ένα νέο "εγώ" πιο ουσιώδες κι αυθεντικό καθώς πατάει πάνω στα δικά μας κριτήρια αλλά και στη δική μας μοναδική φαντασία. Από το βάθος του μυαλού μας αποβάλλουμε κάθε μορφή φόβου που μας έχει αδρανοποιήσει. Μόνο έτσι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τη ζωή κατάματα, διότι κάθε μορφή φόβου που καταφέρνουμε να αποτινάξουμε από πάνω μας έχει ως επιβράβευση στο να αποβάλλουμε ένα ακόμη σύμπλεγμα του χαρακτήρα μας. 
Η ταινία θα μπορούμε να χαρακτηριστεί ως ένας ύμνος στην εποικοδομητική τεμπελιά. Ο ήρωας παραμένει στο κρεβάτι και παρατηρεί τη σοφίτα του, συνειδητοποιώντας μ' αυτόν τον τρόπο το κλουβί που του έχει παραχωρηθεί όσο σπουδάζει στο Παρίσι. Μετράει για μία ακόμη φορά τις ρωγμές στο ταβάνι, απολαμβάνει το τσιγάρο κάτω από τους πίνακες του Ρενέ Μαγκρίτ και του Μαουρίτς Κορνέλις Έσερ (δεν είναι τυχαίες οι δυο επιλογές των πινάκων), αφουγκράζεται την κοινωνία από μια απόσταση ασφαλείας καθώς ρεμβάζει από το παράθυρο του, δίνει μορφή στις μουλιασμένες του κάλτσες και παρατηρεί για ώρες τα σημάδια που σχηματίζονται πάνω στον κερατοειδή. Πράξεις που έχουμε κάνει όλοι μας σε στιγμές πλήρους αδράνειας. Σ' αυτές τις στιγμές μοναξιάς ενεργοποιούνται πολλοί μηχανισμοί που μας αναγκάσουν να αναθεωρήσουμε την πορεία μας. Ένα είδος υποσυνείδητης κι ενίοτε συνειδητής αναβάθμισης. 
Είναι οι στιγμές που τα πρόσωπα, τα αντικείμενα κι οι υποχρεώσεις που μας περιβάλλουν παύουν να έχουν σημασία. Τα αφήνουμε όλα στην άκρη με το ρίσκο πως μπορεί να τα χάσουμε κι ως ξύπνιοι υπνοβάτες περιφερόμαστε σε μία πόλη άδεια. Αναθεωρούμε γειτονιές, στέκια, πρόσωπα και δραστηριότητες. Γινόμαστε διάφανοι φορώντας ένα πέπλο αδιαφορίας για να μπορέσουμε να προσπερνάμε αόρατοι τους ανθρώπους γύρω μας. Είναι η μόνη λύση για να μπορέσουμε ήσυχα κι όμορφα να ζυγίσουμε και να επιλέξουμε αυτά που μας γεμίζουν και να αποβάλλουμε όλα αυτά για τα οποία σπαταλάμε άσκοπα το χρόνο μας. 
Μέσα από μία λιτή και κατανοητή γραφή, η οποία ερμηνεύεται εντυπωσιακά με τη φωνή της Ludmila Mikaël, συναντάμε την εξεγερμένη προσωπικότητα του φοιτητή. Από το ήρεμο βλέμμα του και το ερμητικά κλειστό του στόμα, ξεπετιούνται απανωτές κραυγές καθώς ο ήρωας ζει μία πρωτόγνωρη κατάσταση. Διαλύει κάθε τι παλιό (εκπληκτικά τα πλάνα με τα κατεδαφισμένα κτίρια) για να χτίσει πάνω σ' αυτά τη νέα του προσωπικότητα. Κι ενώ ξεκινάει με ορμή, στην πορεία κομπιάζει καθώς φοβάται να σπάσει το σκληρό του κέλυφος καθώς νιώθει απροετοίμαστος στο νέο σκηνικό που αρχίζει να αποκαλύπτεται μπροστά του. Προτιμάει τη τρέλα ή τον θάνατο διότι τον φοβίζει η ανάληψη ευθύνης. Υπάρχει κι η επιλογή της παραίτησης αλλά δεν του την επιτρέπει ο εγωισμός του. 
Τέλος είναι αυτός ο μεγάλος εχθρός που έχουμε να αντιμετωπίσουμε στη ζωή, ο χρόνος. Στην ταινία δηλώνεται με πολλούς τρόπους. Με τη βρύση που στάζει ρυθμικά, με το ρολόι στο κομοδίνο που γεμίζει το χώρο με ένα απαλό τικ τακ, με την κίνηση στους δρόμους και τα βήματα. Από τη πρώτη στιγμή γίνεται φανερό πως ο ήρωας τρέχει στο άδειο Παρίσι προσπαθώντας να ξεφύγει από τον χρόνο, όμως πάντα εκείνος τον προφταίνει. Έτσι αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει με τον ύπνο αλλά το ξυπνητήρι αποδεικνύεται πως δεν είναι σύμμαχός του. Στο τέλος αποφασίζει να χαθεί στο σούρουπο και να γίνει μία ακόμη σκιά στους δρόμους της πόλης.



Η ταινία είναι ένα εκπληκτικό κινηματογραφικό πείραμα. Ο πρωταγωνιστής βουβός κι ανέκφραστος παίζει το ρόλο μιας μαριονέτας που υπακούει στα λόγια της αφηγήτριας, με τον νεαρό ηθοποιό Jacques Spiesser να προσφέρει με μεγάλη επιτυχία μία δύσκολη ερμηνεία. Εντυπωσιακή η μορφή του που περιφέρεται σε ένα Παρίσι έρημο. Που και που φαίνονται κάποια αυτοκίνητα στο βάθος ή κάποιοι περαστικοί, για να εντείνουν την μοναξιά των ανθρώπων. Μπορεί να λείπουν οι διάλογοι αλλά ολόκληρη η ταινία καταφέρνει να γεμίσει τον θεατή με σκέψεις και συναισθήματα. Σαν να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο που του προσφέρει εικόνες και ήχους. Η μουσική είναι κι αυτή με τη σειρά της πειραματική κι αρκετά πρωτοποριακή για εκείνα τα χρόνια ενώ τα πλάνα προσφέρουν μια διαφορετική όψη στο Παρίσι. Λάτρεψα την κίνηση της κάμερας στους άδειους δρόμους και στις σιωπηλές διαδρομές του ήρωα.
Ο "Άνθρωπο που κοιμάται" είναι μία ανατρεπτική μύηση αυτογνωσίας κι ενηλικίωσης. Η επιτομή της βουβής κραυγής που μας περιβάλει αλλά σπανίως την αντιλαμβανόμαστε. Είναι η ατέρμονη αποτυχία της προσωπική μας τακτοποίησης σχετικά με την ύπαρξή μας αλλά και με τον χρόνο που φεύγει.
Ένα πραγματικά υπέροχο κινηματογραφικό διαμάντι.
Μπορείτε να την απολαύσετε με υπότιτλους στο youtube.

Βαθμολογία: 10/10

Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

Η σφαγή συνεχίζεται...




Εν ψυχρώ δολοφονία Παλαιστίνιας εθελόντριας νοσοκόμας του Ερυθρού Σταυρού από ισραηλινούς στρατιώτες.
Η Ραζάν αλ-Ναζάρ ήταν μόνο 21 ετών. 
Κανένα άλλοθι ποια στους σφαγείς της Μέση Ανατολής. 

Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

Είναι οι Εβραίοι η ρίζα του κακού;




του Περικλή Κοροβέση

Οι Εβραίοι διοικούν τον κόσμο; Εχουν ένα τόσο ισχυρό παγκόσμιο συνωμοτικό δίκτυο και βρίσκονται πίσω από κάθε κυβέρνηση ώστε στα χέρια τους οι πολιτικοί γίνονται ανδρείκελα; Το παγκόσμιο αρπαχτικό κεφάλαιο που σήμερα κυριαρχεί στον κόσμο είναι στα χέρια των Εβραίων; 
Είναι όντως μια γάγγραινα για την ανθρωπότητα, που θέλει να διαβρώσει τον χριστιανισμό και να φέρει το βασίλειο του Σατανά; (Εμείς δεν καίμε τον Εβραίο στην Ανάσταση;) Είναι αλήθεια πως σκοτώνουν μικρά παιδιά μέσα σε ένα βαρέλι με καρφιά; Μήπως είχαν δίκιο φωτεινά μυαλά της ανθρωπότητας, όπως Βολτέρος, Βάγκνερ, Νίτσε και πάρα πολλοί άλλοι, που ήταν φανατικά αντισημίτες; Πώς είναι δυνατόν να συμπέσουν οι αντιλήψεις του Χίτλερ και του Στάλιν σχετικά με τους Εβραίους;
Ο πρώτος με την τελική λύση, δηλαδή την εξόντωση όλων των Εβραίων, και ο δεύτερος με τη συνωμοσία των Εβραίων γιατρών που ήθελαν να ανατρέψουν την ΕΣΣΔ. (Ευτυχώς αυτοί δεν κατέληξαν στην τελική λύση, γιατί πέθανε ο Στάλιν. Αλλά φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν απάνθρωπα.) Η λίστα των «εγκλημάτων» των Εβραίων είναι ατελείωτη.
Θα προσθέσω κάτι που άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά, από αριστερό συγκρατούμενό μου, την εποχή της χούντας: «Αν ο Χίτλερ έκανε ένα καλό, είναι που εξολόθρευσε τους Εβραίους. Κρίμα που του ξέφυγαν μερικοί». Αυτός ήταν ένα παιδί με ήθος και επώνυμο στέλεχος των Λαμπράκηδων (ίσως να ήταν μαθητής του Μίκη). Είδαμε και πάθαμε να του αλλάξουμε γνώμη. Τελικά πείστηκε πως είχε λάθος.
Δεν ξέρω αν θα γινόταν μια δημοσκόπηση με τέτοια ερωτήματα ή αντίστοιχα στη χώρα μας σε τι συμπεράσματα θα κατέληγε. Αν κρίνω πως αυτή η κοινωνία ανέδειξε τρίτο κόμμα τη Χρυσή Αυγή, τότε ίσως να φανεί πως είμαστε περισσότερο αντισημίτες από ό,τι φανταζόμαστε. Αλλά γιατί όλο αυτό το μίσος για τους Εβραίους που ξεκινάει περίπου εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια;
Αν θέλουμε να βρούμε μια γενεσιουργό αιτία, αυτήν πρέπει να την ψάξουμε στον μονοθεϊσμό. Τέσσερις είναι οι βασικές μονοθεϊστικές θρησκείες (αν και προϋπήρχαν και άλλες μικρότερες μονοθεϊστικές θρησκείες που τις αποκαλούμε μονολατρίες). Η θρησκεία του Ισραήλ, του Ζαρατούστρα (μαζντεϊσμός), χριστιανισμός και ισλάμ.
Ολες έχουν έναν ιδρυτή-προφήτη: Μωυσή, Ζαρατούστρα, Χριστό και Μωάμεθ. Θα πρέπει να εκλάβουμε τον μονοθεϊσμό ως θρησκευτική επανάσταση και όχι ως εξέλιξη του πολυθεϊσμού. Ηταν η πλήρης ανατροπή του. Η θρησκεία του Ζαρατούστρα, μετά την κατάκτηση της Περσίας από τους Αραβες, συρρικνώθηκε και μετανάστευσε στις Ινδίες, αλλά δεν μακροημέρευσε. Αντίθετα ο μονοθεϊσμός του Μωυσή, με τις δύο νέες θρησκείες, τον χριστιανισμό και το ισλάμ (ο Θεός είναι ο ίδιος για όλους), κυριάρχησε παγκοσμίως μέχρι τις μέρες μας.
Το ισλάμ εμφανίζεται εφτά αιώνες μετά τον χριστιανισμό και έτσι βγαίνει εκτός ανταγωνισμού. Ιουδαϊσμός και χριστιανισμός βρέθηκαν στα μαχαίρια από την πρώτη στιγμή. Οι χριστιανοί κατηγορούσαν τους Εβραίους γιατί δεν δέχονταν τα «Καλά Νέα», το Ευαγγέλιο δηλαδή και την έλευση του Μεσσία. Οι δε Εβραίοι απαντούσαν πως οι προφητείες δεν έχουν ακόμα εκπληρωθεί, το οποίο ισχύει ακόμα και σήμερα.
Και οι δύο θρησκείες ήταν επιθετικές και ανταγωνιστικές για περίπου τέσσερις αιώνες -οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να τις ξεχωρίσουν- μέχρι που ο χριστιανισμός γίνεται επίσημη θρησκεία των Ρωμαίων, άρα κρατική θρησκεία και μάλιστα αυτοκρατορική. Και ο συσχετισμός δυνάμεων αλλάζει άρδην. Τώρα έχουμε μια κρατική θρησκεία μαζί με τον μηχανισμό του κράτους εναντίον μιας θρησκείας που δεν είχε τίποτα άλλο εκτός από τους ραβίνους και τους πιστούς, που συσπειρώθηκαν γύρω από τη θρησκεία τους, τις τελετουργίες τους και τις συνήθειές τους.
Δεν ήταν οι ίδιοι που ήθελαν να αποκλειστούν από την κοινωνία, αλλά ήταν η ίδια η κοινωνία που τους γκετοποίησε απαγορεύοντας κάθε επάγγελμα, εκτός από αυτό του εμπόρου και του χρηματιστή. Στους χριστιανούς απαγορευόταν να δανείζουν χρήματα με τόκο. Και από ό,τι ξέρω, ισχύει ακόμα. Τότε, πώς γίνεται να έχουμε χριστιανικές τράπεζες; Και πρέπει να ομολογήσω πως αγνοώ και τη θέση του Πατριαρχείου και της Ιεράς Συνόδου επί του θέματος (αν κάποιος ξέρει, παρακαλώ να καλύψει το κενό μου). Στη συνέχεια έχουμε εθνοκαθάρσεις ή καλύτερα θρησκειοκαθάρσεις.
Γιατί αυτοί που ήταν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν τη χώρα δεν ήταν αλλόφυλοι αλλά γηγενείς. Το 1290 εκκαθαρίζεται η Αγγλία από τους Εβραίους. Στη Γαλλία το 1394 και στην Ισπανία το 1492. Να σημειώσουμε πως όταν ο Σέξπιρ έγραφε τον αντισημιτικό Σάιλοκ («Ο έμπορος της Βενετίας») δεν υπήρχε κανένας Εβραίος στην Αγγλία, αλλά έγραψε τον μύθο του αντισημιτισμού, προσφιλές λαϊκό θέμα. Και οι Εβραίοι της Ισπανίας βρήκαν άσυλο στην Ισλαμική Οθωμανική Αυτοκρατορία, στη Θεσσαλονίκη.
Παραλείποντας μικρότερα πογκρόμ και άγριες και αιματηρές διώξεις, π.χ. Ιερά Εξέταση, να σταθούμε στην επίσημη εκδοχή του απόλυτου κακού που αντιπροσωπεύουν οι Εβραίοι. Υπεύθυνοι για την ήττα των Γάλλων στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο ήταν οι Εβραίοι (υπόθεση Ντρέιφους). Το ίδιο έγινε και με την ήττα των Γερμανών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μίσος που κατέληξε στο Ολοκαύτωμα.
Το 1881, ο τσάρος Αλέξανδρος δολοφονείται από τους μηδενιστές. Αλλά υπεύθυνοι βέβαια ήταν οι Εβραίοι. Τον επόμενο χρόνο περνάει ένας νόμος εναντίον των Εβραίων που αγγίζει τη νομοθεσία των ναζί. Και ακολουθούν πογκρόμ για μια εικοσαετία σε μεγάλη έκταση κυρίως στην Ουκρανία. Μπορούμε να πούμε πως αντισημιτισμός είναι ο πιο αρχαίος ρατσισμός που έδωσε την πατέντα για όλους τους ρατσισμούς ανά τους αιώνες. Σήμερα ο αντισημιτισμός λέγεται ισλαμοφοβία και ξενοφοβία.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Ευρωπαϊκός ίλιγγος




Η κρίση χρέους βαφτίστηκε ελληνική. Η προσφυγική κρίση ήταν πρόβλημα των Ελλήνων, των Ιταλών και των Γερμανών. Η διαχείριση των κρίσεων έπρεπε να γίνει με βάση τους κανόνες. Τα χρόνια περνούσαν, οι κρίσεις φούντωναν, αλλά οι κανόνες δεν άλλαζαν. Για τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών, για τους τραπεζίτες της Φραγκφούρτης, για τους κυβερνητικούς εταίρους στο Βερολίνο τα προβλήματα λύνονταν με εκβιαστικές πιέσεις, πότε στην Αθήνα, πότε στη Ρώμη, πότε στη Μαδρίτη, σε κυβερνήσεις και λαούς. Οι αληθινές αιτίες κρύβονταν κάτω από το χαλί.
Από τους τεμπέληδες του ευρωπαϊκού Νότου περάσαμε στον διαχωρισμό ανάμεσα σε δήθεν καλούς και κακούς μαθητές. Εν τω μεταξύ, οι εργασιακές σχέσεις ελαστικοποιήθηκαν, το κοινωνικό κράτος ξεχαρβαλώθηκε, οι διαμαρτυρίες αντιμετωπίστηκαν με καταστολή, η διαφθορά ξορκίστηκε αλλά δεν πατάχθηκε, οι ισχυροί συνεχίζουν να φοροαποφεύγουν. Τη νύφη συνεχίζουν να πληρώνουν οι αδύναμοι και τα μεσαία στρώματα.
Η συνταγή της λιτότητας αποδείχθηκε δραμαμίνη για τον ευρωπαϊκό ίλιγγο. Κάτω από το χαλί έπιασε μούχλα. Κι από εκεί άρχισε να βγαίνει η ακροδεξιά δυσοσμία. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε μια κοινωνία που σπρωχνόταν στη λογική της νεοφιλελεύθερης ζούγκλας, όπου είναι «φυσικό» να επικρατούν οι ισχυροί και να χάνονται οι αδύναμοι: ζήσε κι άσε τους άλλους να πεθάνουν...
Η άνοδος της Ακροδεξιάς στην ανατολική Ευρώπη, η δράση της ναζιστικής συμμορίας στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκαν αρχικά ως παράγωγα ενός λαϊκισμού που εύκολα βαφτίστηκε... αριστερός. Ακόμα κι όταν τα ακροδεξιά μορφώματα απλώθηκαν στη Γαλλία και τη Γερμανία, οι ευρωπαϊκές πολιτικές και οικονομικές ελίτ έκαναν πως δεν καταλάβαιναν κι ας έβλεπαν καθαρά αυτό που ερχόταν. Μια Ευρώπη φρούριο με αυστηρή πειθαρχία στο εσωτερικό της ήταν η μόνιμη επωδός τους.
Η Αριστερά προειδοποίησε έγκαιρα, έδωσε και δίνει μάχη για τα αυτονόητα απέναντι σε εταίρους που κάνουν υποδείξεις στους Ιταλούς πώς να ψηφίζουν, που κλείνουν τα μάτια στο πρόβλημα δημοκρατίας στην Καταλωνία και στα σκάνδαλα τα οποία ρίχνουν από την εξουσία τον Ισπανό ομοϊδεάτη τους Ραχόι.
Το κερασάκι στην ευρωπαϊκή τούρτα ήρθε διά χειρός Τραμπ. Οι νέοι αμερικανικοί δασμοί στον χάλυβα και στο αλουμίνιο ισοδυναμούν με κήρυξη εμπορικού πολέμου. Ίσως είναι μία από τις τελευταίες ευκαιρίες της Ε.Ε. να αποδείξει ότι είναι αληθινά ενωμένη και ευρωπαϊκή δύναμη.

Πηγή: Αυγή

Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Στο ίδιο έργο ως θεατές πλέον…




Πριν οχτώ χρόνια, η χώρα μας μπήκε σε μία περίοδο πειραματισμού και μικρών αλλά αποτελεσματικών πραξικοπημάτων. Μουδιασμένοι από το οικονομικό σοκ και διχασμένοι από τις χρόνιες πολιτικές μας διαφορές (προσωπικά πιστεύω πως ο εμφύλιος στη χώρα μας δεν έληξε ποτέ), δε καταφέραμε ποτέ να δούμε ξεκάθαρα την όλη κατάσταση και να συνειδητοποιήσουμε πως δεν είμαστε τίποτα παραπάνω από ένα ακόμη προτεκτοράτο που αλλάζει χέρια από τη μια μεγάλη δύναμη στην άλλη.
Τώρα όμως ήρθε η σειρά της Ιταλίας να πρωταγωνιστήσει στο ίδιο έργο, με εμάς αυτή τη φορά ως θεατές. Ένα έργο όμως που ενώ φαίνεται πως έχει κοινή αρχή, η συνέχειά του ενδέχεται να είναι πολύ διαφορετική διότι άλλη δύναμη έχει η Ελλάδα κι άλλη η Ιταλία, η τρίτη ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης.
Το έναυσμα της νέας πολιτικής και οικονομικής κρίσης δόθηκε το περασμένο σαββατοκύριακο, όταν ο πρόεδρος της Ιταλίας Σέρτζιο Ματαρέλα απέτρεψε μία κυβέρνηση λαϊκιστών κι ακροδεξιών. Πολλοί ευρωπαίοι αλλά κι εγχώριοι δεξιοί και νεοφιλελεύθεροι το πανηγύρισαν, πιστεύοντας πως η Ευρώπη για μία ακόμη φορά σώθηκε. Από την άλλη όμως, είναι αρκετοί αυτοί που παρακολουθούν με σκεπτικισμό κι ανησυχία την απόφαση αυτή.
Αυτό που φαίνεται πλέον ξεκάθαρα μετά την ανησυχία των πρώτων ημερών, είναι ότι η απόφαση του Ιταλού προέδρου δεν είχε δημοκρατικές βάσεις, καθώς η πράξη του συσχετιζόταν με το συμφέρον των διεθνών αγορών και της Γερμανίας. Κι επειδή ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται, βγήκε ο Γερμανός Επίτροπος Προϋπολογισμού Γκίντερ Έτινγκερ να δηλώσει πως «οι αγορές θα μάθουν στους Ιταλούς πώς να ψηφίζουν σωστά». Οι συγνώμες του που ακολούθησαν μετά, αποδεικνύουν το πόσο ξεδιάντροπα και με πόση θρασύτητα κυβερνούν όλοι αυτοί οι τεχνοκράτες. 
Την ίδια στιγμή τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης έχουν ξεκινήσει μία νέα εκστρατεία προσβολών προς μια άλλη χώρα (τόσα χρόνια είχαμε συνηθίσει εμείς να είμαστε ο αποδέκτης τους). Μόνο που και σ’ αυτήν την περίπτωση η Ιταλία δεν είναι Ελλάδα. Οι επιθέσεις που δέχονται γίνονται τροφή στη ξενοφοβική κι αντιευρωπαϊκή τους τάση, μ’ αποτέλεσμα να βγαίνει κερδισμένη η Λίγκα του Βορρά ενώ θεωρείται βέβαιο πως στη διαμάχη που θα ξεσπάσει, το «Ital-exit» δε θα ακούγεται από τα στόματα των Βρυξελλών, του Βερολίνου και της Φρανκφούρτης αλλά από τους ίδιους τους Ιταλούς.
Σ’ αυτή τη νέα δίνη, η Ελλάδα έχει πολλές πιθανότητες να λύσει αρκετές εκκρεμότητες από επιλογή των Ευρωπαίων εταίρων που θα προτιμήσουν να κλείσουν μικρότερα ανοιχτά μέτωπα για να αντιμετωπίσουν το ιταλικό πρόβλημα. Αυτός όμως δεν είναι λόγος εφησυχασμού και ικανοποίησης καθώς δε ξέρουμε την αντίδραση της Ιταλίας στου επόμενους μήνες και το πόσο καταστροφική θα είναι στο ετοιμόρροπο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Με το να παρακολουθήσουμε όμως την όλη κατάσταση ως θεατές, ίσως καταφέρουμε να αναληφθούμε την έλλειψη δημοκρατίας στην ένωση των Ευρωπαίων τραπεζιτών και τεχνοκρατών.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα (2)




του Γιώργου Τσιάρα

Διάβαζα σήμερα –όπως όλοι μας- τις προβλέψεις του επικαιροποιημένου τριτο-τέταρτου μνημονίου, του SmoU, που λέμε και στο χωριό, και επιτέλους η ταραγμένη, ανήσυχη ψυχή μου πήγε στη θέση της: όχι απλά έρχεται η ανάπτυξη στη χαντακωμένη οικονομία μας, αλλά θα είναι -λέει- και... ολιστική!
Εχουμε και λέμε: οχτώ ολόκληρα χρόνια μετά το Καστελόριζο, με το ΑΕΠ να έχει υποχωρήσει σχεδόν κατά 25% -μια συμφορά που συνήθως συμβαίνει στα κράτη μόνο ως αποτέλεσμα μακρόχρονων πολέμων–, αλλά με τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ (παρά τα ατέλειωτα χαράτσια και το ψευτο-κούρεμα του PSI) να έχει αυξηθεί «στον Θεό», κατά σχεδόν εβδομήντα μονάδες σε σχέση με το 2010, οι πολυχρονεμένοι μας Θεσμοί απέσπασαν με τη συνήθη ευκολία την υπογραφή μας σε ένα ακόμη «μεταρρυθμιστικό» κείμενο βαθιάς φτωχοποίησης του πληθυσμού και γενικευμένης εκποίησης του δημόσιου πλούτου.
Σε ένα κείμενο που, παρέα με την «τεχνική συμφωνία» του περασμένου Σαββάτου, παραβιάζει και τις τελευταίες αχνές «κόκκινες γραμμές» του «μνημονιακού μαρξιστή» Ευκλείδη μας, συνδέοντας ευθέως την επίσπευση της μείωσης του αφορολόγητου και τη νέα περικοπή των συντάξεων με την επίτευξη πλεονάσματος 3,5%.
Επιπλέον, επεκτείνει τον ασφυκτικό αυτόν δημοσιονομικό στόχο μέχρι (τουλάχιστον) το 2022. 
Φυσικά, διατηρεί ως προαπαιτούμενα για οποιαδήποτε μελλοντική ελάφρυνση (τα λεγόμενα, στη μνημονιακή new speak, «φορολογικά και κοινωνικά αντίμετρα» για τη «διατήρηση της κοινωνικής συνοχής») την ολοκλήρωση των «στοχευμένων αναπτυξιακών μέτρων για τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα», την «αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας» και τις «δομικές αλλαγές» στη λειτουργία του Δημοσίου.
Και που βεβαίως καταλήγει με τη μόνιμη επωδό ότι η Ελλάδα δεσμεύεται να συζητά και να συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την ΕΚΤ αλλά και με το ΔΝΤ, ανεξαρτήτως του αν θα μείνει ή θα φύγει από το πρόγραμμα (!), για όλες τις δράσεις που σχετίζονται με τους στόχους του μνημονίου, πριν από την υιοθέτησή τους.
Δικαιολογώντας μάλιστα την περικοπή των συντάξεων (σε ύψος 1% επί του ΑΕΠ) ως «ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη ανάμεσα στις γενιές», και τα συνεχιζόμενα χαράτσια και ξεπουλήματα ως «δύσκολες αποφάσεις που είναι αναγκαίες, ούτως ώστε το βάρος να διαχυθεί σε όλα τα μέρη της κοινωνίας που έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν»...
Όσο για το χρέος και τη γραβάτα του Αλέξη, ακόμη τη ράβουν οι αρχιμόδιστροι του Βερολίνου και των Βρυξελλών.
Τα πρώτα εκατό χρόνια είναι δύσκολα - όπως έλεγε και ο μπαρμπα-Κέινς, μακροπρόθεσμα, θα είμαστε όλοι νεκροί.
'Ολα αυτά θα ήταν από μόνα τους εξοργιστικά ακόμη κι αν δεν συνέβαιναν σε μια εξαιρετικά κρίσιμη -όχι μόνον για εμάς, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη- συγκυρία, όπου το αφήγημα της «αριστερής» κυβερνησάρας μας περί «καθαρής εξόδου στις αγορές» κλονίζεται συθέμελα λόγω των εξελίξεων στη γείτονα Ιταλία.
Όπου, ως γνωστόν, από την πολλή αγάπη του λαού της για την Ευρωπαϊκή Ενωση και τα διαδοχικά...«εθελοντικά» εσωτερικά μνημόνια λιτότητας που έχουν επιβληθεί στην καμπούρα του τα τελευταία χρόνια, μας προέκυψε εσχάτως μια «αντισυστημική», ευρωσκεπτικιστική, και σε κάθε περίπτωση καραδεξιά κυβέρνηση συνασπισμού, αποτελούμενη από την ξενοφοβική, φασίζουσα Λέγκα και το «αγανακτισμένο» κόμμα διαμαρτυρίας του Γκρίλο, τα Πέντε Αστέρια.
Γεγονός που ήδη βάζει φωτιές στα χρηματιστήρια και την αγορά ομολόγων, όπου ψιθυρίζεται κιόλας η απαγορευμένη λέξη «ΙTAL-EXIT»...
Ας μην κρυβόμαστε: το 2010, η Ελλάδα έγινε χάρη στον Γιωργάκη και τους άλλους εθελόδουλους φωστήρες μας το πειραματόζωο της γερμανικής ηγεμονίας διά του χρέους.
Ο κύριος λόγος που έγιναν όσα έγιναν έκτοτε, με την Ελλάδα στο τσιγκέλι, ήταν ακριβώς γιατί η Ευρώπη και το ευρώ δεν θα επιζούσαν από μια πιθανή ελεγχόμενη χρεοκοπία και «διάσωση» της Ιταλίας, που ήταν too big to fail, «πολύ μεγάλη για να καταρρεύσει».
Σήμερα, τα πράγματα αλλάζουν και πάλι.
Πέφτουν από τα σύννεφα πολλοί για τη δεξιά στροφή της Ιταλίας. Ξεχνάνε πως η φτώχεια και η ανισότητα δεν έχουν πρόσημο και πως όταν το καζάνι βράζει, δεν ξέρεις ποτέ από ποια μεριά θα σκάσει και ποιους θα πάρει ο διάολος.
Όπως έγραφα πριν από λίγους μήνες, παραμονές των εκλογών:
«Η Ιταλία είναι μια χώρα δύο ταχυτήτων και αυτό αντανακλάται πλέον σε κάθε πόλη της, από τη φαινομενικά πλουσιότερη -το Μιλάνο- ώς και την πιο φτωχή. Τα τελευταία 35 χρόνια, η κοινωνική ανισότητα έχει αυξηθεί στην Ιταλία περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ. Περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια πολίτες, κάπου 8% του πληθυσμού, ζουν και επίσημα σε καθεστώς απόλυτης φτώχειας, ενώ σχεδόν 18 εκατομμύρια βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κοινωνικό αποκλεισμό και την ‘‘απλή’’ φτώχεια. Η ανεργία έχει επισήμως υποχωρήσει στο 11,8% του εργατικού δυναμικού και στο 30% για τους νέους, αλλά ο τρόπος που μετριέται αφήνει απ’ έξω σχεδόν το μισό δυναμικό (42%) των ‘‘απασχολήσιμων’’ Ιταλών, που παραμένουν άεργοι και ‘‘αόρατοι’’ για τις επίσημες στατιστικές. Πολλοί άνεργοι νέοι στρέφονται -από επιλογή ή από ανάγκη- στη μαφία, τον μεγαλύτερο εργοδότη: οι πιο άτυχοι καταλήγουν στα συσσίτια της Caritas, της μεγαλύτερης εκκλησιαστικής ΜΚΟ στον κόσμο, που φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια δίπλα στις Ferrari και τις πανάκριβες μπουτίκ της Ρώμης και του Μιλάνου».
Αλλά όλα αυτά δεν έγιναν στο κενό- υπάρχουν συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες.
«Η λεγόμενη ‘‘Κεντροαριστερά’’, το PD του Ρέντσι, του Μόντι και του Πρόντι, έχει ταυτιστεί πλέον στα μάτια των πληβείων με την πολιτική της παρατεταμένης λιτότητας και περικοπής μισθών, συντάξεων και δημοσίων δαπανών. Από μακροοικονομικής άποψης, η περασμένη δεκαετία μόνο σαν καταστροφική μπορεί να καταγραφεί. Τόση λιτότητα, τόσες θυσίες και ‘‘ψαλίδια’’ για τον κοσμάκη, κι ακόμη η ιταλική οικονομία παραμένει μετέωρη, με ασθματική (και κατά πολλούς αναλυτές ‘‘μαγειρεμένη’’ από τις κυβερνήσεις Ρέντσι και Τζεντιλόνι) ανάπτυξη, ετοιμόρροπο τραπεζικό σύστημα και δυσθεώρητο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, που, αν αθροιστεί, αγγίζει το... 250% του ΑΕΠ, ήτοι πάνω από τέσσερα τρισεκατομμύρια ευρώ»!
Και κατέληγα: «Οπως ακριβώς και στην Ελλάδα, με τα διαδοχικά μνημόνια-οικονομικούς ζουρλομανδύες, έτσι και στην Ιταλία τα ‘‘εσωτερικά μνημόνια’’-γιατροσόφια λιτότητας των τελευταίων χρόνων είχαν το αντίθετο από το υπεσχημένο αποτέλεσμα, ενώ σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο ρίχνουν βενζίνη στη φωτιά της ξενοφοβίας, ακόμη και του ανοιχτού ρατσισμού».

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Εμπειρίες του '68 από Μιλάνο και Δυτικό Βερολίνο




της Άννα Φιλίνη

Ο Μάης του ’68 στο Παρίσι: μια εξέγερση που αμφισβήτησε την εξουσία παντού, που τελικά δεν πρόβαλε συγκεκριμένη πολιτική, αλλά ανατρεπτικές ιδέες και ποίηση για όλους. Ένα αποκορύφωμα αγώνων σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, που ξεκίνησαν από φοιτητές και στη συνέχεια ενώθηκαν με εργατικές κινητοποιήσεις. Ταυτόχρονα ήταν σημείο εκκίνησης νέων αγώνων σε άλλες χώρες και πόλεις, όπου ο Μάης του Παρισιού έπαιζε πάντα σημαντικό ρόλο, όμως ταυτόχρονα η Άνοιξη της Πράγας και, μετά, η στρατιωτική εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, έδωσαν νέα χαρακτηριστικά στο κίνημα της αμφισβήτησης τόσο του καπιταλιστικού κόσμου της Δυτικής Ευρώπης, όσο και του υπαρκτού σοσιαλισμού της Ανατολικής. Καθοριστικά στοιχεία μέσα σε όλη αυτή την κοσμογονία: ο πόλεμος του Βιετνάμ, ο αγώνας μέχρι θανάτου του Τσε Γκεβάρα, η ρήξη της Κίνας με την ΕΣΣΔ και η Πολιτιστική Επανάσταση. Μέσα στο όλο κίνημα σημαντική συμβολή είχε ο αγώνας κατά της Χούντας στην Ελλάδα - το νοτιότερο σημείο της Ευρώπης.
Η ισχυρή παρουσία εμιγκρέδων στο Παρίσι από τον Ισπανικό Εμφύλιο, αλλά και των ελλήνων αριστερών του πλοίου Ματαρόα μετά το ’45, και ξανά μετά τη Χούντα το ’67, δυνάμωνε τους δεσμούς με τους αντιφασιστικούς και αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες των λαών της νότιας Ευρώπης, που είχαν ακόμη φασιστικές δικτατορίες (Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία).
Δύο συνθήματα του Μάη του ’68 ηχούν πάντα στα αυτιά μου: «Είναι μοναχά μια αρχή. Ας συνεχίσουμε τον αγώνα!» και το «Αφήστε εκατό λουλούδια να ανθίσουν», από τη γνωστή ρήση του Μάο, που αφορά τη ζωή και την τέχνη. Τον Μάη του ’68 βρισκόμουν στο Μιλάνο. Το φοιτητικό κίνημα εκεί ήταν σε άνοδο ήδη πριν πάω, από το 1963· στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πολυτεχνείου του Μιλάνου έγινε η πρώτη κατάληψη σχολής σε ολόκληρη την Ιταλία. Ακολούθησαν άλλες δύο καταλήψεις στην Αρχιτεκτονική, με τελευταία και πιο μακρόχρονη εκείνην της άνοιξης του 1967, που υπήρξε τελικά νικηφόρα. Τα αιτήματα αφορούσαν αρχικά την ανάγκη εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, τα προγράμματα σπουδών, τη σχέση της διδασκαλίας με την κοινωνική πραγματικότητα και την παραγωγή, τη σχέση της αρχιτεκτονικής με την κοινωνία. Το ΚΚΙ είχε το γενικό σύνθημα Παιδεία για όλους, όμως το φοιτητικό κίνημα προωθούσε μια γενικότερη ανατροπή στις σπουδές, να μπει το πανεπιστήμιο ενεργά στην έρευνα, να θεσμοθετηθούν οι ομαδικές εργασίες, να προσεγγιστούν τα πρωτοποριακά κινήματα στην κοινωνία και στις τέχνες. Πολλοί από τους καθηγητές και τους επιμελητές μας μπήκανε στο πλευρό του κινήματος, πήρανε ενεργά μέρος. Αρκετοί από αυτούς είχαν συμμετάσχει ήδη πριν τον πόλεμο στο κίνημα του ρασιοναλισμού, είχαν πάρει μέρος στην Αντίσταση στη συνέχεια. Η πολεοδομία και η χωροταξία ήταν προνομιακά πεδία για την σύνδεση της πανεπιστημιακής έρευνας με την κοινωνική πολιτική και την μαρξιστική ανάλυση. Στην ιστορία της τέχνης, γινόταν προσέγγιση της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, αλλά και των πρωτοποριών στις εικαστικές τέχνες.
Μετά τη νίκη του φοιτητικού κινήματος το ’67 εντατικοποιήθηκε η τάση αναζήτησης επαφών με το εργατικό κίνημα και η αμφισβήτηση στο καπιταλιστικό κίνημα γενικότερα. Ήταν η εποχή όπου υπήρχε κυβέρνηση centro-sinistra με συμμαχία χριστιανοδημοκρατών-σοσιαλιστών κυρίως, και τους κομμουνιστές απ’ έξω. Η κριτική στάση του κινήματος προς το ΚΚΙ αφορούσε την πολιτική του στο συνδικαλιστικό κίνημα της μεγάλης βιομηχανίας, αλλά και την πολιτική του στο αντιιμπεριαλιστικό κίνημα.. Π.χ. σχετικά με τον πόλεμο στο Βιετνάμ το ΚΚΙ προωθούσε κυρίως το σύνθημα για ειρήνη στο Βιετνάμ, υποβαθμίζοντας το σύνθημα της νίκης των Βιετκόγκ απέναντι στον Αμερικάνικο Ιμπεριαλισμό. Αντίστοιχα σχετικά με την Ελλάδα μιλούσε για τον αγώνα κατά της Χούντας ανεξάρτητα από τους λόγους που είχαν οδηγήσει σε αυτήν και χωρίς τις προϋποθέσεις ενός προγράμματος μετά την πτώση της. Γενικά , η αίσθησή μου ήταν ότι ενώ στην Ιταλία υπήρχε ένα ψηλό αντιφασιστικό φρόνημα, ήταν πολύ πιο χαμηλά οι εκτιμήσεις για τις παγκόσμιες αντιθέσεις. Σχετικά με την ΕΣΣΔ, ενώ το ΚΚΙ έλεγε πως διαφωνούσε με μια γραμμή ακολουθητισμού, από την άλλη αρνιόταν να καταδικάσει ανοικτά την ηγεμονιστική και επεκτατική της πολιτική, που είχε οδηγήσει και στην εισβολή στην Τσεχοσλοβακία.
Ο Μάης του Παρισιού έφερε κινητοποιήσεις συμπαράστασης στην Ιταλία. Στη διεθνή έκθεση «Τριενάλε» του Μιλάνου, οι φοιτητές της σχολής Καλών Τεχνών της Ακαδημίας της Μπρέρα κάνουν κατάληψη του κτιρίου της έκθεσης, σέβονται τα εκθέματα, αλλά βάφουν εσωτερικά όλους τους τοίχους. Η κινητοποίηση των καλλιτεχνών ξαπλώνεται στη Μπιενάλε της Βενετίας, όπου η επιτροπή υπέρ του μποϋκοταρίσματος της Μπιενάλε λέει, σε ανακοίνωσή της, ότι η διεθνής έκθεση της Βενετίας «είναι όργανο οργάνωσης και ελέγχου της κουλτούρας που προορίζεται για την κυρίαρχη τάξη» και στιγμή όπου «η κουλτούρα του κεφαλαίου μετατρέπεται σε αγορά». Οι νέοι καλλιτέχνες έδειξαν να δέχονται πιο άμεση επίδραση από τις κινητοποιήσεις του Παρισιού. Ήταν η περίοδος, όπου στην Ιταλία βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη η Άρτε Πόβερα, μετά την πρώτη έκθεση του Κουνέλλη με αυτόν τον τίτλο το 1967.
Το φθινόπωρο του 1969, αφού τέλειωσα την Αρχιτεκτονική, μετακόμισα στο Δυτικό Βερολίνο. Ήταν η εποχή που δουλεύαμε για την ίδρυση του ΕΚΚΕ, ο Μάης του ’68 είχε τελειώσει, ήταν όμως ακόμη πολύ έντονο το κλίμα από τις κινητοποιήσεις της προηγούμενης χρονιάς, όπου, πριν από την εξέγερση του Μάη στο Παρίσι, στο Βερολίνο είχε θεριέψει ένα τεράστιο αντιιμπεριαλιστικό κίνημα με την πλατιά συμμετοχή του SDS, Σοσιαλιστική Γερμανική Φοιτητική Ένωση. Η απόπειρα δολοφονίας του ηγέτη του SDS Ρούντι Ντουτσκε στις 11 Απριλίου του 1968 -είχε προηγηθεί η επίσκεψη του Σάχη στη Δυτική Γερμανία- οδήγησε σε τεράστιες και αλλεπάλληλες διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη χώρα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν εγώ έφτασα, το κλίμα αυτό είχε πια κοπάσει και στην ατμόσφαιρα υπήρχε ένα πνεύμα αναζήτησης δρόμων πολιτικής οργάνωσης πέρα από τα πανεπιστήμια. Μέσα στο Δυτικό Βερολίνο η φιλοσοβιετική και φιλοανατολική οργάνωση του SEW (Σοσιαλιστική Ένωση Δυτικού Βερολίνου) ήταν απομονωμένη από το ευρύτερο κίνημα. Οι σοσιαλδημοκράτες ήταν στην κυβέρνηση και κυρίαρχοι στα συνδικάτα.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα ήταν πάντα σε έξαρση. Ο αγώνας του Βιετνάμ κινητοποιούσε όλες τις αριστερές και προοδευτικές οργανώσεις. Θυμάμαι την μεγάλη διαδήλωση στο κέντρο του Δυτικού Βερολίνου, όταν οι Αμερικάνοι κάνανε την εισβολή στην Καμπότζη. Η γερμανική αστυνομία ήρθε για να μας αντιμετωπίσει έφιππη στο κέντρο της πόλης, έβγαλε τα γκλομπς και κτυπούσε από τα άλογα, ψηλά, τα κεφάλια κάτω των διαδηλωτών. Αυτό αρχικά τρόμαξε τον κόσμο, όμως η αντίδραση υπήρξε γρήγορη, λόγω προηγούμενης πείρας: εκατοντάδες βόλοι χύθηκαν στο οδόστρωμα ανάμεσα στις οπλές των αλόγων, τα ψηλά τους πόδια γλιστρούσαν και λύγισαν, η έφιππη επιχείρηση αναχαιτίστηκε και ήρθε η υποχώρηση. Αντίστοιχα, ο αγώνας κατά της ελληνικής Χούντας είχε μεγάλες συμπάθειες το γερμανικό κίνημα. Γίνονταν πολλές εκδηλώσεις συμπαράστασης στο ελληνικό αντιφασιστικό κίνημα κι οι γερμανοί σύντροφοι ήταν πάντα έτοιμοι να βοηθήσουν ακόμα και συνοδεύοντας συντρόφους που κατέβαιναν με παράνομα χαρτιά στην Ελλάδα. Αλλά και οι έλληνες, εργάτες και φοιτητές, συμμετείχαν ενεργά στις διαδηλώσεις για το Βιετνάμ, στην Πρωτομαγιά, και βέβαια στις αντιχουντικές εκδηλώσεις. Πολύ δραστήριοι εκείνη την εποχή ήταν και οι Πέρσες φοιτητές εναντίον του Σάχη. Από αυτούς μάθαμε τον τρόπο να διαδηλώνουν με πάνινες κουκούλες και αγωνιστές «όχι καμμένοι», που δεν έπρεπε να αναγνωρίσουν οι πράκτορες του προξενείου, ώστε να μπορούν να ταξιδεύουν στην Ελλάδα, να μεταφέρουν υλικά και να συμμετέχουν στην παράνομη οργάνωση.
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά σε αυτή την πόλη, την μοιρασμένη στα δύο. Όμως είχες την αίσθηση, ότι βρισκόσουν στο κέντρο των εξελίξεων, πως είχες συνείδηση πού πάει ο κόσμος από τη μια μεριά και την άλλη, και ότι μπορούσες να σταθμίσεις όλους τους παράγοντες χωρίς άγνοια. Οι δύο Υπερδυνάμεις, που εναντίον τους φωνάζαμε στις διαδηλώσεις, δεν ήταν κάτι αφηρημένο, μια δογματική επινόηση, αλλά κάτι απτό στην καθημερινότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η θεωρία δεν αναπτύχθηκε εκεί, όπως στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. Υπήρξανε όμως έντονες διεργασίες στην πράξη. Τελικά, ο Γιόζεφ Μπόις από εκεί ξεκίνησε το δικό του κίνημα στην τέχνη, κάνοντας πράξη, στις αρχές του ’70, το εξαιρετικά ανθρώπινο και απτό σύνθημά του: «Η επανάσταση είμαστε εμείς».

Πηγή: Αυγή

Σάββατο 26 Μαΐου 2018

Ο μακρύς ιταλικός Μάης




του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη

Ο γαλλικός Μάης κατέληξε, πια, να περιφέρεται στα σαλόνια των εφημερίδων ως μια φωτογενής και άκακη νεολαιίστικη εξέγερση, βιολογικά αποκαθαρμένη από κάθε νύξη που θα μπορούσε να διαταράξει, έστω και στο φαντασιακό, την καθεστηκυία τάξη. Χωρίς Πολιτιστική Επανάσταση και στρατηγό Γκιαπ, χωρίς αντιιμπεριαλισμό και Νέα Αριστερά, χωρίς Τσε Γκεβάρα και αντιαποικιοκρατικό κίνημα, χωρίς Νεαρό και Ώριμο Μαρξ. Ένα ανιστορικό γεγονός, μια αέναη επιστροφή του παρόντος, ικανή να επενδύσει οποιαδήποτε διαφημιστική ρεκλάμα. Παρόλα αυτά, ο Μάης υπήρξε, τόσο ως γαλλικό, όσο κι ως πλανητικό γεγονός. Και είναι εδώ, 50 χρόνια μετά, αναζητώντας, ιδίως, το υποκείμενο του εορτασμού.
Ο γαλλικός Μάης διήρκησε, συμβολικά, μερικές εβδομάδες. Ο ιταλικός, 17 χρόνια. Διότι, στην πραγματικότητα, τίποτα το σημαντικό δεν συνέβη τον Μάη του 1968 στην Ιταλία - τίποτα δεν άρχισε και τίποτα δεν τέλειωσε εκεί και τότε. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον εργατικό, τον φοιτητικό, τον μαθητικό, τον κινηματικό, τον πολιτιστικό ιταλικό Μάη, οφείλουμε να αναζητήσουμε διαφορετικές αρχές και τέλη, έστω και αν πρόκειται για συμβατικές ημερομηνίες. Ημερομηνίες που περικλείονται από τον Ιούνιο του 1960 ως τον Δεκέμβριο του 1977. Να σκάψουμε κάτω από την επιφάνεια των κοινών τόπων, των αναχρονισμών και των συκοφαντιών. Να πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων φράσεις όπως «τα μολυβένια χρόνια».
Και κυρίως, πρέπει να μετρήσουμε. Να μετρήσουμε χιλιάδες ώρες απεργιών, να μετρήσουμε δεκάδες νεκρούς και τραυματίες από τις επιθέσεις της αστυνομίας, των παρακρατικών και κρατικότατων (νέο)φασιστών, από «ορφανές» βόμβες, από τυχαία εκπυρσοκροτούμενες σφαίρες. Να μετρήσουμε την απόσταση που χωρίζει, σε πολλαπλά επίπεδα, την Ιταλία πριν και μετά από αυτή την δεκαεπταετία. Την Ιταλία της αρχής του «οικονομικού θαύματος», της δεκαετίας του 1960, όπου τα ψυγεία δεν στάθηκαν ικανά να ανακόψουν την ταξική πάλη, κι αυτήν του τέλους της παντοκρατορίας της Εκκλησίας, του Κομμουνιστικού Κόμματος, των συνδικάτων.
Ο ιταλικός Μάης είναι η αντίδραση σε μια τακτοποιημένη, προκαθορισμένη ζωή, όπου οι γιοί των εργατών θα πήγαιναν σε επαγγελματικές σχολές, για να γίνουν ειδικευόμενοι εργάτες, οι κόρες τους σε εμπορικές σχολές, για να γίνουν πωλήτριες σε καταστήματα, τα παιδιά των αστών σε γυμνάσια, για να διασφαλίσουν τη συνέχεια της άρχουσας τάξης· και, στα εργοστάσια, οι εργάτες θα αμείβονταν με χαμηλότατους μισθούς, προσφέροντας υψηλότατη παραγωγικότητα, εγγυώμενοι την εφαρμογή της «ιδεολογίας της (μεταπολεμικής) Ανοικοδόμησης».
Είναι η αντίδραση εναντίον των φραγμών, αλλά και των ορίων ενός πανεπιστημίου σχεδιασμένου για «λίγους και εκλεκτούς», την εποχή της μαζικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης. Εναντίον των κανονισμών εισαγωγής, παρακολούθησης και φοίτησης, εναντίον των καθηγητών - «βαρόνων», αλλά και εναντίον του ίδιου του περιεχομένου και των (όχι και τόσο) άρρητων σκοπών της παρεχόμενης εκπαίδευσης.
Ο ιταλικός Μάης, όμως, στρέφεται εναντίον των παγιωμένων μορφών συνδικαλιστικής διεκδίκησης και πάλης, εναντίον των ίδιων των συνδικαλιστικών φορέων της εποχής. Όχι μόνο των εργοδοτικών, αλλά και των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών. Μια εξέγερση εναντίον των συνδικαλιστικών εκπροσώπων, εναντίον της ίδιας της έμμεσης εκπροσώπησης, η οποία αντιτάσσει στο παρόν των αριστερών συνδικάτων το ίδιο τους το πρόσφατο (1943) και απώτερο (κόκκινη διετία) παρελθόν, επαναφέροντας, επαναορίζοντας μορφές εργατικού ελέγχου, και εφευρίσκοντας νέες. Εδώ, θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά, για τη σχέση των συνδικαλισμένων και εξειδικευμένων εργατών του βιομηχανοποιημένου, ήδη από τον 19ο αιώνα Βορρά, με τους, ανένταχτους συνδικαλιστικά, ανειδίκευτους, προερχόμενους από τον αγροτικό Νότο εσωτερικούς μετανάστες, για τη δημιουργία μιας νέας εργατικής συνείδησης, που δεν θέτει πια στο επίκεντρο την εργασιακή ηθική, αλλά και για την μεταλαμπάδευση μιας μακράς ιστορίας αγώνων και διεκδικήσεων. Ο ιταλικός Μάης, σε αντίθεση με τον γαλλικό, ήταν ιδιαζόντως εργατικός, αφήνοντας μια μεγάλη παρακαταθήκη πρακτικών, μορφών αυτοοργάνωσης, θεωρητικών κειμένων. Και βέβαια, άφησε την πιο προωθημένη εργατική νομοθεσία στον δυτικό κόσμο (Statuto dei lavoratori), τόσο προωθημένη που χρειάστηκαν πολλές κυβερνήσεις (δεξιές, κεντρώες, και κυρίως αριστερές) για να την ανατρέψουν.
Και είναι, φυσικά, η κληρονομιά της Αντίστασης. Λίγα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση, και την ελλιπή -ή, μάλλον, ανύπαρκτη- αποφασιστικοποίηση του κρατικού μηχανισμού και των θεσμών, με το πιο προωθημένο Σύνταγμα της εποχής, το οποίο, όμως, παραμένει ανεφάρμοστο, και με ακέραιη την νομοθεσία της φασιστικής Εικοσαετίας, η αίσθηση της ημιτελούς, ή και προδομένης Αντίστασης έβρισκε ευνοϊκό έδαφος - εδώ δεν βρισκόμαστε ενώπιον μιας συμβολικής δολοφονίας ενός φροϋδικού πατέρα, αλλά της συνέχισης και ολοκλήρωσης της κίνησης που αυτός άρχισε. Το τέλος της μεταπολεμικής ανακωχής, η οποία, βέβαια, δεν τηρήθηκε παρά μονομερώς, αποτελεί άλλο ένα τμήμα του ιταλικού Μάη. Το βαθύ κράτος το κατάλαβε αμέσως, κι αντέδρασε πολλαπλά, με κάθε μέσον, από δολοφονίες μέχρι «ορφανές» βόμβες σε δημόσιους χώρους και σχεδιασμούς για στρατιωτικά πραξικοπήματα, με την βοήθεια (και) της ελληνικής χούντας.
Η στρατηγική της έντασης και η επακόλουθη επικοινωνιακή μυθοποίησή της, επισκίασε, τελικά, την πολλαπλή ρήξη. Διότι, τίποτα δεν έμεινε ανέπαφο. Από την Εκκλησία (Don Milani, Κοινότητα της Μπαρμπιάνα) μέχρι τις καθημερινές, κοινωνικές σχέσεις: ας θυμηθούμε την νομιμοποίηση της άμβλωσης, του διαζυγίου, τη μεταρρύθμιση του Οικογενειακού Δικαίου, και, μάλιστα, ως κατακτήσεις ενός κινήματος από τα κάτω, συχνά σε αντίθεση ή υπό την χλιαρή επιδοκιμασία του ΚΚΙ. Από τον ίδιο τον τρόπο να κάνει κανείς πολιτική: η πανσπερμία των οργανώσεων στα αριστερά του ΚΚΙ, που την διαδέχθηκε ο γαλαξίας των τοπικών και θεματικών μικροομάδων της κοινωνικής αριστεράς, αλλά και η κατάρρευση των δύο ιστορικών κομμάτων της, του Κομμουνιστικού και του Σοσιαλιστικού.
Στην συμβολική αρχή του ιταλικού Μάη, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1960, δέκα εργάτες σκοτώνονται σε διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα, μετά την αναβολή του συνεδρίου του νεοφασιστικού κόμματος MSI στη Γένοβα, και πέφτει η κυβέρνηση Ταμπρόνι, η οποία στηριζόταν σε ψήφους νεοφασιστών και είχε παράσχει την άδεια διεξαγωγής του, σε μια πόλη η οποία δεν ήταν μόνο πρωτοπόρος στην Αντίσταση αλλά και είχε καταληφθεί για δυο μέρες από ένοπλους εργάτες και πρώην αντάρτες στις 25 Ιουλίου του 1948, μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Τολιάτι. 
Στο συμβολικό τέλος της περιόδου, το 1977, στην κόκκινη Μπολόνια, αύρες του στρατού διασχίζουν την κατειλημμένη οδό με τις πανεπιστημιακές σχολές, παρασύροντας τα οδοφράγματα των φοιτητών και, μαζί τους, ένα πιάνο. Όλα είχαν αλλάξει. Για να παραμείνουν ίδια.

Πηγή: Αυγή

Παρασκευή 25 Μαΐου 2018

Η άνοδος της βαρβαρότητας




του Γιώργου Ν. Οικονόμου

Από τα πιο ολέθρια σφάλματα του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα ήταν η συμμαχία με τη λαϊκιστική, εθνικιστική, θρησκευτική, συνωμοσιολογική Δεξιά του Πάνου Καμμένου (ΑΝ.ΕΛΛ.), συμμαχία που συνετέλεσε στη νομιμοποίηση αυτού του ρεύματος. Η νομιμοποίηση αυτή είχε ξεκινήσει με την κυβέρνηση συνεργασίας Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, που έδωσε υπουργικές θέσεις σε γνωστά στελέχη του ακροδεξιού ΛΑΟΣ (Γεωργιάδης και Βορίδης).
Εν συνεχεία, το ρεύμα νομιμοποιήθηκε από τον πρώην πρόεδρο της Ν.Δ. και πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος, απέχοντας ελάχιστα από αυτό, έδωσε επίσης ανώτατες θέσεις στα ίδια στελέχη και στον Μπαλτάκο. Τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ανίκανος και εγκλωβισμένος, επισφράγισε την «αναγκαιότητα» του ρεύματος ενσωματώνοντας στελέχη του στη Ν.Δ. και χρίζοντας τον Γεωργιάδη αντιπρόεδρο του κόμματος!
Από την άλλη, η εθνικιστική ρητορεία του σταλινικού ΚΚΕ, που συνεργάζεται χρόνια τώρα με τη Γαρυφαλλιά Κανέλλη και ευκαιριακώς με άλλα λουλούδια του εθνικιστικού-θρησκευτικού μπαξέ (όπως λ.χ. τον Ζουράρι, ο οποίος τώρα συνεργάζεται με τους ΑΝ.ΕΛΛ.), καθώς και η συμμετοχή στα εθνικιστικά συλλαλητήρια της ΛΑ.Ε., της ΚΟΕ και της Ζωής Κωνσταντοπούλου θολώνουν ακόμη περισσότερο το τοπίο. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν συνέχισε και επιβεβαίωσε τις προηγούμενες νομιμοποιήσεις του εθνικιστικού-θρησκευτικού ρεύματος, βάζοντας το κερασάκι στην τούρτα. 
Επιβεβαίωσε τη διαπίστωση των τελευταίων χρόνων για κρίση της αντιπροσώπευσης, των κομμάτων, των ιδεολογιών και για ρευστοποίηση των συνόρων μεταξύ Αριστεράς, Κέντρου και Δεξιάς. Αρα, το μέλλον προδιαγράφεται σαφώς: η Ακροδεξιά θα είναι μόνιμη κυβερνητική συνιστώσα, μειοψηφική σήμερα και πλειοψηφική αύριο, αφού από το 2010 διαδραματίζει σημαντικό ρόλο τόσο στον δημόσιο λόγο όσο και στις κομματικές και κυβερνητικές επιλογές.
Η νομιμοποίηση του εθνικιστικού ρεύματος ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1990, όταν όλα σχεδόν τα κόμματα συνεισέφεραν στην εθνικιστική υστερία με το Μακεδονικό, αργότερα στον εθνικιστικό-θρησκευτικό παροξυσμό υπέρ των Σέρβων σφαγιαστών των Βαλκανίων Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς, Μλάντιτς και στα συλλαλητήρια για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Οι παλαιότερες καταβολές του ανάγονται στο ιδεολόγημα της «εθνικοφροσύνης» του Εμφυλίου, του μισαλλόδοξου μετεμφυλιακού καθεστώτος, των Ανακτόρων και των δύο δικτατοριών.
Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα είναι εξαιρετικώς δύσκολη έως κρίσιμη σε όλους τους τομείς. Η βία εισβάλλει όλο και πιο πολύ στον δημόσιο βίο με κύριους υπευθύνους τις κυβερνήσεις, το Κοινοβούλιο, τη δικαστική εξουσία και οπωσδήποτε την αντιπολίτευση, την Εκκλησία και όλους εν γένει τους θεσμικούς παράγοντες που υποτίθεται ότι συντελούν στη διαμόρφωση και τη διατήρηση του κράτους δικαίου, της κοινωνικής ασφάλειας και ειρήνης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι άθλιες κομματικές ύβρεις εντός και εκτός Κοινοβουλίου και η ανικανότητα για κάθαρση στα ποικίλα σκάνδαλα. Επίσης η ακροδεξιά τρομοκρατία: πυρπόληση του κοινωνικού χώρου Libertatia, επίθεση σε άλλους αντίστοιχους χώρους και κυρίως η δολοφονική επίθεση στη «Φαβέλα» του Πειραιά εναντίον της δικηγόρου της οικογένειας του Παύλου Φύσσα από φιλοναζιστικά τάγματα.
Υπάρχει επίσης συνεχής βία στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, με τελευταίο παράδειγμα την εισβολή στο γήπεδο του οπλισμένου ιδιοκτήτη του ΠΑΟΚ. Καταλήψεις και βανδαλισμοί σε δημόσια κτίρια και εμπορικά καταστήματα. Θρησκευτική και φασιστική βία εναντίον θεατρικών παραστάσεων, εκθέσεων ζωγραφικής και έργων γλυπτικής. Καθεστώς δικαστικής και αστυνομικής ασυλίας στους παρανομούντες.
Ρατσιστικές και φιλοναζιστικές απόψεις μητροπολιτών που στρέφονται κατά μειονοτήτων και αθωώνονται από το δικαστήριο. Τελευταίο δείγμα, η προκλητική αθώωση του μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιου για το ρατσιστικό, φασιστικό, ομοφοβικό και μισαλλόδοξο κήρυγμά του. Τα γεγονότα αυτά δείχνουν ότι έχουν διαταραχθεί η εγγύηση των ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και η απόδοση δικαιοσύνης.
Αυτά συμβαίνουν σε μια άσχημη διεθνή συγκυρία, με μια κοινωνία διχασμένη, χωρίς συνεκτικό ιστό, παθητική και ανεκτική στη βία και την τρομοκρατία των μνημονίων, των απολύσεων, της ανεργίας, της διαρκούς περικοπής μισθών και συντάξεων, της φτωχοποίησης και επιρρεπή σε κάθε είδους εκφυλιστικά φαινόμενα, όπως η είσοδος στη Βουλή του Καμμένου, του Λεβέντη και των τραμπούκων νεοναζιστών.
Ταυτοχρόνως ένα μέρος της γοητεύεται από αγύρτες τύπου Αρτέμη Σώρα των 600 δισ. (!) και ένα άλλο, από τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τη συνωμοσιολογία των εθνικιστικών συλλαλητηρίων. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποτελείται από παραιτημένα, φοβισμένα, απογοητευμένα άτομα, λεηλατημένα από την επέλαση του καταναλωτισμού και του θεάματος, του εθνικισμού και της θρησκείας, βυθισμένα στον ατομικισμό και στην ιδιώτευση, πρόσφορα σε ακροδεξιά κηρύγματα. 
Μετά την εφησυχαστική και παραπλανητικά «ομαλή» περίοδο της Μεταπολίτευσης, η χώρα έχει εισέλθει σε μια περίοδο έντονης ανασφάλειας, φοβίας και κατάθλιψης, σε μια κατάσταση που προοιωνίζεται μια νέα βαρβαρότητα, η οποία ενδημούσε μέχρι το 1974. Η Ελλάς είναι υποψήφια σε μια ακροδεξιά στροφή η οποία θα επιφέρει ανυπολόγιστες καταστροφές, διότι υπάρχει μεγάλο έλλειμμα παιδείας, αγωγής, κουλτούρας και δημοκρατικής παράδοσης.
Τα φαντάσματα του παρελθόντος επανέρχονται και απειλούν την ομαλότητα με εκτροπή προς την παλαιόθεν οικεία βαρβαρότητα. Από τη στιγμή όμως που οι αρμόδιοι θεσμικοί παράγοντες και σύμπασα η Αριστερά όχι μόνο δεν αποτελούν εμπόδιο σε αυτήν τη στροφή αλλά την ευνοούν, τότε η μόνη ανάσχεσή της είναι ο διαφωτισμός, η αυτοάμυνα, η κοινωνική επαγρύπνηση και η κινητοποίηση. Οι καιροί ου μενετοί.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Πέμπτη 24 Μαΐου 2018

Είμαστε ρεαλιστές, ζητάμε το αδύνατο…




Ο φετινός Μάης ήταν γεμάτος προβληματισμούς κι αφιερώματα μνήμης για το Γαλλικό Μάη του ‘68. Εκείνον τον καιρό, το βασικό αίτημα των φοιτητών ήταν μια επαναστατική αλλαγή στην κοινωνία με δυο σημαντικά δικαιώματα, της ελεύθερης έκφρασης και του αυτοκαθορισμού, δηλαδή στο να μπορεί κάθε κοινωνικός άνθρωπος να αποφασίζει και να ελέγχει τη ζωή του ο ίδιος για τον ίδιο.
Έχοντας διαβάσει τις τελευταίες μέρες αρκετά κείμενα για τον Μάη του ’68, αναρωτήθηκα κατά πόσο είναι επίκαιρα τα αιτήματα των φοιτητών, οι οποίοι ζητούσαν μία κοινωνία ελεύθερη από δεινά κι απαιτούσαν την αποδυνάμωση του κατεστημένου που ελέγχει την πορεία της ανθρώπινης οντότητας. Η τότε νεολαία ήταν ενάντια στις δημόσιες σχέσεις που έχτιζαν εξουσίες και στο καθεστώς στέρησης κι εξάρτησης των κοινωνικών αναγκών. Η μεγάλη τους απογοήτευση ήταν η διασπασμένη κι εγωιστική Αριστερά ενώ τους προκαλούσε οργή η προώθηση των «νέων φιλοσόφων» που είχαν αντιμαρξιστικές απόψεις και προωθούνταν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ένας πνευματικός πόλεμος με αμερικανικούς σπόνσορες.
Είμαι βέβαιος πως τα παραπάνω στοιχεία μας φαίνονται τόσο σύγχρονα και γνώριμα, διότι τίποτα δεν άλλαξε εδώ και πενήντα χρόνια. Φταίει στο ότι κανείς δε προσπάθησε να στήσει μία εναλλακτική κοινωνία χωρίς αφεντικά κι εξουσιαστές που να ικανοποιεί τις ανάγκες όλων των ανθρώπων με δικαιοσύνη κι ισότητα. Το περίφημο σύνθημα «φαντασία στην εξουσία» έμεινε μία ουτοπία για να μας θυμίζει μία επανάσταση που δεν κατάφερε να ολοκληρωθεί παρ’ όλο που βοήθησε την κοινωνία να πάει μερικά βήματα μπροστά.
Υπάρχουν όμως λόγοι κι αφορμές για έναν νέο Μάη; Λίγο να κοιτάξουμε την επικαιρότητα κι έχοντας σε εγρήγορση το κριτικό μας πνεύμα, θα παρατηρήσουμε πως υπάρχουν πολλά μέτωπα που αξίζει να αντιμετωπίσουμε. Οφείλουμε να αμφισβητήσουμε το σύστημα που απαξιώνει τον άνθρωπο περιορίζοντάς του την ελευθερία και την προσωπικότητά του. Την ίδια ώρα, ο καταρρέον παγκόσμιος καπιταλισμός απειλεί με πολέμους, με αρκετούς απ’ αυτούς να βρίσκονται στη γειτονιά μας.
Το μεγαλύτερό μας όπλο είναι η αυτογνωσία κι η τόλμη μας. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να μετατραπούμε από βουβά πρόσωπα σε όντα που να μπορούν να συνειδητοποιήσουν την ενεργό ύπαρξή τους μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
Θα πουν κάποιοι πως αυτό θέλει πολύ προσπάθεια και δουλειά. Θα απαντήσω πως τα νέα κινήματα δε περιμένουν να ωριμάσουν οι συνθήκες. Όπως κανείς δεν περίμενε τον Μάη του ’68, έτσι απροετοίμαστους θα βρει αρκετούς ένας νέος Μάης…

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη 23 Μαΐου 2018

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Χάος (1984)



Ανακάλυψα την κινηματογραφική πορεία των αδελφών Ταβιάνι ανάποδα, μιας και η πρώτη τους ταινία που είδα ήταν το εξαιρετικό "Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει" στον κινηματογράφο Άστυ. Εκείνη τη χρονιά έκανα αρκετές ενθουσιώδεις συζητήσεις για τη συγκεκριμένη ταινία. Όμως σε κουβέντες που είχα με κινηματογραφόφιλους μεγαλύτερης ηλικίας, συναντούσα μία ελαφριά απογοήτευση. Σχεδόν όλοι μου έλεγαν πως είχαν λατρέψει τους αδελφούς Ταβίανι μέσα από τα αξεπέραστα αριστουργήματα τους που πλέον δε μπορούν ούτε οι ίδιοι να εγγίσουν. Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να συμφωνήσω με την άποψη αυτή. Αυτό όμως που δε περίμενα ήταν να συγκλονιστώ τόσο πολύ από το σημαντικότερό τους έργο, το "Χάος", το οποίο προκάλεσε μία απρόσμενη κι ανεξέλεγκτη εσωτερική δίνη.
Το "Χάος" είναι μία σπονδυλωτή ταινία πέντε διαφορετικών ιστοριών βασισμένων σε διηγήματα του Λουίτζι Πιραντέλλο. Με φόντο την άγρια ομορφιά της Σικελίας, παρακολουθούμε τον μόχθο και το δράμα κάποιων προσώπων που προσπαθούν να βρουν τα πατήματά τους και τον ρόλο τους στη ζωή. Μία μάνα προσπαθεί επίμονα δεκατέσσερα χρόνια να επικοινωνήσει με τους δυο γιους της που βρίσκονται μετανάστες στην Αμερική ενώ την ίδια στιγμή δεν αποδέχεται τον άλλο της γιο που βρίσκεται ακόμη στη Σικελία. Στη συνέχεια συναντάμε έναν νεαρό που κρύβει το περίεργο μυστικό του φοβούμενος πως δε θα βρει νύφη, μέχρι που παντρεύεται κι αποκαλύπτεται η κρυφή του πλευρά. Έπειτα ένας πλούσιος γαιοκτήμονας παγιδεύεται μες στη μισαλλοδοξία και την απληστία του, δυο ανθρώπινες αδυναμίες που εκφράζονται με τη μορφή ενός μεγάλου πιθαριού. Την ίδια περίοδο, ένα χωριό αναζητά τη δικιά του αξιοπρέπεια στο θάνατο αλλά και σο δικαίωμα να ριζώσει στα εδάφη που ανήκουν σ' έναν φεουδάρχη. Και τέλος ο επίλογος με τη συγκλονιστική συνάντηση του συγγραφέα με την νεκρή του μάνα. 


Ας τα πιάσουμε όμως όλα με τη σειρά. Η ταινία ξεκινάει με μία παγανιστική σκηνή στην ύπαιθρο της Σικελίας. Μία παρέα ανδρών βρίσκουν σε μια φωλιά ένα αρσενικό κοράκι να κλωσάει τα αυγά, κάτι που προκαλεί το χλευασμό τους. Αποφασίζουν να το τιμωρήσουν με έναν βάρβαρο τρόπο, στοχεύοντας το με τα αυγά που κλωσούσε. Ένας όμως από την παρέα το αφήνει ξανά ελεύθερο, αφού πρώτα του κρεμάσει ένα κουδούνι στο λαιμό. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, το κοράκι αποκτά έναν άλλο ρόλο καθώς μετατρέπεται σε καθοδηγητή που μας πηγαίνει από την μία ιστορία στην άλλη και μας πετάει από χωριό σε χωριό για να συναντήσουμε τα δράματα των ανθρώπων. Ένας ηθικός τιμωρός που επιδιώκει να ξεγυμνώσει τις αδυναμίες των ανθρώπων.
Όσο σκληρό είναι το ξεκίνημα της ταινίας, τόσο σκληρή είναι κι η πρώτη ιστορία. Στο ρόλο της μάνας συναντάμε μία μορφή επιβλητική και δυναμική. Μία γυναίκα που έζησε τη δική της τραγωδία κι αγωνίστηκε τόσο για τη δική της επιβίωση όσο και των παιδιών της. Όμως τα δυο της αγόρια παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς κι εκείνη για δεκατέσσερα χρόνια τους στέλνει το ίδιο γράμμα που υπαγορεύει σε μία συγχωριανή της να το γράψει. Το μεγάλο της παράπονο είναι πως οι γιοί της την έχουν ξεχάσει. Η γυναίκα όμως που της γράφει τα γράμματα είναι κι αυτή αναλφάβητη και γεμίζει τις σελίδες με ορνιθοσκαλίσματα. Όταν η μητέρα μαθαίνει για την απατεωνιά της, κατακλύζεται από χαρά διότι βρίσκει ένα βάσιμο λόγο για τον οποίον δεν έχει λάβει τόσα χρόνια γράμμα από την Αμερική. 
Η ιστορία εξελίσσεται στη μέση ενός άδειου υπαίθριου δρόμου. Εκεί συναντάμε τον πόνο του χωρισμού και της απώλειας. Κουβέντες λιτές και ταπεινές αλλά πλούσιες σε  συναισθήματα και συμβουλές. Ζευγάρια που χωρίζονται και γονείς που αποχαιρετούν τα παιδιά τους. Και μέσα εκεί ανακαλύπτουμε το μυστικό της μάνας και της ύπαρξης ενός ακόμη γιου, τον οποίον δε θέλει να βλέπει. Η ιστορία που κουβαλά γίνεται αμέσως και δικό μας βάρος. Το διακριτικό κλάμα του άλλου γιου δεν είναι τίποτα παραπάνω από την επιβεβαίωση πως κάποιες φορές η ιστορία γίνεται άδικη γι' αρκετούς ανθρώπους που δε φέρουν καμία απολύτως ευθύνη. 
Επίσης μου άρεσε πολύ η επίδραση των μεγάλων ιστορικών γεγονότων της Ιταλίας (Γκαριμπάλντι) με την μικρή ιστορία της μητέρας. Εκπληκτική η Μαργκαρίτα Λοζάνο στο ρόλο της μητέρας.
Οι άλλες δυο αφηγήσεις που ακολουθούν είναι πιο ανάλαφρες. Ο "Φεγγαροχτυπημένος" μου άρεσε περισσότερο καθώς ήταν ένα ποίημα πόνου για τους απαγορευμένους έρωτες. Παράλληλα με εντυπωσίασαν ο εσωτερικός χώρος του σπιτιού με τον υπέροχο φωτισμό που τόνιζε έντονα τις μορφές αλλά κι ο θεατρικός μονόλογος του ήρωα, ο οποίος κάθεται στο κέντρο της έρημης πλατείας κι εξιστορεί με έναν άκρως συγκινητικό και λυρικό τρόπο την ασθένειά του. Η επιληψία που του προκαλεί η πανσέληνος, υποδηλώνει την ανεξέλεγκτη επίδραση της φύσης στον ανθρώπινο νου. Μία εξαιρετική σπονδή στον παγανισμό που έχουμε πλέον ξεχάσει καθώς το σημερινό αστικό τοπίο έχει αποκόψει τον άνθρωπο από τη φύση. Κερδίζει γρήγορα τη συμπάθειά μας ο φεγγαροχτυπημένος Κλαούντιο Μπιγκάγκλι. 
Η τρίτη ιστορία δεν με ενθουσίασε ιδιαίτερα παρ' όλο που είχε μία έντονη σουρεαλιστική αύρα. Ένας πλούσιος γαιοκτήμονας αγοράζει ένα τεράστιο πιθάρι για να αποθηκεύσει το λάδι της χρονιάς. Όμως κάποιος του το σπάει. Αμέσως ζητάει τη βοήθεια ενός φημισμένου τεχνίτη. Οι δυο αυτές προσωπικότητες θα ρθουν σε μεγάλη ρήξη με μεγάλο ηττημένο τον πλούσιο. 
Το "Ρεκβιέμ" είναι η τέταρτη στη σειρά  ιστορία που αναφέρεται στις δύσκολες συνθήκες μιας άναρχης κοινότητας λίγα χιλιόμετρα πιο έξω από τη πρωτεύουσα ενός συμπλέγματος χωριών στη νότια Σικελία, την Ραγκούσα. Ένας πατέρας κατηφορίζει τα απότομα κατσάβραχα του τοπίου κουβαλώντας το φέρετρο του νεογέννητου παιδιού του για να το θάψεί στο νεκροταφείο της Ραγκούσα. Λίγους μήνες αργότερα, οι χωρικοί ξεσηκώνονται κι απαιτούν το δικό τους κοιμητήριο. Ο φεουδάρχης της περιοχής αρνείται την επιθυμία τους αυτή διότι φοβάται πως μ' αυτόν τον τρόπο οι "βάρβαροι" θα ριζώσουν στα χωράφια του. Το κράτος παίρνει το μέρος του κεφαλαίου αδιαφορώντας για την προστασία του ήθους και της αξιοπρέπειας μιας χούφτας ανθρώπων. Κατά την επιστροφή στο χωριό, παρατηρούμε την αγνή αγάπη των ανθρώπων απέναντι στη φύση αλλά και την αποτελεσματικότητα του πείσματος σε κάθε αγώνα δικαίου. 


Και τέλος έχουμε το εκπληκτικό επίλογο, όπου ο συγγραφέας επιστρέφει στο πατρικό του μετά από πολλά χρόνια. Ο θάνατος της μητέρας του θα τον αναγκάσει να επισκεφθεί τις ρίζες του. Το γαλήνιο σπίτι και τα τεράστια λεμόνια που εισχωρούν από κάθε παράθυρο, θα του ανασύρουν μνήμες του παρελθόντος. Το άδειο σαλόνι γεμίζει από την συγκινητική μελωδία "Cavatina L'ho perduta" του Μότσαρτ κι αμέσως ξεκινάει ένας ποιητικός διάλογος με το πνεύμα της μητέρας του. Εκείνη τη στιγμή βρίσκει την ύστατη ευκαιρία να της εξωτερικεύσει τους φόβους του για τη μνήμη και το θάνατο. Τα λόγια που ακούγονται έχουν μια σπάνια ζεστασιά. Η συγκίνηση κορυφώνεται όταν ο συγγραφέας εξηγεί στην μητέρα του τον λόγο που κλαίει. Πονάει που εκείνη δε μπορεί να τον σκέφτεται πια. Η μητέρα του τον αναιρεί με έναν άκρως οικείο τρόπο "αυτά που μου λες δεν τα καταλαβαίνω" και τον συμβουλεύει να "μάθει να βλέπει τα πράγματα με τα μάτια αυτών που δεν μπορούν να δουν πια...". 
Λίγο πριν κλείσουν τη κουβέντα τους, ζητάει από την μητέρα του να του περιγράψει τον ξεριζωμό της οικογένειάς της, φανερώνοντας την άγνωστη ανάγκη να αναζητούμε τις ρίζες μας αφού πρώτα έχουμε αποκοπεί απ' αυτές. Παρ' όλα αυτά η δύναμη της μνήμης εξακολουθεί να συγκινεί. Το να σκεφτόμαστε τους γονείς μας ως νέους, είναι ένας τρόπος απελευθέρωσης. Αναγνωρίζουμε και συγχωρούμε τις αδυναμίες τους και βουρκώνουμε στη σκέψη πως κάποτε κι εκείνοι υπήρξαν παιδιά. Κι εκεί είναι που ανοίγουμε τα χέρια και βουτάμε στη μαγεία και στα πλούτη των ανοιχτών οριζόντων. Εκπληκτικός για μία ακόμη φορά στο ρόλο του ο Όμερο Αντονούτι. 
Και οι πέντε ιστορίες αναπτύσσονται με αρχή, μέση και τέλος. Ο ρεαλισμός συνδυάζεται μαγικά με ποιητικές αποχρώσεις. Η προσθήκη του φανταστικού στην πραγματικότητα δίνεται με εντελώς νατουραλιστικό κινηματογραφικό τρόπο ενώ το σικελικό τοπίο αναδεικνύεται με εκπληκτικά πλάνα. Εντυπωσιάστηκα με τις λήψεις από ψηλά και συγκινήθηκα με τα πλάνα από το υπέροχο χωριό Ραγκούσα που είχα την τύχη να επισκεφθώ πέρσι. Οι χαρακτήρες και οι ιστορίες που παρουσιάζονται δένουν εντυπωσιακά με το άγριο τοπίο της Σικελίας. Κι όλα αυτά ντύνονται εξαιρετικά με την μουσική του Νίκολα Πιοβάνι.
Θα αποφύγω να κλείσω αυτήν την ανάρτηση με το συνηθισμένο τρόπο "αναζητήστε τη", "μη τη χάσετε" κ.ο.κ., κι αυτό διότι θέλω να τονίσω κάτι που ζω σπάνια. Το "Χάος" κατάφερε να βγάλω μέσα σε τρεις ώρες ότι με βάραινε εσωτερικά. Ο διάλογος της νεκρής μάνας με τον γιο της, υπήρξε η σπίθα μιας ανεξέλεγκτης έκρηξης του δικού μου χάους. Ένα ξέσπασμα που μ' έκανε να νιώσω καλύτερα. Θα μπορούσα κάλλιστα να χαρακτηρίσω την ταινία ως ένα υπέρτατο γιατρικό του συναισθηματικού και ψυχικού μας κόσμου.

Βαθμολογία: 10/10

Τρίτη 22 Μαΐου 2018

Το τρίκυκλο




του Χρήστου Καραγιαννίδη

Η επίθεση στον Γιάννη Μπουτάρη έφερε ξανά στην επιφάνεια την ύπαρξη μιας ακροδεξιάς, μιας φασιστικής πρακτικής που δυστυχώς δεν εξέλειπε από την Ελλάδα και κυρίως από την Θεσσαλονίκη. Η ιστορική διαδρομή της ακροδεξιάς και των φασιστών στη Βόρεια Ελλάδα είναι πλούσια σε αιματηρά γεγονότα. Τα περισσότερα εξ’ αυτών στο όνομα της πατρίδας αλλά και της εθνικής συνείδησης που υποτίθεται ότι ήταν μειωμένη στα θύματα των τραμπούκων και παρακρατικών.
Στη Βόρεια Ελλάδα καλλιεργείται από το σχολείο, από τον κοινωνικό περίγυρο, από την εκκλησία η εθνική ταυτότητα του υπερήφανου κι ανάδελφου λαού. Δεκαετίες επί δεκαετιών υπάρχει συνεχής αναφορά στις διώξεις των Ελλήνων που έχουν διαφορετικές καταγωγές από τις γείτονες χώρες. Σίγουρα, μια περιοχή όπως η Μακεδονία που έχει δεχθεί εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες από τον Πόντο, έχει ισχυρό το εθνικό συναίσθημα.
Τούτο όμως σίγουρα δε μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για τον εναγκαλισμό με εθνικιστικές και ναζιστικές οργανώσεις που δρουν στη περιοχή, πραγματικότητα όμως που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό.
Οι περισσότερες αν όχι όλες οι εκδηλώσεις που αφορούν ιστορικά και “ιστορικά” γεγονότα έχουν αναφορές αλλά και αφετηρία αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Βόρεια Ελλάδα. Η αποσιώπηση όμως κομματιών της ιστορίας και η μεγέθυνση άλλων, λειτουργούν ως διαστρεβλωτικός καθρέφτης της ιστορικής γνώσης. Η εθνική ιστοριογραφία συνεχίζει να είναι μία ιστορία καταγραφής νεκρών και αίματος και φυσικά μόνο της μιας πλευράς, κάτι που αυθόρμητα γεννά την αίσθηση της αδικίας ημών καθώς και της μόνιμης ενοχής του άλλου.
Η «πειραγμένη» ιστορία χρησιμοποιήθηκε από τη γένεση του ελληνικού κράτους (και όχι μόνο του ελληνικού) για να κατασκευάζονται με συνειδητό κι εύκολο τρόπο οι εχθροί του έθνους και ταυτόχρονα να χτίζεται και μια εθνική συνείδηση που δε μπορεί να ξεφύγει από την κρατούσα δεξιά ανάλυση των ιστορικών δεδομένων. Έτσι, λοιπόν, οι κομμουνιστές στις προπολεμικές και μεταπολεμικές δεκαετίες είχαν πάντα το άγος του «εθνοπροδότη» και του «εαμοβούλγαρου», κατηγορίες που αυτομάτως έθεταν τους αριστερούς πολίτες στο περιθώριο χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις. Αυτή η εθνικιστική παραγωγή λόγου σπίλωνε εν συνόλω τις αριστερές πολιτικές οργανώσεις και λειτουργούσε ως δικαιολογία ακόμα και για την δολοφονία πολιτικών προσώπων. 
Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και σίγουρα μετά τη δεκαετία του 1980 οι Γκοτζαμάνηδες σίγησαν, μιας και η αστική τάξη και οι πολιτικές εκπροσωπήσεις της δεν ένιωθαν κάποιο πολιτικό κίνδυνο από τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, που σε μεγάλο βαθμό υιοθετούσαν τις πολιτικές επιλογές των κυρίαρχων. Στα χρόνια όμως της κρίσης και με την ανάδειξη της ναζιστικής χρυσής αυγής σε ισχυρό πολιτικό πόλο, οι τραμπούκοι αναθάρρησαν. Αρωγός στην εθνικιστική αναγέννηση υπήρξε το μιντιακό καθεστώς αλλά και τα κόμματα της δεξιάς που ποτέ δεν άφηναν τα «εθνικά» ζητήματα ανεκμετάλλευτα.
Ξαναγυρνώντας στην επίθεση εναντίον του Μπουτάρη, λοιπόν, αυτό που φανερώνεται με τον πιο επικίνδυνο τρόπο είναι ότι αυτοί οι φασίστες δεν είναι πέντε γραφικοί που κυνήγησαν τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης. Είναι οργανωμένοι και συνεννοούμενοι τραμπούκοι, μερικοί εξ’ αυτών μάλιστα φορούν και ίδια μπλουζάκια, που περιμένουν το σήμα για την επίθεση. Η επίθεση αυτή καθαυτή έχει δολοφονικό χαρακτήρα και το μόνο που τη σταμάτησε από το να εξελιχθεί σε κάτι τόσο τραγικό ήταν η δημόσια θέα της και ο κίνδυνος των ποινικών ευθυνών που θα είχαν οι επιτιθέμενοι. Γι’ αυτό και οι πιο έμπειροι εκ των τραμπούκων σκεπάζουν το πρόσωπο τους κατά την εξέλιξη της επίθεσης. 
Όμως δε μπορεί να μη γίνει και μια αναφορά στον κόσμο που κοιτά απαθής το λιντσάρισμα και ίσως να χαίρεται σιωπηρά. Δε μπορεί να κλείσουμε τα μάτια στις αναρτήσεις στελεχών της ΝΔ στα κοινωνικά μέσα που επικροτούν την πράξη βίας. Δε μπορεί να μη στηλιτευτεί η προσπάθεια αντιστοίχισης της Marfin με το συγκεκριμένο περιστατικό. Παράλληλα, μόνο θλίψη μπορεί να προκαλέσει η άρνηση κατανόησης πως το αντίστοιχο περιστατικό με τον ξυλοδαρμό του κ. Κουμουτσάκου σε ανάλογη περσινή εκδήλωση, έγινε από παρόμοια ομάδα τραμπούκων και είχε τα ίδια ιδεολογικά χαρακτηριστικά.
Όλα τα παραπάνω συνηγορούν ότι πρέπει να υπάρξει μία σοβαρή προσπάθεια αντιμετώπισης αυτής της αναζωογονημένης ακροδεξιάς έκφρασης σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, ιδεολογικό, ιστορικό). Δε μπορεί να απειλείται κανείς και καμιά που εκφράζει οποιαδήποτε διαφορετική γνώμη για το Μακεδονικό, για τους Πόντιους, για την Ελλάδα. Δε μπορεί επίσης να γράφονται στα κοινωνικά μέσα προσβλητικά σχόλια ή ακόμα χειρότερα σχόλια που υποκινούν σε βία εναντίον προσώπων που απλά εκφράζουν διαφορετικές απόψεις. Σ’ αυτή τη προσπάθεια η δικαιοσύνη αλλά και αστυνομία δε μπορούν να είναι θεατές.

Πηγή: commonality.gr