Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Παγκόσμιο φαινόμενο το χάσμα μεταξύ μητροπόλεων και υπαίθρου




του Γκίντεον Ράχμαν

Πολλά βιβλία έχουν γραφτεί για την αμερικανική ενδοχώρα στην προσπάθεια να κατανοηθεί το φαινόμενο Τραμπ. Ίσως να είναι εξίσου χρήσιμο να εξετάσει κανείς τι συμβαίνει στην Ταϊλάνδη ή την Τουρκία. Γιατί η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία είναι μέρος ενός πολιτικού φαινομένου -ορατού σε όλο τον κόσμο- που έχει φέρει αντιμέτωπες τις «ελίτ των μητροπόλεων» με τους επαρχιώτες λαϊκιστές των μικρών πόλεων και της υπαίθρου.
Στις εκλογές του 2016, ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αμερικής -συχνά με μεγάλη διαφορά-, αλλά τον έστειλε στον Λευκό Οίκο η υπόλοιπη χώρα. Αυτή η χαμηλή επίδοση στη μητροπολιτική Αμερική ακολούθησε το μοτίβο του δημοψηφίσματος για το Brexit νωρίτερα εκείνη τη χρονιά, όταν η εκστρατεία υπέρ της εξόδου από την Ε.Ε. κέρδισε παρότι ηττήθηκε σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Η διαίρεση ανάμεσα στις πόλεις και στην ύπαιθρο αντιπροσώπευε επίσης και ένα εκπαιδευτικό χάσμα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι ψηφοφόροι που δεν είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση ψήφισαν σε ποσοστό 73% υπέρ της αποχώρησης, ενώ όσοι είχαν πτυχίο πανεπιστημίου ψήφισαν κατά 75% υπέρ της παραμονής. Το αντίστοιχο συνέβη στις ΗΠΑ, όπου ο Τραμπ διακήρυξε κατά την προεκλογική εκστρατεία: «Αγαπάμε όσους έχουν χαμηλή μόρφωση».
Το χάσμα ανάμεσα στη μητροπολιτική ελίτ και τη λαϊκιστική ενδοχώρα είναι φανερό στην πολιτική ζωή της Δύσης. Αυτό που δεν έχει επισημανθεί ιδιαίτερα είναι ότι η ίδια διαίρεση καθορίζει ολοένα περισσότερο την πολιτική και εκτός Δύσης, σε μέρη με πολύ διαφορετική κουλτούρα και επίπεδο ανάπτυξης, όπως η Τουρκία, η Ταϊλάνδη, η Βραζιλία, η Αίγυπτος και το Ισραήλ.
Στην Τουρκία, οι κάτοικοι πλούσιων αστικών περιοχών, όπως το Μπεσίκτας στην Κωνσταντινούπολη, απεχθάνονται τον Πρόεδρό τους Ταγίπ Ερντογάν όπως οι κάτοικοι του Μπρούκλιν απεχθάνονται τον Ντόναλντ Τραμπ. Αλλά η παραδοσιακά κοσμική ελίτ της Τουρκίας έχει ηττηθεί πολλές φορές από τους ψηφοφόρους των μικρών πόλεων που στηρίζουν τον Ερντογάν. Το Ισραήλ έχει μετακινηθεί προς την εθνικιστική Δεξιά, αλλά το Τελ Αβίβ, η πιο κοσμοπολίτικη πόλη της χώρας, παραμένει ένα προπύργιο του κοσμικού φιλελευθερισμού με αριστερό δήμαρχο.
Το ίδιο χάσμα εμφανίζεται στη νοτιοανατολική Ασία. Στις Φιλιππίνες, ο Ροντρίγκο Ντουτέρτε, ένας λαϊκιστής με το στιλ του Τραμπ, κέρδισε την εξουσία απέναντι στη φιλελεύθερη ελίτ της «αυτοκρατορικής Μανίλας». Στην Ταϊλάνδη, την τελευταία δεκαετία η πολιτική ζωή καθορίζεται από μια πικρή και συχνά βίαιη διαίρεση ανάμεσα στην πρωτεύουσα Μπανγκόκ και στον αγροτικό Βορρά.
Ακόμα και οι όροι που χρησιμοποιούνται για να περιγραφούν οι διαιρέσεις είναι παρόμοιες. Στην Τουρκία μιλάνε για «λευκούς» και «μαύρους» Τούρκους. Στην Ταϊλάνδη είναι οι «κόκκινοι» της υπαίθρου έναντι των «κίτρινων» των πόλεων. Στις ΗΠΑ είναι οι «κόκκινες πολιτείες» και οι «μπλε πολιτείες». Ακόμα πιο εμφανής είναι η διαίρεση στην Ευρώπη. Η Ιταλία μετακινήθηκε στις πρόσφατες εκλογές προς τα λαϊκιστικά κόμματα, αλλά το Μιλάνο, η πιο πλούσια πόλη της χώρας, αντιστάθηκε στην τάση και σε μεγάλο βαθμό έμεινε πιστή στο ηττημένο Κέντρο. Στη Γαλλία, το πλούσιο κεντρικό Παρίσι συντάχθηκε πίσω από τις μεταρρυθμίσεις του Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ενώ οι λαϊκιστές κυριαρχούν στις πιο φτωχές περιοχές της χώρας. Καθώς η Ουγγαρία και η Πολωνία διολισθαίνουν προς τον αυταρχισμό, μεγάλες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις έχουν γίνει στη Βουδαπέστη και τη Βαρσοβία, ενώ τα κυβερνώντα κόμματα, υπό τους Βίκτορ Όρμπαν και Γιάροσλαβ Καζίνσκι, βασίζονται στη στήριξη από τις μικρές πόλεις.
Οπότε, τι είναι αυτό που στρέφει τους κατοίκους των πόλεων εναντίον του υπόλοιπου πληθυσμού; Οι πρωτευουσιάνοι που τάσσονται κατά του Τραμπ, του Brexit, του Ερντογάν και του Όρμπαν τείνουν να είναι πλουσιότεροι και περισσότερο μορφωμένοι από τους πολιτικούς αντιπάλους τους. Στον αντίποδα, το σύνθημα που ενώνει τους οπαδούς του Τραμπ, του Brexit, του Eρντογάν ή του Όρμπαν είναι κάποια εκδοχή της υπόσχεσης να γίνουν οι χώρες τους «μεγάλες ξανά». Οι κάτοικοι των μεγάλων αστικών κέντρων είναι επίσης πιο πιθανό να έχουν ταξιδέψει ή να έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό ή να έχουν πρόσφατα μεταναστεύσει. Για παράδειγμα, πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό.
Είναι δελεαστικό να περιγράψει κανείς τις πόλεις ως προπύργια του φιλελευθερισμού και την περιφέρεια ως αντιδραστική. Ίσως να αληθεύει αυτό για τις κοινωνικές αξίες, υπάρχει όμως και στις πόλεις μια τάση δυσαρέσκειας για τη δημοκρατία.
Στην Αίγυπτο, πολλά μέλη της μεσαίας τάξης των πόλεων που είχαν διαδηλώσει υπέρ της δημοκρατίας το 2011 κατέληξαν να στηρίζουν το πραξικόπημα δύο χρόνια αργότερα γιατί φοβήθηκαν ότι η εκλεγμένη κυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων μετέτρεπε τη χώρα σε θεοκρατία. Στην Ταϊλάνδη, το 2014, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που έβαλε τέλος στην εξουσία των «κόκκινων πουκάμισων» φαίνεται πως υποστηρίχθηκε από τη μεσαία τάξη της Μπανγκόκ. Στη Βραζιλία, προς το παρόν, οι ελεύθεροι επαγγελματίες του Σάο Πάολο και του Ρίο Ντε Τζανέιρο φαίνεται να υποστηρίζουν τη φυλάκιση για διαφθορά του αριστερού πρώην Προέδρου Ιγνάσιο Λούλα Ντα Σίλβα, αν και θα μπορούσε εύκολα να κερδίσει την ξανά την προεδρία αν του επιτρεπόταν να είναι υποψήφιος στις εκλογές που θα γίνουν εντός του 2018.
Οι μητροπολιτικές ελίτ της Δύσης δεν έχουν στραφεί ακόμα κατά της δημοκρατίας, αλλά ορισμένοι μπορεί να έχουν αμφιβολίες. Στη Βρετανία, πολλοί φανατικοί υπέρμαχοι της παραμονής στην Ε.Ε. θέλουν να ανατρέψουν την ψήφο των Βρετανών για την έξοδο. Στις ΗΠΑ, όπως επισημαίνουν οι πολιτικοί επιστήμονες Γιάσα Μουνκ και Ρομπέρτο Φόα, «η τάση της υιοθέτησης μη δημοκρατικών εναλλακτικών είναι ιδιαίτερα ισχυρή μεταξύ των πολιτών που είναι νέοι και πλούσιοι... Το 1995, μόνο το 6% των πλούσιων νεαρών Αμερικανών πίστευαν ότι θα ήταν καλό να αναλάβει την εξουσία ο στρατός. Σήμερα, την άποψη αυτή ενστερνίζεται το 35% των πλούσιων νέων Αμερικανών».
Αν κάποιοι ψηφοφόροι των μεγάλων πόλεων αμφιβάλλουν για τη δημοκρατία, οι ψηφοφόροι των μικρών πόλεων έλκονται όλο και περισσότερο από τον εθνικισμό που εκφράζουν Πρόεδροι όπως ο Τραμπ και ο Ερντογάν. Η αναζωπύρωση του εθνικισμού μπορεί να προκαλέσει διεθνείς εντάσεις, αλλά η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην ύπαιθρο και στις πόλεις δείχνει πως οι πιο εκρηκτικές πολιτικές πιέσεις ίσως βρίσκονται εντός των χωρών και όχι μεταξύ των χωρών.

Πηγή: Αυγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου