Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Προβολή του ντοκιμαντέρ "Σε μια Στιγμή Κινδύνου"

 


Νιώθω μεγάλη ικανοποίηση που βρίσκω τον τόπο μου γεμάτο εκδηλώσεις και δρώμενα, παρόλο που βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα. Όμως χαίρομαι ιδιαίτερα για την αυριανή προβολή του βραβευμένου ντοκιμαντέρ «Σε μια στιγμή κινδύνου» (μια κοινωνία που ταλαντεύεται ανάμεσα στον εκφασισμό της και την αλληλεγγύη), η οποία θα πραγματοποιηθεί στο φιλόξενο χώρο του Αντίβαρου (Καλοπλύτου 44), καθώς γνωρίζω το εξαιρετικό έργο του Ιάσονα Μπάντιου, της Σταυρούλας Πουλημένη και του Θεόφιλου Καλαϊτζίδη. 
Οι συντελεστές της ταινίας πατάνε πάνω στη μνήμη και στη λήθη αλλά και στις προσπάθειες που γίνονται για να καταγραφεί η «επίσημη» ιστορία μιας χώρας, αποσιωπώντας δυσάρεστα συμβάντα κι εγκληματικές πράξεις. Όμως κάποια από τα πρόσφατα γεγονότα ήταν τόσο έντονα, που δυστυχώς φανέρωσαν το κεκαλυμμένο σκοτεινό προσωπείο της ελληνικής κοινωνίας. Ένα προσωπείο που δυστυχώς δύσκολα μπορεί να κρυφτεί ξανά. Τόσο με την προσφυγική κρίση όσο και με τα συλλαλητήρια για το όνομα της Βορείου Μακεδονίας, γίναμε μάρτυρες μιας κοινωνίας που ταλαντεύεται επικίνδυνα ανάμεσα στον εκφασισμό και την αλληλεγγύη. 
Η ταινία επιχειρεί να αναδείξει το νήμα του υπόγειου αυτού «πολέμου» και της διάχυσης της ρητορικής του μίσους προς τον άλλον, τον ξένο, τον γείτονα, τον πρόσφυγα και το καθετί διαφορετικό. Επίσης, η ταινία αποτελεί μια προσπάθεια σύνδεσης των γεγονότων, μέσα από τα μάτια της αλληλεγγύης. Πάνω σ’ αυτό το κομμάτι, δίνεται χώρος σε ανθρώπους που βίωσαν έντονα την περίοδο αυτή να παρουσιάσουν τις δικές τους μαρτυρίες. Παράλληλα, ερευνά το πώς οι κρατικές πολιτικές και τα Μ.Μ.Ε. ενίσχυσαν το κλίμα του φόβου, της βίας και του ρατσισμού, αντί να προστατεύουν τους φτωχούς και τους αδύναμους. 
Μέσα από το μωσαϊκό των παραπάνω αφηγήσεων, γίνεται μια προσπάθεια εντοπισμού διεξόδων από αυτή την κατάσταση, μέσω του αγώνα για μια κοινωνία που η αλληλεγγύη θα αποτελεί καθημερινή πράξη και οδηγό μιας διαφορετικής ζωής, που θα συμπεριλαμβάνει όλους και όλες. 
Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, ειδικά στον τόπο μας που βίωσε έντονα αρκετά απ’ τα παραπάνω γεγονότα, να συναντηθούμε στο Αντίβαρο και να συζητήσουμε τόσο με τους συντελεστές όσο και μεταξύ μας μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ. 

Συντελεστές: 

Σενάριο – σκηνοθεσία – παραγωγή: Θεόφιλος Καλαϊτζίδης, Ιάσων Μπάντιος, Σταυρούλα Πουλημένη 
Έρευνα: Ιάσων Μπάντιος, Σταυρούλα Πουλημένη 
Φωτογραφία – μοντάζ: Θεόφιλος Καλαϊτζίδης 
Μουσική: Σταμάτης Πασόπουλος 
Ηχοληψία: Σίμος Λαζαρίδης, Ενές Αχμέτ Κεχαγιά 
Μίξη Ήχου: Σίμος Λαζαρίδης 
Επιστημονικός συνεργάτης: Δημοσθένης Παπαδάτος Αναγνωστόπουλος 
Αφήγηση: Φούλης Μπουντούρογλου, Δώρα Νεστορίδου 

Με την υποστήριξη του ελληνικού παραρτήματος του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

Προτάσεις για μια παιδεία κοινωνικού χαρακτήρα



του Γιώργου Ορφανίδη*

Κάθε 30ή Ιανουαρίου η σκέψη πολλών, αυτόματα ή κατευθυνόμενα (υπό το πρίσμα της άκριτης υποστήριξης του ρεύματος «ακολουθώ ό,τι γίνεται προκειμένου να δηλώσω την παρουσία μου» (βλ. social media), επιστρέφει στο ζήτημα της θέσης-αξίας των Γραμμάτων & των Τεχνών. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό αρκετά γνωστός, τουλάχιστον στις ελληνικές κοινότητες. Επομένως, ας μη μείνουμε στο ιστορικό ή όποιο άλλο υπόβαθρο του θέματος. Για όποιον, όμως, το επιθυμεί, προσωπικά, προτείνω την ανάγνωση του παρακάτω και ιδιαίτερα κατατοπιστικού πονήματος της ακαδημαϊκού κ. Εφης Γαζή, «Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών». Μια γενεαλογία του «Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» (Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, 2004). 
Βέβαια, ο Ιανουάριος πέρασε, και ενδεχομένως ήδη πολλοί να ξέχασαν ακόμα και τον τελευταίο απόηχο της παραπάνω ημέρας, ή και της 24ης Ιανουαρίου (Διεθνής Ημέρα Εκπαίδευσης), κατά την οποία τα κλισέ για την πολυπόθητη ανοιχτή προς όλους & ορθή παιδεία-πολιτισμική (ανα)δόμηση αναδιατυπώνονται χωρίς καμία ουσία με συρραφές περσινών και προπέρσινων κειμένων. 
Ταυτόχρονα, τον Φεβρουάριο έχουμε ουκ ολίγες ημέρες αφιερωμένες σε αξίες-ιδέες που θα έπρεπε όχι μόνο να θεωρούνται αυτονόητες σήμερα αλλά και να λαμβάνονται ως πυλώνες της παιδείας μας (βλ. 04/02 –Διεθνής Ημέρα Ανθρώπινης Αδελφοσύνης, 11/02– Διεθνής Ημέρα για τις Γυναίκες και τα Κορίτσια στην Επιστήμη, 20/02 – Παγκόσμια Ημέρα Κοινωνικής Δικαιοσύνης). 
Αναδίφηση, λοιπόν, στο παρόν, και όχι στο χθες, με εφαλτήριο τί; Μία ή δύο ή τρεις… εορτές; Όχι. Ασφαλώς οι τυμπανοκρουσίες δεν επαρκούν, όταν η διαβίωσή μας εξαρτάται από καμένη γη. Τα Γράμματα και οι Τέχνες είναι απότοκα ενσυνείδησης και ενσυναίσθησης, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με την επιβολή αναχρονιστικών θεσμών, την κυριαρχία πολιτισμικών στερεοτύπων, και τη μαζική χειραγώγηση. Δηλαδή, εάν θέλουμε να μιλήσουμε, όντως, για Γράμματα και Τέχνες στο μετα-μεταμοντέρνο κοσμοείδωλο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας που δομείται στη δυναμική του unique ως ουτοπικό θεμέλιο, οφείλουμε να ξεκινήσουμε το παιχνίδι της εύρεσης των πολυπόθητων καρπών μίας παιδείας πρώτα από όλα κοινωνικής· να ξεκινήσουμε από το πώς βλέπουμε τον κόσμο εμείς οι ίδιοι. 
Για αυτό, σήμερα, επιλέχθηκαν τρία βιβλία, λογοτεχνικά αλλά διαφορετικού είδους-ύφους, η ανάλυση των οποίων λειτουργεί σαν ένα άλλο πρόσφορο έδαφος· προς καλλιέργεια μιας παιδείας κοινωνικού χαρακτήρα, άνευ επίπλαστων πραγματικών-συμβολικών συνόρων.




Οι «Βαλκανευτές», τυπικά, ανήκουν σε μία κατηγορία, η οποία παρεξηγείται από ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, θεωρούμενη ως «καταγραφική», επομένως όχι και μείζονος σημασίας. Η κατηγορία αυτή δεν είναι άλλη, παρά η ταξιδιωτική λογοτεχνία. Εδώ, έχουμε μία ομάδα νέων που οδικώς περιδιαβαίνει τα δυτικά βαλκάνια, φθάνοντας ως την Τεργέστη της Ιταλίας. Ο αυτοπροσδιορισμός τους, Βαλκανευτές, παραπέμπει -κατά μία έννοια- στους Ιχνευτές, σατιρικό δράμα του 5ου αι. π.Χ., γραμμένο από τον Σοφοκλή, καθώς και τα δύο έργα αναφέρονται στην αξία της ανακάλυψης του «χ» πολιτισμικού στοιχείου μέσα από το μη αναμενόμενο· στο προγενέστερο εξ αυτών έχουμε τη μουσική, ή οποία εκπροσωπεί την αρμονία και άκρα αισθητική του οικουμενικού, στο άλλο, το κατά πολύ μεταγενέστερο χρονικά, έχουμε την ιστορική αρχή της ύφανσης της εκάστοτε πολιτισμικής ταυτότητας, η οποία εκπροσωπεί τη βάση κάθε κοινωνικού συνόλου που θέλει να διασφαλίσει την ύπαρξη του μεταξύ άλλων, λίγων ή πολλών. 
Διότι, ναι, τώρα, ο συγγραφέας θέτει τον δάκτυλον υπό τον τύπον των ήλων ανατρέποντας όλα όσα πιστεύουμε -στερεοτυπικά ή μη- για την πολύπαθη γη της βαλκανικής χερσονήσου, χωρίς να επιχειρεί να την ορίσει γεωγραφικά, αφού τα σύνορα ίσως και να διασπούν το σύνθημα περί ομόνοιας και συνεργασίας των λαών. 
Ένα απλό αυτοκίνητο γίνεται το μέσον με το οποίο κάθε παλαιό σύνορο ακυρώνεται αυτόματα από τον ίδιον τον άνθρωπο που κάποτε το τοποθέτησε, επειδή από την Προϊστορία ακόμα ως επίγειο ον αυτή του την ανάγκη θέλει να ικανοποιεί στη συμβίωση με τρίτους, περισσότερο ή λιγότερο φίλους εκ προοιμίου να περιφρουρήσει το (ολο)δικό του, ό,τι και αν είναι αυτό, προσδιοριζόμενο από τον όποιο δείκτη αξίας, π.χ. οικονομικό, συναισθηματικό. Έπειτα, ο άνθρωπος σηματοδοτεί –έστω και τύποις– τη δράση του μέσα από τα μνημεία. Και ως μνημείο ορίζεται το οτιδήποτε έχει φτιαχτεί από το χέρι του, επίσης, ανεξαρτήτως υλικής ή όποιας άλλης αξίας. Με τα μνημεία ο άνθρωπος γεμίζει τα σύνορα που γνωστοποίησε στους μη ανήκοντες στην ομάδα του ίδιου, αφήνει κληρονομιά για τις επόμενες γενιές. Τα πολλά μνημεία σηματοδοτούν πολλές φορές μια πλούσια ιστορία, μια αξιοθαύμαστη πολιτισμική ταυτότητα, χωρίς όμως αυτή η πολύ απλή συλλογιστική απόρροια να είναι ακλόνητη. Αλλωστε πώς ορίζονται τα πολλά μνημεία; Πώς ορίζεται, εντέλει, η πλούσια ή μη ιστορική αποτύπωση, και ακόμα περισσότερο το μεγάλο ή μη εύρος της πολιτισμικής ταυτότητας; 
Ο Χατζελένης με έναν άλλου είδους φακό απαθανατίζει σκηνές που αναδεικνύουν τα παρεξηγημένα παιδιά της ιστορίας, των οποίων η ζωή ακροβατεί πάνω από τη μεσόγειο και κάτω από τον Δούναβη. Και αυτό, όμως, είναι πολύ σχετικό, καθώς τα ερωτήματα που ανακύπτουν ξεφυτρώνουν σαν τις κεφαλές τις Λερναίας Υδρας, ειδικά με τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Μιλάμε, λοιπόν, για Βαλκάνια ή Αδριατική, όπως θα έλεγαν οι Ιταλοί, εάν ήθελαν λίγο παραπάνω κύρος να προσδώσουν σε ορισμένες περιοχές; Ποιος είναι (και ποιος δεν είναι) «βαλκάνιος»; Μπορεί ένα (τόσο) διευρυμένο πολιτισμικό σύνολο μόνον επειδή ορίζεται από συγκεκριμένα φυσικά/τεχνητά σύνορα να χαρακτηρισθεί απ’ άκρη σ’ άκρη ως «βαλκανικό». Η Ελλάδα σίγουρα αποτελεί ένα παράδειγμα που διχάζει, και ταυτόχρονα ανατροφοδοτεί τους κατοίκους της με μία νέα διάθεση για αποκωδικοποίηση της τοπικής ιστορίας, των μνημείων και συμβόλων, που όλοι τους επικαλούνται στη διάρκεια (επανα)δόμησης της ταυτότητάς τους, αλλά και εκείνων των σημείων που ενδεχομένως να «φοβούνται» όντας φύσει ή θέσει (γεωπολιτισμικά) αμφιλεγόμενα. 
Κλείνοντας αυτήν την κυκλική –για άλλους σπειροειδή– πολιτισμική διαδρομή, ας κρατήσουμε ένα από εκείνα τα αποφθέγματα των Στωικών που μας υπενθυμίζουν ότι η παιδεία-σοφία είναι απαλλαγμένες από κάθε μορφή έπαρσης, εγωκεντρικής τοποθέτησης ή πεισματικής εσωστρέφειας: «Τι πρώτον έστιν έργον του φιλοσοφούντος; αποβαλείν οίησιν: αμήχανον γαρ, ά τις ειδέναι οίεται, ταύτα άρξασθαι μανθάνειν» (Επίκτητος, αρχαίος φιλόσοφος, 50-135 μ.Χ.).

* Ο Γιώργος Ορφανίδης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ του ΑΠΘ – σε συνεργασία (συνεπίβλεψη) με το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης ΙΙ. Σπούδασε Αρχαιολογία & Ιστορία της Τέχνης (ΒΑ, ΜΑ), Ιταλική Φιλολογία (ΒΑ), Μάνατζμεντ & Επικοινωνία (ΜΑ) στο ΑΠΘ. Εμπλουτίζει τις γνώσεις του παρακολουθώντας συστηματικά σεμινάρια από αναγνωρισμένους φορείς. Συμμετέχει σε συνέδρια και δημοσιεύει σε ακαδημαϊκά περιοδικά, τόμους, εγκυκλοπαίδειες, κ.ά. της Ελλάδας και του εξωτερικού. Έχει εργαστεί στο ΥΠΠΟΑ, καθώς και σε ένα πλήθος πολιτισμικών φορέων δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα. Σήμερα, δραστηριοποιείται στον τομέα του Πολιτισμού-Τουρισμού και των Δημοσίων Σχέσεων.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2023

Godland (2022)

 



Η νέα κινηματογραφική χρονιά ξεκίνησε με ένα ξεχωριστό κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο θυμίζει αρκετά τη σπουδαία σκανδιναβική σχολή. Η "Χώρα του Θεού" του Ισλανδού σκηνοθέτη Χίλνουρ Πάλμασον, είναι ένα υπέροχο πάντρεμα ονειρικών πλάνων βγαλμένων από τις ταινίες του Τέρενς Μάλικ κι υπαρξιακών διλημμάτων αντίστοιχων μ' αυτά που έχουμε παρακολουθήσει μέσα από τη φιλμογραφία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και του Βέρνερ Χέρτζογκ, παρουσιάζοντας συνάμα μεγαλοπρεπώς τα απόκοσμα ισλανδικά τοπία όπου το παγωμένο νερό της βροχής και των ποταμών συνυπάρχει αρμονικά με την καυτή λάβα των ηφαιστείων. 
Η ταινία μας επιστρέφει στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου η Ισλανδία θεωρείτο αποικία της Δανίας. Εκείνη την περίοδο, η δανέζικη λουθηριανή εκκλησία στέλνει έναν νεαρό πάστορα, τον Λούκας, για να χτίσει μια εκκλησία σε ένα ισλανδικό χωριό, το οποίο κατοικείται από Δανούς εποίκους. Παράλληλα, ο νεαρός πάστορας προσπαθεί να αφουγκραστεί τις άγνωστες συνήθειες και τα ήθη των Ισλανδών, ενώ ταυτοχρόνως φωτογραφίζει τα τοπία και τους ανθρώπους της αποστολής αλλά κι αυτούς που συναντάει στο διάβα του. Παρά τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν στη νησιωτική χώρα, ο Λούκας θα επιμείνει στην ολοκλήρωση της αποστολής παίρνοντας πάνω του κάθε ρίσκο, χάνοντας απρόσμενα τον μοναδικό έμπιστο συνοδοιπόρο του και φτάνοντας ακόμη κι ο ίδιος σε τραγική κατάσταση από την οποία θα επιζήσει χάρη στις φροντίδες του Ράγκναρ, του αρχηγού της ομάδας. 
Ο νεαρός πάστορας θα καταφέρει να φτάσει σε ημιθανή κατάσταση στον τελικό του προορισμό και θα φιλοξενηθεί στο σπίτι ενός Δανού αγρότη μέχρι να γίνει καλά. Μετά την περιπέτειά του αυτή, ο πάστορας θα νιώσει τελείως χαμένος τόσο με την αποστολή που έχει αναλάβει όσο και με τον ίδιο του τον εαυτό και την πίστη του προς τον θεό. Βυθισμένος σε αυτή τη δίνη της αμφιβολίας, θα ερωτευτεί τη μεγάλη κόρη του αγρότη, δίνοντας νέο νόημα στην παραμονή του εκεί. Ωστόσο, η εκκλησία χτίζεται κι οι κάτοικοι του χωριού αρχίζουν να προσηλυτίζονται στη νέα θρησκεία. Μέσα σ' αυτούς κι ο Ράγκναρ, τον οποίον ο πάστορας αντιπαθεί θανάσιμα. Όμως, όταν φτάνει η στιγμή που όλα είναι έτοιμα, θα βρει τον Λούκας σε μια επικίνδυνη και μη αναστρέψιμη αμφισβήτηση.




Για το παραπάνω θέμα, ο Χίλνουρ Πάλμασον εμπνεύστηκε από κάποιες φωτογραφίες ενός Δανού πάστορα, οι οποίες θεωρούνται πως είναι οι πρώτες που τραβήχτηκαν στην Ισλανδία. Πατώντας πάνω σ' αυτές και χρησιμοποιώντας μια λιτή περιγραφή, ο Ισλανδός σκηνοθέτης Χίλνουρ Πάλμασον επιλέγει τα παλαιομοδίτικα τετράγωνα κάδρα, προσπαθώντας μέσα σ' αυτά τα χωρέσει το απέραντο μεγαλείο της ισλανδικής φύσης και να συμπυκνώσει τόσο τον αχαλιναγώγητο ανθρώπινο εγωισμό που προσπαθεί να δαμάσει τα πάντα γύρω του όσο και τον φανατισμό των θρησκευτικών δογμάτων που επιδιώκουν να ριζώσουν σε παρθένα κι αμόλυντα εδάφη. Με διακριτικό τρόπο, ο δημιουργός παρουσιάζει την αλαζονεία των αποικιοκρατών, οι οποίοι αρνούνταν να δουν ισότιμα τους πληθυσμούς των περιοχών που κατέχουν, δημιουργώντας συνεχώς έριδες και διχασμούς. Κατά κάποιον τρόπο, η ταινία είναι ένα λυρικό κατηγορώ απέναντι στο όχι και τόσο γνωστό αποικιοκρατικό καθεστώς που υπέστη η Ισλανδία.
Οι χαρακτήρες των πρωταγωνιστών χτίζονται σταδιακά. Όμως η αδυναμία που υπάρχει στη μεταξύ τους επικοινωνίας καθώς μιλούν διαφορετικές γλώσσες, δημιουργεί παράλληλα κι ένα χάσμα με το κοινό. Οι θεατές απολαμβάνουν μαγεμένοι τα υπέροχα τοπία της Ισλανδίας αλλά παραμένουν αμέτοχοι απέναντι στην εξέλιξη της ιστορίας και στα φονικά που σημειώνονται. 
Η κορύφωση της ταινίας έρχεται στην τελευταία πράξη, στην οποία ο ιερέας αδυνατεί να λειτουργήσει στην εκκλησία που χτίστηκε γι' αυτόν τον σκοπό, φανερώνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την αδυναμία της ανθρώπινης υπεροψίας που επιθυμεί να δαμάσει κάθε τι το διαφορετικό. Το επίμονο γάβγισμα του σκύλου θα του θυμίζει το φονικό που ο ίδιος διέπραξε ενώ το κλάμα του μωρού μέσα στον ναό θα του τονίζει το ατόπημα του να συνευρεθεί σεξουαλικά με την μεγάλη κόρη του αγρότη. Όλες αυτές οι συγκυρίες θα οδηγήσουν στο τελευταίο φονικό που θα ακολουθήσει, το οποίο θα είναι λυτρωτικό για όλα τα πρόσωπα. Ακόμη και για τον φονευμένο, το κουφάρι του οποίου θα κείτεται αιωνίως στην άγρια ύπαιθρο της Ισλανδίας, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να τονιστεί πως ό,τι κι αν κάνει το ανθρώπινο είδος, η φύση είναι αυτή που θα κυριαρχήσει πάνω του στο τέλος.  
Η "Χώρα του Θεού" είναι από τα σπάνια υπαρξιακά κινηματογραφικά διαμάντια που μπορούν να γίνουν αφορμή για να γεμίσουν οι σκοτεινές αίθουσες. Η ταινία είναι ένα μυσταγωγικό ταξίδι τόσο στα άγρια τοπία της Ισλανδίας όσο και στα αχαρτογράφητα ύδατα του νου. Είναι μια δοκιμασία πάνω στην πίστη προς τον άνθρωπο, τη φύση και τον θεό αλλά και μια προσπάθεια στο να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο τον ίδιο μας τον εαυτό όσο και τις δυνατότητες που έχουμε ως άνθρωποι. 


Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

«Βαλκανευτές» ένα ταξίδι αυτογνωσίας στο μέσα και το έξω μας




του Ιάσονα Γαβριηλίδη 


Με τον Γιώργο Χατζελένη δε γνωριζόμασταν. Πριν λίγο καιρό, βρισκόμουν σε κάποιο μπαρ με έναν φίλο. Από εκεί έτυχε να περνά μία γνωστή μου που μένει παραδίπλα. Χαιρετηθήκαμε και μου πρότεινε να συμμετέχω στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Τόσο απλά! Έτσι ξεκινάνε τα όμορφα πράγματα. Ένα βράδυ με ένα φίλο στη γειτονιά. Το ίδιο απλά, ένα άλλο βράδυ, ο Γιώργος με τον δικό του φίλο πήραν την απόφαση για αυτό το ταξίδι απόδρασης από την φθοροποιό καθημερινότητα. Η ρουτίνα μας απομονώνει και μας κλειδώνει. Η έξοδος από αυτή ήρθε ως κάθαρση. Διέξοδος και όχι διαφυγή. Έφερε απελευθέρωση και συντροφικότητα. Ένωσε τους τρεις φίλους πηγαίνοντας τους σε ένα ταξίδι 4.730 χλμ. Μαζί! Κι αυτή είναι η ουσία γιατί «ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει». 
Τα Βαλκάνια είναι κι αυτά γειτονιά μας. Μια πληθωρική, μα ανεξερεύνητη -για τους περισσότερους από εμάς- γειτονιά. Πόσα γνωρίζουμε για τα Βαλκάνια και τους λαούς τους; Πόσο γνωρίζουμε τους γείτονες μας; Αυτούς που μας χωρίζει μια νοητή γραμμή πάνω στον χάρτη ή μια μεσοτοιχία σε μια γκρίζα και απρόσωπη πολυκατοικία των απρόσωπων πόλεων μας; Αυτή η κριτική ματιά στην αρχιτεκτονική ομορφιά και ασχήμια, η αναφορά στη μνήμη που κουβαλούν τα κτίσματα και οι τόποι, η διατήρηση και η καταστροφή του τοπίου και της αισθητικής διατρέχει όλο το κείμενο και όλα τα δυτικά Βαλκάνια, από την Αθήνα στο Αργυρόκαστρο και από το Σαράγεβο ως την Τεργέστη. 
Μια πρόταση, για ένα παρόμοιο οδοιπορικό στα Βαλκάνια, δέχτηκα φέτος το καλοκαίρι, από τον φίλο που ήμουν εκείνο το βράδυ. Εκείνος πήγε. 
Οι Βαλκανευτές ήρθαν να μου επισημάνουν πως πρέπει τελικά να πάω κι εγώ αυτό το ταξίδι. Κάποτε έφτασα ως το Ντουμπρόβνικ, που στον Γιώργο θύμισε την Χίο. Εμένα μου θύμισε τη Ρόδο. Μαγεύτηκα κι εγώ από τα καταπράσινα βουνά του Μαυροβουνίου και τις παραμυθένιες πόλεις του Κότορ και της Μπούτβα. Όσο ο Γιώργος και οι φίλοι του ανακάλυπταν τα Βαλκάνια, παρακολουθούσα, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, τα ίδια τοπία που περνούσαν πίσω από το τζάμι του αυτοκινήτου ή κατακτώντας τα στενά σοκάκια των μεσαιωνικών πόλεων της Αδριατικής. Ταυτόχρονα γνώριζα και τον ίδιο. Οι Βαλκανευτές είναι ένα διττό ταξίδι. Είναι παράλληλα μια επιλεκτική καταγραφή του οδοιπορικού στη δυτική πλευρά της Χερσονήσου του Αίμου και μια ενδοσκόπηση, φιλτραρισμένη μέσα από τα πολυποίκιλα ερεθίσματα αυτής της περιπλάνησης, της πολυχρωμίας, της πολυφωνίας και της βαριάς ιστορίας που κουβαλά αυτός ο πολύπαθος και παραγνωρισμένος τόπος και κόσμος. «Πόσα τοπία, πόσες πόλεις, πόσες ιστορίες», λέει ο συγγραφέας. Και πόσες σκέψεις, πόσα συναισθήματα συμπληρώνω. Και συμφωνώ πως μέσα από τα ταξίδια ανακαλύπτουμε νέους τόπους και συνάμα τον εαυτό μας. Και όντως τα ταξίδια απελευθερώνουν. Θα το έχετε νιώσει σίγουρα κι εσείς. Και αν τελικά το ταξίδι είναι «ένα κυνηγητό με τον χρόνο και μια αναζήτηση του φαρμάκου στον επικίνδυνο χειμώνα της συνείδησης που διανύουμε εδώ και χρόνια». 
Ο Γ. Χατζελένης καταλήγει πως το κέρδος και μάλλον το φάρμακο αυτό τουλάχιστον για τον ίδιο είναι η αυτογνωσία. Κι εδώ ταυτίζομαι. Άλλωστε η αυτογνωσία είναι το ζητούμενο της ενδοσκόπησης και τι πιο ταιριαστό από το να ανακαλύπτεις τον μέσα σου κόσμο, ανακαλύπτοντας τον έξω κόσμο. Και τι πιο ταιριαστό για το μεγάλο ταξίδι, το ισόβιο κυνηγητό με το χρόνο από το να ταξιδεύεις, όπως παρατήρησε κάποτε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 
Οι ταυτίσεις που βρήκα με τον Γιώργο είναι πολλές, πέρα από την κοινή αγάπη για τα ταξίδια. Το ενδιαφέρον για την ιστορία των τόπων, την πολιτική κριτική στον μαζικό τουρισμό, τον καταναλωτισμό, η ανάγκη να περπατήσουμε πάνω-κάτω την κάθε πόλη τον κάθε τόπο για να αφουγκραστούμε, για να μπορούμε να νιώσουμε πως τον γνωρίσαμε, η χαρά και η αναζήτηση της αβίαστης επικοινωνίας με τους ντόπιους ως της πιο αυθεντικής επαφής με τον τόπο ή η απόλαυση του τυχαίου, όπως ένα αυτοσχέδιο πάρτι στη μποτιλιαρισμένη εθνική οδό. Είναι όλα αυτά μαζί σε μια ισορροπημένη όσμωση με όλο το βίωμα, που εσωτερικεύει ενός ανθρώπου που ζει, εργάζεται, προβληματίζεται, νιώθει, απογοητεύεται και ελπίζει στην Ελλάδα της κρίσης που ακόμη βαθαίνει. 
Όλο το βιβλίο είναι μια αναζήτηση για απαντήσεις που δεν υπάρχουν ή δεν έχουν βρεθεί και για άλλες που τελικά ο συγγραφέας μας τις δίνει, έστω προσωπικά ή και μερικά. Ερωτήσεις για την ταυτότητα και τι συγκροτεί, δηλαδή για το χθες και το σήμερα αλλά και για το μέλλον: το ατομικό, της Ελλάδας, των Βαλκανίων και των λαών τους, τι μας χωρίζει και τι μας συνδέει, πόσο μοιάζουμε και που διαφέρουμε με τους άλλους Βαλκάνιους, το νόημα του ταξιδεύειν και της ίδιας της ζωής, ο θάνατος και η αφύπνιση της γενιάς του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία ή της κρίσης στην Ελλάδα που μέσα από τις «αντανακλάσεις της λάμψης του τίποτα της έλαχε να σταθεί απέναντι στην Ιστορία και να τη λογαριάσει». 
Η γενιά του Γιώργου και δική μου, η γενιά μας και οι αγωνίες της. Η γειτονιά μας, τα Βαλκάνια, οι αντιφάσεις της και ο πλούτος που αυτές γεννούν μέσα στο ατέρμονο ταξίδι του χρόνου που περιέχει το ισόβιο ταξίδι της ζωής και τα επιμέρους ταξίδια, όσα προλάβουμε. Οι Βαλκανευτές είναι ένα από αυτά τα ταξίδια και η ανάγνωση τους είναι ένα ακόμη ταξίδι και μαζί μια πρόσκληση και μια πρόκληση στην ατομική αυτογνωσία μέσα από την αυτογνωσία μας ως μέρους ενός ευρύτερου γεωγραφικού και πολιτισμικού, ρευστού μα υπαρκτού κόσμου. Διότι τελικά είναι βέβαιο πως η απόληξη και ο στόχος είναι πάντα η μεγάλη εικόνα. Παραφράζοντας τον Γκράμσι: είναι δοσμένο πως η κατάληξη είναι το διεθνές, όμως το σημείο αφετηρίας είναι πάντα εθνικό κι απ’ αυτό οφείλουμε να ξεκινάμε. Στο τέλος πάντα γυρνάμε στην Ιθάκη, όμως η αυτογνωσία έρχεται με τον ζειν και την περιπλάνηση, γιατί τελικά «το να ζεις σε μικρό κομμάτι γης είναι αιχμαλωσία»

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Οι καλύτερες ταινίες του 2022




Η χρονιά που μας πέρασε ήταν η φτωχότερη κινηματογραφικά των τελευταίων δεκαετιών. Σίγουρα η πανδημία έπαιξε σημαντικό ρόλο στον περιορισμένο αριθμό ταινιών που βγήκαν στις κινηματογραφικές αίθουσες αλλά κι η ποιότητα ήταν αρκετά υποβαθμισμένη. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να συγκεντρώσω τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς, αν και πιστεύω πως υπό άλλες συνθήκες, αρκετές από τις παρακάτω ταινίες θα περνούσαν απαρατήρητες από μένα. 
Επίσης, έχει γίνει πλέον συνήθεια ταινίες που εκθειάζονται από κριτικούς κινηματογράφου και κοινό, να μου φαίνονται παντελώς αδιάφορες. Έτσι και φέτος, δεν μαγεύτηκα από ταινίες με διθυραμβικά σχόλια όπως το "Drive My Car", "Βαγόνι Αριθμός 6", "The Fabelmans", "Aftersun", "Απόφαση Φυγής" και το αλλοπρόσαλλο "Everything Everywhere All at Once". Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και στη φετινή νικήτρια ταινία του Χρυσού Φοίνικα "Το Τρίγωνο της Θλίψης". Ομολογώ πως δεν ανήκει στις απογοητευτικές νικήτριες ταινίες των περασμένων χρόνων (εξακολουθώ να πιστεύω πως τελευταία αξιόλογη νικήτρια ταινία του συγκεκριμένου θεσμού είναι "Η Χειμερία Νάρκη" του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν) αλλά δεν ήταν και κάτι που άξιζε να γίνει τόσος ντόρος.
Από την άλλη όμως, μπορώ να παραδεχτώ πως απόλαυσα κάποια από τα blockbuster της χρονιάς, τα οποία ήταν αξιοπρεπέστατα για το είδος τους. Κάποια απ' αυτά ήταν το "Top Gun:Maverick" του Τζόζεφ Κοσίνσκι, το πολυαναμενόμενο "Avatar: The Way of Water" του Τζέιμς Κάμερον και το αδίκως υποτιμημένο "The Northman" του Ρόμπερτ Έγκερς. 
Ακολουθούν οι δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς που μας έφυγε (για περισσότερη κριτική, πατήστε πάνω στους τίτλους των ταινιών).


10.Πινόκιο του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο




Ο "Πινόκιο του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο" αφηγείται το γνωστό κι αγαπημένο παραμύθι με διαφορετικό κι αρκετά ενήλικο τρόπο. Ο Μεξικανός σκηνοθέτης ξεκινάει την ιστορία με την απώλεια του Κάρλο, του δεκάχρονου γιου του γέρο-Τζεπέτο, από μια βόμβα που έπεσε μέσα σε μια εκκλησία, την ώρα που και οι δυο τους εργάζονταν πάνω στην εγκατάσταση ενός μεγάλου ξύλινου σταυρού. Χρόνια αργότερα ο Τζεπέτο, πνιγμένος στο αλκοόλ και τον πόνο, θα κόψει το δέντρο που σκεπάζει τον τάφο του γιου του και θα σμιλεύσει με το ξύλο του μια πρόχειρη ξύλινη μαριονέτα, η οποία θα ζωντανέψει από τα πνεύματα του δάσους. Ο συγκεκριμένος Πινόκιο δεν είναι όπως τον έχουμε συνηθίσει στα προηγούμενα έργα που αναφέρονται σ' αυτόν. Η άχαρη κι ημιτελής μορφή του συμβαδίζει με την άναρχη κι ανυπάκουη προσωπικότητά του. Το συγκινητικό όμως στοιχεία της μορφής του είναι μια τρύπα που βρίσκεται στο σημείο της καρδιάς, μέσα στην οποία κατοικεί ένας γρύλος. 

Βαθμολογία: 7/10


9. Blonde




Η "Blonde" είναι με απόλυτη σιγουριά, η ταινία που δίχασε τους πάντες και δυστυχώς λοιδορήθηκε αδίκως από αρκετούς κριτικούς κινηματογράφου και κινηματογραφόφιλους. Όμως η "Blonde" δεν είναι μια βιογραφική ταινία για τη ζωή της Μέριλιν Μονρόε, αλλά μια πειραματική σκηνοθετικά και ψυχεδελικά αφηγηματική προσέγγιση της ζωής της από τον σκηνοθέτη Άντριου Ντόμινικ. Ο σκηνοθέτης ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια της ηθοποιού, η οποία άλλαξε όνομα και προσωπικότητα, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να υποστηρίξει την ερωτική περσόνα της Μέριλιν Μονρόε. Όμως, η ανέλιξή της στον ανελέητα βίαιο κόσμο του κινηματογράφου είχε πολλές θυσίες και πάρθηκαν αρκετές αυτοκαταστροφικές αποφάσεις. Κατά τη διάρκεια της κινηματογραφικής της πορείας δεν άντεξε τις απαιτήσεις και τις σεξουαλικές ορμές των γύρω της και φυσικά δεν είχε το ψυχικό σθένος για να αντισταθεί σ' αυτές, κάτι που την οδήγησε σε έναν πρόωρο θάνατο. Η ταινία έχει πολλά θετικά στοιχεία. Έχει ρυθμό παρά τη μεγάλη της διάρκεια κι έξυπνη εναλλαγή από τα έγχρωμα πλάνα στα ασπρόμαυρα. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζει η μελαγχολική μουσική των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλλις. Μα το σημαντικότερο στοιχείο της ταινίας είναι η εντυπωσιακή ερμηνεία της γοητευτικής Άνα ντε Άρμας, η οποία με εξέπληξε απίστευτα. 

Βαθμολογία: 7/10






Παρόλο που το "Holy Spider" αναφέρεται σε έναν κατά συρροή δολοφόνο που έδρασε στην ιερή πόλη Μασχάντ το 2001, αποκτά ιδιαίτερα επίκαιρο χαρακτήρα με τα συνταρακτικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Ιράν το περασμένο φθινόπωρο. Παράλληλα, η ταινία εστιάζει στη θέση της γυναίκας στην ιρανική κοινωνία κι αποκτά έναν καταγγελτικό ρόλο για τη στάση της αστυνομίας και της θρησκευτικής ηγεσίας απέναντι στο γυναικείο πληθυσμό και τα δικαιώματα του. Παρουσιάζοντας η ταινία την προσωπικότητα και τη δράση του δολοφόνου, αφήνει με εύστοχο τρόπο την υπόνοια, πως δεν είναι εκείνος ο θανάσιμος κίνδυνος των γυναικών της πόλης κι όλης της χώρας, αλλά η ίδια η κοινωνία που διαρκώς τις θυματοποιεί συστηματικά και ενθαρρύνει, άλλοτε βουβά κι ανεχτικά κι άλλοτε με ανατριχιαστικές κραυγές, τις πράξεις βιαιότητας που ασκούνται πάνω τους. Παράλληλα, μέσα από την ταινία του, ο σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι, δίνει έμφαση στην καθημερινή προσπάθεια κάποιων συμπολιτών του που επιθυμούν να ξεφύγουν από τις αναχρονιστικές παραδόσεις και τα σκοταδιστικά ήθη των θρησκευτικών καθεστώτων, κερδίζοντας με την ταινία αυτή το βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό Fantastic Fest. Στην προσπάθειά του αυτή, σημαντικό ρόλο έπαιξε κι η ηθοποιός Ζαρ Αμίρ-Εμπραχίμι, η οποία ερμήνευσε εκπληκτικά την μάχιμη δημοσιογράφο. Θεωρώ δίκαιη την βράβευσή της ως Καλύτερης Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών 2022. Το "Holy Spider" είναι ένα καλοδουλεμένο κι επίκαιρο θρίλερ, το οποίο σίγουρα θα ενοχλήσει, θα συζητηθεί κι είμαι βέβαιος πως θα διακριθεί και σε άλλα κινηματογραφικά φεστιβάλ (η ταινία θα εκπροσωπήσει την Δανία στα φετινά Oscar). 

Βαθμολογία: 7/10






Η τελευταία ταινία του Ασγκάρ Φαραντί 'Ένας Ήρωας" είναι μια καλογραμμένη ιστορία που έφτασε να διεκδικήσει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα, φεύγοντας τελικά από τις Κάννες με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (από κοινού με την ταινία "Βαγόνι Αριθμός 6" του Γιούχο Κουοσμάνεν). Ωστόσο δεν κατάφερε να φτάσει στα επίπεδα των παλιών εξαιρετικών έργων του που τον ανέδειξαν στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα όπως το "Ένας Χωρισμός" κι "Ο Εμποράκος". Όμως υπάρχει ένα αγκάθι στη συγκεκριμένη ταινία που έχει μετατρέψει τον ίδιο τον Ασγκάρ Φαραντί σε έναν από τους αντιήρωες της φιλμογραφίας του, καθώς μια πρώην συνεργάτιδα και μαθήτριά του, τον μήνυσε για λογοκλοπή της πλοκής για την συγκεκριμένη ταινία. Μάλιστα η ίδια δήλωσε πως η πλοκή βασίστηκε σε ένα αληθινό περιστατικό, όχι ευρέως γνωστό, που ήταν γνώριμο στον σκηνοθέτη. Η ίδια το απέδειξε στο δικαστήριο κι η υπόθεση μέχρι σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη, με την πρώτη απόφαση να μην δικαιώνει τον Ιρανό σκηνοθέτη. Οπότε σύντομα θα μάθουμε αν το "Το Ξέρουν Όλοι" ήταν η αρχή ενός δημιουργικού κατήφορου και το "Ένας Ήρωας" η χαριστική βολή ενός αγαπημένου σκηνοθέτη. 

Βαθμολογία: 7/10


6. Δεν Υπάρχει Κακό




Το σπονδυλωτό έργο του Μοχάμαντ Ρασούλοφ "There is no Evil" αποτελείται από τις  ιστορίες τεσσάρων ηρώων, των οποίων οι ζωές ενώνονται στο επίμαχο θέμα της θανατικής ποινής που εξακολουθεί να υφίσταται στο Ιράν. Στις ιστορίες της ταινίας παρουσιάζονται κι οι δυο πλευρές. Τόσο αυτοί που καταδικάζονται σε θάνατο είτε ως δολοφόνοι, βιαστές ή "εχθροί" του κράτους, όσο κι αυτοί που πατούν το κουμπί της εκτέλεσης κι έπειτα επιστρέφουν ατάραχοι στην καθημερινότητά τους. Η ταινία ξεχώρισε από τις εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών κι από το καλογραμμένο σενάριο. Όμως αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι οι άψογες λήψεις και τα ισορροπημένα πλάνα του σκηνοθέτη παρά τις αντίξοες συνθήκες στις οποίες αναγκάστηκε να γυρίσει την ταινία, καθώς είναι κυνηγημένος από το καθεστώς του Ιράν. Θεωρώ πως επάξια κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ του Βερολίνου.

Βαθμολογία: 7/10






Ο "Χειρότερος 'Άνθρωπος στον Κόσμο" είναι ένα απρόσμενο κινηματογραφικό διαμάντι. Ένας διακριτικός ύμνος για τους ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν αληθινά και να κυνηγήσουν με κάθε τίμημα τα όνειρά τους. Στους ανθρώπους που αποφεύγουν την καταπίεση του "εγώ" τους για να ικανοποιήσουν τα θέλω των άλλων. Σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν φοβούνται να χαρακτηριστούν από τους γύρω τους ως οι χειρότεροι του κόσμου επειδή θέλουν απλώς να είναι ο εαυτός τους. Σκοπός της ταινίας είναι να μπουν οι θεατές στο σημερινό πολύπλοκο κόσμο των γυναικών. Κατά κάποιον τρόπο απαντά στον προβληματισμό της Γιούλια, η οποία σε μια σύναξη φίλων δηλώνει πως υπάρχουν ένα σωρό ταινίες που επικεντρώνονται σε ανδρικά θέματα όπως η στυτική δυσλειτουργία, η πρόωρη εκσπερμάτιση, η ανδρική πολυγαμία κ.τ.λ. αλλά ούτε μια για τον γυναικείο οργασμό, την περίοδο κ.α. Πατώντας πάνω σ' αυτόν τον προβληματισμό, ο Τρίερ καταπιάνεται στην προσπάθεια μιας γυναίκας να γίνει ευτυχισμένη στη σημερινή εποχή όπου κυριαρχεί το άγχος κι η ανασφάλεια. Από την μια η ταινία προωθεί μια φεμινιστική τάση προσπαθώντας να εισχωρήσει στο γυναικείο κόσμο αλλά από την άλλη δείχνει και την αυτοκαταστροφική τάση των γυναικών που τις περισσότερες φορές δεν ξέρουν τι ακριβώς θέλουν για να νιώσουν ικανοποιημένες κι ευτυχισμένες. Αυτό το μπέρδεμα το παρουσιάζει με έναν ευχάριστο και πειραχτικό τρόπο αλλά παράλληλα κατακρίνει τον "επικίνδυνο" περιορισμό ελευθερίας που προκαλεί η επιβολή της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας. Τη στάση του αυτή την εκφράζει μέσα από τις θεωρίες του αντικομφορμιστή σκιτσογράφου Ακσελ, ο οποίος γίνεται δυσάρεστος σε μια συνέντευξή του σε μια φεμινιστική εκπομπή. Κεντρικό πρόσωπο των αντιφάσεων που παρουσιάζει η ταινία είναι η άκρως συμπαθητική Ρενάτε Ράινσβε, η οποία ερμηνεύει με απίστευτη ειλικρίνεια την προσπάθεια της κάθε γυναίκας που αποφεύγει να παραμείνει απλώς θεατής στη ζωή της αλλά και του προσώπου που δε πρόκειται να βάλει τα δικά του θέλω στην άκρη για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες των άλλων. Κατά κάποιον τρόπο αναιρεί έναν-έναν τους κανόνες που μέχρι σήμερα όριζαν τη ζωή των γυναικών μες στην κοινωνία και την οικογένεια. Αποκορύφωση της απελευθέρωσης της πρωταγωνίστριας (και της κάθε γυναίκας γενικά) είναι η απόφαση της να μην παραστεί στις τελευταίες στιγμές ενός αγαπημένου της προσώπου αλλά να τον θρηνήσει μοναχικά. Απολαμβάνοντας την ερμηνεία της Ρενάτε Ράινσβε, θεωρώ πως κέρδισε άξια το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών. Όπως επίσης δε θεωρώ τυχαίο που η ταινία του Τρίερ διεκδίκησε τα Όσκαρ Σεναρίου και Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας. 

Βαθμολογία: 8/10


4. Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο




Άλλη μια κινηματογραφική απόδοση του αγαπημένου αντιπολεμικού μυθιστορήματος του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Παρόλο που για μένα η καλύτερη μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη συνέβη το 1930, σε σκηνοθεσία του  Λούις Μάιλστοουν, δε μπορώ να κρύψω πως με εντυπωσίασε κι η προσπάθεια του σκηνοθέτη Έντουαρντ Μπέργκερ. Πέρα από υπερπαραγωγή, ο σκηνοθέτης κατάφερε να αποδώσει πιστά την ιστορία του βιβλίου, κάτι το οποίο θεωρώ πως το πέτυχε άψογα.  

Βαθμολογία: 8/10






Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια από εκείνη τη βραδιά που είχα εξέλθει μουδιασμένος από τη σκοτεινή αίθουσα έχοντας παρακολουθήσει ένα απρόσμενο αριστούργημα, το οποίο εξακολουθεί να με στοιχειώνει μέχρι σήμερα. Αναφέρομαι στο "Shame", το συνταρακτικό κινηματογραφικό διαμάντι του Στιβ Μακουίν, στο οποίο ο δημιουργός καταφέρνει να εισχωρήσει τόσο στη σιωπηλή μοναξιά που επιφέρουν οι ανεξέλεγκτοι ρυθμοί της σύγχρονης ζωής όσο και στην αναπόφευκτη διέξοδο του πρωταγωνιστή σε κάθε μορφή αχαλίνωτου σεξ. Δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία της συγκεκριμένης ταινίας, έρχεται ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζακ Οντιάρ να καταπιάνεται με το ίδιο ακριβώς θέμα παρουσιάζοντάς το σε μια νέα μορφή, καθώς οι γρήγορες εξελίξεις μεταβάλλουν συνεχώς τις ανάγκες των ανθρώπων και την εικόνα της εκάστοτε κοινωνίας. Μετά το πέρας της προβολής, θεωρώ πως κι εκείνος κατάφερε με τη σειρά του να μας προσφέρει ένα αξιόλογο και μοναδικό στο είδος του έργο.Ένα άλλο στοιχείο που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία είναι η επιλογή του σκηνοθέτη να μιλήσει για τον έρωτα επιλέγοντας την πιο ερωτική πόλη της Ευρώπης, το Παρίσι. Όμως η ιστορία του δε διαδραματίζεται στις όμορφες γειτονιές της Μονμάρτρης και της πλατείας των Βοσγίων, αλλά στα γκρίζα συγκροτήματα των εργατικών κατοικιών, προσθέτοντας μ' αυτόν τον τρόπο μια κυνική χροιά στις εξιστορήσεις του. Χρησιμοποιώντας όμως αυτό το ουδέτερο τοπίο, το οποίο απογειώνεται μέσα από την εξαιρετική φωτογραφική ματιά του Πολ Γκιλόμ, ο δημιουργός δίνει άπλετο χώρο στον σύγχρονο ερωτικό κόσμο των νέων, χωρίς να γίνεται επικριτικός τόσο για τους τρόπους επιλογής ερωτικών συντρόφων όσο και της συχνής εναλλαγής προσώπων. Αντιθέτως προσπαθεί μέσα από τους πρωταγωνιστές να αναζητήσει τα αίτια της νέας ξέφρενης ερωτικής επανάστασης. Από την μια απενεχοποιεί την σεξουαλική απελευθέρωση κι από την άλλη αναδεικνύει την ανάγκη των ανθρώπων για επικοινωνία, κατακρίνοντας παράλληλα τα εμπόδια που κρατούν τους ανθρώπους κλειδωμένους στους εαυτούς τους, τα οποία για εκείνον είναι ο εγωισμός κι ο ναρκισσισμός που επιφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλη αυτή η περιδίνηση ανάμεσα σε πρόσωπα και καταστάσεις, οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: ο καθένας μπορεί να απελευθερωθεί από τα συμπλέγματά του και να ερωτευτεί άλλους ανθρώπους μόνο όταν καταφέρει να αγαπήσει πρώτα τον εαυτό του. Θεωρώ πως το "Παρίσι, 13ο Διαμέρισμα" είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Ίσως κι η καλύτερη μέχρι στιγμής. Σε κάθε πλάνο της ξεχειλίζει ο ερωτισμός ενώ το ασπρόμαυρο προσθέτει μια μυσταγωγική διαχρονικότητα στα πρόσωπα και στα σώματα των πρωταγωνιστών, κάνοντάς τα ακόμη πιο ελκυστικά. Επίσης οι ηλεκτρονική ήχοι του Rone προσθέτουν έναν έντονο μεθυστικό παλμό στη ροή των ιστοριών. Αυτό όμως που κάνει την ταινία ξεχωριστή, είναι που μιλάει με ειλικρίνεια για την σεξουαλικότητα, την αυτοδιάθεση του κάθε ανθρώπου και την τρέλα της νεότητας. Όσο για το φινάλε, το αφήνει με έξυπνο τρόπο ανοιχτό κι ελεύθερο, όπως οφείλει να είναι κι ο έρωτας σε κάθε μορφή έκφρασής του. 

Βαθμολογία: 8/10






Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πετυχημένη "Αποστολή στη Μπριζ" (In Bruges, 2008), ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα έσμιξε ξανά τους δυο φίλους Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, σε ένα απομακρυσμένο και σχεδόν ξεχασμένο τοπίο της Ιρλανδίας, προσφέροντας για μια ακόμη φορά μια απολαυστική και πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, όπου μέσα από τους πιο απλούς διαλόγους ξεπετάγονται οι πιο δυνατές αλήθειες. Θεωρώ πως "Τα Πνεύματα του Ινισέριν" είναι ένα από τα σπάνια κινηματογραφικά έργα που εστιάζουν με ευαισθησία κι ειλικρίνεια στα ανθρώπινα υπαρξιακά αδιέξοδα και καταφέρνουν εύκολα να μετατρέψουν το πικρό γέλιο σε αγνό κλάμα. Στην ταινία ξεχωρίζει η πετυχημένη χημεία των ηθοποιών Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, οι οποίοι μετά το "Αποστολή στη Μπριζ", προσφέρουν μια ακόμη απολαυστική δίδυμη ερμηνεία, όπου καταφέρνουν να παραμείνουν αξιαγάπητοι, αστείοι αλλά συνάμα και τραγικοί τόσο με τις επιλογές όσο και με τις συμπεριφορές τους. Εξαιρετικοί όμως στους ρόλους τους είναι κι η Κέρι Κόντον κι ο Μπάρρυ Κιόγκαν. Πέρα από τις εκπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών που συμμετέχουν στην ταινία και τους απολαυστικούς διαλόγους που προσέφερε το έξυπνο σενάριο που έγραψε ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα, με μάγεψε τρομερά κι η εκπληκτική φωτογραφία του Ben Davis, ο οποίος καταφέρνει να παρουσιάσει την γοητεία της ιρλανδέζικης υπαίθρου, ντύνοντάς την με μια λυρική κι απόκοσμη ατμόσφαιρα, δίνοντας την αίσθηση πως οι ηθοποιοί περιφέρονται, συζητούν και μελαγχολούν σε ένα τοπίο ονειρικό. Η καλλιτεχνική αξία του «The Banshees of Inisherin» αναγνωρίστηκε στις διακρίσεις, στις υποψηφιότητες και τα βραβεία που απέσπασε στα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Στο Φεστιβάλ Βενετίας ήταν υποψήφιο για τον Χρυσό Λέοντα Καλύτερης Ταινίας ενώ κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου και το βραβείο Ερμηνείας για τον Κόλιν Φάρελ. Στις Χρυσές Σφαίρες έσπασε το ρεκόρ εικοσαετίας με τις οκτώ υποψηφιότητές του από τις οποίες κέρδισε τελικά το Βραβείο Καλύτερης Κωμωδίας-Μιούζικαλ, Σεναρίου, Ερμηνείας για τον Κόλιν Φάρελ. Το «The Banshees Of Inisherin» είναι ένας ύμνος για τις διαφορετικές αντιλήψεις που έχει κανείς απέναντι στη ζωή και στο νόημα της ύπαρξής του, την αξία που δίνει στην κάθε στιγμή αλλά την αντίληψη της φευγαλέας αιωνιότητας. Επίσης είναι μια λυρική προσέγγιση στη φθαρτότητα της αγάπης αλλά και στα αδιέξοδα που μπορούν να οδηγήσουν τον καθέναν η περηφάνεια κι οι προκαταλήψεις. Τέλος, είναι μια ωδή στην αγάπη που έχει ο καθένας για τον τόπο του και τους δεσμούς που τον κρατούν καθηλωμένο στα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Και φυσικά, είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που πέρασε. 

Βαθμολογία: 8/10






Κάθε χρόνο ενθουσιάζομαι με την ποικιλία των animation που προβάλλονται στις σκοτεινές αίθουσες, για τα οποία έχω παρατηρήσει πως σπανίως απογοητεύομαι τόσο με τις δικές μου επιλογές όσο και με τις προτάσεις των φίλων μου, μ' αποτέλεσμα κάθε χρόνο να υπάρχει τουλάχιστον ένα animation στην ετήσια λίστα των δέκα αγαπημένων μου ταινιών. Μάλιστα σε δυο διαδοχικές χρονιές, το 2007 και 2008, την πρώτη θέση την κατέλαβαν δυο αξεπέραστα αριστουργηματικά animation, το συγκινητικό "Persepolis" της Μαρζάν Σατραπί και το συνταρακτικό "Βαλς με τον Μπασίρ" του Άρι Φολμαν. Πολύ πιθανόν στην κορυφή και της φετινής ετήσιας κινηματογραφικής μου δεκάδας να φιγουράρει ένα ακόμη συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό αριστούργημα, το "Flee" (ή Flugt στα δανέζικα) του Δανού σκηνοθέτη Τζόνας Πόερ Ράσμουσεν (Jonas Poher Rasmussen). Το "Flee" είναι ένα ιδιαίτερο animation καθώς αποτελείται από μια ποικιλία σχεδίων τα οποία δένουν απόλυτα με βίντεο ντοκουμέντα, ντύνοντας μ' αυτόν τον τρόπο τις εξιστορήσεις του Αμίν Ναγουαμπί, ενός Αφγανού πρόσφυγα που είναι φίλος του σκηνοθέτη. Ο Αμίν αναγκάστηκε από παιδί να διαφύγει μαζί με την οικογένειά του από το Αφγανιστάν λίγο πριν την επικράτηση των Ταλιμπάν στα τέλη της δεκαετίας του '80, έγινε μάρτυρας των πρώτων ημερών της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης ζώντας μια απάνθρωπα αγχώδη παραμονή στην παρηκμασμένη Μόσχα και στάθηκε "τυχερός" μετά από μια εφιαλτική απόπειρα να περάσει μέσω θαλάσσης στην Δύση. Τελικά καταφέρνει να βρεθεί μόνος του στην Δανία. Μέσα σε ένα τραίνο γνώρισε τον Δανό σκηνοθέτη. Η σπουδαιότητα της συγκεκριμένης ταινίας φάνηκε τόσο στις βραβεύσεις που έλαβε όσο και στις υποψηφιότητες βραβείων. Είναι αξιοσημείωτο πως για πρώτη φορά στην ιστορία των Oscars μια ταινία ήταν υποψήφια στις κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων, Καλύτερου Ντοκιμαντέρ και Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Επίσης ήταν υποψήφια στα βραβεία BAFTA και στις Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία της Καλύτερης Ταινίας Κινούμενων Σχεδίων. Το "Flee" είναι ένα αριστούργημα που συνταράσσει συθέμελα τον θεατή χωρίς να επιστρατεύει επίπλαστους συναισθηματισμούς, παρά ακολουθεί τη χαμηλόφωνα ειπωμένη μα ασιγαστα ηχηρή ιστορία του Αμιν, αλλά κι όλων των ανθρώπων σαν αυτόν που εξαναγκάζονται στη φυγή κατατρεγμένοι από πολέμους και πάσης φύσεως δυσχέρειες. Εκείνων που επειτα εγκλωβίζονται όχι μόνο ανάμεσα σε αποπνικτικές καρότσες φορτηγών και σε ετοιμόρροπα αμπάρια πλοίων στο έλεος της θάλασσας, αλλά κυρίως στα ορθωμενα κύματα της αδιαφορίας και της εκμετάλλευσης των ανθρώπων. Αυτό το κινηματογραφικό διαμαντάκι λοιπόν υπάρχει όπως έλεγε κι ο σπουδαίος ανθρωπιστής φωτογράφος Γιάννης Μπεχράκης "για να μην μπορεί να πει κανείς πως δεν ήξερε". 

Βαθμολογία: 9/10

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Museum Hours (2012)

 



Κατά τη διάρκεια των ερευνών που πραγματοποίησα για τη διεκπεραίωση της διπλωματικής μου εργασίας, αναζήτησα αρκετές ταινίες που έχουν γυριστεί σε μουσειακούς χώρους. Ανατρέχοντας πίσω στον χρόνο, διαπίστωσα πως η λίστα ήταν απρόσμενα μεγάλη, με αρκετές απ' αυτές τις ταινίες να έχουν κερδίσει κάμποσες διακρίσεις ή να έχουν κάνει εισπρακτικές επιτυχίες. Απ' όσες ταινίες έχω δει, οι οποίες είναι γυρισμένες μέσα σε μουσεία, έχω ξεχωρίσει τα δυο αξεπέραστα αριστουργήματα του Αλεξάντερ Σοκούροφ, "Ρωσική Κιβωτός" και "Κιβωτός των Ανθρώπων", μέχρι τη στιγμή που παρακολούθησα το "Museum Hours" (Ωράριο Μουσείου) του Αμερικανοαφγανού σκηνοθέτη Τζεμ Κόχεν.
Η ταινία διαδραματίζεται στη Βιέννη της περασμένης δεκαετίας. Πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι ένας φύλακας μουσείου που αγαπάει το επάγγελμά του και σέβεται τους θησαυρούς που προστατεύει και μια αινιγματική Καναδέζα επισκέπτρια που καταφθάνει εκτάκτως στη Βιέννη διότι ένα συγγενικό της πρόσωπο βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση σε κάποιο νοσοκομείο της πόλης. Όμως πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης, το "Kunsthistorisches Museum". 
Η ταινία ξεκινάει με την αυτοπαρουσίαση του φύλακα Γιόχαν, τον οποίον υποδύεται με απίστευτη ευαισθησία ο Μπόμπυ Σόμερ (Bobby Sommer). Με μια ανθρώπινη γλυκύτητα περιγράφει τις αρμοδιότητές του μέσα στο μουσείο, τις σχέσεις του με τους συναδέλφους του και στο κατά πόσον έχουν την ενσυναίσθηση για τον χώρο στον οποίον εργάζονται. 
Όπως ο ίδιος δηλώνει αγαπάει αρκετά τη δουλειά του και στις στιγμές ανάπαυλας προτιμάει να περιφέρεται στις εκθεσιακές αίθουσες παρατηρώντας τα έργα τέχνης. Κάθε φορά του κεντρίζει την προσοχή μια διαφορετική λεπτομέρεια, μ' αποτέλεσμα να περνούν εποικοδομητικά κι ευχάριστα οι εργάσιμες ώρες του. Επίσης, μέσα από τις συνθέσεις των πινάκων αναζητεί συνήθειες που εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα, όπως για παράδειγμα τα σκουπίδια που αφήνουν οι άνθρωποι στους δρόμους. Παράλληλα, με κομψή διακριτικότητα, παρατηρεί τα βλέμματα των επισκεπτών, προσπαθώντας να αφουγκραστεί τα συναισθήματα που πηγάζουν από μέσα τους παρατηρώντας τους εκθεσιακούς πίνακες, ενώ κάθε τόσο αφουγκράζεται τις ομιλίες των ξεναγών, συλλέγοντας πληροφορίες και γνώσεις για τις κρυφές λεπτομέρειες που κουβαλούν οι θησαυροί του μουσείου. 
Σε μια από τις υπηρεσίες του γνωρίζει μια επισκέπτρια, την οποία υποδύεται η τραγουδοποιός, συνθέτρια κι ηθοποιός Μαίρη Μάργκαρετ Ο'Χάρα. Η Άννι καταφέρνει να του τραβήξει την προσοχή καθώς δείχνει να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα με τα εκθέματα του μουσείου. Αντιθέτως περιφέρεται χαμένη στους εκθεσιακούς χώρους αναζητώντας βουβά βοήθεια από κάποιον. Ο Γιόχαν την προσεγγίζει για να τη βοηθήσει, ξεκινώντας μ' αυτόν τον τρόπο μια πρόσκαιρη κι ευχάριστη φιλία καθόλη τη διάρκεια της παραμονής της στη Βιέννη. 




Μέσα απ' αυτήν  την όμορφη παρέα αρχίζουν τρεις ξεχωριστές ξεναγήσεις. Η μια αφορά το μουσείο, η δεύτερη την πόλη της Βιέννης κι η τρίτη τις ψυχές των δυο προσώπων που συνδιαλέγονται. Ο δημιουργός καταφέρνει με εύστοχο τρόπο να μπλέξει τις τρεις αυτές ξεναγήσεις σε μια, μ' αποτέλεσμα το μουσείο, η πόλη κι οι ζωές των ανθρώπων να γίνουν ένα συμπαγές σύνολο. 
Στο θέμα του μουσείου, ο δημιουργός μέσα από τις εξομολογήσεις και τις εξιστορήσεις του Γιόχαν, περνάει αρκετές αλήθειες και προβληματισμούς. Ο φύλακας αναφέρεται στην αδιαφορία της νέας γενιάς απέναντι στους θησαυρούς που φυλάγονται εντός του μουσείου. Όμως δεν τους κατηγορεί καθώς θεωρεί πως κι ο ίδιος στην ηλικία τους την ίδια στάση θα κρατούσε. Ωστόσο δεν παραλείπει την αμηχανία που έχουν οι νέοι απέναντι στο γυμνό που αποτυπώνεται σε αρκετούς καμβάδες. Μια αμηχανία που συνήθως εκδηλώνεται με πνιχτά γέλια και σεξιστικά αστεία. Η στάση τους προβληματίζει αρκετά τον Γιόχαν, θεωρώντας πως οι νέοι έχουν πλέον εξοικειωθεί με το γυμνό, καθώς προωθείται ελεύθερα μέσα από το διαδίκτυο. Πατώντας πάνω σ' αυτόν τον προβληματισμό, ο Γιόχαν συσχετίζει το γυμνό των έργων με την εξωστρέφεια των σκέψεων και των συναισθημάτων μιας άλλης εποχής κι αμέσως φαντάζεται τους επισκέπτες να περιφέρονται γυμνοί ανάμεσα στα εκθέματα, δημιουργώντας έναν ειλικρινή, αποκαλυπτικό κι εποικοδομητικό διάλογο παρελθόντος και παρόντος. 
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που παρατήρησα παρακολουθώντας την ταινία, είναι η παρουσίαση μιας άποψης που ακούγεται σχετικά με την ιστορία και το ρόλο των μουσείων, η οποία τεκμηριώνεται στη συζήτηση που είχε κάποτε ο Γιόχαν με έναν αναρχικό φύλακα του μουσείου. Ο νεαρός αναρχικός είχε δηλώσει πως βλέπει με αποστροφή τόσο τη λειτουργία των μουσείων όσο και των εκθεμάτων του, δηλώνοντας πως όλα αυτά ήταν στοιχεία εκμετάλλευσης φτωχών καλλιτεχνών κι ανάδειξης του πλούτου των αριστοκρατών. Για εκείνον, οι περισσότεροι ζωγράφοι πέθαναν φτωχοί ενώ τα έργα τους πουλήθηκαν με μυθικές τιμές, κάνοντάς τον να θεωρεί πως οι συλλογές των μουσείων δεν είναι κάτι παραπάνω από την παρουσίαση του πλούτου των άλλοτε αριστοκρατών. Οπότε για 'κείνον, το μόνο με το οποίο μπορεί ένα μουσείο να εξιλεωθεί, είναι να έχει δωρεάν είσοδο για το κοινό του. Στις απόψεις του αυτές, ο Γιόχαν του είχε ανταπαντήσει αναφέροντας τη Γαλλική Επανάσταση και τη δημιουργία του Λούβρου σε μουσείο, προσφέροντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα στους απλούς πολίτες να απολαύσουν τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς των πλουσίων, ενώ για τη δωρεάν πρόσβαση των μουσειακών εκθέσεων του έφερε ως παράδειγμα τα εισιτήρια στον κινηματογράφο, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να του επισημάνει πως κάθε έργο και κάθε υπηρεσία που προσφέρονται σε κοινό, έχουν κι ένα τίμημα.




Ωστόσο, η ταινία βγαίνει κι εκτός μουσείου. Ο Γιόχαν γίνεται ξεναγός παρουσιάζοντας στην Καναδέζα φίλη του τη Βιέννη. Όπως ο ίδιος δηλώνει, απολαμβάνει τις βόλτες αυτές καθώς του δίνεται η ευκαιρία να δει την πόλη που κατοικεί μέσα από τα μάτια ενός επισκέπτη. Μέσα από τις βόλτες τους μαθαίνουμε για την ιστορία της πόλης, για τα έθιμά της, τα σύμβολα που βρίσκονται σε κάθε της γωνιά όπως τα ερυθρόλευκα δόρατα έξω από τα καταστήματα, τα οποία συσχετίζονται με την πολιορκία της Βιέννης από τους Τούρκους ή την εφημερίδα που πουλάνε οι άστεγοι στο δρόμο, ο τίτλος της οποίας συσχετίζεται με έναν άγιο της πόλης. 
Παράλληλα, μέσα από τις συζητήσεις τους γίνεται αναφορά στην πολιτική κατάσταση της χώρας, θέλοντας ο δημιουργός μ' αυτόν τον τρόπο να περάσει τις ανησυχίες του για τη δεξιά (και μετέπειτα ακροδεξιά) στροφή της χώρας, δίνοντας έναν προφητικό τόνο στα λεγόμενα του Γιόχαν. Εξαιρετικό είναι το καυστικό σχόλιό του, όπου αναφέρει πως οι Βιεννέζοι κατάφεραν να νικήσουν τους Τούρκους στις δυο πολιορκίες της Βιέννης αλλά σήμερα φοβούνται ξανά την επέλασή τους, θέλοντας να εκφράσει τις ξενοφοβικές αντιλήψεις που είχαν αρχίσει να εδραιώνονται στην Αυστρία. Πάνω σ' αυτό το κομμάτι ο δημιουργός παίρνει θέση, οδηγώντας τους δυο πρωταγωνιστές σε ένα μεταναστευτικό στέκι Μαυροβούνιων για να πιούν τη μπύρα τους και να συνεχίσουν τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις τους εκεί, συνοδεία οικείων βαλκάνιων μελωδιών. 
Τέλος, ο σκηνοθέτης Τζεμ Κόχεν προσεγγίζει με μεγάλη ευαισθησία τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Επικεντρώνεται στη μοναξιά που κυριαρχεί στις μεγάλες πόλεις και στη ροπή των ανθρώπων προς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τον ηλεκτρονικό τζόγο. Επίσης δίνει μεγάλη έμφαση στην αποπροσωποποίηση των κοινωνιών και κυρίως στην αποξένωση των ανθρώπων με τις πόλεις τους. Εξαιρετική η σκέψη του Γιόχαν, ο οποίος βολτάροντας με την Άννι στη Βιέννη, διαπιστώνει για μια ακόμη φορά πόσο όμορφη πόλη είναι. Και φυσικά, στις μικρές ασήμαντες στιγμές της καθημερινότητας που περνούν φευγαλέα από τα μάτια των κατοίκων και σβήνουν αργά κι αθόρυβα στη λήθη του παρελθόντος, εστιάζοντας μ' αυτόν τον τρόπο στην εφήμερη ύπαρξη όλων μας.
Το "Ωράριο Μουσείου" είναι ένα σπάνιο κινηματογραφικό "δοκίμιο", το οποίο παντρεύει με τόσο όμορφο τρόπο τους σύγχρονους προβληματισμούς με την αιώνια ομορφιά της Τέχνης. Είναι ένας ύμνος των καθημερινών σκέψεων που κάνει ο καθένας μας προσπαθώντας να ξεφύγει από την καθημερινή του ρουτίνα. Είναι μια σπονδή στη συνεχή καταβύθιση της αυτογνωσίας αναζητώντας το πολυπόθητο νόημα της ζωής. Το "Ωράριο Μουσείου" είναι ένα από τα πιο όμορφα και συνάμα ταπεινά αριστουργήματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου. 

Βαθμολογία: 9/10 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

Holy Spider (2022)

 


Παρόλο που το "Holy Spider" αναφέρεται σε έναν κατά συρροή δολοφόνο που έδρασε στην ιερή πόλη Μασχάντ το 2001, αποκτά ιδιαίτερα επίκαιρο χαρακτήρα με τα συνταρακτικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Ιράν το περασμένο φθινόπωρο. Παράλληλα, η ταινία εστιάζει στη θέση της γυναίκας στην ιρανική κοινωνία κι αποκτά έναν καταγγελτικό ρόλο για τη στάση της αστυνομίας και της θρησκευτικής ηγεσίας απέναντι στο γυναικείο πληθυσμό και τα δικαιώματα του. 
Η ταινία παρουσιάζει τη δράση ενός στυγερού δολοφόνου, ο οποίος τη μέρα είναι ένας φιλήσυχος κι εργατικός πολίτης ενώ το βράδυ μετατρέπεται σε έναν φανατισμένο τιμωρό που προσπαθεί να απαλείψει τις ιερόδουλες από την ιερή πόλη Μασχάντ, θεωρώντας πως με την πράξη του αυτή προστατεύει την κοινωνία που έχει πέσει σε μια ηθική κατρακύλα κι εξαγνίζει την πόλη του από την παρουσία των αμαρτωλών γυναικών. 
Οι συνεχιζόμενοι φόνοι, θα φέρουν μια μάχιμη δημοσιογράφο στην πόλη, η οποία θα προσπαθήσει να αποκαλύψει την ταυτότητα του δολοφόνου, μέσα από την έρευνά της και τη συνεργασία της με τις τοπικές αρχές. Στις προσπάθειές της αυτές, η ίδια θα πέσει αρκετές φορές θύμα του μισογυνισμού και της πατριαρχίας, που έχουν εισχωρήσει βαθιά στο υποσυνείδητο της ιρανικής κοινωνίας. Όταν θα βεβαιωθεί για την απραξία των αρχών στην αναζήτηση του δολοφόνου, θα παίξει τον ρόλο της ιερόδουλης, μετατρέποντας τον ίδιο της τον εαυτό σε δόλωμα, πιστεύοντας πως μ' αυτόν τον τρόπο θα την προσεγγίσει ο δολοφόνος. 




Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας, είναι η ανάλυση του προφίλ που έχει ο δολοφόνος. Οι γείτονές του αλλά κι ο στενός του κύκλος, τον θεωρούν άνθρωπο υπεράνω πάσης υποψίας και σοβαρό οικογενειάρχη. Παράλληλα, τον θεωρούν σοβαρό και σεβαστό πολίτη διότι είναι βαθιά θρησκευόμενος. Η στάση του κόσμου απέναντί του, μετατρέπεται γι' αυτόν σε άλλοθι κι ως ένα ελαφρυντικό στοιχείο κατά τη διάρκεια της δίκης του. Ο ίδιος θεωρεί πως βρίσκεται κάτω από την προστασία του κοινού δικαίου, φτάνοντας σε σημείο να παραδεχτεί με περηφάνεια την διάπραξη των 16 φόνων (παραλίγο 17 όπως ο ίδιος δηλώνει σαρκαστικά). Την ίδια περηφάνεια αισθάνεται κι η σύζυγός του κι ο μοναχογιός του, θέλοντας ο σκηνοθέτης μ' αυτόν τον τρόπο να αποδείξει πως το κακό που έχει ριζώσει μες στις οικογένειες αλλά και στην ίδια την κοινωνία, είναι σαν τη Λερναία Ύδρα. Κόβοντας το ένα κεφάλι ξεπηδούν άλλα στη θέση του.
Παρουσιάζοντας η ταινία την προσωπικότητα και τη δράση του δολοφόνου, αφήνει με εύστοχο τρόπο την υπόνοια, πως δεν είναι εκείνος ο θανάσιμος κίνδυνος των γυναικών της πόλης κι όλης της χώρας, αλλά η ίδια η κοινωνία που διαρκώς τις θυματοποιεί συστηματικά και ενθαρρύνει, άλλοτε βουβά κι ανεχτικά κι άλλοτε με ανατριχιαστικές κραυγές, τις πράξεις βιαιότητας που ασκούνται πάνω τους. Παράλληλα, μέσα από την ταινία του, ο σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι, δίνει έμφαση στην καθημερινή προσπάθεια κάποιων συμπολιτών του που επιθυμούν να ξεφύγουν από τις αναχρονιστικές παραδόσεις και τα σκοταδιστικά ήθη των θρησκευτικών καθεστώτων, κερδίζοντας με την ταινία αυτή το βραβείο Σκηνοθεσίας στο φετινό Fantastic Fest. Στην προσπάθειά του αυτή, σημαντικό ρόλο έπαιξε κι η ηθοποιός Ζαρ Αμίρ-Εμπραχίμι, η οποία ερμήνευσε εκπληκτικά την μάχιμη δημοσιογράφο. Θεωρώ δίκαιη την βράβευσή της ως Καλύτερης Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών 2022. 
Το "Holy Spider" είναι ένα καλοδουλεμένο κι επίκαιρο θρίλερ, το οποίο σίγουρα θα ενοχλήσει, θα συζητηθεί κι είμαι βέβαιος πως θα διακριθεί και σε άλλα κινηματογραφικά φεστιβάλ (η ταινία θα εκπροσωπήσει την Δανία στα φετινά Oscar). 

Βαθμολογία: 7/10

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023

The Banshees of Inisherin (2022)

 


Δεκατέσσερα χρόνια μετά την πετυχημένη "Αποστολή στη Μπριζ" (In Bruges, 2008), ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα έσμιξε ξανά τους δυο φίλους Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, σε ένα απομακρυσμένο και σχεδόν ξεχασμένο τοπίο της Ιρλανδίας, προσφέροντας για μια ακόμη φορά μια απολαυστική και πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, όπου μέσα από τους πιο απλούς διαλόγους ξεπετάγονται οι πιο δυνατές αλήθειες. Θεωρώ πως "Τα Πνεύματα του Ινισέριν" είναι ένα από τα σπάνια κινηματογραφικά έργα που εστιάζουν με ευαισθησία κι ειλικρίνεια στα ανθρώπινα υπαρξιακά αδιέξοδα και καταφέρνουν εύκολα να μετατρέψουν το πικρό γέλιο σε αγνό κλάμα.
Η ταινία μας γυρνάει στο 1923, σε ένα απομονωμένο νησί της Ιρλανδίας, όπου οι κάτοικοί του συνεχίζουν την καθημερινότητά τους παρακολουθώντας σαστισμένοι κι αμήχανοι τον εμφύλιο πόλεμο που μαίνεται στην απέναντι ακτή. Η αφήγηση ξεκινάει από τη στιγμή που ο Πάτρικ (Κόλιν Φάρελ) μαθαίνει από τον κολλητό του, τον Κολμ (Μπρένταν Γκλίσον), πως δε θέλει να κάνουν άλλο παρέα επειδή τον βρίσκει αδιάφορο και βαρετό. Ο Πάτρικ χάνει ξαφνικά τη γη κάτω από τα πόδια του και προσπαθεί να καταλάβει πού ακριβώς έχει κάνει λάθος. Αντιθέτως, ο Κολμ, φοβισμένος στην ιδέα του χρόνου που κυλά άσκοπα και χάνεται, έχει αποφασίσει να αφιερώσει το υπόλοιπο της ζωής του συνθέτοντας μουσική, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να αφήσει κάτι πίσω του όταν θα πεθάνει. 
Ο Πάτρικ προσπαθεί να προσεγγίσει ξανά τον φίλο του και να χτίσει νέες γέφυρες φιλίας μαζί του, φτάνοντας στο σημείο να του τονίζει την καλοσύνη που κουβαλάει σαν άνθρωπος, αλλά ο Κολμ αρνείται επίμονα δηλώνοντάς του πως «κανείς δεν θυμάται κάποιον μόνο και μόνο επειδή ήταν καλός». Όμως, ο Πάτρικ θα επιμείνει, φτάνοντας στο σημείο η παρουσία του να γίνεται άθελά του φορτική κι εκνευριστική. Η εξέλιξη αυτή, θα αναγκάσει τον Κολμ να απειλήσει τον παλιό του φίλο, πως κάθε φορά που θα τον προσεγγίζει για να τα ξαναβρούν, εκείνος θα κόβει κι από ένα δάχτυλο του χεριού του με το κλαδευτήρι. Η προειδοποίησή του αυτή θα γίνει γρήγορα πράξη, φανερώνοντας στον Πάτρικ πως δεν αστειεύεται με την απόφαση που έχει πάρει. 
Το δράμα των δυο αυτών προσώπων θα κλονίσει τους κατοίκους του μικρού νησιού, οι οποίοι διψούν για δράματα σαν το συγκεκριμένο, που τους βγάζουν από τη στάσιμη ρουτίνα της καθημερινότητάς τους. Με την εμπλοκή κι άλλων προσώπων, παρουσιάζεται ένα σύνολο καλοσχεδιασμένων χαρακτήρων, οι οποίοι αναδεικνύουν τόσο τους καλοδουλεμένους διαλόγους όσο και το εξαιρετικό σενάριο της ταινίας. Από τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ταινίας, ξεχωρίζουν η Σιόμπαν, η αδελφή του Πάτρικ, την οποία υποδύεται εξαιρετικά η Κέρι Κόντον, εκπροσωπώντας τη φωνή της λογικής και του ανοιχτού μυαλού που προσπαθεί να ξεφύγει από τη στενότητα και τις προκαταλήψεις των κλειστών κοινοτήτων κι ο Ντομινίκ, ο χαζούλης του χωριού από τον οποίον ακούγονται οι πιο πικρές αλήθειες τις οποίες οι περισσότεροι φοβούνται να ξεστομίσουν, τον οποίον υποδύεται απολαυστικά ο Μπάρρυ Κιόγκαν. 




Η εξιστόρηση της ταινίας ξεκινά με απολαυστικό τρόπο, καθώς όλοι οι συντελεστές της έχουν μπει με μεγάλη όρεξη κι επιτυχία στο πετσί των ρόλων τους. Οι διάλογοι κι οι μετωπικές συγκρούσεις των δυο φίλων, προσφέρουν στους θεατές μια πνευματώδη μαύρη κωμωδία, δίνοντας μπόλικη τροφή για σκέψη πάνω στα υπαρξιακά ζητήματα του καθενός. Αυτό οδηγεί ασυναίσθητα σε ένα έντονο μελαγχολικό κλίμα, ξαφνιάζοντάς μας για την απότομη μεταβολή που προκαλεί η εξέλιξη της ταινίας στη διάθεσή μας, καθώς μεμιάς το άφθονο γέλιο μετατρέπεται σε βουβό κλάμα.  
Με άψογη μαεστρία, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να μετατρέψει την ταινία από μαύρη κωμωδία σε βαθύ υπαρξιακό δράμα, τονίζοντας με αλληγορικό τρόπο όλα τα ανθρώπινης φύσης αγκάθια που κουβαλάει ο καθένας μας, οδηγώντας μας σε αυτοκαταστροφικά αδιέξοδα. Τα πείσματα κι οι εγωισμοί που κυριεύουν εύκολα τους ανθρώπους, τους οδηγούν σε βίαιες λύσεις κι όχι σε λογικούς συμβιβασμούς, φανερώνοντας πως κι οι πιο φιλήσυχοι άνθρωποι μπορεί να οδηγηθούν σε μη αναστρέψιμα ξεσπάσματα.
Η διαφορετική αντίληψη που έχουν οι δυο φίλοι για την αξία και το νόημα της ζωής, τους οδηγεί σε έναν ακόμη ιρλανδέζικο εμφύλιο, ο οποίος παίρνει μεγάλες διαστάσεις λόγω της κλειστής κι απομονωμένης κοινωνίας που εξελίσσεται. Πατώντας πάνω σ' αυτόν τον πρωτότυπο εμφύλιο, ο σκηνοθέτης προσφέρει πνευματώδεις και καλογραμμένους διαλόγους, μέσα από τους οποίους αποκαλύπτονται άνθρωποι πληγωμένοι που έχουν βυθιστεί στην κατάθλιψη και την αγωνία της καθημερινής βιοπάλης. Παράλληλα μέσα από τις ανησυχίες τους, αναλύονται άλλοτε με χιουμοριστικό κι άλλες φορές με μελαγχολικό τρόπο, θέματα υπαρξιακά, κοινωνικά κι ανθρώπινα.
Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχώρισα στην ταινία "Τα Πνεύματα του Ινισέριν", είναι ότι ο Μάρτιν ΜακΝτόνα καταφέρνει να παντρέψει το προσωπικό του καυστικό ύφος με το ιρλανδέζικο φολκλόρ, προσεγγίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο το πορτρέτο των μικρών κι απομονωμένων κοινοτήτων, οι οποίες με τη σειρά τους αντιπροσωπεύουν την ψυχολογία, τα ήθη και τις ιδέες ενός ολόκληρου έθνους. Ωστόσο, αυτό που μπορεί να αντιληφθεί κανείς παρακολουθώντας αυτήν την ταινία, είναι ότι υπάρχουν αρκετά γνώριμα στοιχεία και συμπεριφορές που μοιράζονται οι Ιρλανδοί με τους Έλληνες, δημιουργώντας μια εύλογη απορία στο πως γίνεται να υπάρχουν τόσα κοινά σε δύο λαούς που βρίσκονται γεωγραφικά στα δυο άκρα της Γηραιάς Ηπείρου.  



Στην ταινία ξεχωρίζει η πετυχημένη χημεία των ηθοποιών Κόλιν Φάρελ και Μπρένταν Γκλίσον, οι οποίοι μετά το "Αποστολή στη Μπριζ", προσφέρουν μια ακόμη απολαυστική δίδυμη ερμηνεία, όπου καταφέρνουν να παραμείνουν αξιαγάπητοι, αστείοι αλλά συνάμα και τραγικοί τόσο με τις επιλογές όσο και με τις συμπεριφορές τους. Εξαιρετικοί όμως στους ρόλους τους είναι κι η Κέρι Κόντον κι ο Μπάρρυ Κιόγκαν.
Πέρα από τις εκπληκτικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών που συμμετέχουν στην ταινία και τους απολαυστικούς διαλόγους που προσέφερε το έξυπνο σενάριο που έγραψε ο σκηνοθέτης Μάρτιν ΜακΝτόνα, με μάγεψε τρομερά κι η εκπληκτική φωτογραφία του Ben Davis, ο οποίος καταφέρνει να παρουσιάσει την γοητεία της ιρλανδέζικης υπαίθρου, ντύνοντάς την με μια λυρική κι απόκοσμη ατμόσφαιρα, δίνοντας την αίσθηση πως οι ηθοποιοί περιφέρονται, συζητούν και μελαγχολούν σε ένα τοπίο ονειρικό. 
Η καλλιτεχνική αξία του «The Banshees of Inisherin» αναγνωρίστηκε στις διακρίσεις, στις υποψηφιότητες και τα βραβεία που απέσπασε στα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Στο Φεστιβάλ Βενετίας ήταν υποψήφιο για τον Χρυσό Λέοντα Καλύτερης Ταινίας ενώ κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου και το βραβείο Ερμηνείας για τον Κόλιν Φάρελ. Στις Χρυσές Σφαίρες έσπασε το ρεκόρ εικοσαετίας με τις οκτώ υποψηφιότητές του από τις οποίες κέρδισε τελικά το Βραβείο Καλύτερης Κωμωδίας-Μιούζικαλ, Σεναρίου, Ερμηνείας για τον Κόλιν Φάρελ.
Το «The Banshees Of Inisherin» είναι ένας ύμνος για τις διαφορετικές αντιλήψεις που έχει κανείς απέναντι στη ζωή και στο νόημα της ύπαρξής του, την αξία που δίνει στην κάθε στιγμή αλλά και την αντίληψη της φευγαλέας αιωνιότητας. Επίσης είναι μια λυρική προσέγγιση στη φθαρτότητα της αγάπης αλλά και στα αδιέξοδα που μπορούν να οδηγήσουν τον καθέναν η περηφάνεια κι οι προκαταλήψεις. Τέλος, είναι μια ωδή στην αγάπη που έχει ο καθένας για τον τόπο του και τους δεσμούς που τον κρατούν καθηλωμένο στα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Και φυσικά, είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που πέρασε.

Βαθμολογία: 8/10

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Βαλκανευτές και Βαλκανολάτρες


του Στράτου Κερσανίδη, 
κριτικού κινηματογράφου

Θα ξεκινήσω κάπως διαφορετικά, υποστηρίζοντας πως η ανθρωπότητα άρχισε να χαλάει εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια. Πιο συγκεκριμένα από τη στιγμή που κάποιος πρόγονός μας οριοθέτησε ένα κομμάτι γης και είπε είναι ιδιοκτησία του. Σιγά-σιγά η οριοθέτηση, η διεκδίκηση και η ιδιοποίηση του χώρου άρχισε να γίνεται και από ομάδες ανθρώπων που είχαν κάτι κοινό κι έτσι άρχισαν σιγά σιγά να δημιουργούνται τα κράτη και τα σύνορα. Κι έτσι από εκεί που οι άνθρωποι, πριν από τις οριοθετήσεις κυκλοφορούσαν ελεύθερα όπου ήθελαν και τα όρια που τους χώριζαν ήταν τα φυσικά όρια, εκείνα δηλαδή που θέτει η γεωγραφία άρχισαν οι διαχωρισμοί και οι απαγορεύσεις. Ο χώρος ελεύθερης μετακίνησης μίκρυνε, μπήκαν περιορισμοί, κατασκευάστηκαν εθνικοί μύθοι οι οποίοι γέννησαν εθνικισμούς και μισαλλοδοξία, δημιουργήθηκαν στρατοί για να προστατεύσουν τις διάφορες πατρίδες, ξέσπασαν πόλεμοι με αποτέλεσμα εκατομμύρια νεκρών στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας για ένα κομμάτι γης που, σε τελευταία ανάλυση, δεν ανήκει σε κανέναν αλλά -αντιθέτως- ανήκει σε όλους. Και όπου η κατάσταση άρχισε να σταθεροποιείται και κάποια έθνη να συνεννοούνται και να δημιουργούν μεγαλύτερες κρατικές οντότητες και τα σύνορα να μετατρέπονται σε απλές νοητές γραμμές, βρικολάκιασαν οι μύθοι, ξεθάφτηκαν παράλογα μίση, ξέσπασαν νέοι πόλεμοι, περισσότερο ή λιγότερο άγριοι και τα σύνορα άρχισαν να πολλαπλασιάζονται μαζί με τα μνήματα χιλιάδων νεκρών που ανάθεμα κι αν κατάλαβαν το λόγο που έπρεπε να πεθάνουν. 
Δυστυχώς την ώρα αυτή το κακό συνεχίζεται σε διάφορες περιοχές του πλανήτη και χιλιάδες άνθρωποι περπατούν αναζητώντας έναν τόπο για να σωθούν. Όμως βρίσκουν μπροστά τους φράχτες, συνοριοφύλακες, ακτοφυλακές και ένα φαιό πέπλο μίσους να τους εμποδίζει. Είναι ο φασισμός ο οποίος παρουσιάζεται ως πατριωτισμός ή ως προστασία του πολιτισμού και της θρησκείας μας. Δηλαδή μια μπαρούφα η οποία προσβάλλει τις αρχές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, τον οποίο πρώτες οι χώρες της Ευρώπης φρόντισαν να παραβιάσουν. 
Βρισκόμαστε σε ένα οριακό σημείο που αν δεν αφουγκραστούμε με προσοχή τα διδάγματα της ιστορίας και δεν αλλάξουμε ρότα πολύ φοβάμαι πως θα βρεθούμε μπροστά σε ιδιαίτερα επικίνδυνες καταστάσεις. 
Θα μου πείτε, προς τι όλα αυτά. Σήμερα βρεθήκαμε εδώ για την παρουσίαση ενός βιβλίου και όχι για να αναλύσουμε φαινόμενα του σύγχρονου κόσμου. Θα συμφωνήσω και θα πως ότι όλα όσα έχω αναφέρει έχουν άμεση σχέση με το πνεύμα του βιβλίου. Γιατί οι «Βαλκανευτές» του Γιώργου Χατζελένη δεν είναι ένα βιβλίο με ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Ή, τουλάχιστον δεν είναι μόνον αυτό. Μέσα στις 530 σελίδες του ακολουθούμε την άκρως ενδιαφέρουσα και ζηλευτή διαδρομή που έκανε ο συγγραφέας με τους δύο φίλους του που είναι μια διαδρομή βαθιάς γνωριμίας με ανθρώπους και τόπους. Και ξέρετε τι πιστεύω, σε σχέση με όσα έλεγα και πριν; Ότι το καλύτερο φάρμακο εναντίον του ρατσισμού, του σωβινισμού και του εθνικισμού είναι τα ταξίδια. Όπως αυτό που οι τρεις φίλοι έκαναν στα δυτικά Βαλκάνια, δηλαδή ως ταξιδευτές και όχι ως τουρίστες. 
Εν πρώτοις, λοιπόν πρόκειται για ένα βιβλίο με ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης -όπως συχνά λέμε κι εμείς οι κριτικοί κινηματογράφου, μιλώντας για μια ταινία. Εντυπώσεις που αποτυπώνονται με περιγραφές οι οποίες δημιουργούν εικόνες και κάνουν τον αναγνώστη να νιώθει πως βρίσκεται κι ο ίδιος εκεί. Το πετρόχτιστο Αργυρόκαστρο διασχίζοντας προς Βορά την Αλβανία. Το Κότορ και το μαγευτικό Περάστ στο Μαυτροβούνιο. Το διαμάντι της Αδριατικής, το Ντουμπρόβνικ, αλλά και τις ομορφιές του Σπλιτ και της Ριέκα στην Κροατία. Κι ύστερα στην πρωτεύουσα του πουθενά, την Τεργέστη, όπως την είπε ο Τζέιμς Τζόις που έζησε εκεί. Την πολύφερνη νύφη που διεκδίκησαν πολλοί και σήμερα παρακμάζει αφού την κέρδισε η Ιταλία. Το Νόβο Μέστο, το… ορεινό νησί στη Σλοβενία. Και πάλι στην Κροατία και την θορυβώδη πρωτεύουσά της, το Ζάγκρεμπ. Κι ύστερα στην πολύπαθη Βοσνία Ερζεγοβίνη. Η Μπάνια Λούκα, το μαρτυρικό Σαράγεβο, το Μόσταρ με το θρυλικό γεφύρι που γκρεμίστηκε στον εμφύλιο και ξαναχτίστηκε, πόλεις που ακούγαμε καθημερινά στα δελτία ειδήσεων τότε που μαινόταν ο πόλεμος στην ασταθή ακόμη και σήμερα χώρα. Η άχρωμη Ποντγκόριτσα στο Μαυροβούνιο, που ποτέ δεν πίστευε πως θα γινόταν πρωτεύουσα. Και η επιστροφή από τα Τίρανα που προσπαθούν να φανούν όμορφα και το Πόγραδετς πλάι στη λίμνη Οχρίδα πριν την επιστροφή στην Ελλάδα. 
4.730 χιλιόμετρα, 5 χώρες, χιλιάδες εικόνες στο μυαλό. Μέσα, όμως, από τις εικόνες αυτές, εκτός από τη Γεωγραφία ο συγγραφέας παραθέτει και πολλές ιστορικές πληροφορίες. Και όχι μόνον από την πρόσφατη αιματηρή ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Όπως για τον απελευθερωτικό αγώνα των παρτιζάνων του στρατάρχη Τίτο, για την ελληνική αποικία Επίδαμνο που είναι το σημερινό Δυρράχιο, για το πείραμα του Ιταλού εθνικιστή ποιητή Γκαμπριέλε ντ’ Ανούτσιο στη Ριέκα, για τη σύλληψη του Ρήγα Φεραίου στην Τεργέστη, για την τρομοκρατική δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών και για τον αντιδικτατορικό αγώνα των Ελλήνων στην Ιταλία. Και βέβαια πολλά ακόμη τα οποία θα ανακαλύψετε διαβάζοντας το βιβλίο. 
Όταν όμως τρεις άνθρωποι ταξιδεύουν μαζί, αυτό είναι ένα είδος, έστω και προσωρινής, συμβίωσης. Η καθημερινή επαφή προσφέρεται για συζητήσεις κάθε είδους. Είτε για τα όσα βλέπουν και ακούν στο ταξίδι είτε για τα άλλα που προκύπτουν και συνδέονται με σκέψεις και ιδέες που αφορούν την Ελλάδα, την Ευρώπη, τον κόσμο και τους ανθρώπους. Έτσι διαβάζουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για την Ελλάδα και το τι συνέβη το καλοκαίρι του 2015. Μια συζήτηση για το ναι και το όχι στο δημοψήφισμα, για το τι σήμαινε, για το τι έγινε και για το τι ακολούθησε. Προσωπικά έχω διαφορετική άποψη και από τους τρεις συνταξιδιώτες για το τι έγινε, πως έγινε και το τι μπορούσε ή δεν μπορούσε να γίνει, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης, καθώς από μόνο του αποτελεί μια ολόκληρη συζήτηση. Θα ήθελα όμως να σημειώσω πως θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν μπορούσα να είχα πάρει μέρος κι εγώ σε εκείνη τη συζήτηση. 
Και τέλος, ένα άλλο μέρος, που είναι οι σκέψεις του ίδιου του συγγραφέα, όπως ο ίδιος τις αποτυπώνει, σε στιγμές που έμενε και στοχαζόταν μόνος. Σκέψεις για την πολυπλοκότητα των πραγμάτων, για τις αντιφάσεις με τις οποίες κινείται η πραγματικότητα και η ιστορία, για την έννοια του πατριωτισμού, για την επέλαση της ακροδεξιάς ακόμη και για την επιθυμία που νιώθει για να ταξιδεύει καθώς δεν αισθάνεται καλά, είναι σαν εγκλωβισμένος όταν δεν το κάνει. 
Τι είναι εν τέλει οι «Βαλκανευτές»;. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις; Μάθημα Γεωγραφίας; Μάθημα Ιστορίας; Συναντήσεις με ανθρώπους; Σκέψεις και ανταλλαγές απόψεων; Υπαρξιακοί στοχασμοί; Η αλήθεια είναι πως δεν μπορώ να δώσω συγκεκριμένη απάντηση. Και πιστεύω πως ούτε και ο συγγραφές μπορεί και ούτε θέλει. Αυτό το οποίο μπορώ όμως να υποστηρίξω είναι πως ο Γιώργος Χατζελένης έγραψε ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο. Το οποίο περιέχει στοιχεία τα οποία μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον άλλο, τον βαλκάνιο γείτονά μας. Κι αυτό επιτυγχάνεται, εκτός από τις ιστορικές αναφορέα και τα κοινά πολιτισμικά μας στοιχεία, από τις συναντήσεις και τις συζητήσεις με ανθρώπους. Επειδή πόλεις και χώρες είναι οι άνθρωποι που τις κατοικούν. Κι αυτοί είναι που κουβαλούν μέσα τους την ιστορία, τις εμπειρίες, τη γνώση, τον πολιτισμό και τη διαφορετικότητα την οποία οφείλουμε να γνωρίσουμε. Γιατί μόνον γνωρίζοντας απελευθερωνόμαστε από προκαταλήψεις και ιστορικούς μύθους. 
Πως παντρεύονται όλα αυτά; Ε, κάπως τα καταφέρνει ο συγγραφέας να δημιουργήσει ένα συναρπαστικό και ρέον αφήγημα. Γιατί εάν 530 σελίδες διαβάζονται χωρίς ο αναγνώστης να νιώσει το αίσθημα της κόπωσης και της βαρεμάρας, αυτό οφείλεται στο συγγραφέα. Κι όταν πλησιάζοντας στο τέλος και βλέπει τις σελίδες να λιγοστεύουν, αντί να νιώσει χαρά που το «έφαγε το τούβλο», νιώθει κάτι να τελειώνει και αυτό του προκαλεί κάτι σαν αίσθηση μιας επερχόμενης απουσίας, ε τότε, κάτι καλό έχει συμβεί. 
Τέλος μαζί με αυτό το συναρπαστικό, γοητευτικό ταξίδι στα δυτικά Βαλκάνια, ο Γιώργος Χατζελένης επιχειρεί και το δικό του εσωτερικό ταξίδι. Είμαι βέβαιος πως ταξιδεύοντας γνώρισε καλύτερα τον εαυτό του καθώς τον υπέβαλε σε δοκιμασίες, όχι σωματικές, αλλά πνευματικές αφού μοιράστηκε ιδέες, αφουγκράστηκε σκέψεις, πλούτισε ως άνθρωπος. 
Οι «Βαλκανευτές» θα το ξαναπώ, είναι ένα βιβλίο που φέρνει τους ανθρώπους κοντά. Που δημιουργεί γέφυρες επικοινωνίας και προσπαθεί να καταργήσει τα σύνορα. Κάθε είδους σύνορα. Όχι μόνον εθνικά. Έτσι οι τρεις συνταξιδιώτες, μπορεί να ήταν και να είναι φίλοι αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως μετά από αυτό το κοινό ταξίδι ήρθαν πιο κοντά. Κι επίσης να πω πως χάρη στους «Βαλκανευτές» γνωρίστηκα κι εγώ με το Γιώργο καθώς ο ίδιος μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει να βρίσκομαι μεταξύ των παρουσιαστών και της παρουσιάστριας του βιβλίου του. Προφανώς διαπίστωσε μέσα στα κοινωνικά δίκτυα και τη δική μου αγάπη για τα Βαλκάνια. 
Κι έτσι βρεθήκαμε εδώ οι ταξιδευτές των Βαλκανίων, με τους λάτρεις των Βαλκανίων. Οι «Βαλκανευτές» με τους Βαλκανολάτρες. 

Πηγή: Η Εποχή 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2023

Η χρονιά της περισυλλογής (;)

 


Το '22 έφυγε παίρνοντας μαζί του έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους της ζωής μου. 
Με το φευγιό της γιαγιάς μου, έκλεισε οριστικά ένα κεφάλαιο της ζωής μου που με συνέδεε με την αθωότητα και τις σκανταλιές των παιδικών μου χρόνων. Το ζεστό της χαμόγελο, τα καλοσυνάτα της λόγια και το χαρακτηριστικό της άρωμα μεταφέρθηκαν, με μια άκρως τραυματική εμπειρία, από την καθημερινότητά μου στο φορτωμένο σεντούκι των αναμνήσεών μου.
Αυτό το γεγονός συντάραξε το είναι μου, κάνοντάς με να αναθεωρήσω αρκετές από τις υπαρξιακές μου αρχές, θέτοντάς μου νέους προβληματισμούς και νέους στόχους. 
Το '23 με βρίσκει σε μια νέα καθημερινότητα, με πρωτόγνωρους ρυθμούς και νέες εικόνες. Οι συνθήκες είναι πλέον κατάλληλες για μια νέα περισυλλογή αξιών και ιδεών, ευελπιστώντας πως θα είναι άκρως εποικοδομητικές στον νέο μου εαυτό που επιθυμώ να χτίσω. Οι πνευματικές αλλαγές θα ρθουν. Είμαι σίγουρος γι' αυτό. Το θέμα είναι να ακολουθήσουν κι οι καίριες και πολυπόθητες αλλαγές της καθημερινότητάς μου. 
Ας ελπίσουμε πως το '23 θα μου στρώσει το έδαφος γι' αυτό που αποζητώ. Τη ψυχική μου ηρεμία και την σωτήρια απομάκρυνσή μου από το χρόνιο τοξικό περιβάλλον που με πνίγει. 
Από τη μεριά μου, σας εύχομαι καλή χρονιά γεμάτη υγεία, αγάπη, τύχη και μπόλικες όμορφες στιγμές.