Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

Ραβέννα, το μικρό Βυζάντιο της Ιταλίας



Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα επισκεφθώ την περίφημη Ραβέννα. Μια πόλη ξεχασμένη στις ανατολικές ακτές της Ιταλίας, χωρίς να ανήκει στην ομάδα των γνώριμων προορισμών αυτής της χώρας. Η σπουδαία πρωτεύουσα του άλλοτε βυζαντινού εξαρχάτου, βρίσκεται σε μια χρόνια νάρκη προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να προφυλάξει τους ανεκτίμητους βυζαντινούς θησαυρούς και τον τάφο του Δάντη από τις ενίοτε καταστρεπτικές ορδές των τουριστών.
Ο σιδηροδρομικός σταθμός που μας άφησε το πρωινό τραίνο βρίσκεται στα όρια της πόλης και μας καλωσόρισε με ένα δροσερό αεράκι προερχόμενο από την Αδριατική. Λίγοι επιβάτες κατεβήκαμε στον σταθμό και κινηθήκαμε προς την έξοδο του κτιρίου. Ο αριθμός των επισκεπτών ήταν τόσο μικρός που μεμιάς σκόρπισε στους γύρω δρόμους. Μόνο ένα γκρουπ ηλικιωμένων με κόκκινα καπελάκια είχε μείνει συγκεντρωμένο στην μικρή πλατεία του σταθμού κι άκουγε πειθήνια τις πληροφορίες που τους έλεγε μια χαριτωμένη ξεναγό. Τους προσπεράσαμε διακριτικά προσπαθώντας να ξεφύγουμε από την ταμπέλα του τουρίστα. Κι ενώ κινούμασταν με γοργό βήμα προς την κεντρική πλατεία της πόλης, μια εκκλησία που θύμιζε αρκετά σε αρχιτεκτονικό ύφος, τον Άγιο Δημήτριο της Θεσσαλονίκης, μας έκανε να κάνουμε μια μικρή στάση. Αναζητώντας την είσοδό της, συναντήσαμε μια μητέρα που είχε στήσει το παιδί της το οποίο είχε σύνδρομο down για να το φωτογραφίσει μπροστά από την περίτεχνη γοτθική αυλόπορτα του ναού. Περιμέναμε διακριτικά να απολαύσουν ανενόχλητοι την οικογενειακή τους στιγμή. Στη συνέχεια μαζί μ' αυτούς μπήκαμε κι εμείς μέσα στο ναό. Η Βασιλική του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, προσφορά της αυτοκράτειρας Γάλλας Πλακιδίας, θεωρείται πως είναι η παλαιότερη εκκλησία της πόλης. Ο ναός ισοπεδώθηκε ολοσχερώς από τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ξαναχτίστηκε μετά τη λήξη του.  Όσα ψηφιδωτά διασώθηκαν, χρονολογούνται από το 1216 κι αναφέρονται στην 4η σταυροφορία. Τα συγκεκριμένα σχέδια που παρατηρήσαμε μου φάνηκαν τόσο αφελή και παιδικά. Ίσως φταίει που ανυπομονούσα να δω τα αριστουργηματικά ψηφιδωτά του Αγίου Βιτάλιου και του Μαυσωλείου της Γάλλας Πλακιδίας.
Συνεχίσαμε τη βόλτα μας προς την Πιάτσα ντελ Πόπολο, φτάνοντας πάνω στην ώρα που η πλατεία άρχισε να σφύζει από κόσμο. Διάφορα ποδήλατα διέσχιζαν το πλάτωμα κι εξαφανίζονταν στα γύρω στενά ενώ οι καφετέριες άνοιγαν τις μεγάλες τους ομπρέλες για να υποδεχτούν τους πρώτους τους πελάτες. Επιλέξαμε να κάτσουμε σε ένα γωνιακό μπιστρό καθώς μας έκαναν εντύπωση τα κόκκινα καρέ τραπεζομάντηλα που χόρευαν στις απαλές ριπές του θαλασσινού αέρα. Μόλις κάτσαμε, ξεπρόβαλε μια νεαρή κοπέλα για να μας πάρει παραγγελία. Μελαχρινή, μέτριου αναστήματος, με παιχνιδιάρικο βλέμμα που ξεχείλιζε από μεσογειακή γοητεία. Μας καλημέρισε αλλά αμέσως το πρόσωπό της φώτισε κι αμέσως άρχισε να μου μιλάει για την φωτογραφική μου μηχανή. Στην αρχή δυσκολεύτηκα να καταλάβω τι μου λέει μέχρι που άκουσα το "τσίνκουε μίλλε". Αμέσως της έδειξα τη φωτογραφική μου μηχανή και της την πρόσφερα ευλαβικά. Η χαρά της ήταν μεγάλη και με σπαστά αγγλικά προσπάθησε να μου εξηγήσει πως είχε το ίδιο μοντέλο αλλά της χάλασε. Η ζεστή της συμπεριφορά και η βραχνή χροιά της φωνής της μας πρόσφερε μεμιάς ένα αίσθημα οικειότητας, σαν να κάτσαμε στο συνηθισμένο μας στέκι για καφέ.
Αφού απολαύσαμε το εσπρέσο μας και δοκιμάσαμε τα τοπικά μπριος που μας πρόσφεραν, κινήσαμε προς την Βασιλική του Saint Francis με την υπέροχη υπόγεια κρύπτη και τον τάφο του Δάντη. Ο σπουδαίος Ιταλός ποιητής αναπαύεται σήμερα σε ένα λιτό λευκό μαυσωλείο, σε ένα ήσυχο στενό δίπλα στην εκκλησία. Από την πόρτα του κτίσματος βλέπεις την γνώριμη μορφή του σε μια επιτύμβια ανάγλυφη πλάκα. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν πάρει τα οστά του και τα είχαν θάψει σε μια διπλανή τούμπα για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Σήμερα το πνεύμα του ευελπιστεί σε μια πλήρης κατάπαυση πυρών τόσο στην περιοχή του όσο και στην υπόλοιπη οικουμένη, καθώς η Κόλασή του ασφυκτιά από το πλήθος που έχει συσσωρευτεί.
Η βόλτα μας συνεχίστηκε μέχρι το Αρχιεπισκοπικό μουσείο της Ραβέννα. Εκεί κλείσαμε και το εισιτήριο για όλα τα αξιοθέατα της πόλης, ξεκινώντας την περιήγησή μας από το Αρχιεπισκοπικό Παρεκκλήσιο όπου συναντήσαμε τα πρώτα δείγματα των περίφημων ψηφιδωτών της πόλης. Στο προαύλιο της Αρχιεπισκοπικού Μουσείου βρίσκεται και το Νεώνιο Βαπτιστήριο (ή το Βαπτιστήριο των Ορθοδόξων) το οποίο θεωρείται το αρχαιότερο κτίσμα της πόλης καθώς είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του ως Ρωμαϊκό Λουτρό. Παρόλο που βρεθήκαμε στο μικρό του χώρο με ένα γκρουπ τουριστών, η μαγεία των ψηφιδωτών έσβησε κάθε επίγειο θόρυβο που προκαλούταν από μας. Στο κέντρο του θόλου δέσποζε η μορφή του Ιησού που βαπτιζόταν στον Ιορδάνη ποταμό ενώ περιμετρικά του ξεπηδούσε ένα χρυσό φόντο γεμάτο μορφές, φυτικά μοτίβα και σύμβολα. Τα χρώματα, το χρυσό φόντο κι οι λεπτομέρειες των μορφών, πρόσφεραν μια εξωπραγματική ατμόσφαιρα που μας γυρνούσε στα χρόνια του Βυζαντίου.
Εκστασιασμένοι συνεχίσαμε τις περιπλανήσεις μας στην πόλη, γνωρίζοντας πως τα όμορφα σημεία της Ραβέννα ακόμη μας περιμένουν να τα ανακαλύψουμε. Επόμενη στάση η  Βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου του Νέου, κτίσμα του 5ου αι. μ.Χ. Εκεί παρατήρησα τα περίεργα στρογγυλά καμπαναριά της πόλης. Ένα ύφος που δεν έχω συναντήσει κάπου αλλού. Αρκετά ψηλά για το μέγεθος των ναών κι άλλες φορές να μη δείχνουν τόσο ταιριαστά με τη πρόσοψη των οικοδομημάτων. Στο εσωτερικό του μας περίμενε μία ακόμη έκπληξη, καθώς ολόκληρος ο διάκοσμος βασιζόταν στη γοητεία της ψηφίδας. Μια ζωφόρος κάλυπτε και τις δυο αντικριστές εσωτερικές επιφάνειες του ναού, με υπέροχους αγγέλους μαζί με την επιβλητική μορφή του Ιησού και την γλυκιά υπόσταση της Παναγιάς καθώς κι άλλες μορφές που δεν κατάλαβα σε ποια ιστορικά ή θρησκευτικά πρόσωπα αντιστοιχούσαν. Ο ναός ήταν γεμάτος κόσμο που περιφερόταν ανάμεσα στις κολώνες με το κεφάλι ψηλά, μαγεμένος από την ομορφιά αυτής της τόσο ιδιαίτερης και σπάνιας τέχνης. Μάλιστα αρκετοί αναπαύονταν στις καρέκλες που είχαν στηθεί σε διάφορα σημεία του ναού για να παρατηρήσουν με περισσότερη άνεση τις ψηφιδωτές μορφές που αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια τους.
Το σημαντικότερο όμως μνημείο της πόλης είναι η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου, κτίσμα του 6ος αι. μ.Χ. Η Βασιλική του Αγίου Βιταλίου είναι ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα της παλαιοχριστιανικής Βυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής στη δυτική Ευρώπη. Η κατασκευή της ξεκίνησε το 527, όταν η Ραβέννα ήταν υπό την εξουσία των Οστρογότθων και ολοκληρώθηκε το 546 επί του Βυζαντινού Εξαρχάτου της Ραβέννας. Είναι περισσότερο γνωστή για τον πλούτο των Βυζαντινών ψηφιδωτών της, τα μεγαλύτερα και καλύτερα διατηρημένα εκτός Κωνσταντινούπολης. Η εκκλησία είναι τεράστιας σημασίας για τη Βυζαντινή τέχνη, καθώς είναι η μόνη μεγάλη εκκλησία από την περίοδο του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ που σώζεται ουσιαστικά ανέπαφη μέχρι σήμερα. Ακόμη πιστεύεται ότι απεικονίζει το σχέδιο της Αίθουσας Ακροάσεων του Βυζαντινού Αυτοκρατορικού Ανακτόρου (Χρυσοτρίκλινο). Πόσα χρώματα, πόσες μορφές, ο Ιησούς χωρίς μούσι να κάθεται πάνω στο θρόνο και οι μορφές του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας να κοιτούν με μια έπαρση όσους στέκονται από κάτω για να τους θαυμάσουν. Μείναμε αρκετή ώρα μέσα στο ναό, παρατηρώντας την κάθε λεπτομέρεια. Εκστασιαζόμουν με την εναλλαγή των χρωμάτων που έδιναν την εντύπωση πως παρατηρούσα κάποιον ζωγραφικό πίνακα κι όχι ψηφιδωτά. Η ατμόσφαιρα του ναού, το λιγοστό φως που έμπαινε από τα ημιδιάφανα παράθυρα που καλύπτονταν με λεπτά κομμάτια μαρμάρου και η απόλυτη σιωπή των επισκεπτών, πρόσφεραν μια συγκινητική αρμονία που έχω συναντήσει μόνο στον Όσιο Λουκά της Βοιωτίας και στην Νέα Μονή της Χίου. Μια μυσταγωγία που δεν με άφηνε να φύγω από κει μέσα.
Όμως στο Μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας η μαγεία ήταν ακόμη πιο έντονη. Ένα βαρύ πέπλο εμπόδιζε το φως της μέρας να διεισδύσει στο εσωτερικό του κτίσματος. Οι αποστάσεις των επισκεπτών με τα ψηφιδωτά ήταν πιο μικρές κι αυτό έδινε την δυνατότητα να 'ρθούμε πιο κοντά με τη συγκεκριμένη τέχνη. Παρατηρούσα εκστασιασμένος τις λείες επιφάνειες των ψηφίδων και τις χρωματικές εναλλαγές που γινόντουσαν τόσο αρμονικά. Αποσβολωμένος επικεντρωνόμουν και στη πιο μικρή λεπτομέρεια. Κάθε μορφή, κάθε αντικείμενο ακόμη κι η κάθε ψηφίδα μόνη της, φανέρωνε το μεράκι αυτών των καλλιτεχνών που τα φιλοτέχνησαν πριν τόσους αιώνες.
Το απόγευμα μας βρήκε στο πάρκο που βρίσκεται το Μαυσωλείο του Θεοδώριχου. Το Μαυσωλείο χτίστηκε από τον ίδιο τον βασιλιά το 520 για να γίνει ο μελλοντικός του τάφος. Τα λείψανά του όμως απομακρύνθηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο, για να μετατραπεί το μαυσωλείο σε παρεκκλήσι. Με τα χρόνια το κτίσμα καλύφθηκε από τις προσχώσεις ενός γειτονικού ποταμιού κι αποκαλύφθηκε ξανά στα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα βρίσκεται στη καρδιά ενός όμορφου και καθαρού πάρκου, όπου βρήκαμε πολλές παρέες να απολαμβάνουν την απογευματινή τους χαλάρωση κάτω από τα δέντρα και σε ένα μικρό καφέ που είχε στηθεί στο βάθος. Παραμένοντας μαγεμένοι από τα ψηφιδωτά που θαυμάζαμε όλη τη μέρα, αποφασίσαμε να πιούμε το απογευματινό μας καφέ εκεί και να μαζέψουμε δυνάμεις για μια τελευταία βόλτα στην πόλη.
Κατά το σούρουπο επιστρέψαμε ξανά στην Πιάτσα Ντελ Πόπολο. Τα φώτα της πόλης είχαν ανάψει δίνοντάς της μια τελείως διαφορετική αύρα. Η πλατεία, τα καφέ και οι γύρω δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο, κυρίως κατοίκους της πόλης. Φαινόταν στο περπάτημά τους και στην άνεση που είχαν με το χώρο γύρω τους. Στα μάτια τους διέκρινα μία ιδιαίτερη αγάπη για τον τόπο τους. Μια καλοσύνη κι έναν σεβασμό που συνήθως συναντά κανείς σ' αυτές τις μικρές και μη τουριστικές πόλεις που αισθάνονται πως έρχονται σε δεύτερη μοίρα όταν η υπόλοιπη χώρα σφύζει από τουριστικούς προορισμούς. Κι η Ραβέννα είναι μια απ' αυτές τις πόλεις.
Επιστρέφοντας προς το τραίνο, έριξα μια ματιά στον νυχτερινό ουρανό. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τα άστρα σαν μικρές ψηφίδες, κολλημένες πάνω στον ουράνιο θόλο. Αμέσως θεώρησα πως ήταν ένα ξεχωριστό δώρο που μου πρόσφερε η Ραβέννα για να τη θυμάμαι.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Φερράρα, η διακριτική αναγεννησιακή ομορφιά



Η πρωινή ομίχλη που κυριαρχούσε στην ύπαιθρο της Εμίλια-Ρομάνα είχε αγκαλιάσει τα μουντά προάστια της Φερράρα που μεσολαβούσαν κατά τη διαδρομή μας από το σιδηροδρομικό σταθμό  στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Εκείνο το πρωινό κατέβηκαν μαζί με μας κι αρκετοί φοιτητές. Μάλιστα ένας κουβαλούσε από την Μπολόνια μια τεράστια μακέτα. Σχέδια κι όνειρα αποτυπωμένα σε συγκολλημένα κομμάτια που είχαν κοπεί από φθηνές χαρτόκουτες.
Μια μεγάλη για το μέγεθος της πόλης λεωφόρος μας έβγαλε στο Καστέλο Εστένσε όπου μια βαθιά κι ανοιχτή τάφρος προστάτευε τα θεόρατα τείχη με τους ψηλούς πύργους. Το κόκκινο χρώμα των παραθύρων μας ταξίδευε κατευθείαν στις μέρες του ιταλικού μεσαίωνα. Σου δινόταν η εντύπωση πως μες στην ομίχλη θα ξεπροβάλλουν τα άλογα ορμώμενα προς την πύλη του φρουρίου. Η κατασκευή του συγκεκριμένου οχυρό δεν είχε κάποιον αμυντικό χαρακτήρα καθώς οι εχθροί της πόλης είχαν λιγοστέψει. Ήταν δημιούργημα της οικογένειας του Μαρκήσιου Νικολό Β' Ντ' Εστέ για να προφυλάσσει τους ευγενείς συγγενείς του από την οργή του λαού. Αφορμή για την κατασκευή του υπήρξε ο ξεσηκωμός των κατοίκων της πόλης στις 3 Μαΐου του 1385 εξαιτίας των πλημμυρών αλλά και των φόρων που τους είχαν εξουθενώσει. Αφού πολιόρκησαν την παλιά έδρα των ευγενών της πόλης, τα έβαλαν με τον Τομάσο Ντα Τορτόνα θεωρώντας τον υπεύθυνο για τα δεινά που είχαν υποστεί. Η οργή του πλήθους ήταν τόσο έντονη που έθετε σε κίνδυνο όλα τα μέλη της αριστοκρατικής οικογένειας. Αμέσως τότε δόθηκε διαταγή να κληθεί σε δυσμένεια ο Τομάσο, ο οποίος αφού εξομολογήθηκε και μετάλαβε, παραδόθηκε στο πλήθος, που κυριολεκτικά τον έκανε κομμάτια. Για να αποφύγουν αντίστοιχο κίνδυνο σε επόμενες εξεγέρσεις, χτίστηκε το Καστέλο Εστένσε πάνω στα παλιά τείχη της πόλης. Υψώθηκαν νέοι πύργοι και στήθηκαν εναέριες γέφυρες που πρόσφεραν περισσότερη ασφάλεια στους ενοίκους του. Με τον καιρό, χτίστηκαν κι άλλα διαμερίσματα εντός του καθώς το φρούριο τέθηκε σε οριστική αμυντική αχρηστία. Η σημερινή του όψη προέρχεται από την τελευταία ανακαίνιση του κάστρου που πραγματοποιήθηκε μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά. Οι τελευταίες καταστροφές που υπέστη ήταν από τους βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και το σεισμό του 2012. Οι επιδιορθώσεις από τον πόλεμο άργησαν να πραγματοποιηθούν καθώς έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να υλοποιηθεί το πρόγραμμα "Το Κάστρο για την Πόλη" το οποίο ολοκλήρωσε τις σωστικές επεμβάσεις το 2006.
Ωστόσο αυτός ο σεισμός άφησε πολλές πληγές πίσω του, οι οποίες δεν έχουν επουλωθεί ακόμα. Πολλά ιστορικά κτίρια παρέμεναν κλειστά κι άλλα καλυμμένα με σκαλωσιές όπως η περίτεχνη πρόσοψη του Καθεδρικού την οποία δυστυχώς δεν είχαμε την δυνατότητα να θαυμάσουμε. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρκεστούμε στα γραφικά σοκάκια της πόλης.
Από το φρούριο Εστένσε κατηφορίσαμε στην εβραϊκή συνοικία. Ένας ζωντανός πεζόδρομος γεμάτος καφετέριες και μικρά καταστήματα, μας καλημέριζε καθώς βαδίζαμε προς την παλιότερη οδό της πόλης, την Via delle Volte. Μακριά από τους θορύβους της πόλης και τα κορναρίσματα, και περιπλανώμενοι από πέτρινα ντουβάρια και τοξωτές καμάρες με μικρά παραθυράκια, ταξιδέψαμε πίσω στο χρόνο. Ο ήλιος που είχε ήδη πάρει ύψος, ξεχυνόταν πάνω από τα κεραμίδια, δημιουργώντας μια ονειρική ατμόσφαιρα καθώς οι ακτίνες του έσπαγαν τα τελευταία ίχνη της ομίχλης. Μικρές γλαστρούλες με πολύχρωμα λουλούδια έσπαγαν την κυριαρχία της πέτρας ενώ τα παρκαρισμένα ποδήλατα έξω από τις πόρτες χρησίμευαν ως διακοσμητικά στοιχεία για φωτογραφίσεις.
Η πόλη ξυπνούσε σιγά σιγά. Η γειτονιά με το πανεπιστήμιο γέμιζε φωνές φοιτητών ενώ κοντά στα μεσαιωνικά τείχη είχαν απλώσει τις πραμάτειες τους διάφοροι περιπλανώμενοι έμποροι.
Εισχωρώντας στη ροή του κόσμου μπαίνοντας διακριτικά στη καθημερινότητά τους. Με αυτόν τον τρόπο θαυμάσαμε τα πιο καλοδιατηρημένα μεσαιωνικά τείχη της Ιταλίας και περάσαμε κάτω από τις μεγάλες πόρτες που συνέδεαν κάποτε την πόλη με την υπόλοιπη χώρα.
Ακολουθώντας μια παρέα φοιτητών φτάσαμε στο Παλάτσο Ντέι Ντιαμάντι το οποίο ξεχωρίζει με την κατάλευκή του πρόσοψη απ την οποία προεξέχουν τριγωνικές κορυφές που δίνουν το σχήμα πολλών παραταγμένων διαμαντιών. Η περιέργειά μας όμως μας οδήγησε λίγο ακόμη πιο πάνω, όπου βρίσκεται ο San Cristoforo alla Certosa, ένα πανέμορφο μοναστηριακό συγκρότημα το οποίο σήμερα λειτουργεί ως νεκροταφείο. Ο πανύψηλος ναός, κλειστός λόγω αποκαταστάσεων, λειτουργούσε ως φρουρός των ψυχών που αναπαύονται στη σκιά του. Οι στοές και τα γύρω κτίσματα κουβαλούν μια αιώνια ήρεμη αρμονία που δημιουργούν την ανάγκη στο να περιπλανηθούν οι επισκέπτες άσκοπα στα καταπράσινα μονοπάτια του νεκροταφείου.
Κατά το απόγευμα επιστρέψαμε στην κεντρική πλατεία, κουρασμένοι από το ολοήμερο περπάτημα στην πόλη. Ήταν η στιγμή που στα γύρω στενά κυριαρχούσαν με τη μουσική τους τα μπαράκια, προσκαλώντας κατοίκους κι επισκέπτες να απολαύσουν τη βραδιά τους εκεί. Μέσα σ' αυτά ανήκει και η παλιότερη μπυραρία του κόσμου που είχε ξεκινήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της από το 1435, η Al Brindisi. Αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό εικόνες που πιθανότατα εκτυλίχθηκαν εκεί τρία χρόνια μετά το άνοιγμά της. Μέσα σ' αυτό το μικρό μπαράκι να βρίσκονται μαζεμένοι Ιταλοί κι Έλληνες διανοητές συζητώντας για την Σύνοδο της Φερράρα, της οποίας οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν στον Καθεδρικό του Αγίου Γεωργίου.
Λίγο πριν την έλευση της νύχτας, απολαύσαμε ένα εντυπωσιακό ηλιοβασίλεμα από τα μεσαιωνικά τείχη και θαυμάσαμε ένα βαρύ μπλε πέπλο που σκέπασε τις οροφές των σπιτιών λίγο πριν μαυρίσει για τα καλά ο ουρανός. Τα ερυθρά φώτα των δρόμων, αναβίωναν κατά έναν περίεργο τρόπο τις μεσαιωνικές νύχτες της Φερράρα, δίνοντας τη ψευδαίσθηση πως ανά πάσα στιγμή από κάποιο στενό θα ακουστούν καλπασμοί ή θα εμφανιστούν φιγούρες τους παρελθόντος.
Επιστρέφοντας προς τον σταθμό, η πόλη άρχισε σταδιακά να κρύβεται μέσα στο σκοτάδι, σαν να προσπαθούσε να σβήσει την αδιάφορη όψη της, δίνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την δυνατότητα στους επισκέπτες να κρατήσουν μόνο την μεσαιωνική αύρα του ιστορικού της κέντρου.
Έφυγα από την Φερράρα με μια μικρή πίκρα. Από την μια γνωρίσαμε μια πανέμορφη καλοδιατηρημένη πόλη αλλά από την άλλη τα σημαντικότερα στολίδια της ήταν κρυμμένα στις σκαλωσιές. Ίσως αυτό να γίνει αφορμή για μια ακόμη μελλοντική επίσκεψη στη συγκεκριμένη πόλη. 

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Στα μισά της τέταρτης δεκαετίας...


Το 34 έτος μου ξεκίνησε με την απώλεια ενός δικού μου προσώπου (ακολούθησαν άλλες τρεις απώλειες) κι ολοκληρώνεται με ένα εκνευριστικό συνάχι που κρατάει τρεις μέρες τώρα. Κάπως έτσι ασθμαίνοντας και τρεκλίζοντας πορεύτηκα στις 365 μέρες του. Εν ολίγοις κλείνει ένας από τους χειρότερους (ίσως ο χειρότερος) ετήσιους κύκλους. Γονάτισα, απογοητεύτηκα, πήρα λίγες ανάσες, προσπάθησα να ορθοποδήσω αλλά και πάλι κάτι συνέβαινε και παραδινόμουν. Πολλές φορές σκέφτηκα να τα παρατήσω και να απομονωθώ μέχρι να περάσει η ανηλεής καταιγίδα που μ' έπληξε. Όμως δεν είναι της φύσης μου να κρατάω μια παθητική στάση απέναντι σε κάθε πρόβλημα. Πείσμωσα, πάλεψα και τα πρώτα φωτεινά σημάδια άρχισαν να εμφανίζονται στο λυκόφως του ατομικού μου ετήσιου κύκλου.
Φτάνοντας λοιπόν στα μισά της τέταρτης δεκαετίας μου, αισθάνομαι πως βρίσκομαι σε ένα ακόμη κομβικό σημείο αλλά όχι καθοριστικό, καθώς κάθε μέρα είναι από μόνη της μια αφορμή να αναθεωρήσουμε σκέψεις, στάσεις και συμπεριφορές. Όμως τα 35 είναι κι η καρδιά της ενεργής μας ζωής. Οφείλουμε ως τότε να χουμε στήσει τις κατάλληλες βάσεις που θα μας στηρίξουν από τώρα και στο εξής. Στην ερώτηση λοιπόν αν έχω στήσει αυτές τις βάσεις, θα απαντούσα αβίαστα πως δεν ξέρω, κι αυτό διότι δε μπορώ να διαχωρίσω τα "πρέπει" με τα "θέλω". Αυτό μου προκαλεί σύγχυση που καλό είναι να κατασταλάξει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται ηρεμία και χρόνος και το κυριότερο λίγη νοητική ανάπαυση.
Χρειάζομαι ένα ησυχαστήριο και την ανάγκη να αφιερώνω μέσα σ' αυτό λίγο χρόνο σιωπής και μοναχικότητας στον εαυτό μου. Το καλό είναι πως το ησυχαστήριο βρέθηκε οπότε πλέον αφήνομαι στο χρόνο και στον ήλιο να επουλώσουν κάθε μου πληγή και να φωτίσουν το νέο μου μονοπάτι.
Καλώς ήρθε λοιπόν το τριάντα πέντε.
Ελπίζω να είναι λιγότερο αυστηρό και σκληρό μαζί μου.  

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Ο Διερμηνέας



Μετά από ένα κενό δύο σχεδόν βδομάδων επισκέφθηκα ξανά τις σκοτεινές αίθουσες για να απολαύσω ένα φεστιβαλικό διαμαντάκι, το οποίο κι αυτό μας συστήθηκε διακριτικά και ταπεινά. Ο Διερμηνέας που προβάλλεται μόνο σε Άστυ και Πτι-Παλαί, είναι ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό δυο ηλικιωμένων ανθρώπων που αποφασίζουν μαζί να σκαλίσουν το παρελθόν προσπαθώντας να φτάσουν στο σημείο που οι διαφορετικές τους ιστορίες είχαν αλληλεπιδράσει. Μνήμες, συζητήσεις, συγκινήσεις, πόνος αλλά και σεβασμός, δένουν όμορφα στα καταπράσινα πλάνα που προσφέρει η ύπαιθρος της Σλοβακίας.
Χωρίς χρονοτριβές, ο σκηνοθέτης μας τοποθετεί κατευθείαν στην ουσία της ιστορίας. Ένας υπέργηρος μεταφραστής επισκέπτεται την Βιέννη για να βρει και να δολοφονήσει έναν αξιωματικό των SS που εκτέλεσε τους γονείς του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τελικά όμως συναντάει τον γιο του, έναν σχεδόν συνομήλικό του άνδρα, ο οποίος διατηρεί ένα νεανικό κι ανέμελο ύφος. Η πρώτη τους συνάντηση θα έχει επεισοδιακή κατάληξη. Όμως θα σταθεί αφορμή για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης φιλίας που θα τους οδηγήσει στην σλοβακική ενδοχώρα μετά την απόφαση του Αυστριακού να ανακαλύψει τη δολοφονική δράση του πατέρα του σε μια κατεχόμενη χώρα.
Περιπλανώμενοι από πόλη σε πόλη θα συναντήσουν διάφορους ανθρώπους που ο καθένας κουβαλάει τη δική του ιστορία, άλλες φορές ενδιαφέρουσα κι άλλες παγερά αδιάφορη. Μέσα σ' αυτούς θα συζητήσουν και με απογόνους προσώπων που συμμετείχαν στα σημαντικά γεγονότα του πολέμου. Το τελικό συμπέρασμα που βγαίνει μετά από μια σειρά διαλόγων κι αποκαλύψεων είναι πως οι πληγές όχι μόνο δεν έχουν κλείσει αλλά εξακολουθούν να στοιχειώνουν και τις επόμενες γενιές. Μαζί με τον πόνο κληρονομείται άτυπα κι η ενοχή. Όταν ρωτάνε τον υπέργηρο μεταφραστή, τι δουλειά έχει με έναν ναζί, εκείνος θα υπερασπιστεί τον νέο του φίλο με τα επιχειρήματα πως δεν υποστηρίζει τις ιδέες του πατέρα του και πως δεν γνωρίζει τις φρικαλεότητες του πράξεών του.
Το σημαντικότερο για μένα στοιχείο της ιστορίας είναι οι διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες των δυο πρωταγωνιστικών προσώπων. Οι δυο ηλικιωμένοι φίλοι εκπροσωπούν επιτυχώς δυο κοινωνικές ομάδες που πορεύονται στην ίδια γραμμή με διαφορετική όμως ταχύτητα. Από την μια έχουμε τους φύλακες της μνήμης που προσπαθούν να περισώσουν ότι έχουν συλλέξει απ'το παρελθόν έπειτα από θυσίες αρκετών όμορφων στιγμών και χαρών από την καθημερινότητά τους κι από την άλλη έχουμε ένα παράδειγμα της κοινωνίας που χάνεται στην άχρωμη κι απρόσωπη μάζα λόγω άγνοιας κι αδιαφορίας. Ζουν ξέφρενα προσπαθώντας να καλύψουν το ενοχικό τους σύνδρομο και να κρυφτούν από ένα παρελθόν που τον κυνηγά. Είναι άραγε η δειλία ή η ευθυνοφοβία που του αποτρέπει να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα; Όταν όμως κάποιοι παίρνουν την απόφαση να κοιτάξουν πίσω, γνωρίζουν πολύ καλά πως γυρισμός δεν υπάρχει. Η ζωή που μέχρι πρότινος έκαναν γκρεμίζεται κάτω από τα πόδια τους κι ένας νέος κόσμος ξεπροβάλλει. Πιο σκληρός, πιο ειλικρινής αλλά σίγουρα πιο αληθινός. Στη συγκεκριμένη ιστορία παρακολουθούμε το γκρέμισμα ενός υλιστικού κόσμου και την αναγέννηση μιας νέας προσωπικότητας.
Με σταθερά βήματα ξεσκεπάζεται το μαρτυρικό παρελθόν των κατατρεγμένων κατοίκων της Σλοβακίας από τους ναζί μέσα από ντοκουμέντα, φωτογραφίες, τα κείμενα από την αλληλογραφία πατέρα-γιου αλλά κι από τις μαρτυρίες απογόνων. Εβραίοι που σφάχτηκαν, Σλοβάκοι που εκτελέστηκαν επειδή προστάτευσαν άμαχους συνανθρώπους τους και πολιτοφύλακες που κάρφωναν για να συγκεντρώσουν τον πλούτο των κατατρεγμένων.
Τα λόγια που ακούγονται σε πολλούς διαλόγους είναι τρυφερά κι ανθρώπινα, σπάζοντας τις σκληρές αποκαλύψεις που ξεπηδούν. "Τελικά τι είναι πιο δύσκολο; Να είσαι γιος θύματος ή δολοφόνου;" ρωτάει ο Αυστριακός την κόρη του διερμηνέα φίλου του, μετά από δική της λεκτική επίθεση. "Όλοι οι τότε φίλοι μου έχουν πια πεθάνει. Δεν έχω κανέναν για παρέα" ομολογεί με πόνο ένα γεροντάκι που υπήρξε εκείνα τα χρόνια πολιτοφύλακας αποκτώντας μια πλούσια περιουσία από τους Εβραίους που εκτελέστηκαν. "Τους έβλεπα να τους τουφεκίζουν και πονούσα αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι". Μπορεί η φωνή του να είναι αθώα αλλά δεν διακρίνεται κάποιο ίχνος μεταμέλειας. Η συγχώρεση όμως έρχεται από τον Σλοβάκο διερμηνέα που ενώ πονάει μ' αυτά που ακούει εξακολουθεί να τον ταΐζει ευλαβικά στο στόμα.
Πέρα από τις αποκαλύψεις που γίνονται σταδιακά, ο σκηνοθέτης προσπάθησε να προσθέσει κι αρκετούς συμβολισμούς στο έργο του. Κάποιοι ήταν καλοί αλλά σε αρκετούς προσέδωσε περισσότερο μελό απ' όσο χρειαζόταν, μ' αποτέλεσμα να τους κάψει. Όμως μια σκηνή με συντάραξε πολύ. Κάπου στα μισά του ταξιδιού, οι δυο φίλοι τσακώνονται κι ο διερμηνέας αποφασίζει να επιστρέψει στη Μπρατισλάβα. Ο Αυστριακός τον προλαβαίνει στον σταθμό και του εκμυστηρεύεται ένα κομμάτι του παρελθόντος του. Είναι το πρώτο του άνοιγμα κι η αρχή του προσωπικού του ταξιδιού προς την αυτογνωσία. Ο διερμηνέας ενώ είναι αποφασισμένος να φύγει, θα μαλακώσει όταν το βλέμμα του πέφτει πάνω σε δυο μαυροφορεμένες γυναίκες, φαντάσματα του παρελθόντος που προσπαθούν να τον πείσουν πως ο ρόλος του σ' αυτό το ταξίδι είναι σημαντικός. Αυτά τα πρόσωπα του έδωσαν τη δύναμη και την όρεξη που χρειαζόταν για να συνεχίσει.
Οι ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές κι η χημεία που σχηματίζεται μεταξύ τους σπάνια κι απολαυστική. Σιγά σιγά ξεδιπλώνουν τις πτυχές των προσωπικοτήτων τους καλύπτοντας με έξυπνο τρόπο τα κενά διαστήματα του ταξιδιού.
Επίσης τα ντοκουμέντα που παρουσιάζονται φανερώνουν μια αξιόλογη μελέτη του παρελθόντος. Όμως θα ήθελα περισσότερες αναφορές στο παρελθόν για δύο λόγους. Πρώτον, για να γίνει η ταινία από μόνη της μια προστατευτική κάψουλα μνήμης και δεύτερον για να γίνει σε όλους μας φανερό ο κοινός πόνος που προκάλεσε ο ναζισμός στους λαούς της Ευρώπης. Αν δινόταν περισσότερη έμφαση στα ιστορικά ντοκουμέντα και λιγότερη στις ανοησίες του Αυστριακού, θα είχαμε ένα πραγματικά εξαιρετικό και σπάνιο έργο.
Παρ' όλα αυτά, ο Διερμηνέας είναι ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό στο οποίο ζυγίζονται ευγενικά οι συγκρούσεις του παρελθόντος, ωθώντας τους δυο πρωταγωνιστές στο να αναθεωρήσουν αρκετά στοιχεία της ζωής τους αλλά και του τρόπου σκέψης τους.

Βαθμολογία: 7/10

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Πάρμα, πανδαισία χρωμάτων και γεύσεων



Η Αγγλίδα συγγραφέας Ίντιθ Τέμπλτον είχε γράψει ένα υπέροχα περιγραφικό κι άκρως διασκεδαστικό κείμενο για τον Καθεδρικό της Πάρμα, το οποίο θυμήθηκα όταν στάθηκα μπροστά από τον επιβλητικό ναό της πόλης. Θα χαρακτήριζα τη γραφή της ως μια αναγνωστική απόλαυση μέσα στην οποία κάθε της περιγραφή ταίριαζε απόλυτα σε ότι έβλεπα μπροστά μου. Οπότε θα ήταν μεγάλο μου λάθος να την αγνοήσω στη συγκεκριμένη ανάρτηση. Καθώς λοιπόν υπάρχει αυτή η αξιοζήλευτη περιγραφή του καθεδρικού της Πάρμας, δεν μου πάει η καρδιά να γράψω κάτι άλλο καθώς το παρακάτω απόσπασμα με καλύπτει απόλυτα.
"Σειρά έχει τώρα ο καθεδρικός. Αναθερμαίνω λίγο το ενδιαφέρον μου με άλλη μια ματιά στον ταξιδιωτικό οδηγό. Ο οδηγός τον αποκαλεί εντυπωσιακό. Η λέξη εντυπωσιακός είναι πάντοτε κακός οιωνός. Σημαίνει απλώς ότι ο συγγραφές του οδηγού έσπαγε το κεφάλι του αναζητώντας ανεπιτυχώς κάποια άλλη κατάλληλη λέξη. Εξάλλου μια εντύπωση ενδέχεται να είναι καλή ή κακή. Οπότε η λέξη τον εξυπηρετεί μια χαρά. 
Μόλις φτάνω στην πλατεία του καθεδρικού ναού, παθαίνω αποπληξία από την αποστροφή. Θα τον αποκαλούσα απλώς λειτουργικό. Αγνοούσα παντελώς ότι ο δωδέκατος αιώνας μπορούσε να δημιουργήσει κάτι τόσο ακαλαίσθητο. 
Ατενίζοντας την υπέρμετρα ψηλή πρόσοψη να υψώνει το κλιμακωτό της περίγραμμα, θυμήθηκα τα οδοντωτά αετώματα των παλιών αποθηκών στο Λύμπεκ και σκέφτηκα πως συνέβη μάλλον το εξής: Οι κάτοικοι της Πάρμα συλλογίστηκαν πως πρέπει επιτέλους να αποκτήσουν κι αυτοί έναν καθεδρικό, όπως τόσες και τόσες πόλεις. Ωστόσο ο αρχιτέκτονας που επωμίστηκε το έργο της ανέγερσης του, προφανώς δεν πίστευε στον Θεό με τον τρόπο που πίστευαν οι περισσότεροι άνθρωποι της εποχής. Υποθέτω πως τον φανταζόταν σαν μαθηματικό τύπο, σχεδόν όπως τον συνέλαβαν οι Έλληνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι, δηλαδή: "Ο Θεός έχει σχήμα σπείρας, περιστρέφεται όλο και ψηλότερα, πάντοτε όμως επιστρέφει στον εαυτό του" ή "Ο Θεός είναι φυλάκισμένος στον εαυτό του" ή "Η ουσία του Θεού είναι γεωμετρία". Κάτι τέτοιο, τέλος πάντων, εντελώς ανιαρό. 
Εκτός αυτού, δεν έτρεφε κανένα πραγματικά ενδιαφέρον για τον Θεό. Δεν ευκαιρούσε επίσης για αγίους κι αγγέλους. Θα προτιμούσε να χτίσει ο άνθρωπος ένα εργοστάσιο, αλλά τότε δεν υπήρχε ζήτηση για εργοστάσια. Στρώθηκε λοιπόν στη δουλειά και κατασκεύασε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο κάθετο και στενό, το οποίο μάλιστα στην κορυφή κατέληγε στην πλέον απλοϊκή πιθανή απόληξη. Την εποχή εκείνη ήταν πολύ της μόδας οι μικρές τοξωτές κιονοστοιχίες, σαν εξώστες ολόγυρα στους τοίχους, οι οποίες βέβαια δεν υποβάσταζαν απολύτως τίποτα. Τις κόλλησε στους εξωτερικούς τοίχους λέγοντας "Ευχαριστώ για το τίποτα", και πλαισίωσε με τις ίδιες κιονοστοιχίες την κλιμακωτή κορυφή, η οποία καταλήγει σε αιχμή. Επίσης διαδεδομένη εκείνο τον καιρό ήταν η τοποθέτηση πέτρινων λιονταριών μπροστά από την κεντρική πύλη, ώστε να φρουρούν την κλίμακα που οδηγούσε στο εσωτερικό. Στρίμωξε, λοιπόν κακήν κακώς ένα ζεύγος λεόντων και μάλιστα λίαν κακοδιάθετων και με εξαιρετικά δύστροπο ύφος. Έτσι, οι κάτοικοι της Πάρμας δεν απέκτησαν καθεδρικό, αλλά ένα εργοστάσιο για προσευχή, μια αποθήκη για άφεση αμαρτιών καθώς επίσης και ένα κέντρο διανομής και διάδοσης της δόξας του Θεού. 
Μπαίνω. Εξάλλου τι έχω να χάσω. Τι ομορφιά! Κάθε εκατοστό του τοίχου καλυμμένο με τοιχογραφίες, ενώ τα λεπτά τόξα του θόλου είναι πλούσια επιχρυσωμένα. Στον τρούλο, πάνω από τη χορωδία υπάρχουν νωπογραφίες του Κορέτζιο και στέκω εκεί αποσβολωμένη, σαν βόδι μπροστά στην πύλη. Φαίνονται υπέροχες. Σε κάνουν να νιώθεις όπως όταν σου θέτουν το ερώτημα "θα θέλατε λίγη τούρτα;" κι απαντάς "Ναι, ναι, θα πάρω ένα κομμάτι. Φαίνεται θαυμάσια". Με άλλα λόγια, η ζωγραφική του Κορέτζιο δείχνει πολλά υποσχόμενη και είμαι βέβαια ότι θα με ενθουσίαζε, αν την έβλεπα σωστά...
Πασχίζω να αντιμετωπίσω το στραβολαίμιασμά μου και προσηλώνω το βλέμμα μου στον εξαιρετικά ευχάριστο ουρανό του Κορέτζιο, ανοιχτό ροζ, ανοιχτό γαλάζιο, νεφελώδες λευκό, χερουβείμ που σκορπίζουν ολόγυρα άνθη. Είναι η αναπαράσταση της Κοίμησης της Θεοτόκου, όντως απολαυστικής ζωντάνιας. 
Πάνω στην ψηλή αγία τράπεζα υπάρχει μια σειρά μπαρόκ κηροπήγια, γιγάντια κι αργυρά με τρία πόδια διακοσμημένα με έλικες. Με το θέαμα θα αγαλλίαζε αναμφίβολα κάθε διακοσμητής εσωτερικού χώρου του Μέιφερ. Ευχάριστη έκπληξη να τα βλέπεις, έστω για μια φορά, στο φυσικό τους χώρο, να υπηρετούν τον πραγματικό τους σκοπό, αντί να στέκουν στερημένα από τις κατάλευκες σαν κρίνα λαμπάδες τους, καλωδιωμένα χάριν του ηλεκτρικού φωτισμού και σκεπασμένα με πάσης φύσεως καπέλα, ώστε να φωτίζουν τις βραδιές κάποιου χρηματιστή.
Όπως θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας, ο Καθεδρικός της Πάρμα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση ναών. Πράγματι εξωτερικά εντυπωσιάζει μόνο για το μέγεθός του. Είναι αξιοπερίεργο που το μαρμάρινο βαπτιστήριον έχει πιο καλαίσθητη πρόσοψη απ' αυτόν. Περνώντας όμως την είσοδο του οικοδομήματος εισχωρείς σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα, αγγελικές μορφές και απόκοσμα συναισθήματα. Δεν υπήρχε σημείο που να μην κοντοστάθηκα για να απολαύσω τις λεπτομέρειες των νωπογραφιών. Δεν είναι τυχαίο πως ο Καθεδρικός της Πάρμα είναι η μοναδική εκκλησία που επισκέφθηκα τρεις φορές μέσα σε μια μέρα καθώς δε χόρταινα να την θαυμάζω.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως κι η πόλη έχει υιοθετήσει την ίδια αύρα που έχει κι ο Καθεδρικός. Βολτάροντας στους δρόμους της, δεν βρίσκεις κάτι ικανό να σε γοητεύσει. Η αρχιτεκτονική είναι στιβαρή με λιτές γραμμές και τα χρώματα συνηθισμένα που θύμιζαν περισσότερο Λομβαρδία παρά Εμίλια-Ρομάνια. Κι όμως, όσο περπατούσαμε στα σοκάκια της και ρεμβάζαμε στις ηλιόλουστες καφετέριές της, τόσο πιο οικεία νιώθαμε με τον αέρα της πόλης. Μια ευχάριστη διάθεση που προερχόταν από τους κατοίκους της.
Πόλη μικρή και καθόλου τουριστική, η Πάρμα είναι περισσότερο γνωστή για το γευστικότατο τυρί της και την ποδοσφαιρική της ομάδα παρά για τα λαμπρά μνημεία και τις τεράστιες πλατείες που συνήθως συναντάμε σε άλλες ιταλικές πόλεις. Οι καθημερινοί ρυθμοί ήρεμοι και διακριτικοί. Η πόλη σε υποδέχεται με έναν απλό σιδηροδρομικό σταθμό χωρίς τουρίστες και καταστήματα γεμάτα αναμνηστικά ενώ τα πεζοδρόμια άνετα κι άδεια σε οδηγούν προς το ιστορικό κέντρο.
Πρώτα συναντάς το Palazzo della Pilotta όπου στεγάζεται η σχολή καλών τεχνών. Στο προαύλιο χώρο ορθώνεται ένα αξιοπρόσεκτο μνημείο για τους Ιταλούς παρτιζάνους που απελευθέρωσαν την πόλη από τους Γερμανούς ναζί. Κάτω απ' τον αγέρωχο στρατιώτη που κρατά με δυναμισμό το όπλο στο χέρι, βολτάρουν φοιτητές γεμίζοντας το μέρος χαμόγελα και ζωντάνια.
Ακολουθεί η επιβλητική βασιλική της Santa Maria della Steccata. Ο ναός μοιάζει σα να προσπαθεί να κρυφτεί από τα περίεργα βλέμματα των λιγοστών επισκεπτών της πόλης καθώς στέκει στριμωγμένος ανάμεσα σε μικρά παλάτζα. Όμως κι αυτός εντυπωσιάζει εσωτερικά με τον γλυπτό και ζωγραφιστό του διάκοσμο.
Στους ηλιόλουστους περιπάτους μας συναντήσαμε εικόνες συνηθισμένες για ιταλική πόλη, μ' αποτέλεσμα να περιφερόμαστε άσκοπα χωρίς να μας τραβάει κάτι την προσοχή.
Τι είναι όμως αυτό που μας κέρδισε τελικά; Μα φυσικά οι μικρές στιγμές της πόλης που ήταν αυθεντικές και ζεστές όπως οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι που παίζονταν στα υπαίθρια τραπεζάκια μιας γλυκύτατης καφετέρια στην οποία απολαύσαμε το πρωινό μας εσπρέσο. Στα χαμόγελα των ανθρώπων που μας εξυπηρετούσαν ευδιάθετα χωρίς να γνωρίζουν ούτε μία λέξη στα αγγλικά. Αξέχαστο θα μου μείνει το κακαριστό γέλιο μιας πωλήτριας που προσπαθούσε να μου εξηγήσει κάτι για τα προϊόντα που πουλούσε. Κι είχα τόσο πολύ ανάγκη το γέλιο εκείνες τις μέρες. Στους φοιτητές που λιάζονταν στο γρασίδι δίπλα στο ποτάμι και στα ξέφωτα του τεράστιου κήπου δίπλα στο Palazzo Ducale. Στα γεροντάκια που είχαν αφήσει τα ποδήλατά τους δίπλα στα παγκάκια και φλυαρούσαν ασταμάτητα. Στιγμές ανέμελες, σπάνιες και πάνω απ' όλα ανθρώπινες.
Αυτήν την Πάρμα αγάπησα, κι αυτό το κομμάτι της επέλεξα να κρατήσω μέσα μου. Επιστρέφοντας με το τραίνο στην Μπολόνια ένιωθα πως δεν άφηνα πίσω μια ακόμη άγνωστη πόλη αλλά ένα μέρος που γνώριζα καλά από παλιά.

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2019

Εξόριστος Συγγραφέας



Γι' ακόμη μια φορά έπεσα στην περίπτωση μιας αξιόλογης ταινίας, η οποία για έναν απροσδιόριστο λόγο βρισκόταν στη τελευταία θέση των κινηματογραφικών προτάσεων της εβδομάδας και προβαλλόταν σε μια μόνο σκοτεινή αίθουσα. Ο "Εξόριστος Συγγραφέας" το βραβευμένο έργο του Αλεξέι Γκερμάν Τζούνιορ (γιου του γνωστού σκηνοθέτη της περεστρόικα), αναφέρεται στα αδιέξοδα, τις απογοητεύσεις και τους στοχασμούς ενός εκ των σημαντικότερων σύγχρονων συγγραφέων της Ρωσίας, του Σεργκέι Ντοβλάτοφ. Μέσα από τη πορεία του συγκεκριμένου συγγραφέα, παρακολουθούμε παράλληλα τις δυσκολίες που βιώνουν κι άλλοι διανοούμενοι εκείνη την εποχή στη Σοβιετική Ένωση και εισχωρούμε διακριτικά σε μια μυστική κοινότητα που προσπαθούσε να υιοθετήσει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στη δεκαετία του '70 όπου ο νεαρός τότε συγγραφέας Σεργκέι Ντοβλάτοφ, έχοντας χωρίσει προσωρινά με τη σύζυγό του, προσπαθεί να καταξιωθεί στον χώρο των συγγραφέων. Οι πόρτες είναι ερμητικά κλειστές κι οι γνωριμίες στις μαζώξεις των διανοούμενων δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα. Για να τα βγάλει πέρα αρθρογραφεί σε μία εργατική εφημερίδα η οποία δεν είναι ικανοποιημένη μαζί του καθώς τα κείμενά του δεν έχουν το πάθος που εκείνοι ζητούν ενώ σε αρκετά απ' αυτά δίνεται η εντύπωση πως ειρωνεύεται το καθεστώς. Ο ίδιος νιώθει αποστροφή τόσο απέναντι στην εξουσία όσο και σ' αυτούς που ξεπουλιούνται για να δημοσιευτούν τα κείμενα και τα ποιήματά τους. Απογοητευμένος με την όλη κατάσταση, προτιμά να γράφει για τον εαυτό του και τους φίλους του. 
Οι μέρες κυλούν βασανιστικά με τον ήρωα να περιφέρεται μπερδεμένος μεταξύ πραγματικότητας κι ονείρου. Ένα μπέρδεμα με το οποίο ο δημιουργός παίζει απίστευτα ανάμεσα στις δυο καταστάσεις προκαλώντας στους θεατές μια ενδιαφέρουσα σύγχυση. Εξαιρετική η ονειρική συνάντηση του συγγραφέα με τον Μπρέζνιεφ όπου ο ένας του μιλάει για πολέμους κι εξωτερική πολιτική κι ο άλλος του εμπιστεύεται τον καημό του που δεν είναι μέλος του Σωματείου Συγγραφέων μ' αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκδώσει κάποιο βιβλίο του. 
Μέσα σε ένα διάστημα λίγων ημερών παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις συναναστροφές του ήρωα και τους κρυφούς του πόθους. Οι διάλογοι με τους φίλους του παρουσιάζουν έναν κόσμο άγνωστο για μας. Έναν κόσμο στον οποίον κάποιοι άνθρωποι αγωνίζονται στο να μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα κι απελπίζονται όταν τους ζητούν στρατευμένη αρθρογραφία κι εμπορική επιφανειακή πεζογραφία. Επίσης ξαφνιαζόμαστε με τον ενθουσιασμό της κρυφής κοινότητας των διανοουμένων απέναντι σε ότι εισάγεται από την Δύση. Βιβλία, ποτά, ρούχα και φυσικά οι Pink Floyd. 
Αυτό που σε κερδίζει στη συγκεκριμένη ταινία είναι οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών. Το εκφραστικό βλέμμα και η ζεστή φωνή του πρωταγωνιστή δημιουργούν μια ατμόσφαιρα οικειότητας με τους θεατές, ενώ η αύρα των φίλων του περνά επιτυχώς την ματαιότητα όλων των διανοούμενων για άμεση αναγνώριση των έργων τους. Επίσης βρήκα εξαιρετική την αναπαράσταση του κλίματος εκείνων των ημερών όπως επίσης η μόδα, οι εσωτερικοί χώροι, τα σκηνικά, τα χρώματα, το ύφος και η μουσική. Όλα αυτά γίνονται πιο αληθοφανή μέσα από το ξεθωριασμένο φίλτρο που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης στην κινηματογράφησή του. 
Στα αρνητικά της ταινίας τοποθετώ τις πολλές αναφορές σε συγγραφείς κάτι που μπορεί να κουράσει τους θεατές που πιθανότατα να μην έχουν ιδιαίτερη γνώση στη λογοτεχνία. Επίσης κάποια αργά πλάνα είναι άσκοπα παρόλο που σώζονται από τις όμορφες εικόνες τους και τα πολλά ποιήματα που ακούγονται, πολλά απ'τα οποία ξεχνούσα αμέσως.
Από τη συγκεκριμένη ταινία κρατάω τέσσερις δυνατές σκηνές οι οποίες είναι μαζεμένες προς το τέλος. Πρώτα απ' όλα η φράση που ακούγεται μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας ενός αδικημένου συγγραφέα. Καθώς τον φροντίζουν οι δικοί του, πετάγεται ένας και λέει με μία ισχυρή δόση καλοπροαίρετης ειλικρίνειας πως δεν αξίζει να πεθάνει κανείς για ένα βιβλίο. Αμέσως στην ταινία δημιουργείται μια έντονη αντίφαση καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή μας παρουσίαζε τις σπασμωδικές προσπάθειες του πρωταγωνιστή να εκδοθεί. Όταν όμως εκείνος γίνεται μάρτυρας αυτού του σκηνικού, αρχίζει να αναθεωρεί φτάνοντας στην ουσιώδης κατάληξη όπου βολτάροντας καθισμένος πάνω στην οροφή ενός αυτοκινήτου (η δεύτερη όμορφη σκηνή) και απολαμβάνοντας διακριτικά τη μουσική μιας ακόμη βραδιάς μάζωξης διανοουμένων συνειδητοποιεί πως το σημαντικό χάρισμα που έχουμε όλοι ως άνθρωποι είναι το ότι "υπάρχουμε". Ένα προσόν που κανείς από μας δεν μπορεί να εκτιμήσει εύκολα. Ειδικά όταν κυνηγάει όνειρα που είναι πέρα των δυνατοτήτων του και των καταστάσεων που τον περιβάλλουν. Η άλλη δυνατή σκηνή είναι προς το μέσον της ταινίας όπου ο ήρωας περιπλανιέται σε ένα προαύλιο γεμάτο πεταμένα χαρτιά με ποιήματα φίλων του αλλά και κείμενα δικά του. Ένας έντονα δυναμικός συμβολισμός για τον τρόπο που το κάθε σύστημα συμπεριφέρεται στους διακριτικούς ρομαντικούς του κάθε τόπου. Τέλος μου άρεσε πολύ η σκηνή με την απότομη διακοπή της συζήτησης που είχε ο πρωταγωνιστής με έναν φίλο του ποιητή στους παγωμένους δρόμους του Λένινγκραντ, από έναν λόχο που περνούσε από δίπλα τους με ηχηρό βηματισμό. Ο πρωταγωνιστής τους αγνοεί επιδεικτικά μέχρι να απομακρυνθούν, κοιτώντας προς την αντίθετη πλευρά καπνίζοντας νευρικά το τσιγάρο του. 
O "Εξόριστος Συγγραφέας" είναι ένας ύμνος στους αθεράπευτα ρομαντικούς κι αντικοινωνικούς συνανθρώπους μας που περιφέρονται αόρατοι στις πόλεις κυνηγώντας το δικό τους όνειρο. Άνθρωποι με αξιοπρέπεια και διακριτικότητα. Άνθρωποι που αναγνωρίζονται μετά θάνατον. Ένας απ' αυτούς είναι ο Σεργκέι Ντοβλάτοφ. 

Βαθμολογία: 7/10

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Κλίματα Αγάπης (2006)


Μπορεί να μαγεύτηκα πρόσφατα με το "Κλίματα Αγάπης"του Νουρί Μπίλγκε Τσεϊλάν, όμως κατά τη διάρκεια της ταινίας συνειδητοποίησα πως είχα επιχειρήσει ξανά πριν από μια δεκαετία να την δω. Η αλήθεια είναι πως τότε δεν με άγγιξε ιδιαίτερα και μου είχε φανεί αρκετά αργή. Όμως μετά τη δεύτερη προβολή της μπορώ να πω με σιγουριά πως είναι μια από τις πιο ειλικρινείς, ζεστές κι αυθεντικές ταινίες πάνω στα αδιέξοδα των σύγχρονων σχέσεων, την βασανιστική κυριαρχία της μοναξιάς και την έλλειψη εμπιστοσύνης. Μια βαθιά ανάλυση πάνω στην ανθρώπινη ανασφάλεια και μια αναθεώρηση στα υπαρξιακά ερωτήματα που ταλαιπωρούν αρκετούς από μας καθημερινά.
Η ιστορία στέκεται κυρίως στη μοναχική ζωή ενός μποέμ ακαδημαϊκού με φόντο τα σκαμπανευάσματα της σχέσης του. Για να γίνει καλύτερη εμβάθυνση στο ψυχικό κόσμο του πρωταγωνιστή, η ταινία χωρίζεται σε τρεις εποχές. Από το ζεστό κι ειδυλλιακό καλοκαίρι δίπλα στη θάλασσα, μας ταξιδεύει στις βροχερές μοναχικές περιπλανήσεις στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης για να καταλήξει στα χιονισμένα τοπία της Μικράς Ασίας. 
Το ζευγάρι της ιστορίας μας συστήνεται στις υπέροχες παραλίες του Κας, μιας παραθαλάσσιας πόλης απέναντι από το Καστελόριζο. Η σχέση τους βρίσκεται σε ένα τέλμα κι αυτό γίνεται εμφανές στις επικρατούσες  στιγμές σιωπής αλλά και στις εντάσεις που προκαλούνται μπροστά σε τρίτους. Σε μια απ' αυτές τις εντάσεις, ο πρωταγωνιστής παίρνει την απόφαση να ζητήσει από τη σύντροφό του να χωρίσουν καθώς η σχέσης τους δεν τραβάει πλέον. Οι διακοπές λήγουν άδοξα με την φυγή της συντρόφου του ενώ λίγες μέρες μετά αναχωρεί κι εκείνος μόνος για την Κωνσταντινούπολη. Αρχίζει μια ατέρμονη περιπλάνηση στους δρόμους της Πόλης προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια του και να οργανώσει τη νέα του καθημερινότητα. Στις μοναχικές του περιπλανήσεις συναντάει μια πρώην σύντροφό του η οποία έχει συνάψει σχέση με έναν δικό του φίλο. Η ζήλια κι η ανδρική κτητικότητα θα τον οδηγήσουν έξω από την πόρτα της. Η ερωτική τους συνεύρεση που θα ακολουθήσει δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ανούσια ικανοποίηση του εγωισμού του. Μία λανθασμένη βραδιά που θα ωθήσει τον πρωταγωνιστή στη ζεστασιά της προηγούμενης συντρόφου του που χώρισε το καλοκαίρι. Την αναζητά μες στο καταχείμωνο σε ένα χιονισμένο ορεινό χωριό όπου έχει πάει για γυρίσματα. Μία πολυπόθητη για 'κείνον συνάντηση που μετατρέπεται σε αναζήτηση του κατάλληλου γιατρικού για τον κατευνασμό της εσωτερικής του πάλης.  


Είναι η μοναδική φορά που ο Τσεϊλάν βρίσκεται πίσω και μπροστά από τον κινηματογραφικό του φακό, επιλέγοντας έναν αμφιλεγόμενο ήρωα στο πρόσωπο του οποίου μπορεί να καθρεφτιστεί το δικό μας είδωλο. Εσωστρεφής, μελαγχολικός κι άκρως μοναχικός, βρίσκει διέξοδο στις φωτογραφικές του εξορμήσεις άλλες φορές σε μαγευτικούς αρχαιολογικούς χώρους κάτω από τον ζεστό ήλιο της Μεσογείου κι άλλες φορές σε ονειρικές ορεινές πλαγιές με όμορφα μοναστήρια. Σ' αυτές τις μοναχικές του περιπλανήσεις έρχεται αντιμέτωπος με τις επιλογές του. 
Η συναισθηματική του πορεία καταγράφεται σε τρεις εποχές. Ενώ πνίγεται σε μία σχέση που έχει βαλτώσει διαπιστώνει πως η πολυπόθητη αποδέσμευση δεν του προσφέρει την ηρεμία που αποζητά. Η επιστροφή του στο παρελθόν δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια μίζερη προσπάθεια αποφυγής της σαρκικής του σήψης. Δεν είναι τυχαίο που η ερωτική πράξη με την πρώην σύντροφό του είχε την μορφή βιασμού καθώς πλήττεται η αξιοπρέπεια κι η εμπιστοσύνη μεταξύ των προσώπων και κυρίως μεταξύ φίλων. Με την πράξη αυτή συνειδητοποιεί πως η κενότητά του όχι μόνο δεν εξαλείφεται αλλά διογκώνεται απειλητικά. Φτάνοντας σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι, αποφασίζει να αναζητήσει την παλιά του αγάπη που ο ίδιος πλήγωσε. Καλό όμως είναι να τα πιάσουμε όλα πάλι απ'την αρχή.
Πλάνο πρώτο, ένα ζευγάρι περιπλανιέται στα απομεινάρια ενός παλιού πολιτισμού. Οι αρχαίες κολώνες στέκουν ακόμα όρθιες όσο είναι ακόμη ζωντανές οι μνήμες μέσα στα δυο πρόσωπα. Όμως η καθαρότητα των βλεμμάτων και των συναισθημάτων κυριαρχούν μέσα στο χώρο. "Πλήττεις;" ρωτάει ο πρωταγωνιστής τη σύντροφό του καθώς εκείνην τον παρατηρεί σιωπηλά να φωτογραφίζει το μνημείο. Με χαριτωμένο τρόπο του λέει όχι κι αμέσως απομακρύνεται για να κρύψει το ψέμα της. Στέκεται πάνω σε έναν λόφο και τον παρατηρεί σκεπτόμενη πως η ερώτησή του δεν αναφερόταν μόνο στην παρούσα κατάσταση αλλά γενικά. Κι η αλήθεια είναι πως πράγματι πλήττει. Εκεί ψηλά συνειδητοποιεί το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους. Εκείνη προτιμά να παρατηρεί τον κόσμο με τα δικά της μάτια ενώ εκείνος μέσα από τη φωτογραφική του μηχανή, εκείνη προαισθάνεται το τέλος της σχέσης και δακρύζει καθώς εκείνος σκουντουφλά και πέφτει στο χώμα μαρτυρώντας το πόσο κοντόφθαλμα βλέπει την όλη κατάσταση. Το τέλος είναι κοντά κι έρχεται σε μια υπό άλλες συνθήκες ρομαντική σκηνή στην παραλία που μεμιάς μετατρέπεται σε μία βασανιστική αντίστροφη μέτρηση καθώς ο πρωταγωνιστής έχει πάρει την απόφαση κι αναζητά τον τρόπο με τον οποίον θα ζητήσει από τη σύντροφό του να χωρίσουν. 
Έρχεται το φθινόπωρο. Η βροχή προσπαθεί να ξεπλύνει την ανασφάλεια. Επιλέγοντας τη μοναξιά, ο κεντρικός ήρωας περιφέρεται σε μία γκρίζα πόλη πνιγμένη στην πολυκοσμία και το άγχος, αναζητώντας μια νέα ερωτική σύντροφο όχι για συναισθηματικό δέσιμο αλλά για σεξουαλική ικανοποίηση. Αποφεύγοντας δεσμεύσεις κι ευθύνες, αποφασίζει να την πέσει σε μια προηγούμενη σύντροφό του, η οποία έχει συνάψει δεσμό με έναν φίλο του. Όμως γρήγορα συνειδητοποιεί πως δεν κάνει τίποτα παραπάνω απ' το να κοροϊδεύει τη μοναξιά του. 
Ακολουθεί ο βαρύς χειμώνας της συνείδησής του. Ξέρει πλέον καλά πως δεν μπορεί να συνεχίσει σ' αυτόν τον ρυθμό. Αποφασίζει να αναζητήσει την καλοκαιρινή του σχέση όχι επειδή τρέφει συναισθήματα γι' αυτήν αλλά επειδή νιώθει ασφάλεια κοντά της. Η συνάντησή τους είναι αναπόφευκτη σε μια μικρή ορεινή πόλη, τυλιγμένη σε ένα πέπλο χιονιού που κρύβει με την αγνότητά του τα λάθη και τις πληγές του καλοκαιριού. Ένα τσάι σε ένα τραπέζι που κυριαρχεί η αμηχανία κρατώντας ερμητικά κλειστά τα χείλη. Ένα πνιχτό κλάμα σε ένα βαν προσπαθεί να ξαλαφρώσει την κοπέλα από την συσσωρευμένη ένταση κι ένα νευρικό γέλιο θα δώσει την ανόητη αφορμή για ένα πρόωρο τέλος. Ένα τέλος όμως που θα οριστικοποιηθεί μια μέρα μετά με τον πιο κυνικό και σκληρό τρόπο. Ένα πρωινό που έχει όλες τις προϋποθέσεις να γίνει ζεστό και τρυφερό καταλήγει πιο ψυχρό από τον χιονιά που επικρατεί έξω από το παράθυρο. 
Τι είναι τελικά οι παλιές σχέσεις; Θόρυβοι αεροπλάνων που πετούν κρυμμένα μες στα σύννεφα δηλώνοντας την παρουσία τους με έναν ενοχλητικό θόρυβο μέχρι να χαθεί διαπαντός στον ορίζοντα. 



Το τέλος καλύπτεται σιγά σιγά με νιφάδες χιονιού. Ένα απλανές βλέμμα κοιτάει με χαρμολύπη χαμηλά προσπαθώντας να επανέλθει από το συναισθηματικό σοκ, κι ένας μιναρές που αχνοφαίνεται στο βάθος προσπαθεί να θυμίσει την χαμένη αρετή της πίστης. Αμέσως ήρθε στο μυαλό μου η συγκινητική φράση της πρωταγωνίστριας του Μανχάταν, η οποία με έναν άκρως γλυκό κι αγνό τρόπο ψελλίζει το "πίστεψε στους ανθρώπους" για να εισπράξει το κυνικό χαμόγελο του Γούντι Άλεν. Δεν υπάρχει καμία πίστη και καμία εμπιστοσύνη μέσα σ' αυτήν την σύγχρονη και συναισθηματικά νεκρή κοινωνική ζούγκλα.
Όμως η ταινία δεν είναι πεσιμιστική, ούτε αυτός είναι ο σκοπός της. Αντιθέτως καθρεφτίζει την πραγματικότητα που πολλοί από μας αποφεύγουν να κοιτάξουν κατάματα. Πέρα όμως απ' αυτό, η ταινία σε μαγεύει από τα ονειρικά της πλάνα, ειδικά στο χιονισμένο χωριό και το υπέροχο μοναστήρι πάνω στο βουνό. Επίσης προβάλλει την άγνωστη για μας Τουρκία, η οποία δε διαφέρει πολύ με την Ελλάδα της οικονομικής κρίσης. Εκπληκτική η σκηνή που φωτογραφίζει ο Τσεϊλάν έναν ταξιτζή με φόντο το μοναστήρι. Όταν ο νεαρός του ζητά μετά ένα αντίγραφο της φωτογραφίας, εκείνος απορημένος τον ρωτάει αν υπάρχουν φωτογράφοι στο χωριό του. Με μια ειλικρίνεια, ο νεαρός του απαντάει πως υπάρχουν αλλά βγάζουν μόνο φωτογραφίες διαβατηρίων. Όλη η οικονομική και κοινωνική κρίση της γειτονικής χώρας που βιώνουμε κι εμείς, αποτυπωμένη σε τρεις μόνο λέξεις. Η φυγή στο εξωτερικό κι η ερημοποίηση μιας ταλαιπωρημένης χώρας.
Επίσης παρατηρούμε την τότε προσπάθεια της Τουρκίας στο να γίνει αποδεκτή απ' την Ευρώπη, αποκτώντας δυτικές μικροαστικές συνήθειες και συμπεριφορές. Στοιχεία που δείχνουν τόσο ξένα μέσα σε ένα περιβάλλον που μυρίζει ακόμα έντονα ανατολή.
Έπειτα θα θελα πολύ να σημειώσω πως τους ρόλους των γονιών του ήρωα, οι οποίοι εμφανίζονται με έντονη και γλυκύτατη χιουμοριστική διάθεση ειδικά η μάνα που θέλει εγγόνια κι ο πατέρας που προσπαθεί να διατηρήσει την κυκλοφορία του αίματος με έναν μάλλινο σκούφο στο κεφάλι, ερμηνεύουν οι ίδιοι οι γονείς του σκηνοθέτη. Όπως επίσης η σύντροφος του πρωταγωνιστή είναι η πραγματική σύζυγος του Τσεϊλάν. Στοιχεία τα οποία μεμιάς τοποθετούν τα "Κλίματα Αγάπης" στην κατηγορία των πιο σπάνιων και γλυκών ταινιών του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Τέλος θα θελα πολύ να μιλήσω για τους συμβολισμούς του έργου αλλά θα επικεντρωθώ στον σημαντικότερο. Τα συναισθηματικά στάδια του πρωταγωνιστή χωρίζονται στις εποχές οι οποίες ξεχωρίζουν μεταξύ τους λόγω κλίματος. Όμως μια από τις εποχές λείπει. Έχουμε το καλοκαίρι όπου παρακολουθούμε τον χωρισμό. Ακολουθεί το φθινόπωρο όπου η ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστεί ξεσπάει ανεξέλεγκτα όπως η απρόσμενη βροχή και με κτηνώδη τρόπο κάνει έρωτα στη γυναίκα του φίλου του. Ο συναισθηματικός του θάνατος κι ο φόβος του ψυχικού του αδιεξόδου υποδηλώνονται με τον χειμώνα. Η άνοιξη όμως απουσιάζει σκόπιμα μαρτυρώντας τον οριστικό τέλος της σχέσης. Ο καιρός αλλάζει, αλλά μέσα μας εξακολουθεί να επικρατεί το τίποτα!
Το «Κλίματα Αγάπης», πέρα από την εικαστική ευχαρίστηση, την ερωτική μελαγχολία, την τρυφερότητα και την καλαισθησία που προσφέρει απλόχερα, γίνεται ένας ειλικρινής κι αυστηρός φίλος που μας χτυπάει φιλικά την πλάτη συμβουλεύοντάς μας πως ο χρόνος κυλάει και είναι μεγάλο λάθος να χρονοτριβούν οι αποφάσεις που πρέπει να παρθούν άμεσα διότι η ζωή δεν γυρνάει πίσω κι η κάθε στιγμή έχει τόση μαγεία που είναι αμαρτία όταν χάνεται στη μιζέρια της στασιμότητας και της ευθυνοφοβίας.

Βαθμολογία: 9/10

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Καπερναούμ


Το περασμένο σαββατοκύριακο παρακολούθησα μια από τις αμφιλεγόμενες ταινίες της χρονιάς η οποία στάθηκε αφορμή να δημιουργηθεί ένα εκρηκτικό κλίμα μεταξύ κριτικών και κοινού. Η νέα ταινία της Ναντίν Λαμπακί θάφτηκε αδίκως από τους περισσότερους εγχώριους κριτικούς ενώ την ίδια στιγμή αγκαλιάστηκε με μία δόση υπερβολής από ένα μεγάλο ποσοστό κινηματογραφόφιλων. Κατά τη γνώμη μου, θεωρώ πως η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. 
Η ταινία παρουσιάζει τη δύσκολη ζωή ενός προσφυγόπουλου από την Συρία, το οποίο μας συστήνεται σε μια δικαστική αίθουσα καθώς επιθυμεί να μηνύσει τους γονείς του. Από εκείνο το σημείο αρχίζει να ξεδιπλώνεται μια σύντομη χρονική περίοδος της παιδικής του ηλικίας όπου βρίσκεται από τις άθλιες συνθήκες του σπιτιού του στις σκληρές φυλακές του Λιβάνου. Μία απάνθρωπη οδύσσεια που σκοτώνει κάθε ίχνος παιδικότητας στο πρόσωπο του μικρού ήρωα, ο οποίος αναγκάζεται με τα αδέλφια του να κάνει δουλειές του ποδαριού για να έχουν οι δικοί του ένα κομμάτι ψωμί στο σπίτι. Όταν οι γονείς του αποφασίζουν να παντρέψουν την αδελφή του με τον παντοπώλη της γειτονιάς, ο μικρός το σκάει από το σπίτι και περιφέρεται άσκοπα προσπαθώντας να βρει κάποια δουλειά που θα του εξασφαλίσει την πολυπόθητη επιβίωση μέσα σε μια πόλη που μοιάζει με καζάνι έτοιμο να σκάσει. 
Σε ένα λούνα παρκ γνωρίζει μια μετανάστρια από την Αιθιοπία. Εκείνη τον λυπάται κι αποφασίζει να τον πάρει σπίτι της, προσφέροντάς του στέγη και τροφή με την προϋπόθεση να προσέχει τον μικρό της γιο όσο εκείνη θα βρίσκεται στη δουλειά. Για κακή της τύχη συλλαμβάνεται από τις αρχές μ' αποτέλεσμα τα δυο μικρά παιδιά να βρεθούν μόνα κι αβοήθητα για πολλές μέρες. Μετά από περιπλανήσεις αναζητώντας φαγητό και φροντίδα, ο πρωταγωνιστής παραδίδει τον μωρό που φρόντιζε σε έναν διακινητή μεταναστών κι ο ίδιος επιστρέφει σπίτι του αναζητώντας κάποιο πιστοποιητικό ύπαρξής του για να φύγει κι αυτός προς την Ευρώπη. Στο σπίτι μαθαίνει πως η μικρή του αδελφή πέθανε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνη της. Ζητώντας εκδίκηση για τον χαμό της, θα βρεθεί στη φυλακή. Εκεί θα αποφασίσει να μηνύσει τους γονείς του επειδή τον γέννησαν παρά τη θέλησή του, φέρνοντάς τον σε έναν κόσμο μιζέριας, πόνου κι εξαθλίωσης. 
Αν τα βάλουμε όλα κάτω θα βρούμε άπειρες αναποδιές στη ζωή αυτού του παιδιού. Με την οικογένειά του βρέθηκαν πρόσφυγες σε μια ξένη χώρα. Ζουν σε άθλιες συνθήκες, οι οποίες περιγράφονται παραστατικότατα στη ταινία. Με τεχνάσματα αγοράζουν συγκεκριμένα φάρμακα και μετά από ειδική επεξεργασία τα μεταφέρουν στους φυλακισμένους συγγενείς τους για να κάνουν διακίνηση ναρκωτικών στις φυλακές που βρίσκονται. Ο μικρός δουλεύει ως χαμάλης βλέποντας κάθε πρωί το σχολικό να μεταφέρει μαθητές στη γειτονιά. Άλλες φορές πουλάει χυμούς στο δρόμο για να μαζέψει χαρτζιλίκι. Στο σπίτι επικρατεί ένα βίαιο κλίμα με απανωτά ξεσπάσματα των γονιών στα παιδιά τους. Απόγειο αυτής της βιαιότητας είναι η στιγμή που δίνουν την κόρη τους για παντρειά στον παντοπώλη. Με αφορμή αυτήν την πράξη ο μικρός το σκάει και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι της μετανάστριας από την Αιθιοπία. Εκεί αρχίζει το ξετύλιγμα ενός άλλου γολγοθά. Η γυναίκα αυτή δούλευε ως οικιακή βοηθός μέχρι που έμεινε έγκυος και το έσκασε για να γλιτώσει την απέλαση. Έπειτα ζούσε ως καθαρίστρια σε ένα λούνα παρκ και φύλακας σε τουαλέτες, όπου σε μια απ' αυτές φύλαγε τον μικρό της γιο για να μην τον αφήσει μόνο στο σπίτι. Από την άλλη το σπίτι της ήταν μια τρώγλη σε μια βρώμικη φαβέλα όπου ανάμεσα σε κουρέλια και λαμαρίνες μεγαλώνει τον μικρό της. Όμως παρά την επικρατούσα αίσθηση της βρωμιάς, εκείνη διατηρεί την καθαρότητα του σπιτικού της. Μετά τη σύλληψή της από την αστυνομία, ο μικρός προσπαθεί να βρει τρόπους να επιβιώσει με τον μπόμπιρα. Σαν λύση σκέφτεται να πουλήσει ναρκωτικά. Αν κι η προσπάθεια του ξεκινάει καλά, τελικά καταλήγει να πέσει θύμα μπούλινγκ από χρήστες. Επίσης όσα λεφτά είχε προλάβει να βγάλει τελικά τα χάνει καθώς το σπίτι στο οποίο έμενε με τον μικρό, σφραγίζεται ξαφνικά από τον ιδιοκτήτη, ο οποίος δεν εμφανίζεται ποτέ. Ο μικρός παραδίδει τον μικρό στον διακινητή κι επιστρέφοντας σπίτι μαθαίνει τον θάνατο της αδελφής του. Οι άθλιες συνθήκες των φυλακών όπου καταλήγει δε διαφέρουν με τη ζωή που κάνει στον έξω κόσμο. 
Συγχωρήστε μου το παραπάνω κατεβατό αλλά προσπάθησα να γράψω όσο πιο περιεκτικά γινόταν αυτό που παρακολούθησα στη συγκεκριμένη ταινία. Κατανοώ απόλυτα την ευαίσθητη ματιά της δημιουργού κι είναι αλήθεια πως πολλά σημεία της ιστορίας με άγγιξαν και μου 'σφιξαν την καρδιά αλλά αυτός ο καταιγισμός των παραπάνω συμβάντων δημιουργεί κατά τη γνώμη μου αντίστροφα αποτελέσματα από τις προσδοκίες της δημιουργού. Κι εδώ έρχομαι να συμφωνήσω με αρκετούς κριτικούς που δήλωσαν πως η ταινία είναι ένα συναισθηματικά εκβιαστικό έργο που περιγράφει με υπερβολή την επιβίωση δυο μικρών παιδιών. 
Σίγουρα η ζωή των προσφύγων είναι μία κόλαση που πολλοί από μας δεν θα καταφέρουμε ποτέ να κατανοήσουμε. Είμαι βέβαιος πως όλα όσα έδειξε η ταινία έχουν συμβεί. Όπως είχα διαβάσει σε ένα άλλο άρθρο, είχε προηγηθεί μεγάλη έρευνα για τη ζωή των προσφύγων πριν γυριστεί η ταινία ενώ η δημιουργός είχε δηλώσει σε συνέντευξή της πως απ' αυτά που έμαθε διαπίστωσε πως η ζωή των προσφυγόπουλων είναι πολύ πιο δύσκολη κι απάνθρωπη απ' αυτό που η ίδια έδειξε μέσα από το έργο της. Θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί της, όμως θεωρώ πως η υπερβολή της συγκεκριμένης ταινίας δημιουργεί έναν έντονο ενοχικό αίσθημα για το οποίο δε ξέρω κατά πόσο βγαίνει σε καλό. 
Όμως η ταινία είχε αρκετά σημεία τα οποία θεωρώ αξιοσημείωτα καθώς την κάνουν να ξεχωρίζει. Πρώτα απ' όλα οι ερμηνείες όλων των προσώπων είναι εκπληκτικές, ειδικά των δυο μικρών παιδιών. Κανένα απ τα πρόσωπα που έπαιξαν δεν είναι ηθοποιός. Αντιθέτως όλοι τους έχουν ένα βαρύ προσφυγικό και μεταναστευτικό ιστορικό, κάτι που τους πρόσθετε μια αυθεντικότητα στις ερμηνείες τους καθώς όλοι τους έχουν βιώσει παρόμοιες καταστάσεις με αυτες που παρουσιάζει η ταινία. Κι εκεί παραδέχομαι την δημιουργό γι' αυτό που κατάφερε να πετύχει. 
Επίσης κρατάω τον συγκλονιστικό μονόλογο του μικρού. Το τηλεφωνικό του ξέσπασμα μέσα από την φυλακή μετατρέπεται σε ένα συνταρακτικό κατηγορώ ενάντια στο σύστημα, την κοινωνία και την ίδια του την οικογένεια. Σε κείνο το σημείο ρούφηξα λέξη-λέξη τα γεμάτα συναισθήμα λόγια του. Ίσως όλη η ουσία της ταινίας να βρίσκεται σ' αυτό το φορτισμένο πεντάλεπτο.
Τέλος είναι το άκρως συγκινητικό κι ελπιδοφόρο φινάλε του έργου. Μια ανάσα ανακούφισης και ένα δάκρυ χαράς που σε βοηθάει να βγεις λιγότερο βαρύς από την σκοτεινή αίθουσα. 
Το "Καπερναούμ" είναι μια αξιόλογη κι ενδιαφέρουσα προσπάθεια στο να 'ρθουμε πιο κοντά στον κόσμο των προσφύγων. Να συνειδητοποιήσουμε τι είναι αυτό που συμβαίνει στη Μέση Ανατολή, οδηγώντας πολλές βασανισμένες ψυχές προς την Ευρώπη για καλύτερες συνθήκες ζωής κι ένα μέλλον πιο ανθρώπινο κι αξιοπρεπές. 
Σίγουρα αυτού του είδους οι ταινίες είναι ένα ισχυρό όπλο κατά της ξενοφοβίας και του μίσους. Κι αυτός είναι ο βασικότερος λόγος που τις κάνει σημαντικές κι απαραίτητες στους σκοτεινούς καιρούς που διανύουμε. Όμως κατά τη γνώμη μου καλό είναι να πιάνονται μια μια οι πτυχές και να αναλύονται λίγο πιο εξονυχιστικά τα προβλήματα που υπάρχουν κι όχι να προσφέρονται όλα μαζεμένα στο πιάτο του θεατή, διότι μ' αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια περίεργη σαλάτα αναφορών που δεν καταφέρνουν να εστιάσουν στα βαθύτερα προβλήματα αυτών των ανθρώπων αλλά και να απαντήσουν στα δικά μας ερωτήματα για την φλεγόμενη κατάσταση της Μέσης Ανατολής. 
Για μένα σημασία δεν έχει να επιτευχθεί η συμπόνοια των συνειδητοποιημένων κι ευαίσθητων πολιτών του δυτικού κόσμου αλλά να δημιουργηθούν οι βάσεις για έναν εποικοδομητικό διάλογο μεταξύ των κοινωνιών που είναι τελείως διαφορετικές μεταξύ τους μ' αποτέλεσμα να τις χωρίζει ένα μεγάλο κι επικίνδυνο χάσμα. 

Βαθμολογία: 6/10

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Μια Προσωπική Ιστορία


Η προβολή της νέας ταινίας των αδελφών Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι είναι μια από τις σημαντικότερες κινηματογραφικές στιγμές της χρονιάς. Το ότι είναι η τελευταία ταινία που γυρίζεται από τους δυο σπουδαίους Ιταλούς δημιουργούς, της δίνει περισσότερη αξία. Για μένα ήταν μια συναισθηματικά φορτισμένη βραδιά σε ένα κατάμεστο Άστορ. Όσο για την ταινία, ίσως είναι η καλύτερη ιστορία με την οποία ολοκλήρωσαν την κινηματογραφική τους προσφορά οι αδελφοί Ταβιάνι. 
Η ιστορία μας επιστρέφει στα χρόνια του ιταλικού εμφυλίου όπου παρτιζάνοι με φασίστες αλληλοσφάζονται την ώρα που οι Σύμμαχοι επελαύνουν από τον νότο. Μέσα σ' αυτή τη κόλαση της ιταλικής υπαίθρου ένα ερωτικό τρίγωνο επανέρχεται να στοιχειώσει τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Ο Μίλτον είναι ένας εσωστρεφής νέος που ερωτεύεται παράφορα τη Φούλβια. Με το ίδιο πρόσωπο είναι ερωτευμένος κι ο παιδικός του φίλος Τζόρτζιο. Σύντομα εκτυλίσσεται ένα ιδιαίτερο παιχνίδι ανάμεσα στα τρία αυτά πρόσωπα. Ο Μίλτον δυσκολεύεται να εκφραστεί στη Φούλβια ενώ ο Τζόρτζιο που είναι πιο διαχυτικός έρχεται κοντά της. Όμως ο πόλεμος βρίσκει και τους τρεις στο μεταίχμιο καθώς η Φούλβια επιστρέφει στο Τορίνο για να αποφύγει τους βομβαρδισμούς ενώ οι δυο παιδικοί φίλοι εισχωρούν στους παρτιζάνους για να πολεμήσουν τους φασίστες. 
Τα ερωτήματα του παρελθόντος θα επιστρέψουν για τον Μίλτον όταν βρεθεί τυχαία στην έπαυλη που έκανε μαθήματα αγγλικών στην Φούλβια. Εκεί θα συναντηθεί με την υπηρέτρια του σπιτιού κι η συζήτηση που θα χουν θα του δημιουργήσει έντονους προβληματισμούς που θα αρχίσουν να τον βασανίζουν καθώς μαθαίνει πως ο Τζόρτζιο με την Φούλβια προχώρησαν σε δεσμό. Από εκείνη τη στιγμή θα αρχίσει να αναζητά τον φίλο του στα βουνά προσπαθώντας να μάθει αν τελικά αυτό που έμαθε ήταν αλήθεια. 
Όμως ο Τζόρτζιο πιάνεται αιχμάλωτος από τους φασίστες κι ο Μίλτον ξεκινήσει ένα κυνήγι κεφαλών προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει έναν ζωντανό φασίστα για να τον ανταλλάξει με τον φίλο του. Όσο περνούν οι μέρες η κατάσταση στο μυαλό του πρωταγωνιστή περιπλέκεται. Η δυσκολία του να βρει κάποιον φασίστα ζωντανό με τις στιγμές του παρελθόντος που έρχονται απανωτά στη θύμησή του αρχίζουν να τον αρρωσταίνουν. Η παράνοια του πολέμου θα μπλεχτεί με την ερωτική τρέλα οδηγώντας τον Μίλτον κοντά στο θάνατο. 


Οι σπουδαίοι Ιταλοί σκηνοθέτες μας επιστρέφουν ξανά στην εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Ιταλικής Αντίστασης που τις έζησαν και μπορούν να τις εξιστορήσουν με τον πιο λυρικό τρόπο καθώς μπλέκουν την ιστορία ενός ανθρώπου με τα γεγονότα ενός ολόκληρου λαού. Πέρα όμως απ' αυτό, καταφέρνουν για μια ακόμη φορά, μέσα από τους διαλόγους και τις δοκιμιακές σκέψεις των πρωταγωνιστών να περάσουν μια ενδελεχής ματιά στα κοινωνικά θέματα, στην ιστορική ανάλυση των γεγονότων και στα εγκλήματα που διαπράχτηκαν. 
Η ποιητική ματιά των αδελφών Ταβιάνι επιβεβαιώνεται με τον τρόπο που ξεκινάει η ταινία. Μέσα από ένα πέπλο ομίχλης ξεπηδά ο πρωταγωνιστής δημιουργώντας μ' αυτόν τον τρόπο μια αύρα μυστηρίου που εντείνεται με την εσωστρέφεια του. Το στόμα του παραμένει ερμητικά κλειστό συγκρατώντας με δυσκολία τα συναισθήματα που ξεχειλίζουν αβίαστα μέσα από τα εκφραστικότατα του μάτια. Οι σκέψεις του και οι προθέσεις του γίνονται εύκολα αντιληπτές σε όλους. Ο έρωτάς του για την Φούλβια δεν μπορεί να κρυφτεί κι αμέσως πέφτει θύμα των καπρίτσιων της κοπέλας, η οποία ταλαντεύεται μεταξύ εκείνου και του φίλου του Τζόρτζιο. Ο Μίλτον αναζητά τρόπους να της εκδηλώσει την αγάπη του αλλά πάντα βρίσκει δικαιολογίες για να τον εμποδίσουν. "Αν κάνει επτά βήματα θα της πω πως την αγαπώ" σκέφτεται ευελπιστώντας πως η μοίρα θα του δώσει την σωστή απάντηση για το αν αξίζει να ανοιχτεί ή όχι. Όμως η τύχη πηγαίνει σε αυτούς που ρισκάρουν κι όχι σ' αυτούς που διστάζουν. Κι εκεί είναι που χάνει στο ερωτικό παιχνίδι, κάτι το οποίο συνειδητοποιεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. 
Ο λόγος για τον οποίον ο Μίλτον θέλει να σώσει τον Τζόρτζιο δεν είναι μόνο επειδή είναι ο παιδικός του φίλος αλλά για να μάθει την αλήθεια. Κι όσο δυσκολεύεται να βρει μια λύση που θα τον φέρει πιο κοντά με τον Τζόρτζιο τόσο η παράνοια τον πνίγει. Σε στιγμές σιωπηλής αυτογνωσίας ψιθυρίζει πως "δεν είναι καλός άνθρωπος" συνειδητοποιώντας πως όλο αυτό το κυνήγι για να σώσει τον φίλο του οφείλεται στον αχαλίνωτο εγωισμό του. Έρχεται όμως η στιγμή που η παράνοια υπερτερεί της λογικής κι ο Μίλτον γίνεται έρμαιό της. Ο πόλεμος έρχεται σε δεύτερη μοίρα και το μόνο που τον νοιάζει είναι να γυρίσει πίσω τον χρόνο για να εκδηλώσει όλα αυτά που νοιώθει για την Φούλβια. Η τρέλα θα τον οδηγήσει ξανά στην έπαυλη, η οποία έχει ποια καταληφθεί από τους φασίστες. Με απλανές βλέμμα παρατηρεί τον εχθρό. Δεν φοβάται τον θάνατο αλλά δεν θέλει κιόλας να πεθάνει. Γι' αυτό ξεκινάει ένα επικίνδυνο παιχνίδι μαζί του στο οποίο τελικά βγαίνει νικητής. Πάνω στο βουνό με καθαρά αέρα στα ανοιγμένα του πνευμόνια συνειδητοποιεί το μεγαλύτερο προσόν που έχει και δεν έχει εκτιμήσει μέχρι τώρα. Εκείνος είναι ακόμα ζωντανός ενώ πιθανότατα ο Τζόρτζιο έχει εκτελεστεί από τους φασίστες. Με ένα χαμόγελο στα χείλη γνωρίζοντας πως όλη η ζωή είναι μπροστά του, χάνεται ξανά σε ένα πέπλο ομίχλης. Εξάλλου το μέλλον κανείς δεν μπορεί να το γνωρίζει.


Παράλληλα με το προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή, παρακολουθούμε το δράμα του ιταλικού λαού που ζει τον αλληλοσπαραγμό του εμφυλίου. Δυνατές εικόνες ξεπηδούν στην μεγάλη οθόνη, όπου πολλές απ' αυτές λειτουργούν σαν γροθιά στο στομάχι. Εικόνες που πρέπει να δουν όσοι επιθυμούν σήμερα πολέμους και σφαγές. 
Συγκλονιστική η σκηνή όπου μια ολόκληρη οικογένεια βρίσκεται σφαγμένη έξω από το σπίτι της. Ανάμεσα στα πτώματα είναι ξαπλωμένο κι ένα μικρό κοριτσάκι που ζει ακόμα αλλά δεν μπορεί να αφήσει την νεκρή της μητέρα. Σηκώνεται για λίγο, πηγαίνει μέσα στο σπίτι να πιει νερό κι επιστρέφει να ξαπλώσει δίπλα στο πτώμα της. Μέσα απ' αυτή τη σκηνή όπου κυριαρχεί ο ζόφος του θανάτου, υπάρχει ένα ψήγμα ελπίδας πως η ανθρωπότητα ίσως διατηρήσει κάτι από την αγνότητά της μέσα από την επιβίωση αυτού του μικρού κοριτσιού.
Δυνατή σκηνή επίσης αυτή που ο πρωταγωνιστής συναντά τους γονείς του στην πόλη. Αν και διστάζει αρχικά να τους μιλήσει για να μην καρφωθεί στους φασίστες, η ανάγκη του τον οδηγεί στο να τους πάρει αγκαλιά. Σαν αερικό εμφανίζεται από πίσω τους και σαν φάντασμα εξαφανίζεται στα γύρω στενά. Η μητέρα του με δυσκολία κρατιέται για να μη τον φωνάξει με το όνομά του. Πόσοι γονείς πέρασαν αυτό το απάνθρωπο δράμα του φόβου να μη ξαναδούν τα παιδιά τους ζωντανά.
Επίσης μου προκάλεσε ανατριχίλα το παρανοϊκό βλέμμα ενός αιχμάλωτου φασίστα. Όταν ο Μίλτον φτάνει σ' αυτήν την ταξιαρχία και ζητάει να πάρει τον φασίστα για να τον ανταλλάξει με τον παιδικό του φίλο, ο αρχηγός της αντάρτικης ομάδας του εξηγεί πως του είναι εντελώς άχρηστος καθώς προσπάθησαν την προηγούμενη μέρα να τον ανταλλάξουν με άλλους αιχμαλώτους αλλά οι φασίστες δεν τον ήθελαν πίσω. Ο αιχμάλωτος τρελαίνεται από την προδοσία των δικών του. Γνωρίζοντας πως το τέλος του είναι κοντά προσπαθεί να το καθυστερήσει διασκεδάζοντας τους αντάρτες. Όμως το βλέμμα του κι οι κραυγές που βγάζει δείχνουν τον πανικό που τον διακατέχει και τον φόβο για τον επερχόμενο θάνατο. Το τέλος έρχεται με μια τουφεκιά που σταματάει μονομιάς τις τζαζ μελωδίες που προσποιείται πως βγάζει. 
Η πιο συγκλονιστική όμως στιγμή ήταν η εκτέλεση ενός μικρού αγοριού ως αντίποινα της δολοφονίας ενός λοχία φασίστα. Ο δισταγμός του αξιωματικού που θα δινε την εντολή καθώς γνώριζε την οικογένεια του ετοιμοθάνατου νέου αλλά κι η απόγνωση του νεαρού που μετατράπηκε σε θάρρος μπροστά στο θάνατο ήταν μια συνταρακτική σκηνή τρέλας και παραλογισμού.



Το αίσθημα όμως που κυριαρχεί καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι η ελπίδα. Παρά τις κακουχίες, τα μίση και τον απέραντο πόνο, όλα τα πρόσωπα της ιστορίας ελπίζουν. "Πότε θα τελειώσει επιτέλους αυτός ο πόλεμος;" ρωτάει μια γυναίκα τον πρωταγωνιστή. "Τον Μάιο" της απαντάει εκείνος με μία αβάσιμη σιγουριά. Τον κόκκινο Μάιο που τα λουλούδια έχουν ήδη ανθίσει γεμίζοντας ευωδιές και χρώματα τη φύση ενώ τα ανθρώπινα συναισθήματα βρίσκονται σε έξαρση καθώς έρχεται το καλοκαίρι.
Με την ίδια ελπίδα βλέπει μια έγκυος γυναίκα τα συμμαχικά βομβαρδιστικά που οδεύουν προς τον βορρά και παρακαλάει να λήξει γρήγορα ο πόλεμος με κατάληξη την πολυπόθητη ήττα του φασισμού για να κυριαρχήσει η παγκόσμια ειρήνη. Αυτές τις ευχές κάνει και χαϊδεύει στοργικά τη φουσκωμένη της κοιλιά.
Στη σπάνια ομορφιά της ταινίας, έπαιξαν σημαντικό ρόλο κι οι ταιριαστές ερμηνείες των ηθοποιών όπου επικρατεί ένας λιτός ρεαλισμός χωρίς ιδιαίτερες υπερβολές. Οι δημιουργοί εστιάζουν κυρίως στα βλέμματα των ηρώων και στις νευρικές κινήσεις των χεριών τους. Ο τρόπος που καπνίζει ο πρωταγωνιστής διαφέρει ανάλογα με τη συναισθηματική του έξαρση. Παρατηρώντας τις ερμηνείες των προσωπων δε ξέρεις που τελειώνει η μαεστρία των δημιουργών κι αρχίζει ο αυτοσχεδιασμός των ηθοποιών. Ένα στοιχείο που προσδίδει μια θεατρική διάθεση στο έργο.
Το «Μια Προσωπική Ιστορία» είναι ένα μείγμα πολεμικού δράματος, ρομαντικής ιστορίας και πολιτικής ανάλυσης που όλα μαζί σχηματίζουν μια αυθεντική περιπέτεια στην καρδιά της Ιταλίας. Για μία ακόμη φορά οι Ταβιάνι βρίσκουν τον τρόπο να ενώσουν πτυχές της ιταλικής ιστορίας, μνήμες που έζησαν και γεγονότα που άκουσαν και διάβασαν και να τα παρουσιάσουν σε μια ελκυστική συναισθηματική διαδρομή όπου πολλές μικρές προσωπικές ιστορίες δημιουργούν την μεγάλη ιστορία ενός λαού. Ένας αέναος κύκλος γεμάτος συναισθηματικά αδιέξοδα και δύσκολες λύσεις, παρουσιάζοντας με άκρως γοητευτικό τρόπο τον αληθινό άθλο που λέμε ζωή.
Η τελευταία ταινία των αδελφών Ταβιάνι είναι ο πιο γλυκόπικρος επίλογος που θα μπορούσαν να μας προσφέρουν.

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Άνοιξε τα φτερά του ο Μπρούνο Γκανζ


Είναι λίγες οι προσωπικότητες των τεχνών που σε κερδίζουν με την ευγενική τους αύρα. Ο Μπρούνο Γκανζ είναι ένας απ' αυτούς. Τον λατρέψαμε μέσα από τις ταινίες του Βιμ Βέντερς και τον θεωρήσαμε δικό μας άνθρωπο με την εξαιρετική συνεργασία που είχε με τον κ.Θόδωρο Αγγελόπουλο. Ο μοναδικός ηθοποιός που τόλμησε να εξανθρωπίσει την μορφή του Χίτλερ και να κάνει ελκυστική την κάθοδο στην κόλαση οδηγώντας τον Τζακ του Λαρς Φον Τρίερ στο Καθαρτήριο του Δάντη. 
Ζούσε την κάθε του ερμηνεία, προσθέτοντας μια σχέση οικειότητας μεταξύ ερμηνευτικού ρόλου και κινηματογραφόφιλου θεατή. Μετά από κάθε ταινία που έπαιζε σκεφτόμουν έντονα του ατέρμονο ταλέντο του. Δε κρύβω πως γέλασα μέσα από την καρδιά μου όταν διαβάζοντας μια συνέντευξή του έπεσα στην παρακάτω αφήγηση: "Όταν γυρίζαμε Τα φτερά του έρωτα, αυτό που συνέβη ήταν σχεδόν ένα θαύμα. Ήταν φανταστικό να περπατάς και να ακούς τις σκέψεις των ανθρώπων. Βέβαια, το κάναμε εμείς οι ίδιοι και ήταν μέρος του γυρίσματος. Όμως, εγώ, ως ηθοποιός, ως Μπρούνο Γκανζ, μερικές φορές είχα την αίσθηση ότι έκανα κάτι εξαιρετικό και, κάποιες στιγμές, κάτι ουράνιο, υπερβατικό. Αλλά αυτό που με άγγιξε πιο βαθιά ήταν ότι για αρκετούς μήνες μετά την κυκλοφορία της ταινίας, οι άνθρωποι –και κυρίως οι γυναίκες – με αναγνώριζαν, στο Βερολίνο και αλλού, και με τα μάτια τους ορθάνοιχτα μού έλεγαν: «Είναι ο φύλακας άγγελος!» σαν να πίστευαν ότι πράγματι ήμουν άγγελος. Και οι άνθρωποι μέσα στα αεροπλάνα όπου επέβαινα λέγανε: «Α, δεν χρειάζεται να φοβόμαστε, γιατί με σας εδώ, τίποτα δεν μπορεί να συμβεί. Τώρα είμαστε ασφαλείς». Και δεν αστειεύονταν. Φυσικά, ήξεραν ότι ήμασταν πραγματικοί άνθρωποι αλλά κατά κάποιο τρόπο ένιωθαν διαφορετικά… είναι περίεργο. Δεν ξέρω τι συνέβη στ’ αλήθεια. Ήταν ένα υπέροχο συναίσθημα. Το λάτρευα. Γιατί αυτό σημαίνει πιο πολλά για μένα, από το να μου έλεγαν οι άνθρωποι «είσαι ένας πολύ καλός ηθοποιός» ή «λατρεύω τη δουλειά σου». Αν σου λένε όμως «Ω, είσαι ένας άγγελος!» είναι κάτι σαν θαύμα. Κατά κάποιο τρόπο έγινα πράγματι άγγελος. Και ποιος άλλος εκτός από μένα μπορεί να έχει μια τέτοια εμπειρία στη ζωή του;".
Λάτρεψα τη μορφή του μέσα από της περιπλανήσεις του στην ομιχλώδης προκυμαία της Θεσσαλονίκης και δάκρυσα όταν με πόνο ρώτησε την μάνα του γιατί οι άνθρωποι δεν ξέρανε πως να αγαπήσουνε. Ένα ερώτημα που μέχρι σήμερα βασανίζει και μένα.
Κλείνοντας θα ήθελα να θυμίσω μία ακόμη άποψη του Μπρούνο Γκανζ που διάβασα κι αγάπησα από μια συνέντευξή του. «Θα ήθελα πολύ να δω ένα φιλμ που να επικρατεί ησυχία, δηλαδή να μην ακούγεται τίποτα άλλο εκτός από τις συνομιλίες των ηθοποιών ή το φύσημα του ανέμου, λέει. Και όχι μόλις ο θεατής αισθάνεται συναισθηματικά αβεβαιότητα, να τον γεμίζει κανείς μέσω της μουσικής με συναισθήματα».
Γι' αυτές τις βουβές κινηματογραφικές αίθουσες, τις πλημμυρισμένες συναισθήματα και εικόνες, θα σε τιμάω αγαπημένες μας Μπρούνο Γκανζ για όλες αυτές τις μαγευτικές στιγμές που μας πρόσφερες μέσα από τις ερμηνείες σου.
Άνοιξε τα φτερά σου για να ακούς πλέον τις σκέψεις μας από κει ψηλά.
Καλό σου ταξίδι Μπρούνο Γκανζ. 

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μακριά (2002)


Αφού με μάγεψε για μία ακόμη φορά ο Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν με την Άγρια Αχλαδιά κι έχοντας προσφέρει πριν μια πενταετία την πιο ποιητική και πανανθρώπινη ταινία της τελευταίας δεκαετίας, την Χειμερία Νάρκη, σκέφτηκα να αναζητήσω τις πρώτες του δημιουργίες έχοντας μεγάλη περιέργεια να ανακαλύψω κι άλλο την ευαισθησία αυτής της τόσο σπάνιας προσωπικότητας. Το "Κάποτε στην Ανατολία" ήταν ένας χείμαρρος χρωμάτων, ήχων και μουσικής αλλά κάτι του έλειπε. Γυρνώντας όμως στο 2002 βρίσκουμε το "Μακριά", την τρίτη ταινία του η οποία κατάφερε να αποσπάσει το Μεγάλο Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών και το βραβείο καλύτερης αντρικής ερμηνείας εξ ημισείας στους δύο πρωταγωνιστές του, Μουζαφέρ Οζντεμίρ και Μεχμέτ Τοπράκ. Για μένα αυτές οι δύο τόσο σημαντικές διακρίσεις της ταινίας δεν αρκούν για να επιβεβαιώσουν το εκπληκτικό ύφος και την λυρική περιγραφή ενός ακόμη αριστουργήματος του σημαντικότερου σύγχρονου Τούρκου σκηνοθέτη.
Η ιστορία μας μεταφέρει στην καρδιά της τότε οικονομικής κρίσης που περνούσε η Τουρκία. Ένας ιδιότροπος και μοναχικός φωτογράφος που ζει στην Κωνσταντινούπολη, φιλοξενεί έναν συγγενή του που έρχεται από το χωριό αναζητώντας δουλειά στην πόλη. Η έλευση του ξαδέλφου του θα διαταράξει τους καθημερινούς του ρυθμούς και θα αποσυντονίσει τη μοναχική του δίνη σε ένα ατέρμονο χάος σκέψεων στο οποίο βρίσκεται. Οι σχέσεις τους δεν υπήρξαν ποτέ θερμές κάτι που δε δυσκολεύει στη δημιουργία τριβών μεταξύ τους. Τα δυο αυτά πρόσωπα αδυνατώντας να βρουν ένα τρόπο επικοινωνίας έρχονται σύντομα σε μια σύγκρουση. Δυο διαφορετικοί κόσμοι μακριά ο ένας από τον άλλον που δυσκολεύονται να γεφυρώσουν το χάσμα που βρίσκεται ανάμεσά τους. Δυο διαφορετικές Τουρκίες που η μια πατάει στην ανατολή κι η άλλη στην δύση, των οποίων οι σημαντικές διαφορές εντείνονται με την έξαρση της οικονομικής κρίσης.  


Ο Τσεϊλάν κρατάει κρυφή το παρελθόν των δυο αυτών ανθρώπων. Χωρίς πολλές περιγραφές, τους αφήνει να περιφέρονται σε μια πανέμορφη χιονισμένη Κωνσταντινούπολη, δίνοντάς μας το ερέθισμα να σκιαγραφήσουμε εμείς ως θεατές τις προσωπικότητές τους και να αποφασίσουμε αν αυτά τα πρόσωπα μας βγάζουν μια συμπάθεια, αντιπάθεια ή αδιαφορία. Με αυτήν την τακτική μετατρεπόμαστε από θεατές σε ενεργό κομμάτι της ταινίας. Έχουμε την αίσθηση πως κατοικούμε κι εμείς στο ίδιο διαμέρισμα του φωτογράφου, σκοτώνουμε την ώρα μας παρακολουθώντας τα βλακώδη προγράμματα των πολλών τηλεοπτικών καναλιών που μας προσφέρονται κι αγναντεύουμε το πέρασμα των πλοίων από τα στενά του Βοσπόρου καπνίζοντας στο στενό μπαλκόνι. 
Οι δύο πρωταγωνιστέςπρόσωπα είναι αντικοινωνικοί κι εσωστρεφείς για διαφορετικούς λόγους. Ο φωτογράφος έχει μια μεγάλη ιστορία πίσω του καθώς νέος έφυγε από το χωριό και με πενταροδεκάρες κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσει αλλά να γίνει ένας αναγνωρισμένος στο χώρο του επαγγελματίας που ξέρει να πατάει γερά στα πόδια του και να επιβιώνει σε κάθε δύσκολη στιγμή. Όμως ο διαλυμένος του γάμος τον στοιχειώνει κι επανέρχεται να τον βασανίσει όταν μαθαίνει από την πρώην γυναίκα του πως θα μεταναστεύσει με τον νέο της σύντροφο στον Καναδά. Έκτοτε ξεκινάει ένας νέος γολγοθάς. Λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ στέκονται ως αβάσταχτα βαρίδια στο λαιμό του πρωταγωνιστή, ο οποίος συνειδητοποιεί το πέρασμα του χρόνου και τη φθορά της στασιμότητας. Η σκηνή του αποχωρισμού στο αεροδρόμιο είναι μια ανεπανάληπτη σπαρακτική σκηνή πνιγμένη στο βουβό πόνο των δυο προσώπων που δεν θα ειδωθούν ποτέ ξανά. Οι μετέπειτα περιπλανήσεις του φωτογράφου στο χιονισμένο Βόσπορο εκφράζουν έντονα το δράμα που βιώνει αλλά αποφεύγει να το μοιραστεί. Η επιλεκτική μοναξιά είναι μια απόφαση θαρραλέα αλλά κι αυτοκαταστροφική. Θυσιάζεις ένα κομμάτι της ανθρώπινης πλευράς σου για να σώσεις την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητά σου.
Το άλλο πρόσωπο της ιστορίας είναι μια αγνή ψυχή που πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη πιστεύοντας πως θα βρει γρήγορα δουλειά στα καράβια. Από τη ζωή του μαθαίνουμε πως δούλευε στο ίδιο εργοστάσιο με τον πατέρα του και πως μέχρι τότε ζούσε μαζί με τους δικούς του. Αυτοί οι παράγοντες οφείλονται στην αφελέστατη αντιμετώπιση που έχει σε κάθε εμπόδιο που συναντά. Πιστεύει πως μέσα σε μια βδομάδα θα βρει μπάρκο να φύγει αλλά όταν τα βρίσκει σκούρα ζητάει από τον φωτογράφο να τον βοηθήσει να βρει μια δουλειά στην πόλη. Παράλληλα ανακαλύπτει έναν άλλον τρόπο ζωής. Αόρατος περιφέρεται στην μεγαλούπολη και με άγαρμπο τρόπο προσπαθεί να ερωτευτεί. Όμως καθώς από τη φύση του είναι ντροπαλός κι αντικοινωνικός επιστρέφει κάθε βράδυ σπίτι απογοητευμένος. 
Οπότε έχουμε δυο βασανισμένες ψυχές που περιφέρονται στις αέναες σιωπές της πόλης και ζούνε νωχελικά την καθημερινότητά τους με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Από την μια ο μοναχικός και απομονωμένος φωτογράφος  παρατηρεί τη ζωή από μια απόσταση ασφαλείας, ενώ ο ξάφελφός του κυριευμένος από μια παιδική ανησυχία συνειδητοποιεί πως έχει ανάγκη να αλλάξει τη ζωή του. Οι διαφορετικές ανάγκες και πιστεύω, θα φανούν ξεκάθαρα στη συγκατοίκηση τους η οποία θα αποβεί μοιραία, αφού οι διαφορετικοί τους κόσμοι αδυνατούν να βρούνε κοινό σημείο επαφής.


Ένα βασικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης ταινίας είναι η περιορισμένη παρουσία διαλόγων κι η διακριτική μουσική του Μότσαρτ με την οποία ντύνονται κάποιες σκηνές της ταινίας. Ο Τσεϊλάν δίνει έμφαση στους θορύβους της πόλης και στη σιωπή των προσώπων σε κοινόχρηστους χώρους όπως στα τραμ και στις προκυμαίες. Μ' αυτόν τον τρόπο αποτυπώνεται η μοναξιά κι η αποξένωση των ανθρώπων που ζουν στις μεγάλες πόλεις. Όμως η απουσία των παραπάνω στοιχείων ισορροπεί με τα μακρόσυρτα πλάνα, τα στατικά κάδρα, τα εντυπωσιακά γκρο πλαν των προσώπων όπου καθρεφτίζεται η απογοήτευση κι ενίοτε η ματαιότητα της ύπαρξης τους.
"- Τι προτιμάς στη ζωή σου, τις γκόμενες ή την φωτογραφία; - Εννοείται πως επιλέγω την φωτογραφία". Ο πιο όμορφος κι ευγενικός αποχαιρετισμός της κοινωνικής ζωής επιβεβαιώνεται σε μια συζήτηση φίλων. Η κενότητα των ανθρωπίνων σχέσεων κι οι εξαντλητικές μάχες όλων των μορφών εγωισμού, οδηγούν τους ανθρώπους σε δύο επιλογές, είτε στη θυσία της προσωπικότητας και στον απεχθή συμβιβασμό με πρόσωπα που δεν καλύπτουν τα θέλω τους είτε στην επιλεκτική μοναχικότητα και στην αναζήτηση δημιουργικών τρόπων έκφρασης όπως είναι η φωτογραφία. Και οι δυο επιλογές απαιτούν θυσίες. Η τελική συγκομιδή δείχνει αν πάρθησκε η σωστή απόφαση την κατάλληλη στιγμή, όμως αυτό γίνεται όταν όλα έχουν τελειώσει και ξεκινάει η απογραφή του βίου. Τότε που δεν υπάρχει η επιλογή της επιστροφής. Γι' αυτό πάντα υπάρχει μία αμφιβολία που μας τρώει αργά και βασανιστικά καθ όλη τη διάρκεια της ζωής μας για τις επιλογές και τις πράξεις μας.
Το διαμέρισμα του φωτογράφου έχει τα πάντα. Δικό του στούντιο για φωτογράφηση, τηλεόραση με πενήντα διαφορετικά κανάλια που δε προσφέρουν τίποτα, βίντεο για ιδιωτική προβολή ταινιών και μια πλούσια κι αξιοζήλευτη βιβλιοθήκη. Ότι χρειάζεται δηλαδή για να χτίσει κανείς τη δική του φυλακή και να ζήσει απομονωμένος απ'τον υπόλοιπο κόσμο. Η μακρόσυρτη σκηνή του Stalker που παίζει στην οθόνη με τον συνεχόμενο ήχο του βαγονιού που ολισθαίνει αργά πάνω στις ράγες και τα βουβά πρόσωπα των πρωταγωνιστών να παρατηρούν ανέκφραστα στο πουθενά εκφράζει με απόλυτη επιτυχία τον σύγχρονο τρόπο ζωής. 
Ο παραπάνω συμβολισμός δεν είναι ο μοναδικός της ταινίας. Ο Τσεϊλάν ως φωτογράφος πέρα από σκηνοθέτης, του αρέσει πολύ να παίζει με συμβολισμούς κάτι που εμπεδώσαμε στη Χειμερία Νάρκη και στο Κάποτε στην Ανατολία. Μια άλλη εκπληκτική συμβολική σκηνή που λάτρεψα ήταν το κουφάρι του πλοίου που είχε γείρει στην αποβάθρα του λιμανιού δημιουργώντας ανατριχιαστικούς ήχους σε κάθε κύμα που το χτυπούσε. Δε θα μπορούσε να περιγραφεί με πιο όμορφο τρόπο το ναυάγιο της τουρκικής κοινωνίας στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης, τα οποία βιώνουμε κι εμείς τα τελευταία εννιά χρόνια. 


Επίσης θα ήθελα να επισημάνω πως στη συγκεκριμένη ταινία ο Τσεϊλάν μνημονεύει δύο από τους σκηνοθέτες που έχουν ασκήσει έντονη επιλογή στη μέχρι σήμερα φιλμογραφία του. Ο ένας είναι ο Κισλόφσκι τον οποίον "αντιγράφει" με δύο άκρως κισλοφσκικά πλάνα μέσα από τις περιπλανήσεις του ξαδέλφου στην Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα στο ένα πλάνο χρησιμοποιεί το ίδιο σκοτεινό φίλτρο που είχαμε συναντήσει στην "Μικρή Ιστορία για ένα Φόνο". Ο δεύτερος μέντοράς του είναι ο Ταρκόφσκι κάτι που επιβεβαιώνεται κι από τη σκηνή του "Στάλκερ" που παρακολουθεί ο φωτογράφος στο σπίτι του.
Κλείνοντας θα θελα να πω πως η ταινία περιέχει ένα έντονο προσωπικό ύφος από τον δημιουργό της ο οποίος υπογράφει παραγωγή, σενάριο, σκηνοθεσία, φωτογραφία, μοντάζ και χειρισμό κάμερας ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους έχει επιλέξει συγγενικά του πρόσωπα. Μ' αυτόν τον τρόπο προσφέρει μια ειλικρινέστατη προσωπική δημιουργία με λιτή περιγραφή και πλάνα που κραυγάζουν απόγνωση και μοναξιά. Ένας ύμνος για όλους αυτούς τους ανθρώπους των μεγάλων πόλεων που περιφέρονται χαμένοι μέσα στους ρυθμούς της πόλης κι ασφυκτιούν απομονωμένοι στους τέσσερις τοίχους των διαμερισμάτων τους που έχουν μετατραπεί σε ιδιωτικές φυλακές. Συναντιούνται χωρίς να αλληλεπιδρούν στους δρόμους του απέραντου αστικού τοπίου με την μάσκα της κοινωνικής ταυτότητας που οι ίδιοι επιλέγουν να φορέσουν ώστε να γίνουν αρεστοί σε ανθρώπους που δεν νοιάστηκαν ποτέ. Παύουν να αγαπούν τον εαυτό τους κι αδιαφορούν απαξιωτικά για τους γύρω τους.
Το "Μακριά" είναι ένα κινηματογραφικό ποίημα που αποτυπώνει το πρόσωπο της θλίψης και της απόγνωσης ανθρώπων που έχουν περιπλανιούνται αριστοτεχνικά σε μια γωνιά των υπέροχων κινηματογραφικών πλάνων της χιονισμένης Κωνσταντινούπολης.

Βαθμολογία: 9/10

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

Η Παρείσφρηση


Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει ένας ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ Χόλιγουντ και Ντόναλντ Τραμπ. Ένας πόλεμος που ξεκίνησε με δηλώσεις ηθοποιών και σκηνοθετών που έχουν σταθεί απέναντι στη παρανοϊκή και ξενοφοβική ρητορική του Αμερικανού προέδρου και συνεχίστηκε με βραβεύσεις Μεξικανών δημιουργών. Φέτος η μάχη γίνεται με εξαιρετικές ταινίες που προσπαθούν να δείξουν το άλλο πρόσωπο της αμερικανικής κοινωνίας αλλά και στο να αφυπνίσουν το κοινωνικό σύνολο που παραμένει αδιάφορο κι ουδέτερο απέναντι στην έξαρση της ρατσιστικής βίας και της ξενοφοβίας. Μια απ' αυτές τις ταινίες είναι η τελευταία εξαιρετική κι άκρως πολιτικοποιημένη ταινία του Σπάικ Λι, η Παρείσφρηση.  
Η ιστορία μας γυρνάει στη δεκαετία του '70 όπου η Αμερική ζούμε έναν αόρατο εμφύλιο πόλεμο. Δύο διαφορετικές κοινωνίες έτοιμες να αλληλοσπαραχθούν, οι μεν ως άριοι που δεν επιθυμούν να μοιράζονται την ίδια γη με τους μαύρους που τους θεωρούν υποδεέστερους ανθρώπους ενώ στην αντίπερα όχθη αποτελούταν από ανθρώπους που δεν ανέχονταν άλλο την βία που ασκείται πάνω τους και την αδικία σε κοινωνικά κι επαγγελματικά θέματα. Μέσα σ' αυτόν τον αναβρασμό, υπήρχε και το αγκάθι του Βιετνάμ που εξελισσόταν σε Βατερλό για την παγκόσμια αμερικανική κυριαρχία. Σ' αυτήν την περίεργη κι επικίνδυνη περίοδο, ένας νεαρός μαύρος αποφασίζει να γίνει αστυνομικός. Βιώνοντας τον ρατσισμό μέσα στον επαγγελματικό του κύκλο, ζητάει να γίνει μυστικός πράκτορας. Λόγω του χρώματός του, τον εντάσσουν στο τμήμα πληροφοριών και του ζητάνε να παρακολουθεί τις εξελίξεις του κινήματος των μαύρων της πόλης τους. 
Μέσα απ' αυτήν την μυστική αποστολή, ένας νέος κόσμος αποκαλύπτεται στα μάτια του πρωταγωνιστή, ο οποίος απ' ότι φαίνεται είχε μεγαλώσει σε ένα προστατευόμενο περιβάλλον. Σοκαρισμένος αρχίζει να αναζητά απαντήσεις στον κοινωνικό αναβρασμό που συμβαίνει γύρω του ενώ παράλληλα αποφασίζει να παρεισφρήσει στην φασιστική KKK. Στήνοντας ένα πονηρό κόλπο με έναν άλλον αστυνομικό που έχει εβραϊκές ρίζες, εισχωρούν στα άδυτα της Κου Κλουξ Κλαν. Με σταθερές κινήσεις, παρακολουθούν τις δράσεις των δυο διαφορετικών κοινοτήτων, εμποδίζοντας στην υλοποίηση ενός άκρως επικίνδυνου αιματοκυλίσματος. Όμως η επιτυχία τους αυτή δεν σήμανε και το τέλος ενός πολέμου που κρατάει μέχρι σήμερα...  


Προσωπικά θεωρώ τη συγκεκριμένη ταινία ως μια από τις καλύτερες και πιο ώριμες ταινίες του Σπάικ Λι. Ξεκινώντας με την ιστορική και συγκλονιστική σκηνή του αιματοκυλίσματος του αμερικανικού εμφυλίου όπως αποτυπώθηκε στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος, μας μεταφέρει στην Αμερική του '70. Ρεαλιστική η παρουσίαση εκείνης της περιόδου μέσα από τα ντυσίματα των πρωταγωνιστών, τη μουσική και των ρυθμών της πόλης. Χωρίς να κουράζει καθόλου, κατευθύνει αμέσως τον θεατή εκεί που θέλει, μετατρέποντας τον σε ενεργό κομμάτι της ιστορίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να νιώθουμε την ίδια φόρτιση με το κοινό στο αμφιθέατρο που ακούει τη φράση "All power to all the people" ενώ παράλληλα μας πνίγει ένα κύμα οργής ακούγοντας τις ρητορικές μίσους και παρατηρώντας τις παρανοϊκές σκέψεις των ρατσιστών που ετοιμάζονται σε έναν ανελέητο πόλεμο με σκοπό να αφανίσουν την κοινότητα των μαύρων.
Αν και στερείται πολιτικών επιχειρημάτων, η ταινία περνάει επιτυχώς το πάθος της μαύρης κοινότητας που απαιτεί αξιοπρέπεια, ελευθερία και ίσα δικαιώματα. Εκεί θα προτιμούσα λίγη παραπάνω εμβάθυνση αν κι αντιλήφθηκα πως ο δημιουργός ήθελε να επικεντρωθούμε σε άλλα θέματα πιο φλέγοντα καθώς ο Σπάικ Λι εκφράζει με τον δικό του τρόπο ένα ισχυρό κατηγορώ προς τον Ντόναλντ Τραμπ, τους ρατσιστές, το πολιτικό σύστημα καθώς και την ανελέητη αστυνομική βία απέναντι στους μαύρους πολίτες της χώρας. 
Στα σημεία που η ταινία παίρνει άριστα είναι η ισορροπημένη πλοκή, η εκπληκτική μουσική που δένει όλες τις σκηνές και φυσικά οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών ακόμη και του Άνταμ Ντράιβερ που δεν μ' είχε πείσει σε καμία του ερμηνεία ως σήμερα. Αυτός όμως που κέρδισε τις εντυπώσεις καθώς μου φάνηκε τελείως αλλόκοτη η ερμηνεία του είναι το νεοφερμένου Τζον Ντέιβιντ Ουάσιγκντον. Σίγουρα θα τραβήξει το ενδιαφέρον μας στις επόμενες κινηματογραφικές επιλογές του. Άκρως γοητευτική κι η Λάουρα Χάρριερ η οποία εξέπεμπε ένα εκρηκτικό μείγμα επαναστατικού πάθους και τσαχπινιάς κερδίζοντας τη συμπάθειά μου από την πρώτη σκηνή που εμφανίστηκε. Επίσης δε μπορώ να μη σχολιάσω την εκπληκτική ομοιότητα του Τόφερ Γκρέις με τον Μέγα Μάγιστρο Ντέιβιντ Ντουκ. Αυτό που μου έμεινε από τους συγκεκριμένους πρωταγωνιστές είναι οι εσωτερικές αφυπνίσεις των δυο πρωταγωνιστών, του ενός ως Εβραίου που ποτέ δεν ασχολήθηκε με το παρελθόν του μέχρι που τον τσίγκλισαν οι ρατσιστές κάνοντάς τον να αναζητήσει τις εθνικές του καταβολές ενώ για τον άλλον αστυνομικό αρχίζουν να ξυπνούν οι επαναστατικές του τάσεις κι η επιθυμία του να αγωνιστεί ενάντια στην αδικία των έγχρωμων συμπατριωτών του.


Ο Σπάικ Λι δεν μένει στην περιγραφεί των γεγονότων του Κολοράντο. Με έναν αφελέστατο τρόπο μας παρουσιάζει την προπαγανδιστική δύναμη του κινηματογράφου. Από το "Όσα Παίρνει ο Άνεμος" με τη συγκλονιστική σκηνή των τραυματιών του εμφυλίου κάτω από τη σημαία των Νοτίων στα πλάνα της "Γέννησης ενός Έθνους" το οποίο παρακολουθούν εκστασιασμένοι οι ακροδεξιοί της Κου Κλουξ Κλαν. Ο κινηματογράφος κάποτε και η τηλεόραση σήμερα παίζουν σημαντικό ρόλο στην δημιουργία ιδεολογιών, απόψεων και πράξεων. Μία αντιδημοκρατική τάση που στη χώρα μας την έχουμε βιώσει κι εξακολουθούμε να βιώνουμε από τα συστημικά μέσα μαζικής προπαγάνδας (για όσους εξακολουθούν να έχουν ανοιχτές τις τηλεοράσεις τους).
Η κορύφωση της ταινίας έρχεται απρόοπτα στο τέλος, κάτι με το οποίο ο σκηνοθέτης καταφέρνει να προκαλέσει σε όλους μας την επιθυμητή ανατριχίλα. Από τον φλεγόμενο σταυρό στην κορυφή ενός λόφου περνάμε στο παρόν όπου οι ακροδεξιοί της Αμερικής έχουν βγει πάλι στους δρόμους και οι πόλεις έχουν αρχίσει να γεμίζουν πάλι με κραυγές μίσους και πόνου. Οι ομιλίες του Τραμπ φανερώνουν το ύπουλο κουκούλωμα της αστικής τάξης προς κάθε ακροδεξιό έγκλημα που συνεπάγεται με το πονηρό κλείσιμο του ματιού προς τον σημερινό φασισμό που έχει αρχίσει να επανεμφανίζεται σε Ευρώπη κι Αμερική. 
Όμως το κερασάκι στην τούρτα με το οποίο κλείνει η ταινία προκαλώντας ένα ανατριχιαστικό μούδιασμα στους ευσυνείδητους θεατές είναι το αμάξι του φασίστα που έπεσε με μανία σε μια ειρηνική πορεία κατά του ρατσισμού και της βίας που είχε διοργανωθεί στο Σαρλοτσβιλ της Βιρτζίνια το 2017. Ένα γεγονός που μας είχε συνταράξει τότε κι απ' ότι φαίνεται έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη μας. 
Μπορεί η ταινία να χει αρκετά λάθη και σεναριακά κενά αλλά αυτό που μένει στο τέλος είναι η μεγάλη μας ανάγκη για πολιτικές ταινίες που μας δείχνουν κατάμουτρα την έλευση του φασισμού. Επιθυμούμε ψύχραιμες ματιές που κοιτούν σε βάθος την επικαιρότητα και βάσιμες κατηγορίες που λέγονται έξω από τα δόντια. 
Προσωπικά θα χαρώ πολύ αν την δω με το όσκαρ καλύτερης ταινίας.

Βαθμολογία: 7/10