Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Από τον ποταμό Μοτλάβα στα ναυπηγεία




Όταν βρέθηκα πριν από τρία χρόνια στην Μπρατισλάβα, πέρασα έξω από μια γκαλερί που είχε αφιέρωμα στο κίνημα της Αλληλεγγύης. Τότε δε γνώριζα τίποτα για το συγκεκριμένο γεγονός. Παρακολουθώντας τις φωτογραφίες, εντυπωσιάστηκα με το πάθος και την ένταση των ανθρώπων καθώς πρωτοστατούσαν για τα εργατικά τους δικαιώματα. Αρχικά νόμιζα πως το κίνημα αυτό είχε απλωθεί σ' ολόκληρη την Πολωνία. Με τον καιρό έμαθα πως κυριάρχησε στα ναυπηγεία του Γκντανσκ. Πριν επισκεφθώ την πόλη, παρακολούθησα και την ταινία του Αντρέι Βάιντα για τον Λεχ Βαλέσα κι έτσι απέκτησα μία καλύτερη εικόνα για τις μέρες αυτές που συντάραξαν την Πολωνία κι ανάγκασαν τις υπόλοιπες χώρες να στραφούν σ' αυτήν την μικρή πόλη.
Έχοντας λοιπόν συνδυάσει το Γκντανσκ με το κίνημα αλληλεγγύη, σκέφτηκα να ξεκινήσω τις βόλτες μου από την υδάτινη πλευρά της πόλης, η οποία δεν είναι άλλη από τον ποταμό που ενώνει την Βαλτική θάλασσα με το εσωτερικό της χώρας, έχοντας ως είσοδό του το Γκντανσκ.
Η ιδιαίτερη φύση της πόλης με ώθησε να επιλέξω ένα διαμέρισμα που κοιτούσε προς τον ποταμό. Ήταν ονειρικό να ξυπνάς το πρωί και να πίνεις τον καφέ σου στο μπαλκόνι με θέα το ποτάμι με τους υπέροχους κύκνους και τις θορυβώδεις πάπιες. Το ξενοδοχείο άνηκε σε ένα συγκρότημα διαμερισμάτων, χτισμένα σε ένα από τα νησιά που σχηματίζονται στο ποτάμι. Στη θέση παλιών εργοστασίων που είχαν ισοπεδωθεί από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κάτοικοι σήμερα στήνουν ξανά την πόλη τους καθώς νιώθουν πως σύντομα θα μετατραπεί σε ένα διάσημο τουριστικό κέντρο. Ακριβώς απέναντι από το μπαλκόνι μου στεκόταν το κουφάρι ενός παλιού εργοστασίου, προσφέροντας έναν αντιφατικό τονισμό σε σχέση με τους υπέροχους τρούλους της απέναντι όχθης (00:05-00:20).
Στη διαδρομή όμως προς την παλιά πόλη, η συνοικία ζωντανεύει. Πολύχρωμα μπαράκια ξεπετάγονται στα γύρω τετράγωνα και υπαίθριες καντίνες προσφέρουν υπέροχες λιχουδιές. Εκεί βρίσκεται και η "προκυμαία" της πόλης (00:36-03:00). Μία συστοιχία παλιών και κομψών κτιρίων που ξεκινάει από την εντυπωσιακή "Πράσινη Πύλη", με τα βλέμματα να επικεντρώνονται στον τεράστιο μαύρο γερανό που θεωρείται σύμβολο της πόλης και συσχετίζεται με την ναυτική της ιστορία. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.
O πρώτος γερανός χτίστηκε το 1367 ενώ η σημερινή όψη υπολογίζεται γύρω στο 1442-44 και θεωρείται ο μεγαλύτερος στο είδος του κατά τη περίοδο του Μεσαίωνα. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο γερανός καταστράφηκε καθώς το ξύλινο  τμήμα του κάηκε ολοσχερώς. Όταν ανοικοδομήθηκε ξανά η πόλη, ανακαινίστηκε και σήμερα λειτουργεί ως Ναυτικό Μουσείο. Στάθηκα αρκετή ώρα από κάτω του και προσπαθούσα να καταλάβω πως λειτουργούσε. Χοντρά σκοινιά, τεράστιοι τροχοί και μασίφ γάντζοι αιωρούνταν απειλητικά πάνω από το κεφάλι μου. Έφυγα χωρίς να μάθω τίποτα. Όχι πως το 'ψαξα και πολύ καθώς την προσοχή μου τραβούσαν ένα σωρό άλλα αξιοθέατα.
Ένα απ' αυτά είναι το πλοίο Σόλντεκ (02:27-02:51) που ξαποσταίνει ακριβώς απέναντι από τον γερανό. Είναι το πρώτο πλοίο που κατασκευάστηκε εξολοκλήρου στην Πολωνία (ήταν μία σειρά 29 πλοίων αυτού του τύπου που κατασκευάστηκαν εκεί) και πήρε το όνομά του από τον εργάτη των ναυπηγείων Stanisław Sołdek. Σήμερα λειτουργεί κι αυτό ως ένα κομμάτι του Ναυτικού Μουσείου της πόλης.
Κατεβαίνοντας πιο χαμηλά, αρχίζουμε να συναντάμε πιο σύγχρονα κτίρια τα οποία όμως δε διαφέρουν πολύ από το παλιό ύφος της πόλης. Μετά το εθνικό ωδείο, του οποίου οι είσοδος θυμίζει πολύ εμπρόσθιο κατάρτι ιστιοφόρου με τα πανιά φουσκωμένα, συναντάμε μια γέφυρα που ενώνει τις δυο πλευρές. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της γέφυρας (03:02-03:10) είναι πως σηκωνόταν όρθια κάποιες στιγμές της μέρας για να περάσουν τα σκάφη. Ήταν εντυπωσιακή η στιγμή της καθόδου της γέφυρας αλλά και του κόσμου που περίμενε υπομονετικά κι από τις δυο πλευρές για να τη διασχίσει. Ένα καθημερινό ζωντανό πανηγύρι που προσωπικά μου έφτιαχνε πολύ τη διάθεση όποτε το συναντούσα.
Λίγο πιο κάτω ορθώνεται το μοντέρνο φουτουριστικό μουσείο για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (03:20-04:06). Η γυάλινη κορυφή του φαίνεται από αρκετά σημεία της πόλης, σαν ένα κεφάλι που ξεχωρίζει μέσα από το πλήθος και σου γνέφει να πας κοντά του. Αυτό που σ' εντυπωσιάζει από το συγκεκριμένο κτίριο είναι η μοντέρνα αρχιτεκτονική του και το έντονο χρώμα του. Το κεραμιδί προσπαθεί να φανερώσει μία ξεθωριασμένη ένταση που προσπαθεί όμως να μείνει αναλλοίωτη στο χρόνο. Το φουτουριστικό του ύφος με τους διακριτικούς μηχανισμούς εξαερισμούς του περιμετρικά του χώρου, δίνει την αίσθηση πως το κτίριο λειτουργεί ως ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ της παλιάς πόλης και του βιομηχανικού τοπίου που ακολουθεί καθώς στο βάθος ξεχωρίζουν οι μεγάλοι γερανοί του ναυπηγείου.
Περπατώντας προς τους τεράστιους μεταλλικούς γίγαντες, έκανα πρώτα μία στάση στο κέντρο της Αλληλεγγύης (04:07-05:25). Ένα κίνημα αρκετά περίεργο τόσο για τη χρονική στιγμή όσο και για τη Δύση που έκανε τα πάντα για να το αγκαλιάσει. Δεν είναι τυχαίο πως μέχρι σήμερα, στην θρυλική σιδερένια πόρτα που είχαν κλειδαμπαρωθεί τότε οι εργάτες, σήμερα δεσπόζουν δυο μεγάλες φωτογραφίες του Πάπα Ιωάννη Παύλου. Σε κείνο το σημείο έχει στηθεί μία εντυπωσιακή πλατεία με ένα πανύψηλου τσιμεντένιο μνημείο. Στη κορυφή του κρέμονται τρεις μεγάλες άγκυρες ενώ στη βάση του υπάρχουν μεταλλικά ανάγλυφα που παρουσιάζουν το κίνημα. Ένα τείχος χωρίζει το κέντρο Αλληλεγγύης με την πλατεία. Πάνω σ' αυτό υπάρχουν άπειρες επιγραφές άλλων σωματείων κι οργανώσεων που είχαν στηρίξει τους απεργούς. Πέρασα την πύλη και περιπλανήθηκα περιμετρικά του κέντρου. Ένας τεράστιος όγκος από τσιμέντο και σκουριασμένες μεταλλικές πλάκες. Το εσωτερικό του παραμένει το ίδιο εντυπωσιακό με ένα όμορφο υπαίθριο γεμάτο γλυπτά και φωτογραφίες του Λεχ Βαλέσα. Και τι δε θα δινα να τον συναντούσα έστω για λίγο, να αναγνωρίσω από μακριά το χοντρό του μουστάκι και τα πονηρά του μάτια. Να τον προσεγγίσω για να τον ρωτήσω αν είναι πλέον ικανοποιημένος με την πορεία της Πολωνίας. Είμαι βέβαιος πως θα αναγνώριζα μία δυσαρέσκεια στο βλέμμα του καθώς σε μια τελευταία του συνέντευξη δήλωσε την απογοήτευσή του για την ακροδεξιά ροπή της χώρας του.
Η περιπλάνηση ολοκληρώθηκε με μία απογευματινή επίσκεψη στα θρυλικά ναυπηγεία (05:26-06:16). Αφού διέσχισα άδειους δρόμους κι ερειπωμένες εγκαταστάσεις, βρέθηκα σε μία μεγάλη γέφυρα, όπου μου επιτρεπόταν να φτάσω μέχρι τα μισά. Σε κείνο το σημείο το ποτάμι ανοιγόταν καθώς φτάναμε κοντά στο δέλτα. Το νησί απέναντι φανέρωνε ένα δάσος από γερανός και δέντρα. Ένα άκρως αντιφατικό τοπίο που προκαλούσε ποικίλα συναισθήματα. Για μένα ήταν ένας ακόμη ιδιαίτερος τόπος καθώς εδώ είχα ξεμπαρκάρει κάποτε ο πατέρας μου μετά από ένα υπερατλαντικό του ταξίδι. Ο ίδιος μου έλεγε πόσο πολύ του είχε αρέσει η πόλη από το λίγο που έκατσε και βόλταρε, πριν πάρει το αεροπλάνο για Ελλάδα.
Ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει προς τη μεριά του Σόποτ και της Γκντίνια, τις άλλες δυο πόλεις της περιοχής. Ο ορίζοντας ρόδισε δίνοντας το σύνθημα για τις βραδινές περιπλανήσεις στην πόλη (06:17-07:17). Πήρα τον ίδιο δρόμο με τον οποίον έφτασα στα ναυπηγεία. Τα φώτα της πόλης είχαν ανάψει και τα μνημεία είχαν πάρει μία γιορτινή όψη. Η αρυτίδωτη επιφάνεια του ποταμού λειτουργούσε σαν καθρέφτης, προσφέροντας δύο ανεστραμμένες εικόνες του Γκντανσκ. Παρέες μαζεύονταν δίπλα στο ποτάμι και με άφθονη μπύρα απολάμβαναν τα πρώτα θερινά βράδια με γέλια και μουσικές ενώ στο ιστιοφόρο που ήταν δεμένο δίπλα στο μεγάλο γερανό, είχε ζωντανή μουσική με γνωστά ροκ κομμάτια, κάτι που μαγνήτιζε τους περαστικούς. Στέκονταν για λίγο, άκουγαν τη γλυκιά φωνή της τραγουδίστριας και της πρόσφεραν ένα ζεστό χειροκρότημα πριν συνεχίσουν τη νυχτερινή τους βόλτα προς το κέντρο της παλιάς πόλης.
Με αυτόν τον τρόπο η γλυκιά αύρα του Γκντανσκ έκλεινε τις ημερήσιες εξορμήσεις μου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου