Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2023

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Βρέχει πάνω από το Σαντιάγο (1975)




Πενήντα χρόνια πέρασαν από τη μέρα που η αμερικανοκίνητη χούντα του Αουγούστο Πινοσέτ ανέτρεψε την κυβέρνηση ενός σπουδαίου ανθρώπου και πολιτικού, του Σαλβαδόρ Αλιέντε, επιβάλλοντας στη Χιλή μια άγρια κι απάνθρωπη δικτατορία, η οποία άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς κι εκατοντάδες χιλιάδες αγνοούμενους. Για τη συγκεκριμένη περίοδο έχουν γραφτεί συγκινητικά βιβλία κι έχουν κινηματογραφηθεί συγκλονιστικές ταινίες, φανερώνοντας πως ο σπουδαίος χιλιάνικος λαός δεν έπαψε ποτέ να αγωνίζεται, αποφασισμένος να διατηρεί την εθνική του μνήμη, αλλά και να τιμά διαρκώς τους ήρωές του, που έπεσαν μαχόμενοι τη μέρα του πραξικοπήματος ή δολοφονήθηκαν κατά τη διάρκεια της σκοτεινής περιόδου που ακολούθησε μέχρι το 1990. Ένας απ' αυτούς τους δημιουργούς που άφησαν το αποτύπωμά τους στη συγκινητική προσπάθεια διατήρησης της συγκεκριμένης μνήμης είναι κι ο Χιλιανός σκηνοθέτης Έλβιο Σότο. 
Εμπνευσμένος από την πολιτικοποιημένη φιλμογραφία του Κώστα Γαβρά, ο Χιλιανός σκηνοθέτης επιλέγει ως τίτλο της ταινίας του το σύνθημα που δόθηκε στον στρατό για να κατέβει στους δρόμους του Σαντιάγο και παρουσιάζει με συνταρακτικό ρεαλισμό τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος, κάνοντας παράλληλα συχνές αναφορές σε παρελθοντικές ενδείξεις που φανέρωναν τις προθέσεις των Αμερικανών για ανατροπή της τότε κυβέρνησης. 
Η παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων ξεκινάει με την κατάληψη καίριων στρατιωτικών σημείων της πόλης Βαλπαραϊσό από μονάδες του πολεμικού ναυτικού. Εκείνη την ώρα ακούγεται από το φιλοχουντικό ραδιοφωνικό σταθμό "Αγκρικαλτούρα" το σύνθημα "βρέχει πάνω από το Σαντιάγο", το εναρκτήριο λάκτισμα του πραξικοπήματος. Ξημερώνει η 11η Σεπτέμβρη του 1973, η οποία βρίσκει τους ηγέτες του συνασπισμού της "Λαϊκής Ενότητας" να συσκέπτονται με τον Σαλβαδόρ Αλιέντε, καθώς οι πρώτες στρατιωτικές μονάδες παρελαύνουν προς το προεδρικό μέγαρο. Η πρώτη αντίδραση από την κυβέρνηση είναι η άμεση κινητοποίηση της εργατικής πολιτοφυλακής της "Λαϊκής Ενότητας" και της "Λαϊκής Δύναμης" σε εργοστάσια και πανεπιστημιακούς χώρους. Όμως, η ανελέητη μάχη που είναι έτοιμη να ξεσπάσει πέρα από αναπόφευκτη, φαίνεται εξαρχής πως είναι κι άνιση...




Από τις πρώτες πρωινές ώρες, τεθωρακισμένα έχουν περικυκλώσει το προεδρικό μέγαρο κι ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούν προς τα παράθυρά του, την ίδια στιγμή που φοιτητές έχουν ταμπουρωθεί στα πανεπιστήμια κι εργάτες στήνουν οδοφράγματα έξω από τα εργοστάσιά τους. Ο φιλοχουντικός ραδιοφωνικός σταθμός που μετέδωσε το πραξικοπηματικό σύνθημα, προσπαθεί να κάμψει το ηθικό του μαχόμενου λαού με προπαγανδιστικές ανακοινώσεις και με ένα επαναλαμβανόμενο μήνυμα που καλεί τον Σαλβαδόρ Αλιέντε να παραιτηθεί και να παραδοθεί στον στρατό που τον έχει περικυκλώσει. Αντ' αυτού, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε θα βγάλει έναν από τους πιο ηρωικούς πολιτικούς λόγους που έχουν ακουστεί στην παγκόσμια ιστορία: «Αυτή είναι η τελευταία φορά που ακούτε τη φωνή μου! Θα παραμείνω στο προεδρικό μέγαρο, στις επάλξεις της Δημοκρατίας, εάν χρειαστεί δίνοντας τη ζωή μου! Υπερασπιστείτε την Επανάσταση!». 
Λίγο πριν τη λήξη του τελεσίγραφου και την τελική εισβολή του στρατού στο προεδρικό μέγαρο, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε θα αποχαιρετήσει τους ανθρώπους του και την κόρη του, που βρίσκονταν μαζί του εγκλωβισμένοι και θα παραμείνει με κάποια στελέχη της κυβέρνησης της "Λαϊκής Ενότητας" και της εργατικής πολιτοφυλακής. Κατά το μεσημέρι, το προεδρικό μέγαρο αρχίζει να φλέγεται μετά από τους βομβαρδισμούς των πολεμικών αεροσκαφών, την ώρα που οργισμένοι φασίστες προαναγγέλλουν από τα ραδιόφωνα τη δολοφονία του Χιλιανού προέδρου, ακόμη κι αν δεχτεί να παραδοθεί. 
Η σφοδρή μάχη θα ολοκληρωθεί το μεσημέρι, με τον στρατό να εισβάλει στο φλεγόμενο μέγαρο και τον Σαλβαδόρ Αλιέντε να πέφτει νεκρός με ένα αυτόματο όπλο στο χέρι. Η χούντα αρχικά θα δηλώσει πως ο Αλιέντε αυτοκτόνησε. Η αλήθεια όμως είναι αδύνατον να κρυφτεί για πάντα. Με την πάροδο των χρόνων πολλά στοιχεία των γεγονότων του πραξικοπήματος άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια, αποκαλύπτοντας την πραγματικότητα, όπως η φωτογραφία που δείχνει τον Σαλβαδόρ Αλιέντε να εξέρχεται ζωντανός από το προεδρικό μέγαρο λίγο πριν την τελική εισβολή του στρατού. 
Παρά την κατάληψη του προεδρικού μεγάρου, οι μάχες θα συνεχιστούν σε ολόκληρο το Σαντιάγο. Στην ταινία παρουσιάζονται κάποιες απ' αυτές που έλαβαν χώρα στο πανεπιστήμιο της πόλης και σε κάποιες φάμπρικες των προαστίων. Όμως, η θαρραλέα στάση του λαού στην υπεράσπιση της δημοκρατίας θα καμφθεί, μ' αποτέλεσμα να ακολουθήσουν μαζικές συλλήψεις κι επί τόπου εκτελέσεις στελεχών της "Λαϊκής Ενότητας". Η παρουσίαση των γεγονότων του πραξικοπήματος θα ολοκληρωθεί στο Στάδιο του Σαντιάγο όπου έχουν συγκεντρωθεί χιλιάδες συλληφθέντες,. Στις κερκίδες του σταδίου θα συντελεστεί μια από τις χειρότερες θηριωδίες της σύγχρονης ιστορίας, καθώς μπροστά στους έντρομους πολίτες θα εκτελούνται εκατοντάδες κρατούμενοι με ανελέητο ξύλο. Ένα από τα θύματα των φασιστών είναι κι ο λαϊκός τραγουδιστής Βίκτορ Χάρα, ηγέτης του κινήματος Nievo Cancion, ο οποίος βασανίστηκε και δολοφονήθηκε με τον πιο φρικαλέο τρόπο. 
Η ταινία ολοκληρώνεται με την κηδεία του ποιητή Πάμπλο Νερούδα, όπου η νεκρώσιμος ακολουθία μετατράπηκε σε παλλαϊκή αντιφασιστική διαδήλωση, αφήνοντας μια ελπίδα (η ταινία γυρίστηκε τρία χρόνια μετά το πραξικόπημα) πως η δημοκρατική συνείδηση εξακολουθεί να φωλιάζει στις ψυχές των Χιλιάνων, παρά τα βασανιστήρια και τις δολοφονίες της χούντας του Πινοσέτ. Δυστυχώς όμως, η ιστορία απέδειξε πως τα καθεστώτα πέφτουν συνήθως μόνα τους...
 



Ο σκηνοθέτης Έλβιο Σότο παρουσιάζει αρκετά γεγονότα που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος, θέλοντας να κάνει πιο κατανοητή την κοινωνικοπολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα του εκείνη την περίοδο. Οπότε αναφέρεται στην προηγούμενη απόπειρα πραξικοπήματος που πήγε να σημειωθεί ανεπιτυχώς τον Οκτώβρη του 1970 από τον Εντουάρντο Φράι, λίγο πριν την ανάληψη εξουσίας από τον Σαλβαδόρ Αλιέντε. Η τότε απόπειρα σταμάτησε από την ίδια την Ουάσιγκτον, καθώς το Πεντάγωνο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θεωρούσαν ανέτοιμο τον πρώην πρόεδρο της Χιλής κι απροετοίμαστα τα σώματα των Ενόπλων Δυνάμεων. Επίσης στην ταινία γίνονται αναφορές στις αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας του Σαλβαδόρ Αλιέντε, όπως εκείνη που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια των δημοτικών εκλογών τον Απρίλη του 1971, αλλά και κατά τις μεγάλες απεργίες των φορτηγατζήδων, οι οποίες τελικά απέτυχαν να ρίξουν τον Χιλιανό πρόεδρο. 
Η περίοδος που γυρίστηκε η συγκεκριμένη ταινία ήταν έντονα πολιτικοποιημένη, ωθώντας αρκετούς διάσημους ηθοποιούς να παίξουν σε τέτοιου είδους ταινίες, παρόλο που τους έχουμε συνηθίσει σε άλλους ρόλους. Στο "Βρέχει πάνω από το Σαντιάγο" έχουμε την εξαιρετική ερμηνεία του σπουδαίου Ζαν Λουί Τρεντινιάν (ο οποίος είχε πάρει μέρος και στο θρυλικό "Ζ" του Κώστα Γαβρά), ενώ πέρασμα από την ταινία κάνει κι η μούσα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Μπίμπι Άντερσον. 
Στην ταινία υπήρχαν πολλές σκηνές που με συγκίνησαν, όπως τα αποχαιρετιστήρια λόγια του Σαλβαδόρ Αλιέντε στην κόρη του και άλλες που με συγκλόνισαν, όπως οι αντιφρονούντες στρατιωτικοί που στάθηκαν στο πλευρό του λαού και θυσιάστηκαν, αλλά κι η φρικιαστική εκτέλεση του τραγουδοποιού Βίκτορ Χάρα. Υπήρχε όμως και μια σκηνή που με εξόργισε, καθώς φανερώνει το ύπουλο καρκίνωμα που κρύβεται σε όλες τις μικρές χώρες αυτού του κόσμου. Τη στιγμή λοιπόν που τα τανκς σφυροκοπούν το προεδρικό μέγαρο, κάποιοι βιομήχανοι και λοιποί κεφαλαιοκράτες με τις συζύγους τους παρακολουθούν τα τεκταινόμενα από ένα διπλανό ξενοδοχείο και πανηγυρίζουν ανοίγοντας σαμπάνιες. Είναι όλοι αυτοί οι σύγχρονοι γραβατομένοι εφιάλτες που θυσιάζουν τους απανταχού λαούς στο βωμό της ντροπιαστικής αισχροκέρδειας και του απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού. 
Το συνταρακτικό "Βρέχει πάνω από το Σαντιάγο" είναι ένα από τα σπάνια και λιγότερο γνωστά αριστουργήματα αυτής της τόσο έντονα πολιτικοποιημένης δεκαετίας του '70, που καταπιάνονται με το πραξικόπημα της Χιλής και ξεσκεπάζουν με θαρραλέο τρόπο τους ηθικούς αυτουργούς των απανταχού καταλύσεων των δημοκρατικών θεσμών. Επίσης, είναι μια ειλικρινέστατη ταινία που δυστυχώς δεν αφήνει αρκετά περιθώρια ελπίδας, καθώς όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο ισχυρές είναι οι βάσεις με τις οποίες έρχονται τα καθεστώτα να επιβληθούν σε δοκιμασμένους λαούς. Ήδη αυτό το βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, αλλά το παρακολουθούμε μουδιασμένοι να εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Γι' αυτόν τον λόγο, αλλά και για πολλούς άλλους, θεωρώ πως το "Βρέχει πάνω από το Σαντιάγο" είναι ένα μοναδικό στο είδος του αριστούργημα αφύπνισης κι επιφυλακής. 


Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2023

Η Ανατομία μιας Πτώσης (2023)

 



Οι φετινές μου επισκέψεις στους θερινούς αθηναϊκούς κινηματογράφους ολοκληρώθηκαν στην Αίγλη Ζαππείου, όπου παρακολούθησα την πολυαναμενόμενη βραβευμένη με το φετινό Χρυσό Φοίνικα του φεστιβάλ των Καννών, "Ανατομία μιας Πτώσης". Η συγκεκριμένη ταινία στάθηκε άξια για τη διάκρισή της διότι πέρα από ένα καλογυρισμένο δικαστικό θρίλερ, επεδίωξε να παρουσιάσει και να αναλύσει τα πνιγηρά αδιέξοδα των σημερινών ζευγαριών και την υπόκωφη σύγκρουση των ναρκισσισμών που μετατρέπουν αρκετούς συντρόφους σε χρόνιους ανταγωνιστές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η "Ανατομία μιας Πτώσης" να μετατραπεί σε ανατομία μιας σύγχρονης σχέσης, αλλά και σε ανατομία του υπερεγώ των προσώπων που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη ιστορία.
Τα κύρια πρόσωπα της ιστορίας είναι η Σάντρα (την οποία υποδύεται η εκπληκτική Σάντρα Ούλερ) κι ο σύντροφός της Σαμουέλ (τον οποίον ερμηνεύει ο Σαμουέλ Τις). Εκείνη Γερμανίδα που ζούσε για χρόνια στο Λονδίνο κι εκείνος Γάλλος που ζούσε για χρόνια στην Αγγλία. Εκεί γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Μετά όμως από ένα ατύχημα που οδήγησε σε μερική τύφλωση τον γιό τους, το ζευγάρι αποφασίζει να μετακομίσει στη Γκρενόμπλ, θεωρώντας πως ο βουνίσιος αέρας κι η γαλήνη της γαλλικής υπαίθρου, θα τονώσει τη σχέση τους και θα ανεβάσει ξανά τη διάθεσή τους. 
Η Σάντρα παραμένει μια πετυχημένη συγγραφέας, καθώς θεωρεί πως έχει βρει τη διέξοδό της στη λογοτεχνία. Σαν να προσπαθεί να κρύψει τη θλίψη της κάτω από την αναγνώριση που έχει από το λογοτεχνικό κοινό. Αντιθέτως, ο Σαμουέλ, παρόλο που διαθέτει ταλέντο στη μουσική, αλλά και στη λογοτεχνία, έχει αποσυρθεί, καθώς θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για το ατύχημα του γιού τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται σε μαθήματα που κάνει σε κάποια σχολεία της Γκρενόμπλ, έχοντας παράλληλα αναλάβει την κατ' οίκον εκπαίδευση του γιου του. 
Όμως, η χρόνια στασιμότητα του Σαμουέλ αρχίζει να γίνεται αφορμή συγκρούσεων απέναντι στις φιλοδοξίες της Σάντρα για περαιτέρω αναγνωρισιμότητα. Αυτό έχει ως συνέπεια να γίνουμε μάρτυρες μιας ανώριμης έκρηξής του. Καθώς μια δημοσιογράφος παίρνει συνέντευξη από τη Σάντρα, εκείνος παίζει στη διαπασών ραπ τραγούδια προσπαθώντας να τις εμποδίσει. Η πράξη του ωθεί τον γιό τους να βγει βόλτα με τον σκύλο για να αποφύγει μια ακόμη διένεξη και τη νεαρή δημοσιογράφο να διακόπτει τη συνέντευξη. Γυρνώντας ο γιός στο σπίτι, θα βρει τον πατέρα του νεκρό στο χιόνι. Από εκείνο το κομβικό σημείο ξεκινάει ένα ξετύλιγμα κουβαριού, πασχίζοντας να καταλάβουμε αν ο θάνατος του Σαμουέλ ήταν αποτέλεσμα αυτοκτονίας ή δολοφονίας...  
 



Ο μυστηριώδης θάνατος του Σαμουέλ θα φέρει τη Σάντρα αντιμέτωπη με τη δικαιοσύνη, καθώς θεωρείται ύποπτη. Κατά τη διάρκεια της εγκληματολογικής έρευνας που διεξάγεται στο σπίτι τους, ξεκινάει μια επίμονη ανατομία της πτώσης του Σαμουέλ. Παράλληλα διεξάγεται κι η δίκη, όπου η Σάντρα έρχεται αντιμέτωπη με τις κατηγορίες για πιθανή δολοφονία του συζύγου της κι αναγκάζεται να λογοδοτήσει για τα προβλήματα που είχε στον γάμο της, τα αδιέξοδα με τον σύντροφό της, τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες που είχε να μοιράσει μαζί του, τις ενοχές και τις κατηγορίες που εκσφενδόνιζαν ο ένας στον άλλον για το ατύχημα του παιδιού τους, για την ανύπαρκτη ερωτική τους επιθυμία, αλλά και για τις φιλοδοξίες τους που έρχονταν σε σύγκρουση. Κατά κάποιον τρόπο γινόμαστε μάρτυρες ενός ανελέητου ξεγυμνώματος μιας ψυχής. 
Η σκηνοθέτης Ζιστίν Τριέ με τον σεναριογράφο Άρθουρ Χαραρί καταφέρνουν να μας οδηγήσουν σε μια επίμονη προσπάθεια αναζήτησης της αλήθειας, παρασυρόμενους όμως από μια συνεχή αμφισβήτηση. Κατά κάποιον τρόπο, νιώθουμε περισσότερη σύνδεση με τον ημίτυφλο γιο που είναι κι ο μοναδικός μάρτυρας της υπόθεσης, παρά με τα υπόλοιπα πρόσωπα, τα οποία έχουμε τοποθετημένα απέναντί μας και τα ανακρίνουμε προσπαθώντας να εξάγουμε ένα τελικό συμπέρασμα. Σ' αυτήν την ξεχωριστή κινηματογραφική εμπειρία, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι διάλογοι των πρωταγωνιστικών προσώπων, τόσο στις προσωπικές τους στιγμές όσο και στις συζητήσεις που πραγματοποιούνται εντός του δικαστηρίου, όπου μέσα απ' αυτούς εξετάζονται με ωριμότητα κι ειλικρίνεια αρκετά ευαίσθητα θέματα.
Ωστόσο, η δίκη ξεκινάει με αντικρουόμενες μαρτυρίες τόσο από την πρωταγωνίστρια όσο κι από τον γιό της. Το μπέρδεμα που προκαλείται στους θεατές είναι ξεκάθαρα εσκεμμένο, καθώς μας εισάγει πιο βαθιά στην υπόθεση, δημιουργώντας μας αμέσως υποψίες για την ανάμειξη της Σάντρα στο θάνατο του συζύγου της. Μεμιάς γινόμαστε συνεργοί με αυτούς που προσπαθούν να εξιχνιάσουν την υπόθεση, λύνοντας σιγά-σιγά όλους τους γρίφους που θολώνουν το θανατηφόρο συμβάν. Και πάνω σ' αυτήν τη διαδικασία, η δημιουργός μας φέρνει αντιμέτωπους με τις προκαταλήψεις που εξακολουθούν να υφίστανται και στις πιο προοδευτικές κοινωνίες αλλά και τη δύναμη της μνήμης που πολλές φορές παίζει περίεργα παιχνίδια. 





Η σκηνοθέτης Ζιστίν Τριέ καταφέρνει να περάσει με εντυπωσιακή μαεστρία την ένταση, αλλά και τη δυσφορία που επικρατούν στα ζευγάρια σήμερα. Με έναν ευφάνταστο τρόπο μέσα από διαλόγους κι εκμυστηρεύσεις παρουσιάζονται σχεδόν όλες οι πτυχές των προσωπικοτήτων που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, δίνοντας έτσι διάφορα στοιχεία για τον τρόπο ζωής που είχαν επιλέξει να ακολουθήσουν, αλλά παράλληλα παρέχοντας και ισχυρά τεκμήρια που μπορούν να οδηγήσουν στην ενοχή ή την αθώωση της πρωταγωνίστριας. 
Για να μπορέσει η δημιουργός να επικεντρώσει την προσοχή του κοινού στους διαλόγους και στις άτυπες ανακρίσεις που υφίσταται η πρωταγωνίστρια, προσφέρει μινιμαλιστικά κάδρα. Θολώνοντας αρκετές φορές το φόντο, δίνει έμφαση τόσο στα πρόσωπα του πλάνου όσο και στα λεγόμενά τους. Οπότε, μέσα από την κινηματογραφική της λιτότητα αναδεικνύονται οι άψογες ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Πάνω σ' αυτό, αναλαμβάνει η Σάντρα Ούλερ, η οποία δίνει μια εκπληκτική ερμηνεία, με την οποία καταφέρνει να μπερδέψει τον κάθε θεατή. Στην προσπάθειά της να προστατεύσει το υπερεγώ της, την κάνουν να φαίνεται ύποπτη για το θάνατο του συζύγου της, αλλά η ειλικρίνειά της φανερώνει μια καθαρότητα στη συνείδησή της, αποδεικνύοντας πως ποτέ δε θα επεδίωκε να κάνει κακό σε κάποιον. Όμως η πίεση που της ασκείται, την αναγκάζει να φανερώσει ένα σωρό μυστικά που κάθε ζευγάρι προσπαθεί να κρατήσει εντός του ιδιωτικού του χώρου και να εκτεθεί τόσο σε δικούς της ανθρώπους όσο και σε άγνωστα πρόσωπα. Αυτό το συγκλονιστικό ψυχικό άδειασμα που βιώνει κατά τη διάρκεια της δίκης, την κάνει να αποδεχτεί την όποια απόφαση χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Τελικά είναι αθώα ή ένοχη; Ή αλήθεια βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο. Αυτό η σκηνοθέτης το αφήνει αναπάντητο, δίνοντας στους θεατές τη δυνατότητα να κρίνουν και να αποφασίσουν μετά τους τίτλους τέλους. 
Η "Ανατομία μιας Πτώσης" είναι ένα σκληρό κι ώριμο έργο, του οποίου η αμεσότητα αφήνει μια πικρή γεύση στο τέλος, καθώς μας φέρνει αντιμέτωπους με όλες τις καθημερινές στιγμές της ζωής μας όπου βρεθήκαμε στη θέση να κρίνουμε κάποιον ή να κριθούμε από άλλους. Πόσες απ' αυτές τις φορές κρίναμε βιαστικά κι επιπόλαια, μ' αποτέλεσμα να γίνουμε άδικοι σε πρόσωπα που δε φέραν καμία απολύτως ευθύνη κι επίσης πόσες φορές έχουμε αδικηθεί κι εμείς από άλλους με τον ίδιο τρόπο. Μα το κυριότερο, πόσες φορές αναγκάσαμε ανθρώπους να απαρνηθούν τον εαυτό τους και πόσες φορές τον έχουμε απαρνηθεί εμείς. Άραγε, πόσες φορές έχουμε σκοτώσει την αλήθεια; 
 

Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2023

Οπενχάιμερ (2023)

 



Εδώ κι έναν χρόνο γίναμε μάρτυρες ενός ακόμη μαρκετίστικου ανταγωνισμού από τον χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου. Από τη μία είχαμε την εμπορική τάση της "Barbie" της Γκρέτα Γκέργουιγκ κι από την άλλη την "ποιοτική" (όσο ποιοτική μπορεί να θεωρηθεί η αμερικανική βιομηχανία) με τη βιογραφική ταινία "Oppenhaimer" του Κρίστοφερ Νόλαν. Η διαρκής προώθηση των δυο παραπάνω ταινιών κράτησε για τα καλά, μ' αποτέλεσμα να συρρεύσει πλήθος κόσμου στις κινηματογραφικές αίθουσες και να οδηγήσει σε εισπρακτικούς θριάμβους και τις δυο ταινίες. Τελικά άξιζε η τόση διαφήμιση και προσμονή; Είναι πράγματι οι ταινίες της χρονιάς; Για την "Barbie" δεν μπορώ να εκφέρω άποψη, διότι δεν την έχω δει ακόμα, αλλά για τον "Oppenhaimer" η απάντησή μου είναι αρνητική, παρόλο που η ταινία μου άρεσε και μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον καθ' όλη τη μεγάλη της διάρκεια. 
Η ταινία "Oppenhaimer" του Κρίστοφερ Νόλαν βασίστηκε στο βιβλίο "Ο θρίαμβος και η τραγωδία του Ρόμπερτ Οπενχάιμερ (ο Προμηθέας της Αμερικής)", αλλά αυτό δεν την καθιστά μια ακόμη ταινία που προσπάθησε να μεταφέρει κάποιο βιβλίο στη μεγάλη οθόνη του κινηματογράφου. Για μια ακόμη φορά, ο σκηνοθέτης επιχείρησε να πρωτοτυπήσει παρουσιάζοντας μια καταιγιστική ανάλυση ενός σπουδαίου προσώπου που από προμηθέας και πιθανός σωτήρας της ανθρωπότητας μετατράπηκε στον μεγαλύτερο εφιάλτη ενός νέου κόσμου που ξεπήδησε μέσα από τις φλόγες της δοκιμής της πρώτης ατομικής βόμβας στην έρημο Λος Άλαμος και την ολέθρια ρίψη της σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945. 
Για να το πετύχει αυτό, ο Κρίστοφερ Νόλαν πάτησε σε δυνατούς διαλόγους και σε ένα ασταμάτητο μοντάζ, μέσω του οποίου μας πήγαινε μια στο παρόν και μια στο παρελθόν, δίνοντάς μας μ' αυτόν τον τρόπο στοιχεία για την προσωπική ζωή του διάσημου θεωρητικού φυσικού, τους πολιτικοκοινωνικούς του προβληματισμούς και τις σχέσεις του με τους στιγματισμένους κομμουνιστές της Αμερικής αλλά και τους ενδοιασμούς που σιγά σιγά αρχίζουν να κυριαρχούν εντός του, όταν συνειδητοποιεί πως η βόμβα που έχει κατασκευάσει δε θα φέρει την πολυπόθητη παγκόσμια ειρήνη αλλά ένα μέλλον ακόμη πιο δυσοίωνο κι εφιαλτικό. 




Ένα ακόμη στοιχείο που μου άρεσε στη συγκεκριμένη ταινία, είναι η μουσική της επένδυση, η οποία είναι παρούσα σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ταινίας πέρα από τη στιγμή της πρώτης δομικής της ατομικής βόμβας. Εκείνη τη στιγμή, ο σκηνοθέτης επιλέγει εύστοχα να της προσδώσει μια ανησυχητική σιωπή. Μια παύση σε κάθε ήχο, δίνοντας περισσότερη έμφαση στην προσμονή του καινούργιου κόσμου που αναγεννήθηκε εκείνη τη στιγμή. Μια νηνεμία πριν το νέο Big Bang, μέσα από το οποίο ξεπήδησε ένας νέος κόσμος φοβισμένος κι ανήσυχος, καθώς οι άνθρωποι αναγκάστηκαν βιαίως να ζουν από εκείνη τη στιγμή και πέρα έχοντας μονίμως μια πυρηνική κεφαλή να ταλαντεύεται απειλητικά πάνω από τα κεφάλια τους. Αυτή η παύση που επέλεξε ο Κρίστοφερ Νόλαν στη συγκεκριμένη στιγμή, ήταν πολύ πιο εκκωφαντική από τις εκρήξεις που θα ακολουθήσουν, διότι αυτή η παύση έδωσε χώρο στις ανάσες μας και στους παλμούς μας, οι οποίοι έχουν από ώρα συντονιστεί με τους γρήγορους ρυθμούς της ταινίας. Γι' αυτόν τον λόγο, τη συγκεκριμένη ταινία είναι προτιμότερο να τη δει κάποιος σε μια σκοτεινή αίθουσα παρά σε κάποιον θερινό όπου ο ήχος χάνεται μέσα στους θορύβους της πόλης και δε σ' αφήνει να γίνεις ένα με το έργο. Επίσης, μόνο μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα γίνεται έντονη η μεταπήδησή μας από το δέος και τον θαυμασμό στην ανατριχιαστική ανησυχία και στον φόβο του τι ακολούθησε έκτοτε μέχρι σήμερα, αλλά και του τι περιμένουμε από τώρα και στο εξής, ειδικά σε μια περίοδο που έχουν ξαναβγεί στην επιφάνεια τέρατα του παρελθόντος κι έχουν αυξηθεί οι αφορμές για νέους πολέμους. 
Ωστόσο, θεωρώ άτοπο τον συσχετισμό του Προμηθέα με τον Οπενχάιμερ. Ο Προμηθέας καταδικάστηκε από τους θεούς επειδή πρόσφερε τη φωτιά στους ανθρώπους. Αντιθέτως, ο Οπενχάιμερ άνοιξε το κουτί της Πανδώρας με την κατασκευή της ατομικής βόμβας και κατηγορήθηκε και κυνηγήθηκε κατά τη διάρκεια της πιο ντροπιαστικής περιόδου της σύγχρονης αμερικάνικης ιστορίας όπου κυριαρχούσε ο περιβόητος μακαρθισμός. Περισσότερο τον βλέπω ως ένα θύμα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας παρά ως έναν ήρωα που έδρασε για το καλό (άραγε ποιο καλό;) της χώρας του και της ανθρωπότητας γενικά. 
Μέσα από τη στάση του και τη δράση του φυσικά, απέδειξε πως η επιστήμη μπορεί να κάνει θαύματα και να οδηγήσει την ανθρωπότητα πολλά έτη μπροστά, αλλά μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί και στο ισχυρότερο όπλο του απόλυτου αφανισμού της. Ο Οπενχάιμερ συνειδητοποιεί τις λάθος επιλογές του κι ότι έπεσε κι ο ίδιος θύμα των επιδιώξεών του, όταν ανακοινώνει πανηγυρικά στο ακροατήριο της επιστημονικής κοινότητας τη ρίψη της βόμβας σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι. Κάθε του λόγος και μια πυρηνική σχάση. Κάθε του ματιά κι ένα υποψήφιο θύμα ενός νέου ολοκαυτώματος, άκρως πυρηνικού. Είναι όμως πια αργά. Ο ασκός του πυρηνικού Αιόλου έχει ανοίξει καθώς κι οι Σοβιετικοί έχουν αρχίσει την παρασκευή αντίστοιχων βομβών, ενώ με τη σειρά τους θα ακολουθήσουν κι άλλες χώρες.




Στην επίτευξη ενός ενδιαφέροντος πρωτότυπου βιογραφικού έργου, σημαντικό ρόλο έπαιξαν κι οι αξιόλογες ερμηνείες των ηθοποιών, με τις εντυπώσεις να κλέβει το πρωταγωνιστικό δίδυμο του Κίλιαν Μέρφι στον ρόλο του Οπενχάιμερ και του αντίζηλού του Λιούις Στρος, του προέδρου της αμερικανικής επιτροπής της ατομικής ενέργειας, τον οποίον υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορς. Όμως, από τους περισσότερους ηθοποιούς του καστ, προσωπικά ξεχώρισα τον εκπληκτικό Γκάρι Όλντμαν στον ρόλο του προέδρου Χάρι Τρούμαν, ο οποίος καταφέρνει μέσα σε μια ολιγόλεπτη ερμηνεία να κερδίσει τις εντυπώσεις με την προσβλητική του στάση απέναντι στον Οπενχάιμερ αλλά και την κυνική του ομολογία για το έγκλημα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι, αλλά και τον Τομ Κόντι στο ρόλο του Άλμπερτ Αϊνστάιν. Γι' αυτόν τον λόγο θεωρώ πως δυο από τις πιο δυνατές σκηνές της ταινίας είναι οι δυο συναντήσεις του Οπενχάιμερ με τον Αϊνστάιν, όπου συζητάνε για την αρχή μιας νέας εποχής άκρως εφιαλτικής, καθώς κι εκείνη με τον Χάρι Τρούμαν, όπου διαπιστώνουμε το πόσο ανησυχητικό είναι όταν αυτά τα όπλα πέφτουν στα χέρια επικίνδυνων ιμπεριαλιστών. 
Ένα ακόμη στοιχείο που μου τράβηξε το ενδιαφέρον είναι η αναφορά που γίνεται στο Manhattan Project, το μυστικό πρόγραμμα των Αμερικανών για την κατασκευή της ατομικής βόμβας, διότι μπορεί να γνωρίζουμε το "αποτέλεσμα" αυτών των ερευνών, αλλά ποτέ δεν αναρωτηθήκαμε για το παρασκήνιό τους, δηλαδή, την επιλογή των κατάλληλων επιστημόνων, τη δημιουργία μιας επιστημονικής κοινότητας στο κέντρο μιας αχανούς ερήμου και φυσικά το ανελέητο επιστημονικό ράλι των δύο τότε αντίπαλων στρατοπέδων, αλλά και το πως προσπαθούσαν να κρατήσουν τη Σοβιετική Ένωση έξω απ' αυτόν τον ανταγωνισμό. 
Πέρα όμως από το πρόγραμμα Manhattan, ένα άλλο ιστορικό γεγονός που μου τράβηξε την προσοχή, ήταν οι δίκες-παρωδία που στήνονταν την περίοδο της αντικομμουνιστικής υστερίας του μακαρθισμού. Στην περίπτωση του Οπενχάιμερ, η δίκη πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, διαπομπεύοντας τον επιστήμονα τόσο για τις πολιτικές του απόψεις όσο και για τις προσωπικές του επιλογές και κατηγορώντας τον ως φιλοσοβιετικό όταν αρνήθηκε να συνεργαστεί στην κατασκευή της βόμβας υδρογόνου. 
Στα παραπάνω θέματα και τους προβληματισμούς που προκαλούν, ο Κρίστοφερ Νόλαν διατηρεί μια ουδέτερη στάση, αφήνοντας τους θεατές να κρίνουν και να καταδικάσουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα που παρουσιάζονται μέσα από την ταινία. Παρόλα αυτά, τολμάει να δείξει πως το κυνήγι και το φακέλωμα των κομμουνιστών ξεκίνησε στις Η.Π.Α. από τη δεκαετία του '20. Την περίοδο εκείνη, καθετί προοδευτικό καταστελλόταν με πρόσχημα τον εσωτερικό κομμουνιστικό κίνδυνο και τους ύπουλους δάκτυλους της Σοβιετικής Ένωσης. Επίσης, ο Κρίστοφερ Νόλαν καταδικάζει τη μετέπειτα στάση των Η.Π.Α. που έφαγε τα παιδιά της κι όσους τις ευεργέτησαν, καθώς κι ο Οπενχάιμερ έπεσε θύμα εκείνης της τόσο σκοτεινής περιόδου. Δεν είναι τυχαίο που βάζει και τον Αλμπερτ Αϊνστάιν να ειρωνεύεται τη μετέπειτα ψεύτικη ευγνωμοσύνη της Αμερικής προς όσους τη βοήθησαν να βρεθεί στο στρατόπεδο των νικητών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως ο Κρίστοφερ Νόλαν δε μένει εκεί, θίγοντας με έξυπνο τρόπο τη μετέπειτα δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών μπλέκοντας το όνομα του Κένεντι. Όμως, παρόλο που ανοίγει πολλά αιχμηρά ζητήματα, ο δημιουργός αποφεύγει να πάρει θέση.  
Τελικό συμπέρασμα είναι πως το «Οπενχάιμερ» είναι ένα ανησυχητικό βιογραφικό θρίλερ μέσα από την πρωτότυπη ματιά ενός σκηνοθέτη που θέλει συνεχώς να πειραματίζεται με την οπτική και το χρόνο και τη συμβολή ενός αξιόλογου συνόλου ηθοποιών που καταφέρνουν να μεταβιβάσουν τους προβληματισμούς τους σε ένα απορροφημένο για τρεις ώρες κοινό. Βγαίνοντας από την αίθουσα θυμήθηκα τον προβληματισμό του Αυστριακού νευρολόγου Βίκτωρ Φρανκλ, ο οποίος είχε δηλώσει πως «μετά το Άουσβιτς ξέρουμε για τι είναι ικανός ο άνθρωπος. Μετά τη Χιροσίμα ξέρουμε τι διακυβεύεται».


Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

Κεφαλονιά, αναζητώντας το παλάτι του Οδυσσέα




Χρόνια τώρα δεχόμουν μια συνεχή πρόκληση-πρόσκληση να επισκεφθώ και να ανακαλύψω τις αδιαμφισβήτητες ομορφιές της Κεφαλονιάς. Από τη μια είχα τους Κεφαλλονίτες φίλους μου που συνεχώς με προέτρεπαν να τους ακολουθήσω στο νησί τους κι από την άλλη ήταν οι παράλληλοι βίοι που συνδέουν το νησί τους με τη Χίο. 
Έτσι κι αλλιώς έχουμε να κάνουμε με δύο μεγάλα νησιά με κυρίαρχο ορεινό όγκο κι έντονη ναυτική ιστορία, τα οποία παρόλο που βρίσκονται στο ίδιο ακριβώς γεωγραφικό μήκος, το ένα κοιτάει επίμονα προς τα ανατολικά και το άλλο προς τα δυτικά, λες και θέλουν απελπισμένα να αποδεσμευτούν από τον υπόλοιπο ελληνικό κορμό και να πλεύσουν ανέμελα κι ελεύθερα στα δυο ξεχωριστά τους πελάγη. Ένα ακόμη στοιχείο που συνδέει τα δυο συγκεκριμένα νησιά είναι η τρέλα που κουβαλούν τόσο οι Χιώτες όσο κι οι Κεφαλλονίτες. Τις μέρες που έμεινα εκεί δε συνάντησα κάποιον τρελό, αλλά μπορώ να ομολογήσω πως σκλαβώθηκα από την καλοσύνη, την ανεμελιά, τη φιλοξενία και φυσικά την πρόσχαρη διάθεση των κατοίκων του νησιού. 
Μετά από μια βδομάδα περιπλανήσεων σε υπέροχες παραλίες και σε ευλαβικά κρυμμένα μέρη, διαπίστωσα πως η Κεφαλονιά, όσο κι αν την έχει προικίσει η φύση με ομορφιές, άλλο τόσο την έχει καταραστεί, καθώς ο μεγάλος σεισμός που σημειώθηκε το 1953 δεν άφησε τίποτα όρθιο που να θυμίζει την παρελθοντική της αίγλη με τα μέγαρα, όπου επικρατούσε η καλαισθησία των ιταλικών αρχιτεκτονικών τάσεων. Λίγα προσεισμικά σπίτια έχουν απομείνει για να θυμίζουν μια μοναδική ομορφιά που δυστυχώς έσβησε για πάντα. Όμως, παρά τις μεγάλες καταστροφές που υπέστη το νησί, υπάρχουν αρκετά χωριά που εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν με την απαράμιλλη ομορφιά τους όπως το τουριστικοποιημένο Φισκάρδο, η γραφική Άσσος με το απόρθητο κάστρο της, η παλιά πρωτεύουσα του Αγίου Γεωργίου και φυσικά τα Παλιά Βλαχάτα. 
Η φυσική ομορφιά της Κεφαλονιάς με μάγεψε από την πρώτη στιγμή που την αντίκρυσα από το κατάστρωμα του πλοίου καθώς φτάναμε στο λιμάνι της Σάμης. Το εντυπωσιακό μπλε της θάλασσας με το σκούρο πράσινο των απότομων πλαγιών του νησιού, δημιουργούσαν ένα τοπίο εξωπραγματικό και καθόλου συνηθισμένο, μιας κι όλα αυτά τα χρόνια έχω εξοικειωθεί με την άγρια όψη του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου. Οδηγώντας προς την πρωτεύουσα του νησιού, εντυπωσιάστηκα με το φυσικό του τοπίο και κυρίως με το πλήθος των κυπαρισσιών που ξεπετάγονταν κάθε τόσο στις φορτωμένες πλαγιές του Αίνου. Φτάνοντας στη δυτική πλευρά του εθνικού δρυμού, μας αποκαλύφθηκε η αμφιθεατρική όψη του Αργοστολίου καθώς απλωνόταν στον κλειστό κόλπο του Κούταβου. 
Το Αργοστόλι είναι μια σχετικά νέα πόλη, η οποία μετατράπηκε το 1757 σε πρωτεύουσα του νησιού μιας κι εξυπηρετούσε τους κατοίκους του τόσο σε θέματα αμυντικά όσο κι εμπορικά. Αυτό είχες ως αποτέλεσμα να κατηφορίσουν οι κάτοικοι από την παλιά πρωτεύουσα που ήταν στο κάστρο του Αγίου Γεωργίου προς τον κόλπο του Κούταβου. Το Αργοστόλι απέκτησε μεγάλη οικονομική άνθηση κάτι που φαινόταν από τα μέγαρα αναγεννησιακού και μπαρόκ ύφους που χτίστηκαν στην πόλη, τα οποία ξεχώριζαν και για την ιταλική τους αρχιτεκτονική επιρροή. Δυστυχώς όλα ισοπεδώθηκαν από τον μεγάλο σεισμό, μ' αποτέλεσμα να τα θαυμάζουμε σήμερα μόνο σε παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Επίσης, η οικονομική αίγλη του Αργοστολίου φαίνεται και στο γεγονός πως ήταν η δεύτερη πόλη της Ελλάδος που ηλεκτροφωτίστηκε. 
Από την παλιά ομορφιά της πόλης, έχουν απομείνει δυο προσεισμικά κτίσματα με έντονο βενετσιάνικο ύφος στην αρχιτεκτονική τους, η γέφυρα Ντε Μποσέ μήκους ενός χιλιομέτρου που συνδέει το Αργοστόλι με την ανατολική πλευρά του κόλπου κι ο Φάρος των Αγίων Θεοδώρων που βρίσκεται δυτικά της πόλης πάνω σε ένα τεχνητό ακρωτήρι, ένα οικοδόμημα με είκοσι δωρικούς κίονες, το οποίο χτίστηκε το 1928 αλλά υπέστη σοβαρές ζημιές από τον μεγάλο σεισμό και ξαναχτίστηκε το 1964 από τον Κεφαλλονίτη αρχιτέκτονα Τάκη Παυλάτο. 
Ένα ακόμη στοιχείο που κάνει την πόλη του Αργοστολίου ξεχωριστή, είναι ένα μυστήριο της φύσης που συμβαίνει στο βόρειο τμήμα του ακρωτηρίου. Αναφέρομαι στις καταβόθρες του Αργοστολίου όπου η θάλασσα εισχωρεί στη στεριά και "χάνεται". Το φαινόμενο αυτό είχε τραβήξει την προσοχή αρκετών επιστημόνων. Το μυστήριο άρχισε να εξιχνιάζεται το 1963, όταν οι γεωλόγοι Βίκτορ Μάουριν (Viktor Maurin) και Γιόζεφ Τσέτλ (Josef Zötl) από το Πολυτεχνείο του Γκρατς, έριξαν 160 κιλά βαφής σε μία από τις καταβόθρες, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να βρεθούν δυο βδομάδες αργότερα, ίχνη χρώματος σε πηγές που βρίσκονται στην άλλη πλευρά του νησιού, 14 χλμ. μακριά από το Αργοστόλι, όπως επίσης και στο λιμνοσπήλαιο της Μελισσάνης.
Ακολουθώντας την πορεία των συγκεκριμένων χρωμάτων, ρεύσαμε κι εμείς προς τα ανατολικά για να θαυμάσουμε ένα φυσικό κόσμημα της Κεφαλονιάς, το μοναδικό λιμνοσπήλαιο της Μελισσάνης. Επιλέξαμε να επισκεφθούμε το συγκεκριμένο αξιοθέατο τη θερμότερη μέρα του καλοκαιριού, ξέροντας πως στα έγκατα της γης επικρατεί μια πολυπόθητη δροσιά. Η ουρά ήταν μεγάλη και καθ' όλη τη διάρκεια είχα από πίσω μου έναν από τους περιβόητους πολιτικούς του καθεστώτος, ο οποίος σιχτίριζε τόσο για τη ζέστη όσο και για την έλλειψη σκιάς, φτάνοντας στο σημείο να παραπονεθεί στα εκδοτήρια εισιτηρίων απαιτώντας να του φέρουν παγωμένο νερό. Κάθε τόσο γυρνούσα και παρατηρούσα το θυμωμένο του ύφος κι εξοργιζόμουν, καθώς θυμόμουν πως λίγες βδομάδες νωρίτερα, όταν ένας δημοσιογράφος τον είχε ρωτήσει για την έλλειψη ασθενοφόρων στα νησιά, εκείνος με θράσος απαντούσε με το ποσοστό της νίκης του κόμματός του με "41 %"... 
Ας επιστρέψουμε όμως στις ομορφιές του νησιού και συγκεκριμένα στο μοναδικό λιμνοσπήλαιο της Μελισσάνης, το οποίο εντυπωσιάζει από την καθοδική του είσοδο, καθώς αχνοφαίνονται στο βάθος τα υπέροχα τυρκουάζ νερά του. Φτάνοντας στο σημείο επιβίβασης στις βάρκες, ήρθα αντιμέτωπος με ένα απόκοσμο τοπίο τριάντα μέτρα κάτω από μια πελώρια τρύπα, η οποία αφήνει τις ακτίνες του ήλιου να παίξουν με τα πανέμορφα νερά του σπηλαίου. Η ξενάγηση γίνεται τόσο στο ανοιχτό όσο και στο κλειστό κομμάτι του σπηλαίου όπου συναντήσαμε σταλακτίτες ηλικίας 20.000 χρόνων. Εντός του κλειστού σπηλαίου έχει προσαράξει ένα μικρό νησάκι, πάνω στο οποίο εντοπίστηκαν ευρήματα που απεικονίζουν τον θεό Πάνα και τις Νύμφες. Μία απ' αυτές τις νύμφες έπεσε και πνίγηκε στα νερά του σπηλαίου, διότι ο θεός δεν την ήθελε, χαρίζοντας το όνομά της στο συγκεκριμένο αξιοθέατο. Μία άλλη εκδοχή του μύθου λέει ότι η Μελισσάνη ήταν βοσκοπούλα που έπεσε στη λίμνη ψάχνοντας για ένα χαμένο πρόβατο.
Το λιμνοσπήλαιο της Μελισσάνης ανακαλύφθηκε το 1951 από τον Ιωάννη Πετρόχειλο και τη σύζυγό του, οι οποίοι είχαν επισκεφθεί το νησί γι' αυτόν τον σκοπό. Βρίσκοντας ένα άνοιγμα μέσα στο πυκνό δάσος της Σάμης, κατέβηκαν με ειδικά σκοινιά για να αντικρίσουν αυτό το θαύμα της φύσης που ήταν κρυμμένο για αιώνες. Στην πρώτη τους εξερεύνηση βρήκαν μία αρχαία λυχνία λαδιού στη νησίδα του σπηλαίου, ενώ αρκετά χρόνια αργότερα, συγκεκριμένα το 1962, ο αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος ανακάλυψε έναν θησαυρό από χειροτεχνήματα τα οποία χρονολογούνται από τον 4ο και τον 3ο αιώνα π.Χ. Ανάμεσά τους ήταν μία πήλινη φιγούρα του Θεού Πάνα και πήλινα πιάτα που απεικονίζουν τη νύμφη Μελισσάνη να χορεύει. Ξεκάθαρα σημάδια πως κάποτε το σπήλαιο κατοικούνταν και ήταν τόπος λατρείας. Ωστόσο, η σημερινή όψη του σπηλαίου οφείλεται στον μεγάλο σεισμό του 1953, καθώς κατέρρευσε ένα μεγάλο κομμάτι της οροφής του. Δέκα χρόνια μετά, ανοίχτηκε το τούνελ από το οποίο κατηφορίσαμε στην επιφάνεια των υπέροχων τυρκουάζ νερών. Το βάθος του λιμνοσπηλαίου φτάνει στα 37 μέτρα με το βαθύτερο σημείο να βρίσκεται εκεί που αναβλύζουν τα νερά ερχόμενα από τις Καταβόθρες του Αργοστολίου. 
Κοντά στο σπήλαιο της Μελισσάνης βρίσκεται και το σπήλαιο Δρογκαράτη, το οποίο είναι εξίσου ενδιαφέρον. Η είσοδός του βρίσκεται σε υψόμετρο 120 μέτρων και το βάθος του φθάνει τα 95 μέτρα, ενώ η θερμοκρασία του είναι 18οC και θεωρείται ως ένα από τα καταλληλότερα σπήλαια στην Ελλάδα για σπηλαιοθεραπεία, αρκεί να προσέχει όποιος περιπλανιέται στο εσωτερικό του, καθώς πολλά σημεία γλιστράνε επικίνδυνα. Η κύρια αίθουσα του σπηλαίου είναι μεγάλων διαστάσεων (65μ. x 45μ. και με ύψος 20μ. περίπου) και διαθέτει εξαίρετη ακουστική. Για τοn λόγο αυτόν, έχουν πραγματοποιηθεί διάφορες συναυλίες, όπως της Μαρίας Φαραντούρη και της υψίφωνου Βασιλικής Καράγιαννη.
Κι αφού μαγευτήκαμε με την υπόγεια Κεφαλονιά, αναρριχηθήκαμε ξανά στην επιφάνεια κι ανηφορίσαμε προς τον βορρά για να συναντήσουμε τα εναπομείναντα χωριά που δεν καταστράφηκαν ολοσχερώς από τον μεγάλο σεισμό. 
Το Φισκάρδο βρίσκεται στο βορειότερο σημείο του νησιού ακριβώς απέναντι από την Ιθάκη. Το γραφικό του λιμάνι είναι συνεχώς γεμάτο με σκάφη και ιστιοπλοϊκά, ενώ κάθε τόσο τα ferry πηγαινοφέρνουν κόσμο από το αντικρινό νησί. Το Φισκάρδο πήρε το όνομά του από τον Νορμανδό Σταυροφόρο Ροβέρτο Γυισκάρδο που το κατέλαβε το 1085 και έκτοτε αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα. Οι Βενετοί, κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας τους στο νησί, έχτισαν πανέμορφα κτήρια στον συγκεκριμένο μικρό κόλπο, τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. 
Το χωριό εντυπωσιάζει με τα πολύχρωμα διώροφα σπίτια που απλώνονται κατά μήκος του μικρού γραφικού λιμανιού και με τις θεόρατες βουκαμβίλιες που σκεπάζουν τα στενά του σοκάκια. Τα περισσότερα από τα σπίτια του χωριού χτίστηκαν κατά τον 18ο αιώνα και διατηρούν μέχρι σήμερα τον αρχιτεκτονικό τους χαρακτήρα. Ένα απ' αυτά είναι και το πατρικό του πολυαγαπημένου ποιητή Νίκου Καββαδία. 
Αξίζει όμως και μια επίσκεψη στους δυο φάρους που είναι χτισμένοι στην άκρη του χωριού. Ο ένας είναι ο παλιός βενετσιάνικος φάρος του 16ου αιώνα κι ο άλλος είναι ο "αντικαταστάτης" του, που χτίστηκε λίγα μέτρα πιο πέρα το 1892 κι έχει ύψος 14 μέτρα. Από εκείνο το σημείο συνεχίζει ένα μονοπάτι που οδηγεί σε μια παλαιοχριστιανική βασιλική, έναν τρίκλιτο ναό του 6ου αιώνα, ο οποίος πιθανότατα χτίστηκε πάνω σε κάποιον αρχαίο ναό που ήταν αφιερωμένος στον θεό Απόλλωνα. 
Φεύγοντας από το Φισκάρδο για να πάμε στην Άσσο, κάναμε μια μικρή στάση στον οικισμό Αντιπάτα, όπου μας κέντρισε την προσοχή μια εγκαταλειμμένη εκκλησία, βαθιά πληγωμένη από τον σεισμό. Στην Άσσο φτάσαμε το απόγευμα, έχοντας πρώτα απολαύσει το μπάνιο μας στα υπέροχα νερά της παραλίας Δαφνούδι (κοντά στο Φισκάρδο αξίζουν οι παραλίες Κιμηλιά κι Έμπλυση, τις οποίες άφησα για την επόμενη επίσκεψή μου στο νησί). 
Η Άσσος είναι ένα ακόμη πανέμορφο γραφικό χωριό, το οποίο απλώνεται πάνω σε μια στενή λωρίδα 50 μέτρων, η οποία συνδέει το νησί με μια μεγάλη χερσόνησο, πάνω στην οποία δεσπόζει ένα απόρθητο κάστρο. Αφού απολαύσαμε τον απογευματινό μας καφέ στην κλειστή παραλία του χωριού και θαυμάσαμε τα μισογκρεμισμένα αρχοντικά του που εξακολουθούν να διατηρούν την αίγλη του παρελθόντος, ανηφορίσαμε προς το επιβλητικό κάστρο του 16ου αιώνα, το οποίο χτίστηκε από τους Βενετσιάνους για να προστατεύει το νησί από επιδρομές πειρατών κι άλλων ναυτικών δυνάμεων της Μεσογείου. Εντός του κάστρου βρίσκεται η ερειπωμένη καθολική εκκλησία του Αγίου Μάρκου, τα εντυπωσιακά ερείπια της Οικίας του Ύπατου Αρμοστή της Γαληνότατης Δημοκρατίας, μία ορθόδοξη μικρή εκκλησία, αφιερωμένη στον Προφήτη Ηλία, η οποία χτίστηκε πάνω στα συντρίμμια ενός παλαιότερου ναού καθώς και το φρούριο, το οποίο αποτελεί θαυμάσιo δείγμα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής στην Κεφαλονιά. Από εκείνο το σημείο θαύμασα ένα από τα ομορφότερα ηλιοβασιλέματα, παρακολουθώντας την αργή βουτιά του ήλιου στον απέραντο ορίζοντα της Μεσογείου.
Πολύ όμορφη αίσθηση μου άφησε και το χωριό Δαμουλιανάτα, το οποίο πέρα από τα όμορφά του σπίτια και τις φορτωμένες με λουλούδια αυλές τους, έχει και καλοσυνάτους ανθρώπους. Στο συγκεκριμένο χωριό απόλαυσα υπέροχα τοπικά εδέσματα στο ανεπανάληπτο εστιατόριο "Λαδόκολλα στην Πλαγιά", όπου μας κέρασαν καθώς είχαν θέμα με το POS. Επίσης, πέρα από το κέρασμα, μας φίλεψαν δικό τους κρασί. Όσος καιρός κι αν περάσει δεν πρόκειται να ξεχάσω το ειλικρινές τους χαμόγελο και τον καλόβολο χαβαλέ που κάναμε όσην ώρα προσπαθούσαμε να επιλύσουμε το θέμα που είχε προκύψει. Ένας ακόμη λόγος που με έκανε να λατρέψω το συγκεκριμένο ταβερνάκι ήταν ότι απολαύσαμε τα εκλεκτά τους εδέσματα ακούγοντας Pink Floyd κι έχοντας θέα το απέραντο γαλάζιο του δυτικού Ιονίου. Κοντά στα Δαμουλιανάτα βρίσκεται και το χωριό Καμιναράτα, το οποίο θεωρείται το "μπαλκόνι" της Κεφαλονιάς, καθώς από εκεί μπορεί κανείς να θαυμάσει το Ληξούρι μαζί με το Αργοστόλι και τον εθνικό δρυμό του Αίνου. Τέλος, αξίζει μια επίσκεψη και στο Κάστρο του Αγίου Γεωργίου, το παλιό διοικητικό κέντρο του νησιού, όπου από τις πολεμίστρες του μπορεί κανείς να αυγναντεύσει όλη τη νότια και νοτιοδυτική ακτογραμμή του νησιού. 
Από τους εγκαταλειμμένους οικισμούς του νησιού, αξίζει μια επίσκεψη στα Παλιά Βλαχατά, όπου ο χρόνος σταμάτησε το καλοκαίρι του 1953, όπου σημειώθηκε ο μεγάλος σεισμός των 7,2 της κλίμακας Ρίχτερ, μ' αποτέλεσμα το πανέμορφο χωριό με τον πλούσιο ελαιώνα του, να ισοπεδωθεί και  να εγκαταλειφθεί. Όμως έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα αρκετά από τα μισογκρεμισμένα σπίτια του με τα δαιδαλώδη σοκάκια και τις παλιές τους στέρνες που εξακολουθούν να αναβλύζουν δροσερό νερό. Ένα από τα πιο καλοδιατηρημένα του κτίρια που δεν καταφέραμε να βρούμε, είναι η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η οποία χτίστηκε το 1871  και φέρει στο εσωτερικό της πανέμορφες αγιογραφίες. Πέρα από τα επίμονα στη φθορά του χρόνου απομεινάρια των παλιών κατοικιών, μεγάλη εντύπωση μου έκαναν οι υφασμάτινες κορδέλες που ήταν δεμένες στα κλαδιά μιας γέρικης ελιάς, δημιουργώντας μια πολύχρωμη πινελιά στη σκιά του δέντρου κι αφήνοντας μια αίσθηση πως η ανθρώπινη παρουσία εξακολουθεί να υπάρχει ζωντανή ανάμεσα στα παλιά ερείπια. Εξάλλου, κάθε καλοκαίρι πραγματοποιείται στα Παλιά Βλαχάτα το τριήμερο δημοφιλές φεστιβάλ "ΣΑΡΙΣΤΡΑ" με μουσική, τέχνη, κινηματογράφο και πολλές παράλληλες δράσεις.
Οδεύοντας προς το τέλος της ανάρτησης, θα ήθελα να τονίσω πως η Κεφαλονιά φημίζεται για δυο λόγους, για το καλό της φαγητό και φυσικά για τις υπέροχες παραλίες της. Με αυτά τα δύο θα κλείσω την ανάρτησή μου για το πανέμορφο νησί του Ιονίου. 
Όποιος βρεθεί στην Κεφαλονιά οφείλει να επισκεφθεί οπωσδήποτε δυο γαστρονομικούς προορισμούς. Ο ένας είναι η "Λαδόκολλα στην πλαγιά" που βρίσκεται στο χωριό Δαμουλιανάτα κι ο ανεπανάληπτος "Χερσώνας", του οποίου η παραδοσιακή ταβέρνα βρίσκεται στους πρόποδες του φρουρίου του Αγίου Γεωργίου. Η εμπειρία μου στα δυο συγκεκριμένα μέρη μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας ανεπανάληπτος γαστρονομικός οργασμός. Αξίζει όμως να ανηφορίσετε προς το χωριό Πατρικάτα για να απολαύσετε τα εδέσματα της ταβέρνας "το Καπηλειό", έχοντας φόντο τις ακτές της Λευκάδας. Όμως και στο Αργοστόλι θα βρείτε σημεία για καλό φαγητό. Συστήνω ανεπιφύλακτα την "Παλιά Πλάκα" όπου εκεί θα γευτείτε τη θεσπέσια μπακαλιαρόπιτά τους μαζί με τα υπόλοιπα γευστικότατα πιάτα τους και το "Πατρικό" στο οποίο προσφέρουν ακόμη και χιώτικο ούζο (παρόλο που δοκίμασα το τοπικό τους ούζο, το οποίο μπορώ να πω πως βρήκα συμπαθητικό). Επίσης, για τους λάτρεις του πιτόγυρου αξίζει μια επίσκεψη στον Παύλο που βρίσκεται στον σταθμό των ΚΤΕΛ. Αξίζει όμως οπωσδήποτε να τιμήσετε και τον φούρνο του Σέσουλα που βρίσκεται στο λιθόστρωτο του Αργοστολίου και να απολαύσετε τα γευστικότατα ζαχαρόψωμα του, που περιέχουν γλυκάνισο, τα οποία τα λάτρεψα! 
Όσο για τις παραλίες, θα κρατήσω κρυφές όσες μου εμπιστεύτηκαν οι φίλοι μου από το νησί και θα αναφερθώ μόνο στις ήδη γνωστές που μ' ενθουσίασαν. Ο Χοργοτάς είναι μια από τις παραλίες που ερωτεύτηκα τόσο για τα υπέροχα νερά της όσο και για την ηρεμία του τοπίου. Μάλιστα, στη συγκεκριμένη παραλία γυρίστηκαν κάποιες σκηνές από την ταινία "Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι". Υπέροχη παραλία ήταν και το Βούτι με τα τυρκουάζ νερά του όπως κι η Αντίσαμος, παρόλο που είναι κατειλημμένη από ξαπλώστρες και μπαράκια. Όμως, η παραλία η οποία τιμάει με το παραπάνω τη διεθνή της φήμη, είναι ο Μύρτος με τα γαλακτώδη του νερά και το υπέροχο ηλιοβασίλεμα. 
Με τα απόκοσμα χρώματα του Μύρτου αποχαιρέτησα την Κεφαλονιά, δίνοντας μια υπόσχεση πως θα την επισκεφθώ ξανά για να ανακαλύψω τις υπόλοιπες παραλίες της και φυσικά να τη συνδυάσω με την Ιθάκη. 
Αναχωρώντας από τον Πόρο για Κυλλήνη κι έχοντας απέναντί μου τα θεόρατα καταπράσινα βουνά του νησιού και την ίδια μπλε θάλασσα με την οποία με είχε υποδεχτεί στη Σάμη, μου ήρθαν στο νου οι παρακάτω στίχοι του "Ύμνου στην Κεφαλονιά" του Κώστα Ευαγγελάτου. Με αυτούς τους στίχους, αποχαιρέτησα αυτό το τόσο όμορφο, ήρεμο κι ανέμελο νησί του Ιονίου.

Χαίρε φως του Ιουνίου και του Διαφωτισμού… 
Χαίρε νύχτα της αβύσσου μεσ’ το χάσμα του γκρεμού. 
Χαίρε σμαραγδί λιμάνι αποδήμων φυλαχτό… 
Ταξιδεύεις και φωτίζεις τα θολόπλευστα στενά μεσ’ του «είναι» το μεδούλι λατρευτή Κεφαλονιά!

Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

Μια ηλιόλουστη χειμερινή συνάντηση με τον Γιώργο Μιχαήλοβιτς

 


Κατηφορίσαμε προς το φαράγγι Τάρας και διασχίσαμε την εντυπωσιακή γέφυρα προσπαθώντας να αποβάλλουμε απ’ το μυαλό μας τη σκέψη πως από κάτω μας το ποτάμι κυλούσε σε βάθος χιλίων τριακοσίων μέτρων. Η φύση γύρω μας οργίαζε, σαν να μην είχε περάσει ποτέ άνθρωπος απ’ αυτά τα άγριας ομορφιάς θεόρατα βουνά. Αυτά εδώ τα μέρη ήταν η πατρίδα των παππούδων ενός γλυκού ανθρώπου που είχα γνωρίσει εκείνη τη χρονιά σε μια από τις επισκέψεις μου στη Θεσσαλονίκη. 
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν θα ξεχάσω εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό που συνάντησα την ανθρωπιά στην όψη ενός γέροντα, που μια ζωή περιφερόταν ανάμεσα σε κυπαρίσσια και στρατιωτικά μνήματα. Μέχρι τότε πίστευα πως η γνήσια ανθρωπιά κρύβεται σε κάποιο έρημο περιγιάλι ή σε κάποιο απόμακρο χωριό. Είχα την εντύπωση πως φώλιαζε στις καρδιές ταπεινών ανθρώπων της θάλασσας, του κάμπου και των βουνών. Ανθρώπων που σπάνια συναντάει κανείς στην καρδιά μιας μεγάλης πόλης. Πόσο μάλλον σε έναν άνθρωπο που σ’ όλη του τη ζωή είναι κλεισμένος μέσα σε ένα νεκροταφείο. 
Έφερα στο μυαλό μου το πρωινό εκείνης της ηλιόλουστης Δευτέρας του Γενάρη που στάθηκα έξω από τη σιδερένια είσοδο του συμμαχικού νεκροταφείου Ζέιτενλικ, έχοντας πίσω μου τη λεωφόρο Λαγκαδά πηγμένη στην κίνηση. Μπροστά μου μία σιδερένια πόρτα χώριζε δυο τελείως αντιφατικούς τόπους. Από τη μια τα κορναρίσματα και το καυσαέριο κάτω από έναν απίστευτα ζεστό για κείνες τις μέρες ήλιο κι από την άλλη ένα δάσος όπου κυριαρχούσε η νεκρική σιωπή. Έσπρωξα την πόρτα να ανοίξει αλλά, απ’ ό,τι φάνηκε, κάπου είχε σκαλώσει. Έκανα δύο βήματα πίσω, προσπαθώντας να διακρίνω που είχε μαγκώσει ή έστω να βρω κάποιον τρόπο για να την ξεκλειδώσω. Όσο κι αν την παρατήρησα, δεν μπόρεσα τελικά να βγάλω άκρη. 
Έριξα μια τελευταία ματιά στην επιγραφή της πόρτας που έγραφε κάτι στα σέρβικα ενώ στο βάθος εξακολουθούσε να με καλεί κοντά του ο ναΐσκος του κοιμητηρίου με το υπέροχο ψηφιδωτό του Αϊ-Γιώργη πάνω από τη μεγάλη του πύλη. 
Πεισμωμένος για τον σκοπό της επίσκεψής μου στο συμμαχικό νεκροταφείο, στερέωσα το κεφάλι μου πάνω στα κάγκελα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια αναζήτησης του τελευταίου Σέρβου στρατιώτη που υπηρετεί ακόμη στην Ελλάδα. Όμως το τοπίο έδειχνε απελπιστικά έρημο. Αποτραβήχτηκα και κίνησα προς την Εγνατία, απογοητευμένος που δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον Γιώργο Μιχαήλοβιτς. 
Για καλή μου τύχη, λίγα μέτρα πιο πέρα από την κεντρική πύλη, διέκρινα ένα μικρό πέρασμα που οδηγούσε σε μια άλλη είσοδο του κοιμητηρίου. Κατηφόρισα προς τα εκεί με μια λάμψη στο πρόσωπό μου καθώς ένιωθα πως μου δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία. Διέσχισα ένα μονοπάτι που περνούσε πρώτα από τον τομέα των Ιταλών και στη συνέχεια των Γάλλων που σκοτώθηκαν μαχόμενοι στον τόπο μας κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Ένα επιβλητικό μνημείο ανάμεσα στους τάφους ανέφερε πως οι Γάλλοι στρατιώτες έπεσαν για την πατρίδα. 
«Είναι τα Βαλκάνια πατρίδα των Γάλλων;» αναρωτήθηκα καθώς έστριβα προς το σερβικό νεκροταφείο. 
Περπατούσα σιωπηλός διαβάζοντας φευγαλέα όσα ονόματα ήταν γραμμένα στην πρώτη συστοιχία μέχρι που έφτασα στο αίθριο και κοντοστάθηκα κάτω από τη σκιά του ναΐσκου, που από κοντά έδειχνε ακόμη μεγαλύτερος. Σε μια άκρη του ξέφωτου, μία μικρή βρύση έδινε ρυθμό στη νεκρική στασιμότητα του τόπου, στάζοντας ρυθμικά στη μικρή λιμνούλα που είχε σχηματιστεί από κάτω της. Σκέφτηκα να κάτσω δίπλα της, περιμένοντας να βρεθεί κάποιος στην ανάγκη της. Πηγαίνοντας όμως κοντά της, άκουσα ανεπαίσθητα τον απαλό θόρυβο που κάνει η τσάπα όταν χώνεται σε μαλακό χώμα κι αμέσως κίνησα προς τα κει, ελπίζοντας πως η διαίσθησή μου αυτή τη φορά θα ήταν αλάνθαστη. 
Όταν τον διέκρινα στη σκιά των ψηλών κυπαρισσιών να καθαρίζει τον χώρο μεταξύ των μνημάτων πλημμύρισα από χαρά. Αμέσως αντιλήφθηκε τη παρουσία μου και σήκωσε το κεφάλι του για να με κοιτάξει καλύτερα, παρόλο που ήταν σκυμμένος κι απορροφημένος στο καθαρισμό από ξερόχορτα και πεσμένα κλαδιά. Με ένα χαμόγελο ανταποκρίθηκα στη ματιά του. Φτάνοντας κοντά του, παρατήρησα πως είχε την ίδια ευγενική φυσιογνωμία που είχα πρωταντικρίσει στην τηλεόραση. 
«Καλημέρα σας», του είπα φανερώνοντας απλόχερα τη χαρά μου που τον συναντούσα από κοντά. 
«Καλημέρα και σε σένα», μου ανταποκρίθηκε γεμάτος απορία καθώς προσπαθούσε να στηριχτεί στη τσάπα του. 
«Για σας ήρθα». 
«Το ξέρω», μου απάντησε με σιγουριά κι έκατσε σε ένα πεζούλι που βρήκε μπροστά του. «Από την τηλεόραση με έμαθες, σωστά;» 
«Σωστά», του απάντησα σχεδόν ψιθυριστά. 
«Τόσα χρόνια δεν με ήξερε κανείς, αλλά από τότε που μ’ έδειξε η τηλεόραση δέχομαι καθημερινά επισκέψεις». 
Μια θλίψη ξεπετάχτηκε από μέσα μου καθώς άκουγα το παράπονό του. Χωρίς να το σκεφτώ, γονάτισα μπροστά του και τον κοίταξα ευθέως στα μάτια. Αν κι ενενήντα χρονών, είχε το βλέμμα ενός μικρού παιδιού. Στο κεφάλι του εξακολουθούσε να φοράει το στρατιωτικό δίκοχο καπέλο, ενώ στο μανίκι του χακί μπουφάν του δέσποζε το εθνόσημο της Σερβίας. Το βλέμμα μου έπεσε στα χέρια του, που το ένα είχε ακουμπήσει απαλά στο πόδι και το άλλο κρατούσε την τσάπα. Δυο πρόχειροι επίδεσμοι προστάτευαν τις παλάμες του από το σκάψιμο. Όταν ξανασήκωσα το βλέμμα μου τον είδα να με κοιτάει με ζεστασιά. Του χαμογέλασα από αμηχανία καθώς δεν ήξερα από πού να ξεκινήσω τις ερωτήσεις που είχα συγκεντρώσει για τη συνάντησή μας. 
«Σας λείπει η πατρίδα;» 
«Εδώ γεννήθηκα, νεαρέ μου, παρόλο που πατρίδα μου είναι το Μαυροβούνι. Είμαι Σέρβος του Μαυροβουνίου. Μην κοιτάς που γίνανε άλλο κράτος. Σέρβοι ορθόδοξοι είμαστε κι εμείς». 
«Και πώς βρεθήκατε εδώ;» 
«Ο παππούς μου πολέμησε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και θάφτηκε εδώ. Έπειτα ο πατέρας μου έγινε φύλακας του νεκροταφείου. Εδώ θάφτηκε κι εκείνος. Κι έμεινα εγώ να συνεχίζω το χρέος αυτό μέχρι σήμερα». 
«Κι από πού αντλείτε τόση δύναμη να υπηρετείτε μέχρι σήμερα αυτό το χρέος;» συνέχισα να τον ρωτάω κάπως κοφτά κι απότομα, δίνοντας χρόνο στο να νιώσω άνετα μαζί του. 
«Πρώτα απ’ όλα τιμάω τους νεκρούς μας. Εκείνη την εποχή πολέμησαν όλοι οι Σέρβοι. Γι’ αυτόν τον λόγο είχαν και τους περισσότερους νεκρούς από κάθε άλλη χώρα. Αυτά εδώ τα μνήματα ανήκουν σε παιδιά που ήταν δεκαπέντε χρονών μέχρι ανθρώπους που είχαν φτάσει στα εξήντα πέντε», μου είπε κι άπλωσε τα χέρια του θέλοντας να αγκαλιάσει όλο το νεκροταφείο με μια τρυφερότητα σαν να ήταν δικά του παιδιά όλοι οι θαμμένοι. «Έπειτα είναι η μνήμη. Έχω χρέος να κρατήσω αυτή τη μνήμη ζωντανή. Και γιατί πρέπει να την κρατήσω ζωντανή; Για να βροντοφωνάζω σ’ αυτούς τους μεγάλους πως ο πόλεμος είναι μεγάλη καταστροφή κι αυτό που αφήνει πίσω του είναι όλοι αυτοί εδώ οι τάφοι». 
Με μια απαλή κίνηση προσπάθησε να δώσει μια ώθηση στο κορμί του να σηκωθεί. Τα πόδια του όμως έτρεμαν και από το βλέμμα του ξεχείλισε απογοήτευση. Με κοίταξε πάλι παραπονεμένα και μου ζήτησε ευγενικά να τον βοηθήσω. Συνεχίσαμε την κουβέντα μας περπατώντας ανάμεσα στα μνήματα. Μου διάβαζε διάφορα ονόματα εξηγώντας μου πως η κάθε κατάληξη μαρτυρούσε την καταγωγή του κάθε νεκρού. 
«Αυτός είναι Σέρβος» μου είπε δείχνοντάς μου με την τσάπα ένα μνήμα. «Κι αυτός Μαυροβούνιος. Βλέπεις που διαφέρουν τα ονόματά τους;» 
«Έχετε δίκιο», του είπα σκύβοντας να τα διαβάσω. 
«Α να! Κι αυτός εδώ είναι από τη Βοϊβοντίνα. Εκείνων τα ονόματα είναι τελείως διαφορετικά». 
«Σωστά», του απάντησα ψιθυριστά για να μη διακόψω τον οίστρο του. 
«Έχουμε και Βόσνιους εδώ πολλούς». 
«Κροάτες;» επενέβη προβοκατόρικα για να δω την αντίδρασή του. 
«Οι Κροάτες δεν είναι Σλάβοι», μου απάντησε απότομα και τα μάτια του αμέσως γυάλισαν. «Οι Κροάτες πάντα ανήκαν αλλού. Είναι και καθολικοί». 
«Όπως οι Σλοβένοι;» 
«Αυτοί δεν μιλάνε καν σλάβικα». 
Με τη συζήτηση είχαμε φτάσει στα όρια του σερβικού κοιμητηρίου χωρίς να το καταλάβουμε. Από κει και πέρα ξεκινούσαν τα μνήματα των Γάλλων πεσόντων. 
«Η διαφορά του δικού μας νεκροταφείου με των Γάλλων ήταν πως οι δικοί μας νεκροί ήταν μόνο Σέρβοι ενώ των Γάλλων ήταν μισθοφόροι. Βλέπεις τις μικρές λεπτομέρειες που υπάρχουν σε ορισμένους σταυρούς;» 
Έκανα μερικά βήματα μπροστά κι αναζήτησα τα σημάδια που ανέφερε, διακρίνοντας αμέσως στα μπροστινά μνήματα διάφορα περίεργα σύμβολα. 
«Έχετε δίκιο. Τι είναι αυτά τα σύμβολα;» 
«Όσα έχουν το “S” ανήκουν σε Σενεγαλέζους κι όσα έχουν την ημισέληνο σε Αλγερινούς. Υπάρχει κι ένα άλλο σύμβολο γ’ αυτούς που προέρχονταν από την Ινδοκίνα. Άνθρωποι που δεν πολέμησαν για τη δική τους πατρίδα και τα δικά τους ιδανικά, αλλά πολέμησαν για κάποιους άλλους και μάλιστα σε ξένο έδαφος. Αυτή είναι η τρέλα του συγκεκριμένου πολέμου αλλά και του κάθε πολέμου». 
Κάναμε μεταβολή κι επιστρέψαμε προς τον ναΐσκο του σερβικού κοιμητηρίου. Μέσα σε ένα δάσος μνημάτων και κυπαρισσιών, δυο τελείως διαφορετικές γενιές προσπαθούσαν να καλύψουν το μεταξύ τους χάσμα. Σε κάθε μας βήμα αισθανόμουν πως αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο μια συγκινητική οικειότητα με τον Γιώργο Μιχαήλοβιτς. 
«Όλα αυτά τα χρόνια, εγκλωβισμένος σ’ αυτή τη μοναχική δουλειά, μου άρεσε πολύ να μελετάω την ιστορία. Όμως, νεαρέ μου, όλα αυτά τα βιβλία που πέρασαν από τα χέρια μου δεν θα ξεπεράσουν ποτέ το δώρο που μου πρόσφερε τούτο εδώ το πόστο». 
«Τι δώρο;» τον ρώτησα ξαφνιασμένος. 
«Όπως καταλαβαίνεις, όλοι αυτοί που θάφτηκαν εδώ άφησαν απογόνους που έρχονταν συχνά στο νεκροταφείο. Τώρα έρχονται αραιά και πού μερικά δισέγγονα. Όμως παλιότερα έρχονταν εγγόνια, γιοι, αδέλφια και τον πρώτο καιρό είχα την τιμή να συναντήσω κι αρκετούς φίλους των νεκρών, οι οποίοι είχαν πολεμήσει μαζί στο μέτωπο. Ο καθένας κουβαλούσε τη δική του ιστορία κι εγώ τότε είχα πολλή όρεξη να τις ακούω και μεγάλη διάθεση να τις καταγράφω. Πίστεψέ με, όλες τους ήταν συγκλονιστικές, αλλά δυστυχώς για καμιά δεν υπήρξε λίγος χώρος στις σελίδες της επίσημης Ιστορίας κι έτσι με τον χρόνο χάθηκαν στη λήθη. Σαν να τις πήρε ο αέρας και να τις σκόρπισε…» είπε κι η φωνή του έσβηνε καθώς με μια απαλή κίνηση προσπάθησε να αρπάξει κάτι άυλο στον αέρα. «Όμως είναι και κάτι άλλο που με πονάει πιο πολύ σήμερα. Όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο ξεχνιέται η ιστορία και διογκώνεται η αδιαφορία των νέων γενεών. Σήμερα, διάφοροι δάσκαλοι φέρνουν τους μαθητές τους εδώ και μου ζητούν να μιλήσω στα παιδιά για τον πόλεμο. Αλλά να πω τι; Βλέπω τα βλέμματά τους κι αντιλαμβάνομαι πως βαριούνται και δεν ακούνε τίποτα. Και δυστυχώς, νεαρέ μου, μέσα απ’ αυτή την αδιαφορία ξεπηδάει η άγνοια και πάνω στην άγνοια πατάει ο φασισμός. Αυτό είναι που με φοβίζει πολύ. Και πες εγώ είμαι γέρος και θα πεθάνω σύντομα, αλλά φοβάμαι αυτά που ίσως ζήσετε εσείς. Θα είναι μεγάλο κρίμα να ξεφυτρώσουν από τη γη νέοι σταυροί», μου είπε και στράφηκε για μία ακόμη φορά και παρατήρησε σιωπηλός τα μνήματα. «Αυτό που έχω διαπιστώσει είναι πως η ιστορία παρουσιάζεται πολύ συχνά σαν μια σειρά από ασοβάρευτες πράξεις που έβλαψαν πολλούς. Πάμπολλα συμβάντα που ανέκοψαν την ανθρώπινη πρόοδο. Νομίζω πως δεν υπάρχει πια καιρός για τέτοιες ασοβάρευτες πράξεις. Ο κλήρος αυτή τη φορά θα είναι βαρύτατος». 
«Απαισιοδοξείτε;» 
«Πιστεύω πως κάποτε οι καιροί θα ηρεμήσουν, κι όσοι επιβιώσουν θα μαζέψουν τα σπαραγμένα τους μέλη και θα σχηματίσουν ένα νέο σώμα με ένα νέο πρόσωπο. Εξάλλου όσα είναι ενδεχόμενα σήμερα θα μεταβληθούν σε πραγματικότητες αύριο κι οι εκπλήξεις θα πάψουν να ξαφνιάζουν» 
«Πολύ φοβάμαι πως θα αργήσει να συμβεί αυτό». 
«Ήδη έχει αρχίσει να συμβαίνει. Αλλά δυστυχώς είμαστε ακόμη στην αρχή». Σε μια σκιερή γωνιά του ναΐσκου βρισκόταν ένα τραπεζάκι με έναν δίσκο, πάνω στον οποίο στεκόταν ένα πολυχρησιμοποιημένο μπουκάλι και σκόρπια ποτηράκια. Ακούμπησε απαλά την τσάπα του στο τραπέζι κι έπιασε το μπουκάλι. Με αργές κινήσεις έβγαλε το πώμα και γέμισε δυο καθαρά ποτήρια. 
«Αυτό είναι το παραδοσιακό μας ποτό που πίνουμε για να τιμάμε τους νεκρούς μας», μου εξήγησε καθώς μου έτεινε το ένα ποτήρι. 
«Στη μνήμη τους», του είπα ταπεινά κι άδειασα όλο το περιεχόμενο στο στεγνό μου λαρύγγι. 
«Και στην υγειά μας», μου απάντησε χαμογελαστός. 
Πάντα απορούσα πόσο εύκολα συγκρατούσα συζητήσεις που μ’ ενδιέφεραν. Τις έφερνα στο μυαλό μου και τις ζούσα ξανά. Όπως επίσης είναι ανατριχιαστικός ο τρόπος που νιώθω ξανά τα συναισθήματα εκείνων των στιγμών, όπως την απόγνωσή μου όταν συνειδητοποίησα ότι η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να φύγω βιαστικά για τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ο αποχαιρετισμός ήταν άγαρμπος και βεβιασμένος, τερματίζοντας άδοξα μια υπέροχη συζήτηση που με ταξίδεψε πίσω στον χρόνο. Όταν του είπα πως έπρεπε να φύγω για να προλάβω το τρένο, σήκωσε το χέρι του με δυσκολία και με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. 
«Όταν ανέβω ξανά Θεσσαλονίκη θα έρθω να σας βρω», του είπα φανερά συγκινημένος. 
«Να μου ξανάρθεις. Θα χαρώ να σε ξαναδώ». 
Πριν περάσω την πύλη του νεκροταφείου, κοντοστάθηκα και του έριξα μια τελευταία ματιά. Τελευταία μου εικόνα απ’ αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο ήταν η μορφή του να χάνεται προς τα μνήματα, αγέρωχη, ακάματη και περήφανη. 

 Απόσπασμα από το βιβλίο «Βαλκανευτές» Εκδόσεις Ενύπνιο

Πέμπτη 29 Ιουνίου 2023

Αίπος: Το άγνωστο βουνό της Χίου αποκαλύπτεται



της Έφης Αλεβίζου

«Το Αίπος, ένας ιδιαίτερος, άγνωστος τόπος, ένα μνημείο του ανθρώπινου μόχθου, αναζητά το μέλλον του. Απ' τη μια έχουμε τις πιέσεις για αλλαγή του χαρακτήρα της περιοχής και απ' την άλλη ψάχνουμε μια βιώσιμη προοπτική ανάδειξης» λέει ο Γιώργος Κάκαρης, γεωγράφος, πεζοπόρος και μόνιμος κάτοικος της Χίου. 

«Χίος δεν είναι μόνο τα Μαστιχοχώρια και τα μεσαιωνικά χωριά» μου λέει η Εβίτα, η οποία ζει στο νησί έχοντας αφήσει συνειδητά πίσω της την Αθήνα. Άλλωστε είναι ο τόπος της, όσο ευωδιαστός, άγριος, ηλιόλουστος, αριστοκρατικός, ναυτικός κι αν είναι. Κουβέντα στην κουβέντα φτάσαμε στο Αίπος, το μαγικό βουνό. 

Γιατί είναι η πρώτη φορά που το ακούω, άραγε; 

Η σύσταση με τον Γιώργο Κάκαρη, έγινε αυτόματα. Ο Χιώτης γεωγράφος και πεζοπόρος ξέρει καλά το άγνωστο σε όλους εμάς βουνό. 
«Καταρχάς να πούμε ότι το “Οροπέδιο του Αίπους”, στην πραγματικότητα δεν είναι οροπέδιο με την αυστηρή επιστημονική ερμηνεία του όρου. Είναι ένας αχανής ορεινός όγκος χαμηλών κυρτωμάτων και ρηχών κοιλωμάτων. Απλά έτσι το μάθαμε, έτσι το λέμε και εμείς, χάριν ευκολίας» μου εξηγεί ο Γιώργος και συνεχίζει: «Μην ξεχνάμε ότι επειδή η περιοχή αυτή είναι άγνωστη στον περισσότερο κόσμο πλην των τσοπάνηδων και των κυνηγών, πρακτικά δεν έχει νόημα η αναφορά σε άλλα τοπωνύμια της περιοχής και γι’ αυτό έχει καθιερωθεί η ονομασία “Οροπέδιο του Αίπους”. Οι 9/10 Χιώτες γνωρίζουν μόνο το βουνό Αίπος και το Φλώρι. Όλα τα υπόλοιπα μέρη είναι λίγο – πολύ άγνωστα». 

Γιατί ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το Αίπος; 

«Αυτήν την περίοδο βρίσκεται σε διαβούλευση η πρόταση μιας εταιρείας με έδρα την Κρήτη για την εγκατάσταση ενός υβριδικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (φωτοβολταϊκά και μπαταρία) σε μία θέση και έπεται συνέχεια σε άλλες 2 θέσεις και σε δεύτερο χρόνο σε άλλες 5 θέσεις από την ίδια εταιρεία. Στην ίδια περιοχή έχει ήδη πάρει άδεια παραγωγής μια πολυεθνική εταιρεία για την εγκατάσταση 65 μεγάλων ανεμογεννητριών. Δεν έχει προχωρήσει ακόμα το έργο αυτό, αλλά είναι στην ευχέρειά της να το πράξει όταν γίνει η ηλεκτρική διασύνδεση της Χίου με την ηπειρωτική Ελλάδα, οπότε θα μπορεί να εξάγει το ρεύμα εκτός νησιού» εξηγεί ο Γιώργος Κάκαρης. 
«Γενικά δηλαδή η περιοχή έχει μπει στο στόχαστρο των εταιρειών ΑΠΕ λόγω της γεωγραφία της, των χαμηλών κλίσεών της, του γεγονότος ότι επί του οροπεδίου δεν υπάρχει κανένας οικισμός (κατοικείται περιστασιακά από 4-5 τσοπάνηδες) και του περιορισμένου οικονομικού αποτυπώματος στην οικονομία του νησιού. Την ίδια στιγμή επειδή ο κόσμος δεν γνωρίζει τον φυσικό και πολιτιστικό πλούτο του, δεν το εκτιμά, το θεωρεί έναν άσχημο βραχότοπο και πατάει το γκάζι για να φθάσει στον προορισμό του καθώς το διασχίζει με το αυτοκίνητό του. Το Αίπος, χωρίς υπερβολή, είναι η πιο αδικημένη και υποτιμημένη περιοχή της Χίου για την πλειονότητα των κατοίκων της, με συνέπεια οι αντιστάσεις στην προοπτική μετατροπής του Αίπους σε χώρο μαζικής εγκατάστασης ΑΠΕ και λατομείων να είναι χαλαρές. Παλαιότερα είχαν κατατεθεί επίσημες προτάσεις για κατασκευή στην περιοχή αεροδρομίου, σκουπιδότοπου, λατομείων, φυλακής, δομής μεταναστών… Αυτά δεν προχώρησαν. Για τις ΑΠΕ δεν είμαι σίγουρος» ολοκληρώνει τη σκέψη του. 

Δείτε το βίντεο με εικόνες από το Αίπος 

 


Η μεγάλη ιστορία του βουνού Αίπος και ο Όμηρος 

Το βραχώδες και άγονο οροπέδιο μπορεί στις μέρες μας να είναι έρημο και εγκαταλελειμμένο, ωστόσο στην αρχαιότητα αποτελούσε ένα χώρο με έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα. Η μέχρι σήμερα αρχαιολογική έρευνα στο οροπέδιο δεν είναι εκτεταμένη, εντούτοις λόγω της εικόνας και της θέσης του, σε συνδυασμό με ιστορικές αναφορές, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι στο Αίπος βρισκόταν η Χιακή πολίχνη του Ηροδότου. Μεγάλο τμήμα του ανατολικού οροπεδίου με επίκεντρο τη θέση «Ρημόκαστρο», όπου εντοπίζονται υπολείμματα αρχαίου ισχυρού υποστατικού, έχει κηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος «για την προστασία και διάσωση των σημαντικών αρχαίων λειψάνων της κλασσικής περιόδου». 
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιοχή του «Αστυφιδόλακκου» στο ανατολικό Αίπος, όπου υπάρχουν διάσπαρτοι δεκάδες ογκώδεις λιθοσωροί, που αποκαλούνται «χουβέλες» από τους ντόπιους ποιμένες και είναι ευρύτερα γνωστοί ως «Σωροί της Γριάς». Πρόκειται για εντυπωσιακούς κωνικούς σωρούς από πέτρες, οι οποίοι στέκουν εκεί από την αρχαιότητα, και μάλλον είναι αποτέλεσμα επίπονου ξεχαλικώματος για τη δημιουργία καλλιεργήσιμης γης. 
Η εκτεταμένη εκχέρσωση στον αφιλόξενο και οριακά παραγωγικό τόπο πιθανολογείται από ερευνητές ότι είναι αποτέλεσμα καταναγκαστικών έργων. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την μαρτυρία του Αθηναίου Ναυκρατίτη ότι δούλοι «αποδιδράσκουσιν και, εις τα όρη ορμώμενοι, τας αγροικίας αυτών (δηλαδή των κυρίων τους) κακοποιούσι, πολλοί συναθροισθέντες», ενισχύει την άποψη ότι στο Οροπέδιο του Αίπους βρισκόταν το ορμητήριο του Δρίμακου, του αρχηγού των εξεγερμένων σκλάβων, που θεωρείται ο πρώτος κοινωνικός επαναστάτης της ανθρωπότητας. 
«Αξίζει εδώ να σημειωθεί η θρυλούμενη σχέση του Αίπους με τον Όμηρο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο τυφλός ποιητής δίδαξε στη “Δασκαλόπετρα”, παραθαλάσσια περιοχή στα νοτιοανατολικά ριζά του οροπεδίου, καθώς επίσης και στη ομώνυμη θέση ή κατά άλλους “Σχολειόπετρα” στα Κοίλα επί του οροπεδίου. Επίσης, στη θέση “Ομήρικα” του χωριού Πιτυός, που γειτνιάζει με τα βορειοδυτικά όρια του Αίπους υπάρχει μικροτοπωνύμιο “Του δασκάλου οι ελιές” με αιωνόβια λιόδεντρα, που η παράδοση θέλει να συνδέονται με την παρουσία του Ομήρου στο ορεινό χωριό» λέει ο Γιώργος Κάκαρης συνεχίζοντας: 
«Η περιπλάνηση του Ομήρου στο οροπέδιο περιγράφεται από τον «Ηρόδοτο από την Αλικαρνασσό», στο σύγγραμμα του “Περί Ομήρου γενέσιος και βιοτής”, που χρονολογείται μεταξύ του 1ου και 2ου αιώνα μ.Χ.. Σύμφωνα με αυτήν, ο Όμηρος αποβιβάστηκε από ψαράδες της Ερυθραίας σε παραλία της ανατολικής Χίου όπου και διανυκτέρευσε. Την επομένη περιπλανήθηκε (πιθανολογείται στο Αίπος, χωρίς αυτό να κατονομάζεται) και κατέληξε στο χωριό Πιτυός (Πίτυς κατά την αρχαιότητα). Πριν φθάσει στο Πιτυός, ο Όμηρος αναπαύτηκε στη σκιά ενός πεύκου και όταν έπεσε στο κεφάλι μια κουκουνάρα ξύπνησε τρομαγμένος και κοιτώντας τα όρη γύρω του αναφώνησε “Ω, φίλια όρη και σεις με καταδιώκετε;”. Λέγεται ότι από την παράφραση των λέξεων “φίλια όρη”, ονομάστηκε η συγκεκριμένη θέση “Φλώρι”». 


Φωτογραφία: Γιώργος Κάκαρης


Ξεχωριστό ενδιαφέρον για τους περιπατητές έχουν και κάποιοι θρύλοι της περιοχής

Το «Φλώρι», είναι η μόνη περιοχή του οροπεδίου στην οποία διατηρούνται μέχρι και σήμερα δεκάδες υπεραιωνόβιοι δρύες (πουρνάρια), οι οποίοι γλίτωσαν από την εκτεταμένη ξύλευση που έλαβε χώρα κατά το παρελθόν, επειδή τα δέντρα αυτά θεωρούνται ότι ανήκουν στον Άγιο Γιώργη το Φλωριανό, οποίος τα προστατεύει και «αν κάποιος τα πειράξει, θα πάθει κακό». Η παράδοση αυτή, παραμένει ακόμα και σήμερα ζωντανή ανάμεσα στους ηλικιωμένοι βρονταδούσους που αναφέρουν ιστορίες για ανθρώπους που έκοψαν ένα δέντρο για καυσόξυλα και λίγο μετά το μουλάρι τους «έσκασε» ή για βοσκούς που έκοψαν ένα κλαδί για να ταΐσουν τις αίγες τους, οι οποίες την επόμενη μέρα πέθαναν.
Για την περιοχή του «Αστυφιδόλακκου» με τους μεγάλους λιθοσωρούς υπάρχουν δύο θρύλοι με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Στον «Αστυφιδόλακκο» λέει, ζούσε μια αντρειωμένη γριά που ξεχαλίκωνε τη γη για να φτιάξει βουνοχώραφα. Γέμιζε την ποδιά της με πέτρες και την άδειαζε σε μέρος που δεν προσφέρονταν για καλλιέργεια. Με κάθε άδειασμα της ποδιάς της, σχηματίζονταν και ένας σωρός, γι’ αυτό οι χουβέλες έχουν κωνικό, συμμετρικό σχήμα. Στους σωρούς αυτούς πιστεύεται επίσης ότι υπάρχει κρυμμένος θησαυρός, καθώς στη λαϊκή παράδοση έχει διατηρηθεί η αινιγματική φράση «Ο μπροστινοπίσινος σωρός κρύβει της γριάς το βιός» που εξάπτει την φαντασία των επίδοξων αρχαιοκάπηλων μέχρι και σήμερα. 
Στη νεότερη ιστορία τώρα, στο Αίπος έλαβαν χώρα οι μάχες Ελλήνων και Τούρκων κατά την απελευθέρωση το 1912. Υπάρχουν διάσπαρτα ελληνικά και τουρκικά ταμπούρια στην περιοχή. 
Εκτός από ιστορικό, το Αίπος είναι και τόπος με γεωφυσικό ενδιαφέρον. Όλος ο ορεινός όγκος αποτελείται από ανθρακικά πετρώματα με έντονη καρστικοποίηση που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών καρστικών δομών (σπηλαιοβάραθρα, ξηρές κοιλάδες, δολίνες κτλ). Το Αίπος είναι το ενδιαίτημα σπάνιων φυτικών και πανιδικών ειδών και γι’ αυτό ένα μεγάλο τμήμα του είναι ενταγμένο στο οικολογικό δίκτυο Natura 2000. Επίσης είναι κηρυγμένο ως Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά και χαρακτηρισμένο από το ΥΠΕΝ ως Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλους. 


Φωτογραφία: Γιώργος Κάκαρης


Η ιστορία του βουνού πρέπει να ειπωθεί 

«Ποια είναι η δική σας ιστορία και πώς φτάσατε στην παραγωγή του μοναδικού βίντεο που παρουσιάσει τη φυσιογνωμία του βουνού;» ρωτάω τον Γιώργο Κάκαρη. 
«Μ’ αρέσει πολύ η πεζοπορία και αγαπάω τα βουνά και τα εξωαστικά τοπία. Όλα αυτά τα χρόνια που περπατάω μ’ αρέσει να συλλέγω μικρές ιστορίες και να καταγράφω τα ανθρώπινα ίχνη στην ύπαιθρο, όχι απαραιτήτως τα παλαιά, τα αρχαία, αλλά και τα νεότερα. Κάπως έτσι συνειδητοποίησα ότι ο πολιτιστικός πλούτος του οροπεδίου είναι ξεχωριστός, καθώς το Αίπος είναι γεμάτο από διάσπαρτες παλαιές αγροτοποιμενικές κατασκευές και εντυπωσιακά έργα οργάνωσης της γης με εκτεταμένες εκχερσώσεις για να μπορέσει ο άνθρωπος να δαμάσει το βουνό και να επιβιώσει πάνω σε αυτό. Το Αίπος είναι ένα μνημείο του ανθρώπινου μόχθου».
«Πριν 3 χρόνια, αποφάσισα να κάνω ένα μεταπτυχιακό στη Γεωγραφία. Ήταν μια κίνηση καθαρά για μένα και γι’ αυτά που με ενδιαφέρουν και δεν σχετίζεται με τη δουλειά μου. Όταν έφθασε η στιγμή να επιλέξω διπλωματική εργασία, υπήρξε πρόταση από την καθηγήτρια κα Πετανίδου να χαρτογραφίσουμε τις αναβαθμίδες της Χίου. Γνωρίζοντας το πλήθος και την ποικιλία των ξεροτρόχαλων κατασκευών του οροπεδίου, αλλά και τις πιέσεις που δέχεται το οροπέδιο, αντιπρότεινα να μελετήσουμε όλων των ειδών τα ξερολιθικά στοιχεία (λιθόκτιστους δρόμους, πηγάδια, καμίνια, αλώνια, καλύβια, ντουβάρια, τσοπάνικες μάντρες, “γυρίσματα”, όπως ονομάζονται στην ντοπιολαλιά της Χίου τα περιτριγυρισμένα με πέτρες χωράφια και βέβαια τις χουβέλες). Η κα Πετανίδου μου ζήτησε να δει φωτογραφίες για να καταλάβει περί τίνος πρόκειται και όταν τις είδε, κατάλαβε την ιδιαιτερότητα της περιοχής και δέχθηκε με ενθουσιασμό. Η εργασία, παρά κάποια τεχνικά ζητήματα που δεν επέτρεψαν την αποτύπωση της περιοχής με 100% ακρίβεια, ολοκληρώθηκε επιτυχώς και κάπως έτσι φτάσαμε και στο video, το οποίο γυρίστηκε με την άδεια της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Χίου και του φίλου Κώστα Αναγνώστου, τους οποίους ευχαριστώ πολύ. Νομίζω ότι αξίζει να σημειωθεί ότι ο στόχος του video ήταν να παρουσιαστεί το ανθρωπογενές τοπίο και γι’ αυτό δεν εστιάσαμε στις φυσικές ομορφιές της περιοχής και δεν έχουμε πλάνα από σπήλαια, σπηλαιοβάραθρα, λαγκαδιές, εντυπωσιακές ορθοπλαγιές κ.λπ» απαντάει ο κ. Κάκαρης. 

Γιατί δε γνωρίζαμε τίποτα μέχρι τώρα για το Αίπος; 

Είναι αλήθεια ότι το βουνό δεν έχει μελετηθεί σε βάθος. Έχουν γίνει κάποιες περιορισμένες αρχαιολογικές έρευνες τη δεκαετία του ’80, αλλά άλλες πτυχές του φυσικού και ανθρωπογενούς αποθέματος του οροπεδίου δεν έχουν μελετηθεί καθόλου, γι’ αυτό και η σχετική βιβλιογραφία είναι πάρα πολύ φτωχή. Τα περιθώρια επιστημονικής έρευνας για την τεκμηρίωση της περιοχής είναι πολύ μεγάλα. 
Γιατί είναι άγνωστο το Αίπος; Μην ξεχνάμε ότι είναι κακοτράχαλο και αφιλόξενο. Αποτελείται από σκληρά ασβεστολιθικά και δολομιτικά πετρώματα και ακόμα και η πεζοπορία σε μονοπάτια με ήπιες κλίσεις είναι κουραστική. Επιπλέον, το χειμώνα έχει πάρα πολύ κρύο και το καλοκαίρι λιώνεις από τη ζέστη. Θεωρώ επίσης, ότι το περιορισμένο οδικό δίκτυο που δεν επιτρέπει την εύκολη πρόσβαση σε όλες τις θέσεις του οροπεδίου έχει επιτρέψει το βουνό να παραμείνει άγνωστο, αλλά και ανέγγιχτο από τον άνθρωπο. 
Πιθανώς να έχει παίξει ρόλο ότι το οροπέδιο του Αίπους δεν χαίρει εκτίμησης από την πλειονότητα των κατοίκων, ενώ το αγροτοποιμενικό παρελθόν μας είναι κάτι που μόλις πρόσφατα άρχισε να αναδεικνύεται στη Χίο χωρίς συμπλέγματα. 
Τέλος, κακά τα ψέματα, αν δεν υπήρχε η τεχνολογική πρόοδος που επιτρέπει την μελέτη μιας περιοχής τηλεπισκοπικά, ούτε η εργασία θα είχε γίνει, ούτε το video θα είχε γυριστεί. 


Φωτογραφία: Γιώργος Κάκαρης


Ποιες κινήσεις γίνονται από την πλευρά σας ώστε να διατηρηθεί αναλλοίωτη η εικόνα του βουνού; 

Μπορεί οι περισσότεροι στη Χίο να μην το έχουν σε ιδιαίτερη εκτίμηση, αλλά είμαστε και εμείς οι λίγοι που το αγαπάμε πολύ. Δυστυχώς όμως μέχρι τώρα δεν έχουμε κάνει όλα όσα θα έπρεπε για να αναδείξουμε τη σπουδαιότητα και την ιδιαιτερότητά του. 
Σκέψου το εξής, η εταιρεία που επιθυμεί να εγκαταστήσει τα φωτοβολταϊκά επικαλείται έγγραφο της Εφορείας Νεοτέρων Αρχαιοτήτων με έδρα τη Μυτιλήνη που βεβαιώνει ότι στην περιοχή δεν υπάρχει κάποιο κηρυγμένο μνημείο αρμοδιότητάς της και πράγματι έτσι είναι. Ωστόσο ακριβώς δίπλα στην περίφραξη των φωτοβολταϊκών υπάρχει η αφετηρία ενός τμήματος του λεγόμενου «Τούρκικου δρόμου», ενός εντυπωσιακού καλοδιατηρημένου λιθόκτιστου δρόμου από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Το γεγονός ότι δεν έχει κηρυχθεί ως μνημείο δείχνει τη δική μας ανεπάρκεια και η τυχόν χωροθέτηση των φωτοβολταϊκών ακριβώς δίπλα του, θα αλλοιώσει το τοπίο της περιοχής και θα απαξιώσει τον «Τούρκικο Δρόμο», που συν τοις άλλοις είναι μία από τις πιο γνωστές και ιστορικές πεζοπορικές διαδρομές του νησιού. 
Είναι πολλά δηλαδή που μπορούμε και πρέπει να κάνουμε για την τεκμηρίωση και την ανάδειξη της περιοχής. Μέχρι τώρα, για να απαντήσω στο ερώτημά σου, κάναμε που και που μία πεζοπορία στην περιοχή, γράφαμε κάποιο κείμενο για το Αίπος, αλλά από την όλη προσπάθεια έλειπε η τεκμηρίωση και η αντιπρόταση. 
Με αυτό το σκεπτικό και με στόχο τη βιώσιμη διαχείριση και αξιοποίηση της περιοχής έχει κατατεθεί μια πρόταση για το μέλλον του οροπεδίου, που περιλαμβάνει τόσο ενέργειες τεκμηρίωσης, όσο και δράσεις «κοινωνικοποίησης» του οροπεδίου και βιώσιμης αξιοποίησης. Η πρόταση αυτή έχει τύχει αποδοχής από κάποιους φορείς και είμαστε σε αναζήτηση χρηματοδότησης για την διοργάνωση κάποιων εκδηλώσεων με πρώτο στόχο οι Χιώτες να μάθουν τι κρύβει αυτό το βουνό. 
Θεωρώ ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής. Ή θα αναδειχθεί η σπουδαιότητα και η ιδιαιτερότητα του οροπεδίου και θα αναζητηθούν οι τρόποι να καταστεί επισκέψιμο ως ένα ανοικτό, υπαίθριο πάρκο φύσης, πολιτισμού, ιστορίας/μυθολογίας, που θα μπορεί να προσελκύει 365 μέρες το χρόνο οικοτουρίστες, ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τον πολιτισμό και την ιστορία, αγροτουρίστες που θα μπορούν να συμμετέχουν σε παραδοσιακές αγροτοποιμενικές εργασίες, ερευνητές, επιστήμονες και μαθητές, ορειβάτες και ταξιδιώτες περιπέτειας ή σιγά σιγά θα μετατραπεί σε χώρο μαζικής εγκατάστασης ΑΠΕ και νταμάρια απαξιώνοντας το τοπίο και τον χαρακτήρα αυτού του τόπου. Αυτό είναι το μεγάλο διακύβευμα για το Αίπος. Ή ανάδειξη ή απαξίωση. 
Μετά από αυτή τη κουβέντα δεν υπάρχει περίπτωση να μην επισκεφθώ το Αίπος εάν και εφόσον ο δρόμος μου με βγάλει στο αγαπημένο νησί της Χίου. 


Μπορείτε να πάρετε κάπoιες έξτρα πληροφορίες από το site του Γιώργου Κάκαρη chioshiking.gr
Κεντρική φωτογραφία δημοσίευσης: Ο Γιώργος Κάκαρης «μαζί με μία τσοπάνισσα, από την οποία έπαιρνα πληροφορίες, πάνω σε μία χουβέλα» όπως λέει. 

Πηγή: in.gr

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023

Η Μεσόγειος βάφτηκε ξανά κόκκινη...

 


Στο βαθύτερο σημείο της Μεσογείου έσβησε το τελευταίο ίχνος ανθρωπιάς του ευρωπαϊκού πολιτισμού... Ο τελικός απολογισμός προμηνύεται εφιαλτικός, γνωρίζοντας πως στα αμπάρια του αλιευτικού είχαν κρυφτεί τα γυναικόπαιδα, φοβισμένα από τα απάνθρωπα ευρωπαϊκά pushbacks του Αιγαίου. 
Πλέον η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε χώρα αμέτρητων τραγωδιών τόσο για τους Έλληνες όσο και για τους πολίτες του κόσμου. Και δυστυχώς, πολλοί από μας έχουν συνηθίσει κι έχουν συμφιλιωθεί με την απάνθρωπη στάση και την ηθική κατρακύλα τόσο του εγχώριου καθεστώτος όσο και της νεοφιλελεύθερης ακροδεξιάς πολιτικής της Ε.Ε. 
Για όσους διατηρούν ακόμη την ανθρώπινή τους φύση κυριαρχεί η θλίψη, το πένθος κι η οργή.

Κυριακή 4 Ιουνίου 2023

My Imaginary Country (2022)

 



Όταν παρακολούθησα στην κατάμεστη αίθουσα του κινηματογράφου Άστυ το "Μαργαριταρένιο Κουμπί" του Πατρίσιο Γκουσμάν, πείστηκα πως ανακάλυψα έναν σπάνιο, ειλικρινή και συγκινητικό ποιητή της έβδομης τέχνης. Με τις προβολές του προγενέστερου "Νοσταλγώντας το Φως" και του μεταγενέστερου "Η Οροσειρά του Ονείρων", όχι μόνο επιβεβαιώθηκε η πεποίθησή μου αυτή, αλλά ενισχύθηκε περαιτέρω. Έκτοτε, θεωρώ φανατικά πως ο Πατρίσιο Γκουσμάν είναι ο σπουδαιότερος δοκιμιογράφος του σύγχρονου κινηματογράφου. Όταν σημειώθηκε η συγκλονιστική εξέγερση των Χιλιανών το φθινόπωρο του 2019, ήμουν βέβαιος πως μέσα απ' τα γεγονότα που παρατηρούσαμε αποσβολωμένοι αλλά κι ολίγον ντροπιασμένοι για τον δικό μας μοιρολατρικό τρόπο ζωής, θα ξεπηδήσει ένα ακόμη αριστουργηματικό δοκιμιακό ντοκιμαντέρ από τον σπουδαίο Χιλιανό σκηνοθέτη. Το 2022, ο Πατρίσιο Γκουσμάν επαλήθευσε τις προσδοκίες μου, παρουσιάζοντας στο κινηματογραφόφιλο κοινό το "My Imaginary Country". 
Το νέο δημιούργημα του Πατρίσιο Γκουσμάν ξεκινάει πολλά υποσχόμενο για ένα ακόμη κινηματογραφικό διαμάντι, καθώς ο πολυαγαπημένος Χιλιανός δημιουργός επιλέγει να τιμήσει τον σπουδαίο συγγραφέα, ντοκιμαντερίστα και φωτογράφο Κρις Μαρκέρ (δημιουργό του εκπληκτικού ντοκιμαντέρ "Αν είχα τέσσερις καμήλες"), ο οποίος είχε την τύχη να ζήσει και να καταγράψει με το φακό του τις πρώτες μέρες της κυβέρνησης του Σαλβαντόρ Αλιέντε και το ελπιδοφόρο κλίμα που κυριαρχούσε στη νοτιοδυτική γωνιά της Λατινικής Αμερικής. Ακολουθώντας μια παλιά συμβουλή του Γάλλου δημιουργού, ο Πατρίσιο Γκουσμάν προσπαθεί να καταγράψει την πρόσφατη κοινωνική εξέγερση της Χιλής, αναζητώντας τα αίτια που οδήγησαν στις όχι και τόσο πρωτόγνωρες εκρηκτικές καταστάσεις που βίωσε η χώρα του.  




Όπως αναφέρει ο δημιουργός στις αφηγήσεις του, δεν είχε την τύχη να ζήσει την κοινωνική έκρηξη από την αρχή, παρόλο που κατάφερε να καταγράψει σχεδόν ολόκληρη την εξέλιξή της μέχρι τις εκλογές του 2021, στις οποίες ο χιλιανός λαός εξέλεξε τον 35χρονο Γκαμπριέλ Μπόριτς. 
Η εξιστόρηση των γεγονότων ξεκινάει με τις μαρτυρίες μιας αγωνίστριας από την πρώτη γραμμή των τεκταινώμενων. Μια νεαρή κοπέλα, η οποία διατηρεί κρυφό το όνομά της αλλά όχι το υπέροχο και γεμάτο ελπίδα και διάθεση για ζωή βλέμμα της. Η ίδια περιγράφει τους αγώνες στους οποίους συμμετείχε, την αλληλεγγύη του εξεγερμένου πλήθους αλλά και τη δολοφονική βιαιότητα των αστυνομικών δυνάμεων. Ακόμη, η ίδια δηλώνει ότι παλεύει τόσο για την ίδια της τη ζωή και τα δικαιώματά της όσο και για το μέλλον του παιδιού τους, παρόλο που εκείνο της έχει δηλώσει ότι όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει αστυνομικός. Μέσα από τα λόγια της γίνεται φανερός ο δύσκολος ρόλος της μητέρας στη σύγχρονη απάνθρωπη εποχή που κυριαρχεί ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός. 
Εισχωρώντας μας με τις μαρτυρίες της αγωνίστριας, στην πρόσφατη εξέγερση της Χιλής, ο Πατρίσιο Γκουσμάν γυρνάει πίσω στο χρόνο αναζητώντας το σημείο μηδέν της κοινωνικής έκρηξης, το οποίο δεν ήταν άλλο από την αύξηση των τιμών του εισιτηρίου στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Αδυνατώντας οι φοιτητές να ανταπεξέλθουν στις συγκεκριμένες αυξήσεις αρχίζουν να διαδηλώνουν και να καταλαμβάνουν σταθμούς μετρό. Η αντίδραση του κράτους απέναντί τους είναι βίαιη και προσβλητική, προκαλώντας ως ανταπάντηση ένα μαζικό παλλαϊκό ξέσπασμα με καταστροφές συρμών και λεωφορείων αλλά και με μια μεγαλειώδη διαδήλωση ενάμισι εκατομμυρίων πολιτών, οι οποίοι κατέκλυσαν τους κεντρικούς δρόμους του Σαντιάγο. Εξελίξεις που φανέρωναν, πως η συνταγματική ανατροπή κι ο εκδημοκρατισμός της Χιλής είχαν πλέον ξεκινήσει...
Για τα φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα και τις βιαιότητες των σωμάτων καταστολής, ο Χιλιανός δημιουργός συλλέγει τις μαρτυρίες αλλά και τις απόψεις γυναικών που πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα της χώρας του. Μια νεαρή φωτογράφος περιγράφει τον πόνο που ένιωσε όταν η αστυνομική αύρα στόχευσε το πρόσωπό της, προκαλώντας της ανεπανόρθωτη ζημιά στο δεξί της μάτι. Μια εθελόντρια πρώτων βοηθειών περιγράφει τις εμπόλεμες καταστάσεις στους δρόμους της πρωτεύουσας, μιλώντας για καταστάσεις εμφυλιοπολεμικές, οι οποίες θύμιζαν αρκετά τις σκοτεινές μέρες της δικτατορίας του Πινοσέτ. 
Παράλληλα, ο σκηνοθέτης δίνει το βήμα σε γυναίκες κοινωνιολόγους, για να περιγράψουν τις δυσχέρειες των νέων ανθρώπων στα πρώτα τους επαγγελματικά βήματα αλλά και στα καθημερινά δύσκολα εμπόδια που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν και να ξεπεράσουν οι γυναίκες ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις απάνθρωπες νεοφιλελεύθερες συνθήκες ζωής. Επίσης, ο Πατρίσιο Γκουσμάν αναφέρεται στις τέσσερις ποιήτριες που έγραψαν το φεμινιστικό σύνθημα της εξέγερσης αλλά και στις γυναίκες που συμμετείχαν στην προοδευτική κι ελπιδοφόρα αναθεώρηση του συντάγματος. 




Με την συγκεκριμένη του ιδεολογική κι ουμανιστική τοποθέτηση, ο Χιλιανός δημιουργός εξυψώνει τη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία και τονίζει τα δικαιώματα που οφείλει να έχει, καθώς ο ρόλος της είναι δύσκολος και γεμάτος αρμοδιότητες κι ευθύνες. Οι γυναίκες έχουν τη δύναμη κι αυτό είναι που τρομάζει τους εναπομείναντες θιασώτες της ξεπερασμένης κι άκρως επικίνδυνης πατριαρχίας. Οι γυναίκες φέρουν τη ζωή και μπορούν όχι μόνο να τη διατηρήσουν αλλά και να την εμπλουτίσουν. Οι γυναίκες μπορούν να μα δείξουν το δρόμο της ατέρμονης εξέγερσης για μια καλύτερη ζωή, αρκεί εμείς να ρίξουμε τους αγωνιστικούς κι ιδεολογικούς εγωισμούς. Αρκεί όλοι εμείς να ακούσουμε τους νέους παλμούς της κοινωνίας. 
Για μια ακόμη φορά, ο Πατρίσιο Γκουσμάν προσφέρει ένα ανεπανάληπτο κινηματογραφικό ποίημα. Ως φύλακας των στιγμών του παρελθόντος μέσα από τα προηγούμενα αριστουργηματικά του δοκιμιακά ντοκιμαντέρ, έρχεται σήμερα ως φύλακας των στιγμών του παρόντος, γνωρίζοντας πως η νέα του ταινία μπορεί να μετατραπεί σε έναν ακόμη φάρο των εξεγέρσεων που ήδη εκκολάπτονται στις δοκιμαζόμενες κοινωνίες. Γι' αυτούς τους λόγους, θεωρώ πως το "My Imaginary Country" είναι ότι πιο ελπιδοφόρο κι εκρηκτικό έργο έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια στον κινηματογράφο. 


Βαθμολογία: 10/10