Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Μαθήματα Περσικών (2020)




Το Ολοκαύτωμα, η πιο μαύρη περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας, έχει μετατραπεί με την πάροδο των χρόνων σε μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης, προσφέροντάς μας σπουδαία έργα τέχνης, τα οποία προσπαθούν με τον δικό τους τρόπο να διατηρήσουν τη μνήμη ζωντανή και την ανθρωπότητα αφυπνισμένη. Οι μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί είναι πολλές, γι' αυτό θεωρώ πως το μέλλον επιφυλάσσει ακόμη περισσότερα βιβλία και κινηματογραφικά διαμάντια πάνω σ' αυτό το κομμάτι της ιστορίας. Ένα απ' αυτά είναι τα "Μαθήματα Περσικών", μια διεθνούς παραγωγής ταινία (Γαλλία, Γερμανία και Ρωσία), η οποία όμως συγκαταλέγεται ως κινηματογραφικό έργο της Λευκορωσίας, κάτι που της προσδίδει περισσότερο ενδιαφέρον. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στην κατεχόμενη Γαλλία, όπου ένα καμιόνι διασχίζει ένα πυκνό δάσος μεταφέροντας Εβραίους από Γαλλία και Βέλγιο. Στοιβαγμένος μαζί με άλλους συλληφθέντες, ο πρωταγωνιστής συστήνεται με έναν άλλον Εβραίο, όπου εκεί μαθαίνουμε ένα κομμάτι της ιστορίας του. Η εξέλιξη της κουβέντας θα αποδειχτεί στην πορεία σωτήρια για τον νεαρό, οδηγώντας τον σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου θα τεθεί κάτω από την προστασία του διοικητή των μαγειρείων. Ο λόγος που ο ίδιος γλιτώνει από βέβαιο θάνατο, είναι η απεγνωσμένη προσπάθειά του να πείσει τους στρατιώτες-εκτελεστές πως είναι Πέρσης κι όχι Εβραίος. Η κίνησή του αυτή θα τον φέρει κοντά σε έναν διοικητή μαγειρείων ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης, ο οποίος αναζητά έναν Πέρση για να του κάνει μαθήματα φαρσί. 
Οι στρατιώτες θα παρουσιάσουν ως λάφυρο τον νεαρό στο γραφείο του διοικητή, όπου εκεί ο πρωταγωνιστής θα συνειδητοποιήσει πως η σωτηρία του από το θάνατο, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα εισιτήριο για την επίγεια κόλαση των Γερμανών ναζί, καθώς είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή βάση να υποδύεται τον Πέρση και να επινοεί ψεύτικες λέξεις για τα μαθήματα φαρσί που κάνει στον διοικητή των μαγειρείων, εμπνεόμενος από τα ονόματα των υπολοίπων Εβραίων κρατουμένων. Όμως η προσπάθεια αυτή δεν είναι εύκολη μ' αποτέλεσμα να πέφτει σε λάθη, τα οποία θα θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ενώ παράλληλα θα αρχίσουν να δημιουργούν αμφιβολίες στους υπόλοιπους διοικητές και στρατιώτες του στρατοπέδου. Παρ' όλα αυτά, το ένστικτο της επιβίωσης θα τον πεισμώσει, συνεχίζοντας με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τον ρόλο του Πέρση ενώ παράλληλα θα εκμεταλλευτεί την εμπιστοσύνη του διοικητή για να βοηθήσει κάποιους συγκρατούμενούς του νιώθοντας ενοχικά για την ευνοϊκή του θέση μες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. 
Όταν διαπιστώνεται πως έρχεται το τέλος της μαρτυρικής ζωής τόσο της δικής του όσο και των υπολοίπων συγκρατουμένων του, καθώς οι Αμερικανοί έχουν ήδη αρχίσει να επελαύνουν προς την ανατολή, ο ίδιος θα επιλέξει να εξοντωθεί μαζί με τους υπολοίπους. Όμως για μια ακόμη φορά, η τύχη θα σταθεί με το μέρος του κι η σωτηρία του δε θα διασώσει μόνο τη δική του ύπαρξη αλλά και την μνήμη 2.840 συγκρατουμένων του που βρήκαν φρικτό θάνατο στα ναζιστικά κολαστήρια. Δηλαδή των ονομάτων που χρησιμοποίησε για να δημιουργήσει δικές του λέξεις φαρσί. 
 



Έχω την αίσθηση πως κάθε χρόνο βγαίνει στους κινηματογράφους κι από μια ταινία που έχει σχέση με το Ολοκαύτωμα. Επίσης έχω παρατηρήσει πως τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες χώρες δίνουν περισσότερη βαρύτητα στο γεγονός αυτό, παρουσιάζοντάς το κάθε φορά κι από μια διαφορετική οπτική γωνιά. Το ίδιο συνέβη και με τα "Μαθήματα Περσικών". 
Ο νεαρός πρωταγωνιστής Ναουέλ Πέρες Μπισκαγιάρ προσφέρει μια εξαιρετική ερμηνεία στο ρόλο του Εβραίου που προσποιείται πως είναι Πέρσης για να γλιτώσει. Η σπιρτάδα του τον βοηθάει να ελίσσεται σε κάθε κίνδυνο που ελλοχεύει αλλά παράλληλα τον συνθλίβει εσωτερικά. Κάθε μέρα ζωής που κερδίζει μέσα στο κολαστήριο, μεγαλώνει ένα απροσδιόριστο βάρος που κουβαλάει εντός του. Βλέπει συνανθρώπους του να εκτελούνται μπροστά του ή να ταξιδεύουν στα κολαστήρια της Πολωνίας για να εξοντωθούν. Αυτό έχεις ως συνέπεια, η τύχη που έχει στραφεί με το μέρος του να μετατρέπεται σε κατάρα, ωθώντας τον στην αυτοθυσία για να εξιλεωθεί για τα δεινά που περνάει ο λαός του. Κατά κάποιον τρόπο, ζει ένα ψυχολογικό μαρτύριο που του τρώει κάθε μέρα τα σωθικά. Δεν είναι τυχαίο που σε κάποια στιγμή εκμυστηρεύεται στον διοικητή των μαγειρείων πως θέλει να πεθάνει διότι κουράστηκε να φοβάται. Αυτός ο αφόρητος φόβος θεωρεί πως είναι πιο τρομερός κι από τους ίδιους τους ναζί. 
Από την άλλη, έχουμε τον Λαρς Άιντινγκερ στο ρόλο του διοικητή των μαγειρείων. Ένας σκληρός κι απρόσιτος άνθρωπος που διατηρεί αυτό το ύφος για να καλύψει τις δικές του ανασφάλειες και τους δικούς του φόβους, οι οποίοι γίνονται φανεροί στις συναντήσεις του με τον διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Ωστόσο σε κάθε ευκαιρία φανερώνει μια ευαίσθητη πλευρά, η οποία δυστυχώς έχει υποταχθεί στην ιδεολογία του ναζισμού. Βρήκα εξαιρετικές τις μεμονωμένες στιγμές ανθρωπιάς του, που ξεπετάγονται μόνο όταν είναι μαζί με τον Εβραίο προστατευόμενό του, ειδικά όταν του απαγγέλει ένα ποίημα στα υποτιθέμενα φαρσί που του μαθαίνει ο νεαρός αλλά κι όταν τον ρωτάει αν έχει ως ναζί την δυνατότητα να ερωτευτεί κάποια στιγμή στη ζωή του. Επίσης βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα τη συζήτηση που είχε με τον νεαρό σχετικά με την απόφασή του να καταταχτεί στο ναζιστικό κόμμα, όπου εκεί αποκαλύπτεται η αδύναμη φύση του αλλά κι ο κρυφός ενθουσιασμός που είχε για τον αδελφό του, ο οποίος εγκατέλειψε την ναζιστική Γερμανία και κατέφυγε σε Ελλάδα κι έπειτα στην Τεχεράνη για να αποφύγει το φασιστικό τέρας που απλωνόταν στη χώρα του αλλά και στην υπόλοιπη Γηραιά Ήπειρο. 



Μέσα από τους διαλόγους των δυο πρωταγωνιστών, δίνεται η δυνατότητα και στους δυο να παρουσιάσουν τις διαφορετικές προσωπικότητες τους με τις αδυναμίες τους και τα χαρίσματά τους. Μάλιστα, οι ερμηνείες τους είναι τόσο αληθινές που γίνονται κι οι δυο συμπαθείς στα μάτια των θεατών (ή τουλάχιστον ο ναζί αξιωματικός λιγότερο αντιπαθής), κάτι που μας βοηθάει να βιώσουμε τα αδιέξοδά τους και να αισθανθούμε κυρίως το πνίξιμο του πρωταγωνιστή, ο οποίος καθημερινά νιώθει πως η ζωή του κρέμεται από μια λεπτή κλωστή. 
Η πρώτη του αποφυγή από το θάνατο, η απόδρασή του για την οποία τελικά μετανιώνει κι επιστρέφει στο στρατόπεδο, η υποψία του διοικητή πως ο νεαρός κρατούμενος τον κοροϊδεύει κι η τιμωρία που του ασκεί στέλνοντάς τον στα νταμάρια αλλά κι η έλευση ενός άλλου αιχμαλώτου Πέρση που τον φέρνει σε μια άκρως επικίνδυνη θέση στο να αποκαλυφθεί το μυστικό του, είναι γεγονότα που κρατούν την ένταση της ιστορίας στα ύψη μετατρέποντάς την από δράμα σε θρίλερ. Έπειτα, είναι κάποιες μικρές στιγμές μαύρου χιούμορ που δημιουργούν στιγμιαία διαλείμματα ανάσας στη συνεχόμενη ένταση της εξέλιξης. Επιλέγοντας αυτόν τον τρόπο, ο σκηνοθέτης Βαντίμ Πέρελμαν προσφέρει ένα κλασικό κινηματογραφικό διαμάντι, το οποίο πατάει στη συνηθισμένη γραμμή των ταινιών αυτού του είδους, χαρίζοντας του μια βέβαιη διαχρονικότητα.  
Τα "Μαθήματα Περσικών" είναι μια ιδιαίτερη ιστορία από τις μαρτυρίες των στρατοπέδων συγκέντρωσης όπου ο αντιήρωας πρωταγωνιστής μετατρέπεται σε απόλυτο προστάτη διαφύλαξης της μνήμης αρκετών θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Επίσης είναι μια σπουδή στην ατέρμονη προσπάθεια των ανθρώπων και στα σκαρφίσματά τους για επιβίωση. Μια αέναη δύναμη που προσπαθεί συνεχώς να μας κρατά μακριά από το θάνατο. 

Βαθμολογία: 7/10 

Δευτέρα 12 Απριλίου 2021

Όσο Κρατά ο Πόλεμος (2019)

 



Όταν είχα επισκεφθεί την πανέμορφη Σαλαμάνκα τον Οκτώβριο του 2019, συνάντησα αρκετά κινηματογραφικά συνεργεία διάσπαρτα στους γραφικούς της δρόμους. Λίγο καιρό αργότερα, έμαθα πως εκείνη την περίοδο ολοκληρωνόταν η τελευταία ταινία του Αλεχάνδρο Αμενάμπαρ με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο. Αυτό είχε ως συνέπεια, πέρα από τις μαγευτικές εικόνες της μοναδικής αναγεννησιακής πόλης της Ιβηρικής χερσονήσου, να επιστρέψω στην Ελλάδα και με μια ανυπομονησία να παρακολουθήσω την νέα ταινία του Ισπανού σκηνοθέτη, ο οποίος μας είχε χαρίσει παλιότερα τα εξαιρετικά "Οι Άλλοι" και "Η Θάλασσα Μέσα Μου". Όμως η πανδημία έκανε την προσμονή μου να διαρκέσει σχεδόν δυο χρόνια κι όταν τελικά κατάφερα να την δω, διαπίστωσα πως η ταινία με αντάμειψε με το παραπάνω για την υπομονή μου. 
Η ιστορία μας μεταφέρει στο ξεκίνημα του Ισπανικού Εμφυλίου, όπου η πτώση του δικτάτορα Πρίμο ντε Ριβέρα κι η ανεξέλεγκτη κατάσταση του ισπανικού στρατού στο Μαρόκο οδήγησαν στη συσπείρωση των φασιστών στην ιβηρική χερσόνησο. Επίσης σημαντικό ρόλο είχε παίξει το γεγονός πως στις δημοκρατικές εκλογές του 1936, πρωτοστάτησαν οι κεντρο-δεξιοί με τους σοσιαλιστές. Για να μας βάλει ο δημιουργός στο κλίμα εκείνων των ημερών, μας παρουσιάζει στο εναρκτήριο πλάνο, το οποίο διαδραματίζεται στην εντυπωσιακή πλατεία της Σαλαμάνκα, τον ισπανικό στρατό που ανακοινώνει την κατάλυση της δημοκρατίας επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο με τους πολίτες να ακούν οι μεν σαστισμένοι κι οι δε με ζητωκραυγές απαιτώντας την επιστροφή της μοναρχίας. Η διχόνοια στον ισπανικό λαό είχε ήδη ανάψει και τα πρώτα σημάδια του εμφυλίου άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. 
Πρωταγωνιστικό πρόσωπο σε 'κείνη την πτυχή της ιστορίας, είναι ο διάσημος συγγραφέας και πρύτανης του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα, Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, ο οποίος από την πρώτη στιγμή υποστήριξε τη στρατιωτική επέμβαση υπογράφοντας το μανιφέστο των εθνικιστών, χάνοντας μ' αυτόν τον τρόπο την εκτίμηση των συναδέλφων του και του στενού του οικογενειακού και φιλικού του κύκλου. Ο ίδιος ως υπέρμαχος υποστηρικτής της μοναρχίας, υποστήριξε τη πράξη του αυτή δηλώνοντας προδομένος από τη νέα ισπανική δημοκρατία κι απαιτώντας την επαναφορά της τάξης με κάθε τίμημα. 
Όμως η στρατιωτική επέμβαση δεν άργησε να φανερώσει τις προσδοκίες της, οι οποίες ήταν η απόλυτη φασιστική κυριαρχία στην Ισπανία, έχοντας τη στήριξη των Γερμανών ναζί και των Ιταλών φασιστών. Μετά την πανηγυρική κατάληψη του Τολέδο από τον δημοκρατικό στρατό, οι φασίστες θα αναγκαστούν να συνεργαστούν με τους μοναρχικούς για να αντεπιτεθούν και να καταλάβουν ξανά τα προπύργια των αναρχικών και των κομμουνιστών. Αφού επέλεξαν ως αρχηγό τους τον Φράνκο, ξεκίνησαν την επέλασή τους προς την Μαδρίτη, καταλαμβάνοντας πρώτα το Τολέδο. Με τη νίκη τους αυτή, ο Φράνκο γίνεται μεμιάς ο ήρωας της συντηρητικής κοινωνίας και το προσωπείο των φασιστών, οι οποίοι μόλις συνειδητοποιήσουν πως έχουν αρχίσει να πατούν γερά στην κατάληψη της χώρας, θα πετάξουν τους μοναρχικούς από τη μέση και θα φανερώσουν το τέρας που έκρυβαν τόσο καιρό, αφήνοντας σαστισμένους όχι μόνο τους προοδευτικούς αλλά και τους συντηρητικούς που μέχρι εκείνη τη στιγμή τους υπερασπίζονταν. 
Στο πρόσωπο λοιπόν του πρύτανη, παρακολουθούμε την πορεία των συντηρητικών, των οποίων η υποστήριξή τους στους φασίστες μετατρέπεται σε έναν βουβό και σαστισμένο προβληματισμό, ο οποίος θα τους οδηγήσει στην ύστατη αντίδρασή τους απέναντι στην επέλαση του σκοταδισμού με κάθε τίμημα τόσο για τη θέση τους στην κοινωνία όσο και για την ίδια τους τη ζωή.




Υπήρξαν αρκετά στοιχεία της ταινίας που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον και με κέρδισαν ως θεατή. Πρώτα απ' όλα, μου άρεσε η σταδιακή μεταστροφή του πρύτανη του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα. Είχε ενδιαφέρον η πορεία του, διότι ταύτισα την άποψή του με τις αντίστοιχες αρκετών προσώπων της σημερινής εποχής που υποστηρίζουν τόσο το σημερινό εγχώριο καθεστώς όσο και τα υπόλοιπα ακροδεξιά κινήματα της Ευρώπης. Στην όψη του διέκρινα ανθρώπους του κύκλου μου που αρνούνται να δουν την αλήθεια κατάματα, χρησιμοποιώντας τις πιο ηλίθιες δικαιολογίες. Δικαιολογίες που δε συνάδουν τόσο με το ποιόν τους όσο και με την ως τώρα πορεία τους. Ένα πολύ τρανταχτό παράδειγμα είναι η σκηνή με τους ήχους των τουφεκισμών από τις εκτελέσεις που ακούγονται έξω από την πόλη, τις οποίες ο πρύτανης τις καταλογίζει σε λαθροκυνηγούς. Κι ενώ βλέπει μπροστά του τους φαντάρους που επιστρέφουν από το σημείο της εκτέλεσης, επιμένει στη επιπόλαιη άποψη του. Άραγε πόσους τέτοιους τύπους συναντάμε στην καθημερινότητά μας που προσπαθούν να διαψεύσουν με παρόμοιες βλακώδεις δικαιολογίες την κατάλυση του εγχώριου δημοκρατικού μας πολιτεύματος;
Μάλιστα η στάση του έφτανε σε σημείο να με εξοργίζει καθώς έθετε ως επιχειρήματα την ηλικία του, τις γνώσεις του και την ως τότε καριέρα του. Γι' αυτή του τη στάση δέχεται μια δυνατή απάντηση από την κόρη του, η οποία του λέει πως τελικά είναι θέμα ηλικίας, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δηλώσει πως η τρίτη ηλικία θα παραμένει αιωνίως ένα συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας που υπερασπίζεται τα καθεστώτα σε αντίθεση με την νεολαία που πάντα αναζητά την πιο προοδευτική πορεία. Η κόντρα με την κόρη του έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και φτάνει στην κορύφωση όταν εκείνη του λέει πως έχει καρδιά από πέτρα, ένα χαρακτηρισμό που ο ίδιος θα χρησιμοποιήσει λίγο αργότερα, θέλοντας να δείξει πως δε φοβάται τους νυχτερινούς βομβαρδισμούς. 
Το πείσμα του πρύτανη θα διαρκέσει όσο εκείνος θα νιώθει άτρωτος απέναντι στην επέλαση των φασιστών. Μάλιστα οι ίδιοι θα τον επαναφέρουν στη θέση του στο πανεπιστήμιο, μετά την απόλυσή του από τη δημοκρατική κυβέρνηση. Το πείσμα του θα δυναμώσει ακόμη περισσότερο μετά τους τσακωμούς του με ανθρώπους του στενού του φιλικού περιβάλλοντος. Όσο εκείνοι του ζητούν να συνέλθει τόσο εκείνος τους χλευάζει και γίνεται ισχυρογνώμον θεωρώντας πως βρίσκεται στη σωστή πλευρά της ιστορίας. 
Η στάση του όμως θα αλλάξει όταν αρχίσουν οι συλλήψεις δικών του ανθρώπων που ο ίδιος θεωρεί πως είναι καλοί χριστιανοί, σωστοί πατριώτες κι αθώοι πολίτες. Επίσης, θα νιώσει πως είναι κι αυτός υποψήφιο θύμα τους όταν συνειδητοποιήσει από τις στάσεις τους πως γι' αυτούς είναι απλώς ένα ακόμη χρήσιμο πιόνι. Ο φόβος μέσα του θα κυριαρχήσει μετά την εκτέλεση του φίλου του παπά της ευαγγελικής εκκλησίας και τη σύλληψη του πιστού βοηθού του. Εκεί πια αντιλαμβάνεται πως όλο αυτόν τον καιρό ήταν ακόμη ένας ανόητος θιασώτης του φασιστικού τέρατος. Νιώθοντας ενοχή όχι μόνο για τη λάθος στάση του αλλά και για τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις των δικών του ανθρώπων, θα βγάλει έναν δυναμικό ουμανιστικό κι αντιφασιστικό λόγο σε μια άκρως προσβλητική και σκοταδιστική εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί εντός του πανεπιστημίου. Θα υμνήσει τη δημοκρατία και την ελευθερία, παρόλο που αισθάνεται ως θήραμα των λιονταριών μιας φασιστικής αρένας που απαιτεί την παραδειγματική θανάτωσή του φωνάζοντας "Θάνατος στη διανόηση. Ζήτω ο Θάνατος!". Η ιαχή αυτή αντί να τον ταράξει, του δίνει περισσότερο θάρρος να στον επιβλητικό του λόγο "Αυτός είναι ο ναός της διανόησης κι εγώ είμαι ο ανώτατος ιερέας. Εσείς βεβηλώνετε τους ιερούς χώρους του. Θα νικήσετε γιατί έχετε την αφθονία της ωμής βίας. Όμως, δε θα πείσετε. Για να πείσετε, πρέπει να είστε πειστικοί. Και για να είστε πειστικοί, χρειάζεστε κάτι που δεν έχετε. Λόγο και δικαίωμα στον αγώνα. Μου φαίνεται μάταιο να σας ζητήσω να σκεφτείτε την Ισπανία". Και με την πράξη του αυτή θα βγει νικητής. 
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας είναι η παρουσίαση του δικτάτορα Φράνκο. Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπω ως ένα άβουλο ανθρωπάκι που επιλέχθηκε παρά τη θέλησή του στη θέση του δικτάτορα μόνο και μόνο επειδή είχε την εκτίμηση των στρατιωτών. Επίσης μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο φόβος που είχε απέναντι στη γυναίκα του και το κατά πόσο τον επηρέαζε στις αποφάσεις του. Ο σκηνοθέτης σε καμία περίπτωση δεν επιδιώκει να ωραιοποιήσει την υπόστασή του. Αντιθέτως, θεωρώ πως τσαλακώνει περαιτέρω την εικόνα του. Φυσικά σ' αυτό συμβάλλει κι η εξαιρετική ερμηνεία του άγνωστου για μένα ηθοποιού Σάντι Πρέγο. Όπως επίσης εξαιρετικός ήταν κι ο Εδουάρδ Φερνάντεθ στο ρόλο του στρατηγού Μιγιάν Αστράι. 




Ένα ακόμη στοιχείο που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία είναι τα υπέροχα πλάνα που παρουσιάζουν ένα μικρό μέρος της μοναδικής ομορφιάς της Σαλαμάνκα. Η αρχοντική πύλη του πανεπιστημίου με την πλούσια γλυπτή της διακόσμηση, ο επιβλητικός καθεδρικός που δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της πόλης κι είναι ορατός από κάθε σημείο της, η ρωμαϊκή γέφυρα που οδηγεί σε έναν καταπράσινο περίπατο δίπλα στο ποτάμι, τα παλιά καλοδιατηρημένα κτίρια με τα γήινα χρώματα, η κομψότατη πλατεία της πόλης που θεωρείται ως μια από τις ομορφότερες της Ισπανίας (μάλιστα κάποιοι πιστεύουν πως είναι η ομορφότερη όλων) και φυσικά οι πανέμορφες τοιχογραφίες στο παρεκκλήσι που βρίσκεται δίπλα στον καθεδρικό. Μέσα απ' αυτήν την ταινία θυμήθηκα ξανά τις όμορφες περιπλανήσεις μου σ' αυτήν την τόσο μοναδική πόλη. 
Σκηνοθετικά η ταινία ήταν άψογη. Τα πλάνα δημιουργούσαν μια τρομερή αντίθεση καθώς χωρίζονταν σε σκοτεινά και φωτεινά, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξουν την εσωτερική πάλη του πρύτανη. Οι λήψεις στους εσωτερικούς χώρους ήταν ατμοσφαιρικές κι ο φωτισμός έδινε έναν ιδιαίτερο τονισμό στις μορφές που βρίσκονταν μέσα σ' αυτούς. Σε κάθε πλάνο έβρισκα ένα στοιχείο που με μάγευε. Επίσης οι ηθοποιοί έπαιξαν εξαιρετικά τους ρόλους τους, όπου απ' αυτούς ξεχώρισα τον Σάντι Πρέγο στο ρόλο του Φράνκο, τον Εδουάρδ Φερνάντεθ στο ρόλο του στρατηγού Μιγιάν Αστράι και φυσικά τον Κάρα Ελαγιάλντε στο ρόλο του πρύτανη Μιγκέλ ντε Ουναμούνο. 
Κάτι που παρατήρησα είναι πως από το πρώτο κιόλας λεπτό η ταινία προσπαθεί να χαρακτηριστεί σε διαχρονικό διάβημα πάνω στον φασιστικό κίνδυνο, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον στην ύποπτη σιγή των διανοουμένων μπροστά σε φανερές παραβιάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σ' αυτήν την προσπάθεια από τη μια θεωρώ πως πέτυχε τον σκοπό της διότι προκαλεί έντονους προβληματισμούς αλλά από την άλλη έχω την αίσθηση πως χρειαζόταν επιπλέον βαρύτητα στις προσωπικότητες των εμπλεκομένων και στους διαλόγους τους ώστε να δώσει περαιτέρω τροφή για σκέψη. Για παράδειγμα, θα ήθελα πολύ να ακούσω τον ιδεολογικό αντίλογο του συντηρητικού πρύτανη με τον αριστερό βοηθό του παρά να παρακολουθώ τις σκιές τους να κουνιούνται με ένταση μπροστά από ένα ειδυλλιακό ισπανικό ηλιοβασίλεμα.
Το αντιφασιστικό έργο "Όσο Κρατά ο Πόλεμος" είναι μια ακόμη ιδιαίτερη κινηματογραφική αφορμή για να αναθεωρήσουμε την ως τώρα στάση μας απέναντι στην επέλαση της ακροδεξιάς πολιτικής και κατά πόσο φέρει ο καθένας μας ευθύνη απέναντι σ' αυτήν την πολιτική και κοινωνική ηθική κατρακύλα. Το πιο ανησυχητικό όμως της όλης ιστορίας είναι πως για μένα πλέον αυτές οι ταινίες δε σχετίζονται μόνο με το μακρινό παρελθόν αλλά και με το εγγύς μέλλον. Αυτός και μόνο ο λόγος κάνει τις προβολές τους να γίνονται ακόμη πιο αναγκαίες. 

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Ανθρώπινη φωνή (2020)

 



Δεν έχω υπάρξει ένθερμος θαυμαστής των ταινιών μικρού μήκους παρόλο που ξέρω πως η στάση μου αυτή είναι λάθος. Ωστόσο η στάση που είχα για τη συγκεκριμένη κινηματογραφική κατηγορία άλλαξε όταν μαγεύτηκα από τις προβολές κάποιων αξιόλογων έργων στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους στις Βρυξέλλες την άνοιξη του 2019. Όταν λοιπόν μου προτάθηκε η τελευταία μικρού μήκους ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ, δέχτηκα να την δω χωρίς αμφιβολίες για τους παρακάτω λόγους. Πρώτα απ' όλα, επειδή ο σπουδαίος Ισπανός σκηνοθέτης ξανακέρδισε την αγάπη μου με την αριστουργηματική αυτοαναφορική ταινία "Πόνος και Δόξα", προερχόμενος από μια απογοητευτική δημιουργική κοιλιά που είχε κάνει. Έπειτα ήταν η περιέργειά μου για το αποτέλεσμα της άκρως ενδιαφέρουσας συνεργασίας του με την Τίλντα Σουίντον. Κι επίσης ήθελα πολύ να απολαύσω το διασκευασμένο σενάριο από τον θεατρικό μονόλογο του Ζαν Κοκτώ.
Οι παραπάνω λόγοι μου πρόσφεραν τελικά ένα αξεπέραστο αριστούργημα, το οποίο προέκυψε με το πάντρεμα μιας πανδαισίας χρωμάτων, με μια άκρως ονειρική μουσική αλλά και με την συνταρακτική ερμηνεία της πρωταγωνίστριας που με 'κανε να νιώσω το νόημα και τη δυναμική της κάθε λέξης από τον σπαρακτικό της μονόλογο. 
Το πρώτο πλάνο έχει μια τάση να μαγέψει τον θεατή από την πρώτη στιγμή, όπου η Τίλντα Σουίντον με ένα εντυπωσιακό κόκκινο φόρεμα αιωρείται μέσα στο γκρίζο φόντο του στούντιο. Ο φωτισμός αλλά κι η ίδια της η μορφή, την κάνουν να βγαίνει έξω από την οθόνη, συμβάλλοντας μ' αυτόν τον τρόπο στην πρώτη της νοητή ένωση με τον θεατή. Αμέσως ακολουθούν οι τίτλοι αρχής, στους οποίους με έναν παιχνιδιάρικο τρόπο σχηματίζονται τα ονόματα των συντελεστών με οικιακά εργαλεία μαστορέματος, δίνοντας πάσα στη συνέχεια όπου παρακολουθούμε την επίσκεψη της πρωταγωνίστριας σε ένα κατάστημα για να αγοράσει ένα τσεκούρι. Αμέσως δημιουργούνται ερωτήματα με την αγορά της αυτή. Θέλει να καταστρέψει κάτι ή θέλει να σκοτώσει κάποιον; 
Στη συνέχεια επιστρέφει στο σπίτι της. Η αλήθεια είναι πως ένιωσα μια οικειότητα με το χώρο, καθώς μου θύμισε αρκετά το σπίτι του Αντόνιο Μπαντέρας στο "Πόνο και Δόξα". Ίσως από την άλλη να οφείλεται στα έντονα χρώματα που επιλέγει στις ταινίες του ο Πέδρο Αλμοδόβαρ και τα οποία δένουν τόσο όμορφα μεταξύ τους. Μέσα σ' αυτό το χαρούμενο και καλαίσθητο σπίτι αρχίζει να αποκαλύπτεται το δράμα της πρωταγωνίστριας, η οποία έχει να δει τρεις μέρες τον σύντροφό της με τον οποίον βρισκόταν σε μια τετράχρονη σχέση. 
Μέσα στο άδειο διαμέρισμα ξεκινάει μια ανελέητη μάχη ανάμεσα στον ανθρώπινο εγωισμό και στην αξιοπρέπεια. Από την μια αγαπάει πολύ τον σύντροφό της αλλά από την άλλη γνωρίζει πως η σχέση αυτή έλαβε τέλος και πρέπει να προχωρήσει μπροστά. Συνδετικός κρίκος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος είναι ένας αξιαγάπητος σκύλος, ο οποίος άνηκε κάποτε στον σύντροφό της αλλά απ' ότι φαίνεται, καταλήγει στην περίθαλψη της πρωταγωνίστριας.
Εκείνη αρχικά ξεσπάει στο κοστούμι του συντρόφου τους, με τον σκύλο να πέφτει πάνω στα ρούχα για να τα προστατεύσει. Έπειτα αποφασίζει να πάρει υπνωτικά χάπια, γνωρίζοντας πως η απόπειρά της δε θα 'χει κάποιο αποτέλεσμα. Αυτό θα φανεί τόσο στο τηλεφώνημα που θα την ξυπνήσει όσο και στα φιλιά του σκύλου που θα την επαναφέρουν στην πραγματικότητα (άρα και στην αντιμετώπιση της όλης κατάστασης). Η πρώτη κλήση που δε προλαβαίνει να σηκώσει προέρχεται από έναν άγνωστο αριθμό. Ξέρει πως την κάλεσε αυτός κι εξοργίζεται που δεν το πρόλαβε. Θέλει να του μιλήσει αλλά δεν επιθυμεί να ρίξει τον εγωισμό της γι' αυτόν. Από την άλλη κι εκείνος κάνει μια κίνηση να επικοινωνήσει μαζί της, διαφυλάσσοντας τον δικό του εγωισμό πίσω από την απόκρυψη του αριθμού του. Επανέρχεται η βασανιστική σιωπή μέχρι που το τηλέφωνο χτυπάει ξανά. Και τότε είναι που αρχίζει το συνταρακτικός της μονόλογος.




Μέσα από την κουβέντα της με τον πρώην σύντροφό της, η πρωταγωνίστρια ταλαντεύεται ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και την αυτολύπηση, ξέροντας πως με την πράξη της αυτή κάνει επικίνδυνα άλματα πάνω από την άβυσσο του θανάτου που έχει ανοιχτεί μπροστά της. Η ίδια δε κρύβει πως τα τέσσερα χρόνια που έζησε μαζί του ήταν υπέροχα και πως τον ευγνωμονεί γι' αυτό, αλλά από την άλλη δεν έχει τη ψυχική δύναμη να διατηρήσει όλες αυτές τις μνήμες μέσα της. Γι' αυτό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τις διαγράψει. Του λέει πως είναι καλά αλλά λέει ψέματα διότι λίγη ώρα πριν ξεσπούσε στο κοστούμι του με το τσεκούρι ενώ λίγο αργότερα πήρε βλακωδώς τα υπνωτικά χάπια. 
Παράλληλα προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον αναγκάσει να 'ρθει σπίτι έστω για μια τελευταία φορά λέγοντάς του πως έχει πακετάρει τα πράγματά του κι έχει μαζέψει όλη τους την αλληλογραφία σε ένα βαλιτσάκι. Όπως του δηλώνει, θέλει να του δώσει όλα τα γράμματα για να μη φοβηθεί ποτέ πως θα τα χρησιμοποιήσει εναντίον του. Του εξηγεί όμως πως δεν πρόκειται να του επιστρέψει όσα εκείνος της εκμυστηρεύτηκε από κοντά.
Έπειτα είναι κι ο σκύλος, τον οποίο θέλει να του τον δώσει πίσω διότι της θυμίζει αυτόν. Όμως εκείνος αρνείται να πάει εκεί για να πάρει τόσο τα πράγματα και τα γράμματα όσο και το σκυλί, κάτι που της προκαλεί επιπλέον πόνο καθώς θεωρεί την απαξίωσή του άκαρδη κι άδικη απέναντί της. Εκεί της βγαίνει η πίκρα διότι εκείνος είχε παράλληλες ιστορίες κάτι που εκείνη το γνώριζε αλλά εξακολουθούσε να θέλει να 'ναι μαζί του. Όμως το ότι το γνώριζε δεν την προστάτευσε στο να "πονάει σαν ζώο".
Έπειτα του λέει πως ο σκύλος του τον αναζητάει παντού, με τη φωνή της να τρέμει και τα πρώτα δάκρυά της  να κάνουν την εμφάνισή τους, διότι η απόγνωση του σκύλου δεν είναι κάτι παραπάνω από τη δικιά της απελπισία για την απουσία του, που με δυσκολία προσπαθεί να κρύψει για να προστατεύσει την αξιοπρέπειά της. Όταν διαπιστώνει πως εκείνος δεν επιθυμεί να πάρει τον σκύλο του πίσω, τότε συνειδητοποιεί πως δεν πρόκειται να συναντηθούν ποτέ ξανά. 
Κι αφού πια πείθεται για το οριστικό τέλος της σχέσης τους, αρχίζει μια τελευταία εξομολόγηση. Του μιλάει για τη βιαιότητα εξηγώντας του πως ποτέ δεν ήθελε να το βλάψει, με τον φόβο στο να μην πάθει ποτέ κακό διότι τον νοιάζεται. Επίσης ποτέ δε μπόρεσε να γίνει αστεία μαζί του καθώς θεωρούσε πως το χιούμορ είναι ξεγύμνωμα και τρικλοποδιά μες στη σχέση. Για 'κείνην ο έρωτας καθηλώνει ενώ το χιούμορ αποκαθηλώνει, διότι ο καθένας μπορεί να γελάσει με τα πάντα αλλά όχι με αυτά που νιώθει μέσα του. Γι' αυτόν τον λόγο προσπαθούσε να είναι μαγευτική μαζί του. 
Έχοντας ξαλαφρώσει με την εξομολόγησή της, έρχεται η σειρά του σπιτιού, το οποίο γι' αυτήν ήταν το σκηνικό που γυριζόταν ο έρωτάς τους και το καταφύγιο μιας αγάπης που πίστεψε πως θα κρατούσε για πάντα. Με παράπονο του λέει πως κάποτε τα όνειρά τους ήταν κοινά αλλά πλέον δεν έχει κανένα όνειρο. Χωρίς τη διάθεση αυτή, σταματάει κάθε προσπάθεια για τη σχέση αυτή ή στο να συγκρατήσει στη μνήμη της τις όμορφες στιγμές που ζήσανε. Η μόνη λύση είναι η απόλυτη καταστροφή που θα μετατρέψει την κάθε μνήμη σε στάχτη. Γι' αυτό το λόγο, βάζει φωτιά στο σπίτι της κι απελευθερώνεται. Μόνο έτσι καταφέρνει να σπάσει τα δεσμά της για να φύγει μπροστά. 
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο σκύλος μετατρέπεται σε απομεινάρι του παρελθόντος, το οποίο έχει απαλλαγεί από συναισθηματισμούς και πόνους. Μόνο έτσι το παρελθόν μπορεί να γίνει χειρίσιμο. Άρα λιγότερο επώδυνο. Γι' αυτό το λόγο λέει στο σκύλο πως πλέον εκείνη είναι το νέο του αφεντικό που οφείλει να υπακούει. Μεμιάς γίνεται αφεντικό στην ίδια της τη ζωή, την παροντική, την παρελθοντική αλλά και την μελλοντική.
Η "Ανθρώπινη φωνή" είναι ένα απρόσμενο αριστούργημα. Ένας χείμαρρος χρωμάτων και συναισθημάτων, ένα ατμοσφαιρικό μουσικό ποτάμι και μια συγκλονιστική Τίλντα Σουίντον.

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Αστείο (1969)




Ως λάτρης της δοκιμιακής γραφής του Μίλαν Κούντερα, ενθουσιάστηκα με την πρόταση μιας τσεχοσλοβάκικης ταινίας που είχε βασιστεί σε ένα από τα βιβλία του. Πάνε πάνω από δέκα χρόνια που ξεκίνησα  με την "Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι", κάνοντάς με να πάρω με τη σειρά την υπόλοιπη βιβλιογραφία του σπουδαίου Τσέχου συγγραφέα, από την οποία ξεχώρισα το αριστουργηματικό "Η Ζωή είναι Αλλού" και το κυνικό "Αστείο", το οποίο γυρίστηκε το 1968 από τον Γιαμοριλ Γιρες. Η επιθυμία μου να δω την συγκεκριμένη ταινία εντάθηκε περισσότερο όταν έμαθα πως στο σενάριο συμμετείχε κι ο Μίλαν Κούντερα. 
Η ιστορία μας μιλάει για την άδικη μοίρα ενός άνδρα και την υπόγεια οργή του που βγήκε ξανά στην επιφάνεια μετά από μια τυχαία συνάντηση που είχε με μια δημοσιογράφο. Μια προγραμματισμένη συνέντευξη μεταξύ τους θα μετατραπεί σε φλερτ, όπου θα μάθει πως εκείνη είναι η σύζυγος ενός παλιού του φίλου που τον πρόδωσε στα φοιτητικά του χρόνια, καταστρέφοντάς την μετέπειτα ζωή του. Από εκείνη τη συνάντηση κι έπειτα, αρχίζουν να αναδύονται γεγονότα από το παρελθόν που του υπενθυμίζουν το μοιραίο αστείο, το οποίο τον καταδίκασε στο να χάσει την τότε σύντροφό του, να τον απαρνηθούν οι φίλοι του, να τον διαγράψει το κόμμα, να διωχθεί από το πανεπιστήμιο και να ενταχθεί στο στρατιωτικό σώμα των ανεπιθύμητων. Η πίστη του στο Κόμμα και στον Κομμουνισμό θα γκρεμιστεί συθέμελα με αυτά που θα βιώσει στα κάτεργα αλλά και με τους ανθρώπους που θα γνωρίσει και θα γίνει φίλος κάτω απ' αυτές τις αντίξοες συνθήκες. Όλα τα παραπάνω βιώματα, μας παρουσιάζονται ως συνεχόμενα flash back, καθώς ο πρωταγωνιστής επισκέπτεται τη γενέτειρά του με σκοπό να κάνει έρωτα με τη σύζυγο του παλιού του φίλου, πιστεύοντας πως μ' αυτόν τον τρόπο θα τον εκδικηθεί. Όμως η ζωή θα του την φέρει ξανά, αποδεικνύοντάς του πως τόσο η αντίδρασή του όσο κι η επιλογή των ανθρώπων που επιλέγει για να ξεσπάσει εξαιτίας κάποιων άλλων είναι λάθος.




Ο Λούντβικ που είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, είναι ένας ακόμη γνώριμος αντιήρωας των βιβλίων του Μίλαν Κούντερα. Δυσκολεύεσαι να τον συμπαθήσεις αλλά ταυτόχρονα αδυνατείς και να τον αντιπαθήσεις, καθώς αναγνωρίζεις αρκετές από τις ανθρώπινες αδυναμίες που κουβαλάει. Η κυνική του όψη κι η σαρκαστική του διάθεση προκαλούν αρχικά μια αποστροφή αλλά όσο ξετυλίγεται το κουβάρι του παρελθόντος του, τόσο περισσότερο γίνεται κατανοητή η συμπεριφορά του, χωρίς όμως να γίνεται αποδεκτή.
Οι προδοσίες που έζησε στη φοιτητική του ζωή έπεσαν μαζεμένες και αποδείχτηκαν καταστροφικές. Εξαιτίας τους χάνει την πίστη του στον έρωτα καθώς η πρώτη του σοβαρή σχέση τον προδίδει στο Κόμμα. Μέσα από την ανάκριση που ακολουθεί γίνεται αντιληπτό πως όλες οι ερωτικές του επιστολές, διαβάζονταν κι από τους υπόλοιπους φοιτητές που ήταν ενταγμένοι στο κόμμα. Σε μια απ' αυτές κάνει το μοιραίο λάθος να γράψει μια ειρωνική φράση πως "η αισιοδοξία είναι το όπιο του λαού" κλείνοντας με ένα  "Ζήτω ο Τρότσκι". Σε ένα καθεστώς ανελευθερίας, η επιστολή αυτή ήταν αδύνατον να μείνει κρυφή και να ξεχαστεί. Η σύντροφός του, φοβούμενη πως θα τεθεί σε κίνδυνο η φοιτητική της και μετέπειτα σοσιαλιστική της καριέρα, τον προδίδει στους οργανωμένους συμφοιτητές της ενώ μετέπειτα ψηφίζει υπέρ της διαγραφής του από το Κόμμα και της αποπομπής του από το πανεπιστήμιο. Με το γεγονός αυτό, ο Λούντβικ παύει να εμπιστεύεται το γυναικείο φύλο και δυσκολεύεται να συνάπτει μαζί τους σχέσεις δηλώνοντας σε έναν φίλο του πως του αρκεί μόνο το εφήμερο σεξ.   
Επίσης εξαιτίας αυτού του συμβάντος, ο Λούντβικ απαρνιέται και την αιώνια αξία της φιλίας καθώς νιώθει προδομένος από τους ίδιους του τους φίλους. Καθώς εκείνοι τον χλευάζουν και τον απαξιώνουν διαβάζοντας την ερωτική του επιστολή τόσο στην ανάκριση όσο και στο γεμάτο από φοιτητές αμφιθέατρο, εκείνος θυμάται κι απαριθμεί τις όμορφες στιγμές που είχε μαζί τους σαν ένα κύκνειο άσμα της φιλίας τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μη νιώθει πλέον κανένα απολύτως συναίσθημα για κείνους, κάτι γίνεται εμφανές όταν συναντά ξανά κάποιους απ' αυτούς στη γενέτειρά του. Αυτό όμως που τον συντρίβει είναι που εξακολουθεί να αισθάνεται λίγος απέναντι σ' αυτόν που θέλει να εκδικηθεί. Παράλληλα τον πιάνει μια πίκρα διαπιστώνοντας πως παρά το τότε μοιραίο του αστείο, εκείνος συνέχισε να ζει πιο "σοσιαλιστικά" σε αντίθεση με τον "ιδεολόγο" καιροσκόπο Πάβελ που τον καταδίκασε με διαγραφή από το Κόμμα και το πανεπιστήμιο, καταστρέφοντας τη μετέπειτα ζωή του. 




Έπειτα έρχεται η δύσκολη περίοδος του στρατού, όπου μέσα σ' αυτά τα έξι χαμένα χρόνια, ο Λούντβικ θα νιώσει λιγότερο μόνος απέναντι στην αδικία που έχει υποστεί. Μέσα στο στρατόπεδο θα 'ρθει σε επαφή με ανθρώπους συνειδητοποιημένους, ηθικούς, ειλικρινείς κι οραματιστές. Θα βιώσει ξανά την έννοια της συντροφικότητας, της εκτίμησης και της αλληλεγγύης. Θα δει ανθρώπους να λογοκρίνονται για τα πιστεύω τους και να βασανίζονται για τις αληθινές τους στάσεις. Μέσα εκεί θα χάσει την πίστη του για τον Κομμουνισμό αλλά θα ξαναβρεί τη διάθεσή του για ζωή και πρόοδο έχοντας συντροφιά τους δικούς του κολασμένους. Τα προπαγανδιστικά τραγούδια θα αποκτήσουν γι' αυτόν άλλο νόημα και οι παραδοσιακές εκδηλώσεις δε θα 'ναι τίποτα παραπάνω από μια ευκαιρία να ξεσκάσει και να χαμογελάσει ο κόσμος σε ένα καθεστώς ανελεύθερο κι άδικο. 
Έχοντας ως βάση αυτό το παρελθόν, ερχόμαστε στο παρόν όπου ο Λούντβικ ετοιμάζεται για την εκδίκησή του. Ως θεατές δείχνουμε κατανόηση στην οργή που κουβαλάει μέσα του αλλά θεωρούμε εξαρχής ανήθικη και λάθος την προσπάθειά του να δελεάσει τη σύζυγο του Πάβελ ώστε να κάνει έρωτα μαζί της. Όμως κάποιες απρόσμενες αποκαλύψεις, θα τον αναγκάσουν να συνειδητοποιήσει την ατιμία του. Παρόλα αυτά δε θα κάνει τίποτα για να διορθώσει την όλη κατάσταση ενώ με τη φυγή του σηματοδοτεί την απροθυμία του να δει την αλήθεια κατάματα. Μια αλήθεια που ο ίδιος τελικά θα ξεστομίσει λίγο πριν το τέλος σε μια σπαρακτική κατάσταση απόγνωσης και θυμού. 
Καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, τα γεγονότα παρουσιάζονται με ένα ύφος εξομολογητικό, το οποίο παρά την ανάλαφρη διάθεσή του, δείχνει προετοιμασμένο για την κριτική ματιά του θεατή. Στις απρόσμενες συναντήσεις που έχει ο Λούντβικ με τους παλιούς του φίλους, θέτει θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα πάνω στη ζωή, την πολιτική και την τέχνη ενώ οι στοχασμοί του κρύβουν μια δόση νοσταλγίας για καταστάσεις και στιγμές που περνούν και χάνονται στη λήθη του χρόνου.
Παράλληλα μέσα από τα γεγονότα της ιστορίας αναδύονται θέματα για την ελευθερία της έκφρασης, την πολιτική διαπαιδαγώγηση, την κομματική πειθαρχία, τον αυταρχισμό, την εξουσία, των ιδεολογιών, των ιδεών του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού, την αισθητική της τέχνης, των ανθρωπίνων σχέσεων, για την τυχαιότητα κάποιων γεγονότων που μπορούν να προκαλέσουν απίστευτες ανατροπές από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά και της αθέλητης συμμετοχής των ανθρώπων σε γεγονότα που με τον καιρό γίνονται ιστορία. 




Το κινηματογραφικό "Αστείο" του Γιαμοριλ Γιρες δε διαφέρει στον κυνισμό και στην ειρωνεία του λογοτεχνικού "Αστείου" του Μίλαν Κούντερα. Το μελαγχολικό βλέμμα του πρωταγωνιστή Ζόζεφ Σομρ εκφράζει απόλυτα τον κυνισμό της γραφής του Τσέχου συγγραφέα, ο οποίος σπάει με μικρές εύστοχες στιγμές χιούμορ. 
Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή περιγράφεται εξαιρετικά από τον ίδιο μέσα στο βιβλίο, ο οποίος δηλώνει το εξής: «Αλλά ποιος πραγματικά ήμουν; Οφείλω να το ξαναπώ: Ήμουν κάποιος με πολλά πρόσωπα. Στις συνελεύσεις ήμουν σοβαρός, γεμάτος ζήλο και ενθουσιασμό· με την παρέα μου αυθόρμητος και πειραχτήρι· με τη Μαρκέτα, απελπιστικά κυνικός και επιτηδευμένος· κι όταν έμενα μόνος (και σκεφτόμουν τη Μαρκέτα) ήμουν όλο ανασφάλεια και ταραγμένος σαν γυμνασιόπαιδο». Με τη δήλωσή του αυτή μπορούμε να καταλάβουμε τους λόγους που γίνεται ταυτόχρονα συμπαθής κι αντιπαθής αλλά σε καμιά στιγμή δε γίνεται αδιάφορος. 
Το "Αστείο" είναι ένα γλυκόπικρο υπαρξιακό διαμαντάκι που παρουσιάζει τους φόβους της λήθης και τον πόνο του χαμένου χρόνου. Πόσο μάλλον του κλεμμένου χρόνου. Είναι ένα πάντρεμα της ειρωνείας και της σωτηρίας. Είναι ένα μελαγχολικό ποίημα για τη σκιά που αφήνουμε πίσω μας και για το πικρό χαμόγελο που σχηματίζουμε στα χείλη κοιτώντας προς το άγνωστο που έρχεται από το μέλλον. 


Βαθμολογία: 8/10

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Καραντινάτα μεν αλλά πιο ανθρώπινα τριανταεφτά

 


Να λοιπόν που τα γενέθλιά μου πέφτουν λίγο μετά την ολοκλήρωση του πρώτου ετήσιου κύκλου όπου οι ζωές όλων μας άλλαξαν απότομα και ριζικά. Οι δύο πρώτοι μήνες αυτής της αλλαγής, με βρήκαν κλειδωμένο σπίτι και υπάκουο στις εντολές μιας κυβέρνησης που δεν εμπιστευόμουν καθόλου. Αρχικά, η στάση μου αυτή μετατράπηκε σε ευκαιρία να ολοκληρώσω ένα βιβλίο που με ταλαιπώρησε τρία χρόνια και να αλλάξω τη διαρρύθμιση ενός σπιτιού που πλέον έχει αρχίσει να με πνίγει αφάνταστα. Παράλληλα, μέσα σ' αυτούς τους δυο πρώτους μήνες, βρήκα τον χαμένο ελεύθερο χρόνο που αναζητούσα εναγωνιωδώς τα τελευταία έτη που ήταν γεμάτα τρέξιμο κι άγχος. 
Η πανδημία για μένα λειτούργησε ως ένα αναγκαίο φρένο σε μια ξέφρενη καθημερινότητα που δυσκολευόμουν να βάλω σε μια τάξη. Μια σωτήρια παύση, η οποία μου έδωσε την ευκαιρία να πάρω τη ζωή αλλιώς. Κι όταν απελευθερωθήκαμε, χύμηξα σαν άγριο ζώο από το κλουβί με την ανάγκη να δω νέους τόπους και να συλλέξω περισσότερες εικόνες, στιγμές και συναισθήματα έχοντας στην πίσω άκρη του μυαλού μου τον φόβο πως πιθανότατα να μας κλειδαμπαρώσουν πάλι μες στα σπίτια μας. 
Με αυτήν την νοοτροπία έφτασα ως το φθινόπωρο, έχοντας την αίσθηση πως η πρωτόγνωρη περίοδος της καραντίνας είναι πια παρελθόν. Κι όμως, η αποτυχημένη κυβέρνηση αποφάσισε να μας κλειδώσει ξανά στα σπίτια μας όχι μόνο επειδή είναι ανίκανη κι έκανε τραγικά λάθη αλλά κι επειδή το βρήκε ως ευκαιρία να καταλύσει κάθε τι δημοκρατικό που είχε εναπομείνει στο πολίτευμα της χώρας μας. 
Μέσα σε λίγο καιρό ενισχύθηκε η αστυνομική δύναμη και συνάμα η αστυνομοκρατία, διογκώθηκε η προπαγάνδα μέσα από τα τηλεοπτικά κανάλια αναγκάζοντας επιτέλους αρκετό κόσμο να σβήσει τη ριμάδα την τηλεόραση, ξεκίνησε η αποκρουστική λογοκρισία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία μέχρι πρόσφατα διατηρούσαν την ελευθερία του λόγου, περάστηκαν αποτροπιαστικοί νόμοι για τα πανεπιστήμια και τα εργασιακά μας δικαιώματα. Και το κυριότερο, οι καθεστωτικοί κυβερνόντες έδειξαν ξεκάθαρα πως αδιαφορούν για την υγεία και την ασφάλεια των πολιτών καθώς το μόνο που τους νοιάζει είναι να φάνε όσο το δυνατόν περισσότερο κρατικό χρήμα οδηγώντας τη χώρα μας σε μια νέα κι άκρως εφιαλτική οικονομική κρίση, η οποία ήδη έχει αρχίσει να φαίνεται στον ορίζοντα. 
Αν λοιπόν μου ζητήσει κανείς να περιγράψω τον ένα χρόνο που άφησα πίσω μου, θα του έλεγα με κάθε ειλικρίνεια πως όσο κι αν προσπαθώ να περισώσω το ήθος μου, την αξιοπρέπειά μου και τον μικρόκοσμό μου, τόσο πιο πολύ βλέπω πως η χώρα μου ολισθαίνει σε έναν επικίνδυνο ζόφο που δεν μας οδηγεί μόνο σε μια νέα οικονομική κρίση αλλά και σε ένα απάνθρωπο καθεστώς που δύσκολα θα απαλλαγούμε. 
Πλέον έχω την αίσθηση πως με τους σημερινούς καθεστωτικούς η περίοδος της μεταπολίτευσης ολοκληρώθηκε. Η 45χρονη δημοκρατία από το 1974 ως το 2019 ολοκλήρωσε τον κύκλο της με την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια δημοκρατία στη χώρα μας, αν αναλογιστούμε τα γεγονότα των 200 χρόνων τηγς ιστορίας της. Είναι πια στο χέρι μας και στις δυνάμεις που μας έχουν απομείνει, να επαναφέρουμε τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και την ελευθερία σε τούτο εδώ τον τόπο. Να οδηγηθούμε σε μια νέα μεταπολίτευση, πιο ώριμη και πιο σκληρή. Μια μεταπολίτευση που να μην κυριαρχεί η κουτοπονηριά των δωσίλογων που απαλλάχτηκαν από τα εγκλήματα της Κατοχής και των καθαρμάτων που αιματοκύλησαν τη χώρα μας την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Μια μεταπολίτευση όπου θα πατάει σε μια ορθή δημοκρατία.   
Όσο για την ελπίδα, θεωρώ πως μέσα σ' αυτό το ζόφο που ζούμε, έχει μετατραπεί σε ένα ακόμη μοιρολατρικό στοιχείο. 

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

Για μια νέα άνοιξη

 


Η μαζικότητα του δημοκρατικού ξεσηκωμού που συντελείται στη χώρα μας τις τελευταίες μέρες, δε μπορεί να χωρέσει σε καμιά οθόνη, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή. Για μια ακόμη φορά, η ιστορία μέσω ενός άθλιου σκοταδιστικού καθεστώτος, μας δίνει τη δυνατότητα να ζήσουμε την πολυπόθητη άνοιξή μας. Στο χέρι μας είναι να την κερδίσουμε, έχοντας ακόμη ζωντανές τις μνήμες του 2012. 
Σ' αυτές τις πρωτόγνωρες στιγμές που ζούμε ξανά, θα ήθελα να σταθώ στην ευγενική όψη του συγκεκριμένου κυρίου, που στάθηκε στην οδό Τσιμισκή κι αφού πρώτα ακούμπησε το μπαστούνι του στον τοίχο, ύψωσε γεμάτος ελπίδα και δυναμισμό τη γροθιά του, παρακολουθώντας τους νέους που πλημμύρισαν τους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Μ' αυτήν του την πράξη, η εμπειρία του παρελθόντος ενώνεται με την οργή του παρόντος και το δυναμικό πάθος για ένα καλύτερο μέλλον. 
Το μόνο σίγουρο είναι πως μέρα με τη μέρα, το ποτάμι γίνεται όλο και πιο ορμητικό.

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Είναι πλέον ζήτημα δημοκρατίας

 



Τα χθεσινά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στους στενούς δρόμους της Νέας Σμύρνης δεν ήταν ούτε απρόοπτα, ούτε μεμονωμένα αλλά ούτε και το λεγόμενο "κερασάκι στην τούρτα". Τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης είναι η αρχή μιας νέας κοινωνικής κατάστασης για την οποία ευθύνεται το καθεστώς που ήρθε κι εδραιώθηκε "δημοκρατικά" μέσα από τις εκλογές του 2019. Κι ομολογώ πως κατάφεραν με πολύ έξυπνο κι αποτελεσματικό τρόπο όχι μόνο να κερδίσουν την εξουσία αλλά και στο να έχουν τη δυνατότητα να την διαχειριστούν μόνοι τους καθώς δεν προέκυψε κάποια συγκυβέρνηση, όπως συνέβαινε τα τελευταία χρόνια. Όμως το επίτευγμά τους αυτό δε σημαίνει πως είναι άξιοι για τις θέσεις που κατέχουν. Εξάλλου, όπως είχε δηλώσει ο σπουδαίος Ιταλός φιλόσοφος Ουμπέρτο Έκο, "μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς, από τη στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση".  
Αυτό ακριβώς εφαρμόστηκε και στη χώρα μας. Οι αυτοαποκαλούμενοι "άριστοι" με τα ανύπαρκτα πτυχία, οι οποίοι φέρουν το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την δεκαετή οικονομική καταστροφή της Ελλάδος, επανήλθαν στην εξουσία μέσα από ψέματα, λαϊκισμούς, επάρσεις και κυρίως έχοντας όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με το μέρος τους. Επίσης μετά την καταδίκη της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης Χρυσής Αυγής, το κομμάτι των ακροδεξιών και νεοναζί ψηφοφόρων επέστρεψε στην αγκαλιά της αυτοαποκαλούμενης δεξιάς πολυκατοικίας, η οποία μόνο δεξιά δεν θεωρείται πλέον.
Ωστόσο, το σημερινό καθεστώς είχε δείξει τις προθέσεις του προτού αναλάβει τα ηνία της διακυβέρνησης. Οι αντιδημοκρατικές του απόψεις αλλά κι οι λυσσαλέες τάσεις του για αρπαγές κρατικού χρήματος, ήταν πέρα για πέρα εμφανείς αλλά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σφύριζαν αδιάκοπα ή κουνούσαν με χυδαίο τρόπο το δάχτυλο στην προηγούμενη κυβέρνηση, σπέρνοντας ένα επικίνδυνο δηλητήριο διχασμού και παραπληροφορίας. 
Από τον Ιούλιο του 2019, είχα την αίσθηση πως η χώρα μας σαλπάρει προς τις επικίνδυνες θάλασσες των ελαττωματικών δημοκρατιών. Όμως δεν περίμενα πως η κατρακύλα αυτή θα ήταν τόσο γρήγορη κι απότομη, προκαλώντας ένα πρωτοφανές μούδιασμα σοκ και πανικού, όχι μόνο στους συνειδητοποιημένους πολίτες αυτής της χώρας αλλά και στους περίφημους "νοικοκυραίους-ισαποστάκηδες" και φυσικά σε ένα σεβαστό κομμάτι της δεξιάς που παρά τις ιδεολογικές μας διαφορές, έχει ειλικρινή δημοκρατικά πιστεύω. Μόνο όσοι εθελοτυφλούν λόγω προσωπικών συμφερόντων ή χουντικών ιδεολογιών, εξακολουθούν να χειροκροτούν αυτό το ζοφερό καθεστώς. 
Τα γεγονότα-αφορμές που οδήγησαν στα χθεσινά συμβάντα της Νέας Σμύρνης είναι πολλά και κραυγάζουν. Εξάλλου, η ασύδοτη κρατική βία ξέφυγε από τα όρια των Εξαρχείων κι απλώθηκε στις γειτονιές και τα σπίτια των νοικοκυραίων (περίπτωση Ινδαρέ, πλατεία Αγίας Παρασκευής και Παγκρατίου, Νέα Σμύρνη κι αλλού) αλλά και στις ως πρόσφατα γαλάζιες κι άκρως συντηρητικές περιοχές της χώρας όπως είναι η Χίος. Περιστατικά ανταρτοπόλεμου που παρακολουθήσαμε πριν χρόνια σε Ιερισσό και Κερατέα, τα ξαναείδαμε σε Τήνο, Χίο και Λέσβο. 
Πέρα απ' αυτό, το καθεστώς προέβη σε αισχρά λάθη και σε εγκληματικές πρακτικές για τις οποίες ούτε αναζήτησε ευθύνες στους αυτουργούς, ούτε όμως ζήτησε συγγνώμη στους πολίτες. Πρώτα απ' όλα με τις χειρισμούς της, άρχισε την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας προτού ξεσπάσει η πανδημία. Επίσης δεν πήρε κανένα απολύτως μέτρο για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. Η υγειονομική επιτυχία του Μάη ήταν ξεκάθαρα κατόρθωμα μόνο των γιατρών και νοσηλευτών των δημοσίων νοσοκομείων και των πολιτών που κλειστήκαν σπίτια τους πιστεύοντας πως με αυτήν τους τη θυσία, έδιναν χρόνο στο καθεστώς να ενισχύσει το ΕΣΥ, προετοιμάζοντάς το για το δεύτερο κύμα, του οποίου τον ερχομό προβλέπαμε αρκετούς μήνες πριν. 
Παρ' όλα αυτά, δεν έγινε τίποτα απολύτως. Ένα μεγάλο ποσό πήγε στα ιδιωτικά κανάλια για να συνεχίσουν τις προπαγανδιστικές υπηρεσίες τους, αποπροσανατολίζοντας κι άλλο έναν λαό που τα 'χει εδώ και καιρό χαμένα. Ένα άλλο ποσό πήγε σε "φίλους" επιχειρηματίες, προσφέροντας στιγμές γέλιου κι οργής με τα "σκόιλ ελικίκου", τις μάσκες-αερόστατα, τα μικροσκοπικά παγουρίνα κι άλλα πολλά. Επίσης μετέτρεψαν τη χώρα μας σε ξέφραγο αμπέλι, αφήνοντας να 'ρθουν τουρίστες χωρίς ιατρικό έλεγχο. Αντιθέτως, δεν αποφόρτισαν τη συγκοινωνία των πόλεων, αγοράζοντας νέα λεωφορεία, δεν έφτιαξαν νέες ΜΕΘ για να προετοιμαστούν για το δεύτερο κύμα κι ούτε προσέλαβαν γιατρούς και νοσηλευτές καθώς υπάρχουν απίστευτες ελλείψεις προσωπικού στα ελληνικά νοσοκομεία. 
Δυστυχώς ο Μητσοτάκης όπως ο ίδιος είχε δηλώσει στη Βουλή, δε μπόρεσε να τα γεννήσει όλα αυτά. Και δε μπόρεσε καθώς είχε αρχίσει να ξερνοβολάει περιπολικά, μηχανές άμεσης δράσης και πολεμικά αεροπλάνα ενώ παράλληλα άρχισε να γεμίζει τους δρόμους με ένστολους χουλιγκάνους, οι οποίοι εισέρχονταν στο αστυνομικό σώμα εκτός πανελλαδικών εξετάσεων και χωρίς εκπαίδευση. Κι αυτό ήταν το πιο συνειδητοποιημένο έγκλημα του καθεστώτος, δίνοντας σε ανεγκέφαλα δίποδα από ένα όπλο για να σπείρουν τον τρόμο σε μια κοινωνία που ασφυκτιά λόγω καραντίνας κι απελπίζεται βλέποντας μια νέα οικονομική κρίση να έρχεται με ακόμη πιο απειλητικές διαθέσεις.
Αυτός ο σοκαρισμένος λαός, έχοντας κουραστεί από τη δεκαετή οικονομική κρίση και την καραντίνα κι έχοντας αρχίσει να πανικοβάλλεται με την νέα οικονομική κρίση, όχι μόνο παρακολουθεί τους καθεστωτικούς να κατασπαταλούν κρατικό χρήμα και να τους κοροϊδεύουν κατάμουτρα συγκαλύπτοντας οικονομικά σκάνδαλα και παιδεραστές αλλά και να ανέχονται την "νόμιμη" κρατική βία πάνω στο κορμί τους. 
Το καθεστώς θεωρώντας πως είναι πανίσχυρο με τα προπαγανδιστικά του Μ.Μ.Ε. και τα λυσσασμένα ένστολα δίποδά του να σπέρνουν τον τρόμο σε κάθε γειτονιά, συνέχισε την έπαρσή του ανοίγοντας πολλά μέτωπα. Καταστροφική πολιτική για την αντιμετώπιση της πανδημίας, συνεχόμενα σκάνδαλα παντού, ανέμελα λάθη του πρωθυπουργού, κατάλυση της δημόσιας παιδείας, τσιμεντοποίηση της Ακρόπολης, πυρκαγιά στις Μυκήνες, καταστροφή των αρχαίων της Θεσσαλονίκης, άθλιες αντιδημοκρατικές και σκοταδιστικές δηλώσεις κυβερνόντων, ρουφιανιλίκια πολιτών από βουλευτές του κυβερνόντος κόμματος, συγκάλυψη του παιδεραστή Λιγνάδη, ακραίες εισβολές στο ΑΠΘ, προαποφασισμένος θάνατος του Κουφοντίνα κι άλλα πολλά. 
Είναι αδύνατο για ένα καθεστώς, πόσο μάλλον το εγχώριο που δεν αποτελείται κι από έξυπνα μυαλά, να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα παραπάνω ανοιχτά μέτωπα. Η σπίθα άναψε στην Νέα Σμύρνη και θα συνεχιστεί κι αλλού. Είμαι βέβαιος πως ο πρωθυπουργός αντιλήφθηκε χθες την αρχή ενός αναμενόμενου παλλαϊκού ξεσηκωμού και γι' αυτό το λόγο βγήκε αγχωμένος για να κάνει διάγγελμα με απειλητικές διαθέσεις. Όμως είναι πλέον αργά. Με έναν τελείως ανορθόδοξο τρόπο, ο πρωθυπουργός κατάφερε κι ένωσε τον ελληνικό λαό, στρέφοντάς τον με οργή εναντίον του. Είναι θέμα ημερών πια να πέσει αυτό το καθεστώς και είναι στο χέρι του λαού να δώσει ένα τέλος σ' αυτήν την κατρακύλα. Διότι η επικίνδυνη κατάσταση που κυριαρχεί πια στην Ελλάδα δεν έχει πολιτικό χαρακτήρα. Δεν είναι ένα ζήτημα δύο ή τριών κομμάτων που διεκδικούν την εξουσία. Είναι ένα ζήτημα ξεκάθαρα δημοκρατικό. 

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Ως πότε θα ανεχόμαστε αυτόν τον εφιάλτη;

 



Σε μια περίοδο που έχουμε γεμίσει με πρόσωπα βιαστών και παιδεραστών αλλά και χυδαίων δημοσιογράφων, σιχαμένων δικηγόρων κι άθλιων πολιτικών που προσπαθούν με κάθε τρόπο να καλύψουν τα τέρατα, θα ήθελα να μνημονεύσω το λαμπρό πρόσωπο της κ.Κωνσταντίνας Ριτσάτου, καθηγήτριας του τμήματος θεάτρου στο ΑΠΘ, μιας ηρωίδας που στάθηκε αγέρωχη απέναντι στους ένστολους εισβολείς, σε μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τόσο τον φοιτητή όσο και την ιδέα του πανεπιστημιακού ασύλου. Στο πρόσωπο της γυναίκας αυτής αλλά και στα μετέπειτα λεγόμενά της, θα μπορούσα να διακρίνω συνειρμικά τα σαστισμένα πρόσωπα των γονιών μας, οι οποίοι ανήκουν στην ηλικιακή κατηγορία που υπήρξε η μεγαλύτερη δεξαμενή ψήφων στη χειρότερη και πιο απάνθρωπη κυβέρνηση από εποχής Κωλέττη. 
Μέσα σε λιγότερο από δυο χρόνια οι "άριστοι" κατάφεραν να ρίξουν σε κώμα την ασθενική αστική δημοκρατία της χώρας, καταργώντας κάθε δομή κοινωνικής αλληλεγγύης, εμποδίζοντας με κάθε τρόπο τις ελεύθερες φωνές, γονατίζοντας την ήδη ρημαγμένη κοινωνία με περισσότερη αστυνομοκρατία, καταστρέφοντας μνημεία (Ακρόπολη, Μυκήνες, αρχαία στο σταθμό μετρό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη) είτε από αδιαφορία είτε προς όφελος μεγαλοεργολάβων, τρομοκρατώντας ξανά φιλήσυχους κατοίκους (Χίο, Λέσβο, Τήνο) όπως έκαναν κάποτε σε Κερατέα και Χαλκιδική και περιμένοντας με σαρδόνιο χαμόγελο τον θάνατο του απεργού πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα. 
Μέσα σε είκοσι μήνες, οι κυβερνώντες γέμισαν τις σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδος με μια ατελείωτη λίστα ντροπιαστικών αποφάσεων και πράξεων, φουντώνοντας μέρα με την μέρα ένα ασφυκτικό ερώτημα πάνω από την αγανακτισμένη κοινωνία. "Ως πότε θα ανεχόμαστε αυτόν τον εφιάλτη;".

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

Γιοσέπ (2020)

 



Οι κλειστοί κινηματογράφοι της περασμένης χρονιάς στάθηκαν αφορμή να χάσουμε κάποια αξιόλογα κινηματογραφικά διαμάντια. Ένα απ' αυτά είναι το ιδιαίτερο αντιφασιστικό "Γιοσέπ" που αναφέρεται σε ένα σκοτεινό κομμάτι της γαλλικής ιστορίας. Ένα γεγονός που δυστυχώς συμβαίνει ξανά στις μέρες μας με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των προσφύγων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Αυτό φανερώνει πως όσο παραμένει ο κόσμος αδαής για την ιστορία του, τόσο εκείνη θα επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αφήνοντας ξανά με το πέρασμά της, πόνο και θάνατο..
Το συγκεκριμένο animation είναι ένα νοσταλγικό πισωγύρισμα μιας ιστορίας που περιγράφει ένας ετοιμοθάνατος γεροντάκος στον εγγονό του.  Αφορμή για την εξιστόρηση είναι ένα νεκρικό πορτραίτο που βρίσκεται στο διαμέρισμα που μένει ο παππούς, το οποίο προκαλεί αποστροφή στην κόρη του σε σημείο που θέλει να το πετάξει. Όταν όμως εκείνη φεύγει αφήνοντας μόνους τον παππού με τον εγγονό, εκείνος θα αρχίσει να του περιγράφει γεγονότα του παρελθόντος, τα οποία θυμάται με απίστευτη διαύγεια σε αντίθεση με το παρόν στο οποίο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει πρόσωπα και καταστάσεις. 
Μέσα από τις περιγραφές του παππού, μαθαίνουμε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που είχαν στηθεί στα γαλλοϊσπανικά σύνορα, για να "φιλοξενήσουν" χιλιάδες Ισπανούς αναρχικούς και κομμουνιστές που διέφυγαν από την ιβηρική χερσόνησο μετά την πτώση της Βαρκελώνης και την επικράτηση του δικτατορικού καθεστώτος του Φράνκο. Ηττημένοι κι αποδεκατισμένοι, οι Ισπανοί εξόριστοι θα προσπαθήσουν να μαζέψουν τα συντρίμμια τους έχοντας να αντιμετωπίσουν το μένος των Γάλλων δεσμοφυλάκων που δεν κρύβουν τα αντικομουνιστικά τους φρονήματα αλλά και την απαξίωση των Γάλλων πολιτών που τους αποκαλούν άθλιους.
Σ' αυτήν την επίγεια κόλαση, ζευγάρια χωρίζουν βιαίως και φίλοι που υπήρξαν σύντροφοι στο αντιφασιστικό μέτωπο του Ισπανικού Εμφυλίου, προσπαθούν να μάθουν για την μοίρα άλλων συναγωνιστών τους. Όταν όμως η αδικία κυριαρχεί κι η πείνα θεριεύει, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε κτήνος προσπαθώντας όχι μόνο να επικρατήσει ανάμεσα στους άλλους αλλά να επιβιώσει.




Ανάμεσα στους πολιτικούς εξόριστους βρίσκεται κι ο Γιοσέπ, μια ρομαντική ψυχή που αναζητά την αρραβωνιαστικιά του. Πιστός στον έρωτά του, πνίγει τον πόνο του κάνοντας σκίτσα στο χώμα, στους τοίχους και σε σκεύη. Η τακτική του αυτή θα συγκινήσει έναν δεσμοφύλακα, ο οποίος θα του προσφέρει μολύβι και χαρτί για να μπορεί να κάνει τα σχέδιά του με μια αξιοπρέπεια. Μ' αυτήν του την πράξη θα γεννηθεί μια ανιδιοτελής και ζεστή φιλία που θα κρατήσει για πολλά χρόνια. 
Μέσα από τα μάτια του Γιοσέπ θα ζήσουμε το δράμα των Ισπανών εξόριστων αλλά και τις σχέσεις μεταξύ αναρχικών και κομμουνιστών που παραμένουν τεταμένες, οδηγώντας τους σε συχνούς καβγάδες. Στην πορεία, αρκετοί απ' αυτούς θα πέσουν στην παγίδα που τους έχει στήσει ο Φράνκο καθώς τους καλεί να επιστρέψουν στην Ισπανία με την υπόσχεση πως δεν θα τους πειράξει. Αρκετοί απ' αυτούς θα δεχτούν την πρόσκληση αυτή, ανίδεοι πως από την άλλη μεριά των συνόρων τους περιμένει ο θάνατος. Όσοι απομείνουν στα κολαστήρια της Γαλλίας ευελπιστούν σε μια καλύτερη μεταχείριση από τους Γάλλους, η οποία δε θα 'ρθει ποτέ.  
Κάποια στιγμή ο Γιοσέπ το σκάει, λίγο πριν την παράδοση της Γαλλίας στους ναζί. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης καταργούνται καθώς οι κρατούμενοι περνάνε στα χέρια των Γερμανών κι οι δεσμοφύλακες αρχίζουν μια νέα απάνθρωπη υπηρεσία, στέλνοντας τους Εβραίους της Γαλλίας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Ανατολικής Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια μιας υπηρεσίας του, ο πρωταγωνιστής δεσμοφύλακας θα συναντηθεί ξανά με τον Γιοσέπ. Ξέροντας πως η σύλληψή του θα τον οδηγήσει στο θάνατο, θα τον βοηθήσει να αποδράσει με τίμημα μια μόνιμη αναπηρία στο δεξί του χέρι. 
Ο Γιοσέπ θα διαφύγει στο Μεξικό, όπου εκεί θα συνεχίσει τον αντιφασιστικό του αγώνα στο πλευρό της Φρίντα Κάλο. Θα επικεντρωθεί στο σχέδιο και θα καταγράψει σε βιβλίο τις μαρτυρίες του από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γαλλία. Η επικοινωνία του με τον δεσμοφύλακα δε θα κοπεί, φτάνοντας στο σημείο να συναντηθούν ξανά εκεί, περνώντας μαζί μια δημιουργική περίοδο, όπου μέσα από τις κουβέντες τους θα φανεί πως έχουν ωριμάσει ως όντα πολιτικά. Η τελευταία τους επικοινωνία θα είναι το τυπωμένο βιβλίου του Γιοσέπ που θα του το στείλει στη Γαλλία.
Έχοντας αυτήν την βαριά ιστορία στην αδύναμη μνήμη του, θα προσπαθήσει ο γεροντάκος να την περάσει στον εγγονό του, πιστεύοντας πως ο μικρός θα την εκτιμήσει και θα την διαφυλάξει στο πέρασμα του χρόνου, όταν αυτός θα 'χει αποδημήσει. Μέσα από την κουβέντα τους αυτή, ο μικρός θα συνειδητοποιησεί το λάθος που έκανε όλα αυτά τα χρόνια στο να μην προσεγγίσει τον παππού του για να τον γνωρίσει καλύτερα και να μάθει το παρελθόν του, το οποίο τελικά αποδεικνύεται ενδιαφέρον και σημαντικό. Παρ' όλα αυτά, ο νεαρός αποκτά αναπάντεχα έναν ήρωα στη ζωή του, που θα του δώσει έμπνευση για την μετεφηβική του ζωή. 



Παρόλο που ο δεσμοφύλακας είναι ένα πρόσωπο φανταστικό στην ιστορία, ο Γιοσέπ υπήρξε στα αλήθεια. Ο Γιοσέπ Μπαρτολί (1910-1995) ήταν ένας πολιτικοποιημένος σκιτσογράφος κι ενεργό μέλος της POUM, που έζησε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι αφού ξέφυγε από τους ναζί, διέφυγε στο Μεξικό όπου έζησε έναν παράφορο έρωτα με την Φρίντα Κάλο. Μετέπειτα μετακόμισε στην Νέα Υόρκη όπου καταξιώθηκε ως ένας αναγνωρισμένος μοντέρνος ζωγράφος. 
Το βιβλίο που εξέδωσε ο Γιοσέπ Μπαρτολί με τα σκίτσα του και τις μαρτυρίες του από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενέπνευσε τον επίσης καταξιωμένο κομίστα και σκιτσογράφο της Le Monde, Ορέλ (Φρομάν) να μεταφέρει την ιστορία του στη μεγάλη οθόνη. Ο δημιουργός επίλεξε έναν πρωτότυπο τρόπο να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη ιστορία παντρεύοντας το κόμικς με το animation και συνδυάζοντας τα δικά του σχέδια με τα τα σκίτσα του Γιοσέπ, προσφέροντας μ' αυτόν τον τρόπο ένα ιδιαίτερο πρωτότυπο αποτέλεσμα. Με λιτή και καθαρή περιγραφή, μας "ξεναγεί" σε μια από τις επίγειες κολάσεις της Γηραιάς Ηπείρου όπου η σκληρότητα των έγκλειστων ανταγωνιζόταν με την ευαισθησία της ανθρωπιάς τους. 
Παράλληλα η σύνδεση που γίνεται με το παρόν, αποκαλύπτει πως πολλοί άνθρωποι που υπήρξαν μάρτυρες αυτών των γεγονότων έχουν πια φύγει από τη ζωή κι όσοι έχουν μείνει ενώνουν με μια λεπτή κλωστή τις νέες γενιές με τα γεγονότα αυτά. Αυτή η κλωστή μπορεί να παραμείνει γερή μόνο αν καταφέρουν να εξιστορήσουν τις μαρτυρίες τους σε ανθρώπους που νοιάζονται να τις ακούσουν. Αλλιώς η κλωστή αυτή σπάει και τα γεγονότα αυτά χάνονται για πάντα στη λήθη.  
Το "Γιοσέπ" το οποίο επιλέχτηκε στο επίσημο πρόγραμμα του 73ου Φεστιβάλ Κανών (που δεν διεξήχθη λόγω πανδημίας) κι απέσπασε το βραβείο κοινού και σεναρίου στις 26ες Νύχτες Πρεμιέρας, είναι μια πολιτική και βαθιά ανθρώπινη ταινία υψηλής αισθητικής και ειλικρίνειας. Μια ιστορία σκληρή αλλά συνάμα τρυφερή κι ελπιδοφόρα. 

Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Θανάσιμη ερημιά




του Βαγγέλη Χερουβείμ 

Μόλις 15 χρόνια μετά την καταδίκη των δικτατόρων σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε πολλαπλά ισόβια, ο Ανδρέας Λεντάκης και άλλοι βασανισθέντες από τη χούντα δημοκράτες ,άνοιγαν τη συζήτηση για την αποφυλάκισή τους, για λόγους ανθρωπιστικούς. Για κανέναν από τους καταδικασμένους δεν ήταν επιχείρημα αποφυλάκισης η μεταμέλεια. Η δε ηλικία τους ήταν γύρω στα 70,με γηραιότερο τον Παττακό, που ήταν 77. Αποφυλακίστηκαν λοιπόν κάποιοι απ αυτούς, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη "για λόγους υγείας". Αμετανόητοι βέβαια, συνέχισαν να υποστηρίζουν τα εγκλήματά τους με συνεντεύξεις, εμφανίσεις, απομνημονεύματα και δίνοντας την ευχή τους σε κάποιους εκδότες, σήμερα υπουργούς. 
Ο Στ.Παττακός, μετά από 15 χρόνια κάθειρξης, έζησε άλλα 26 ελεύθερος. Ο Μακαρέζος, άλλα 20. Δεν μπορεί να πει κανείς πως η Ελληνική Δημοκρατία τους φέρθηκε εξαντλώντας την εκδικητικότητά της. Μάλλον επιείκεια συνιστά η στάση της Πολιτείας που είχε καταλυθεί και υποδουλωθεί απ' αυτούς. Και ξέρουμε πως τα εγκλήματα κατά του Πολιτεύματος βρίσκονται στην κορυφή της απαξίας στο δικαιϊκό μας σύστημα. Ας φύγουμε όμως από την ιστορική συζήτηση, που ως γνωστόν δεν πρέπει να αφορά τους νέους ανθρώπους. Πάμε στο σήμερα. 
Ο Δημήτρης Κουφοντίνας βρίσκεται πάνω από 43 μέρες σε απεργία πείνας. Κάτι παραπάνω από πιθανός ο θάνατος, ή μια σοβαρότατη βλάβη στην υγεία του. Αίτημα της αποχής του, να εφαρμοστεί ο νόμος που φωτογραφικά ψηφίστηκε γι' αυτόν από την παρούσα κυβερνητική πλειοψηφία. Να γυρίσει στα υπόγεια του Κορυδαλλού, όπου έχει εκτίσει ήδη 16 χρόνια από την ισόβια ποινή του. 
Κανείς δεν πιστεύει και κανείς δεν ζητά να αποφυλακιστεί. Και πάντως, όχι ο ίδιος. Τα πρόσωπα που είναι αρμόδια ν απαντήσουν στο εύλογο αίτημά του, κωφεύουν ή αρνούνται με διάφορες αιτιολογίες, άκυρες στην ουσία. Όλο και περισσότεροι έχουμε αρχίσει να διακρίνουμε όσο κι αν δεν το περιμέναμε, πως αυτή η Κυβέρνηση, θέλει έναν Μπόμπι Σάντς, νεκρό, για να αισθανθεί πιο Σιδηρά; Από τυφλή εκδικητικότητα; Από κοντόφθαλμο υπολογισμό του κόστους; 
Προσωπικά, ηθικά και πολιτικά ήμουν και είμαι απολύτως απέναντι στην εγκληματική δράση αυτής της οργάνωσης. Η Αριστερά στην οποία παιδαγωγήθηκα από τα 17 μου, είχε πάντα καθαρότατη αντίθεση με την πρακτική και με τη θεωρία αυτών των ομάδων. Η παρούσα συζήτηση όμως δεν γίνεται γι' αυτό. Αφορά τα δικαιώματα που αναγνωρίζει το ισχύον δίκαιο με νόμους και κανονισμούς σε οποιονδήποτε κρατούμενο, ανεξάρτητα από το λόγο για τον οποίο πέρασε την πύλη της φυλακής. Αυτό δεν είναι καθορισμένο από καμιά μαγική ηγεμονία των αριστερών ιδεών, ούτε από καμιά επαναστατική δικαιϊκή ανατροπή. Είναι κατακτήσεις του αστικού φιλελεύθερου συστήματος και του Διαφωτισμού. 
Ο κρατούμενος δικαιούται ίσης μεταχείρησης. Να έχει τις δυνατότητες που του περιγράφει το δεδομένο σωφρονιστικό πλαίσιο, είτε τον λένε Δημήτρη Κουφοντίνα, είτε τον λένε Κυριάκο Παπαχρόνη, είτε τον λένε (και ξέρω πως θα ξινίσουν κάποια αγαπημένα μου πρόσωπα) Ηλία Κασιδιάρη. Εάν κάνει κανείς εκπτώσεις κι εξαιρέσεις στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων, ας περιμένει τις επιπτώσεις του αυταρχισμού και της βαρβαρότητας πρώτιστα στα κεφάλια εκείνων που λιγότερο θα ήθελε να δει να την πληρώνουν. 
Λοιπόν κανείς δεν περισσεύει στην υπεράσπιση του αυτονόητου δικαιώματος του κρατούμενου Δ.Κ και στην έκκληση να σωθεί η ζωή του. Δεν καταδικάστηκε σε θάνατο. Δεν υπάρχει στη χώρα αυτή εκτέλεση θανατικής ποινής μετά το 1972 και εδώ και αρκετά χρόνια δεν υπάρχει καν θανατική ποινή. Σ' αυτό το πλαίσιο και με αυτή την ελάχιστη κοινή παραδοχή θα έπρεπε να διαμορφώνεται η δημοκρατική και κοινωνική μας συνείδηση. Των γονιών και των παιδιών μας. Έστω κι αν διάφοροι κυβερνώντες δεν θέλουν να μαθαίνουν τα παιδιά ιστορία και κοινωνιολογία, μην τυχόν αποκτήσουν ανησυχίες... 
Θα περίμενε λοιπόν κανείς ν' ακουσει φωνές υπεράσπισης των δικαιωμάτων και από το χώρο που δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες ευαισθησίες. Από τη φιλελεύθερη δεξιά και το ακραίο κέντρο. Αλλά "Ω,τι θανάσιμη ερημιά...". 
Θα με εξέπληττε ευχάριστα αν έβγαινε ένα πολιτικό πρόσωπο με σημασία, λ.χ ένας συγγενής θύματος της "17 Ν" να μιλήσει για το αυτονόητο δικαίωμα του κρατούμενου. Από θέσεις φιλελεύθερες, του 18ου αιώνα. Και ας το έκανε κι από πολιτική υστεροβουλία επιτέλους. Από υπολογισμό, έστω επικοινωνιακό. Δεν ξέρω αν θα εισακουγόταν, δεν γνωρίζω οικογενειακούς συσχετισμούς και ισορροπίες πολιτικές. Όμως σίγουρα θα μέτραγε. 
Ας σωθεί μια ζωή, ας περισωθεί λίγη από τη φιλελεύθερη πρόσοψη των σωφρονιστικών διακηρύξεων. Κι ας είναι για ανεξερεύνητους λόγους. Άλλωστε και το αντίθετο, ανεξερεύνητο και αβυσσαλέο θα είναι.

Πηγή: Αυγή

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Μισισίπης Καίγεται (1988)

 



Ο "Μισισίπης καίγεται" (ή Μισσισσίπης όπως θεωρούσα πως γραφόταν κάποτε) είναι το απόλυτο πολιτικό θρίλερ που είχε στοιχειώσει τα παιδικά μου χρόνια. Ο λόγος είναι ότι όταν είχα προσπαθήσει να το δω σε νεαρή ηλικία, δυσκολευόμουν να μπω στο κλίμα του και τα ζητήματα που έθιγε μου φαινόντουσαν τόσο μακρινά καθώς είχα την ψευδαίσθηση πως μεγάλωνα σε έναν κόσμο ιδανικό και δίκαιο. Τρεις σχεδόν δεκαετίες από την πρώτη μου απόπειρα, αποφάσισα να το παρακολουθήσω ξανά, προϊδεασμένος πως θα δω ένα συγκλονιστικό αριστούργημα, το οποίο δυστυχώς παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο, φανερώνοντας με τρανταχτό τρόπο πως το σκοτεινό παρελθόν έχει κυριαρχήσει ξανά στο δυσοίωνο παρόν που ζούμε. 
Η ταινία αναφέρεται σε ένα ρατσιστικό έγκλημα που συνέβη στο Μισισίπη το 1964, στο οποίο κάποια μέλη της τοπικής Κου Κλουξ Κλαν δολοφόνησαν τρεις ακτιβιστές που είχαν κατέβει στις νότιες πολιτείες για να απογράψουν τους μαύρους πολίτες ώστε να τους δοθεί δικαίωμα ψήφου αλλά κι η δυνατότητα να ιδρύσουν σχολεία και κέντρα περίθαλψης στις περιοχές που κατοικούσαν. Η δολοφονία αυτή μέχρι να εξιχνιαστεί, θα οδηγήσει την κοινότητα των μαύρων στα πρόθυρα μιας μαζικής εξέγερσης λόγω των συχνών επιθέσεων από τους λευκούς, κάτι που θα ωθήσει τους ρατσιστές να προβούν σε τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον τους.
Την ίδια στιγμή, το FBI θα στείλει δυο πράκτορες για να εξιχνιάσουν την υπόθεση των τριών "αγνοούμενων" ακτιβιστών. Οι έρευνες των δύο πρακτόρων θα αποδειχθούν αρκετά δύσκολες κι επικίνδυνες καθώς έχουν να αντιμετωπίσουν μια κλειστή συντηρητική κοινωνία, η οποία σιγοντάρει με τη σιωπή της τις δολοφονικές δράσεις της ΚΚΚ κι επικροτεί βουβά τις φασιστικές δηλώσεις των δημόσιων προσώπων της περιοχής. Όμως όσο πιο πιεστική γίνεται η στάση των πρακτόρων του FBI κι όσο στενεύει ο κλοιός γύρω από τους δολοφόνους, τόσο πιο βίαια βρυχάται το τέρας του φασισμού, προσπαθώντας να τρομοκρατήσει τόσο αυτούς που θεωρεί υποδεέστερούς του όσο κι αυτούς που επιχειρούν να το κατατροπώσουν. 




Αυτή τη φορά δε θα επικεντρωθώ τόσο στο κινηματογραφικό κομμάτι όσο στο θεματικό, το οποίο με συγκλόνισε αρκετά. Η κοφτερή ματιά του Άλαν Πάρκερ κι οι εκπληκτικές ερμηνείες του Τζιν Χάκμαν και του Γουίλιαμ Νταφόε, κατάφεραν να παρουσιάσουν σε απόλυτο βαθμό το κρυφό αρρωστημένο πρόσωπο τόσο της αμερικανικής κοινωνίας όσο και των υπολοίπων δυτικών χωρών. 
Το πρώτο χαστούκι της ταινίας το δεχόμαστε από το πρώτο κιόλας πλάνο με τις δυο βρύσες, όπου η μια προορίζεται για τους λευκούς κι η άλλη για τους μαύρους. Πρώτος κάνει την εμφάνισή του ένας λευκός μεσήλικας που πίνει νερό από τη βρύση των λευκών ενώ λίγο αργότερα ακολουθεί ένα μαύρο πιτσιρίκι που πίνει από τη βρύση των μαύρων. Με αυτά τα δυο πρόσωπα, ο Άλαν Πάρκερ προσπαθεί να μας δείξει χρησιμοποιώντας την ηλικία των δύο αυτών προσώπων, τη δύση της κυριαρχίας των λευκών και την επερχόμενη επικράτηση των μαύρων (τόσο πληθυσμιακά όσο και πολιτικά). 
Το δεύτερο χαστούκι έρχεται σε ένα διάλογο που έχουν οι δυο πρωταγωνιστές, όπου ο Γουίλιαμ Νταφόε ερμηνεύει έναν νεαρό του βορρά που δυσκολεύεται να κατανοήσει τον ρατσισμό των νοτίων ενώ από την άλλη ο Τζίν Χάκμαν έχοντας μεγαλώσει στα περίχωρα του Μισισίπη, προσπαθεί να του το αναλύσει φέρνοντας ως παράδειγμα μια παρελθοντική εγκληματική πράξη του πατέρα του, ο οποίος μη μπορώντας να βλέπει τον μαύρο γείτονά του να προκόβει στις αγροτικές εργασίες έχοντας αγοράσει ένα μουλάρι, του το σκοτώνει κρυφά δηλητηριάζοντας το νερό του, αναγκάζοντάς τον μαύρο γείτονά του να φύγει από την πόλη. Όταν ο Γουίλιαμ Νταφόε ζητάει από τον Τζίν Χάκμαν να του δικαιολογήσει την εγκληματική πράξη του πατέρα του, εκείνος του εξηγεί ψυχρά πως η απογοήτευσή του για τον γονιό του δεν κατευνάστηκε από τη ντροπή που εκείνος ένιωσε για την πράξη του αυτή. Τον ενοχλούσε όμως που ο πατέρα του δεν μπορούσε να καταλάβει πως η φτώχια έφταιγε για τη μίζερη ζωή του κι όχι οι μαύροι του νότου. Τα λόγια του Τζιν Χάκμαν, επιβεβαιώνουν τα όσα έχουν συμβεί στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδος, όπου ο καλά καμουφλαρισμένος φασισμός ξεπετάχτηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης μέσα από την νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, η οποία ξεσπούσε πάνω στους ξένους μετανάστες και τους αντιφασίστες ενώ τα τελευταία δύο χρόνια ο ίδιος φασισμός κουμαντάρει τα ηνία της χώρας με το κεκαλυμμένο προσωπείο ενός ακραίου κι απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού. 
Στη συνέχεια εξοργίστηκα με το ρατσιστικό παραλήρημα ενός τοπικού μεγαλοεπιχειρηματία που δυσκολευόταν να κρύψει τις φασιστικές του ιδεολογίες. Η οργή μου δε προκλήθηκε μόνο από τα λεγόμενά του αλλά και με τη σκέψη πως όλοι οι φασίστες του κόσμου είναι τα ίδια καθάρματα, με τον ίδιο ξύλινο λόγο και τα ίδια ακριβώς ηλίθια επιχειρήματα που πατάνε πάνω στη θρησκεία και την πατρίδα. Εξάλλου η ιστορία έχει δείξει πως τα μεγαλύτερα καθάρματα κρύβονται πίσω από τη θρησκεία, την πατρίδα και την οικογένεια. 
Το ερώτημα όμως που γεννάται εδώ είναι το εξής. Πως γίνεται να αναγνωρίζουμε με τόση ευκολία τις φασιστικές ιδεολογίες ξένων πολιτικών και λοιπών δημοσίων προσώπων αλλά να δυσκολευόμαστε να τις εντοπίσουμε στα λεγόμενα και στα πιστεύω εγχώριων πολιτικών και λοιπών προσωπικοτήτων που έχουν δημόσιο λόγο. Ίσως επειδή έχουμε μάθει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας καθώς θεωρούμε πως είναι προτιμότερο να εθελοτυφλούμε μπροστά στην αλήθεια παρά να την αντιμετωπίζουμε κατάματα. Όμως είμαι βέβαιος πως αρκετοί μπορούν να ταυτίσουν την όψη του μεγαλοεπιχειρηματία της ταινίας που πλούτιζε εκμεταλλευόμενος τους μαύρους της περιοχής ενώ παράλληλα οργάνωνε τάγματα εφόδου εναντίον τους, με αρκετά καθάρματα της σημερινής πολιτικής σκηνής.




Επίσης, ο Άλαν Πάρκερ παρουσιάζει με έξυπνο τρόπο την αυτοκαταστροφική φύση του φασιστικού τέρατος, δείχνοντας πως οι άνθρωποι που δρουν μέσα σ' αυτό, στερούνται από κάθε ίχνος ήθους κι αξιοπρέπειας. Εξάλλου οι φασίστες δεν είναι τίποτα παραπάνω από μικρά ανθρωπάκια που νιώθουν ισχυρά όταν δρουν ως αγέλη, ενώ όταν στριμώχνονται μόνα τους σε παγίδες μετατρέπονται σε δειλά πλάσματα που εκλιπαρούν για τη σωτηρία τους. Εκεί αποκαλύπτεται ο φόβος τους κι η απελπισία τους, αλλά και το πόσο εύκολα μπορούν να πουλήσουν τόσο τα πιστεύω τους όσο και τους ομοϊδεάτες συντρόφους τους, με σκοπό να γλιτώσουν το δικό τους τομάρι. 
Τέλος, θέλω να υμνήσω ένα από τα πιο συγκλονιστικά πλάνα που έχω παρακολουθήσει στον κινηματογράφο με θέμα τον ρατσισμό. Αναφέρομαι στη σκηνή όπου μετά από μια επίθεση στο αγρόκτημα μιας οικογένειας μαύρων, ο πατέρας εξοργισμένος με την συνεχή τρομοκρατία των λευκών, βγαίνει με την καραμπίνα για να αντιμετωπίσει τους δράστες. Εκείνοι όμως τον ακινητοποιούν και τον κρεμούν σε ένα δέντρο. Η εικόνα με το αιωρούμενο σώμα του έχοντας πίσω του φόντο το φλεγόμενο κτήμα, μου έφερε στο νου το συνταρακτικό τραγούδι "Strange Fruits", για το οποίο είχε απαγορευτεί η μετάδοσή του εκείνον τον καιρό από τα αμερικανικά ραδιόφωνα. 
Κάποια στοιχεία που έμαθα για την ταινία, κάνοντάς με να την εκτιμήσω παραπάνω είναι πως ο τίτλος της βασίστηκε στον κωδικό αποστολής των πρακτόρων του FBI που είχαν αναλάβει την εξιχνίαση της υπόθεσης. Επίσης κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, οι κάτοικοι της περιοχής κατέστρεψαν δυο φορές τον εξοπλισμό του κινηματογραφικού συνεργείου προσπαθώντας να διακόψουν τα γυρίσματα κι ο Άλαν Πάρκερ κάλεσε σε δείπνο την κοινότητα των μαύρων για να τους ζητήσει συγγνώμη για τα εγκλήματα των λευκών. Όσο για την κοινότητα του Μισισίπη, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υποστηρίζει πως δεν διαπράχθηκε κάποιο έγκλημα το 1964. Όσο για την ταινία, κατάφερε να διχάσει τους Αμερικανούς λόγω του θέματός της και γι' αυτό το λόγο αδικήθηκε στα κινηματογραφικά βραβεία. 
Ο "Μισισίπης Καίγεται" δεν είναι ένα ακόμη πολιτικό θρίλερ όπου οι αρχές προσπαθούν να εξιχνιάσουν ένα έγκλημα. Το σπουδαίο αυτό αριστούργημα του Άλαν Πάρκερ, είναι μια σπάνια κι άκρως σκληρή αυτοκριτική της ίδιας της Αμερικής για το σκοτεινό της παρελθόν, το οποίο έχει αρχίσει να αναβιώνει ξανά, οδηγώντας σε εμφυλιακές καταστάσεις την ξεπεσμένη παγκόσμια υπερδύναμη. Είναι μια αποκάλυψη του κεκαλυμμένου φασισμού που εξακολουθεί να επιβιώνει στις δυτικές κοινωνίες, αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να σηκώσει ξανά κεφάλι. Είναι μια πετυχημένη παρουσίαση της επικράτησης του φασισμού, στηριγμένη στο τρόμο των μειονοτήτων και των αδύναμων κοινωνικών ομάδων αλλά και στο φόβος της υπόλοιπης κοινωνίας που επιλέγει την απάθεια απέναντι στο έγκλημα που συντελείται μπροστά στα μάτια της. Το μόνο που λείπει από την ταινία, ήταν μια αναφορά στη δράση και το όραμα των τριών ακτιβιστών που δολοφονήθηκαν από τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν. 
Παρ' όλα αυτά, ο "Μισισίπης Καίγεται" είναι ένα συγκλονιστικό παράδειγμα που αποδεικνύει πως η έβδομη τέχνη μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση τόσο του ρατσισμού όσο και των υπολοίπων απάνθρωπων καταλοίπων που εξακολουθούν να μαστίζουν τις κοινωνίες μας. 

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Τα "Ερωτήματα" του Νίκου Γραικού

 


Τα Ερωτήματα του Νίκου Γραικού δεν είναι ένα ακόμη συνηθισμένο βιβλίο. Είναι μια αφήγηση εμπειριών, προβληματισμών και διαλόγων που ντύνονται αρμονικά με τις μελωδίες αγαπημένων ασμάτων. Είναι απλές στιγμές που κρύβουν μια αδιανόητη μαγεία. Εκείνη τη μαγεία που όλοι μας κυνηγάμε αναζητώντας έναν επίγειο παράδεισο, όπως υπήρξε η Αλόννησος για τον ίδιο. 
Επίσης μέσα από το βιβλίο του, θυμήθηκα την κουβέντα που είχαμε κάνει στο Παρίσι πέρσι, όπου μου παραπονέθηκε πως βγάζω θανατερές φωτογραφίες. Ομολογώ πως αισθάνθηκα μια απροσδιόριστη ικανοποίηση που ένταξε τη συζήτησή μας αυτή στο κεφάλαιο "Ταξιδεύει;". Σε ένα άλλο κεφάλαιο, επανάφερα στη μνήμη μου μια άλλη συζήτηση που είχαμε κάνει στο μουσείο της Ακρόπολης, στην οποία μου εξηγούσε τους λόγους που απέφευγε τα μουσεία. Τότε τα λεγόμενά του μου είχαν φανεί παράλογα, όμως μέσα από τα κείμενα του βιβλίου του κατάφερα να κατανοήσω τους λόγους που τον κάνουν να έχει την συγκεκριμένη άποψη. 
Αυτό όμως που με μάγεψε περισσότερο στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η ακόρεστη όρεξη για νέες εμπειρίες, η ανιδιοτελής ανάγκη για επικοινωνία με άλλους ανθρώπους κι η επίμονη μάχη για την πάταξη του φόβου που έχει ο καθένας μας στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου. 
Γι' αυτόν τον λόγο, θα κρατήσω τα λόγια από το τελευταίο ποίημα του βιβλίου, τα οποία με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο. 
"Είμαι ένας μελαγχολικός αισιόδοξος. 
Θα μείνω λοιπόν, ότι και να γίνει, με τα πόδια γερά στη γη 
και το μυαλό στον ουρανό της ουτοπίας". 
Όσο για τα ερωτήματα που μας θέτει ο Νίκος μέσα από το βιβλίο του, είμαι βέβαιος πως θα απαντηθούν στις μελλοντικές μαζώξεις που θα συνοδευτούν με όμορφους μεζέδες, μπόλικο ουζάκι και ζεστά χαμόγελα.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Κοντινό Πλάνο (1990)

 



Παρόλο που είμαι λάτρης της ευαίσθητης κι ανθρώπινης φύσης του ιρανικού κινηματογράφου, άργησα πολύ να δω κάποια ταινία του Αμπάς Κιαροστάμι, κι ας έπεφτα συνεχώς πάνω σε πλάνα της πιο αναγνωρισμένης του ταινίας, του "Close-Up". Η θρυλική σκηνή με τη μοτοσυκλέτα αλλά και τα διθυραμβικά σχόλια που είχα διαβάσει για τα τελευταία λεπτά της ταινίας, μου είχαν προκαλέσει μια εμμονική επιθυμία γι' αυτήν την ταινία, αλλά για έναν αδιευκρίνιστο λόγο την ανέβαλα συνεχώς, σαν να αναζητούσα υποσυνείδητα την κατάλληλη στιγμή για να την δω. Κι όταν ήρθε τελικά η στιγμή αυτή, προτίμησα να ακολουθήσω την ίδια λογική που κάνω και με άλλες διάσημες ταινίες του παρελθόντος. Δε διάβασα την υπόθεση της ταινία, ούτε ανέτρεξα σε παλιότερες κριτικές της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να απολαύσω αυτό το μοναδικό κινηματογραφικό αριστούργημα αλλά να γίνω κομμάτι του ίδιου του έργου και να ζήσω την κάθε του στιγμή σαν να ήμουν παρών στα γεγονότα. 
Η ιστορία μιλάει για έναν νεαρό απατεώνα, ο οποίος προσπάθησε να εξαπατήσει μια πλούσια κινηματογραφοφιλική οικογένεια, υποδυόμενος τον διάσημο Ιρανό σκηνοθέτη Μοχσέν Μαχμαλμπάφ. Το γεγονός αυτό, τράβηξε το ενδιαφέρον του Αμπάς Κιαροστάμι, ο οποίος επισκέφθηκε τον νεαρό στη φυλακή ζητώντας του να κινηματογραφήσει τη δίκη που θα ακολουθούσε. Από την πρώτη στιγμή γίνεται αντιληπτή η ευγένεια αλλά και η ταπεινότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου, ο οποίος καταφέρνει να κερδίσει τη συμπάθεια τόσο της οικογένειας που τον μήνυσε, όσο και των σκηνοθετών Αμπάς Κιαροστάμι που τελικά αποφασίζει να κινηματογραφήσει τη συγκεκριμένη ιστορία αλλά και του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ που δέχεται να πάρει μέρος στην ταινία αυτή, συγκινημένος από την καλοσύνη αλλά και την αγάπη που είχε ο νεαρός κατηγορούμενος για τον κινηματογράφο. Όπως γίνεται κατανοητό, ο άνθρωπος αυτός καταφέρνει να κερδίσει και τις δικές μας καρδιές.
Η ταινία ξεκινάει λίγο μουδιασμένα και μονότονα με το πρώτο πλάνο να είναι μέσα σε ένα ταξί που μεταφέρει ένα δημοσιογράφο και δυο αστυνομικούς. Ακολουθεί η αναμονή μιας σύλληψης κι έπειτα η προσπάθεια του σκηνοθέτη Κιαροστάμι να συλλέξει στοιχεία για το περίεργο αυτό συμβάν. Η μη δομημένη περιγραφή των γεγονότων κουράζει και δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τους λόγους που έχει θεωρηθεί η συγκεκριμένη ταινία ως αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Όμως αυτή η αμηχανία κρατάει για λίγο καθώς η συναισθηματική έκρηξη της ιστορίας έρχεται αστραπιαία, καθηλώνοντας ως τους τίτλους τέλους και τον πιο απαιτητικό θεατή. 



Η πρώτη συναισθηματική φόρτιση έρχεται με την επίσκεψη του Κιαροστάμι στις φυλακές για να συναντηθεί με τον Χοσέιν Σαμπζιάν. Ο νεαρός απατεώνας (αν και θεωρώ άδικο τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό γι' αυτόν τον άνθρωπο) αμέσως αναγνωρίζει τον Ιρανό σκηνοθέτη και με μεγάλο ενθουσιασμό δέχεται να κινηματογραφηθεί η δίκη του. Μάλιστα ο ίδιος φτάνει στο σημείο να παροτρύνει τον σκηνοθέτη να ασχοληθεί με το ζήτημά του καθώς θεωρεί πως μ' αυτόν τον τρόπο μπορούν να ακουστούν τα βάσανά του στους υπόλοιπους ανθρώπους. 
Ακολουθεί η δίκη, όπου τα πλάνα της δίνουν την εντύπωση πως είναι γυρισμένα κατά τη διάρκεια της πραγματικής δικαστικής ακρόασης. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθεται ο Χοσέιν Σαμπζιάν κι από πίσω του είναι μαζεμένη η οικογένεια που πήγε να εξαπατήσει. Αρχικά το κλίμα είναι αρνητικό απέναντί του, κάτι που επιβεβαιώνεται όταν η οικογένεια αρνείται να αποσύρει τη μήνυση. Παρόλα αυτά, το βλέμμα αλλά κι η χροιά της φωνής του Χοσέιν φανερώνουν μια απίστευτη ψυχική ηρεμία. Ο ίδιος έχοντας αναγνωρίσει το παράπτωμά του, προσπαθεί απλώς να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν στην πράξη αυτή. Παράλληλα με τις περιγραφές τόσο των κατήγορων όσο και του κατηγορουμένου, προβάλλονται διάφορα πλάνα που μας παρουσιάζουν τα γεγονότα, όπου στις σκηνές συμμετέχουν τα πραγματικά πρόσωπα του συμβάντος. Μ' αυτόν τον ευφάνταστο τρόπο, ο Αμπάς Κιαροστάμι, βοηθάει στη συμπλήρωση του παζλ της ιστορίας.  
Τα λόγια του Χοσέιν Σαμπζιάν μαρτυρούν μια ευαίσθητη ψυχή ενός ταπεινού ανθρώπου που σε μια ανύποπτη στιγμή ένιωσε σημαντικός και πως έχει κάποια αξία. Ο ίδιος δεν είχε σκοπό να κλέψει ούτε να ασκήσει βία. Ζώντας όμως σε μια κατάσταση ανέχειας, κατάφερε να νιώσει ανθρώπινα όταν για μια στιγμή υποδύθηκε κάποιον άλλον. Κατά κάποιον τρόπο αυτό που επιθυμούσε ήταν η αναγνωρισιμότητα αλλά κι η αξιοπρέπεια που έχουν οι άνθρωποι των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και πρόσωπα καταξιωμένα. Η όμορφη συμπεριφορά της πλούσιας οικογένειας προς το πρόσωπό του ήταν γι' αυτόν εθιστική, κάτι που τον απέτρεπε να τους αποκαλύψει την αλήθεια ενώ παράλληλα δεν αρνήθηκε το ενδεχόμενο πως ίσως να υποδυόταν ξανά τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη και σε άλλους ανθρώπους. Ο Χοσέιν Σαμπζιάν αναγνωρίζει την αδυναμία του αυτή. Γι' αυτό κι ο λόγος του στο δικαστήριο δεν είναι μελοδραματικός. Ούτε ζητάει τη λύπηση κανενός. 
Αντιθέτως, με τα λόγια του αυτά προσπαθεί να μας περάσει την εικόνα ενός αθέατου κόσμου, ο οποίος αποτελείται από μεροκαματιάρηδες, άνεργους, φτωχούς αλλά κι ανθρώπους αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων που δυσκολεύονται να αναδειχθούν και να ακουστούν. Όμως μέσα σ' αυτόν τον αθέατο κόσμο εξακολουθεί να υπάρχει η ανθρωπιά, η ευγένεια, η καλοσύνη και η ταπεινότητα. Στοιχεία που έχουν εξαφανιστεί στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ στις μέρες μας έχουν εκλείψει κι από τον δυτικό κόσμο ανεξαρτήτου κοινωνικής κι οικονομικής κατάστασης. Πρωταγωνιστής σ' όλη την ιστορία είναι η ζεστή φωνή του και το ειλικρινές του βλέμμα που μας καθηλώνουν ως το τέλος της ταινίας. Η αγάπη του για τον κινηματογράφο είναι συγκινητική κι ο τρόπος που μιλάει για την τέχνη αυτή, δείχνει πως στο εδώλιο κάθεται ένας άνθρωπος με πλούσιο ψυχικό κόσμο, για τον οποίον ποτέ δε δόθηκε η ανάλογη προσοχή αλλά κι η δυνατότητα να αξιοποιηθεί. Κι αν δε συνέβαινε το γεγονός αυτό, ίσως να μη μαθαινόταν ποτέ. 




Χωρίς μεγάλη προσπάθεια, ο Χοσέιν Σαμπζιάν θα κερδίσει την εκτίμηση και τη συμπάθεια της οικογένειας που πήγε να εξαπατήσει, οι οποίοι λίγο πριν την ολοκλήρωση της δίκης θα αποσύρουν τη μήνυση που του 'χουν κάνει. Όμως το παράπτωμα του πρέπει να τιμωρηθεί, κάτι το οποίο γίνεται με μειωμένη ποινή. Η όλη υπόθεση μας φέρνει όλους σε ένα δίλημμα καθώς από την μια καταδικάζουμε την απατεωνιά του αλλά από την άλλη ακούγοντας τους πραγματικούς σκοπούς του κατηγορουμένου για την πράξη του αυτή, αναγνωρίζουμε την σπανιότητα του χαρακτήρα του, την ευγένειά του και το ήθος του. Μεμιάς γινόμαστε εμείς ένοχοι απέναντι του, καθώς εκείνος αντιπροσωπεύει έναν κόσμο που χρόνια τώρα απαξιούμε να ασχοληθούμε μαζί του. 
Τα τελευταία λεπτά της ταινίας ξεπερνούν τα καθορισμένα όρια της κινηματογραφικής τέχνης καθώς φτάνουν στο σημείο να αποτυπώσουν ως έργο τέχνης ένα κομμάτι της πραγματικότητας, σπάραζοντας περαιτέρω την ήδη φορτισμένη συναισθηματική μας κατάσταση. Η κορύφωση έρχεται όταν ο συγκινημένος με την ιστορία του Χοσέιν Σαμπζιάν σκηνοθέτης Μοχσέν Μαχμαλμπάφ, συναντά τον νεαρό την μέρα της αποφυλάκισής του. Αναγνωρίζοντας ο Χοσέιν Σαμπζιάν το κινηματογραφικό του ίνδαλμα, και νιώθοντας τύψεις που χρησιμοποίησε το όνομά του για να εξαπατήσει μια οικογένεια, ξεσπάει σε αναφιλητά. Μεμιάς η σκηνή αυτή αποκτά μια πανανθρώπινη αξία που δύσκολα μπορεί να αποτυπωθεί γραπτώς. Το μόνο που θα μπορούσα να πω είναι πως ως θεατές γινόμαστε μάρτυρες ενός θαύματος που μόνο η αυθεντική τέχνη μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους. Με αυτόν τον τρόπο ο σκηνοθέτης Μοχσέν Μαχμαλμπάφ συγχωρεί τον νεαρό, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξιλεωθεί για το παράπτωμά του. 
Ακολουθεί η θρυλική σκηνή με τα δυο αυτά πρόσωπα πάνω στη μοτοσυκλέτα. Ο ενθουσιασμός του Χοσέιν Σαμπζιάν δε μπορεί να κρυφτεί, παρά το χαλασμένο μικρόφωνο που δεν επέτρεψε να καταγραφούν αυτά που λέει στο σκηνοθέτη κουνώντας με πάθος το χέρι του στον αέρα. Μ' αυτόν τον τόσο όμορφο κι ανθρώπινο τρόπο, πραγματοποιείται κι ένα όνειρό του που είχε εκμυστηρευτεί σε ένα από τα παιδιά της πλούσιας οικογένειας όταν υποδυόταν ακόμα πως είναι ο διάσημος σκηνοθέτης Μοχσέν Μαχμαλμπάφ. Αυτό το μαθαίνουμε κατά τη διάρκεια της δίκης όπου ένας από τους γιούς της οικογένειας δηλώνει πως ο Χοσέιν Σαμπζιάν, του είχε πει πως ήθελε να γυρίσει μια ταινία όπου εκείνος ως σκηνοθέτης συνομιλεί με τον πρωταγωνιστή πάνω σε ένα μηχανάκι που περιφέρεται μες στην πόλη. 
Το "Κοντινό Πλάνο" είναι ένα μοναδικό κινηματογραφικό θαύμα καθώς καταφέρνει να δέσει το ντοκουμέντο με τη μυθοπλασία, χρησιμοποιώντας τα ίδια πρόσωπα που συμμετείχαν στο γεγονός αυτό. Είναι μια πράξη καλοσύνης κι ανθρωπιάς καθώς υλοποιεί το όνειρο μιας ρομαντικής ψυχής που δεν έπαψε να ονειρεύεται κάτω από τα ασφυκτικά βάρη της ανέχειας και της φτώχιας. Είναι ένα πάντρεμα της πραγματικής ζωής με την τέχνη. Ή για να το θέσω καλύτερα, είναι μια σπάνια στιγμή όπου η πραγματική ζωή μετατρέπεται σε έργο τέχνης. 

Βαθμολογία: 9/10