Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Μια «μικρή Δήλος» έρχεται στο φως




της Βασιλικής Τζεβελέκου

Σπουδαία ευρήματα, όπως το νέο κτίριο με τα δύο δωμάτια, γραπτή κεραμική που χρονολογείται στο α΄ μισό/μέσα του 6ου αι. π.Χ., θραύσματα από κεφάλι αρχαϊκού κούρου και από τον αστράγαλο ποδιού κούρου, θραύσματα δύο πίθων με ανάγλυφη διακόσμηση, το ένα με παράσταση πολεμιστή και το άλλο με παράσταση χορού, πληθώρα κεραμικής αρχαϊκών και κλασικών χρόνων διαφόρων τύπων αγγείων (λεκάνες, φιάλες, σκύφοι, λύχνοι, αμφορείς), θραύσματα «μηλιακών» αμφορέων και μελαμβαφών κυλίκων ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών ερευνών στο ιερό του Απόλλωνα στη θέση Μάντρα στο ακατοίκητο νησί Δεσποτικό, δυτικά της Αντιπάρου.
Στη «μικρή Δήλο», όπως έχει χαρακτηρίσει ο Μανώλης Κορρές το Δεσποτικό «όσον αφορά τους ναούς του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος, τα μάρμαρα και το στιλ», λειτουργούσε από τον 7ο αι. π.Χ. μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια το αρχαϊκό ιερό αφιερωμένο στον Απόλλωνα, με πανελλήνια ακτινοβολία. Η συστηματική ανασκαφή ξεκίνησε το 1997 υπό τη διεύθυνση του αρχαιολόγου της ΕΦΑ Κυκλάδων, Γιάννου Κουράγιου, ο οποίος εξακολουθεί να τη διευθύνει και έχει φέρει στο φως πλήθος σπουδαίων ευρημάτων. Η φετινή έρευνα (28/5-6/7) επικεντρώθηκε στις περιοχές γύρω από το τέμενος, τα κτίρια Ζ & Ρ και «τα αποτελέσματά της ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικά για την τοπογραφία και οργάνωση του αρχαϊκού ιερού», σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού.
Μέχρι το 2017 είχαν έρθει στο φως δώδεκα χώροι συνολικής έκτασης 180 τ.μ., ενώ φέτος αποκαλύφθηκε ένας ακόμη (διαστάσεων 12x3 μ.) με δάπεδο από μεγάλου μεγέθους σχιστόπλακες που πιθανότατα χρησίμευε για αυλή. Σημαντικά ήταν τα αποτελέσματα από τη διερεύνηση των διαφορετικών φάσεων κατασκευής του συγκροτήματος. Κάτω από τα δυτικότερα δωμάτιά του ήρθε στο φως ένα πρωιμότερο δίχωρο κτίσμα που με βάση τα ευρήματα χρονολογείται στο α΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν -στην αρχική θέση τους- τετράπλευρη εσχάρα και μαγειρικό αγγείο. Επίσης έγινε σαφές ότι και σε αυτή την περιοχή του ιερού είχαν λειτουργήσει κτίρια πριν από την ανέγερση του αρχαϊκού ναού στα μέσα του 6ου α.π.Χ.
Απρόσμενη ήταν η εξέλιξη της έρευνας στην περιοχή βόρεια της Βόρειας Στοάς και του Κτιρίου Ε, αφού σε απόσταση μόλις 2 μ. από αυτό αποκαλύφθηκε ένα νέο κτίριο (το Τ με διαστάσεις: 7,80x7,45 μ.). Αποτελείται από δύο δωμάτια με ανεξάρτητες εισόδους και δύο αίθριους χώρους μπροστά από κάθε δωμάτιο. Κατά την ανασκαφή του κτιρίου ήρθαν στο φως πολλά μεταλλικά αντικείμενα και γραπτή κεραμική από το α΄ μισό/μέσα του 6ου αι. π.Χ.
Ανάμεσα στα πλούσια και ποικίλα φετινά ευρήματα είναι κεραμική αρχαϊκών και κλασικών χρόνων από διαφόρων τύπων αγγεία (λεκάνες, φιάλες, σκύφοι, λύχνοι, αμφορείς), περισσότεροι από 15 μελαμβαφείς λύχνοι και 15 θραύσματα αγγείων με εγχάρακτες επιγραφές, θραύσματα «μηλιακών» αμφορέων και μελαμβαφών κυλίκων, θραύσματα ερυθρόμορφων κρατήρων, καθημερινής χρήσης (αγγεία, αλατοδοχεία, φιάλες κ.ά.) και πολλά μεταλλικά αντικείμενα (χάλκινη λόγχη, αγκίστρια κ.ά.). Ξεχωρίζουν θραύσμα κεφαλιού αρχαϊκού κούρου, θραύσμα από τον αστράγαλο ποδιού κούρου και θραύσματα δύο πίθων με ανάγλυφη διακόσμηση.
Παράλληλα συνεχίστηκαν οι εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης. Διήρκεσαν 4 εβδομάδες και πραγματοποιήθηκαν με απόλυτη επιτυχία, αφού μετά την τοποθέτηση και του τρίτου κίονα του ναού και του επιστυλίου πάνω από αυτόν, το μνημείο έχει αποκτήσει ξανά την τρίτη διάστασή του και ο επισκέπτης μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος και το μεγαλείο του ακόμα και από την απέναντι ακτή της Αντιπάρου. Οι ανασκαφικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν με τις ευγενικές χορηγίες των Αθανασίου και Μαρίνας Μαρτίνου, των Ιδρυμάτων Α.Γ. Λεβέντη, Π.&A. Κανελλοπούλου και Ι. Λάτση και του ΔΙΚΕΜΕΣ/CYA. Συμμετείχαν, εκτός από τα μέλη της επιστημονικής ομάδας, πολλοί φοιτητές και αρχαιολόγοι από πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Το «μυστήριο» του Δεσποτικού ξεδιπλώθηκε από τα τέλη του 19ου αι. από τον Αγγλο περιηγητή Theodore Bent που έφερε στο φως θεμέλια αρχαίου ναού κοντά στη θέση Μάντρα. Αργότερα ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας ανέσκαψε δύο πρωτοκυκλαδικά νεκροταφεία της 3ης χιλιετίας π.Χ., ενώ ακολούθησαν κι άλλες αποστολές μέχρι το 1997, οπότε ξεκίνησε η συστηματική ανασκαφή υπό τη διεύθυνση του αρχαιολόγου Γιάννου Κουράγιου.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου