Τρίτη 12 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Γατόπαρδος (1963)


Σε πολλές κινηματογραφοφιλικές συζητήσεις μου για τις ταινίες του Λουκίνο Βισκόντι δεχόμουν διάφορα επικριτικά σχόλια όταν έλεγα πως δεν έχω δει ακόμα τον "Γατόπαρδο". Μάλιστα είχα ακούσει κάμποσες φορές την άποψη πως είναι δύσκολο να εκφέρει κάποιος γνώμη για την φιλμογραφία του σπουδαίου Ιταλού σκηνοθέτη χωρίς να χει δει τη σημαντικότερη κι ομορφότερη ταινία του. Και να λοιπόν που στο τέλος της καραντίνας ήρθε η στιγμή να απολαύσω ένα σπάνιο αριστούργημα εποχής που πέρα από την κινηματογραφική μαεστρία του Λουκίνο Βισκόντι, περηφανεύεται για την ονειρική μουσική του Νίνο Ρότα και τις εκπληκτικές ερμηνείες του Μπαρτ Λάνκαστερ, του Αλέν Ντελόν και της πανέμορφης Κλαούντια Καρντινάλε. Δεν είναι τυχαίο που ο "Γατόπαρδος" είναι η μοναδική ταινία που έκανε τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν να παραδεχτεί πως ζήλεψε πραγματικά.
Η ιστορία της ταινίας βασίστηκε στο θρυλικό βιβλίο του Τζουζέππε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, το οποίο μιλάει για το τέλος της αριστοκρατικής εποχής, όπου μέσα από τη στάχτη της ξεπήδησε το κράτος της Ιταλίας. Το ενδιαφέρον στρέφεται στη Σικελία, ένα ξεχασμένο αλλά περήφανο βασίλειο όπου ζούσαν οι τελευταίες αριστοκρατικές οικογένειες. Μια απ' αυτές ανήκει στον πρίγκιπα Γατόπαρδο, ο οποίος ως αριστοκράτης απεχθάνεται τις κοινωνικές αλλαγές που επιφέρει η επανάσταση κι οι στρατιές του Γκαριμπάλντι, όμως  από την άλλη ως διορατικό μυαλό προετοιμάζει το έδαφος για να επιβιώσει και να διατηρήσει το γόητρό του στη νέα τάξη πραγμάτων. Για να το πετύχει αυτό, στηρίζει οικονομικά τον αγαπημένο του ανιψιό που συμμετέχει στην "ενωτική" εισβολή των στρατιών του Γκαριμπάλντι στη Σικελία. Η σκηνή της μάχης μεταξύ του βασιλικού στρατού και των ερυθροχιτώνων της ιταλικής ενοποίησης περιτριγυρισμένων με μικρά παιδιά που κουνούν την τρίχρωμη σημαία, μοιάζει να είναι βγαλμένη από το διάσημο πίνακα του Ντελακρουά όπου η "Ελευθερία οδηγεί τον λαό". 
Η επανάσταση πετυχαίνει και στη θέση της λευκής σημαίας με το χρυσό κρίνο, κυματίζει πια η γνώριμη σημαία της Ιταλίας. Ο Γατόπαρδος αποσύρεται έγκαιρα από το φλεγόμενο Παλέρμο κι επιστρέφει στο εξοχικό του παλάτι που βρίσκεται στην καρδιά της Σικελίας. Παραμένοντας μακριά από τις καταιγιστικές εξελίξεις κι έχοντας χρόνο και ηρεμία που του επιφέρει η ασφάλεια του εξοχικού παλατιού, θα αναλογιστεί τις νέες συνθήκες και να κινηθεί έγκαιρα για να εγκαθιδρυθεί στις νέες καταστάσεις. Βλέποντας πως δεν υπάρχει γυρισμός, θα δείξει φανερά πως είναι υπέρ της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής που έρχεται κι αμέσως σχεδιάζει να παντρέψει τον αγαπημένο του ανιψιό με την κόρη ενός πλούσιου, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να περάσει από την κάστα της αριστοκρατίας στην πλούσια αστική τάξη. 


Ξέροντας πως η αριστοκρατία θα περάσει στο παρελθόν, ο Γατόπαρδος θα προσπαθήσει να ρθει κοντά με τους νεόπλουτους που θα αποτελέσουν την νέα ελίτ της ιταλικής κοινωνίας. Σε ένα από τα δείπνα που θα παραχωρήσει στην αφρόκρεμα της πόλης, θα γνωριστεί με τον άξεστο δήμαρχο Ντον Καλόγερο, ο οποίος σκεπτόμενος κουτοπόνηρα θα πάει συνοδευόμενος με την πανέμορφη κόρη του. Σ' εκείνην την υπέροχη σκηνή απολαμβάνουμε την κόντρα της αριστοκρατίας με την αστική τάξη, της οποίας είναι φανερή η έλλειψη παιδείας. Όμως η κόντρα αυτή σβήνει απότομα με την εντυπωσιακή είσοδο της κόρης του δημάρχου. Οι κουβέντες σταματάτε και τα βλέμματα καρφώνονται πάνω της. Η ίδια αρχικά σαστίζει αλλά αμέσως αντιλαμβάνεται την ομορφιά της αλλά και τον δυναμισμό που μπορεί να εκπέμψει μέσα απ' αυτήν. Κι έτσι με βήμα αποφασιστικό εισέρχεται στο χώρο γνωρίζοντας πως η ίδια μετατρέπεται σε ένα σύνδεσμο που ενώνει το απερχόμενο αριστοκρατικό παρελθόν με το επερχόμενο αστικό μέλλον. Ο ανιψιός του Γατόπαρδου παρόλο που είχε μια σχεδόν ερωτική σχέση με κάποια από τις ξαδέρφες του, τελικά υποκύπτει στη γοητεία της κόρης του δημάρχου κι έτσι αρχίζει το ερωτικό τους ειδύλλιο. 
Σε κείνη τη συνάντηση θα ακουστούν πολλές αλήθειες, οι οποίες θα ειπωθούν με μια πρωτόγνωρη λυρικότητα. «Εμείς οι αριστοκράτες είμαστε οι λεοπαρδάλεις και τα λιοντάρια αυτού του κόσμου κι αυτοί, οι αστοί κι οι έμποροι, που θα μας αντικαταστήσουν, θα είναι τα τσακάλια και τα πρόβατα. Και μετά, όσοι επιβιώσουμε, λεοπαρδάλεις, λιοντάρια, τσακάλια και πρόβατα, θα συνεχίσουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας σαν το αλάτι της γης». Με λίγα λόγια ο Γατόπαρδος υπονοεί το τράνταγμα των κοινωνικών ισορροπιών που θα στρώσουν το έδαφος για το φασισμό, τον εθνικοσοσιαλισμό και τους Μεγάλους Πολέμους. Το πιο ξεκάθαρο μήνυμα όμως της ταινίας είναι ο ισχυρισμός του ανιψιού του Γατόπαρδου, που δηλώνει χωρίς ίχνος εντιμότητας πως «για να παραμείνουν τα πράγματα τα ίδια, όλα πρέπει να αλλάξουν». Περισσότερο όμως με άγγιξε η ειλικρινής δήλωση που φανέρωνε τη φθίνουσα πορεία της αριστοκρατικής τάξης επηρεασμένης από την ιταλική ενοποίηση. «Εγώ ανήκω σε μια ατυχή γενιά, με δύο κόσμους που επικαλύπτονται μεταξύ τους αλλά είναι άρρωστοι και οι δύο».


Ακολουθεί η τελευταία και μεγάλης διάρκειας σκηνή του έργου, όπου γινόμαστε θεατές της μεγάλης γιορτής όπου παντρεύεται η αριστοκρατία με την αστική τάξη. Σε αντίθεση με τις πρώτες σκηνές του έργου, εδώ παρακολουθούμε ένα συνονθύλευμα προσώπων, ενδυμασιών και συμπεριφορών που προσπαθούν με κάθε τρόπο να αναδειχθούν και να καρπωθούν τους θησαυρούς που άφησε απροστάτευτους η επανάσταση. Η ορχήστρα παίζει βαλς του Βέρντι και οι νέοι χορεύουν άλλοτε με πάθος κι άλλοτε παιχνιδιάρικα προσπαθώντας ο καθένας να βρει το ταίρι του σ' αυτόν τον νέο κόσμο που γεννιέται ενώ οι ηλικιωμένοι παρακολουθούν σαν θεατές διακριτικά, προσπαθώντας να διατηρήσουν την καθαρότητά τους με ενδοταξικούς γάμους. 
Σε αντίθεση με τους παρευρισκομένους, ο Γατόπαρδος κινείται σαν σκιά. Συνειδητοποιεί πως γλιστρά στο περιθώριο της ιστορίας κι αρχίζει να εναρμονίζεται με τον θάνατο. Η κάμερα τον ακολουθεί καθώς περιφέρεται στις αίθουσες, αφήνοντας μέσα από το βλέμμα του να ξεχυθούν οι σκέψεις του, οι τελευταίες επιθυμίες του αλλά κι η θλίψη του επερχόμενου τέλος του. Ως κύκνειο άσμα της πλούσιας ιστορίας του, είναι το υπέροχο βαλς που χορεύει με την κόρη του δημάρχου. Είναι και η μοναδική σκηνή που όχι μόνο φανερώνεται η ερωτική τους έλξη αλλά συνειδητοποιούν κι οι δυο πως είναι αμοιβαία κάνοντας τον ανιψιό που τους παρακολουθεί να νιώσει άβολα. Θα μπορούσε άνετα ο νεαρός να εκδηλώσει την αγανάκτησή του στη σκηνή αυτή αλλά σωπαίνει ξέροντας πως αναρριχήθηκε στην πλούσια κοινωνία με τη βοήθεια του θείου του. Από τη  μια νιώθουμε συμπόνια για το στιγμιαίο δράμα του ανιψιού αλλά από την άλλη αισθανόμαστε τον απελπισμένο πόθο που εκδηλώνεται ανάμεσα στο Γατόπαρδο και τη νεαρή πριγκίπισσα. Μπορεί ο Γατόπαρδος να ήταν ένας σπουδαίος πρίγκιπας που τα είχε όλα δικά του αλλά για πρώτη φορά νιώθει πως ηττάται διότι ο αντίπαλός του είναι φρέσκος κι έχει όλο το μέλλον μπροστά του. Γι' αυτό το λόγο σκύβει το κεφάλι με αξιοπρέπεια και μελαγχολία κι αποδέχεται την μειονεξία του απέναντι στα νιάτα του ανιψιού του. Θρηνεί βουβά για την κατάρρευση της τάξης του, την αδυναμία του να έχει δική του μια νέα κι όμορφη γυναίκα αλλά και τον επερχόμενο φυσικό του θάνατο. Γι' αυτό το λόγο επιλέγει να αποχωρήσει από τη δεξίωση μόνος και να περιπλανηθεί αγέρωχος στην πόλη ακούγοντας τις πρωινές εκτελέσεις των οπαδών του Γκαριμπάλντι. Με αξιοπρέπεια γονατίζει ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του και κυριευμένος από τη μοναξιά του τέλους εξαφανίζεται σε ένα σκοτεινό σοκάκι.
Η επανάσταση έληξε, ο λαός για μια ακόμη φορά ηττήθηκε, η ελπίδα πήρε μια ακόμη παράταση και οι πλούσιοι ξαναμοιράζουν τη γη. Και να που τελικά τα λόγια του ανιψιού βγαίνουν αληθινά. "Για να παραμείνουν όλα τα πράγματα τα ίδια, πρέπει όλα να αλλάξουν".



Πριν μιλήσω για τα σκηνοθετικά, θα θελα να ομολογήσω πως η επιλογή των ηθοποιών είναι εκπληκτική κάτι που απογειώνει κι άλλο την ταινία. Ο Μπαρτ Λανκαστερ παίζει το ρόλο της ζωής του, σαν πρίγκιπας μιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Ενώ αρχικά ο Βισκόντι ήθελε τον Λόρενς Ολίβιερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, οι παραγωγοί του επέβαλαν να επιλέξει τον μεγάλο κινηματογραφικό αστέρα εκείνης της εποχής για εμπορικούς λόγους. Παρά τις εντάσεις που προκλήθηκαν, ο Μπαρτ Λανκαστερ έδεσε απίστευτα με τον ρόλο προσφέροντας μια αξεπέραστη αριστοκρατική ακτινοβολία κι ενώ ερμηνεύει έναν μη προσιτό προς το ευρύ κοινό ρόλο, καταφέρνει μέσα από το παίξιμό του και το χιούμορ του (ειδικά στις σκηνές με τον ιερέα) να γίνει αρκετά συμπαθής και οικείος. Από την άλλη ο Αλέν Ντελόν ως ζεν πρεμιέ αρχίζει να  χτίζει το μύθο του, παίζοντας εκπληκτικά τον ρόλο του καιροσκόπου ανιψιού ενώ η Κλαούντια Καρνινάλε υποδύεται τον πιο ερωτεύσιμο ρόλο της καριέρας της.
Όσο για την ταινία, ομολογώ πως σπανίως εντυπωσιάζομαι με τα σκηνικά αλλά και με τα κοστούμια. Κι όμως στο "Γατόπαρδο" σου δίνεται η αίσθηση πως κι αυτά παίζουν κεντρικό ρόλο στην ιστορία. Πολλά πλάνα παρουσιάζονται σαν αριστοκρατικές πίνακες που συναντάμε μέσα σε επαύλεις. Οι λεπτομέρειες αυτές εξυψώνουν την ταινία μετατρέποντάς την σε ένα διαχρονικό κινηματογραφικό διαμάντι που θα βλέπεται το ίδιο απολαυστικά όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Ένας λόγος που με κανε να αγαπήσω παραπάνω αυτήν την ταινία, είναι η ίδια η ιστορία του Λουκίνο Βισκόντι, ο οποίος προερχόμενος από αριστοκρατική οικογένεια θεωρήθηκε προδότης από την τάξη του ενώ για κάποιους άλλους, τους περισσότερους ουσιαστικά, καθιερώθηκε ως ένας τίμιος διανοούμενος, ο οποίος, μόλις ανακάλυψε την αλήθεια, πέρασε στο πλευρό της εργατικής τάξης κι εντάχθηκε στη μεριά που αγωνίζεται για την πρόοδο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει τον κληρονομικό τίτλο του Κόμης δον Λουκίνο Βισκόντι Ντι Μοντρόνε. Όμως ο κόσμος τον αγκάλιασε αμέσως και του πρόσφερε τον άξιο τίτλος του κόκκινου κόμη που προσωπικά τον θεωρώ ως έναν πραγματικό τίτλο τιμή.
Ο "Γατόπαρδος" δεν είναι μόνο ένα κύκνειο άσμα για τον ξεπεσμό της αριστοκρατικής τάξης, ούτε ένα κατηγορώ για τις επαναστάσεις που σβήνουν άδοξα αναγκάζοντας τους δοκιμαζόμενους λαούς να πέφτουν πάντα θύματα στα σχέδια των ολιγαρχών καιροσκόπων. Συνάμα ο "Γατόπαρδος" είναι ένα άσμα που υμνεί την ομορφιά της Σικελίας και την περηφάνια των κατοίκων της, οι οποίοι έμαθαν να ζουν σαν θεοί και να καμαρώνουν για την ιστορία τους παρόλο που υπήρξαν υποταγμένοι σε πολλά βασίλεια, έχοντας παρηγοριά πως απ' όλους τους κατακτητές πήραν ότι καλό είχαν για να φτιάξουν την δικιά τους πολιτισμική κι εθνολογική οντότητα. Ένα κινηματογραφικό ποίημα γι' αυτήν την ατέρμονη τρέλα και την ακόρεστη δίψα για ζωή που μόνο η Μεσόγειος γεννάει. Πόσο μάλλον για ένα λαό που ζει ακριβώς στη καρδιά της κλειστής αυτής θάλασσας. Ο "Γατόπαρδος" είναι το ελεύθερο πνεύμα της Σικελίας.

Βαθμολογία: 9/10

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Αμαρτωλές Σχέσεις (1964)


Τελικά το 1964 ήταν η χρονιά των γαλλικών ερωτικών τριγώνων καθώς πέρα από το αξεπέραστο αριστούργημα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ "Μια Γυναίκα Παντρεμένη" έχουμε και την αδίκως άγνωστη ταινία του Φρανσουά Τρυφώ "Αμαρτωλές Σχέσεις". Προσωπικά θεωρώ αρκετά ατυχή τον ελληνικό τίτλο καθώς ο γαλλικός "Τρυφερό Δέρμα" δένει τόσο όμορφα με την ενδιαφέρουσα ιστορία της ταινίας, την οποία ο Τρυφώ εμπνεύστηκε όταν διάβασε την είδηση πως μια απατημένη γυναίκα πυροβόλησε το σύζυγό της σε μια παμπ του Παρισιού. 
Η ιστορία ξεκινάει ως φιλμ νουάρ, καθώς ο πρωταγωνιστής της ιστορίας τρέχει να προλάβει την πτήση του για τη Λισαβόνα. Οι πρώτες σκηνές θυμίζουν ταινία καταδίωξης στους δρόμους του Παρισιού δημιουργώντας αμέσως μια σχέση έντασης ανάμεσα στην ταινία και τον θεατή. Μαζί με τον πρωταγωνιστή αγωνιούμε κι εμείς για το αν θα προλάβει το αεροπλάνο προτού σχηματίσουμε μια οικειότητα αλλά και μια συμπάθεια με το πρόσωπό του. Όλη αυτή η ένταση αλλά κι όλα αυτά που θα ακολουθήσουν μετά, δίνουν στο θεατή αφορμή για προβληματισμό στο ερώτημα αν τελικά θα ήταν καλύτερα για 'κείνον τα πράγματα σε περίπτωση που έχανε την πτήση.
Ταξιδεύοντας ο Πιέρ στη Λισαβόνα για να συμμετάσχει σε μια διάλεξη για το έργο του Μπαλζάκ, θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί την αεροσυνοδό Νικόλ. Ακολουθώντας τις όμορφες κινήσεις της κάμερας, συμμετέχουμε στο ηδονοβλεπτικό παιχνίδι του πρωταγωνιστή καθώς παρατηρεί κάθε σπιθαμή της γοητευτικής Νικόλ κι αμέσως θυμόμαστε στιγμές που έχουμε κι οι ίδιοι ζήσει μέσα σε μεταφορικά μέσα όπου διασταυρωνόμαστε με άγνωστα βλέμματα, γεννώντας μας ερωτήματα για το υπόλοιπο της ημέρας όπως "αν της μιλήσω..." κι "αν την γνωρίσω...". 
Στη συγκεκριμένη ιστορία τα δυο αυτά πρόσωπα τυγχάνει να βρεθούν στο ίδιο ξενοδοχείο. Σε μια υπέροχη σκηνή μέσα στο ασανσέρ, η Νικόλ θα φανερώσει τον αριθμό του δωματίου της αφήνοντας μια υπόνοια πως θέλει να γνωριστεί με τον Πιέρ. Εκείνος συγκρατεί τον αριθμό και βαδίζει προβληματισμένος στο δωμάτιό του. Εντυπωσιακό στοιχείο εκείνης της σκηνής είναι τα παπούτσια που είναι αφημένα έξω από τα δωμάτια. Κάποια ζευγάρια είναι μόνα τους κι άλλα είναι διπλά. Στα μοναχικά ζευγάρια δείχνει μια συμπόνοια συμμεριζόμενος τη μοναξιά των κατόχων τους ενώ με τα διπλά ζευγάρια φουντώνει η επιθυμία του να την πάρει τηλέφωνο. Ξέροντας πως δε θα κοιμηθεί ήρεμος έχοντας αυτήν την ταλάντευση στο μυαλό του, της τηλεφωνεί για να λάβει την αρνητική της απάντηση. Πριν όμως βυθιστεί στην απόγνωση, θα δεχτεί ένα τηλεφώνημα από εκείνην που αφού πρώτα απολογείται για την απότομη συμπεριφορά της, τελικώς δέχεται να πιει ένα ποτό μαζί του και να γνωριστούν. Είναι εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίον ο Πιέρ εκφράζει τον ενθουσιασμό του ανάβοντας όλα τα φώτα του δωματίου. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει το ερωτικό τρίγωνο.




Γυρνώντας ο Πιέρ στο Παρίσι, αρχίζει να φέρεται νευρικά στη γυναίκα του κι αναζητά δικαιολογίες για να λείπει από το σπίτι. Οι σπασμωδικές του αυτές κινήσεις θα τον οδηγήσουν αρκετές φορές σε λάθη όπως στο να προτείνει στην Νικόλ να μείνουν σε ένα ξενοδοχείο δεύτερης κατηγορίας. Από την άλλη η κτητικότητα της Νικόλ γίνεται όλο και πιο αισθητή κάτι δίνει δικαιώματα στον Πιέρ να πιστεύει πως εκείνη βλέπει τη σχέση τους στα σοβαρά. Έτσι αποφασίζει να δεχτεί μια πρόταση που του έχουν κάνει στη Ρενς για να μπορέσει να περάσει λίγο χρόνο μαζί της.
Τελικά η Ρενς θα αποδειχτεί κομβικό σημείο τόσο για τη σχέση τους όσο και για τη ζωή του. Ο ίδιος αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις ευθύνες που του αναλογούν καθώς δεν είναι σε θέση να προστατεύσει την παράνομη σχέση του καθώς δίνει μεγαλύτερη έμφαση τόσο στη δημόσια εκείνα του όσο και στις δημόσιες σχέσεις που απαιτούνται στο χώρο όπου κινείται κι εργάζεται. Παράλληλα ο ίδιος αντιλαμβάνεται το πόσο λίγος μπορεί να είναι ερωτικά απέναντι στη νέα του σύντροφο, καθώς της ζητάει να του μιλήσει για τις προηγούμενες ερωτικές τις σχέσεις. 
Επιστρέφοντας στο Παρίσι συνειδητοποιεί πως η νέα του σύντροφος δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αφορμή στο να διαλύσει έναν γάμο που ήδη έχει βαλτώσει. Ψάχνοντας τρόπους για να το ανακοινώσει στη γυναίκα του, μαθαίνει πως εκείνη έχει αρχίσει να τον υποψιάζεται και του ζητάει διαζύγιο. Η εξέλιξη αυτή του λύνει από τη μια τα χέρια αλλά από την άλλη τον πνίγει η ανασφάλεια καθώς δεν έχει ξεκαθαριστεί η κατάσταση με την Νικόλ, η οποία ήδη έχει αρχίσει να απογοητεύεται μαζί του. Η ρωγμή στην παράνομη σχέση θα ρθει όταν ο Πιέρ της ανακοινώνει το επερχόμενο διαζύγιό του. Εκεί η νεαρή Νικόλ θα αναλογιστεί τη ζωή που θα χει μαζί του και κατά πόσο το επιθυμεί αυτό. Η φυγή της θα είναι λίγο άγαρμπη αλλά ειλικρινής, προσφέροντας μια άκρως δυναμική σκηνή στην ταινία. Μετέωρος ο Πιέρ στα νέα δεδομένα, θα προσπαθήσει να σώσει την όλην κατάσταση με το να θέλει να επιστρέψει στην οικογένειά του. Όμως η τυχαία αποκάλυψη του παράνομου δεσμού του θα εξοργίζει τη σύζυγο του, η οποία θα προβεί σε μια θολωμένη τραγική πράξη. 




Στην ταινία υπήρξαν αρκετά στοιχεία που με εντυπωσίασαν, κάνοντάς με να την θεωρήσω ως ένα από τα αριστουργήματα του παρελθόντος. Σκηνοθετικά μου πρόσφερε υπέροχα πλάνα που έδεναν αρμονικά το φιλμ νουάρ ύφος με την νουβέλ βαγκ. Η σκηνή στο αμάξι με το ζευγάρι που φυγαδεύεται από την Ρενς είναι άκρως ρομαντική ενώ ξεχωριστή συναισθηματική φόρτιση είχε το πλάνο όπου ο Πιέρ βλέπει από το νεόδμητο διαμέρισμα την Νικόλ να φεύγει. 
Επίσης ενθουσιάστηκα με το πλάσιμο των χαρακτήρων. Ο Πιέρ προσπαθεί να κρύψει την ανδρική του ανασφάλεια μέσα από το σοφιστικέ ύφος ενός δήθεν φιλόσοφου που κουβαλάει τον πρωτευουσιάνικο αέρα του Παρισιού. Προτιμά να εντυπωσιάζει με τον λόγο του διότι κατά βάθος γνωρίζει πως δεν έχει τις δυνατότητες να προσφέρει κάτι άλλο. Η αδυναμία της ανδρικής του πυγμής γίνεται φανερή στην Ρενς όπου απαρνιέται με πολλούς τρόπους την Νικόλ, τόσο στο να την καλέσει στη διάλεξη που παραχώρησε όσο και στον δείπνο που του πρόσφεραν οι διοργανωτές αλλά κι όταν την βλέπει να παρενοχλείται από έναν πότη. Εκεί γίνεται μεμιάς ένας αντιήρωας που χάνει την όποια συμπάθεια έχει αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ταινίας. Δεν είναι τυχαίο που στη Ρενς τον πιάνει η ανασφάλεια και ζητά από την Νικόλ να του περιγράψει όλες τις προηγούμενες σχέσεις της προσπαθώντας μάταια να βρει αρνητικά στοιχεία των πρώην συντρόφων της για να νιώσει εκείνος καλύτερα. 
Από την άλλη η Νικόλ αντιπροσωπεύει τη νέα γενιά εκείνης της εποχής. Δεν αναφέρει πουθενά την οικογένειά της, φανερώνοντας μια πρώτη αντίσταση κατά της πατριαρχίας. Η ίδια επιλέγει μια δουλειά που την βοηθάει να ταξιδεύει, ισορροπώντας μ' αυτόν τον τρόπο τις τάσεις φυγής της ενώ οι ερωτικές τις περιπέτειες (αρκετά μοντέρνες για εκείνην την εποχή) δείχνουν τις τάσεις της επερχόμενης ερωτικής απελευθέρωσης. Μιας απελευθέρωσης που θα εγκλωβίσει περισσότερο τον Πιέρ καθώς εξακολουθεί να κουβαλάει τα βαρίδια της συντηρητικής του ζωής. Δεν είναι τυχαίο που τελικά η Νικόλ επιλέγει την ελευθερία της παρόλο που στο πρόσωπο του Πιέρ αναγνωρίζει τη σοβαρότητα, την σταθερότητα αλλά και την ωριμότητα που αναζητούσε στους προηγούμενους συντρόφους της. 
Τέλος η Φράνκα, η σύζυγος του Πιέρ αντιπροσωπεύει απόλυτα το γυναικείο φύλο που είχε μάθει να ζει περιορισμένο στους τέσσερις τοίχους του οικογενειακού της περιβάλλοντος. Έχοντας καθυποτάξει δικές της επιθυμίες, αναλαμβάνει το ρόλο της "υπηρέτριας" του Πιέρ όχι επειδή η ίδια το επιθυμεί αλλά επειδή έτσι πρέπει. Όταν του ζητάει να χωρίσουν, το κάνει περισσότερο για να ταρακουνήσει τον σύντροφό της πιστεύοντας πως οι υπηρεσίες που τόσα χρόνια του προσφέρει τον έχουν δεσμεύσει κοντά της. Τελικά όμως θα σοκαριστεί όταν θα δει την ευκολία με την οποία ο Πιέρ αποφασίζει να εγκαταλείψει την οικογένειά του κι εκεί αντί να επιρρίψει ευθύνες στον άνδρα της αναζητά που ακριβώς εκείνη έχει κάνει το λάθος. Η άδικη ενοχοποίησή της θα την τρελάνει κι ίσως γι' αυτόν τον λόγο θα αντιδράσει τόσο έντονα στο τέλος. Μόνο που κι αυτή, ως ένα ανελεύθερο κι ανεύθυνο ον που έχει μάθει να ζει μέσα σε μια κοινωνία που πιέζει τον καθέναν να κάνει οικογένεια και να ναι καλός-η και πιστός-η σύζυγος, δρα με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσε όλη της τη ζωή, τελείως αυτοκαταστροφικά. Από τη μεριά της όμως λαμβάνουμε απρόσμενα μια απίστευτα δυναμική φεμινιστική κραυγή όταν την προσεγγίζει και την φλερτάρει ένας γλοιώδης τύπος στο δρόμο. 
Όπως η "Περιπέτεια" του Μικελάντζελο Αντονιόνι δέχτηκε τη χλεύη του κοινού έτσι και οι "Αμαρτωλές Σχέσεις" δέχτηκαν την χλιαρή αντιμετώπιση του κοινού στο Φεστιβάλ των Καννών. Ήταν η χρονιά που βραβεύτηκε το υπερτιμημένο "Οι Ομπρέλες του Χεμβούργου" κι όλοι τότε παραμιλούσαν για την πρωτοεμφανιζόμενη πρωταγωνίστρια Κατρίν Ντενέβ. Κανείς όμως δε γνώριζε πως η πανέμορφη πρωταγωνίστρια του Τρυφώ, Φρανσουάζ Ντορλεάκ ήταν αδελφή της Κατρίν Ντενέβ, η οποία δυστυχώς βρήκε πρόωρο θάνατο το 1967 μετά από ένα τροχαίο που της έκοψε το νήμα της ζωής στα εικοσιπέντε της χρόνια. 
Οι "Αμαρτωλές Σχέσεις" ή καλύτερα το "Τρυφερό Δέρμα" είναι ένα εξαιρετικό και σπάνιο αριστούργημα που είναι κρίμα να συγκαταλέγεται στις λιγότερο γνωστές ταινίες του Φρανσουά Τρυφώ. Μια άκρως μοντέρνα ερωτική ιστορία που εξακολουθεί να διατηρεί ακέραιη τη γοητεία της μέχρι σήμερα. Μια σπάνια κι άκρως γοητευτική μίξη δύο σπουδαίων κινηματογραφικών τάσεων, της νουβέλ βαγκ με του φιλμ νουάρ. Προσωπικά την τοποθετώ σε περίοπτη θέση στις αγαπημένες μου ταινίες αυτού του είδους.

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Στην Τύχη ο Μπαλταζάρ (1966)


Πριν απολαύσω το αριστουργηματικό έργο του Ρόμπερτ Μπρεσόν, δε περίμενα πως θα με συγκινούσε τόσο έντονα η ιστορία ενός ταλαίπωρου και πολύπαθου γαϊδουριού. Κι όμως ο γλυκύτατος Μπαλταζάρ με τα θλιμμένα του μάτια και τη βουβή του καρτερικότητα απέναντι στα βάσανα που του προκάλεσαν οι άνθρωποι, καταφέρνει να λυγίσει και τον πιο σκληρόπετσο κινηματογραφόφιλο. Αυτή η τόσο γλυκόπικρη ταινία του Ρόμπερτ Μπρεσόν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα έργο προσιτό που ξεχωρίζει τόσο με την λυρική του αφήγηση όσο και με την υπέροχη μουσική του. Ένα λιτό και βουβό δοκίμιο για την υποτιθέμενη ελευθερία των ανθρώπων που δυστυχώς ασφυκτιά κι αναιρείται εγκλωβισμένη σε καλούπια που η ίδια η κοινωνία δημιουργεί για να μαντρώνει και να ελέγχει τα μέλη της. 
Η ιστορία ξεκινάει με τη γέννηση του γαϊδαράκου κι ολοκληρώνεται με το θάνατό του. Έχοντας ως γραμμική αφήγηση τη ζωή του τετράποδου πρωταγωνιστή, μας παρουσιάζονται οι προβληματικές ζωές των ανθρώπων που αδυνατούν να λύσουν τα συμπλέγματά τους, μ' αποτέλεσμα να ξεσπούν την οργή που κουβαλούν μέσα τους με το να κακομεταχειρίζονται τους πιο αδύναμους της κοινωνίας. Πόσο μάλλον σ' ένα ζωό. 
Η ιστορία ξεκινά με τη γέννηση του Μπαλταζάρ, όπου μαζί μ' αυτήν μας αποκαλύπτεται κι ένας παιδικός έρωτας, ο οποίος νεκρώνει με το τέλος των διακοπών. Από τη μια έχουμε τον Ζακ που επιστρέφει με τους δικούς του στο Παρίσι κι από την άλλη την Μαρί που μένει με τον πατέρα της στους αγρούς. Ενθύμιο του καλοκαιρινού παιδικού έρωτα είναι η υιοθέτηση του μικρού γαϊδουριού κάτι που δημιουργεί μία αφύσικη αγάπη της Μαρί με τον Μπαλταζάρ. 
Τα χρόνια περνούν και τα παιδιά μεγαλώνουν. Μαζί μ' αυτά κι ο μικρός γάιδαρος. Όμως η πορεία δε κυλάει ευχάριστα για κανέναν. Οι γονείς των παιδιών τσακώνονται για μια υποτιθέμενη κακοδιαχείριση του αγροκτήματος κάτι που αναγκάζει τον Ζακ να επιστρέψει μετά από πολλά χρόνια στα Πυρηναία για να διευθετήσει το θέμα με τον μπαμπά της Μαρί. Όμως οι άκαρπες προσπάθειές του θα τον αναγκάσουν να φεύγει απογοητευμένος. Η σχέση των δύο νεαρών κλυδωνίζεται κάτι που κάνει την Μαρί να αντιδράσει με το να πάψει να ασχολείται άλλο με τον Μπαλταζάρ. Η πρώτη άδικη τιμωρία στο γαϊδουράκο παρόλο που φαίνεται αθώα, τελικά αποδεικνύεται πως λειτουργεί ως αφετηρία σε όλα αυτά που θα ακολουθήσουν.
Ο γάιδαρος πωλείται στον φούρναρη κι έκτοτε αρχίζει η μαρτυρική του ζωή. Η διαδικασία του πεταλώματος, μετατρέπεται σε μια ιεροτελεστία όπου το ζωντανό αφήνει την παιδική του ανεμελιά και εισχωρεί στη σκληρή ενήλικη ζωή της παραγωγής.  Όμως κι η ζωή της Μαρί παίρνει την κάτω βόλτα καθώς η κοπέλα αποπλανιέται από τον Ζεράρ, έναν νεαρό που εργάζεται στο φούρνο και με κάθε ευκαιρία βασανίζει το άμοιρο ζωντανό. 
Στη συνέχεια ο Μπαλταζάρ περνάει από πολλά χέρια κι έτσι από αποδιοπομπαίος τράγος που του χουν φορτώσει την ευθύνη ενός ατυχήματος με μια άμαξα μετατρέπεται σε έξυπνο ζώο που λύνει μαθηματικές πράξεις σε ένα τσίρκο (δεν είναι τυχαίο που στην ταινία το ζωντανό εκτιμάται μόνο στο κολαστήριο του τσίρκου) και καταλήγει να αγιοποιηθεί επειδή κουβάλησε τα λείψανα ενός τοπικού αγίου. Παρόλο που ο Μπαλταζάρ είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, διαπιστώνουμε πως ο ίδιος παρακολουθεί βουβός κι ανήμπορος τη μοίρα που του επιφυλάσσουν οι άνθρωποι. Σαν να είναι κι αυτός ένας αμέτοχος θεατής της ίδιας του της ζωής. Από την αρχή μετατρέπεται σε σιωπηλό παρατηρητή μέχρι που καταλήγει ως αθέλητος συνένοχος κάποιων παρανομιών που θα του στοιχίσουν την ίδια του τη ζωή. Κατά μία έννοια η πορεία του συμβαδίζει με την πονεμένη ιστορία της Μαρί, η οποία όταν αποφασίζει να παντρευτεί τον Ζακ, κακοποιείται από την παρέα του Ζεράρ, οι οποίοι την αφήνουν γυμνή και κλειδωμένη σε ένα αγροτόσπιτο. Και κάπου εκεί η δυο βασανισμένες ψυχές της ιστορίας οδεύουν προς το τέλος. Από την μια η Μαρί εξαφανίζεται, με τον δημιουργό να αφήνει την υπόνοια της αυτοκτονίας ενώ ο Μπαλταζάρ χρησιμοποιείται σε μία παράνομη αγοραπωλησία κοντά στα γαλλοϊσπανικά σύνορα, κάτι που τελικά θα του στοιχίσει τη ζωή.
Φτάνοντας προς το τέλος της ταινίας, συνειδητοποιούμε πως η βιαιότητα και τα λάθη που έχουν συσσωρευτεί στην κλειστή αυτή κοινωνία παραμένουν ατιμώρητα. Κι όσο πιο πολλά γίνονται τόσο περισσότερο βαραίνουν τα πρόσωπα που ευθύνονται γι' αυτά. Δειλοί στο να αντιμετωπίσουν τις ευθύνες τους αναζητούν τη λιγότερο οδυνηρή λύση μέχρι που διαπιστώνουν πως το μόνο που χρειάζεται για να σβηστούν διαπαντός ώστε να δώσουν ξανά ανάσα στην καταπιεσμένη κοινωνία, είναι ένας αποδιοπομπαίος τράγος που θα τα επωμιστεί όλα τα δεινά και θα θυσιαστεί για το καλό όλων. Στη συγκεκριμένη ιστορία δεν είναι άλλος από τον Μπαλταζάρ, ο οποίος κουβαλώντας συμβολικά και κυριολεκτικά τις αμαρτίες των ανθρώπων στο ήδη καταπονημένο κορμί του, θα αποδεχτεί (;) βουβός κι αξιοπρεπής την μαρτυρική του θυσία και θα ξεψυχήσει ολομόναχος σε μια σκηνή που κλείνει σπαρακτικά όλη την λυρική αφήγηση του Μπρεσόν. 


Κατά τη διάρκεια της ταινίας ο Μπαλταζάρ θα ζήσει πολλές στιγμές, άλλες όμορφες κι άλλες τραγικές. Θα νιώσει την αγάπη της Μαρί, η οποία με μια άκρως παγανιστική ιεροτελεστία του στολίζει το κεφάλι με λουλούδια αλλά θα βιώσει και το μίσος των κακομαθημένων παιδιών με ανελέητες κλωτσιές και τις μπουνιές. Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα πως η βιαιότητα που ασκούν κάποιοι άνθρωποι απέναντι στα ζώα μπορεί άνετα να μετατραπεί σε εγκληματική δράση απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Έπειτα μετά την αδιαφορία της Μαρί αρχίζει η συνεχής αλλαγή των αφεντικών του, κάτι που τον κάνει να νιώσει την απάρνηση αλλά και τον χλευασμό της ύπαρξής του καθώς περνά από χέρι σε χέρι μέχρι που καταλήγει στα γεράματά του να χρησιμοποιηθεί ως μεταφορικό μέσο για ύποπτες και παράνομες δοσοληψίες στα γαλλοϊσπανικά σύνορα.  Όλη αυτή την βαναυσότητα, ο Μπαλταζάρ την υφίσταται βουβός. Όπως επίσης με τον ίδιο τρόπο θα δεχτεί και το τέλος του, ως ένα ακόμη ακατανόητο κι άδικο πράγμα που οφείλει να υπομείνει. Όμως στην περίπτωση του άκακου αυτού ζώου, δεν υπάρχει καμιά άλλη επιλογή από την στωικότητα καθώς ο Μπαλταζάρ είναι μια ακόμη αθώα ψυχή που δε μπορεί να κατανοήσει τις έννοιες του καλού και του κακού αλλά κι ούτε είχε μάθει εξαρχής το δικαίωμα της ελεύθερης ζωής που οφείλουν να έχουν όλα τα πλάσματα της φύσηε καθώς γεννήθηκε και μεγάλωσε μαθαίνοντας να προσφέρει υπηρεσίες υποκύπτοντας βουβά σε βάναυσους και σκληρούς κανόνες. Ωστόσο μες στη ταινία υπάρχει μια στιγμή που αναλογίζεται τη μοίρα του όταν συναντιέται με τα μελαγχολικά βλέμματα των υπολοίπων ζώων που είναι εγκλωβισμένα στα κλουβιά του τσίρκου. Συνταρακτικό είναι το απαθές βλέμμα της τίγρης και το ναρκωμένο μάτι του ελέφαντα στη συγκεκριμένη σκηνή. 
Μετά από πολλές κακουχίες φτάνουμε στο θάνατο του Μπαλταζάρ, ο οποίος δε διαφέρει από την υπόλοιπη ζωή του. Με την ίδια βουβή απορία που υπομένει τα βασανιστήρια, φτάνει στο λυτρωτικό του τέλος. Παραμένει όμως ως την ύστατη στιγμή αξιοπρεπής καθώς πληγωμένος από μια σφαίρα και με δάκρυα στα μάτια οδεύει προς τον ήσυχο θάνατό του. Ξαποσταίνει στη μέση ενός ηλιόλουστου λιβαδιού με τα πρόβατα ενός παρευρισκόμενου κοπαδιού να κάνουν ένα κύκλο γύρω του αφήνοντάς του ελεύθερο τον αέρα που θα εισπνεύσει για τελευταία φορά. Το τσοπανόσκυλο είναι το τελευταίο πλάσμα που ακούγεται δίνοντας το έναυσμα στην πλάση να σταθεί σιωπηλή μπροστά σε ένα άκρως σπαρακτικό φευγιό.


Όπως στον "Πορτοφολά" έτσι κι εδώ ο Ρόμπερτ Μπρεσόν επιλέγει ερασιτέχνες ηθοποιούς για να ερμηνεύσουν τους ρόλους του έργου. Με τις επιλογές του αυτές, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να βγάλει την αυθεντική συγκίνηση των ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με την υποκριτική καθώς τη θεωρεί πιο ειλικρινής από τη συγκίνηση των επαγγελματιών ηθοποιών που συνήθως είναι κατευθυνόμενη (η θεωρεία του αυτή αποδεικνύεται περισσότερο στον Πορτοφολά). Επίσης με την επιλογή του αυτή δίνει περισσότερη έμφαση στην μορφή και την "ερμηνεία" του γαϊδουριού το οποίο πραγματικά κλέβει τις εντυπώσεις.
Από την άλλη μου τράβηξε το ενδιαφέρον τόσο η επιλογή του ζώου όσο και η πορεία του. Αναζητώντας πληροφορίες για την ταινία, διαπίστωσα πως αρκετοί το συσχέτισαν με την ζωή του Χριστού καθώς στην ταινία ο γαϊδαράκος μας συστήνεται από τη γέννησή του, με την παιδική του ηλικία να προσπερνιέται χωρίς καμία αναφορά και καταλήγει στα τελευταία του χρόνια όπου κυριαρχούν τα πάθη και τα βασανιστήρια λίγο πριν οδηγηθεί στη δική του λυτρωτική σταύρωση.  Επίσης υπάρχουν κι άλλα πολλά στοιχεία που συσχετίζουν την παρουσία του ζώου με τη θρησκεία. Κατά την Καινή Διαθήκη, ο γάιδαρος ήταν το ζώο, που μετέφερε τον Ιησού στην Ιερουσαλήμ την Κυριακή των Βαΐων, ενώ στην παράδοση του Ισλάμ πιστεύεται ότι το ίδιο ζώο μετέφερε τον Μωάμεθ στον παράδεισο. Επίσης στη Βίβλο, διαπιστώνουμε πως ένας από του τρεις μάγους που ακολούθησαν το αστέρι για να φτάσουν στη Βηθλεέμ ονομαζόταν Μπαλταζάρ. Επίσης ο γάιδαρος θεωρούταν ως εβραϊκό σύμβολο δύναμης και κουράγιου που πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για να ακολουθήσει τον δρόμο της αλήθειας. Θεωρούταν ένα πλάσμα που ήταν ικανοποιημένο με τα λίγα και άντεχε την πείνα και τα χτυπήματα.
Το συγκινητικό κινηματογραφικό διαμαντάκι του Ρόμπερτ Μπρεσόν με τη ζωή του αξιολάτρευτου Μπαλταζάρ είναι μια σπαρακτική απόδειξη πως η ανθρώπινη ελευθερία κι ανεμελιά σβήνει με το πέρασμα των παιδικών μας χρόνων, καθώς η ενηλικίωση μας επιβάλει σκληρούς κανόνες. Ακολουθώντας λοιπόν τις συγκυρίες των νέων αυστηρών καταστάσεων, μας δίνεται η δυνατότητα να επιλέξουμε αν θέλουμε να πάρουμε το ρόλο του θύτη ή του θύματος μες στην κοινωνία στην οποία ζούμε. Στη συγκεκριμένη ταινία, ο Μπαλταζάρ μετατρέπεται άθελά του σε θύμα κι αποδέκτη βίαιων πράξεων από μια κοινωνία που έχει αρχίσει να χάνει την ανθρώπινή της φύση και την ανιδιοτελή της αλληλεγγύη. Αντιμετωπίζοντας ως το τέλος αυτήν την άδικη και βίαιη συμπεριφορά, καταφέρνει να εκφράσει ένα καίριο ερώτημα που είχαν θέσει κάποτε μέσα από τη μουσική τους οι Στέρεο Νόβα. Τελικά ποιος έχει τη δύναμη; Αυτός που χτυπάει ή αυτός που πονάει;

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Δέντρο που Πληγώναμε (1987)


Αν μου ζητήσει κανείς να του περιγράψω διάφορες μνήμες των παιδικών μου χρόνων, σίγουρα θα αναφερθώ και στην πολυαγαπημένη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, το "Δέντρο που Πληγώναμε", καθώς για έναν απροσδιόριστο λόγο έχω συνδυάσει τις τότε ανέμελες στιγμές μου με τα κοντοκουρεμένα κεφαλάκια των πρωταγωνιστών, τα γνώριμα σοκάκια των Μαστιχοχωρίων, τη κάψα του ήλιου στα λευκά βότσαλα της Αγίας Φωτιά αλλά και την 80s μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Έχοντας δει σε πολύ μικρή ηλικία τη συγκεκριμένη ταινία, είχε ως αποτέλεσμα να καταγραφούν για πάντα στη μνήμη μου κάποια απ' τα όμορφά της πλάνα. Έκτοτε η ταινία με είχε στοιχειώσει καθώς ένιωθα πως την είχα δει ενώ στην ουσία δε θυμόμουν απολύτως τίποτα. Ένα αίσθημα οικειότητας αλλά και άγνοιας που έμπλεκε περίεργα μες στο μυαλό μου. Όμως μες στην καρδιά της καραντίνας ένα διαδικτυακό κινηματογραφικό φεστιβάλ μου έδωσε την αφορμή να την ξαναδώ. Ή για να το θέσω καλύτερα, να την δω για πρώτη φορά.
Θεωρώ πως η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, είναι ιδιαίτερα συγκινητική κι αυθεντική. Ίσως ο ρεαλισμός της είναι αυτός που την κάνει τόσο οικεία σε σημείο να την νιώθω ως μια ακόμη παιδική μου ανάμνηση. Ξαναβλέποντάς την όμως τρεις δεκαετίες μετά, ήμουν σε θέση να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους υπήρξε μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες τόσο του κοινού όσο και των κριτικών τότε αλλά κι ως ένα έργο που όχι μόνο άντεξε αλλά θα συνεχίσει να αντέχει στο χρόνο χάρη στην ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και την αθωότητά του. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στη δεκαετία του '60 όπου σε ένα χωριό της Χίου, δυο συμμαθητές παρεξηγιούνται από μία ατυχής στιγμή την ώρα του μαθήματος μ' αποτέλεσμα να περάσουν χώρια το μισό καλοκαίρι. Η ψυχρότητα μεταξύ τους θα παγιωθεί καθώς οι δυο τους θα ασχοληθούν με δυο διαφορετικά πράγματα. Ο ένας ακολουθεί την μητέρα του στα μαστιχόδεντρα ενώ ο άλλος ο πιο ατίθασος τον βάζουν οι συγχωριανοί του να σκοτώνει αδέσποτα ζώα. 
Όμως κάποια στιγμή καθώς ο ένας πιτσιρικάς ρεμβάζει στο παράθυρο, βλέπει το φίλο του να σέρνει ένα γατάκι που το χει δεμένο με ένα σπάγκο στο λαιμό και χωρίς να το σκεφτεί του κάνει νόημα όταν αντιλαμβάνεται πως η μάνα του τον έχει πάρει από πίσω για να του τις βρέξει. Αυτή η σωτήρια κίνησή του θα σταθεί αφορμή να ξανασμίξουν οι δυο φίλοι και να ακολουθήσουν μαζί το δρόμο προς την ενηλικίωση. Μαζί θα αρχίσουν τις πρώτες επαναστάσεις, τις πρώτες αμφισβητήσεις, τις πρώτες επικίνδυνες επιδρομές στο γειτονικό χωριό, θα κερδίσουν τα πρώτα χρήματα που θα τα ξοδεύσουν σε παγωτά, θα εκμυστηρευτούν τα πρώτα τους όνειρα χαμένοι στον καπνό του πρώτου τους τσιγάρου και θα βιώσουν τον πρώτο έρωτα που θα ρθει με την έλευση ενός κοριτσιού στο χωριό. Κι έτσι, το σμίξιμο των δύο φίλων θα κάνει το καλοκαίρι να φύγει γρήγορα φέρνοντας μια ώρα νωρίτερα την επιστροφή τους στη γεμάτη σχολική αίθουσα. 


Η ταινία είναι ένας ύμνος της παιδικής ηλικίας που όλοι αφήσαμε πίσω μας. Οι εικόνες του αλλά και οι σκανταλιές των μικρών μου θύμισαν πολλές από τις στιγμές των καλοκαιρινών μου αναμνήσεων στο νησί. Τη ξεγνοιασιά, τη μεσημεριανή ζέστη που ήταν γεμάτη σκόνη και ιδρώτα, το άρωμα των μαστιχόδεντρων και το ατελείωτο τραγούδι των τζιτζικιών αλλά και το άγριο τοπίο της Χίου που έχει αρχίσει να εξομαλύνεται στο βωμό του τουρισμού.
Ένα άλλο στοιχείο που εκτιμώ στο έργο του Δήμου Αβδελιώδη είναι πως καταφέρνει να βγάλει από διάφορους ερασιτέχνες ηθοποιούς άψογες ερμηνείες γεμάτες αυθορμητισμό και γλυκύτητα. Έτσι και στη συγκεκριμένη ταινία δίνει την εντύπωση πως αφήνει να παιδιά να εισχωρήσουν ελεύθερα στο δικό τους κόσμο όπου δεν έχουν εισβάλει ακόμη οι ενήλικες. Έχοντας τους εαυτούς τους ως κέντρο του κόσμου, παρατηρούν όλα όσα συμβαίνουν γύρω τους και τα βλέπουν ως ένα απλό παιχνίδι. Ακόμη και μια κηδεία. Ακόμη και το φευγιό ηλικιωμένων ανθρώπων του χωριού, που ο πιτσιρικάς το βλέπει ως επιπλέον χαρτζιλίκι.
Η παρουσία των παιδιών είναι η επίμονη ομορφιά της αθωότητας σε έναν κόσμο σκληρό. Εκεί που ο άνθρωπος δολοφονεί, όπως ο κυνηγός που πιάνει τα πουλιά με τον ύπουλο τρόπο της ξόβεργας, έρχονται τα παιδιά για να τα σώσουν. Εκεί που ο κόσμος πενθεί κάποιον νεκρό, έρχονται τα πιτσιρίκια να κάνουν έναν αγώνα δρόμου μπροστά από το φέρετρο. Έναν αγώνα προς την ενηλικίωση διότι ακόμη δε γνωρίζουν τη φθορά και τις ασθένειες που επιφέρει το πέρασμα του χρόνου. Γι' αυτό επιτίθενται χωρίς προστασία σε σφίγγες κι οργανώνουν εξορμήσεις με σφεντόνες στο διπλανό χωριό. Όμως τα παιδιά όσο κι αν ομορφαίνουν το κόσμο, άλλο τόσο γίνονται αυστηρά κι άδικα απέναντι στον αδύναμο. Στον τρελό του χωριού. 
Για την ερμηνεία του τρελού ναυτικού, ομολογώ πως ο Δήμος Αβδελιώδης ήταν απίστευτα συγκινητικός. Αγνοώντας τα παιδιά που τον περιγελούν, στέκεται σε μια στέρνα γεμάτη νερό και πετάει μέσα σ' αυτήν τα ψάρια που βγάζει από μια κονσέρβα, θέλοντας μ' αυτόν τον τρόπο να δείξει πως κι ο ίδιος είναι ένα νεκρό σώμα εγκλωβισμένο στην ασφυκτική κονσέρβα ενός σκληρού χωριού. "Έτσι ζεις;" ρωτάει τον εαυτό του για να δώσει την σπαρακτική απάντηση "τι να κάνω, έτσι ζω". Κι όμως δε κοιτάει με μίσος τα παιδιά που τον κακομεταχειρίζονται. Δε ρίχνει στιγμή το φταίξιμο σ' αυτά. Ο ίδιος γνωρίζει πως είναι μια ταλαιπωρημένη ψυχή που περιφέρεται άσκοπα στους αγρούς της Χίου κι είναι συνειδητοποιημένος πως η ζωή του θα κυλήσει έτσι ως το τέλος. Και πως το αντιμετωπίζει αυτό; Μα φυσικά με χαμόγελο. 
Επίσης θα ήθελα να επισημάνω μια ακόμη συγκινητική σκηνή της ταινίας. Όταν οι δυο φίλοι σμίγουν ξανά, ο ένας οδηγεί τον άλλον σε ένα μυστικό καταφύγιο που έχει φτιάξει έξω από το χωριό στο οποίο αφήνει όλα τα ζώα που οι υπόλοιποι συγχωριανοί του ζητούν να σκοτώσει. Έτσι "ο μανιακός δολοφόνος" του χωριού είναι ένας ανιδιοτελής προστάτης των κατατρεγμένων ψυχών. Για μένα αυτή η σκηνή συγκαταλέγεται στις πιο ποιητικές στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. 




Ωστόσο παρακολουθώντας αυτήν την ταινία, αναρωτιόμουν για ποιο λόγο ο Δήμος Αβδελιώδης επέλεξε τον συγκεκριμένο τίτλο. Έπρεπε να ξαναδώ την ταινία για να καταλάβω πως το κέντημα των μαστιχόδεντρων (δηλαδή το τρύπημα των δέντρων που ξεκινάει μέσα καλοκαιριού) τα κάνει να συμμετέχουν με το δάκρυ τους στον κύκλο της ζωής, καθώς το μαστιχόδεντρο πληγώνεται για να προσφέρει το πολύτιμο ρετσίνι του κι αυτό το κάνει χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα ενώ συνάμα περιμένει καρτερικά το ερχόμενο καλοκαίρι για να πληγωθεί ξανά.
Για μένα ο κύκλος τους μαστιχόδεντρου εκφράζει τόσο όμορφα τον φαύλο κύκλο της ζωής που όλοι πορευόμαστε αλλά λίγοι συνειδητοποιούμε. Ένα κύκλο που δε μπορούμε να δαμάσουμε αλλά μπορούμε να παρατηρήσουμε και να ερμηνεύσουμε χωρίς να αφήνουμε το χρόνο να περνάει χωρίς ουσία και σκοπό. Εξάλλου αν το δούμε ρεαλιστικά γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε, γερνάμε και στο τέλος πεθαίνουμε.
Ο χρόνος περνάει τόσο γρήγορα που όταν το συνειδητοποιούμε μας πιάνει ένα γλυκόπικρο σφίξιμο στο στήθος. Αυτή η μελαγχολία που νιώθουμε όταν έρχονται τα πρωτοβρόχια, που μας προϊδεάζουν για το τέλος του καλοκαιριού και τον ερχομό του φθινοπώρου. Είναι αυτό το βίαιο πέρασμα από τα παιδικά χρόνια στην ενήλικη ζωή. Ένα πέρασμα που μας ζητάει να αφήσουμε πίσω μας την αθωότητα και την ανεμελιά. Μία φυγή που μόνο με ένα δακρυσμένο μαστιχόδεντρο μπορεί να αποτυπωθεί. Ένα δέντρο πληγωμένο όπου πάνω του λάμπουν στο φως του ήλιο οι πιο βαθιές μας αναμνήσεις. Ένα δέντρο που ανατρέχουμε κάθε φορά που μας πιάνει ο νόστος των παιδικών μας χρόνων. Ένα δέντρο που θα βρίσκεται για πάντα στις καρδιές μας να θυμίζει πως όποτε κι αν στρέψουμε το βλέμμα μας πίσω, θα διαπιστώσουμε πως όλα είναι έντονα και καθαρά όπως ήταν και τότε που τα ζήσαμε.
Είναι εντυπωσιακό που μετά από τόσα χρόνια η πρώτη ταινία του Δήμου Αβδελιώδη, εξακολουθεί να μας προσφέρει μέσα από τα μάτια ενός αγοριού την ίδια ποιητική περιγραφή των παιδικών μας χρόνων που πέρασαν κι έφυγαν για πάντα. Ένα ιδιαίτερο αριστούργημα που έχει την γλυκόπικρη γεύση του μαστιχιού.

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

Μια διαφορετική ανάσταση



Μεγαλώνοντας σε έναν συντηρητικό τόπο όπως είναι η Χίος, συνειδητοποίησα πως η μεγαλύτερη γιορτή της ορθοδοξίας δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια επίδειξη πλουτισμού, καλής οικογενείας και δημοσίων σχέσεων. Μια γιορτή κουτσομπολιού, όλοι ντύνονται καλά για να μην έχει κάτι να πει ο κόσμος. Όλοι μαζεύονται στους ναούς για να μη δώσουν δικαιώματα στους γνωστούς και στους γείτονες, κι όλοι δίνουν ευχές έστω και τυπικές για να μη δημιουργήσουν ψυχρότητες.
Όλο αυτό το θέατρο αρχικώς με ξίνιζε κι ενίοτε με εξόργιζε. Όμως με τα χρόνια βρήκα πως η καλύτερη λύση είναι η αδιαφορία αλλά κι η αντικατάσταση της τόσης τοξικότητας με ταξίδια στο εξωτερικό. Σε δύο απ' αυτά τα ταξίδια έζησα δύο διαφορετικές αναστάσεις, μια ορθόδοξη στην Λουμπλιάνα την οποία θεωρώ ως την πιο ζεστή κι ειλικρινή ανάσταση που έχω βιώσει και μια καθολική στην Κατάνια όπου μαγεύτηκα με την ψαλμωδική μυσταγωγία αυτών των τελετών.
Φέτος έτυχε να ζήσω και την καραντινάτη ανάσταση. Η βραδιά ήταν γλυκιά οπότε στάθηκε αφορμή για την πρώτη (έστω και πρόωρη) θερινή προβολή στο μπαλκόνι μου. Λίγο πριν τις δώδεκα άφησα την ταινία στη μέση, σηκώθηκα και στάθηκα στα κάγκελα γεμάτος περιέργεια να ζήσω την πρώτη φορά Ανάσταση στην Αθήνα σε μια άκρως πρωτόγνωρη φάση.
Οι πρώτες φωτοβολίδες έκαναν την εμφάνισή τους στον Αττικό ουρανό καλώντας τους πιστούς στα μπαλκόνια ενώ σε κάποιες ταράτσες έκαναν την εμφάνισή τους διάφορες φιγούρες που κοιτούσαν προς το καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου του Κυνοσάργους. Γύρω στις δώδεκα άρχισαν τα πυροτεχνήματα κι ο ουρανός γέμισε με καμπάνες που έστελναν σε όλες τις γειτονιές το χαρμόσυνο μήνυμα της ανάστασης.
Τέτοια ώρα σε άλλες χρονιές θα φεύγαμε βιαστικά από τις εκκλησίες καθώς μας περίμενε η μαγειρίτσα στο σπίτια. Θα φεύγαμε επίσης βιαστικά για να αποφύγουμε τις τυπικές χαιρετούρες με τους διάφορους γνωστούς. Ζούσαμε καταστάσεις τόσο ψεύτικες που ποτέ δεν είχαμε αντιληφθεί. Κι όμως, φέτος αυτό που διαπίστωσα ήταν η ανάγκη να συναντηθούμε με ανθρώπους αγαπημένους και να ανταλλάξουμε ειλικρινείς ευχές. Να πούμε το σ' αγαπώ σε πρόσωπα δικά μας και να φιλήσουμε τους πάντες. Αυτή η επιθυμία ήταν εμφανής στα πρόσωπα των ανθρώπων που συνάντησα χθες το βράδυ στα μπαλκόνια. Αρχικά επικρατούσε ένα μούδιασμα καθώς δε ξέραμε πως να συμπεριφερθούμε. Όλοι κοιτιόμασταν μεταξύ μας περιμένοντας την τυχαία συνάντηση των βλεμμάτων μας. Κι όταν αυτό έγινε, άρχισαν οι πρώτες ευχές. Και με μιας η γειτονιά που μέχρι χθες ήταν απρόσωπη κι αντικοινωνική, μετατράπηκε σε μια μεγάλη παρέα. Ευχές, χαμόγελα, συζητήσεις και προσφωνήσεις γειτόνων χρησιμοποιώντας το μικρό τους όνομα. Μια εικόνα ονειρική, πανανθρώπινη κι άκρως επαναστατική για τα δεδομένα της Αθήνας. Μια εικόνα που ευελπιστώ πως θα διατηρηθεί όταν επιστρέψουμε ξανά στην κανονικότητά.
Ίσως τελικά χθες να ζήσαμε την ανάσταση του ανθρώπου που χρόνια κρύβουμε μέσα μας ναρκωμένο κι αδρανή.... 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Μάχη του Αλγερίου (1966)


Έχοντας γράψει πρόσφατα ένα κείμενο για τον "Ξένο" του Λουκίνο Βισκόντι, μου προτάθηκε μία ακόμη ταινία σχετικά με την ιστορία της Αλγερίας και την εξέγερσή της κατά της γαλλικής αποικιοκρατίας. Έχοντας ακούσει και σε παλιότερες κινηματογραφοφιλικές συζητήσεις διάφορες απόψεις για την "Μάχη του Αλγερίαου", αναρωτήθηκα αν θα με άγγιζε ως έργο. Οι όποιες αμφιβολίες μου τελικά διαλύθηκαν από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. Μάλιστα όσο η ιστορία προχωρούσε τόσο η αγωνία μου ανέβαινε σε μεγάλο βαθμό, φτάνοντας με σε μια πρωτόγνωρη συναισθηματική φόρτιση καθώς παρακολουθούσα τα τελευταία συγκλονιστικά λεπτά της ταινίας. 
Η ταινία ξεχωρίζει για την άψογη δόμηση της που στήνεται κομμάτι κομμάτι, κάνοντας κατανοητή τόσο την οργάνωση και τη δράση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας όσο και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Γάλλων που επεδίωξαν να επαναφέρουν την τάξη στην τότε αποικία τους. Αυτό όμως που θαύμασα ακόμη περισσότερο στη συγκεκριμένη ταινία είναι τα άψογα πλάνα της τόσο από τον ανταρτοπόλεμο στην πόλη όσο κι από την λαϊκή εξέγερση τα οποία αρχικά υπέθεσα πως είναι ιστορικά ντοκουμέντα. Οπότε ήταν μεγάλη η έκπληξή μου όταν έμαθα μετά την προβολή της ταινίας πως κι αυτά ήταν σκηνοθετημένα. Και μόνο για τη τόσο ρεαλιστικότατη σχεδόν αληθοφανή αναπαράσταση του ανταρτοπόλεμου των εξεγερθέντων Αλγερινών, θεωρώ πως η συγκεκριμένη ταινία είναι ένα από τα σημαντικότερα φιλμ της ιστορίας του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. 
Η ιστορία ξεκινάει από τις αρχές του ανταρτοπόλεμου, συγκεκριμένα από την 1η Νοέμβρη του 1954 με την προκήρυξη του FLN για ανεξαρτησία. Στις πρώτες αντιδράσεις των κατοίκων, η αστυνομία θα ανταποκριθεί με τακτικούς ελέγχους αλλά και στη μετατροπή της Κάσμπα, της συνοικίας που ήταν πάνω στα κάστρα του Αλγερίου,  σε γκέτο ώστε να προστατευθεί η παραλιακή ευρωπαϊκή συνοικία. Μια αποικιοκρατική απόφαση που θα οδηγήσει στις τυφλές εκτελέσεις αρκετών Γάλλων αστυνομικών. Σ' αυτήν την εξέλιξη, ο αρχηγός της αστυνομίας θα αντιδράσει με μια πράξη ωμής αντεκδίκησης τοποθετώντας βόμβα σε μια αραβική συνοικία, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα να χαθούν πολλοί άμαχοι. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει ο ανεξέλεγκτος χορός της απροκάλυπτης βίας με το FLN να ανταπαντά στέλνοντας τρεις γυναίκες καμικάζι να ανατινάξουν δύο καφέ και τα γραφεία της Air France που βρίσκονται στην ευρωπαϊκή συνοικία του Αλγερίου. 
Το Αλγέρι μετατρέπεται αμέσως σε ένα πεδίο μάχης όπου το αίμα κι από τις δυο πλευρές ρέει άφθονο. Οι Αλγερινοί μετά από παρότρυνση του FLN κατεβαίνουν σε καθολική απεργία ενώ η Γαλλία στέλνει εκστρατευτικό στρατιωτικό σώμα με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Ματιέ ο οποίος ήταν γνωστός για τη σκληρότητά του αλλά και τα βασανιστήρια που έκανε σε όσους έπιανε. Τελικώς η απεργία όχι μόνο αποτυγχάνει παταγωδώς αλλά γίνεται αφορμή να αποκαλυφθούν όλα τα ηγετικά μέλη της FLN και να πέσουν στα χέρια του γαλλικού στρατού κατοχής. Η μάχη ολοκληρώνεται με την ανατίναξη του τελευταίου ηγετικού στελέχους και τριών συντρόφων του που είναι κρυμμένοι στο κρησφύγετό του. Όμως ο αγώνας που έδωσαν αυτοί οι άνθρωποι δε πήγε χαμένος καθώς δυο χρόνια μετά τις μάχες στο Αλγέρι, η συντριπτική πλειοψηφία του αλγερινού λαού ξεσηκώθηκε για ανεξαρτησία ενώ την ίδια περίοδο στη Γαλλία ξεκινούσε ένα κίνημα για την απόσυρση του στρατού κάτι που τελικά πραγματοποιήθηκε το 1962.




Πριν ξεκινήσω να μνημονεύω την ταινία, θα ήθελα να μιλήσω για το βιβλίο του Saadi Yacef «Αναμνηστικά από τη Μάχη του Αλγερίου» στο οποίο βασίστηκε ο Ιταλός σκηνοθέτης Τζίλο Ποντεκόρβο. Ο Saadi Yacef υπήρξε ιδρυτικό μέλος του FLN και συμμετείχε στις μάχες που πραγματοποιήθηκαν στο Αλγέρι μέχρι που πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Γάλλους και καταδικάστηκε σε θάνατο. Τελικά του δίνεται χάρη από τη γαλλική κυβέρνηση μετά την επιστροφή του Ντε Γκωλ στην εξουσία το 1958. Η ποινή του, που ήταν τρεις εις θάνατο, μετατρέπεται σε ισόβια και μεταφέρεται από την Αλγερία στην Γαλλία, όπου και γράφει τα απομνημονεύματα του. Μετά την απελευθέρωσή του και με την υποστήριξη και την ενίσχυση της Αλγερινής κυβέρνησης, ιδρύει την εταιρία παραγωγής, Casba Films και γίνεται συμπαραγωγός σε πολλές ταινίες, μέσα σε αυτές και το "Ξένο" του Λουκίνο Βισκόντι. Λίγα χρόνια αργότερα συναντιέται με τον σκηνοθέτη Τζίλο Ποντεκόρβο κι αποφασίζουν να μεταφέρουν τα απομνημονεύματά του στον κινηματογράφο. Μάλιστα ο ίδιος υποδύθηκε τον εαυτό του στη συγκεκριμένη ταινία. 
Και μιας κι έθιξα το θέμα του πρωταγωνιστικού ρόλου, θα ήθελα να επισημάνω πως όλοι οι ηθοποιοί της ταινίας ήταν ερασιτέχνες πέρα από τον συνταγματάρχη Ματιέ που τον υποδύεται ο Γάλλος ηθοποιός Jean Martin, ο οποίος κατά βάση ήταν ηθοποιός θεάτρου κι είχε χάσει πολλές δουλειές, καταδικάζοντας τις δράσεις της κυβέρνησης του στην Αλγερία. Πολλοί από τους υπόλοιπους ηθοποιούς στην ταινία ήταν αγωνιστές της αντίστασης ενώ αρκετοί κομπάρσοι επιλέχτηκαν με βάση τα χαρακτηριστικά τους θέλοντας με αυτόν τον τρόπο οι συντελεστές να δώσουν μια σκληρή εικόνα της άγριας καταστολής που υπέστη ο εξεγερμένος αλγερινός λαός. 
Ένα ακόμη στοιχείο που κάνει μοναδική τη συγκεκριμένη ταινία είναι πως γυρίστηκε στα πραγματικά πεδία των μαχών. Στενά καλντερίμια, κλειστοφοβικά αίθρια και ταράτσες που επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Μία παλιά πόλη που μετατράπηκε σε πεδίο άγριων συμπλοκών. Μάλιστα βρήκα ανατριχιαστική την εικόνα του ελικοπτέρου που πετά χαμηλά και φαίνεται στιγμιαία από ένα στενό άνοιγμα κάποιων κτιρίων. Οι σκηνές με τις εκρήξεις είναι τόσο ζωντανές κι ο τρόμος στα πρόσωπα των ηθοποιών ενισχύει την δική μας αγωνία ως θεατές. Συγκλονιστικές ήταν οι βομβιστικές επιθέσεις των Αλγερινών αλλά περισσότερο συνταρακτικές ήταν οι σκηνές με τα βασανιστήρια που ασκούσε ο γαλλικός στρατός σε όσους έπιανε και προσπαθούσε να αποσπάσει πληροφορίες. 
Επίσης θα θελα να μνημονεύσω την εξαιρετική μουσική της ταινίας που επιμελήθηκε ο αγαπημένος Ιταλός συνθέτης Έννιο Μορικόνε, ο οποίος κατάφερε να δημιουργήσει έναν συνδυασμό του Μπαχ με τη μουσική των Βεδουίνων και την τζαζ του ’50, προσφέροντας ένα από τα καλύτερα κινηματογραφικά soundtrack. Αλλά ακόμη κι εκεί που τα πλάνα δεν είναι μουσικά ντυμένα, έρχονται οι κραυγές των γυναικών, οι θρήνοι των Αλγερινών, οι ήχοι των πυρών και οι εκρήξεις των βομβών να παίξουν ένα εναλλακτικό είδος μουσικής.
  



Όμως σ' αυτό που επικεντρώθηκα ήταν στις σκληρές αλήθειες που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της ταινίας. Σε κάποια στιγμή πάνω στη ταράτσα μιλούν δύο από τα ιδρυτικά μέλη του FLN. Φεύγοντας ο ένας (ο οποίος για έναν αδιευκρίνιστο λόγο μου θύμιζε τον Νίκο Πλουμπίδη) λέει στο σύντροφό του το εξής: "Είναι δύσκολο να ξεκινήσεις μια επανάσταση κι ακόμα πιο δύσκολο να την κρατήσεις. Όμως είναι δυσκολότερο να νικήσεις. Κι αν νικήσεις τότε αρχίζουν τα δύσκολα". Με αυτά τα λόγια δημιουργείται αμέσως το ερώτημα "για ποιο λόγο να κυνηγήσει κανείς την ανεξαρτησία του;". Κι όμως η συγκεκριμένη ταινία το απαντάει με τον πιο δυνατό τρόπο. Είναι η αξιοπρέπεια κι η ελευθερία που οδηγούν τον κάθε λαό. Κι αυτές οι δυο σημαντικές αξίες απαιτούν ευθύνες και καθημερινούς αγώνες. Δεν είναι τυχαίο που οι άβουλοι, οι βολεμένοι, οι τεμπέληδες κι οι καλοπερασάκηδες αποζητούν τα καθεστώτα και την υποδούλωση σε ξένους. 
Επίσης πολύ δυνατοί είναι οι διάλογοι των δημοσιογράφων με τον συνταγματάρχη Ματιέ, όπου εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η στιγμή που ο αξιωματικός ξεσπάει επειδή τον αποκαλούν φασίστα δηλώνοντας πως στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο ίδιος πολέμησε τους ναζί. Κι όμως σε έναν πόλεμο κανείς δεν είναι άγιος. Ακόμη τα τέρατα του ναζισμού δε μπορούν να κρύψουν τις σφαγές των αποικιοκρατών σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Εξάλλου η δράση του γαλλικού στρατού κατοχής αποδεικνύει πως έχει μαθητεύσει καλά από τις αντίστοιχες γερμανικές δυνάμεις. 
Από τον ίδιο το συνταγματάρχη ακούμε κι άλλες άβολες αλήθειες ειδικά όταν διώχνει έναν αιχμάλωτο που απαντάει σε ερωτήσεις δημοσιογράφων λέγοντας πως δε πρέπει να μεταφερθούν στον υπόλοιπο κόσμο πληροφορίες από την αντίπαλη πλευρά, ή όταν ζητάει από τους δημοσιογράφους να κάνουν σωστά τη δουλειά τους, εννοώντας την παραπληροφόρηση. Ενώ επίσης ήταν εξαιρετική η δήλωσή του για τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, λέγοντας πως τον θεωρεί εχθρό του θεωρώντας λυπηρό που δε βρίσκεται στη δική του πλευρά. 
Παρόλο που στην ταινία απονεμήθηκε το «Χρυσό Λιοντάρι» και το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ Βενετίας του 1966, ενώ ήταν επίσης υποψήφια και για τρία Οσκαρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Ξένης Ταινίας, οι γαλλικές κυβερνήσεις την είχαν απαγορεύσει μέχρι το 1971. Μάλιστα η πρώτη προβολή της στο Παρίσι (μια λογοκριμένη έκδοση που κατέβηκε αμέσως) σημαδεύτηκε από συγκρούσεις και διαδηλώσεις από ακροδεξιούς της OAS Algerie (Οργάνωση Μυστικού Στρατού Αλγερίας) με την αστυνομία ενώ επίσης είναι εντυπωσιακό που προβλήθηκε για πρώτη φορά στη γαλλική τηλεόραση μόλις το 2004. Κάτι ακόμη αξιοσημείωτο είναι πως η συγκεκριμένη ταινία προβλήθηκε το 2003 στο Πεντάγωνο με αφορμή την εισβολή του αμερικανικού στρατού στο Ιράκ κι είχε αποδέκτες αξιωματικούς του στρατού κι ειδικούς επί πολεμικών θεμάτων υπό τον ηχηρότατο τίτλο «Πώς να κερδίσετε τη μάχη κατά της τρομοκρατίας και να χάσετε τον πόλεμο των ιδεών».
Μετά το τέλος της ταινίας αναρωτήθηκα πως κατάφερε ο Τζίλο Ποντεκόρβο να σκηνοθετήσει ένα τόσο αληθινό έργο. Πως κατάφερε να με μπερδέψει πιστεύοντας πως βλέπω πραγματικά ντοκουμέντα ενώ τελικά ήταν όλα άρτια σκηνοθετημένα από τον ίδιο. Πως κατάφερε τόσο πιστά να συλλάβει και να αποδώσει, το πώς είναι να αγωνίζεται κανείς για την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα του.
Η "Μάχη του Αλγερίου" είναι ένα αξεπέραστο αντιπολεμικό αριστούργημα που τότε ενόχλησε έντονα αλλά έκτοτε έμεινε στην ιστορία ως ένα άριστο κινηματογραφικό διαμάντι που διδάσκει τον αγώνα για την ελευθερία του κάθε λαού αλλά και του κάθε ανθρώπου.

Βαθμολογία: 10/10

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Το Πνεύμα του Μελισσιού (1973)


Οι σπουδαίες ταινίες μπορούν να κερδίσουν και τους πιο απαιτητικούς θεατές για την ουσία και την ιστορία που κουβαλούν και παρουσιάζουν. Υπάρχουν όμως και ταινίες που είναι άκρως ποιητικές, καταφέρνοντας να χωθούν στις κινηματογραφόφιλες καρδιές μας χάρις στη μυσταγωγική τους αύρα και την άκρως νοσταλγική τους ατμόσφαιρα. Όμως στην ονειρική ταινία του Βίκτορ Ερίθε υπάρχει ένας ακόμη λόγος για να την λατρέψει κάποιος για πάντα κι αυτός δεν είναι άλλος από τα βαθιά γλυκά μαύρα μάτια της μικρής Άννας. 
Παρόλο που γύρισε μόνο τρεις ταινίες, ο Βίκτορ Ερίθε θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους Ισπανούς σκηνοθέτες. Τον ανακάλυψα σε μία από τις όμορφες θερινές προβολές του Open Air Festival, στην κατάμεστη αυλή του Νομισματικού Μουσείου όπου προβλήθηκε ο "Νότος" με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο μου ηθοποιό Ομέρο Αντονούτι. Παρόλο που είχα μαγευτεί τόσο πολύ απ' αυτήν την ταινία, χρειάστηκαν να περάσουν τρία χρόνια για να δω μια από τις άλλες δύο που έχει σκηνοθετήσει. Το "Πνεύμα του Μελισσιού" με κράτησε καθ' όλη τη διάρκειά του σε μια πρωτόγνωρη συναισθηματική και νοσταλγική έξαρση. Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος που με κάνει να δώσω επιπλέον αξία στη συγκεκριμένη ταινία, κι αυτός είναι ότι γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της ισπανικής δικτατορίας, κάτι που ανάγκασε τον Ισπανό σκηνοθέτη να βρει ευφάνταστες διεξόδους δίνοντας έμφαση κυρίως σε συμβολισμούς μέσω των προσώπων και των γεγονότων. 
Η ιστορία μας γυρνάει λίγο μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου όπου οι φασίστες έχουν επικρατήσει κι η δικτατορία του Φράνκο μόλις ξεκινά. Σε ένα χωριό της Καστίλης όπου στην είσοδό του ξεχωρίζει το περιβόητο σήμα των φαλαγγιτών, σου δίνεται η αίσθηση πως έχει πέσει μια κοινωνική νάρκωση. Μόνο οι φωνές των παιδιών ακούγονται καθώς ενθουσιασμένα τρέχουν πίσω από ένα φορτηγό που κουβαλάει μπομπίνες προβολής ταινιών. Αμέσως γίνεται φανερό πως ο κινηματογράφος είναι μια παροδική έξοδος για τους εγκλωβισμένους κατοίκους των χωριών αλλά και τους εγκλωβισμένους πολίτες των δικτατορικών καθεστώτων. Έπειτα δεν είναι τυχαίο που ως ταινία στο χωριό έχει επιλεχθεί να προβληθεί ο Φρανκενστάιν του James Whaleτου καθώς ένα αντίστοιχο τέρας προσπαθούσαν εκείνην την περίοδο  να εδραιώσουν οι φασίστες στην Ιβηρική χερσόνησο. Μάλιστα δε βρήκα καθόλου τυχαία τα λόγια του παραγωγού που ζητά από τους θεατές να μην πάρουν στα σοβαρά την ταινία κάτι που μου θύμισε έντονα το εναρκτήριο λόγο του θρυλικού θεατρικού έργου το "Μεγάλο μας Τσίρκο" του Ιάκωβου Καμπανέλλη που παίχτηκε κατά τη διάρκεια της εγχώριας χούντας.  




Τον ίδιο λήθαργο που υπάρχει στην ισπανική κοινωνία, τον συναντάμε ξανά στην οικογένεια των δυο κοριτσιών. Ο πατέρας είναι προσηλωμένος σε μια μελέτη για τη ζωή και την εργασία των μελισσών μέσα στις κυψέλες κι η μάνα στέλνει γράμματα σε έναν χαμένο στρατιώτη, πιθανότατα κάποιον παλιό εραστή της. Δεν τους βλέπουμε ποτέ να μιλούν μεταξύ τους κάτι που φανερώνει το μεγάλο χάσμα που επικρατεί στο ζευγάρι. Νιώθοντας μια απροσδιόριστη μοναξιά, τα δυο κορίτσια θα αρχίσουν να ζουν με τη φαντασία τους, προσπαθώντας μ' αυτόν τον τρόπο να προστατεύσουν την αγνότητά τους σε έναν κόσμο βάρβαρο κι απάνθρωπο. Η φαντασία της μικρής Άννας διογκώνεται περισσότερο όταν βλέπει την ταινία του Φρανκενστάιν κι αρχίζει να συζητά με την αδελφή της Ιζαμπελ για το θάνατο του τέρατος. Απορημένη αν είναι όλα αυτά αλήθεια και αν το τέρας ζει η πέθανε, η Ιζαμπέλ θα της εξηγεί πως δεν πέθανε κανείς, πως όλα είναι ψέματα και πως το πνεύμα του τέρατος βρίσκεται σε ένα απομακρυσμένο στάβλο κι εμφανίζεται όποτε εκείνο το επιθυμεί αφού πρώτα το καλέσει κάποιος. 
Αρχίζοντας λοιπόν η μικρή να αναζητά το δικό της πνεύμα, θα συναντήσει έναν παρτιζάνο που έχει κρυφτεί στο στάβλο κοντά στο χωριό τους. Η μικρή θα τον προσεγγίσει παίρνοντας παράδειγμα την αθώα κινηματογραφική συνάντηση ενός μικρού κοριτσιού με το τέρας του Φρανκενστάιν και θα του τείνει ένα μήλο, προσφέροντας μια άκρως συγκινητική στιγμή όπου παρουσιάζεται η αμόλυντη ανθρώπινη πλευρά των παιδιών που μπορούν να καθυποτάξουν κάθε μορφή φόβου. Πιστεύοντας όμως στην αθανασία των πνευμάτων, θα ρθει αντιμέτωπη με την ζοφερή πραγματικότητα καθώς η φασιστική πολιτικοφυλακή θα βρει τον παρτιζάνο και θα τον σκοτώσει. 
Η μικρή Άννα συναντώντας για πρώτη φορά το θάνατο, θα το σκάσει σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασώσει τον αθώο της κόσμο. Τότε συνειδητοποιεί πως οι πορείες των ανθρώπων οδηγούν στον σκληρό ρεαλισμό επιφέροντας τον αργό θάνατο του ονειρικού παιδικού μας κόσμου. Ένα θάνατο που γινόμαστε ξανά μάρτυρες μέσα απ' αυτήν την ταινία κι επιβεβαιώνεται μέσα από τα λόγια του γιατρού στο τέλος που δηλώνει πως η μικρή Άννα πέρασε ένα ισχυρό σοκ αλλά αργά και σταθερά θα ξεχάσει.  



Η ταινία είναι ένα ταξίδι μύησης στη βίαιη ενηλικίωσης και μια μυσταγωγία ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία αλλά και μια ματιά στη μοναξιά των μελών της κυψέλης. Δεν είναι τυχαίο που τα παράθυρα του σπιτιού έχουν κυψελοειδή διακοσμητικά στοιχεία και το σέπια φίλτρο που καλύπτει τα πλάνα έχει το χρώμα του μελιού. Μέσα στην βουβή απομόνωση των μελών της οικογένειας ξεκινάει ένας βαθύς στοχασμός αλλά και μια νοσταλγική κι άκρως συγκινητική εξερεύνηση της παιδικής μας μνήμης ενώ από κάθε πλάνο ξεπηδούν απανωτά ερωτήματα που ποτέ δε μπήκαμε στον κόπο να απαντήσουμε.
Το "Πνεύμα του Μελισσιού" είναι ένα λυρικό αερικό που κινείται ελεύθερο σε μια χώρα γονατισμένη από τον φασισμό. Είναι ένα ποιητικό έργο που ζητάει από τον καθένα μας να ρίξουμε μια καθαρή κι αγνή ματιά προς το δικό μας παρελθόν για να θυμηθούμε εκείνες τις στιγμές που όλα όσα ζούσαμε κι ανακαλύπταμε φαίνονταν τόσο μαγικά. Παράλληλα είναι ένα γλυκόπικρο κατηγορώ του σκηνοθέτη προς όλους αυτούς τους φασίστες που έβαλαν στο γύψο δυο ολόκληρες γενιές, καταστρέφοντας τα όνειρα και τις πολύτιμες στιγμές πολλών συμπατριωτών του.
Όσο για τις μεθυστικές εικόνες της ταινίας του Βίκτορ Ερίθε, είναι δημιούργημα του διευθυντή φωτογραφίας Λουίζ Κοντράδο, ο οποίος εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να χάνει το φως του εξαιτίας ενός όγκου στον εγκέφαλο μ' αποτέλεσμα να δίνει σχεδόν τυφλός οδηγίες για τους φωτισμούς αφού πρώτα άκουγε την περιγραφή των σκηνών από τον βοηθό του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να απολαύσουμε υπέροχα πλάνα όπου η ποίηση παντρεύεται με την εικόνα και τα καλαίσθητα κάδρα με έναν πρωτόγνωρο ονειρικό φωτισμό που αγκαλιάζει με υπέροχους χρωματικούς τα πρόσωπα της ιστορίας.
Επίσης θα θελα πολύ να μνημονεύσω το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας καθώς η Άννα Τόρεντ προσφέρει μια εκπληκτική ερμηνεία που σπανίως συναντώ σε ρόλους μικρών παιδιών. Το μελαγχολικό της βλέμμα, οι μικρές όλο χάρη κινήσεις της και τα γλυκά της λόγια κατάφεραν τόσο εύκολα να με κάνουν να την λατρέψω. Δε γίνεται όμως να μην αναφερθώ στις εξαιρετικές ερμηνείες και των υπολοίπων συντελεστών, οι οποίοι έδωσαν μια ζεστή αύρα στην ταινία προσφέροντας τα μικρά τους ονόματα στα πρόσωπα που ερμήνευσαν.
Αυτό που δημιουργεί ένα επιπλέον μυστήριο στην ήδη μυσταγωγική αύρα της ταινίας είναι τα αναπάντητα ερωτήματα που αφήνει στο τέλος όπως τα ερωτικά μηνύματα της μάνας που δε ξέρουμε σε ποιον τα στέλνει ή τη φυγή του πατέρα με την άμαξα όπου δε ξέρουμε που πάει. Όπως επίσης την εμμονή του με τις μέλισσες και τη διάθεσή του να κλειδώνεται σε ένα δωμάτιο με μια πλούσια βιβλιοθήκη. Άραγε ήταν πάντα μελισσοκόμος ή κάτι άλλο που δε θα το μάθουμε ποτέ; Όπως επίσης είναι περίεργη η αστική μορφή της οικογένειας παρόλο που ζει σε ένα μικρό χωριό. Ίσως είναι λεπτομέρειες που ως παιδιά δε θα δίναμε κι εμείς την ανάλογη σημασία που δίνουμε σήμερα. Αντιθέτως μαγευόμασταν με πιο αγνά πράγματα όπως οι βόλτες στο δάσος όπου μαθαίναμε ποια μανιτάρια είναι δηλητηριώδη και ποια μπορούμε να φάμε ή δείχνοντάς μας μια βουνοπλαγιά λέγοντάς μας πως κάποια στιγμή θα μπορέσουμε να την επισκεφθούμε. Μία υπόσχεση που μας φέρνει πιο κοντά σε ένα μέλλον που κυνηγάμε.
Μέσα σ' όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με τον κινηματογράφο, έχω διαπιστώσει πως υπάρχουν κινηματογραφικά αριστουργήματα που όλοι γνωρίζουμε κι αγαπάμε αλλά υπάρχουν και κάποια αθόρυβα διαμαντάκια που είναι γνωστά μόνο σε λίγους τυχερούς, με το "Πνεύμα του Μελισσιού" να είναι ένας απ' αυτούς τους κρυμμένους θησαυρούς. Ένας μαγευτικός ύμνος για την παιδική ηλικία  που περνά και χάνεται...

Βαθμολογία: 8/10

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Καλό σας ταξίδι κύριε Περικλή Κοροβέση


Τρεις βδομάδες πριν φύγω για το ταξίδι που είχα οργανώσει με τους φίλους μου για Κάτω Ιταλία και Σικελία, είχα μια πρόταση από τον εκδοτικό μου οίκο να παρουσιάσω το τρίτο μου βιβλίο στο βιβλιοπωλείο "Επί Λέξει" που βρίσκεται στην Ακαδημίας. Δέχτηκα με μεγάλη χαρά την πρόταση αυτή αλλά είχα έναν περιορισμένο χρόνο να βρω ομιλητές για το βιβλίο μου. Αμέσως επεδίωξα να επικοινωνήσω με τον κ. Περικλή Κοροβέση που πέρα απ' τον σεβασμό που του είχα για την ιστορία του και τον αντιδικτατορικό του αγώνα ήμουν και φανατικός αναγνώστης της αρθρογραφικής του στήλης στην Εφημερίδα των Συντακτών. Ξέροντας πως δεν έχει κινητό ή κάποιον αριθμό που θα μπορούσα να τον καλέσω, του έστειλα ένα προσωπικό μήνυμα στο προσωπικό του mail που αναγραφόταν στα άρθρα του. 
Οι μέρες όμως περνούσαν κι οι προσδοκίες μου μειώνονταν όλο και πιο πολύ. Μέχρι που ένα ζεστό απόγευμα την ώρα που χαλάρωνα στο μπαλκόνι σχεδιάζοντας το πρόγραμμα του ταξιδιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Έγειρα στην οθόνη κι είδα βιαστικά έναν αριθμό σταθερού τηλεφώνου κι αμέσως ο νους μου πήγε στις ενοχλητικές διαφημίσεις διαφόρων ιδιωτικών εταιριών οπότε σκέφτηκα να το αποφύγω. Όμως τελευταία στιγμή μια απροσδιόριστη αίσθηση με έσπρωξε να το σηκώσω. Τότε άκουσα από την άλλη άκρη της γραμμής μια βραχνή αυστηρή φωνή. "Ο κύριος Χατζελένης;" με ρώτησε ευγενικά. "Ο ίδιος" απάντησα προσπαθώντας να καταλάβω από που γνωρίζω αυτή τη φωνή. "Περικλής Κοροβέσης στο τηλέφωνο" μου είπε κι αμέσως ένιωσα να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Δε μπορούσα να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου που μιλούσα μαζί του πόσο μάλλον που μου τηλεφώνησε για την παρουσίαση του βιβλίου. 
Αντιλαμβανόμενος τη συναισθηματική μου έξαρση, προσπάθησε να με κατευνάσει λέγοντάς μου πως δεν μπορεί να μου απαντήσει θετικά ή αρνητικά αν δε διάβαζε πρώτα το βιβλίο αλλά και να δει το πρόγραμμά του για 'κείνη τη μέρα που είχε οριστεί η παρουσίαση. Έτσι δώσαμε ραντεβού την επόμενη μέρα στο χώρο των "Εκδόσεων των Συναδέλφων" όπου θα παρουσίαζε εκεί ένα άλλο βιβλίο, συγκεκριμένα τους "Ταριχευτές του Λένιν". Μετά το πέρας της παρουσίασης καθίσαμε στο χώρο και συζητήσαμε τόσο για το δικό μου βιβλίο όσο και για τους "Ανθρωποφύλακες" το οποίο είχα πάρει μαζί μου για να μου το υπογράψει. Φεύγοντας, θυμάμαι που μου κούνησε το βιβλίο μου στον αέρα λέγοντάς μου "θα δω το πρόγραμμά μου και θα σου πω αν θα μπορέσω να στο παρουσιάσω". Ήταν λογικό πως ήθελε πρώτα να διαβάσει το βιβλίο για να αποφασίσει αν θέλει να μου το παρουσιάσει ή όχι. Έκτοτε άρχισε μια μικρής διάρκειας περίοδος γεμάτη αγωνία μέχρι να δεχτώ το κρίσιμο τηλεφώνημά του. Αισθανόμουν πως περνούσα από κάποια σημαντική εξέταση κι ανέμενα τα αποτελέσματα. 
Τελικά με ξαναπήρε τηλέφωνο λίγες μέρες πριν την αναχώρηση για την Ιταλία. Άκουσα ξανά τη βραχνή του φωνή και μεμιάς ο χρόνος σταμάτησε περιμένοντας να ακούσω την απόφασή του. "Κύριε Χατζελένη μπορείτε να με υπολογίζετε για την παρουσίαση του βιβλίου σας". Η χαρά που ένιωσα εκείνη τη στιγμή δε μπορεί να συγκριθεί με άλλες χαρές που έχω αισθανθεί στην μέχρι τώρα ζωή μου. 
Δύο βδομάδες μετά το ταξίδι συναντηθήκαμε ξανά στο βιβλιοπωλείο "Επί Λέξει". Μαζί μας ήταν ο σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης κι η συγγραφέας Πέλα Σουλτάνου που μου έκαναν την τιμή να παρουσιάσουν το βιβλίο μου. Το λόγια του γλυκά και οικεία. Ένιωθα τόσο όμορφα έχοντας δίπλα μου αυτόν τον άνθρωπο να μιλάει για μένα. Στεκόμουν στην άκρη του τραπεζιού και προσπαθούσα να συγκρατήσω την κάθε του λέξη συγκινησιακά φορτισμένος.
Μετά το τέλος της παρουσίασης, μας πρότεινε να πιούμε ένα ποτό. Οι υπόλοιποι δε μπορούσαν να ακολουθήσουν κι έτσι βρεθήκαμε σε ένα κοντινό μπαρ να συζητάμε όλο το βράδυ για τη ζωή, τον έρωτα και την καύλα. Πόσο πολύ του άρεσε αυτή η λέξη. Την επαναλάμβανε και γέμιζε το στόμα του από απόλαυση και χαρά. Μετά από τόσα βασανιστήρια, τόσες διώξεις και τόσους αγώνες, είχε συνειδητοποιήσει πως το μεγαλύτερο θαύμα στη ζωή είναι ο έρωτας κι η αγάπη. Παράλληλα όμως οφείλουμε να 'μαστε φύλακες της μνήμη. Δε ξεχνάμε τα δεινά, δε συγχωρούμε τους εγκληματίες, δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να μας θεωρεί μαλάκες. Κοιτάμε μπροστά και κάνουμε πέρα κάθε τοξικό άνθρωπο διότι η ζωή είναι μικρή για να την χαραμίζουμε στον κάθε τυχάρπαστο. 
Εκείνη τη μέρα έζησα στιγμές μοναδικές γεμάτες ζεστασιά, ειλικρίνεια κι οικειότητα με έναν άνθρωπο που είχα πολύ ψηλά στην εκτίμησή μου. Στιγμές που με τα χρόνια έμειναν άσβεστες στη μνήμη μου. Στιγμές που μετά απ' το σημερινό του φευγιό αποκτούν μια άλλη αξία μέσα στην καρδιά μου.
Θα θελα με τη σειρά μου να αποχαιρετήσω τον κύριο Περικλή Κοροβέση με ένα ποίημά του που μου θύμισε εκείνο το βράδυ. Ένα ποίημα που το χω κρατήσει ως κανόνα ζωής.

Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται. 
Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις. 
Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου. 
Όλα είναι στο κεφάλι σου. 
Σπάσ’ το και πέτα. 
Ο ουρανός είναι απέραντος. 
Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει∙ βρες την.


Καλό σας ταξίδι αγαπητέ κύριε Περικλή Κοροβέση

Πορτραίτο του Περικλή Κοροβέση στο βιβλιοπωλείο "Μωβ Σκίουρος"


Μπορείτε να δείτε την παρουσίαση του βιβλίου μου "Εντεύθεν" που πραγματοποιήθηκε στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει στις 3 Μαΐου του 2017 εδώ

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Οχρίδα, μια πόλη γεμάτη βυζαντινές εκκλησιές



Ένας λόγος που επέλεξα να φτιάξω ένα ξεχωριστό φωτογραφικό βίντεο για τις εκκλησίες της Οχρίδας, είναι η πλούσια ποικιλία στοιχείων του βυζαντινού πολιτισμού και της βυζαντινής ιστορίας που υπάρχουν στη συγκεκριμένη πόλη αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης.
Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία είναι ο ναός της Αγίας Σοφίας, που έχει χτιστεί τέσσερις φορές στο ίδιο σημείο. Πρόκειται για μια εκκλησία ρυθμού μεγάλης βασιλικής, με τοιχογραφίες του 11ου και 14ου αιώνα που εντυπωσιάζει με την πλούσια συλλογή αρχιτεκτονικών σπαραγμάτων που βρίσκονται εντοιχισμένα στην πρόσοψή της ενώ στο εσωτερικό της μαγεύτηκα τόσο από το μυσταγωγικό φωτισμό που προκαλούν τα παράθυρά της όσο και για τις υψηλής τεχνικής τοιχογραφίες της, ειδικά με τη μορφή της καθισμένη Παναγία στην κόγχη του ιερού. Στο εσωτερικό του ναού έχει διατηρηθεί επίσης ένας τουρκικός άμβωνας από την εποχή που ναός είχε μετατραπεί σε τζαμί. Για καλή μας τύχη βρεθήκαμε εκείνη την ώρα μόνοι μας μες στο να ναό κάτι μου μας έδωσε την δυνατότητα να προσεγγίσουμε τις τοιχογραφίες και να απολαύσουμε τις μικρές λεπτομέρειες των μορφών αλλά και τα σημάδια από τις συντηρήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί πάνω τους. 
Μετά τη βόλτα μας στο ξύλινο μονοπάτι της λίμνης και τα στενά σοκάκια της γειτονιάς των ψαράδων, βρεθήκαμε στο όμορφο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη που χτισμένο στα απόμερα και ψηλά βράχια που ξεπετάγονται στο τελείωμα της συνοικίας των ψαράδων, βρίσκεται σε ιδανικό σημείο απ' όπου μπορεί κανείς να απολαύσει ολόκληρη την ακτογραμμή της λίμνης. Οι απότομοι βράχοι που πέφτουν σχεδόν κατακόρυφα στα νερά, δίνουν στους επισκέπτες την αίσθηση πως πετάνε πάνω απ' αυτό το ονειρικό τοπίο που ανοίγεται μπροστά τους. Επίσης το μεγάλο τους ύψος δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσει κανείς τη διαύγεια των νερών με τα σκάφη που τυχόν περάσουν εκείνη τη στιγμή από κάτω να φαίνονται πως σχεδόν πετάνε πάνω από τα βράχια του πυθμένα.
Το Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα βρίσκεται μέσα αρχαιολογικού χώρου του Πλάοσνικ κι είναι αφιερωμένο στον Κλήμη της Οχρίδας, μαθητή των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν πως το μοναστήρι αυτό αποτέλεσε την τοποθεσία εντός της οποίας οι πρώτοι μαθητές διδάχθηκαν το γλαγολιτικό αλφάβητο (χρησιμοποιείτο για την μετάφραση της Βίβλου στα Παλαιά Εκκλησιαστικά Σλαβονικά).Το μοναστήρι πιστεύεται πως ανεγέρθηκε την περίοδο κατά την οποία ο Άγιος Κλήμης κατέφθασε στην Οχρίδα, κατόπιν αιτήματος του Μπόρις Α΄ της Βουλγαρίας, όπου και ανακαίνισε μια παλαιά εκκλησία. Πηγές αναφέρουν πως ο Άγιος Κλήμης δεν ήταν ικανοποιημένος με το μέγεθος της εκκλησίας και, ως συνέπεια, προχώρησε στην ανέγερση νέας εκκλησίας στην θέση της παλαιάς, ενώ όρισε τον Άγιο Παντελεήμονα ως Προστάτη Άγιο. Ο Άγιος Κλήμης χρησιμοποίησε το νεοανεγερθέν μοναστήρι του ως λειτουργικό κτίριο και χώρο διδασκαλίας για τους μαθητές του της εκδοχής του του γλαγολιτικού αλφάβητου, γνωστής ως κυριλλικό αλφάβητο. Ο ίδιος ο Κλήμης έχτισε κρύπτη εντός του μοναστηριού, εντός της οποίας ετάφη μετά τον θάνατό του το 916, ενώ τάφος του εξακολουθεί να υφίσταται ως σήμερα. Στην διάρκεια του 15ου αιώνα, οι Οθωμανοί Τούρκοι μετέτρεψαν το μοναστήρι σε τζαμί, ωστόσο, στις αρχές του 16ου αιώνα επέτρεψαν την ανακαίνιση των ερειπωμένων εκκλησιών και μοναστηριών, με το μοναστήρι, πλέον, να είναι αφιερωμένο στον Άγιο Κλήμη. Το μοναστήρι ερειπώθηκε εκ νέου στα τέλη του 16ου ή στις αρχές του 17ου αιώνα, ενώ ένα νέο τζαμί, γνωστό ως Ιμαρέτ Τζαμί, ανεγέρθηκε από τους Οθωμανούς, το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα. Παρά τη μεγάλη του ιστορικότητα, ολόκληρο το μοναστήρι ανακατασκευάστηκε ξανά το 2000, ενώ η αρχική εκκλησία το 2002.
Είκοσι εννέα χλμ. νότια της Οχρίδας ακριβώς δίπλα στα αλβανικά σύνορα, υπάρχει το μοναστήρι του Οσίου Ναούμ το οποίο χτίστηκε το 900 μ.Χ. και δέκα χρόνια αργότερα κάηκε, για να ξαναχτιστεί το 14ο αι. Από το 1912 μέχρι το 1925 το μοναστήρι και η γύρω περιοχή ανήκε στο αλβανικό κράτος. Τελικά στις 28 Ιουνίου 1925 ο βασιλιάς της Αλβανίας Ζογ Α’ μετά από διαπραγματεύσεις παραχώρησε την περιοχή με το μοναστήρι στην Γιουγκοσλαβία. Το μνημείο αυτό βρίσκεται σε ένα μοναδικό περιβάλλον όπου το πράσινο του πυκνού δάσους και του ποταμού δένουν με το γαλάζιο της λίμνης. Το κτιριακό συγκρότημα δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να προσφέρει πέρα από τις εντυπωσιακές τοιχογραφίες που βρίσκονται εντός του ναού. Περισσότερο όμως μαγεύει η θέα από τον προαύλιο χώρο και τα φανταχτερά παγόνια που κυκλοφορούν ανενόχλητα ανάμεσα στους επισκέπτες.
Το μοναστήρι του Αγίου Ναούμ ήταν και το τελευταίο σημείο που απολαύσαμε την ομορφιά της λίμνης της Οχρίδας. Φεύγοντας από κει, διανύσαμε ένα μεγάλο κομμάτι της ακτογραμμής γεμάτο δάση και μικρές παραλίες που ξεπετάγονταν κάθε τόσο, πριν χαθούμε ξανά στις κοιλάδες των επιβλητικών βουνών της Βόρειας Μακεδονίας με προορισμό την Μπίτολα και τα σύνορα. 

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Ξένος (1967)


Η πρώτη μου γνωριμία με τον Αλμπέρ Καμύ ήταν μέσα από το θρυλικό βιβλίο "Ο Ξένος", το οποίο ομολογώ πως δεν με άγγιξε σε αντίθεση με τα δοκίμια του σπουδαίου Γάλλου φιλόσοφου. Όταν έμαθα πως το βιβλίο αυτό γυρίστηκε σε ταινία από τον Λουκίνο Βισκόντι με πρωταγωνιστικό δίδυμο τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και την πάντα ερωτική Άννα Καρίνα, αναζήτησα να το δω παρά τις επιφυλάξεις που έχω για ταινίες που έχουν βασιστεί σε βιβλία. 
Αρχικά εντυπωσιάστηκα που η μεταφορά του έργου στην μεγάλη οθόνη ήταν απίστευτα ακριβής, φέρνοντας στη μνήμη μου τις λεπτομέρειες ενός βιβλίου που το είχα διαβάσει πριν μια δεκαετία. Όμως από τα μισά του έργου κι έπειτα ακολουθεί μία απίστευτη κορύφωση σε σημείο που φτάνει η ταινία να γίνεται πολύ καλύτερη από το βιβλίο, μπαίνοντας στη λίστα των σπάνιων κινηματογραφικών εξαιρέσεων του κανόνα των αποτυχημένων κινηματογραφικών μεταφορών από το λογοτεχνικό χώρο. Λαμπρές αντίστοιχες εξαιρέσεις είναι "Το Σπίτι των Πνευμάτων" του Μπιλ Όγκουστ από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε και το "Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι" του Φραντζέσκο Ρόσι από το βιβλίο του Κάρλο Λέβι.
Για όσους δεν έχω διαβάσει ακόμη το βιβλίο (καθώς πιο πιθανό είναι να έχει διαβάσει κανείς το έργο του Αλμπέρ Καμύ παρά να έχει δει αυτήν την όχι και τόσο γνωστή ταινία του Βισκόντι), η ιστορία αναφέρεται σε έναν μοναχικό κι άκρως αντικοινωνικό άνθρωπο τον Μαρσώ ο οποίος πηγαίνει στο γηροκομείο για να την κηδεύσει τη μάνα του. Ο ίδιος δε θρηνεί για την απώλειά της παρά μόνο στέκεται μπροστά στο πρόχειρο φέρετρο κι αναλογίζεται το πόσο αυστηρή ήταν όλα αυτά τα χρόνια μαζί του. Η κηδεία αλλά και η ταφή της μητέρας του είναι γι' αυτόν μια τυπική διαδικασία που θέλει να ολοκληρωθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται ώστε να επιστρέψει πάλι στη ρουτίνα της καθημερινότητάς του. 
Η καθημερινότητά του όμως δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι τυπικός στη δουλειά του χωρίς να θέλει να εξελιχθεί, έχει ένα όμορφο κορίτσι που του ζητάει γάμο με εκείνον να της εξηγεί πως δεν τον συγκινεί πολύ η ιδέα αυτή αλλά εφόσον εκείνη το θέλει τότε πολύ ευχαρίστως εκείνοςθα την παντρευόταν κι έχει δύο ενοίκους που ο καθένας κουβαλάει τη δικιά του ιστορία. Ο ένας είναι μαστροπός που τον παρασέρνει στις αλητείες κι ο άλλος ένα συμπαθητικό γεροντάκι που ζει μαζί με τον σκύλο του μέχρι που το χάνει. 
Η ζωή του Μαρσώ κυλάει ήρεμα και σταθερά μέχρι που φεύγει εκδρομή στην παραλία με τον μαστροπό φίλο του και την σύντροφό του. Σε μια συμπλοκή που θα ακολουθήσει θα δολοφονήσει έναν Άραβα κάτι που θα τον οδηγήσει στη φυλακή κι από κει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το θέμα όμως είναι για ποιο λόγο τελικά θα καταδικαστεί από την κοινωνία αλλά και για ποιο λόγο ο ίδιος θα αντιμετωπίσει τόσο ψυχρά το δικαστήριο, τόσο επιθετικά τη θρησκεία και τόσο ανακουφιστικά το θάνατο.


Έχοντας πια παρακολουθήσει την ταινία, αναλογίστηκα αν θα μπορούσε κάποιος άλλος σκηνοθέτης να μεταφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο στη μεγάλη οθόνη. Σε μια περίοδο που το θέμα της αποικιοκρατίας ήταν φλέγον, πόσο μάλλον για μια χώρα όπως τη Γαλλία, το βιβλίο αυτό ήταν μια καυτή πατάτα για γαλλικά σκηνοθετικά χέρια. Όχι πως η Ιταλία έχει λιγότερο σκοτεινό παρελθόν. Όμως ο Λουκίνο Βισκόντι έχοντας ήδη ένα Χρυσό Φοίνικα με τον "Γατόπαρδο" κι έναν Χρυσό Λέοντα με τα "Μακρινά Αστέρια της Άρκτου", επιχείρησε με απίστευτο σεβασμό να μεταφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο στην μεγάλη οθόνη. Και πράγματι το αποτέλεσμά του να βρίσκω άκρως συγκινητικό καθώς δε πείραξε τη δομή του βιβλίου παρά μόνο όπου χρειάστηκε για καθαρά κινηματογραφικούς λόγους. Βασικά σ' αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο και η χήρα του Αλμπέρ Καμύ, η οποία δέχτηκε να γίνει η μεταφορά του βιβλίου σε ταινία αρκεί να μη γινόταν καμιά απολύτως αλλαγή. 
Έπειτα ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης κατάφερε να πάρει έναν αντικοινωνικό ήρωα και να τον κάνει προσιτό στο κοινό με τους μονολόγους του και παρουσιάζοντας τόσο καθαρά την άβολη διάθεσή του με τον υπόλοιπο κόσμο. Μια γλυκιά κι αθώα αδιαφορία τόσο για τα συναισθήματα και τα προβλήματα των άλλων όσο και για την τιμωρία που του επιφύλαξε η κοινωνία όχι τόσο για το έγκλημα που διέπραξε όσο για την απαθή του στάση απέναντι στους άγραφους κοινωνικούς κανόνες. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως στη δίκη περισσότερο εστιάζουν στην απαθή του στάση απέναντι στο θάνατο της μητέρας του παρά στη δολοφονία του Άραβα. 
Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο ρόλο του Μερσώ αποδεικνύει για μια ακόμη φορά το υποκριτικό του ταλέντο ερμηνεύοντας έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του. Με εκπληκτικό τρόπο μπαίνει στο πετσί του λογοτεχνικού αντιήρωα μένοντας απαθής στο θάνατο της μάνας του, φλερτάροντας με μια παλιά του συνάδελφό την αμέσως επόμενη ημέρα της κηδείας, καλύπτοντάς τις βρώμικες δουλειές του μαστροπού φίλου του κι αδιαφορώντας για την επαγγελματική του εξέλιξη όταν ο εργοδότης του του προτείνει να τον στείλει ως εταιρικό εκπρόσωπό στο Παρίσι. Όμως το απόγειο της ερμηνείας του έρχεται με τον αδικαιολόγητο φόνο και την απαθή του στάση απέναντι στη μοιραία απόφαση του δικαστηρίου. Και φυσικά ακολουθεί το συνταρακτικό τέλος όπου ο ήρωας περιγράφει τις τελευταίες του στιγμές μέσα στο κελί περιμένοντας την εκτέλεσή του. Τα λόγια του μας παρασέρνουν τόσο εύκολα, κάνοντάς μας να νιώσουμε πως κι εμείς βιώνουμε την ίδια αγωνία με το να κοιμόμαστε όλη τη μέρα και το βράδυ να παραμένουμε ξύπνιοι περιμένοντας το εκτελεστικό απόσπασμα να ρθει να μας πάρει. 
Εκρηκτικός ο διάλογος που ακολουθεί με τον ιερέα όπου ο προσωπικός ανιδιοτελής εγωισμός υπερνικά τον ανόητο εγωισμό της θρησκευτικής υποκρισίας, ο οποίος πατάει πάνω στο φόβο του κρατούμενου για να υπερνικήσει. Να όμως που το πείσμα του ιερέα γίνεται αφορμή να ξεσπάσει για μια και μοναδική φορά ο απαθής Μαρσώ, ο οποίος μέσα από ειλικρινή και σκληρά λόγια καταφέρνει να ξεγυμνώσει το υποκριτικό ενδιαφέρον των εκπροσώπων της κάθε θρησκείας. 



Κι όμως η περίεργη αυτή έπαρση του ήρωα δημιουργεί καθόλη τη διάρκεια της ταινίας μια ιδιαίτερη αντίθεση με τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν μ' αποτέλεσμα να δενόμαστε και να συγκινούμαστε με τους γύρω ανθρώπους παρά με τον ίδιο. Την ώρα που εκείνος ξαγρυπνά απαθής την μάνα του δίπλα στο φέρετρό της μια γυναίκα κλαίει με λυγμούς ερχόμενη σε αντίθεση με τη δική του αδιάφορη στάση. Όταν την κατεβάζουν στο τάφο εκείνος παραμένει ατάραχος ενώ δίπλα του λιποθυμά ένας γεροντάκος με τον οποίον η μάνα του είχε συνάψει σχέση μες στο γηροκομείο, μια πράξη που αποδεικνύει πως ακόμη και την ύστατη στιγμή ο άνθρωπος αποζητά μια αφορμή για να κάνει μια νέα αρχή αναζητώντας την ελπίδα. Επίσης νιώθουμε τον σιωπηλό πόνο της συντρόφου του η οποία του ζητά να παντρευτούν κι εκείνος ψυχρά της λέει πως δε πιστεύει στο γάμο αλλά θα της έκανε τη χάρη αφού το θέλει πολύ, δείχνοντας πως περισσότερο το κάνει από λύπηση παρά επειδή κι ο ίδιος το επιθυμεί. Όταν ο γεροντάκος χάνει τον σκύλο του και γυρνά στο σπίτι ξεσπώντας σε ολονύκτιους λυγμούς, μόνο τότε ο ήρωας συνειδητοποιεί την απώλεια της μάνας του. Όταν τον κλείνουν σε ένα κελί γεμάτο Άραβες, δε διστάζει να πει πως τον συνέλαβαν επειδή σκότωσε έναν δικό τους. Η τολμηρή του αυτή δήλωση αλλά κι η απαθής του στάση απέναντι στα έντονα βλέμματα των συγκρατούμενών του αντί να τους εξοργίσει τους προκαλεί τελικά ένα αίσθημα αβάσιμου θαυμασμού προς το πρόσωπό του. 
Τελικά ο ήρωας γίνεται συμπαθής μόνο όταν έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο καθώς τότε αρχίζει να ανοίγεται προς τα έξω. Κι εδώ τόσο το βιβλίο όσο και οι ταινία παίζουν εξαιρετικά με τις αντιθέσεις καθώς όσο ο ήρωας περιφερόταν ελεύθερος στη ζωή ένιωθε συναισθηματικά φυλακισμένος ενώ στον περιορισμό των τεσσάρων ντουβαριών του κελιού του νιώθει πως απελευθερώνεται. Τον ακούμε λοιπόν να λέει πως κάποτε δεν τον ένοιαζε αν πέθαινε κάποιος άνθρωπος στα 30 ή στα 70 αλλά τώρα που βρίσκεται πια λίγα βήματα πριν το τέλος τον πιάνει ένα σφίξιμο στο λαιμό. Το ξέσπασμά του απέναντι στην υποκρισία του παπά, τον πείθει πως τελικά ο θάνατός του είναι παρηγοριά στο παράδοξο της ύπαρξής του σε έναν κόσμο που δεν τον είχε ποτέ αποδεχτεί. Μέσα από τους υγρούς τοίχους του κελιού που πλημμυρίζουν με τις μυρωδιές της νύχτας και της θάλασσας, ο ήρωας μοναχός του καταλαβαίνει ότι το νόημα που έψαχνε με αγωνία όλα αυτά τα χρόνια είναι η απουσία του νοήματος. Η απογοήτευσή του αυτή τον λυτρώνεται από μια ελπίδα που κυνηγούσε άδικα και νοιώθει έτοιμος να ατενίσει το τελικό μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η εκτέλεσή του δε θα είναι τίποτα παραπάνω από μια ύβρις του ίδιου απέναντι στο άβουλο πλήθος. Γι' αυτόν τον λόγο το τελευταίο πλάνο κλείνει με ένα σαρκαστικό χαμόγελο που σπάει διαπαντός το έρεβος που ο Μερσώ χρόνια κουβαλούσε λέγοντας τη συγκλονιστική φράση "το μόνο που εύχομαι είναι ένα πλήθος ανθρώπων στην εκτέλεσή μου να με κοιτούν με περιφρόνηση".
Ο "Ξένος" είναι ένα αδίκως ξεχασμένο αριστούργημα σπάνιας ομορφιάς που αξίζει να αναζητήσετε και είναι πραγματικά κρίμα που δεν έχει συζητηθεί και δεν έχει τοποθετηθεί ποτέ σε περίοπτη θέση όταν γίνεται αφιερώσεις για τη φιλμογραφία του Λουκίνο Βισκόντι και τους ρόλους του Μαρστέλο Μαστρογιάνι και της Άννα Καρίνα. Αναζητήστε το.

Βαθμολογία: 9/10

Επίσης, αξίζει να διαβάσετε το παρακάτω άρθρο που αναφέρεται στο Ξένο του Αλμπέρ Καμύ και το άγνωστο για κείνα τα χρόνια σύνδρομο Άσπεργκερ. (διαβάστε εδώ)