Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2023

Καρκασσόν, Το Πέτρινο Στέμμα των Πυρηναίων


Το Καρκασσόν μας υποδέχτηκε με το γλυκό φως των φθινοπωρινών πρωινών που έχει αρχίσει και σπανίζει στην καθημερινότητά μας. Βγαίνοντας από τον σταθμό των τραίνων της πόλης, πέσαμε πάνω σε μια θεόρατη λευκή ρόδα, η οποία είχε στηθεί για τις φετινές χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις. Σε αντίθεση με το πανύψηλο εορταστικό αξεσουάρ της πόλης, το Κανάλι του Μιντί που βρισκόταν ακριβώς από κάτω, έδειχνε αρκετά μικρό και ταπεινό, παρόλο που θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της νοτιοδυτικής Γαλλίας, καθώς συνέδεε τη Μεσόγειο θάλασσα και τον Ατλαντικό ωκεανό (κάτι που του χάρισε και την ονομασία Canal de las Doas Mars, δηλαδή το κανάλι των Δύο Θαλασσών).
Το Κανάλι του Μιντί είναι ένα δίκτυο υδάτινων οδών, το μήκος του οποίου αγγίζει τα 360 χιλιόμετρα. Το κανάλι αυτό σχηματίστηκε για να συνδέει τον ποταμό Γαρούνα με τη λιμνοθάλασσα του Τω που βρίσκεται στη Μεσόγειο. Τα αρχικά του σχέδια ήταν να φτάνει ως την Τουλούζη, αλλά στη συνέχεια επεκτάθηκε ως τον Ατλαντικό ωκεανό, μετατρέποντάς το σε Κανάλι των Δυο Θαλασσών. Η αρχική του ονομασία ήταν το Βασιλικό Κανάλι του Λανγκεντόκ, αλλά το 1789 μετονομάστηκε σε Κανάλι του Μιντί από τους Γάλλους Επαναστάτες. 
Η ιδέα κατασκευής αυτού του έργου προϋπήρχε για αιώνες, διότι θα επέφερε πολλά κέρδη και εξοικονόμηση χρόνου, καθώς οι έμποροι της ευρύτερης περιοχής θα μπορούσαν να παρακάμψουν τον κύκλο της Ιβηρικής χερσονήσου. Γι' αυτόν τον λόγο, πολλοί ηγέτες του παρελθόντος όπως ο Αύγουστος, ο Νέρωνας κι ο Καρλομάγνος είχαν οραματιστεί το συγκεκριμένο έργο, όμως απέφευγαν να το υλοποιήσουν λόγω των δυσκολιών που θα προέκυπταν, όπως φερειπείν η τροφοδοσία του καναλιού με νερό. Το όραμα αυτό άρχισε να αποκτά σάρκα κι οστά από το 1662 κι έπειτα, όταν ο μηχανικός κι εισπράκτορας φόρου άλατος στην περιοχή του Λανγκεντόκ, Πιέρ-Πωλ Ρικέ κατάφερε να πείσει τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΔ’ υποβάλλοντάς του ένα ολοκληρωμένο σχέδιο του καναλιού. Η έγκριση δόθηκε το 1666 αποδίδοντας στον Ρικέ την ευρεσιτεχνία, ο οποίος τελικά δεν κατάφερε να προλάβει την ιδέα του να ολοκληρώνεται, καθώς πέθανε το 1681, 13 ολόκληρα χρόνια πριν την αποπεράτωση των εργασιών. 
Ωστόσο, στο Καρκασσόν προέκυψαν κάποια προβλήματα, αφού οι αρχές της πόλης αρνήθηκαν να καταβάλουν στον Ρικέ το ποσό των 100.000 λιβρών για να τροποποιήσει τον αρχικό σχεδιασμό του καναλιού, ώστε να μπορεί να διασχίζει την πόλη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το κανάλι να παρακάμψει την πόλη και το Καρκασσόν να παραμείνει χωρίς ποτάμιο λιμάνι. Όμως, το 1810 έγινε νέα χάραξη και διάνοιξη του καναλιού, το οποίο περνάει έκτοτε μέσα από την πόλη. Το Κανάλι του Μιντί παραμένει μέχρι τις μέρες μας ένα αξιοθαύμαστο επίτευγμα της σύγχρονης μηχανικής κι η UNESCO, αναγνωρίζοντας τη σημασία του ως έργου που έστρωσε το δρόμο προς τη Βιομηχανική Επανάσταση, το ανακήρυξε μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς το 1996.
Από το Κανάλι του Μιντί ξεκινάει κι η πλούσια σε ιστορία κι ομορφιά πόλη του Καρκασσόν, μια πόλη 50.000 κατοίκων που περηφανεύεται για τις μεσαιωνικές τις οχυρώσεις, οι οποίες έχουν διατηρηθεί ανέπαφες μέχρι σήμερα. Το Καρκασσόν χωρίζεται σε δύο ζώνες, στην οχυρωμένη πολιτεία της Καρκασσόν (Cité de Carcassonne) και στην Κάτω πόλη (Ville Basse), η οποία βρίσκεται εκτός των παλιών οχυρώσεων. Από το 1996, η μεσαιωνική παλαιά πόλη χαρακτηρίστηκε Mνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO. Σύμφωνα με το σκεπτικό της κριτικής επιτροπής, η πόλη της Καρκασσόν αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα μεσαιωνικής οχυρωμένης πόλης, της οποίας οι οχυρώσεις κατασκευάστηκαν επάνω σε τείχη της ύστατης αρχαιότητας. Ένα άλλο ξεχωριστό στοιχείο της πόλης είναι η εικασία πως ο Walt Disney εμπνεύστηκε από αυτό το μαγικό μέρος και το χρησιμοποίησε ως παράδειγμα για τα θεματικά του πάρκα.
Η παλαιότερη εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή χρονολογείται από τον 6ο π.Χ. αιώνα, όταν ένα πρωτοϊστορικό οχυρό (oppidum) με την ονομασία “Oppidum de Carsac” κατασκευάστηκε στον βραχώδη λόφο που δέσποζε στην κοιλάδα του ποταμού Οντ (Aude), η οποία αποτελούσε σταυροδρόμι των αρχαίων διαδρομών που συνέδεαν τον Ατλαντικό Ωκεανό με την Μεσόγειο θάλασσα και την Ιβηρική χερσόνησο με την κεντρική Ευρώπη. Με την έλευση των Ρωμαίων ονομάστηκε “Carcaso Volcarum Tectosagum”, από την ονομασία της Κελτικής φυλής των Volcae-Tectosages, για την οποία ελάχιστα είναι γνωστά σήμερα. Κατά τον 3ο και τις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνα κατασκευάστηκε το πρώτο τείχος, με μήκος περίπου 1.200 μ. Οι οχυρώσεις περιλάμβαναν διπλά τείχη και ένα φρούριο, το οποίο περιβαλλόταν επίσης από οχυρώσεις που εκτείνονταν σε συνολικό μήκος τριών χιλιομέτρων, ακολουθώντας τις παλαιότερες ρωμαϊκές.
Όταν αποχώρησαν οι Ρωμαίοι, η Carcaso μετονομάστηκε σε Carcasona και πέρασε στην κατοχή των Βησιγότθων, οι οποίοι κατέλαβαν την πόλη το 453 μ.Χ., υπό τον βασιλέα τους Θεοδώριχο τον Β’, ο οποίος ενίσχυσε τα οχυρωματικά της έργα. Το 507 μ.Χ. οι Φράγκοι νίκησαν τον Βησιγότθο βασιλέα Αλάριχο τον Β’ με αποτέλεσμα η κυριαρχία των Βησιγότθων να περιοριστεί στην Ιβηρική χερσόνησο και την Επτάπολη (Septimanie). Αυτό είχε ως συνέπεια να μετατραπεί η Καρκασσόν σε συνοριακή πόλη. Κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. η πόλη γίνεται έδρα επισκόπου από κοινού με την Αγκντ (Agde) και την Βιλνέβ λε Μαγκελόν (Villeneuve-lès-Maguelone). Ο επίσκοπος άρχισε να κτίζει ένα βησιγοτθικό ναό, η θέση του οποίου είναι σήμερα άγνωστη αν και από ορισμένους πιστεύεται ότι αποτέλεσε το αρχικό κτίσμα που κατεδαφίστηκε προκειμένου να θεμελιωθεί ο καθεδρικός του Σεν Ναζέρ. 
Το 725 μ.Χ. η πόλη περιέρχεται στην κατοχή των Αράβων. Σε αυτή την ιστορική περίοδο τοποθετείται κι ο θρύλος της "Dame Carcas", συζύγου του Άραβα ηγεμόνα της πόλης Μπάλακ, η οποία τον διαδέχτηκε όταν εκείνος απεβίωσε και της αποδόθηκε αργότερα το προσωνύμιο "Dame Carcas". Στις μέρες μας εξακολουθεί να δεσπόζει ένα άγαλμά της στην είσοδο της καστροπολιτείας. Ο θρύλος αναφέρεται στην πολιορκία της πόλης από τον Καρλομάγνο και  τον πολυάριθμο στρατό του. Όμως οι οχυρώσεις της ήταν απόρθητες αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα να συνεχίσει την πολιορκία, ελπίζοντας ότι οι πολιορκημένοι θα κατέρρεαν από την πείνα. Στην πίεση του αυτή ανάγκασε την Dame Carcas να κατασκευάσει αρχικά κούκλες από ύφασμα και άχυρο, τις οποίες έντυσε με στρατιωτικές στολές και τις τοποθέτησε στα τείχη ώστε οι πολιορκημένοι να φαίνονται πολλοί. Παράλληλα οι βαλλιστρίδες πίσω από τις κούκλες έριχναν πολλά βέλη, ώστε να φαίνεται πως τα ρίχνουν οι ψεύτικοι στρατιώτες. Ωστόσο η επιμονή του Καρλομάγνου δεν ήταν αβάσιμη καθώς ύστερα από κάποιο διάστημα, στην πόλη απέμεινε μόνον ένα μικρό γουρουνάκι και ένα σακί κριθάρι. Η Dame διέταξε να ταΐσουν το γουρουνάκι με το κριθάρι και να το πετάξουν από τα τείχη. Όταν οι πολιορκητές είδαν το νεκρό γουρουνάκι, πίστεψαν πως η Καρκασσόν έχει τόσο πολύ διαθέσιμο κριθάρι, ώστε να μπορεί να ταΐζει με αυτό ακόμη και τα γουρούνια της. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον Καρλομάγνο σε απελπισία, ο οποίος αποφάσισε να λύσει την πολιορκία. Κατά την αποχώρηση των πολιορκητών, η Dame διέταξε να κτυπήσουν οι καμπάνες όλων των εκκλησιών, για να μαθευτεί το ευχάριστο νέο.
Κατά τον 16ο αιώνα χτίζεται η Κάτω Πόλη, η οποία βρισκόταν εκτός οχυρώσεων κι αρχίζει να γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη σε σχέση με την παλαιά οχυρωμένη πόλη που σταδιακά χάνει τον στρατιωτικό της ρόλο. Το 1531 η ευημερία κι η ηρεμία στο Καρκασσόν τραντάζονται από το προτεσταντικό κίνημα που κάνει την εμφάνισή του εκεί, προκαλώντας διωγμούς σε όσους προσχωρούν σ' αυτό. Η Κάτω Πόλη οχυρώνεται για να προστατεύσει τους καθολικούς κατοίκους της, οι οποίοι αρχίζουν να επιτίθενται κατά των χωριών που έχουν προσχωρήσει στον προτεσταντισμό. Παράλληλα αναπτύσσεται ένας ανταγωνισμός της Κάτω και της Πάνω Πόλης, ο οποίος οδηγεί στη μερική καταστροφή της Κάτω Πόλη αλλά και στην ανελέητη σφαγή των διαμαρτυρόμενων κατοίκων, γεγονός που σημειώθηκε το 1560. 
Η οικονομική άνθηση στην Καρκασσόν θα επανέλθει με τη βιομηχανία υφασμάτων που αρχίζουν να κατασκευάζονται σε αυτήν. Ο Κολμπέρ είναι ο πρώτος που δημιουργεί το 1667 την υφασματοβιομηχανία των αδελφών Σαπτ (Manufacture de draps des Saptes), δίνοντας μεγάλη οικονομική ώθηση στην πόλη. Η οικονομική ευημερία έχει ως συνέπεια την κατασκευή πολυτελών κατοικιών, την υδροδότηση της πόλης και τον φωτισμό των δρόμων της, ενώ παράλληλα τα τείχη της Καστροπολιτείας κι οι πύλες της Κάτω Πόλης θα κατεδαφιστούν. Όμως, κατά την διάρκεια του “παλαιού καθεστώτος” (Ancien Regime) η πόλη θα μετατραπεί σε οπλοστάσιο και αποθήκη εφοδίων και θα παραμείνει σε αυτήν την εμπόλεμη κατάσταση μέχρι την Γαλλική Επανάσταση. Ο 20ός αιώνας θα βρει την Καρκασσόν ως μια από τις σπάνιες περιπτώσεις ευρωπαϊκής μεσαιωνικής οχυρωμένης πόλης που έχουν διασωθεί στην κατάσταση που βρισκόταν κατά τον 13ο αιώνα, μ' αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν αρκετές κινηματογραφικές παραγωγές καθώς τα τείχη αποτελούσαν ιδανικό σκηνικό για τους σκηνοθέτες.  
Αναζητώντας την παραμυθένια ατμόσφαιρα της Καστροπολιτείας, διασχύσαμε την εντυπωσιακή Πύλη της Ναρμπόν, η οποία κατασκευάστηκε κατά την μεσαιωνική περίοδο και περιβάλλεται από δύο τεράστιους πύργους, με μυτερές οροφές. Στην είσοδο της πύλης βρίσκεται και το άγαλμα της Dame Carcas. Ένα ανηφορικό πέτρινο μονοπάτι μας οδήγησε στα ενδότερα του κάστρου, όπου μικρά μαγαζάκια με αναμνηστικά και καφετέριες που εκείνη την ώρα άνοιγαν για να υποδεχτούν τους επισκέπτες, μας καλημέριζαν σε κάθε μας βήμα. 
Πρώτα επισκεφθήκαμε τον παλιό καθεδρικό της πόλης που χτίστηκε στην άλλη άκρη της Καστροπολιτείας. Το πρώτο έγγραφο που αναφέρει για την ύπαρξη του ναού του Σεν Ναζέρ και του Σεν Κελς, χρονολογείται από το 925 μ.Χ. Το 1096 μ.Χ., ο Πάπας Ουρβανός ο Β’ ήλθε στην Καρκασσόν και ευλόγησε τα θεμέλια του, αλλά η κατασκευή του ολοκληρώθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 12ου αιώνα. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος ναός ανακατασκευάστηκε αρκετές φορές, με αποτέλεσμα η σημερινή του μορφή να αποτελείται από διαφορετικά αρχιτεκτονικά στυλ. Το 1801 έχασε τον τίτλο του Καθεδρικού Ναού προς όφελος του ναού του Αγίου Μιχαήλ που βρίσκεται στην Κάτω Πόλη, αλλά το 1898 ο Πάπας Λέων ο ΙΓ’ του απέδωσε τον τίτλο της Βασιλικής. Ο συγκεκριμένος ναός, ως αναπόσπαστο κομμάτι των οχυρώσεων, έχει μια στιβαρή και χοντροκομμένη όψη, παρόμοια με τον καθεδρικό που είχα συναντήσει στην Άβιλα, την πόλη-φρούριο της Ισπανίας. Στο εσωτερικό του όμως με εντυπωσίασε ο πλούσιος διάκοσμος των βιτρό του. 
Από τον παλιό καθεδρικό περπατήσαμε ως το Κάστρο, το οποίο είναι κτισμένο στο κέντρο των οχυρωματικών έργων και λειτουργούσε ως έσχατη άμυνα της Καστροπολιτείας. Το συγκεκριμένο φρούριο κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα από τους Τρανκαβέλ. Κατά τους αιώνες που ακολούθησαν υπέστη αρκετές τροποποιήσεις, με αποτέλεσμα σήμερα να μην δίνει ακριβή εικόνα του αρχικού κτίσματος, στο οποίο κατοίκησε η δυναστεία των υποκομήτων της Καρκασσόν. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείου, δίνοντας τη δυνατότητα στους επισκέπτες να περπατήσουν πάνω στα τείχη του και να μελετήσουν τις αμυντικές λειτουργίες του οικοδομήματος. Από τα ψηλά τείχη του κάστρου, παρατήρησα την πόλη που απλωνόταν από κάτω, η οποία μου έδινε την αίσθηση πως βρίσκεται πια σε μια νάρκη μετά από τις χρόνιες διεκδικήσεις και τις ανελέητες σφαγές που έχει ζήσει. Συγχρόνως άφηνα το βλέμμα μου να χαθεί στην ευρύτερη περιοχή που απλωνόταν ως τα Πυρηναία όρη.
Κατηφορίζοντας ξανά στα ριζά του κάστρου, συνειδητοποίησα πως η πόλη του Καρκασσόν ήταν πράγματι μια πόλη που έχει αφαιθεί στην ηρεμία της στασιμότητας. Δρόμοι άδειοι, άνθρωποι σιωπηλοί και μαγαζάκια μικρά, όμορφα και ζεστά χωρίς θαμώνες. Περιπλανηθήκαμε στους δρόμους της Κάτω Πόλης χωρίς να μας τραβήξει κάτι το ενδιαφέρον πέρα από τους καθεδρικούς ναούς Saint Michel και Saint Vincent που συμβολίζουν την ένωση των δύο ομώνυμων χωριών που βρίσκονταν εκτός των τειχών της μεσαιωνικής Καστροπολιτείας. 
Λίγο πριν την αναχώρησή μας για την Τουλούζη, ξαποστάσαμε σε μια κρεπερί για ένα ζεστό καφέ και μια γλυκιά κρέπα. Όσην ώρα απολαμβάναμε τις νοστιμιές της πόλης, μια ρακένδυτη γυναίκα καθόταν δίπλα μας και μονολογούσε ασταμάτητα. Όταν αντιλήφθηκε πως την κοιτούσαμε, μας έπιασε την κουβέντα. Όταν της είπαμε πως είμαστε από την Ελλάδα, ξαφνιάστηκε. 
"Είναι δύσκολη η γλώσσα σας" μας είπε κι εμείς κουνήσαμε καταφατικά το κεφάλι. "Πως λέτε το νερό στα ελληνικά;". 
Της το είπαμε αργά και το επαναλάβαμε κάμποσες φορές μέχρι να το αποστηθίσει. Αφού έμαθε να το λέει καθαρά, την ακούγαμε να το επαναλαμβάνει ψιθυριστά μέχρι που φύγαμε. 
Μ' αυτόν τον γλυκόπικρο τρόπο και με τη συνοδεία ενός παγωμένου ψιλόβροχου, η ένδοξη καστροπολιτεία του Καρκασσόν, μας ξεπροβόδισε από τα αλλοτινά λαμπερά της παλάτια. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου