Σάββατο, 9 Ιουνίου 2018

Σόποτ, η κοσμοπολίτικη ριβιέρα της Βαλτικής




Το πρόσφατο ταξίδι μου στην Κρακοβία ήταν ονειρικό. Η πολύχρωμη πόλη της Πολωνίας ήταν ένα ταξιδιωτικό μου απωθημένο από τα φοιτητικά μου χρόνια. Η δεκάχρονη αναμονή αποδείχτηκε μεγάλη αν και τελικά άξιζε να επισκεφθώ αρκετά μέρη πριν για να συνειδητοποιήσω πως η Πολωνία είναι ένας από τις ομορφότερες χώρες της Ευρώπης. Ίσως κι ο καλύτερος μη αναγνωρισμένος μέχρι στιγμής προορισμός. Λίγους μήνες μετά αποφάσισα να την επισκεφθώ για δεύτερη φορά επιλέγοντας το βόρειο κομμάτι της.
Καθώς το αεροπλάνο προσγειωνόταν στο αεροδρόμιο του Γκντανσκ, έξω από το παράθυρο παρατηρούσα ενθουσιασμένος την καταπράσινη γη της πολωνικής υπαίθρου και το βαθύ μπλε της Βαλτικής θάλασσας. Πρώτη φορά την αντίκριζα κι αυτό μ' έκανε να την παρατηρώ γι' αρκετή ώρα μέχρι την προσγείωση. Έχοντας εντυπωθεί έντονα στο μυαλό μου αυτό το σκούρο μπλε της θάλασσας, αποφάσισα να ξεκινήσω τα φωτογραφικά μου βίντεο από την κοσμοπολίτικη ριβιέρα της Βαλτικής.
Το "Σόποτ" σημαίνει ρεύμα ή άνοιξη ή περιγράφει τον ήχο που αφήνει πίσω του το τρεχούμενο νερό και στην Ευρώπη το συναντάμε σε τρεις χώρες, στην Πολωνία, στη Σερβία και στη Βουλγαρία. Πρώτη φορά αναφέρεται με την ονομασία Sopoth το 1283 αλλά με τον εκγερμανισμό της πόλης μετονομάστηκε σε Zoppot κι από κει έφτασε στη σημερινή του ονομασία όταν κι η πόλη πέρασε στην Πολωνία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ιστορία της πόλης ξεκινάει από ένα οχυρό που φρουρούσε το εμπόριο που αναπτυσσόταν ανάμεσα στον ποταμό Βίστουλα και τις παραθαλάσσιες βαλτικές πόλεις. Με την πάροδο του χρόνου όμως άρχισε να φθίνει η αναγκαιότητα του οχυρού και η πόλη μετατράπηκε σε ένα απλό ψαροχώρι μέχρι που εγκαταλείφθηκε. Όμως έναν αιώνα αργότερα, άρχισε πάλι η επιστροφή του κόσμου. Δημιουργήθηκαν πρώτα δύο χωριά (σημερινά προάστια της πόλης) κι έπειτα ήρθε κι η ονομασία Σόποτ. Τόσο η πόλη όσο και τα γύρω χωριά, πέρασαν στην ιδιοκτησία ενός τοπικού μοναστηριού, κι όλα μαζί έγιναν κομμάτι του Βασιλείου της Πολωνίας μετά την Δεύτερη Ειρήνη του Θορν το 1466. Από τον 16ο αι. άρχισε η αριστοκρατική περίοδος του Σόποτ. Η πόλη γέμισε με spa κι αρχοντικά εξοχικά των αριστοκρατών του Γκντανσκ. Το 1733 κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Γκντανσκ από ρωσικά στρατεύματα, το Σόποτ λεηλατήθηκε κι ισοπεδώθηκε. Τότε ξεκίνησε η δεύτερη περίοδος ερημοποίησης της πόλης μέχρι που άρχισαν κάποιες πλούσιες οικογένειες να αγοράζουν και να ξαναχτίζουν τα ερείπια.
Η πόλη έγινε κομμάτι του Βασιλείου της Πρωσίας. Ολόκληρη η περιουσία της εκκλησίας πέρασε στο κράτος και πωλήθηκε στον έμπορο Danzig Carl Christoph Wegner. Ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας άνοιξε τα πρώτα λουτρά και επαναλειτούργησε τα spa προσπαθώντας να προσελκύσει πάλι κόσμο. Στην πορεία ξεπήδησαν θέατρα, σανατόρια, πάρκα και στήθηκε η ξύλινη αποβάθρα στην παραλία. Η σύνδεση της πόλης με το σιδηροδρομικό δίκτυο βοήθησε στην εκτόξευση του αριθμού των επισκεπτών ενώ άρχισαν να έρχονται αριστοκράτες από Βαρσοβία και Βερολίνο. Αρχές του 19ου αι. ανοίγει και το πρώτο καζίνο το οποίο βοήθησε αρκετά την οικονομία της πόλης. Το 1928, η ξύλινη προβλήματα επεκτείνετε κι άλλο προς τη θάλασσα φτάνοντας σε μήκος τα 512 μέτρα, κάτι που την καθιστά μέχρι σήμερα ως την μεγαλύτερη προβλήτα της Ευρώπης.
Η οικονομική άνοδος της πόλης μειώθηκε όταν άρχισαν οι εντάσεις στα γερμανοπολωνικά σύνορα. Οι επισκέπτες περιορίστηκαν κι οι Γερμανοί κάτοικοι της πόλης έκαψαν την συναγωγή. Μετά την έναρξη του πολέμου, η πόλη περνάει στην ναζιστική Γερμανία. Πολωνοί κι Εβραίοι συνελήφθησαν κι εκδιώχθηκαν κι η οικονομική δύναμη της πόλης κατέρρευσε. Όταν ο σοβιετικός στρατός κατέλαβε το Σόποτ το 1945, βρήκε τα περισσότερα κτίρια κατεστραμμένα. Η πόλη επανήλθε στην Πολωνία μετά τη Συμφωνία του Πότσνταμ κι οι τελευταίοι Γερμανοί κάτοικοι εκδιώχθηκαν βιαίως από τα σπίτια τους, τα οποία παραχωρήθηκαν σε Πολωνούς.
Το Σόποτ ανέκαμψε  αμέσως αλλά πήρε μία άλλη πορεία, πιο καλλιτεχνική. Απέκτησε Σχολή Μουσικής, Σχολή Ναυτιλιακού Εμπορίου, μια βιβλιοθήκη και μια γκαλερί τέχνης. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας της πόλης του Jan Kapusta, η πόλη άρχισε ένα ετήσιο Φεστιβάλ Τεχνών το 1948.  Το 1956 πραγματοποιήθηκε το πρώτο πολωνικό φεστιβάλ τζαζ (μέχρι τότε απαγορεύτηκε η τζαζ από τις κομμουνιστικές αρχές). Αυτός ήταν ο πρόδρομος του συνεχιζόμενου ετήσιου Jazz Jamboree στη Βαρσοβία. Το 1961 εγκαινιάστηκε το Διεθνές Φεστιβάλ Τραγουδιού του Σόποτ, αν και διεξήχθη στο Γκντανσκ για τα τρία πρώτα χρόνια, μετακόμισε στο μόνιμο χώρο του στην Όπερα του Σόποτ το 1964. Το 1963 ο κεντρικός δρόμος της πόλης μετατράπηκε σε πεζόδρομο. Τα νέα συγκροτήματα λουτρών, σανατορίων και ξενοδοχείων άνοιξαν το 1972 και το 1975. Μέχρι το 1977, η πόλη είχε περίπου 54.500 κατοίκους, το υψηλότερο στην ιστορία του. Το 1979 και το ιστορικό κέντρο της πόλης κηρύχθηκε εθνικό κέντρο πολιτιστικής κληρονομιάς από την κυβέρνηση της Πολωνίας.
Το Σόποτ βρίσκεται σήμερα σε περίοδο έντονης ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής ενός αριθμού ξενοδοχείων πέντε αστέρων και θέρετρων spa στην προκυμαία. Ο κύριος πεζόδρομος, Monte Cassino, έχει επίσης επεκταθεί με την εκτροπή της κυκλοφορίας κάτω από αυτό, που σημαίνει ότι ολόκληρος ο δρόμος είναι τώρα πεζόδρομος. Η παραθαλάσσια αυτή πόλη μαζί με τη Βαρσοβία, διαθέτει τις υψηλότερες τιμές των ακινήτων στην Πολωνία.
Αυτή η χλιδή είναι εμφανής από τη στιγμή που κατεβαίνεις από το τραίνο. Ο σιδηροδρομικός σταθμός βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του κεντρικού πεζοδρόμου κάτι που προσφέρει την δυνατότητα στον κάθε επισκέπτη να δει ολόκληρη σχεδόν την πόλη. Οι δρόμοι είναι πεντακάθαροι, τα σπίτια στέκουν με φωτεινά κι ευχάριστα χρώματα και τα μαγαζιά είναι γεμάτα κόσμο που απολαμβάνει τον ζεστό μαγιάτικο ήλιο.
Στον κεντρικό πεζόδρομο βρίσκεται και το "Κλεμμένο Σπίτι" το οποίο είναι ένα δείγμα σουρεαλιστικής αρχιτεκτονικής, παρόμοιας με το σπίτι που χορεύει στην Πράγα. Από 'κει ξεκινάει η μεγάλη πλατεία με τα ξενοδοχεία, τα καζίνο και τον κομψό φάρο. Όλα δείχνουν σαν μία τεράστια γαμήλια τούρτα. Μία αισθητική που δεν με ελκύει ιδιαίτερα.
Επισκέφθηκα την πόλη Κυριακή μεσημέρι. Ο προαστιακός άδειασε τελείως κι όλοι μας ξεχυθήκαμε στους δρόμους της πόλης. Δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η κοσμοσυρροή καθώς η μέρα ήταν υπέροχη. Αυτό όμως που δε περίμενα να αντικρίσω, ήταν η πολυκοσμία στην αχανής παραλία του Tricity (Γκντανσκ, Σοποτ και Γκντίνια). Μία ατελείωτη παραλία που στα ανατολικά καταλήγει στο λιμάνι του Γκντανσκ του οποίου οι γερανοί αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα κι από την άλλη σταματούσε σε μία καταπράσινη πλαγιά που ακουμπούσε πάνω στη θάλασσα. Βγάλαμε τα παπούτσια μας και περπατήσαμε στη βρεγμένη άμμο. Το νερό ήταν παγωμένο αλλά αυτό δε πτοούσε τους Πολωνούς να απολαύσουν τα πρώτα τους καλοκαιρινά μπάνια.
Περπατήσαμε γι' αρκετή ώρα μέχρι την ξύλινη προβλήτα. Εκατοντάδες επισκέπτες βόλταραν πάνω σ' αυτήν κι αφήνονταν στο δροσερό αεράκι της Βαλτικής θάλασσας. Κάποιοι άλλοι τάιζαν τους κύκνους που κολυμπούσαν μαζί με τους παραθεριστές ενώ άλλοι επέλεγαν να κάνουν τη βόλτα τους με ένα πειρατικό καράβι.
Ξαποστάσαμε στη σκιά ενός δέντρου παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μας. Μπορεί οι Πολωνοί να μην έχουν τα εξωτικά τυρκουάζ νερά της Ελλάδος αλλά τους έβλεπες ικανοποιημένους να αρκούνται με τα δικά τους. Που και που ακούγαμε κάποιους να μιλούν ελληνικά κι αυτό μας προκαλούσε εντύπωση.
Από εκεί περπατήσαμε στα τεράστια παραθαλάσσια πάρκα της πόλης. Ηρεμία και χαλάρωση. Ο ήλιος έπαιζε με τις πυκνές φυλλωσιές και το έντονο πράσινο ξεκούραζε το μάτι μας. Οικογένειες έκαναν πικ νικ στο γρασίδι και ηλικιωμένα ζευγάρια διάβαζαν στα διάσπαρτα παγκάκια. Η βόλτα στα πάρκα τους ήταν μία εξαιρετική αφορμή για όμορφες συζητήσεις.
Το απόγευμα πήραμε τον προαστιακό για να επιστρέψουμε στο Γκντανσκ. Μπορεί το Σόποτ σαν πόλη να μη μ' εντυπωσίασε ιδιαίτερα αλλά μου άφησε όμορφα συναισθήματα κι αυτό χάρης στην αχανής παραλία και στα υπέροχα πάρκα του. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου