Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Ξένος (1967)


Η πρώτη μου γνωριμία με τον Αλμπέρ Καμύ ήταν μέσα από το θρυλικό βιβλίο "Ο Ξένος", το οποίο ομολογώ πως δεν με άγγιξε σε αντίθεση με τα δοκίμια του σπουδαίου Γάλλου φιλόσοφου. Όταν έμαθα πως το βιβλίο αυτό γυρίστηκε σε ταινία από τον Λουκίνο Βισκόντι με πρωταγωνιστικό δίδυμο τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και την πάντα ερωτική Άννα Καρίνα, αναζήτησα να το δω παρά τις επιφυλάξεις που έχω για ταινίες που έχουν βασιστεί σε βιβλία. 
Αρχικά εντυπωσιάστηκα που η μεταφορά του έργου στην μεγάλη οθόνη ήταν απίστευτα ακριβής, φέρνοντας στη μνήμη μου τις λεπτομέρειες ενός βιβλίου που το είχα διαβάσει πριν μια δεκαετία. Όμως από τα μισά του έργου κι έπειτα ακολουθεί μία απίστευτη κορύφωση σε σημείο που φτάνει η ταινία να γίνεται πολύ καλύτερη από το βιβλίο, μπαίνοντας στη λίστα των σπάνιων κινηματογραφικών εξαιρέσεων του κανόνα των αποτυχημένων κινηματογραφικών μεταφορών από το λογοτεχνικό χώρο. Λαμπρές αντίστοιχες εξαιρέσεις είναι "Το Σπίτι των Πνευμάτων" του Μπιλ Όγκουστ από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε και το "Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι" του Φραντζέσκο Ρόσι από το βιβλίο του Κάρλο Λέβι.
Για όσους δεν έχω διαβάσει ακόμη το βιβλίο (καθώς πιο πιθανό είναι να έχει διαβάσει κανείς το έργο του Αλμπέρ Καμύ παρά να έχει δει αυτήν την όχι και τόσο γνωστή ταινία του Βισκόντι), η ιστορία αναφέρεται σε έναν μοναχικό κι άκρως αντικοινωνικό άνθρωπο τον Μαρσώ ο οποίος πηγαίνει στο γηροκομείο για να την κηδεύσει τη μάνα του. Ο ίδιος δε θρηνεί για την απώλειά της παρά μόνο στέκεται μπροστά στο πρόχειρο φέρετρο κι αναλογίζεται το πόσο αυστηρή ήταν όλα αυτά τα χρόνια μαζί του. Η κηδεία αλλά και η ταφή της μητέρας του είναι γι' αυτόν μια τυπική διαδικασία που θέλει να ολοκληρωθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται ώστε να επιστρέψει πάλι στη ρουτίνα της καθημερινότητάς του. 
Η καθημερινότητά του όμως δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι τυπικός στη δουλειά του χωρίς να θέλει να εξελιχθεί, έχει ένα όμορφο κορίτσι που του ζητάει γάμο με εκείνον να της εξηγεί πως δεν τον συγκινεί πολύ η ιδέα αυτή αλλά εφόσον εκείνη το θέλει τότε πολύ ευχαρίστως εκείνοςθα την παντρευόταν κι έχει δύο ενοίκους που ο καθένας κουβαλάει τη δικιά του ιστορία. Ο ένας είναι μαστροπός που τον παρασέρνει στις αλητείες κι ο άλλος ένα συμπαθητικό γεροντάκι που ζει μαζί με τον σκύλο του μέχρι που το χάνει. 
Η ζωή του Μαρσώ κυλάει ήρεμα και σταθερά μέχρι που φεύγει εκδρομή στην παραλία με τον μαστροπό φίλο του και την σύντροφό του. Σε μια συμπλοκή που θα ακολουθήσει θα δολοφονήσει έναν Άραβα κάτι που θα τον οδηγήσει στη φυλακή κι από κει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το θέμα όμως είναι για ποιο λόγο τελικά θα καταδικαστεί από την κοινωνία αλλά και για ποιο λόγο ο ίδιος θα αντιμετωπίσει τόσο ψυχρά το δικαστήριο, τόσο επιθετικά τη θρησκεία και τόσο ανακουφιστικά το θάνατο.


Έχοντας πια παρακολουθήσει την ταινία, αναλογίστηκα αν θα μπορούσε κάποιος άλλος σκηνοθέτης να μεταφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο στη μεγάλη οθόνη. Σε μια περίοδο που το θέμα της αποικιοκρατίας ήταν φλέγον, πόσο μάλλον για μια χώρα όπως τη Γαλλία, το βιβλίο αυτό ήταν μια καυτή πατάτα για γαλλικά σκηνοθετικά χέρια. Όχι πως η Ιταλία έχει λιγότερο σκοτεινό παρελθόν. Όμως ο Λουκίνο Βισκόντι έχοντας ήδη ένα Χρυσό Φοίνικα με τον "Γατόπαρδο" κι έναν Χρυσό Λέοντα με τα "Μακρινά Αστέρια της Άρκτου", επιχείρησε με απίστευτο σεβασμό να μεταφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο στην μεγάλη οθόνη. Και πράγματι το αποτέλεσμά του να βρίσκω άκρως συγκινητικό καθώς δε πείραξε τη δομή του βιβλίου παρά μόνο όπου χρειάστηκε για καθαρά κινηματογραφικούς λόγους. Βασικά σ' αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο και η χήρα του Αλμπέρ Καμύ, η οποία δέχτηκε να γίνει η μεταφορά του βιβλίου σε ταινία αρκεί να μη γινόταν καμιά απολύτως αλλαγή. 
Έπειτα ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης κατάφερε να πάρει έναν αντικοινωνικό ήρωα και να τον κάνει προσιτό στο κοινό με τους μονολόγους του και παρουσιάζοντας τόσο καθαρά την άβολη διάθεσή του με τον υπόλοιπο κόσμο. Μια γλυκιά κι αθώα αδιαφορία τόσο για τα συναισθήματα και τα προβλήματα των άλλων όσο και για την τιμωρία που του επιφύλαξε η κοινωνία όχι τόσο για το έγκλημα που διέπραξε όσο για την απαθή του στάση απέναντι στους άγραφους κοινωνικούς κανόνες. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως στη δίκη περισσότερο εστιάζουν στην απαθή του στάση απέναντι στο θάνατο της μητέρας του παρά στη δολοφονία του Άραβα. 
Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο ρόλο του Μερσώ αποδεικνύει για μια ακόμη φορά το υποκριτικό του ταλέντο ερμηνεύοντας έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του. Με εκπληκτικό τρόπο μπαίνει στο πετσί του λογοτεχνικού αντιήρωα μένοντας απαθής στο θάνατο της μάνας του, φλερτάροντας με μια παλιά του συνάδελφό την αμέσως επόμενη ημέρα της κηδείας, καλύπτοντάς τις βρώμικες δουλειές του μαστροπού φίλου του κι αδιαφορώντας για την επαγγελματική του εξέλιξη όταν ο εργοδότης του του προτείνει να τον στείλει ως εταιρικό εκπρόσωπό στο Παρίσι. Όμως το απόγειο της ερμηνείας του έρχεται με τον αδικαιολόγητο φόνο και την απαθή του στάση απέναντι στη μοιραία απόφαση του δικαστηρίου. Και φυσικά ακολουθεί το συνταρακτικό τέλος όπου ο ήρωας περιγράφει τις τελευταίες του στιγμές μέσα στο κελί περιμένοντας την εκτέλεσή του. Τα λόγια του μας παρασέρνουν τόσο εύκολα, κάνοντάς μας να νιώσουμε πως κι εμείς βιώνουμε την ίδια αγωνία με το να κοιμόμαστε όλη τη μέρα και το βράδυ να παραμένουμε ξύπνιοι περιμένοντας το εκτελεστικό απόσπασμα να ρθει να μας πάρει. 
Εκρηκτικός ο διάλογος που ακολουθεί με τον ιερέα όπου ο προσωπικός ανιδιοτελής εγωισμός υπερνικά τον ανόητο εγωισμό της θρησκευτικής υποκρισίας, ο οποίος πατάει πάνω στο φόβο του κρατούμενου για να υπερνικήσει. Να όμως που το πείσμα του ιερέα γίνεται αφορμή να ξεσπάσει για μια και μοναδική φορά ο απαθής Μαρσώ, ο οποίος μέσα από ειλικρινή και σκληρά λόγια καταφέρνει να ξεγυμνώσει το υποκριτικό ενδιαφέρον των εκπροσώπων της κάθε θρησκείας. 



Κι όμως η περίεργη αυτή έπαρση του ήρωα δημιουργεί καθόλη τη διάρκεια της ταινίας μια ιδιαίτερη αντίθεση με τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν μ' αποτέλεσμα να δενόμαστε και να συγκινούμαστε με τους γύρω ανθρώπους παρά με τον ίδιο. Την ώρα που εκείνος ξαγρυπνά απαθής την μάνα του δίπλα στο φέρετρό της μια γυναίκα κλαίει με λυγμούς ερχόμενη σε αντίθεση με τη δική του αδιάφορη στάση. Όταν την κατεβάζουν στο τάφο εκείνος παραμένει ατάραχος ενώ δίπλα του λιποθυμά ένας γεροντάκος με τον οποίον η μάνα του είχε συνάψει σχέση μες στο γηροκομείο, μια πράξη που αποδεικνύει πως ακόμη και την ύστατη στιγμή ο άνθρωπος αποζητά μια αφορμή για να κάνει μια νέα αρχή αναζητώντας την ελπίδα. Επίσης νιώθουμε τον σιωπηλό πόνο της συντρόφου του η οποία του ζητά να παντρευτούν κι εκείνος ψυχρά της λέει πως δε πιστεύει στο γάμο αλλά θα της έκανε τη χάρη αφού το θέλει πολύ, δείχνοντας πως περισσότερο το κάνει από λύπηση παρά επειδή κι ο ίδιος το επιθυμεί. Όταν ο γεροντάκος χάνει τον σκύλο του και γυρνά στο σπίτι ξεσπώντας σε ολονύκτιους λυγμούς, μόνο τότε ο ήρωας συνειδητοποιεί την απώλεια της μάνας του. Όταν τον κλείνουν σε ένα κελί γεμάτο Άραβες, δε διστάζει να πει πως τον συνέλαβαν επειδή σκότωσε έναν δικό τους. Η τολμηρή του αυτή δήλωση αλλά κι η απαθής του στάση απέναντι στα έντονα βλέμματα των συγκρατούμενών του αντί να τους εξοργίσει τους προκαλεί τελικά ένα αίσθημα αβάσιμου θαυμασμού προς το πρόσωπό του. 
Τελικά ο ήρωας γίνεται συμπαθής μόνο όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο καθώς τότε αρχίζει να ανοίγεται προς τα έξω. Κι εδώ τόσο το βιβλίο όσο και οι ταινία παίζουν εξαιρετικά με τις αντιθέσεις καθώς όσο ο ήρωας περιφερόταν ελεύθερος στη ζωή ένιωθε συναισθηματικά φυλακισμένος ενώ στον περιορισμό των τεσσάρων ντουβαριών του κελιού του νιώθει πως απελευθερώνεται. Τον ακούμε λοιπόν να λέει πως κάποτε δεν τον ένοιαζε αν πέθαινε κάποιος άνθρωπος στα 30 ή στα 70 αλλά τώρα που βρίσκεται πια λίγα βήματα πριν το τέλος τον πιάνει ένα σφίξιμο στο λαιμό. Το ξέσπασμά του απέναντι στην υποκρισία του παπά, τον πείθει πως τελικά ο θάνατός του είναι παρηγοριά στο παράδοξο της ύπαρξής του σε έναν κόσμο που δεν τον είχε ποτέ αποδεχτεί. Μέσα από τους υγρούς τοίχους του κελιού που πλημμυρίζουν με τις μυρωδιές της νύχτας και της θάλασσας, ο ήρωας μοναχός του καταλαβαίνει ότι το νόημα που έψαχνε με αγωνία όλα αυτά τα χρόνια είναι η απουσία του νοήματος. Η απογοήτευσή του αυτή τον λυτρώνεται από μια ελπίδα που κυνηγούσε άδικα και νοιώθει έτοιμος να ατενίσει το τελικό μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η εκτέλεσή του δε θα είναι τίποτα παραπάνω από μια ύβρις του ίδιου απέναντι στο άβουλο πλήθος. Γι' αυτόν τον λόγο το τελευταίο πλάνο κλείνει με ένα σαρκαστικό χαμόγελο που σπάει διαπαντός το έρεβος που ο Μερσώ χρόνια κουβαλούσε λέγοντας τη συγκλονιστική φράση "το μόνο που εύχομαι είναι ένα πλήθος ανθρώπων στην εκτέλεσή μου να με κοιτούν με περιφρόνηση".
Ο "Ξένος" είναι ένα αδίκως ξεχασμένο αριστούργημα σπάνιας ομορφιάς που αξίζει να αναζητήσετε και είναι πραγματικά κρίμα που δεν έχει συζητηθεί και δεν έχει τοποθετηθεί ποτέ σε περίοπτη θέση όταν γίνεται αφιερώσεις για τη φιλμογραφία του Λουκίνο Βισκόντι και τους ρόλους του Μαρστέλο Μαστρογιάνι και της Άννα Καρίνα. Αναζητήστε το.

Βαθμολογία: 9/10

Επίσης, αξίζει να διαβάσετε το παρακάτω άρθρο που αναφέρεται στο Ξένο του Αλμπέρ Καμύ και το άγνωστο για κείνα τα χρόνια σύνδρομο Άσπεργκερ. (διαβάστε εδώ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου