Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Βαλκανευτές, ή αλλιώς «οι εραστές των εικόνων που ζουν σε μια μαγική κοινωνία ονείρων, ζωγραφισμένων στον καμβά»




Του φιλόλογου Μιχάλη Ανεζίρη 

“Βαλκανευτές”, λοιπόν. Με την πρώτη ματιά μας στο εξώφυλλο τούτου του βιβλίου, συναντάμε ένα λογοπαίγνιο που μας κλείνει πονηρά το μάτι, σαν καμωμένο από τα Βαλκάνια και τους “ταξιδευτές/ανιχνευτές”, ως λακωνικό τίτλο που συμπυκνώνει 530 σχεδόν σελίδες γραφτού. Τι σόι γραφτό είναι αυτό; Ταξιδιωτικό οδοιπορικό, θα σκεφτεί κάποιος. 
Ωραία...και γιατί χρειάζονται σε κάποιον τόσες σελίδες για να μας περιγράψει εξωτικά ντουβάρια και τοπία, έστω και διαφορετικά, έστω και ενδεχομένως πιο ωραία από κάποια που ξέρουμε; Δε θα μας αρκούσε ένας ταξιδιωτικός οδηγός ή τα δεκάδες, εκατοντάδες σχετικά δημοσιεύματα στην πλημμυρίδα του Διαδικτύου, που συνεχώς μας προσκαλούν σε αποδράσεις προς άγνωστους παραδείσους; Πρέπει να μας τα πει κι ο ίδιος - πόσο θαυμαστά είναι όσα είδε; 
Είναι προφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατάθεση – ψυχής, εαυτού, υπαρξιακών αναταράξεων και δονήσεων, περιπλανήσεων εξωτερικών κι εσωτερικών (με το “Έξω” να λειτουργεί ως αφορμή για βασανιστικό ανασκάλεμα του “Μέσα”), που μετατρέπουν το ανά χείρας βιβλίο σε κάτι πολύ ευρύτερο, και κυρίως βαθύτερο. Η περιπλάνηση λειτουργεί ως αφόρμηση για να ανιχνευθεί και να ανακαλυφθεί η ίδια η Ύπαρξη, εξυπηρετώντας μια ποιότητα που μας θυμίζει τον flaneur (περιπλανώμενο) του Σαρλ Μπωντλαίρ, έτσι όπως τον ορίζει ο ίδιος το 1863 στο παρακάτω απόσπασμα: “Για τον τέλειο flaneur είναι τεράστια χαρά να είναι μακριά από το σπίτι του και, παρόλα αυτά, να νιώθει ότι το σπίτι του είναι παντού. Να βλέπει τον κόσμο, να είναι στο κέντρο του κόσμου και, παρόλα αυτά, να είναι κρυμμένος από τον κόσμο. Είναι ένας πρίγκιπας που χαίρεται, όταν κυκλοφορεί παντού και δεν τον αναγνωρίζουν. Ο εραστής της ζωής κάνει όλον τον κόσμο οικογένειά του, όπως ακριβώς ο εραστής του ωραίου φύλου που δημιουργεί την οικογένειά του από όλες τις όμορφες γυναίκες που έχει βρει ή που θα βρει ή που δε θα βρει ποτέ. Ή ο εραστής των εικόνων που ζει σε μια μαγική κοινωνία ονείρων, ζωγραφισμένων στον καμβά.” 
Από τη μία πλευρά, δε θεωρώ ότι υπάρχει απόσπασμα που θα μπορούσε να περιγράψει πιο καίρια μέσα σε τόσο λίγες γραμμές τον ψυχισμό του γράφοντος. Αν όμως το απόσπασμα μάς μεταδίδει μια εικόνα μονοσήμαντα χαρωπή, ειδυλλιακή και λίγο εξιδανικευτική, ταυτόχρονα ο ίδιος στέκεται στον αντίποδα της μποντλερικής θέσης πως “είναι κρυμμένος από τον κόσμο”. Διότι, χρησιμοποιώντας την περιπλάνηση ως μηχανισμό πυροδότησης, μας αποκαλύπτεται, εκτίθεται, ξεγυμνώνεται, κυριολεκτικά ξεβρακώνεται, δίχως να κρατά τίποτα για τον εαυτό του, καμία πισινή, καμία προφύλαξη. 
Γεγονός που συνιστά την πρώτη και μεγαλύτερη για μένα αρετή τούτου του συγγράμματος. Το βιβλίο είναι αγνό, τίμιο και καθαρό, ως απόλυτος καθρέφτης του δημιουργού του. Και δεν υπάρχει πιο δυνατή γραφή, πιο αναγκαία γραφή – που να δικαιολογεί δηλαδή την ύπαρξή της και τον εαυτό της – από αυτήν που ξεσκεπάζει τον γράφοντα σε όλες του τις αντιφάσεις, αυτήν που βγάζει στο φως εκτός από τα ισχυρά του σημεία κι όλες του τις αδυναμίες, τα πισωγυρίσματα, τις αμφιταλαντεύσεις, τα αδιέξοδα, τα σκοτάδια. 
Ένα σύνολο αντιφάσεων συνθέτει εξάλλου τον καθένα μας ως ατομικότητα. Και τη διαφορά στο τελικό ζύγι, την αποτίμηση, την κάνει η απάντηση στο ερώτημα αν καταφέρνουμε να συγκροτήσουμε αυτές τις αντιφάσεις όχι σε ένα περιφερόμενο άλλοθι για κάθε είδους ασχήμια αλλά σε ένα “τίμιο πακέτο”, ένα σύνολο συνεπές στη βαθύτερη νομοτέλειά του, μέσα - αλλά και πέρα - από τις επιμέρους αντιφάσεις, για να φτάσουμε, λίγο ή πολύ, στην περίφημη “ενότητα των αντιθέτων” του Ηράκλειτου. Και τη ζόρικη αυτή ακεραιότητα, την αυθεντικότητα ενός ανθρώπινου όντος, νομίζω ότι κάθε αναγνώστης δε θα δυσκολευτεί να διαπιστώσει πολύ γρήγορα πως ο συγγραφέας τη διαθέτει και με το παραπάνω, είτε συμμεριστεί το σύνολο των απόψεών του είτε όχι. 
Τη διακρίνει από την πρώτη στιγμή στο σθένος με το οποίο φανερώνονται μπροστά στα μάτια του όλες οι βασανιστικές συγκρούσεις των επιμέρους πλευρών κάποιου που παλεύει να φτάσει ολοένα και πιο κοντά στην αλήθεια του. Μια αλήθεια που περιλαμβάνει το κλείσιμο, την αντικοινωνικότητα και τις καταθλιπτικές στιγμές παράλληλα με την πηγαία ανάγκη συνύπαρξης με τους άλλους. Την ανάγκη για μοναξιά αντάμα με αυτήν του μοιράσματος. Την τάση για την απελευθερωτική απόλαυση της εξερεύνησης και της ανακάλυψης να βαδίζει χέρι – χέρι με τη μελαγχολία και το γνήσιο θυμό για καθημερινές συμπεριφορές της κοινωνικής πλειονότητας. Την απότομη εναλλαγή συναισθημάτων: την χαρά “όταν βρίσκεσαι σε νέους τόπους, με νέες μυρωδιές και νέα πρόσωπα” με την ταυτόχρονη “λύπη στη σκέψη πως όλα αυτά τα βιώνει για πρώτη και τελευταία φορά.” Τον φόβο της μοναξιάς, που συγκρούεται με την ανάγκη της ανεξαρτησίας. 
Η αλήθεια του αυτή δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και την επώδυνη περιστροφή γύρω από τα εξής δύο ερωτήματα: “Γιατί ταξιδεύω;” “Γιατί γράφω;” Ερωτήματα που τίθενται επίμονα τόσο από τον κοινωνικό του περίγυρο όσο και από τον ίδιο του τον εαυτό, ώστε να επιστρέφει εμμονικά σε αυτά εντός του βιβλίου. Δεν είναι τυχαίο που οι διαδοχικές απόπειρες απάντησης, όσο το ταξίδι ξετυλίγεται, προσθέτουν κάθε φορά και μια νέα ψηφίδα σ’ αυτήν την ατέρμονη προσπάθεια αυτογνωσίας που μας σφραγίζει ως ανθρώπινα όντα, πλουτίζοντας και τον ίδιο κι εμάς που τον παρακολουθούμε. Ιδού μερικές χαρακτηριστικές αποφάνσεις για το πρώτο ερώτημα: “Η προτίμηση για την αβεβαιότητα που προκαλώ εγώ στον εαυτό μου κι όχι οι άλλοι σε μένα, το τυφλό κάλεσμα της καρδιάς σε νέες αποδράσεις, το αίσθημα του ανικανοποίητου”, “Ταξιδεύω για να ξεφύγω απ’ την αρρώστια, να αποφύγω το χειμώνα της συνείδησης, για να αισθάνομαι πως υπάρχω”, “τα τοπία που συναντώ γύρω μου είναι τα τοπία που έχω εντός μου.” 
Στις δικές μου εμμονές, που ξετυλίγονται στα δικά μου προσωπικά γραπτά, έχω αντιπαραβάλει στο παρελθόν δύο στάσεις ζωής, γύρω από δύο τύπους ανθρώπων: αυτούς που κινούνται αδιάκοπα γύρω από τον άξονα του ρήματος “μένω” (μένοντας, επιμένοντας και υπομένοντας) με όσους κινούνται γύρω από την επικράτεια του “φεύγω” και των συνθέτων του. Ο δημιουργός τούτου του βιβλίου με ώθησε να αναθεωρήσω αυτές τις εμμονές (όχι τυχαία, παράγωγο του πρώτου ρήματος), δείχνοντάς μου πως είναι δυνατό να επιμένει και να μένει κάποιος βαθιά μέσα στον πυρήνα της ύπαρξής του φεύγοντας και ξεφεύγοντας. Έχουμε μπροστά μας ένα λαμπρό παράδειγμα συνένωσης των αντιθέτων. 
Μίλησα πιο πριν για αγνότητα και τιμιότητα γραφής. Τούτη δεν συνίσταται μόνο σε ό,τι ήδη περιέγραψα, αλλά και στο ακόλουθο. Ο Γ. Χατζελένης, αποκαλύπτοντας το μέσα του, δε διστάζει στιγμή μέσα στο βιβλίο να εκφράσει κοινωνικές και πολιτικές θέσεις δύσκολες, αντιδημοφιλείς σε πλειοψηφίες, που θα ξεβολέψουν και θα δυσαρεστήσουν κάμποσους. Από την αγανάκτησή του για τις ζοφερές πραγματικότητες που δημιούργησε ανά τους αιώνες η ύπαρξη συνόρων, την αποστασιοποίησή του από τη σύγχρονη εκδοχή του πατριωτισμού και την ευτέλεια του περιεχομένου του, την αντίθεσή του με τους εθνικούς μύθους που συγκροτούν το φαντασιακό κάθε σημερινού “πατριώτη”, την καταγγελία των κοινωνιών της πολιτισμένης ευμάρειας για τη στάση τους απέναντι στους πρόσφυγες, τον ρόλο και τις ανεπάρκειες της Αριστεράς, έως την αιχμηρή κριτική της αστικής ιδεολογίας αλλά και της θρησκείας, που “με το πέρασμα των χρόνων μετατράπηκε διαδοχικά σε Εκκλησία, κοσμική εξουσία και αναπαυτική λατρεία του έτοιμου σχήματος”, ο συγγραφέας δε χαρίζεται σε κανέναν. Στάση που αποκτά μεγαλύτερη δύναμη κι εγκυρότητα από το γεγονός ότι στέκεται απολύτως αυστηρός κι απέναντι στον εαυτό του. Δεν είναι αυτό το βιβλίο λοιπόν πεδίο διπλωματικών ισορροπιών, με την επιδίωξη να φανεί ευχάριστο σε όλους και για όλα. Αντιθέτως, ο δημιουργός του βροντοφωνάζει “Αυτός είμαι, και σ’ όποιον αρέσω!” - προκαλώντας και προσκαλώντας όμως τον κάθε αναγνώστη σε έναν παθιασμένο εσωτερικό διάλογο, που του δίνει το έναυσμα ώστε να συγκρουστεί και με τις δικές του βεβαιότητες, εφόσον το τολμήσει. 
Απολαυστική και συναρπαστική είναι επίσης μέσα στο βιβλίο η περιήγηση του αναγνώστη στα μονοπάτια και τα μυστικά της Ιστορίας. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, “Μου αρέσει και να μελετώ το παρελθόν των τόπων που επισκέπτομαι με τον ίδιο τρόπο που σέβομαι και αναλύω το δικό μου παρελθόν.” Η δήλωση αυτή - στίγμα ενός ανθρώπου με ξεχωριστό πάθος για αξίες όπως η Ιστορία, ο Πολιτισμός και η Τέχνη - όχι απλά επιβεβαιώνεται όσο προχωράμε την ανάγνωση, αλλά είναι στην πραγματικότητα κι εξαιρετικά μετριοπαθής: ένας γοητευτικός πλούτος πληροφοριών για το παρελθόν και την ταυτότητα κάθε μέρους, άγνωστος εν πολλοίς ακόμα και σε ανθρώπους με ιδιαίτερη μόρφωση, έρχεται να μας ανοίξει δρόμους ουσιαστικής γνώσης και προβληματισμού για τα βασανισμένα και διαχρονικά αιματοβαμμένα Βαλκάνια. Πλούτος εγκιβωτισμένος μέσα σε εμβόλιμες αφηγήσεις που διακόπτουν την κόπωση μιας συνεχούς αφήγησης γύρω από τις λεπτομέρειες του ταξιδιού, ανανεώνοντας τα ερεθίσματα και το ενδιαφέρον του αναγνώστη και υποκινώντας μια πιο ουσιαστική γνωριμία του με τόπους σημαδεμένους ανεξίτηλα από τους πολέμους και τους εθνικισμούς. 
Στον πλούτο αυτό συμβάλλει τέλος και η παρουσία εντός του βιβλίου ανθρώπων όμορφων και αληθινών, άσημων αλλά γι’ αυτό και πιο σημαντικών, των οποίων οι αφηγήσεις καθηλώνουν και συνταράσσουν μέσα από την απλότητά τους – όπως της Αλβανίδας στην καταγωγή φίλης του που συμπυκνώνει την τραυματική ιστορία της στη φράση: “Στην Ελλάδα με φωνάζουν Αλβανίδα και στην Αλβανία με θεωρούν Ελληνίδα”. Ή του τελευταίου Σέρβου στρατιώτη που υπηρέτησε στην Ελλάδα, φύλακα του συμμαχικού νεκροταφείου του Α Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσσαλονίκη, που έμεινε εκεί όλη του τη ζωή, λέγοντας: “ Έχω χρέος να κρατήσω αυτήν τη μνήμη ζωντανή, για να βροντοφωνάζω στους μεγάλους πως ο πόλεμος είναι μεγάλη καταστροφή και αυτό που αφήνει πίσω του είναι όλοι αυτοί εδώ οι τάφοι. Πάνω στην αδιαφορία και στην άγνοια πατάει ο φασισμός.” 
Μην ξεχαστούμε όμως...Αν όλα τα παραπάνω που σκόπιμα τονίστηκαν προκρίνουν στον ακροατή προς στιγμήν την αίσθηση ενός βιβλίου όπου κυριαρχούν μονοσήμαντα το βάρος και η σκοτεινιά, ας μην πλανηθεί! Ο συγγραφέας ξέρει να χαίρεται και ν’ απολαμβάνει τη ζωή, και μας το δείχνει με το παραπάνω! Πέρα από την αντικειμενική γοητεία του Άγνωστου που οριοθετούν οι εναλλασσόμενοι προορισμοί, υπάρχουν στιγμές εξύμνησης της ομορφιάς που ωθούν τον αναγνώστη να ξαναγίνει για λίγο παιδί μαζί με τον δημιουργό του – όπως όταν αφηγείται τη λατρεία του για τη θάλασσα, την παθολογική αγάπη του για τη βροχή (“η νοσταλγία που με κυριεύει κουβαλάει λίγο από το άρωμα βρεγμένου χώματος”) αλλά και για τα σύννεφα , που “έχουν μοναδικό σχήμα σε κάθε τόπο”και “είναι τόσο όμορφα γιατί δε μπορεί να τ’ αγγίξει ανθρώπου χέρι”, σύμφωνα με την αφοπλιστική τοποθέτηση της προγιαγιάς του. Όλα τα χρώματα και τ’ αρώματα της ζωής παρελαύνουν μπροστά μας. Κι όσο ξέρει να μας προβληματίζει και να μας πηγαίνει σε βάθη ζόρικα, άλλο τόσο είναι ικανός ο συγγραφέας να μας εξωτερικεύει την πιο αθώα, ανέμελη, ρομαντική και παραμελημένη στην καθημερινότητα πλευρά μας . 
Και με την τελευταία αυτή παρατήρηση φτάνω στο κλείσιμο, ξαναπιάνοντας το νήμα από την γοητεία της περιπλάνησης του Μπωντλαίρ. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα ο περιπλανώμενος ισοδυναμεί με τη λέξη “αλήτης” (από το ρήμα “αλάομαι/αλωμαι”). Υπ’ αυτήν την έννοια, ο Οδυσσέας – μορφή τόσο χιλιοτραγουδισμένη και πηγή έμπνευσης ανά τους αιώνες – υπήρξε το αρχέτυπο του “αλήτη” στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η μετατροπή της έννοιας περίπου σε βρισιά στους χαλεπούς καιρούς μας δε δηλώνει τίποτε άλλο παρά τη βαθιά αξιακή παρακμή των κοινωνιών μας. Όταν η κυρίαρχη κοινωνική επιταγή σε κάθε νέο άνθρωπο είναι “να παρκάρει, να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να νοικοκυρευτεί, να αράξει”, συμφιλιωμένος με την αδράνεια, το τέρμα της ανησυχίας και της αναζήτησης, έρχεται ο Γιώργος Χατζελένης να μας θυμίσει τη θαμμένη ομορφιά του κατασυκοφαντημένου όρου της αλητείας, αποδεχόμενος το βάρος του και μετατρέποντάς τον ξανά σε αυτό που πάντα ήταν και θα έπρεπε να είναι για όλους μας– ένα μυστικό δώρο, ένα κλειδί για την ουσιαστική ζωή, που συνδέεται πάντα με τη συνεχή μετακίνηση - είτε έξω μας είτε μέσα μας, είτε σε συνδυασμό. Όσοι κι όσες συγκινείστε ακόμα από αυτήν την οπτική για τον κόσμο και τα πράγματα, όσοι κι όσες νιώθετε να ευνουχίζεστε από τους συνθλιπτικούς μηχανισμούς μιας κοινωνίας που μας διαλαλεί με κάθε τρόπο “Κάτσε στ’ αυγά σου!”, εισπνεύστε τον φρέσκο αέρα που αναδύεται από τούτες τις σελίδες και ακολουθήστε το θρόισμά του. Αλητέψτε μαζί του...

Πηγή: fractal

Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

Βαλκανευτές ή JEBI SE ΖAJCEK !


Βαλκανευτής όπως θα λέγαμε θηρευτής, κυνηγός κι αναζητητής. 
Τρεις νεαροί αποφασίζουν και ταξιδεύουν στα Δυτικά Βαλκάνια, από την Αθήνα ως την Λουμπιλάνα και τούμπαλιν, με ένα αυτοκίνητο. 
Στην αφετηρία δεν μπορούσαν να φανταστούν πως το ταξίδι τους θα ήταν τριπλό: ταξίδι στην άσφαλτο, ταξίδι στην ψυχή τους, ταξίδι στα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα. Τόσο της δικής τους χώρας όσο και των άλλων έξι χωρών που επισκέφτηκαν. Κι εσύ, ως αναγνώστης ή αναγνώστρια, μπαίνεις στην πίσω θέση του αυτοκινήτου, βολεύεσαι στο κάθισμα και υπό τις νότες του Μίλτου Πασχαλίδη, στο Αγύριστο Κεφάλι, τραγουδάς « δεν είναι εδώ Βαλκάνια, σου ‘το πα, εδώ είναι παίξε, γέλασε και σώπα…» 
Και κατεβάζουν οι τρεις ταξιδευτές τα παράθυρα του αυτοκινήτου για να σου δείξουν τους προορισμούς, γεμίζοντας τα μάτια σου κάστρα, οχυρώσεις, λιμάνια και παλάτια. Σε παίρνουν από το χέρι και βαδίζετε σε πλατείες, δρόμους και πάρκα. Και μυρίζεις μαζί τους τα αρώματα. 
Υπάρχουν όμως και στιγμές που σου δείχνουν και τις βαλκανικές ίδιο-τροπίες των ανθρώπων που συναντούν. Των βαλκανικών προσώπων που η βιοπολιτική , η ιστορία αλλά κι η γεωγραφία άφησαν ανεξίτηλες ρυτίδες στα όμορφο παρουσιαστικό τους. 
Και κάτι ακόμη: στο ταξίδι αυτό, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο, οι τρεις συνταξιδιώτες σου καταδεικνύουν πως τα σύνορα δεν είναι παρά ένας τεχνητός διαχωρισμός, που δεν αφορά τους ανθρώπους και τους λαούς. 
Και, συνεχίζοντας τη διαδρομή, μοιράζεσαι τις σκέψεις σου με αυτές των τριών προσώπων, ακούς να σου μιλούν για την πολιτική στη χώρα τους, τα όνειρά τους, τους φόβους αλλά και τις αυταπάτες τους ( κι αναρωτιέσαι πότε πρόλαβαν να νιώσουν τη ματαίωση…). Δοκιμάζεις μαζί τους τις λογιώ λογιώ μπύρες στα μαγαζιά των Βαλκανίων και καταλαβαίνεις - σιγά σιγά- τι θα πει να ταξιδεύεις. Και γιατί να ταξιδεύεις. 
Σε ένα τοίχο, στη Λουμπλιάνα, ο Γιώργος Χατζελένης περιγράφει ένα γκράφιτι: μια γάτα ζωγραφισμένη από έναν καλλιτέχνη του δρόμου και δίπλα της γραμμένη η φράση «JEBI SE ΖAJCEK». Γάμα τις συνήθειες! Κι εκεί σκύβεις το κεφάλι κι αντιλαμβάνεσαι πως δε χρειάζεται να παίρνεις τόσο σοβαρά τη ζωή, γιατί υπάρχει και το ταξίδι! 

 Χαρούλα Αποστολίδου 
Φιλόλογος - Συγγραφέας

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

Η Σοφία Λυκούδη γράφει για τους "Βαλκανευτές"

 


Αναμφίβολα οι φυτικοί σπόροι αιτούνται νερού ώστε να βλαστήσουν, τι συμβαίνει όμως με την ευόδωση των ταξιδιωτικών σπόρων; Ενδεχομένως οι συγκεκριμένοι σπόροι να θρέφονται από την έγχυση ατόφιου τσίπουρου στο πρόσφορο έδαφος των περιπετειωδών ψυχών, που τους κυοφορούν ανεκπλήρωτους, μα ολοζώντανους στο πιο ακριβοθώρητο ερμάρι της φαντασίας τους. Τοιουτοτρόπως, αναδύεται στην επιφάνεια ο μίσχος ενός ταξιδιωτικού οδοιπορικού, καλλιεργημένου από το εύφορο σμίξιμο της φιλοπράγμονος δημιουργικότητας τριών φίλων και του περιρρέοντος ενθουσιώδους αυτοσχεδιασμού που τους διακατέχει. Κι έτσι, οι επικείμενοι ταξιδιώτες διαρρηγνύοντας τον ασφυκτικό κλοιό του ελεγχόμενου αστικού «θερμοκηπίου», επαφίενται στις κλίσεις της καρδιάς τους, ξεχυνόμενοι στο άγνωστο της γης, ή όπως αναφέρει ο συγγραφέας «στο μεταίχμιο όπου η τύχη ενωνόταν με το θάρρος κι η χίμαιρα με την πραγματικότητα». 
Ο συγγραφέας προτού μας καθοδηγήσει αναγνωστικά στην αιφνίδια συναπόφαση του ταξιδιού, σκιαγραφεί συμπαγώς δια μέσου ενός ακραιφνώς εξομολογητικού χειμάρρου, ένα αστικό περίβλημα κακόηθες προς την ψυχική ευεξία, την πνευματική ανέλιξη, την ανθρώπινη εγγύτητα, την περίσωση της μνήμης κι ίσως τελικά μια πρόδηλη προσβολή προς τα ίδια τα θέσμια της ζωής. Το εγχείρημα ηχεί φαινομενικά άξαφνο μα διόλου ανυπόστατο, καθώς ο τόπος διαμονής φαντάζει να τον βάλει πανταχόθεν με μια καταλυτική απώθηση, μετουσιώνοντας τη φυγή σε κραυγαλέο αίσθημα επιβίωσης που περισώζει τις στερνές ρανίδες αξιοπρέπειας. Αυταπόδεικτο στιγμιότυπο της εξαχρείωσης που πλανάται διάχυτη στο τοπίο είναι το συναπάντημα του ήρωα με την ευγενική φιγούρα μιας γηραιάς κυρίας που επαιτεί διακριτικά και πάραυτα διαφαίνεται η απαξίωση του παρελθόντος της χώρας, στην αδιάντροπη αδιαφορία που μεταχειρίζεται τους εκπροσώπους του , τους ηλικιωμένους. Η πόλη φανερώνει απρόσμενα το προσφιλές της προσωπείο, φευγαλέα μονάχα, την ημέρα της αναχώρησης (η μελωδία των πρελούδιων ενός πατέρα για το μωρό του, η ευγενική καλημέρα της γειτόνισσας που περιποιείται στοργικά τα φυτά της), ίσως περιπαικτικά ή σαν απέλπιδα ικεσία παραμονής του. 
Σχεδόν ασυναίσθητα τείνουμε να αναρωτηθούμε για τις ενδότερες φωνές που σαγήνευσαν τους τρεις συνοδοιπόρους προς τη φυγή, εκείνες που απευθύνονται εμμονικά σαν πλημμυρίδα σε ένα μόνο μυαλό, συναισθανόμαστε μια απροσδιόριστη αναζήτηση που δε συνταυτίζεται και για τους τρεις ομοθυμαδόν, παρόλη τη συμπόρευσή τους. Καθείς αναζητά τι; Και γιατί αυτό το κάτι περιφέρεται αθώρητο στον γεωγραφικό κλοιό των Βαλκανίων; Ο ένας σκύβει με προσήλωση άνωθεν της θρησκευτικής ποικιλομορφίας, ο άλλος υπακούει σε μια συθέμελα αισθητηριακή περιήγηση και ο τρίτος προκαλεί τα σύνορα της αντοχής του, σίγουρα όμως όχι μόνον αυτό. Ταξιδεύοντας ίσως διεκδικούν να συν-χωρέσουν πλειάδα ζωών στη μία αποκλειστική που τους δόθηκε, παιγνιωδώς σαν να συγχέουν την ανατολίτικη μετενσάρκωση με τη μοναδική δυτική χριστιανική ζωή. Ο συγγραφέας σε σχετική στιχομυθία αντιτείνει πως το ταξίδι είναι η εκούσια ροπή του προς την πρόκληση της αβεβαιότητας «Διότι με ελκύει η αβεβαιότητα... αλλά προτιμώ την αβεβαιότητα που προκαλώ εγώ στον εαυτό μου κι όχι άλλοι σε μένα.». Μέσω του ταξιδιού και της αμφιβολίας που προξενεί αφ’ εαυτού, θα έλεγε κανείς πως κερνά τον κόσμο με το ίδιο του το δηλητήριο, το απρόβλεπτο και το θνησιγενές. Επιδιώκοντας το εφήμερο κι απρόσμενο εμπαίζει κατάμουτρα την ειμαρμένη, πως ασπάζεται αναντίρρητα το φαρμάκι της πεπερασμένης ύπαρξης που τη διέπει, αποδεχόμενος συμβολικά την αφετηρία και τη λήξη της μονόδρομης περιπλάνησης του ταξιδιού σαν μικρογραφία της ζωής, ομού μετά των εκπλήξεων που επιφυλάσσει. Ταυτόχρονα, εντούτοις προδιαγράφουν σχολαστικά την πορεία, ορίζουν επιμελώς τους κόμβους, καταμετρούν προνοητικά τις παραμονές και δίχως να εξαλείφουν την παρεμβολή του αιφνίδιου, χρήζονται ενυπόστατοι θεοί, προοικονομώντας χωροχρονικά τη διαδρομή. 
Το παρόν ανάγνωσμα τάσσεται ευθαρσώς εκ των προτέρων εναντίον της διαμελιστικής υπόστασης των διακρατικών, των χρονικών και των πάσης φύσεως αδιόρατων συνόρων, με παραδειγματικό γνώμονα τη φύση αυτοπροσώπως, « Όλη αυτή η απεραντοσύνη της φύσης κι η ανεμπόδιστη ροή του ποταμού… αποδείκνυαν πως ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του ανθρώπου πάνω στη γη είναι η χάραξη των συνόρων». Υποδόρια στην προαναφερθείσα φράση παραμονεύει μια ευχή, οι άνθρωποι να μετακινούνταν ανεμπόδιστα όπως το βλέμμα πλανάται απαρακώλυτο στο απέραντο κι οι ποταμοί ως ταξιδιώτες της γης, που κάθε παρειά τους συνυπάρχει συνεργατικά παρατασσόμενη, να ενέπνεαν κατ’ αναλογία τους ανθρώπους στη μεταξύ τους ομόνοια, καθώς η γη φαντάζει μια συνεργατική συρραφή αντιθέσεων και σε αυτό το πολλαπλό είδωλο εναποθέτει το κάλλος της. Ανασύροντας από τη μνήμη μας την ταινία του Ρενουάρ Μεγάλη Χίμαιρα και τη ρήση του Rosenthal «Τα σύνορα είναι μια εφεύρεση των ανθρώπων. Η φύση δε δίνει δεκάρα.». 
Έτερες μορφές συνόρων που καταλύονται συμβολικά στις αράδες του βιβλίου είναι: οι γλωσσικές αποκλίσεις κι η απαράβατη γραμμικότητα του χρόνου. Αφενός οι γλωσσικές αποκλίσεις απαξιώνονται, καθώς τα συναπαντήματα στο διάβα των πόλεων βρίθουν από εποικοδομητικούς διαλόγους, που δε μοιάζουν να παρακωλύονται από αυτές ή όταν η γλώσσα απογοητεύει επαρκεί μονάχα ένα βλέμμα (Ο γεράκος από το Βούκοβαρ στο Ζάγκρεμπ) ή λίγη θέληση. Αφετέρου η απαράβατη γραμμικότητα του χρόνου παραγκωνίζεται, εφόσον μέσω αυθόρμητων στιγμιότυπων του ταξιδιού που ανασκαλεύουν τη μνήμη των τριών ταξιδευτών, ενίοτε το παρελθόν συνυπάρχει συντροφικά με το παρόν κι άλλοτε το εκτοπίζει πρόσκαιρα μόνον, για να διεκδικήσει κάτι από την πάλαι ποτέ απολησμονημένη του υλικότητα (η ηλιοκαμένη όψη των πλανόδιων παιδιών στην έξοδο του Αργυροκάστρου προσεδαφίζει τον ήρωα στη δική του αντίστοιχη παιδική νησιώτικη εμφάνιση, το πλοίο Μπάρι στο Δυρράχιο υπενθυμίζει στους δύο ήρωες τις διαδρομές από και προς τα νησιά τους, η θύμηση των σύννεφων της Χίου και της Τήνου συνεδράζεται με την πάροδο των σύννεφων της Ζαντάρ κι η προγιαγιά του ήρωα ξανάρχεται στη ζωή μέσα από τις θύμισες των λόγων της, Ο Γιώργος Μιχαΐλοβιτς του σερβικού κοιμητηρίου της Θεσσαλονίκης επαναπατρίζεται νοερά μέσω της σκέψης του συγγραφέα καθώς διασχίζουν τη χώρα του). 
Μολονότι το ταξίδι συστήνεται ως χερσαίο οδοιπορικό, το υδάτινο στοιχείο υφέρπει πανταχόθεν και ξεχειλίζει, καθώς το νερό εφευρίσκει πάντοτε τρόπους να δραπετεύει. Ο συγγραφέας μετενσαρκώνει το χερσαίο τοπίο σε αρίφνητες θαλάσσιες αναλαμπές. Πρόκειται ίσως για τη νησιωτική καταγωγή των δύο εκ των τριών συνταξιδιωτών που θεριεύει σαν την παλίρροια, εν προκειμένω το στοιχείο που τους δεσμεύει ως άρρηκτη άυλη άγκυρα με τον γενέθλιο τόπο ή μήπως υποσυνείδητα αθέμιτη νοσταλγία; «Η τριγωνική προβλήτα του λιμανιού (Κότορ) εισχωρούσε στη θάλασσα σαν πλώρη καραβιού… Κι αν η πόλη ήταν το καράβι, εμείς ήμασταν οι αξιωματικοί του πληρώματος…», «...σχηματιζόταν μια κεραμιδωτή θάλασσα από τις στέγες των σπιτιών. Κι ανάμεσα στα κατακόκκινα κύματα έστεκαν σαν φάροι τα δυο καμπαναριά και σαν φουσκωμένα πανιά πλοίου οι συμπαγείς τρούλοι…», «… το μικρό νησί του Αγίου Νικόλα… η όψη του θυμίζει πτερύγιο κήτους που κάνει βουτιά…», «Στη Χίο τα σύννεφα έχουν τη μορφή πλοίων που διασχίζουν το στενό με την Τουρκία, στην Τήνο έχουν την ένταση των κυμάτων που σκάνε με ορμή πάνω στα βράχια…», «η σιωπή… μια θάλασσα της απανεμιάς…». Γι αυτό κι έπειτα μας εκμυστηρεύεται πως «Εκεί, μέσα στη σιωπή, συνειδητοποίησα πόσο πολύ αγαπώ τη θάλασσα.». 
Η προσφυγή στο παρελθόν πραγματοποιείται τακτικά με δίαυλο τις σιωπηρές παύσεις της βροχής, που αναλαμβάνουν στοργικά τη διέλευση στη μνημονική κρύπτη, παραδίδοντας τη σκυτάλη από τη συλλογική ατμόσφαιρα της παρέας στο απρόσιτο κελάρι των ατομικών λογισμών και των απόμακρων παιδικών αναμνήσεων. Ίσως, όπως οι σταγόνες νοτίζουν το χώμα καθιζάνοντάς το, αντίστοιχα βουλιάζουν και τον άνθρωπο στα μύχια της σκέψης, ή όπως η πορεία τους στα τζάμια του εν κινήσει οχήματος κατευθύνεται προς τα πίσω, συμπαρασύρει τον νου σε μια μελαγχολική οπισθοδρόμηση. «Εδώ, στη μέση του πουθενά, οι σταγόνες της βροχής μετατρέπονταν σε μουσικές νότες, μελοποιώντας μια θλιμμένη ελεγεία των παιδικών μου χρόνων». Ακόμη κι ο ήχος της βροχής συμμετέχει ως ιδιότυπο ρολόι, κάθε χτύπος του οποίου, αντί να προστάζει τον χρόνο να προχωρήσει εμπρός κατά τα ειωθότα, τον αναστρέφει, εγκαταλείποντας τον ήρωα «παρασυρμένο σ’ αυτό το απροσδιόριστο εκκρεμές του νου που ταλαντεύεται ασταμάτητα ανάμεσα σε παρελθόν και μέλλον». Οι αναδρομές στα παιδικάτα του ήρωα φαντάζουν μια φυγή μέσα στη φυγή, ίσως μια φυγή από την ίδια τη φυγή. Μολονότι το στοιχείο της φυγής κρίνεται επιτακτικό, εντούτοις ο ήρωας δεν επαναπαύεται ούτε εκεί, παρά αποχωρεί και από το ταξίδι με τις αναμνήσεις του, στο αδιατάρακτα ασφαλές θάλπος της παιδικής ηλικίας, ένας αδιάσειστος φόρος τιμής στην πραγματική αφετηρία. 
Για τον Γιώργο Χατζελένη και τους συντρόφους του, η εκάστοτε πόλη υποθάλπει μια ανιμιστική υπόσταση, όπου τα κατακρημνισμένα από τη διαβρωτική επέλαση του χρόνου, των συρράξεων και της αμέλειας οικοδομήματα ή καλλιτεχνήματα διαφυλάσσουν εντός τους ζωντανό το αντιφέγγισμα της εύθρυπτης ιστορικής αφήγησης. Έτσι, περιγράφονται ως έμβιοι οργανισμοί με παρελθόν κι όχι ως άψυχα σπαράγματα (ένα φρούριο φέρει ενοχή που δεν κατόρθωσε την καθολική προστασία της πόλης, ένα ομοίωμα λιονταριού μοιάζει ντροπιασμένο κι αδύναμο, ένας απολιθωμένος άγγελος παρηγορεί δια των προταγμένων χεριών του μια πόλη με χαίνουσες πληγές σαν υπερκόσμιος επίδεσμος), φτάνοντας σε μια εξισωτική αναλογία με τον άνθρωπο, «Το παρελθόν είναι αυτό που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τους γύρω μας, όπως ξεχωρίζουν κι οι πόλεις μεταξύ τους.». Ο χαρακτήρας υπόκειται σε μια αδιάκοπη συνδιαλογή και με το φυσικό τοπίο, το οποίο μερικώς εντείνει τους λογισμούς κι άλλοτε τους διαχέει παρασύροντάς τους στο επέκεινα, «Σαν μια ομίχλη που… ερχόταν χαμηλά για να μου αφηγηθεί όλα αυτά που είχε ζήσει.». Ωστόσο, απαρέγκλιτα συμπλέκεται μια βουβή στιχομυθία: ο αέρας , η θάλασσα, η βροχή, ο ήλιος και τα σύννεφα ή η ανυπότακτη ομορφιά των βράχων τον αγκαλιάζουν σπάζοντας τα σύνορα του σάρκινου περιβλήματος και χαϊδεύουν την ψυχή του, προκαλώντας τον «να αναλογιστεί το μέτρο της ύπαρξής του», «πως εντός του ταξιδεύουν οι αιώνες που πέρασαν κι οι αιώνες που θα έρθουν, αλλά κι οι αγέννητες εκρήξεις που θα ακολουθήσουν.». 
Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν αρκείται στην εμψύχωση των μνημείων της πόλης, του τοπίου και των φυσικών φαινομένων, ήτοι στην επίκληση του άψυχου στη ζωή. Πρέπει να καταστήσει τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου ρευστά, να επεκτείνει τη σύμπνοια των εννοιών και τη διάχυσή τους, εξοβελίζοντας διά παντός τα σύνορα αναμεταξύ τους. Έτσι, για κάθε καμπαναριό «που παίζει κρυφτό σαν παιδί», υπάρχουν άνθρωποι που «φεύγουν σαν φύλλα ξερά» και για κάθε «διχασμένο μιναρέ που ξαποσταίνει τριγύρω για να δροσιστεί», παρουσιάζεται μια εσωστρεφής συντροφιά δυο γερόντων που «έδενε άψογα με τα σκληρά και τραχιά κελύφη των δύο θαλασσινών οστράκων» του ζωγραφισμένου τοίχου. Ειδάλλως, κτίζει την αμοιβαιότητα των χαρακτηρισμών όπως στο Σαράγεβο: «άνθρωποι και κτίρια εξίσου πληγωμένα». 
Προχωρώντας στην περιήγηση, το μεγαλείο της αρχιτεκτονικής υπαναχωρεί παραδίδοντας τη θέση του στη «σπαραγματική» θωριά του τοπίου που εντείνεται, η φύση πια κυριαρχεί κι αφομοιώνει τα απομεινάρια, συνθέτοντας ένα αχανές τοπίο που αποπνέει τον θάνατο. Ακριβώς όπως το ταξίδι πλησιάζει προς το γέρμα του, οι συζητήσεις της συντροφιάς περιστρέφονται γύρω από τη θρησκεία, τον θάνατο, εσωτερικεύοντας ενσυναισθητικά το περιβάλλον των νεκροταφείων και των ερειπίων. Βαίνοντας προς το πέρας λοιπόν, ο κορεσμός του ήρωα εκδηλώνεται στο στέρεμα της καταγραφής του ταξιδιωτικού ημερολογίου και στην πτωτική πορεία του αισθήματος της έκπληξης που αποκόμιζε. Η πληρότητα έγκειται εκεί όπου το ταξίδι αρχίζει να προσομοιάζει μια νέα καθημερινότητα και παύει να συνεπαίρνει καλλιεργώντας την προσμονή. Γι’ αυτό και μοιάζει απαραίτητη η συνύπαρξη της καθημερινότητας και του ταξιδιού ως αντιθέτων. Χωρίς μια καθημερινότητα δεν επιδιώκεις την ταξιδιωτική φυγή και δίχως το ταξίδι ο νόστος χάνει την ελκτική επιρροή του. Ένα μόνιμο ταξίδι παύει να είναι ταξίδι. Ο δρόμος του γυρισμού περιγράφεται χρονοβόρος, σαν να επιβραδύνει μέσα από τα διαδοχικά μποτιλιαρίσματα το αναπόφευκτο. Ο συγγραφέας παραδίδει μεν τον τίτλο «επιστροφή», μα μονάχα ολιγοσέλιδα στο ύστατο κεφάλαιο, αποτινάσσοντας εμφανώς τη σκέψη του τέλους. Γι’ αυτό, το κεφάλαιο εκτοπίζει τα στιγμιότυπα της επιστροφής πέραν των πλέων απαραίτητων και παραδίδεται στην ανακεφαλαιωτική ανασκόπηση των πόλεων του οδοιπορικού. 
Θα μπορούσαμε να αναλογιστούμε έναν πιθανό συσχετισμό με την Οδύσσεια, ίσως κι εξαιτίας του διπλού συναπαντήματος των ηρώων με το άγαλμα του James Joyce, όμως αυτό είναι εφικτό αν και μόνο αν αρκεστούμε στην απόδοση της Ιθάκης στην αναζήτηση του άγνωρου επίγειου παραδείσου ή της ακραιφνούς αυτογνωσίας. Οπωσδήποτε όμως, για τον ομηρικό Οδυσσέα η ολότητα του κάλλους της γης ωχριά μπροστά στην αναντικατάστατη υδάτινη γωνιά που αισθάνεται πατρίδα. Εν αντιθέσει, για τους τρεις ήρωες ο εκάστοτε τόπος αποτελεί τον σπινθήρα μιας καινοφανούς εκδοχής της ζωής. 
Ο αναγνώστης πέραν της αφήγησης και των διαλόγων, θα διαισθανθεί τα τοπία και μέσω του φωτογραφικού αρχείου του συγγραφέα. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες καταλύουν τα σύνορα των χρωματικών διαβαθμίσεων, εν μέρει επικεντρώνοντάς μας στο περιεχόμενο της απεικόνισης κι εν μέρει επιφορτίζοντας δημιουργικά τους χρωστήρες της δικής μας φαντασίας. Η φωτογραφία και η καταγραφή του οδοιπορικού στοχεύουν πιθανώς στο απαράφθορο της μνήμης, να περισώσουν αυτούσιο κάτι από το παροδικό του χρόνου. Τελικώς, το ίδιο το ταξίδι σε αντιδιαστολή με την ανεπιστρεπτί πάροδο του χρόνου, είναι ένας τρόπος αντίστροφης, καθώς καλείσαι να γυρίσεις εκεί από όπου ξεκίνησες. 
Το αναγνωστικό βλέμμα, δια μέσου των Βαλκανευτών του Γιώργου Χατζελένη, ταξιδεύει αφηγηματικά σε έναν απέραντο χερσότοπο ερειπίων: παλίμψηστα εποχών, κυβερνήσεων, απανωτών διεκδικήσεων και αλλεπάλληλων κυριοτήτων μας προϋπαντούν σε κάθε σταθμό της περιήγησης. Συναπαντήματα με ανθρώπους προσηνείς, κάποτε απογοητευμένους και παρεξηγημένους, κάποιους προκατειλημμένους, ενίοτε τρελούς κι άλλοτε ολότελα απρόσιτους, συνθέτουν μια ποικιλματική ομήγυρη στον ρου των πόλεων. Ορισμένοι αφηγούνται προσμετρώντας ανθρώπινες απώλειες του πολέμου, είτε για την πατρίδα που απαρνήθηκαν ή απώλεσαν, άλλοι για τις αναμνήσεις που τους στοίχειωσαν, φανερώνοντας άθελα εθνικές ή θρησκευτικές δεισιδαιμονίες που δεν αποχωρίστηκαν. Πάντοτε όμως, πρόκειται για συγκινητικές αφηγήσεις άσημων ανθρώπων, που δε χώρεσαν στις ψυχρές εποποιίες των κατάστιχων τις ιστορίας, οι οποίες ευκόλως θα παρασύρονταν σαν τη σκόνη του χρόνου. Το προκείμενο βιβλίο τους παραχωρεί απλόχερα το καταφύγιο των σελίδων του, ένα χάρτινο δισάκι που αντιστέκεται στη λήθη των εύθραυστων μαρτυριών, οι οποίες ειδάλλως θα σκόρπιζαν αμετάκλητα. Οι τρεις φίλοι συνταξιδιώτες απαρτίζουν μια συντροφιά που θρέφεται από τις αντιθέσεις της κι αλληλοσυμπληρώνεται (όπως η φιλική παρτίδα σκάκι ανάμεσα στον βαλκάνιο και τον ευρωπαίο γηραιό κύριο). Με έναυσμα τα ταξιδιωτικά ερεθίσματα, ξετυλίγουν συζητήσεις που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια, λογομαχώντας γόνιμα για τα διαβαλκανικά κοινά κακώς κείμενα της ιστορίας, που δεν κατέχουν από συνοριακές γραμμές (εθνικισμός, ρατσισμός, κοινωνικός διχασμός), αλλά και για υπαρξιακά που ταλανίζουν την ολότητα των ανθρώπων. Έτσι, όχι μόνον η γη, αλλά και κάθε άνθρωπος αν σκάψει εντός του, αν ξεφλουδίσει το επίχρισμα του παρόντος, θα έρθει αντιμέτωπος με μια πολυποίκιλη ταυτότητα που μόνο μονοσήμαντη δεν αποδεικνύεται, αλλά πολυεθνής και κοσμοπολίτικη, όπως η γη φέρει κατάσαρκα τα απομεινάρια των διαδοχικών εποχών. Απομονώνω εν κατακλείδι μια φράση του βιβλίου θεωρώντας ακράδαντα πως το παρόν ανάγνωσμα περισώζει τη δέουσα ανθρωπιά, αποτελώντας μια κραυγαλέα μα και «διακριτική αντίσταση κατά της βαρβαρότητας των ημερών μας.».

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

Belfast (2021)

 


Πάντα θέλω να ανοίγω την κάθε κινηματογραφική σεζόν με μια καλή πρόταση, θεωρώντας πως και μ' αυτόν τον τρόπο ξεκινάει η νέα χρονιά με ένα ακόμη θετικό πρόσημο. Πόσο μάλιστα φέτος που αποφάσισα να την ξεκινήσω με την πολυαναμενόμενη και πολυδιαφημιζόμενη νέα ταινία του Κένεθ Μπράνα. 
Το "Belfast" έχει αρκετά στοιχεία που εξίταραν έντονα την ανυπομονησία μου μέχρι να το δω. Τα ασπρόμαυρα πλάνα του που του δίνουν μια διαχρονικότητα, το εξαιρετικό soundtrack με τις ιρλανδέζικες επιλογές του, ένα trailer πολλά υποσχόμενο για μια συγκινητική κινηματογραφική βραδιά και το κυριότερο απ' όλα το ότι καταπιάνεται με το ιρλανδικό ζήτημα, μια βαριά πληγή που εξακολουθεί να είναι ανοιχτή στην βορειοδυτική γωνιά της Ευρώπης, πάνω στην οποία έχουν πατήσει αρκετά αριστουργήματα του παρελθόντος όπως το "Ο Άνεμος Χορεύει του Κριθάρι" του Κεν Λόουτς, το "Στο Όνομα του Πατρός" του Τζίμ Σέρινταν, το "Hunger" του Στηβ Μακουίν, το συγκλονιστικό "Bloody Sunday" του Πολ Γκρίνγκρας, το εξαιρετικό "'71" του Γιαν Ντεμάνζ και πολλά άλλα ακόμα. Άραγε το "Belfast" μπορεί να ξεπεράσει τον υψηλό πήχη που έχουν θέσει προγενέστερες ταινίες που έχουν ασχοληθεί με τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση;
Πριν όμως δώσω την απάντηση που ο ίδιος έθεσα στον εαυτό μου, ας πω πρώτα λίγα λόγια για την ιστορία της ταινίας. Το "Belfast" είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο του Κένεθ Μπράνα καθώς ο ίδιος είναι γιος προτεσταντών γονιών που έφυγαν από την Ιρλανδία για να γλιτώσουν από τις καθημερινές ταραχές που προκαλούνταν ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα των καθολικών και των προτεσταντών. Όμως η εξιστόρηση μας γυρνάει στο 1969 όπου το νησί βρισκόταν ακόμα κάτω από την βρετανική κατοχή κι ο βρετανικός στρατός δεν είχε ακόμη εμπλακεί στο ιρλανδικό ζήτημα. Επιλέγοντας αυτή τη χρονική στιγμή, ο δημιουργός καταφέρνει (εσκεμμένα;) να αποφύγει οποιαδήποτε "άβολη" αναφορά στον τρόπο που χειρίστηκαν οι Βρετανοί την βορειοϊρλανδική κρίση και περιορίζεται μόνο σε μια επιδερμική καταγραφή των δράσεων των παραστρατιωτικών οργανώσεων. Θεωρώ πως με την απόφασή του αυτή ο ίδιος ο δημιουργός χαντακώνει την ταινία του, διότι με το trailer άλλο προωθεί και στην μεγάλη οθόνη κάτι άλλο παρουσιάζει. 
Επανέρχομαι στην υπόθεση που μας παρουσιάζει η ταινία. Η εξιστόρηση πραγματοποιείται μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, του Μπάντι, ο οποίος παρακολουθεί σαστισμένος την χαοτική κατάσταση που τραντάζει συθέμελα την ανέμελη καθημερινή ζωή των κατοίκων του Μπέλφαστ, καθώς δυσκολεύεται να αναλογιστεί τις διαφορές των δυο δογμάτων που αντιμάχονται στην πόλη του. Βρήκα έξυπνη τη σκηνή που προσπαθεί με μια ξαδέλφη του να ξεχωρίσουν τους προτεστάντες από τους καθολικούς μέσω των μικρών τους ονομάτων. Όμως όλη αυτή η εκρηκτική κατάσταση δεν τον αγγίζει ιδιαίτερα. Στην ηλικία που είναι, ενδιαφέρεται περισσότερο για τα αμερικάνικα γουέστερν που παρακολουθεί στην τηλεόραση και στη βελτίωση των επιδόσεών του στο σχολείο ώστε να μπορεί να κάθεται πιο κοντά στο κορίτσι με το οποίο είναι ερωτευμένος. Επίσης ο μικρός λατρεύει πολύ τον παππού του και την γιαγιά του και περνάει αρκετό χρόνο μαζί τους. Σε εκείνους βρίσκει περισσότερη θαλπωρή κι ενδιαφέρον καθώς ο πατέρας του λείπει συνεχώς στο Λονδίνο για δουλειά κι η μητέρα του προσπαθεί να τα βγάλει πέρα μόνη της στο Μπέλφαστ. Δεμένος μ' αυτά τα πρόσωπα κι αυτές τις ανέμελες καταστάσεις, ο ξεσπά έντονα όταν μαθαίνει από τους γονείς του πως πρέπει να μετακομίσουν στο Λονδίνο για να έχουν καλύτερες συνθήκες ζωής.  




Κατά κάποιον τρόπο η ταινία περισσότερο στηρίζεται σε ένα οικογενειακό δράμα παρά σε ένα πολιτικό έργο. Είναι δικαίωμα του δημιουργού το απολιτίκ ύφος που δίνει στο έργο του αλλά προσωπικά θεωρώ μεγάλο ατόπημα να παρουσιάζει την οικογένεια του μικρού Μπάντι ως μια φωτεινή εξαίρεση στην "κακιά" πλευρά των προτεσταντών, η οποία παίρνει από νωρίς την απόφαση να φύγει από την Ιρλανδία. Από την μια ο Κένεθ Μπράνα δηλώνει ουδέτερος κι από την άλλη παρουσιάζει την μια πλευρά κακή. Πέρα απ' αυτό αποφεύγει να αναφερθεί στην κυριότερη περίοδο της ιρλανδικής κρίσης και στις ευθύνες της βρετανικής επέμβασης. Η αποφυγή του αυτή γίνεται ακόμη πιο φανερή, κλείνοντας απότομα την ταινία τονίζοντας ορθώς τον πόνο του ξεριζωμού κι αφιερώνοντας το έργο σε αυτούς που έμειναν, σε αυτούς που έφυγαν και σ' αυτούς που χάθηκαν. Δηλαδή σε όλους. 
Όσον αφορά τα πρόσωπα της ιστορίας, ξεχώρισα και συμπάθησα τον παππού και την γιαγιά, τους οποίους υποδύονται ο εξαιρετικός στο ρόλο του Κιαράν Χιντς κι η Τζούντι Ντεντς. Εξάλλου ήταν κι οι μόνοι χαρακτήρες που είχαν κάποια ανάπτυξη μέσα στο έργο, κι έτσι μπόρεσα να δεθώ μαζί τους. Επίσης ο μικρός Τζουντ Χιλ είναι εξαιρετικός και φαίνεται πως απολαμβάνει με το παραπάνω τον πρωταγωνιστικό του ρόλο. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες ήταν αρκετά επιφανειακοί κι αδιάφοροι. 
Σκηνοθετικά η ταινία έχει όμορφα κι αρκετά καλά ισορροπημένα πλάνα. Μου έκανε εντύπωση που ο δημιουργός έδινε χρώμα στην τηλεόραση και στις παραστάσεις, χωρίς όμως να καταλαβαίνω το γιατί. Όμως διαπίστωσα πως η ταινία αντέγραψε πολλά στοιχεία από άλλες ταινίες. Σαφώς και δεν υπάρχει παρθενογένεση στο χώρο της τέχνης όμως στην συγκεκριμένη ταινία έγινε ξεκάρφωτη αντιγραφή από πλάνα άλλων πασίγνωστων ταινιών και συγκεκριμένα από το "Σινεμά, ο Παράδεισος" και τον "Ψυχρό Πόλεμο", γεγονός που με ξίνισε αρκετά.
Μπορεί στο ιστορικό και στο πολιτικό κομμάτι να με απογοήτευσε αλλά θεωρώ πως το "Belfast" είναι ένα γλυκανάλατο κοινωνικό δράμα που μιλάει για την απώλεια αγαπημένων προσώπων, για την ανασφάλεια που επιφέρει το θρησκευτικό μίσος και για τον καημό της ξενιτιάς. Το συγκινητικό κλείσιμο της ταινίας αφήνει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα. Μπορεί η γιαγιά να εκλιπαρεί να μη γυρίσει κανείς από τους δικούς της να κοιτάξει πίσω καθώς φεύγουν από το Μπέλφαστ, αλλά ο μικρός της ρίχνει μια τελευταία κλεφτή ματιά, αφήνοντας να εννοηθεί πως μπορεί να αλλάζει τόπο αλλά θα παραμείνει δεμένος με τις ρίζες του. 
Εν κατακλείδι, το "Belfast" δεν φτάνει τον πήχη που προγενέστερες ταινίες αυτού του είδους είχαν θέσει αρκετά ψηλά, αλλά παρακολουθώντας την εξέλιξη του έργου συνειδητοποιείς πως ο Κένεθ Μπράνα δεν είχε αυτήν την προσδοκία. Αντιθέτως γίνεται εξαρχής φανερό πως επιθυμία του ήταν να προσφέρει ένα ήπιο ανθρώπινο δράμα που να μπορεί να σου προσφέρει μια όμορφη κινηματογραφική βραδιά γεμάτη όμορφα πλάνα, καλή μουσική, ωραίο ρυθμό και φυσικά τα γλυκά λόγια του Κιαράν Χιντς στο ρόλο του παππού. 


Βαθμολογία: 6/10

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Σκηνές Από Ένα Γάμο (1974)

 



Η προβολή ενός εκ των αριστουργημάτων του σπουδαίου δημιουργού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δεν είναι μόνο μια ξεχωριστή κινηματογραφική απόλαυση αλλά και μια ουσιώδης ψυχανάλυση σε θέματα που είναι διαχρονικά κι όπως φαίνεται γι' αρκετό καιρό ακόμα θα παραμένουν άλυτα. Όπως ισχύει και για τις υπόλοιπες ταινίες του κορυφαίου Σουηδού σκηνοθέτη, έτσι κι οι "Σκηνές Από Ένα Γάμο" είναι ένα αξεπέραστο και μοναδικό αριστούργημα που παρουσιάζει με έναν εύστοχο κι άκρως θεατρικό τρόπο τη φθορά ενός ζευγαριού τόσο από τις μεταξύ τους καθημερινές τριβές όσο κι από συγκεκριμένους εξωγενείς παράγοντες (γονείς, παιδιά, εξωσυζυγικές σχέσεις κτλ). Νιώθω πολύ τυχερός που απορροφήθηκα στους συγκεκριμένους "μπεργκμανικούς" διαλόγους μέσα σε μια σκοτεινή κινηματογραφική αίθουσα κι όχι σε μια κατ'οίκον προβολή, μιας κι είχα στη συλλογή μου τη συγκεκριμένη ταινία σε dvd από την πλούσια κασετίνα που είχε προσφέρει πριν αρκετά χρόνια το περιοδικό Σινεμά.  
Η ταινία ξεκίνησε ως τηλεοπτική μίνι σειρά των έξι 50λεπτων επεισοδίων σημειώνοντας τεράστια επιτυχία σε Σουηδία κι εξωτερικό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μετατραπεί σε μια εξαιρετική ταινία μεγάλης διάρκειας, μέσα από την οποία παρακολουθούμε τη σχέση ενός ερωτευμένου και πετυχημένου ζευγαριού. Από την μια έχουμε τον καθηγητή Γιόχαν, τον οποίο ερμηνεύει ο εξαιρετικός Ερλαντ Γιόζεφσον κι από την άλλη την δικηγόρο σύζυγό του Μαριάν που ερμηνεύεται από την εκπληκτική Λιβ Ούλμαν.  Η ιστορία της ζωής τους χωρίζεται σε έξι κεφάλαια, όπου στο καθένα παρατηρούμε τα διάφορα στάδια της συμβίωσής τους. Στην αρχή έχουμε τα πρώτα δέκα χρόνια γάμου όπου ήταν μια περίοδος γεμάτη αληθινή αγάπη και στοργή. Στη συνέχεια περνάει σε μια περίοδο σεξουαλικής αποχής κάτι που θα οδηγήσει στους πρώτους τριγμούς της σχέσης και στην απιστία. Η εξέλιξη αυτή θα ολοκληρωθεί με την ψυχοφθόρα περίοδο του διαζυγίου. Όμως η ιστορία δε σταματάει εκεί αλλά συνεχίζεται με την συνάντηση των δυο αυτών προσώπων δέκα χρόνια αργότερα. Παρόλο που έχουν παντρευτεί με νέους συντρόφους, διαπιστώσουν πως τα νέα πρόσωπα στις ζωές τους δεν κατάφεραν να γεμίσουν το κενό που οι ίδιοι ένιωθαν όσο ήταν μεταξύ τους παντρεμένοι. 
Η άλλοτε ευτυχισμένη σχέση των δυο αυτών προσώπων πατάει σε ένα και μόνο συναίσθημα κι αυτό είναι η στοργή καθώς ο έρωτας δεν ήταν κεραυνοβόλος. Η σχέση τους όπως οι ίδιοι δηλώνουν στην αρχή της ταινίας, προέκυψε μετά από δυο ταυτόχρονες ερωτικές απογοητεύσεις που τους έφεραν πιο κοντά. Κατά κάποιον τρόπο τόσο η σχέση τους όσο κι ο έγγαμος βίος τους ήταν το αποτέλεσμα συμβιβασμών, ανασφαλειών, ενοχικών συναισθημάτων και κοινωνικών απαιτήσεων. Ο πιο αδύναμος χαρακτήρας κυριάρχησε επιβλητικά κι ο πιο δυναμικός υποτάχθηκε προσπαθώντας να διατηρήσει τις εύθραυστες ισορροπίες της σχέσης. Σ' αυτόν τον "άδικο" χορό επικράτησης κυριαρχούσε μια ασυνήθιστη γαλήνη, η οποία εκδηλώθηκε έντονα στη σκηνή που ο Γιόχαν ανάγγειλε στη Μαριάν ότι ερωτεύθηκε κάποιαν άλλη. Η Μαριάν όχι μόνο παρέμεινε ψύχραιμη στην απιστία του συζύγου της αλλά δέχτηκε την απόφασή του στωικά, σχεδόν με συμπόνια. Ωστόσο, με την απιστία και εν συνεχεία εγκατάλειψή του Γιόχαν, φανερώνεται η μοναξιά που κυριαρχούσε όλα αυτά τα χρόνια στους δυο τους. 
Η γαλήνη αυτή θα εξανεμιστεί όταν τα δυο αυτά πρόσωπα καταφέρουν να βρουν ξανά τους εαυτούς τους μετά την λυτρωτική τους απελευθέρωση από τα δεσμά του γάμου. Εκεί η Μαριάν θα διαπιστώσει το πόσο δυναμική είναι κι ο Γιοχάν θα χάσει την έπαρση που διατηρούσε όλα αυτά τα χρόνια μέσα στον γάμο του. Φτάνοντας στη στιγμή της υπογραφής του διαζυγίου τους, θα ανοιχτούν παρελθοντικές πληγές και θα ενταθούν οι ενοχές, προκαλώντας αλληλοκατηγορίες που θα οδηγήσουν το ζευγάρι σε κατακριτέες βιαιοπραγίες. 
Όμως το τέλος δεν έρχεται με το διαζύγιο. Τα λάθη, οι προδοσίες κι οι σκοτεινές στιγμές του έγγαμου βίου τους θα επουλωθούν και θα σβηστούν, αφήνοντας στη μνήμη μόνο τις όμορφες στιγμές που πέρασαν μαζί. Για χάρη αυτών των όμορφων αναμνήσεων, το ζευγάρι θα συναντηθεί ξανά μετά από χρόνια, επιβεβαιώνοντας πως παρόλο που έχει σβηστεί το παρελθοντικό τους πάθος, έχει διατηρηθεί η στοργή κι η ανιδιοτελής τους αγάπη. Εξάλλου αυτά είναι που έχουν την μεγαλύτερη σημασία στις ανθρώπινες σχέσεις.   




Οι "Σκηνές Από Ένα Γάμο" είναι από τις ταινίες που δίνουν πλούσια τροφή για πολύωρες συζητήσεις μετά το πέρας της προβολής τους. Προσφέρει απλόχερα σκέψεις, προβληματισμούς κι αναλύσεις που στροβιλίζονται στο μυαλό μας για αρκετές μέρες. Πρώτα απ' όλα εντυπωσιάστηκα με την θεατρική οπτική του έργου. Λήψεις σε κλειστούς χώρους, στατικά πλάνα, χαμηλός φωτισμός που επικεντρώνεται κυρίως στα πρόσωπα, πλούσιοι διάλογοι και λιτά σκηνικά που περισσότερο θυμίζουν σκηνές θεατρικού έργου παρά κινηματογραφικού. Με την επιλογή αυτή, δίνεται περισσότερη έμφαση στα δύο πρόσωπα που πρωταγωνιστούν αλλά και στα πρόσωπα που ενώ απουσιάζουν από τα πλάνα δυστυχώς παίζουν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις της ιστορίας όπως είναι οι γονείς των δυο πρωταγωνιστών, τα παιδιά τους κι η ερωμένη του Γιοχάν.
Από τα πρώτα στοιχεία που αντιλαμβανόμαστε στην ταινία είναι πως οι προσωπικότητες των δυο πρωταγωνιστών είναι επηρεασμένες κι ευνουχισμένες από τους γονείς τους. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που πραγματοποιείται στο πρώτο κεφάλαιο της ταινίας, ο Γιοχάν παρουσιάζει τον εαυτό του ως άξιο γιο, ο οποίος με την αναφορά του αυτή προσπαθεί από την μια να δείξει την αγάπη που οφείλει να έχει προς τους γονείς του κι από την άλλη να κρύψει τον φόβο που έχει για αυτούς. Έπειτα, η ηττοπαθής στάση του ζεύγους απέναντι στις απαιτήσεις των γονιών τους φανερώνεται και στη σκηνή που αποφασίζουν να ακυρώσουν ένα κυριακάτικο δείπνο με τους γονείς της Μαριάν. Μέσα απ' αυτό το ελαφρώς κωμικό περιστατικό, θα αποκαλυφθεί η αδυναμία της Μαριάν να επιβληθεί στις απαιτήσεις της μητέρας της και τελικώς να υποκύψει στις πιέσεις της. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Γιοχάν ο οποίος φοβάται να πει στον πατέρα του ότι εγκαταλείπει την Μαριάν επειδή έχει ερωτευτεί κάποια άλλη γυναίκα. Μέσα από τα δυο παραπάνω γεγονότα αλλά κι από άλλα που αποκαλύπτονται μέσα από τους διαλόγους της ταινίας, διαπιστώνεται πως οι δυο πρωταγωνιστές προσπαθούν να κουκουλώσουν τα παρελθοντικά τους τραύματα και το παράπονο των μη ικανοποιημένων παιδικών τους συναισθημάτων μέσα από τις επαγγελματικές τους καταξιώσεις και την υποτιθέμενη ευτυχία του γάμου τους. Όμως η αλήθεια είναι πως ο Γιοχάν κι η Μαριάν είναι δυο μικρά παιδιά που προσπαθούν να το παίξουν ενήλικες. 
Έπειτα έχουμε το παιχνίδι της κυριαρχίας μέσα στο ζευγάρι. Από την μια έχουμε την έπαρση του πιο αδύναμου και του πιο ανασφαλούς της σχέσης, όπου στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο Γιόχαν, ο οποίος γνωρίζει πως έχει δίπλα του μια δυναμική κι επαγγελματικά πετυχημένη σύζυγο, γεγονός που τον ωθεί να της επιβληθεί υποβιβάζοντάς την έξυπνα κι ανώδυνα, πιστεύοντας πως μ' αυτόν τον τρόπο διατηρεί τα ηνία της σχέσης. Η έπαρσή του μέσα στη σχέση γίνεται ολοφάνερη από την πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας. Όταν ρωτάει η δημοσιογράφος για τις προσωπικότητές τους, ο Γιοχάν αραδιάζει μια μεγάλη λίστα προτερημάτων για τον εαυτό του σε αντίθεση με την Μαριάν που κρατούσε μια πιο ταπεινή στάση. Αυτή η πετυχημένη εικόνα που είχε καταφέρει να δημιουργήσει γύρω από το πρόσωπό του αρχίζει να γκρεμίζεται όταν αποφασίζει να αποκαλύψει στην σύζυγό του την παράνομη σχέση του. Οι απαντήσεις που της δίνει όχι μόνο δεν είναι ανακουφιστικές για την Μαριάν αλλά εξακολουθούν να την μειώνουν, προσπαθώντας κατά κάποιον τρόπο να ρίξει όλο το φταίξιμο σ' εκείνην. Όμως η αξιοπρεπής στάση της Μαριάν καταφέρνει να τον γονατίσει, μετατρέποντάς τον σε μικρό παιδί που εναγωνιωδώς αναζητά να βρει μια "μητρική" ασφάλεια στην αγκαλιά της πληγωμένης συζύγου του. 
Η κατρακύλα του κύρους του Γιόχαν θα επιταχυνθεί όταν οι δυο πρωταγωνιστές συναντηθούν ξανά λίγους μήνες μετά τον χωρισμό τους και κρυφά από την νέα σύντροφο του Γιοχάν. Η Μαριάν είναι εμφανώς ανανεωμένη και δυναμωμένη ενώ ο Γιοχάν φαίνεται πιο μαζεμένος κι εξαντλημένος. Στη συνάντησή τους αυτή έχουμε μια συγκινητική αποκάλυψη της προσωπικότητας της Μαριάν καθώς εκείνη αποφασίζει να διαβάσει στον πρώην σύζυγό της ένα αυτοβιογραφικό κείμενο που είχε γράψει μετά τον χωρισμό τους προσπαθώντας μέσα απ' αυτόν τον τρόπο να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που την βασανίζουν. Η ειλικρίνεια στα λόγια της προσδίδουν επιπλέον ωριμότητα και σοβαρότητα στο πρόσωπό της ενώ παράλληλα μέσα από το κείμενό της γίνεται ακόμη πιο εμφανής ο ευνουχισμός που υπέστη από τους γονείς της στα παιδικά της χρόνια. Τα λόγια που λέει είναι συνταρακτικά κι ακούγονται στα αυτιά μας ανατριχιαστικά οικεία. Αναλύοντας τα λάθη του παρελθόντος καταφέρνει να βρει τα σωστά βήματα που θα την βοηθήσουν να απελευθερωθεί από τα συμπλεγματικά δεσμά που την κρατούσαν τόσα χρόνια άβουλη και στάσιμη. Σε αντίθεση με την Μαριάν, ο Γιοχάν αδιαφορεί για τα συμπλέγματα του παρελθόντος καθώς ο ίδιος έχει βρει ως λύση (ξέσπασμα) την επιβολή του σε άλλα πρόσωπα. Το ίδιο θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να κάνει κι εκείνο το βράδυ, γεγονός που αποδεικνύει πως η περίοδος της κυριαρχίας του πάνω στην Μαριάν έχει πια τελειώσει.  
Η απόλυτη ήττα θα έρθει την στιγμή του διαζυγίου. Η Μαριάν είναι πλέον συνειδητοποιημένη κι αποφασισμένη για το οριστικό τέλος του γάμου της κι ανακουφισμένη με την ελευθερία που της προσφέρει η εξέλιξη αυτή. Αντιθέτως ο Γιοχάν είναι η σκιά του εαυτού του. Με κάθε τρόπο προσπαθεί να καθυστερήσει την έκδοση του διαζυγίου, αναζητώντας τρόπους να μεταπείσει την Μαριάν χωρίς να θίξει τον περίφημο εγωισμό του. Συνειδητοποιώντας η Μαριάν τα κίνητρα του Γιοχάν, παίρνει την εκδίκησή της φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και την λάθος συμπεριφορά του όλα αυτά τα χρόνια του γάμου τους, γεγονός που θα τον εξοργίσει και θα τον οδηγήσει στη βιαιοπραγία. Με αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτει το "τέρας" που έκρυβε μέσα του όλα αυτά τα χρόνια.
Κι εκεί φτάνουμε πια στο τέλος όπου οι δυο πρωταγωνιστές δεν έχουν κάτι άλλο να μοιράσουν. Ούτε έχουν κάποιον λόγο να επιβληθούν ο ένας στον άλλον. Έπειτα με το πέρασμα των χρονών έχουν συνειδητοποιήσει πως ούτε οι μετέπειτα σχέσεις τους βοήθησαν στην αντιμετώπιση και την επούλωση των παιδικών τους συμπλεγμάτων. Σε μια ακόμη απογοήτευσή τους, βρίσκουν παρηγοριά στην ειλικρινή στοργή που ένιωθαν ο ένας για τον άλλον. Μια στοργή που δεν βρήκαν στους νέους τους συντρόφους. Μια στοργή που φανερώνεται στην τελευταία σκηνή όταν η Μαριάν πετάγεται από έναν εφιάλτη κι αναζητά ασφάλεια στην αγκαλιά του Γιοχάν. 



Τελικά τι είναι αυτό που κάνει δυο ανθρώπους που έχουν ζήσει είκοσι χρόνια κοινής ζωής να νιώθουν ξαφνικά τόσο ξένοι κι απόμακροι; Συναισθήματα όπως η αγάπη, η εμπιστοσύνη κι η στοργή σβήνουν απότομα σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Κι από την άλλη πως γίνεται ένας άνθρωπος που αγάπησες τόσο πολύ να μετατρέπεται στα μάτια σου ως ο χειρότερος εχθρός σου; Οι απαντήσεις δεν είναι ποτέ εύκολες και ξεκάθαρες. Πατώντας όμως πάνω σ' αυτές ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν προσπαθεί να τις αναλύσει και να καταγράψει την ελεύθερη πτώση που βιώνει ένα ζευγάρι όταν ανοίγεται το επικοινωνιακό χάσμα ανάμεσά του. «Χρειάστηκαν δυόμισι μήνες για να γράψω αυτές τις “σκηνές” αλλά μου πήρε μια ολόκληρη ενήλικη ζωή για να τις ζήσω», είχε δηλώσει ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν θέλοντας να τονίσει το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ταινίας. Βασιζόμενος τόσο στο περιεχόμενο της ταινίας όσο και στα λόγια του δημιουργού, θα μπορούσα εύκολα να θεωρήσω την συγκεκριμένη ταινία ως ένα κινηματογραφικό δοκίμιο πάνω στη συζυγική ζωή. 
Σκηνοθετικά η ταινία ξεχωρίζει καθώς κινηματογραφήθηκε με κάμερα των 16χλστμ., προσφέροντας μ' αυτόν τον τρόπο πολύ κοντινά πλάνα στα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας, ξεγυμνώνοντάς τα ευλαβικά μέσα από την εξαιρετική ματιά του σπουδαίου φωτογράφου Σβεν Νίκβιστ. Επίσης δεν μπορούμε να παραλείψουμε τις αξεπέραστες ερμηνείες της Λιβ Ούλμαν και του Ερλαντ Γιόζεφσον, οι οποίοι καταφέρνουν από το πρώτο κιόλας λεπτό να δεθούν με μια απρόσμενη ειλικρίνεια με τους θεατές του έργου ενώ τα βιώματά τους φαίνονται ανατριχιαστικά οικεία με τα αντίστοιχα δικά μας. 
Πενήντα χρόνια μετά την κινηματογράφησή της, η ταινία παραμένει φρέσκια, επίκαιρη και διαχρονικά αριστουργηματική. Κατά τη γνώμη μου ξεπερνάει τα πλαίσια του κινηματογραφικού είδους και προσφέρει μια πρωτόγνωρη ψυχαναλυτική εμπειρία στο κοινό της. Είναι μια υπόκωφη κραυγή της οριστικής ισοπέδωσης του ανασφαλούς εγωισμού και της τελικής παραδοχής πως η αγάπη κι η στοργή βρίσκονται πάνω από κάθε σύμβαση. Στην τελευταία μάλιστα σκηνή αφήνει να εννοηθεί πως ίσως η σωτηρία της ψυχής να βασίζεται τελικά στην ενέργεια που πηγάζει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που καταφέρνουν σ' αυτές τις δύσκολες συνθήκες της μοντέρνας ζωής να νιώσουν πως έχουν γίνει ένα.  


Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Οι καλύτερες ταινίες του 2021

 



Για μια ακόμη χρονιά διανύσαμε την μεγαλύτερη περίοδο με κλειστές κινηματογραφικές αίθουσες και δυσκολία στην πρόσβασή τους όταν άνοιξαν. Οι ταινίες και πάλι ήταν περιορισμένες κι αρκετές απ' αυτές να προέρχονται από την προπερασμένη χρονιά, μιας και δεν είχαν  καταφέρει να βγουν στις σκοτεινές αίθουσες το 2020. Παρόλα αυτά, το αισιόδοξο από τη δική μου σκοπιά είναι πως στην αγαπημένη μου ετήσια κινηματογραφική δεκάδα συγκαταλέγονται δύο ελληνικές ταινίες με μια απ' αυτές να την θεωρώ ως την καλύτερη ταινία της χρονιάς. 
Όπως συμβαίνει συνήθως έτσι και φέτος πολλές ταινίες που διαφημίστηκαν και συζητήθηκαν αρκετά, τελικώς με απογοήτευσαν. Μέσα σ' αυτές τοποθετώ το ανεκδιήγητο "Matrix" και το πολυαναμενόμενο "Dune". Δυστυχώς δεν μου άρεσε κι "Γαλλική Αποστολή" του πολυαγαπημένου μου Γουές Άντερσον κάτι το οποίο με στεναχώρησε αρκετά διότι την περίμενα με μεγάλη ανυπομονησία. Η ταινία είναι αριστουργηματική στα πλάνα και κυρίως στα υπέροχα χρώματα που μας έχει συνηθίσει ο Γουές Άντερσον αλλά την βρήκα ρηχή και φτωχή σε θέμα υπόθεσης κι ουσίας. Επίσης βρήκα βαρετή την "Εξουσία του Σκύλου" της Τζέιμς Κάμπιον παρόλο που σκηνοθετικά η ταινία ήταν εξαιρετική. Την ίδια αίσθηση μου άφησαν κι οι δυο ανεξάρτητες αμερικανικές παραγωγές "Minari" και  "Nomandland" που πήρε και το Oscar καλύτερης ταινίας. Τέλος, θέλω να τονίσω πως κάτι πρέπει να αλλάξει στο παραθαλάσσιο θέρετρο των Καννών, διότι για μια ακόμη φορά έδωσαν τον Χρυσό Φοίνικα σε μια απαράδεκτη ταινία. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω με ποια κριτήρια βραβεύτηκε αυτό το κινηματογραφικό αίσχος. Δεν αξίζει να ξοδέψετε το χρόνο σας για το ανεκδιήγητο "Titane".  
Από την άλλη, θα ήθελα να μνημονεύσω κάποιες ταινίες που μου άρεσαν αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσαν να μπουν στη δεκάδα μου. Μέσα σ' αυτές τοποθετώ τον αναπάντεχα εξαιρετικό κι άκρως ανατρεπτικό επίλογο του James Bond "No Time to Die". Επίσης μου κέρδισαν το ενδιαφέρον δυο σπονδυλωτές ταινίες που έτυχε να τις απολαύσω και τις δύο στον κινηματογράφο Άστυ κι αναφέρομαι στο ιρανικό "Δεν Υπάρχει Κακό" και στο γιαπωνέζικο "Ιστορίες της Τύχης και της Φαντασίας". Αξίζει επίσης να αναφέρω τον "Πατέρας" με τον συγκλονιστικό στην ερμηνεία του Άντονι Χόπκινς και τέλος θα ήθελα να σημειώσω πως με μάγεψε ο "Πράσινος Ιππότης" τόσο σκηνοθετικά όσο και θεματικά, σε σημείο να θεωρήσω πως η ταινία αδικήθηκε αρκετά την περασμένη χρονιά. 
Κι αφού κατεύνασα τις ενοχές μου για τις παραπάνω ταινίες που δεν τοποθέτησα στη φετινή μου δεκάδα, συνεχίζω με τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς (για περισσότερη κριτική, πατήστε πάνω στους τίτλους των ταινιών).







Ο "Εξόριστος" επικεντρώνεται με εύστοχο τρόπο στο σύνδρομο καταδίωξης που αισθάνεται κάθε άνθρωπος που ζει κι εργάζεται σε έναν ξένο τόπο. Το θέμα που ανοίγει ο σκηνοθέτης είναι αρκετά πολύπλοκο και τα ερωτήματα που θέτει με δυσκολία μπορούν να απαντηθούν. Παρόλα αυτά, ο "Εξόριστος" καταφέρνει να γίνει ένα κινηματογραφικό κατηγορώ κάθε ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με τις απειλητικές δράσεις μιας ομάδας. Είναι η αβεβαιότητα που αισθάνεται κάποιος που είναι μόνος απέναντι σε συλλογικές πράξεις μίσους Το σημαντικό όμως στοιχείο της συγκεκριμένης ταινίας είναι πως ανοίγει έναν εποικοδομητικό διάλογο σχετικά με τον κοινωνικό αποκλεισμό είτε αυτός συμβαίνει για φυλετικούς λόγους είτε για ταξικούς. Κι επειδή όλοι μας έχουμε υπάρξει θύματα, θύτες ή θεατές αντίστοιχων καταστάσεων, μέσα απ' αυτήν την ταινία ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις ευθύνες που έχουμε ως ενεργοί άνθρωποι απέναντι στην εξάπλωση του νέου φασισμού που έχει ήδη αρχίσει να κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο. 
Βαθμολογία: 7/10







Δεν μπορώ να κρύψω πως πήγα προκατειλημμένος να παρακολουθήσω την "Σμύρνη μου αγαπημένη". Όμως η ταινία με την οποία επέλεξα να κλείσω τις κινηματογραφικές προβολές της περασμένης χρονιάς, αποδείχτηκε πως ήταν ένα απρόσμενο κινηματογραφικό διαμάντι που κατάφερε να νικήσει την χρόνια κι όχι άδικα επιφυλακτική μου διάθεση για κάθε νέα ελληνική κινηματογραφική πρόταση. Η ακριβότερη στα χρονικά ελληνική παραγωγή δεν είναι μόνο ένα σπαρακτικό δράμα που παρουσιάζει την ολοκληρωτική καταστροφή της κοσμοπολίτικης Σμύρνης αλλά κι ένα ειλικρινές πολιτικό έργο που δε διστάζει να τα βάλει με την απάνθρωπη ξενοφοβία που φούντωσε επικίνδυνα κατά την περίοδο του προσφυγικού ζητήματος των περασμένων ετών κι εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τις μέρες μας μέσα από διάφορες μισαλλόδοξες εκφάνσεις. Γι΄ αυτόν και μόνο τον λόγο αναγνωρίζω το θάρρος της πρωταγωνίστριας και παραγωγού Μιμής Ντενίση που τόλμησε να πει κάποια πράγματα με το όνομά τους, καταφέρνοντας μ' αυτόν τον τρόπο να περάσει αρκετές αλήθειες μέσα από μια ταινία ευρύτερης κοινωνικής απήχησης. Σ' αυτήν την κινηματογραφική επιτυχία σημαντικό ρόλο έπαιξε κι η εξαιρετική σκηνοθετική ματιά του Γρηγόρη Κραντινάκη. Θεωρώ πως η "Σμύρνη μου αγαπημένη" είναι ένα κινηματογραφικό στοίχημα μεγάλου ρίσκου που κερδήθηκε πανηγυρικά. Τον αν η επιτυχία αυτή έχει διάρκεια θα φανεί στο μέλλον, διότι θα εξαρτηθεί στο αν θα ακολουθήσουν το παράδειγμά της οι επόμενες εγχώριες παραγωγές. Όσο για τη συγκεκριμένη ταινία πιστεύω πως αξίζει τόσο την εισπρακτική επιτυχία όσο και την αναγνώριση που έχει ήδη λάβει από τους πιο επιφυλακτικούς κι απαιτητικούς κινηματογραφόφιλους. 
Βαθμολογία: 7/10







Το Ολοκαύτωμα, η πιο μαύρη περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας, έχει μετατραπεί με την πάροδο των χρόνων σε μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης, προσφέροντάς μας σπουδαία έργα τέχνης, τα οποία προσπαθούν με τον δικό τους τρόπο να διατηρήσουν τη μνήμη ζωντανή και την ανθρωπότητα αφυπνισμένη. Οι μαρτυρίες που έχουν καταγραφεί είναι πολλές, γι' αυτό θεωρώ πως το μέλλον επιφυλάσσει ακόμη περισσότερα βιβλία και κινηματογραφικά διαμάντια πάνω σ' αυτό το κομμάτι της ιστορίας. Ένα απ' αυτά είναι τα "Μαθήματα Περσικών", μια διεθνούς παραγωγής ταινία (Γαλλία, Γερμανία και Ρωσία), η οποία όμως συγκαταλέγεται ως κινηματογραφικό έργο της Λευκορωσίας, κάτι που της προσδίδει περισσότερο ενδιαφέρον. Τα "Μαθήματα Περσικών" είναι μια ιδιαίτερη ιστορία από τις μαρτυρίες των στρατοπέδων συγκέντρωσης όπου ο αντιήρωας πρωταγωνιστής μετατρέπεται σε απόλυτο προστάτη διαφύλαξης της μνήμης αρκετών θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Επίσης είναι μια σπουδή στην ατέρμονη προσπάθεια των ανθρώπων και στα σκαρφίσματά τους για επιβίωση. Μια αέναη δύναμη που προσπαθεί συνεχώς να μας κρατά μακριά από το θάνατο. 
Βαθμολογία: 7/10







Ένας από τους πιο αινιγματικούς τίτλους ταινιών των τελευταίων χρόνων αποδεικνύεται σε μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική προσέγγιση απέναντι στην θρασύτατη εκμετάλλευση των κοινωνικών προβλημάτων και των ανθρώπινων αδιεξόδων από την εκάστοτε μορφή τέχνης. Στην περίπτωση του "Ανθρώπου που Πούλησε το Δέρμα του" μπλέκεται η εμπορευματοποίηση της τέχνης με το προσφυγικό ζήτημα των Συρίων και το προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή που προσπαθεί να βρει τρόπο να ταξιδέψει από τον Λίβανο στο Βέλγιο, αναζητώντας τον έρωτα της ζωής του. Μέσα σ' αυτήν την φορτισμένη κατάσταση συναντάμε αρκετά ενδιαφέροντα σημεία που προσφέρουν ουσιώδεις προβληματισμούς για πολύωρες συζητήσεις μετά την προβολή της ταινίας. Καθ'όλη τη διάρκειά της, η ταινία προσπαθεί με έναν αξιοπρεπή τρόπο να δηλώσει πως η τέχνη έχει χάσει καιρό τώρα το ουμανιστικό της νόημα, μιας κι οι εκκεντρικές πρωτοτυπίες κι οι δημιουργικές καλλιτεχνικές δράσεις δεν έχουν πια επίκεντρο τον άνθρωπο αλλά την ικανοποίηση του ναρκισσισμού των ίδιων των δημιουργών. Την ίδια άποψη έχω και για τον Κινέζο δημιουργό Άι Γουέι Γουέι που ακούστηκε αρκετά με τις καλλιτεχνικές του δράσεις που βασίστηκαν πάνω στο προσφυγικό ζήτημα. Αυτό είναι το κυριότερο θέμα στο οποίο καταπιάνεται η συγκεκριμένη ταινία, κάνοντάς με να την εκτιμήσω. Με ένα καυστικό μαύρο χιούμορ θίγει την κοινωνική αδιαφορία απέναντι σε πολλά κοινωνικοπολιτικά θέματα όπως είναι και το προσφυγικό ζήτημα και με έναν εύστοχο και συγκινητικό τρόπο μας δίνει μια ευκαιρία να κοιτάξουμε και την άλλη πλευρά καθώς όπως αναφέρει ο πρωταγωνιστής "είμαστε τυχεροί καθώς έχουμε γεννηθεί στη σωστή πλευρά του κόσμου". 
Βαθμολογία: 7/10







Αρχές φθινοπώρου γίναμε θεατές μια άκρως σκοταδιστική αντίδραση από ανθρώπους θρησκευτικών και παραθρησκευτικών κύκλων για τις όχι και τόσο κολακευτικές κριτικές που ακούστηκαν και γράφτηκαν για τον "Άνθρωπο του Θεού". Μιας ταινίας που δεν μου έκανε και δεν εξακολουθεί να μου κάνει κέφι να την παρακολουθήσω καθώς με είχε κουράσει αρκετά η κωμικοτραγική αντίδραση αρκετών συνανθρώπων μου οι οποίοι παρόλο που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με το χώρο του κινηματογράφου υποστήριξαν με φανατισμό τη συγκεκριμένη ταινία. Κι ενώ η χώρα μας βουλιάζει σε επικίνδυνες καταστάσεις του παρελθόντος που γίνονται εμφανείς ακόμη και στο χώρο του πολιτισμού, ο δυτικός κόσμος εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την τέχνη ως μοχλό πίεσης προς κάθε μορφή εξουσίας και καταπίεση. Μια απ' αυτές τις ταινίες είναι η "Benedetta" που συζητήθηκε αρκετά για τις λεσβιακές της σκηνές παρά για την ριζοσπαστική της θέση. Η ταινία βασίστηκε στο βιβλίο “Immodest Acts: The Life of a Lesbian Nun in Renaissance Italy” της συγγραφέα Judith C. Brown, η οποία το έγραψε βασισμένη στην αληθινή ιστορία της καταγεγραμμένης καλόγριας Benedetta Carlini. Παρόλο που η ταινία γυρίστηκε πριν την έλευση της πανδημίας, βρήκα πολλά κοινά χαρακτηριστικά της τότε εποχής με σήμερα. Ο ίδιος θρησκευτικός φανατισμός που υπήρχε τότε τον συναντάμε και στην τωρινή εποχή αλλά κι ο ίδιος θανάσιμος παροξυσμός των ανθρώπων που βρίσκεται ξανά σε μια επικίνδυνη έξαρση, ένα γεγονός που μαρτυράτε με τις πολυάριθμες γυναικοκτονίες, τους βιασμούς, τις παιδικές κακοποιήσεις και φυσικά τον ίδιο τον φασισμό. Κατά τη γνώμη μου, η "Μπενεντέτα" είναι ένα αναπάντεχο κινηματογραφικό διαμάντι, άκρως προκλητικό, που θέτει απανωτά διλήμματα στους θεατές πάνω σε κοινωνικά θέματα κι ανθρώπινα ένστικτα που θεωρούνται μέχρι σήμερα ταμπού. Επίσης είναι ένα ξεγύμνωμα της εμπορευματοποίησης των θρησκευτικών δογμάτων, καθώς ο δημιουργός μας παρουσιάζει με κυνικό τρόπο τα παζάρια που γίνονταν κάποτε κι εξακολουθούν να γίνονται στο κερδοφόρο βωμό της πίστης του καθενός. Με κυνισμό παρουσιάζει την προσπάθεια των ανθρώπων να γραπώσουν την εξουσία και με τρανταχτό τρόπο χτυπάει κάπως "άτσαλα" την άθλια πατριαρχία. Για όλους τους παραπάνω λόγους θεωρώ πως η "Μπενεντέτα" είναι μια από τις κινηματογραφικές εκπλήξεις της χρονιάς. 
Βαθμολογία: 7/10



5. Druk




Ένα κακό συνήθειο που έχω με τον κινηματογράφο, είναι η αποστροφή μου σε ταινίες που προωθούνται έντονα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μέσα από τα social media και στην πορεία εξαφανίζονται ως δια μαγείας. Έχοντας πέσει στην παγίδα αυτών των σινεφίλ εξάρσεων, έφτασα στο σημείο να θεωρώ αυτού του είδους τις ταινίες ως έργα μαζικής κατανάλωσης που δεν αξίζουν καν τις δυο ώρες από το χρόνο μου για να τις παρακολουθήσω. Φυσικά αυτό το ελάττωμα προκλήθηκε μετά κάμποσες προβολές αντίστοιχων προτάσεων που τελικά αποδείχθηκαν σε ανόητες, αδιάφορες και κενές ταινίες που προωθήθηκαν ως πολυβραβευμένα αριστουργήματα. Δυστυχώς όμως με αυτή μου τη συνήθεια, προσπερνώ ταινίες που έχουν τελικά κάτι να προσφέρουν ώστε να προβληματίσουν το κοινό τους. Ένα απ' αυτά τα "θύματα" της κακής μου συνήθειας, είναι το δανέζικο διαμαντάκι "Druk", μια ανθρώπινη ταινία που επικεντρώνεται σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα μέσα από το πρίσμα της χορευτικής ζάλης του αλκοολισμού. Ένας ακόμη λόγος που λάτρεψα την συγκεκριμένη ταινία, ήταν η παρουσίαση της νοοτροπίας που έχει η κάθε παρέα. Αυτής της απροσδιόριστης αλληλεγγύης μεταξύ καλών κι επιστήθιων φίλων, οι οποίοι στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον τόσο στις καλές όσο και στις δύσκολες στιγμές, προκαλώντας ένα αίσθημα πλήρους αισιοδοξίας για το κάθε τι που φέρνει το άγνωστο για όλους μας μέλλον. Επίσης η ταινία είναι ένας φόρος τιμής σε όσους έχουν το σθένος να θέσουν κανόνες στους εαυτούς τους, ώστε να μπορούν να έχουν την επίγνωση των δυνατοτήτων τους στο να αντιμετωπίσουν το κάθε εμπόδιο που τους φέρνει η ζωή αλλά και να προσπεράσουν αλώβητοι την κάθε δύσκολη στιγμή που μπορεί να τους προκύψει. Με λίγα λόγια, τo "Druk" είναι ένας ύμνος της ωρίμανσης που βιώνει ο καθένας σε όποια φάση της ζωής του κι αν βρίσκεται, διότι τελικά η ηλικία δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν αριθμό. 
Βαθμολογία: 8/10







Πριν δυο χρόνια είχα την εντύπωση πως η έμπνευση κι η δημιουργικότητα είχαν εγκαταλείψει τον πολυαγαπημένο σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ, μέχρι που είδα το εκπληκτικό "Πόνος και Δόξα", ένα συγκινητικό και συνταρακτικό αυτοβιογραφικό αριστούργημα που με ταρακούνησε απρόσμενα, δημιουργώντας μου ξανά μεγάλες προσδοκίες για τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη, ο οποίος όχι μόνο μου τις κάλυψε αλλά τις ξεπέρασε κιόλας τόσο με την αριστουργηματική μικρού μήκους ταινία "Ανθρώπινη Φωνή" όσο και με το τελευταίο εκπληκτικό κι άκρως πολιτικό του δημιούργημα, στο οποίο καταπιάνεται με το γυναικείο ζήτημα και συγκεκριμένα με τον ρόλο της μοναχικής μητέρας. Αυτό όμως που κάνει ξεχωριστή την νέα του ταινία, είναι η έντονη πολιτική χροιά, περνώντας με τον δικό του χρωματιστό τρόπο ένα κραυγαλέο αντιφασιστικό μήνυμα. Αυτή τη φορά, οι γυναίκες στην ταινία του μετατρέπονται σε αγγέλους προστάτες της μνήμης και σε πρόσωπα ηρωικά που προσπαθούν να χτίσουν έναν νέο κόσμο πιο δίκαιο κι όμορφο. Έναν κόσμο πιο ειλικρινή. Γι' αυτό το λόγο θέλησα να σηκωθώ όρθιος και να χειροκροτήσω όταν διάβασα στη μεγάλη οθόνη τη συγκλονιστική φράση του Εντουάρντο Γκαλεάνο με την οποία ολοκληρωνόταν η ταινία. "Καμιά ιστορία δεν είναι βουβή. Όσο κι αν την σφετεριστούν όσο κι αν την τσαλακώσουν με ψέματα, η ιστορία αρνείται να κλείσει το στόμα της". Επίσης, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ μετατρέπει τη γυναίκα σε ένα νέο σύμβολο, μέσα από το οποίο υμνεί όλες τις γυναίκες που πάνε κόντρα στα κατεστημένα κι αποφασίζουν να γεννήσουν και να μεγαλώσουν μόνες τους ένα παιδί. Που αντέχουν στις αναποδιές της μοίρας κι ενωμένες προχωρούν μπροστά στηρίζοντας η μια την άλλη. Μα το κυριότερο είναι που στέκονται αγέρωχες μπροστά στο θάνατο και γίνονται φύλακες της μνήμης και προστάτριες της ιστορίας. Ο "Παράλληλες Μητέρες" είναι ένας ζεστός, ειλικρινής και γλυκός φόρος τιμής στην αξία της μητρότητας. Είναι ένα έργο τέχνης που το βιώνει κανείς με όλες του τις αισθήσεις. Είναι αυτή η μικρή ρωγμή που ενώνει το παρελθόν με το παρόν κι επουλώνει τις χρόνιες ανοιχτές πληγές. Είναι το πανανθρώπινο θαύμα που επιφέρει η αλληλεγγύη κι ο αλληλοσεβασμός. Είναι μια ακόμη αντιφασιστική κραυγή που όλοι μας έχουμε ανάγκη για να αντιμετωπίσουμε το σημερινό ζόφο. 
Βαθμολογία: 8/10







Σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με έναν γνωστό μου κινηματογραφόφιλο, επικεντρωθήκαμε σε ένα κοινό μας σκεπτικό πως ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο ψυχαγωγία αλλά κι ένας εποικοδομητικός τρόπος μόρφωσης. Γι' αυτό το λόγο, ενθουσιάζομαι όταν ανακαλύπτω ταινίες που επικεντρώνονται σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία δε γνώριζα. Μία απ' αυτές τις ταινίες είναι η τελευταία δημιουργία του Αντρέι Κοντσαλόφσκι που αναφέρεται στη σφαγή των απεργών του Νοβοκερκάσκ που σημειώθηκε στις 2 Ιουνίου του 1962 στην Σοβιετική Ένωση, με την ανήκουστη για το καθεστώς απεργία να έχει τελικό απολογισμό 26 νεκρούς και 87 τραυματίες. Το ιστορικό αυτό γεγονός που προκάλεσε τις πρώτες ρωγμές στον ιδεολογικό εγωισμό του κομμουνισμού αλλά συγκαλύφθηκε μέχρι το 1990, παρουσιάζεται μέσα από την ματιά της Λιουντμίλα, η οποία είναι μια ένθερμη υποστηρίκτρια του καθεστώτος κι ενεργό μέλος του κόμματος ως δημοτική σύμβουλος της πόλης. Το "Dear Comrades!" του Αντρέι Κοντσαλόφσκι είναι ένα σκληρό αλλά συνάμα ειλικρινές μάθημα ιστορίας, που μας παρουσιάζει την αναμενόμενη προδοσία των λαών όταν εμπιστεύονται την εξουσία σε λάθος χέρια. Στο τελευταίο του ασπρόμαυρο κινηματογραφικό διαμάντι με τα αριστοτεχνικά του πλάνα και την κατανοητή παρουσίαση κι ανάλυση του ιστορικού γεγονότος, ο δημιουργός αφήνει την υπόνοια του οράματος για ένα καλύτερο μέλλον, προσφέροντας ένα αίσθημα αισιοδοξίας που θεωρώ πως είναι αναγκαίο μες στη ζοφερή περίοδο που διανύουμε. 
Βαθμολογία: 8/10







Σε μια κουτσουρεμένη χρονιά με λίγες κινηματογραφικές παραγωγές αλλά και με ένα πλήθος ταινιών από το προηγούμενο έτος που δεν κατάφεραν να προβληθούν λόγω της πανδημίας, ήταν αναμενόμενος ο περιορισμένος αριθμός των έργων που μπόρεσαν να με κερδίσουν φέτος. Πόσο μάλλον να με συγκλονίσουν. Κι όμως, μέσα σ' αυτήν την χρονιά όπου οι πιο πολυσυζητημένες ταινίες δεν κατάφεραν να με αγγίξουν (όπως το Nomadland και το Minari), ήρθε απροσδόκητα μια κινηματογραφική πρόταση από την Βοσνία-Ερζεγοβίνη να με συνταράξει, παρουσιάζοντας το μεγαλύτερο έγκλημα του πολέμου της Βοσνίας κι ένα από τα μεγαλύτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την αδιανόητη σφαγή των κατοίκων της Σρεμπρένιτσα. Το φρικιαστικό έγκλημα του σερβικού στρατού, παρουσιάζεται με τη ματιά μιας Βόσνιας διερμηνέας, η οποία μέσα στην παράνοια του πολέμου και των πανικόβλητων κατοίκων της Σρεμπρένιτσα που συγκεντρώνονται έξω από το στρατιωτικό κέντρο των Ηνωμένων Εθνών, προσπαθεί να σώσει τον άνδρα της και τους δυο της γιους από την διαφαινόμενη σφαγή. Παράλληλα μέσα από τις υπηρεσίες που παρέχει, γίνεται μάρτυρας των υπόγειων διαβουλεύσεων για την έκβαση της κατάστασης από την αρχή των γεγονότων μέχρι την επικίνδυνη τροπή των εξελίξεων. Βρισκόμενη δίπλα στους περιβόητους για την τότε ανικανότητά τους Ολλανδούς αξιωματικούς, συνειδητοποιεί πως η παρουσία τους όχι μόνο είναι άχρηστη αλλά κι επικίνδυνη για τις ζωές των συνανθρώπων της. Με την περιγραφή των γεγονότων, η ταινία ενίσχυσε έναν υπάρχον προβληματισμό μου, καθώς είναι διαφορετικό να μαθαίνεις ένα γεγονός διαβάζοντάς το και διαφορετικό να το παρακολουθείς σε ταινία (έχοντας παράλληλα την επιφύλαξη πως βλέπεις ή διαβάζεις κάτι προπαγανδιστικό). Έχοντας διαβάσει αρκετά κείμενα για τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, είχα προβληματιστεί για την απραξία των ειρηνευτικών δυνάμεων του ΟΗΕ. Μάλιστα πολλοί κατηγόρησαν τους Ολλανδούς που δεν έδρασαν για να αποτρέψουν την πολιορκία του Σαράγεβο και την σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Στην ταινία τονίζεται έντονα η αποτυχία τους αυτή, παρουσιάζοντάς τους ως αργόσχολους γραφειοκράτες που ακολουθούν τους διεθνείς κανόνες κατά γράμμα, φοβούμενοι την ανάληψη ευθυνών. Τους δείχνει κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων να τοποθετούν τον παράγοντα "άνθρωπο" στην άκρη και να μετατρέπονται σε νέους Πόντιους Πιλάτους που νίπτουν τας χείρας τους την ώρα που συντελούταν μια σφαγή μπροστά τους. Αυτή η απραξία του ΟΗΕ είναι εμφανής και σε άλλες συρράξεις που έχουν συντελεστεί στον κόσμο. Αντίστοιχη στάση έχουμε δει κι από την UNESCO σε αντίστοιχα εγκλήματα όπως η ανατίναξη του σπουδαίου αρχαιολογικού χώρου της Παλμύρα ή των πιο πρόσφατων περιπτώσεων όπως η μετατροπή της Αγιά Σοφιάς σε τζαμί, της τσιμέντωσης του Παρθενώνα αλλά και της απομάκρυνσης των αρχαίων από το μετρό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Τελικά ποιος είναι ο ρόλοςς αυτών των οργανισμών και ποιο είναι το ήθος κι η αξιοπρέπειά τους μετά από τόσες "ήττες"; Το "Quo Vadis, Aida?" πέρα από ένα ιδιαίτερο αντιπολεμικό δράμα, είναι κι ένας ύμνος στο θάρρος, στην αγάπη αλλά και στην ελπίδα που ωθεί τους ανθρώπους να αγωνιστούν ως το τέλος ακόμη κι όταν μέσα τους γνωρίζουν πως το παιχνίδι είναι τελειωμένο. Είναι αυτή η επίμονη προσπάθεια για ανθρωπιά κι η επιθυμία για ένα καλύτερο αύριο, ακόμη κι αν αυτό δείχνει τόσο ανέφικτο. Αυτό και μόνο, την κατατάσσει ως μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Βαθμολογία: 8/10







Ομολογώ πως είχα χρόνια να ενθουσιαστώ τόσο πολύ με κάποια ελληνική ταινία. Με την χρόνια έλλειψη αξιόλογων εγχώριων κινηματογραφικών προτάσεων, εξανεμίστηκαν οι προσδοκίες μου για τον ελληνικό κινηματογράφο, ο οποίος θεωρώ πως έχει μπλεχτεί άσχημα στα αδιέξοδα του αλλοπρόσαλλου και κενού greek weird wave. Γι' αυτό το λόγο ενθουσιάστηκα με το "Digger" του Τζώρτζη Γρηγοράκη, το οποίο όχι μόνο κάλυψε με το παραπάνω τις προσωπικές μου κινηματογραφικές απαιτήσεις αλλά θεωρώ πως πάτησε με απόλυτη σαφήνεια σε επίκαιρα θέματα που απασχολούν αυτήν την περίοδο την κοινωνία μας κι επικεντρώθηκε τρυφερά κι ειλικρινά στους προβληματισμούς των ανθρωπίνων σχέσεων και κυρίως στη δύσκολη σχέση πατέρα-γιού. Η ιστορία μας ταξιδεύει στα υπέροχα δασώδη βουνά της Χαλκιδικής. Κεντρικό πρόσωπο είναι ένας μοναχικός άνθρωπος, ο οποίος προσπαθεί με κάθε τρόπο να υπερασπιστεί το δάσος από την καταστροφική επέκταση μιας εξορυκτικής εταιρείας. Η επιλογή της ασκητικής ζωής, του προσφέρει το χάρισμα να επικοινωνεί με τη φύση και με τα ζώα που φροντίζει. Γι' αυτόν κάθε δέντρο έχει μια ξεχωριστή προσωπικότητα και κουβαλάει ένα πλούσιο ιστορικό καθώς γνωρίζει πότε έχει φυτέψει το καθένα. Σκηνοθετικά η ταινία εντυπωσιάζει με τη λιτή της περιγραφή, τους όμορφους φωτισμούς των προσώπων στους μισοσκότεινους κλειστούς χώρους και τα μαγευτικά πλάνα του δάσους βασιζόμενα στην εκπληκτική φωτογραφία του Γιώργου Καρβέλα. Ο Τζωρτζής Γρηγοράκης καταπιάνεται με ένα πολύ δύσκολο κι απαιτητικό θέμα, το οποίο καταφέρνει να το βγάλει εις πέρας, χτίζοντας με σταθερούς ρυθμούς την προσωπικότητα των χαρακτήρων και το πεδίο δράσης τους. Μου έκανε εντύπωση το πόσο διάχυτη είναι η αντίθεση που προκαλεί η ονειρική ατμόσφαιρα του δάσους με τη μίζερη ατμόσφαιρα των ξεχασμένων κατοίκων της υπαίθρου που προσπαθούν να βρουν τρόπο να ορθοποδήσουν. Επίσης βρήκα εύστοχη τη διακριτική παρουσίαση της αξιοπρεπής στάσης των τελευταίων ρομαντικών, που εξακολουθούν να αντιστέκονται με το κεφάλι ψηλά ακόμη κι όταν ξέρουν πως η μάχη είναι χαμένη, δίνοντας μια ξεκάθαρη εικόνα του επίμονου αγώνα που χρόνια τώρα δίνουν οι κάτοικοι των νησιών και των βουνών μας απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα. Επίσης ο δημιουργός κρατάει μια έντιμη στάση και δε δαιμονοποιεί την τεχνολογική και βιομηχανική πρόοδο, αποφεύγοντας μ' αυτόν τον τρόπο να παρουσιάσει στερεότυπα και λαϊκισμούς. Μάλιστα αφήνει να εννοηθεί πως η πρόοδος είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων, αρκεί να εφαρμοστεί ορθά. Έχοντας ως πρόσχημα τη στάση του αυτή, στοχοποιεί κι αναθεματίζει με έναν πανέξυπνα διακριτικό τρόπο την προσπάθεια της κάθε εταιρείας να βγάλει κέρδος με κάθε τίμημα. Επίσης θεωρώ πως ο δυναμισμός της ταινίας πηγάζει και μέσα από την εξαιρετική ερμηνεία του Βαγγέλη Μουρική, ο οποίος φαίνεται τόσο αληθινός στο ρόλο του αλλά και τόσο εναρμονισμένος με το δάσος που προσπαθεί να σώσει. Σου αφήνει την αίσθηση πως όλη η ταινία πατάει πάνω του, χωρίς όμως να σβήνει τους συμπρωταγωνιστές του, οι οποίοι παίζουν με απίστευτη φυσικότητα, δημιουργώντας μια σχέση οικειότητας με τους θεατές που παρακολουθούν την ταινία. Δεν είναι τυχαίο πως η ταινία "Digger" έχει ήδη τιμηθεί από την Διεθνή Ένωση Κινηματογράφων Τέχνης με το Βραβείο CICAE Art Cinema Award, κάνοντας παγκόσμια πρεμιέρα στο 70ο Φεστιβάλ Βερολίνου και με πέντε βραβεία τον Νοέμβριο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ανάμεσά τους και ο Αργυρός Αλέξανδρος, ενώ ο Βαγγέλης Μουρίκης απέσπασε το βραβείο ερμηνείας στο 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαράγεβο. Επίσης, η ταινία ήταν υποψήφια για 14 Βραβεία Ίρις (της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου) από τα οποία κέρδισε τα 10, μεταξύ των οποίων καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, σεναρίου, α' ανδρικού ρόλου και φωτογραφίας. Το "Digger" είναι ένα σύγχρονο γουέστερν που παραθέτει με εντιμότητα όλες τις πλευρές ενός οικολογικού εγκλήματος (στη συγκεκριμένη περίπτωση τις Σκουριές Χαλκιδικής) χωρίς να αποκτά τον χαρακτήρα μιας στρατευμένης ταινίας. Παρουσιάζει με κατανοητή επιχειρηματολογία όλες τις απόψεις, αφήνοντας στο τέλος τον θεατή να επιλέξει την μεριά που τον εκφράζει και τον αντιπροσωπεύει περισσότερο. 
Βαθμολογία: 9/10

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

Σμύρνη μου αγαπημένη

 



Δεν μπορώ να κρύψω πως πήγα προκατειλημμένος να παρακολουθήσω την "Σμύρνη μου αγαπημένη". Όμως η ταινία με την οποία επέλεξα να κλείσω τις κινηματογραφικές προβολές της περασμένης χρονιάς, αποδείχτηκε πως ήταν ένα απρόσμενο κινηματογραφικό διαμάντι που κατάφερε να νικήσει την χρόνια κι όχι άδικα επιφυλακτική μου διάθεση για κάθε νέα ελληνική κινηματογραφική πρόταση. Η ακριβότερη στα χρονικά ελληνική παραγωγή δεν είναι μόνο ένα σπαρακτικό δράμα που παρουσιάζει την ολοκληρωτική καταστροφή της κοσμοπολίτικης Σμύρνης αλλά κι ένα ειλικρινές πολιτικό έργο που δε διστάζει να τα βάλει με την απάνθρωπη ξενοφοβία που φούντωσε επικίνδυνα κατά την περίοδο του προσφυγικού ζητήματος των περασμένων ετών κι εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τις μέρες μας μέσα από διάφορες μισαλλόδοξες εκφάνσεις. Γι΄ αυτόν και μόνο τον λόγο αναγνωρίζω το θάρρος της πρωταγωνίστριας και παραγωγού Μιμής Ντενίση που τόλμησε να πει κάποια πράγματα με το όνομά τους, καταφέρνοντας μ' αυτόν τον τρόπο να περάσει αρκετές αλήθειες μέσα από μια ταινία ευρύτερης κοινωνικής απήχησης. Σ' αυτήν την κινηματογραφική επιτυχία σημαντικό ρόλο έπαιξε κι η εξαιρετική σκηνοθετική ματιά του Γρηγόρη Κραντινάκη. 
Η ταινία ξεκινάει από το καλοκαίρι του 2015 στην Μυτιλήνη, όπου συναντάμε μια ηλικιωμένη Ελληνοαμερικανίδα να βοηθάει τους πρόσφυγες που έχουν καταφτάσει στο νησί. Οι εικόνες που αντικρίζει στις παραλίες του νησιού, της δημιουργούν συνειρμούς με τα βιώματα της γιαγιάς της που έφτασε κι εκείνη ως πρόσφυγας στο ίδιο νησί το 1922 μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Σε μια από τις συζητήσεις που έχει με την εγγονή της, η ηλικιωμένη κυρία της παρουσιάζει τον τσελεμεντέ της Σμυρνιάς γιαγιά της, το οποίο ήταν ένα κρυφό ημερολόγιο στο οποίο ήταν καταγεγραμμένη η καθημερινότητα της οικογένειάς της στην Σμύρνη από το 1916 μέχρι την καταστροφή, τον διωγμό και την προσφυγιά στην Ελλάδα. 
Μέσα απ' αυτό το ημερολόγιο επιστρέφουμε στην κοσμοπολίτικη ζωή της οικογένειας Μπαλτατζήδων και στην πολυπολιτισμική κοινωνία μιας πόλης που έζησε μια πρωτοφανή οικονομική και πολιτιστική ακμή, η οποία τερματίστηκε απότομα και βίαια το 1922. Πρωταγωνιστικό πρόσωπο στην ιστορία είναι η Φιλιώ η οικοδέσποινα της οικογένειας Μπαλτατζήδων, την οποία υποδύεται η Μιμή Ντενίση. Στο πρόσωπό της συγκαταλέγονται πολλοί ρόλοι όπως αυτός της μάνας, της συζύγου, της Σμυρνιάς αριστοκράτισσας, της ευγενικής κοσμοπολίτισσας και της δραστήριας κυρίας των πλούσιων σαλονιών της πόλης. Ο σύζυγός της ο "Δημητράκης" τον οποίον υποδύεται ο εξαιρετικός Λεωνίδας Κακούρης, είναι ένας παθιασμένος βενιζελικός επιχειρηματίας που έρχεται συνεχώς σε κόντρα με τον αδελφό του, τον οποίον υποδύεται το ίδιο εξαιρετικά ο Κρατερός Κατσούλης, ο οποίος όχι μόνο είναι επιφυλακτικός με την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας αλλά επιμένει στην άποψη πως ο καθένας οφείλει να κοιτάει περισσότερο το προσωπικό του συμφέρον. Έπειτα είναι η κόρη της Φιλιώς, την οποία ερμηνεύει η Αναστασία Παντούση, η οποία είναι ερωτευμένη με έναν Άγγλο αξιωματούχο στην πόλη ενώ η υπηρέτρια του σπιτιού Ζαχαρούλα που ερμηνεύεται από την ηθοποιό Κατερίνα Γερονικολού, είναι ερωτευμένη με το γιο της πλούσιας οικογένειας. Τέλος είναι κι η Τακουΐ, την οποία υποδύεται η Ταμίλλα Κουλίεβα, η οποία είναι μια Αρμένισσα που έχει επιζήσει από την γενοκτονία των Αρμενίων και προσπαθεί να μαζέψει τα συντρίμμια της ζωής της καθώς είχε χάσει την οικογένειά της. Στο σπίτι της πλούσιας ελληνικής οικογένειας των Μπαλτατζήδων ζει κι ο Χαλίλ, ο οποίος ερμηνεύεται εκπληκτικά από τον Μπουράκ Χακί, ο οποίος είναι ο οδηγός του συζύγου της Φιλιώς. Μαζί μ' αυτόν ζει κι ο πατέρας του Χαλίλ, ο οποίος ήταν μια ζωή υπηρέτης κι επιστήθιος φίλος του Πολύκαρπου, του πατέρα της Φιλιώς και μεγαλύτερου εν ζωή μέλους της οικογένειας. Με αυτήν την πολυπρόσωπη οικογένεια παρασυρόμαστε σε ένα ειδυλλιακό βαλς στους ρυθμούς της κοσμοπολίτικης ζωής της Σμύρνης και γινόμαστε μάρτυρες των εξελίξεων που θα οδηγήσουν στην καταστροφή του 1922. 




Ξεκινώντας με τα θετικά χαρακτηριστικά της ταινίας, αξίζει να τονίσουμε την πειστική αναπαράσταση της Σμύρνης και την ανάδειξη του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της, ξεπερνώντας επιτυχώς τα εμπόδια που συνήθως οδηγούν σε αποτυχία τις περισσότερες ελληνικές ταινίες που επιλέγουν να καταπιαστούν με μεγάλα θεάματα. Η "Σμύρνη μου αγαπημένη" όχι μόνο δεν πέφτει στην παγίδα αυτή αλλά αντιμετωπίζει με αυτοπεποίθηση ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός καταφέρνοντας να διατηρήσει τις ισορροπίες σε ένα θέμα που είναι μέχρι τις μέρες μας αρκετά ευαίσθητο. 
Πέρα απ' αυτό, η ταινία έχει αρκετές αρετές όπως η υψηλού επιπέδου παραγωγή, οι εξαιρετικές ερμηνείες στο σύνολο των ηθοποιών, οι προσιτοί χαρακτήρες των προσώπων και η όσο το δυνατόν σφαιρικότερη πολιτική θέση σε μια από τις χειρότερες καταστροφές που υπέστη η χώρα μας. 
Σκηνοθετικά η ταινία στέκεται άψογα με τον δημιουργό να πετυχαίνει μια ισορροπία ανάμεσα σε ήρεμες και έντονα φορτισμένες στιγμές ενώ παράλληλα φαίνεται πως δίνει μια ελευθερία στους ηθοποιούς προσθέτοντας μια αυθεντικότητα στις ερμηνείες τους. 
Επίσης η ταινία ξεχωρίζει για την ρεαλιστική της αισθητική τόσο στην κοσμοπολίτικη ζωή της πόλης όσο και στις βίαιες σκηνές της καταστροφής. Μάλιστα, η μετάβαση αυτή από την μια κατάσταση στην άλλη γίνεται με έναν ρυθμό γοργό και συμπαγή, αφήνοντας λίγα περιθώρια στο να προκληθεί κάποια κοιλιά στο σενάριο. Για τα ελληνικά δεδομένα, τα κινηματογραφικά πλάνα είναι άψογα και προετοιμάζουν σταδιακά τους θεατές στη μετάβαση από τον ρομαντισμό της αριστοκρατικής ανεμελιάς στην απόγνωση της ολοκληρωτικής καταστροφής. 
Έπειτα και το σενάριο της ταινίας είναι καλογραμμένο, ικανοποιώντας το ευρύ λαϊκό αίσθημα και καταφέρνοντας να ξεφύγει από πιθανά εθνικιστικά κλισέ που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπεραπλουστευμένες ερμηνείες της ιστορίας. Εκεί όμως που πραγματικά υποκλίνομαι στην ταινία είναι η ειλικρινής της ματιά, δίνοντας βήμα και στην τούρκικη αλήθεια αυτού του ιστορικού γεγονότος. Με πανανθρώπινο τρόπο περιγράφει και την πίκρα ενός λαού που μέσα στην ίδια του την χώρα ζούσε κοινωνικά κι οικονομικά υποταγμένος στους Έλληνες και στους Λεβαντίνους. Το ίδιο συμβαίνει και στο πολιτικό κομμάτι καθώς μέσα από τη στάση του Κρατερού Κατσούλη εκφράζεται κι αναπτύσσεται με επιχειρήματα κι η αντιβενιζελική στάση, η οποία υποστηριζόταν από μια υπολογίσιμη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας που ήταν απρόθυμη να στηρίξει την προσάρτηση της Σμύρνης στον κορμό της ελληνικής κοινωνίας διότι τη θεωρούσε οικονομικά αβάστακτη για την ήδη βαριά πληγωμένη από τους συνεχείς πολέμους Ελλάδα. Τέλος θα ήθελα να συμπληρώσω πως πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία παίζει και το πολύπλοκο παρασκήνιο της ανάμειξης των ξένων δυνάμεων και των αντικρουόμενων συμφερόντων τους που είχαν ως αποτέλεσμα να σφραγίσουν τη μοίρα της Σμύρνης. 
Εκεί όμως που την παραδέχομαι είναι που συνδέει τόσο λιτά και κατανοητά το σημερινό προσφυγικό ζήτημα με εκείνο των Ελλήνων Μικρασιατών του περασμένου αιώνα. Σ' αυτό το κεφάλαιο θα μπορούσε να πατήσει κι άλλο και να αναπτύξει παραπάνω τον συσχετισμό του τότε με το σήμερα αλλά αυτό είναι ξεκάθαρα υποκειμενικό.




Υπάρχουν πολλές σκηνές που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω αριστουργηματικές. Θα μείνω όμως σε μια που την κατατάσσω στις πιο αντιπολεμικές στιγμές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Ο ελληνικός στρατός έχει ξεκινήσει την εκστρατεία του προς την Άγκυρα αφήνοντας πίσω του λεηλατημένα τούρκικα χωριά και καμένη γη. Η ελληνική κοινότητα της Σμύρνης πανηγυρίζει τόσο τη δημιουργία της Ελεύθερης Ζώνης της Σμύρνης όσο και την πετυχημένη πορεία του ελληνικού στρατού στην ενδοχώρα της Τουρκίας. Το πανηγυρικό κλίμα κυριαρχεί και στην οικία των Μπαλτατζήδων, όπου σε μια απ' αυτές τις βραδιές, ο πατέρας της Φιλιώς Πολύκαρπος πίνει μαζί με τον επιστήθιο φίλο του τον πατέρα του Χαλίλ θέλοντας να γιορτάσει τον ελληνικό θρίαμβο. Με αυτό το πλάνο συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο δυο πρόσωπα που εκπροσωπούν δύο διαφορετικούς κόσμους, οι οποίοι προσπαθούν να ερμηνεύσουν το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός από διαφορετική σκοπιά ο καθένας. Ο ένας πανηγυρίζει για τις νίκες του ελληνικού στρατού κι ο άλλος κλαίει για τον θάνατο που σκορπίζει στους συμπατριώτες του. Μέσα από τις κουβέντες τους γίνεται φανερό πως δεν υπάρχει μίσος ανάμεσά τους παρά μόνο ενθουσιασμός από την μια πλευρά και πίκρα από την άλλη. Και των δυο τα μάτια έχουν θολώσει, του ενός από δάκρυα χαράς και του άλλου από δάκρυα λύπης. Προσπαθούν να αναλύσουν την όλη κατάσταση αλλά δε μπορούν. Τότε αρχίζουν μαζί να τραγουδούν έναν ανατολίτικο σκοπό. Ένα τραγούδι που δημιουργείται μέσα από ένα αρμονικό πάντρεμα ελληνικών και τουρκικών στίχων. Καθώς συμπαρασύρονται από τις λέξεις, πιάνονται αγκαλιά κι αρχίζουν να κλαίνε με αναφιλητά συμφωνώντας βουβά πως ο κόσμος που έζησαν και γέρασαν μαζί έχει πια οριστικά τελειώσει, όποια κι αν είναι η έκβαση της ελληνικής εκστρατείας. 
Θεωρώ πως η "Σμύρνη μου αγαπημένη" είναι ένα κινηματογραφικό στοίχημα μεγάλου ρίσκου που κερδήθηκε πανηγυρικά. Τον αν η επιτυχία αυτή έχει διάρκεια θα φανεί στο μέλλον, διότι θα εξαρτηθεί στο αν θα ακολουθήσουν το παράδειγμά της οι επόμενες εγχώριες παραγωγές. Όσο για τη συγκεκριμένη ταινία πιστεύω πως αξίζει τόσο την εισπρακτική επιτυχία όσο και την αναγνώριση που έχει ήδη λάβει από τους πιο επιφυλακτικούς κι απαιτητικούς κινηματογραφόφιλους. 

Βαθμολογία: 7/10

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

Ο συγγραφέας Ηλίας Φραγκάκης γράφει για τους Βαλκανευτές


 


Οι τελευταίες μέρες των γιορτών κύλησαν με το αφήγημα του Χιώτη Γιώργου Χατζελένη Βαλκανευτές (εκδ. Ενύπνιο 2021). Μου κίνησε το ενδιαφέρον από την έκθεση στη Θεσσαλονίκη που τον άκουσα να μιλά σε μια παρουσίαση για το τι ανακάλυψε εκεί στα δυτικά Βαλκάνια, για τους εθνικισμούς, τις διαιρέσεις, το μίσος αλλά και τις όμορφες στιγμές των ανθρώπων. Διαβάζοντάς το με ταξίδεψε σε μέρη γνώριμα και άγνωστα με γλώσσα απλή και γλαφυρή. Όμως αυτό που ανακάλυψα κάτω απ’ τον μανδύα μιας υποτιθέμενης ταξιδιωτικής περιπέτειας τριών νέων παιδιών ήταν η ανάγκη για ένα ταξίδι αυτογνωσίας του συγγραφέα, ένα ταξίδι αναστοχασμού, ενδοσκόπησης, πολιτικής και κοινωνικής σκέψης. Ήταν το ίδιο το ερώτημα γιατί ταξιδεύουμε και επιστρέφουμε. Γιατί μας «κυνηγά» (όσους μας κυνηγά) αυτή η ταυτοτική μοίρα του Οδυσσέα. Η φωνή ενός νέου παιδιού (ακούγομαι πολύ γέρος ε;) που εκφράζει άλλοτε με απλή γλώσσα και άλλοτε ποιητικά και στοχαστικά έναν προβληματισμό που καλά θα κάνουμε να τον ακούσουμε. Σίγουρα θα έχει και συνέχεια το ταξίδι του οπότε στέλνουμε τις ευχές μας για καλές θάλασσες στο δρόμο του.

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Η ομιχλώδης υπομονή της αισιοδοξίας...


 

Η εισχώρησή μου σε ένα ακόμη δυστοπικό έτος περιορίζει αρκετά το αίσθημα αισιοδοξίας για μια πολυπόθητη ανανέωση. Ένα συναίσθημα που κάποτε κυριαρχούσε εντός μου σε κάθε αλλαγή του έτους, δίνοντάς μου την ψευδαίσθηση πως κάθε νέο έτος είναι και μια αφορμή να αλλάξω και να βελτιώσω κάθε τι που με περιβάλλει με με δυσαρεστεί. 
Όμως ζούμε πλέον στην εποχή της αμφιβολίας και της στασιμότητας που γεννά τέρατα. Κι εμείς βρισκόμαστε σε μια επίμονη και διαρκή προσπάθεια να διατηρήσουμε την ανθρώπινη υπόστασή μας. Μια προσπάθεια που είναι αρκετή για να μας στερήσει τη διάθεση για άλλες εποικοδομητικές δράσεις και δημιουργίες. 
Παρόλα αυτά, η διατήρηση της ανθρωπιάς μας είναι από τη φύση της επαναστατική κι είμαι βέβαιος πως θα ανθίσει και θα ευοδώσει καρπούς όταν κάποια στιγμή κατατροπωθούν τα τέρατα που μας περιβάλλουν και μας εξουσιάζουν. 
Η συγκρατημένη αυτή αισιοδοξία που με κρατάει ακόμη όρθιο κι επίμονα αντιδραστικό απέναντι σε κάθε άδικο κι ανήθικο που συμβαίνει γύρω μου, στηρίζεται στη πεποίθησή μου πως η ιστορία κάνει κύκλους. Μπορεί τα τελευταία χρόνια να διανύουμε ένα επικίνδυνο σκοτάδι που μας έχει στερήσει όνειρα κι ελευθερία, αλλά σύντομα θα επανέλθει ξανά το φως. Αυτό δε θα συμβεί επειδή οι εξουσιαστές θα το επιτρέψουν αλλά επειδή η κοινή ανάγκη θα το επιφέρει. Κι όπως φαίνεται το τέλος όλο και ζυγώνει. Το αισθάνεσαι στην αγανάκτηση που υπάρχει δίπλα σου, στην οργή που εκδηλώνεται μέσα σε συζητήσεις αλλά και στο δηλητηριώδη χείμαρρο που ξεχειλίζει από τους τηλεοπτικούς μας βόθρους. Το τέλος βρυχάται γιατί έχει πια ξεγυμνωθεί. 
Είναι βέβαιο πως μέσα σ' αυτό το έτος θα αλλάξουν πολλά και θα γίνουμε μάρτυρες σημαντικών γεγονότων. Γι' αυτό το λόγο διατηρώ μια συγκρατημένη αισιοδοξία και μ' αυτήν θα επιδιώξω να πορευτώ στο ομιχλώδες μονοπάτι του 2022. Ελπίζω να συναντήσω αρκετούς από σας μέσα σ' αυτό. 
Καλή μας στράτα λοιπόν...