Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Ένα Ψηλό Κορίτσι (2019)



Έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε αντιπολεμικές ταινίες με φόντο τα μέτωπα και με επίκεντρο το δράμα των θυμάτων που βρέθηκαν στα πεδία των μαχών. Σπανίως έχουμε στρέψει το βλέμμα μας στα μετόπισθεν τόσο σε αυτούς που πρωταγωνιστούν με τον ίδιο ζήλο για την πατρίδα όσο και σ' αυτούς που επιβιώνουν από το μακελειό αλλά κουβαλούν τα ψυχικά τους τραύματα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Και φυσικά ποτέ δεν έχουμε ασχοληθεί με το δύσκολο έργο των γυναικών, των οποίων ο αγώνας συνεχίζεται για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του μαχών. Πάνω σ' αυτό το τόσο ευαίσθητο θέμα και πατώντας πάνω στο βιβλίο "Ο Πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας" της νομπελίστριας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, ο νεαρός Ρώσος σκηνοθέτης Καντερίμ Μπαλάγκοφ προσφέρει ένα σπάνιο αντιπολεμικό δράμα, το οποίο τιμήθηκε στο περσινό φεστιβάλ των Καννών με το βραβείο 'Ένα Κάποιο Βλέμμα" και με το βραβείο FIPRESCI. 
Η ιστορία διαδραματίζεται στο Λένινγκραντ λίγο καιρό μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όπου δυο νεαρές νοσηλεύτριες φροντίζουν τους τραυματίες σε μια νοσοκομειακή μονάδα κουβαλώντας η καθεμία παράλληλα τις δικές τους πολεμικές "πληγές". Η μια υποφέρει από μια εγκεφαλική βλάβη που της προκάλεσε ένα τραύμα στη μάχη ενώ η άλλη επιστρέφει στην πατρίδα της με τον αέρα της νικήτριας έχοντας μπει με τον κόκκινο στρατό στο ισοπεδωμένο Βερολίνο. Παρόλο που η όψη της εκπέμπει δυναμισμό κι αισιοδοξία, η ίδια προσπαθεί με κάθε τρόπο να καλύψει τις σκοτεινές στιγμές που βίωσε στην πολιορκία της γερμανικής πρωτεύουσας. Παρόλα αυτά, οι δυο κοπέλες προσπαθούν να αφήσουν τα προσωπικά τους δράματα στην άκρη, ώστε να μπορέσουν να περιθάλψουν και να τονώσουν το ηθικό των τραυματισμένων φαντάρων. Όσο όμως περνούν οι μέρες κι η πολυπόθητη ειρήνη δείχνει πως εδραιώνεται στην πατρίδα τους, τόσο εκείνες διαπιστώνουν πως ο πόλεμος εξακολουθεί να υφίσταται εντός τους και μέρα με τη μέρα τον νιώθουν να τρώει αργά και βασανιστικά τα σωθικά τους. Μπορεί ο πόλεμος να τελείωσε αλλά για κάποιους ανθρώπους οι πολυπόθητες "καλύτερες μέρες" δε θα 'ρθουν ποτέ.
Η Ίγια ξεχωρίζει για το ψηλόλιγνο σωματότυπό της, η οποία κλεισμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα προσπαθεί να μεγαλώσει ένα μωρό δηλώνοντας ψευδώς πως είναι δικό της. Στην πραγματικότητα όμως ανήκει σε μια φίλη της που έμεινε πίσω στο μέτωπο του Βερολίνου και της το έδωσε να το φροντίζει στα μετόπισθεν όσο εκείνη θα βρισκόταν στην καρδιά των μαχών. Όμως σε μία ανύποπτη στιγμή κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού, η Ίγια πέφτει σε ακινησία (σύμπτωμα του ψυχικού της τραύματος) μ' αποτέλεσμα ο μικρός να πεθάνει από ασφυξία. Αυτό τραγικό συμβάν θα φέρει τις δυο κοπέλες πιο κοντά, δημιουργώντας τους μια αρρωστημένη σχέση αλληλοεξάρτησης, η οποία θα ισχυροποιείται όλο και πιο πολύ όσο εκείνες θα συνειδητοποιούν πως θυσίασαν τα νιάτα τους για έναν κόσμο που δεν τις αποδέχεται πια. Ως ζωντανές-νεκρές θα περιφέρονται στα ερείπια του Λένινγκραντ, συνειδητοποιώντας πως τόσο οι ψυχές τους όσο και τα σώματά τους συσχετίζονται με την μεταπολεμική όψη της γκρεμισμένης πόλης. 



Παρόλο που το πρωταγωνιστικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η ψηλή Ίγια, προσωπικά με άγγιξαν οι ιστορίες και τα δράματα των υπόλοιπων προσώπων της ιστορίας. Συγκλονίστηκα με τον παραπληγικό φαντάρο που ακίνητος στο κρεβάτι του προσπαθεί να βρει μια χαραμάδα ελπίδας για να αρχίσει ξανά τη ζωή του. Όμως το αδιέξοδό του θα τον πνίξει για τα καλά, όταν η σύζυγός του καταφτάνει στο νοσοκομείο. Βρήκα άκρως ανατριχιαστική τη σκηνή που η σύζυγός του τον κοιτάει για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο. Μεμιάς στο βλέμμα της, νιώθει κανείς πως βλέπει το έγγαμο μέλλον της να διαγράφεται τόσο βίαια με 'κείνην να διατηρεί μια άκρως συγκινητική και βουβή στάση. Ο διάλογος που ακολουθεί μεταξύ ζευγαριού και γιατρού είναι απίστευτα συνταρακτικός. Από την μια ο γιατρός, εκπροσωπώντας το κράτος θεωρεί πως ο στρατιώτης πρέπει να ζήσει διότι η χώρα έχει ανάγκη από ήρωες που θα πατήσει πάνω τους για να χτίσει έναν απαραίτητο θρύλο για τις μελλοντικές γενιές ενώ από την άλλη ο στρατιώτης κι η γυναίκα του επιθυμούν να δοθεί ένα τέλος για να σώσουν την αξιοπρέπειά τους με τα λόγια τόσο της γυναίκας όσο και του άνδρα λυγίζουν και τις πιο σκληρές καρδιές. Λίγα λόγια αλλά με τόσο βάρος που καταφέρνουν να κάμψουν ακόμη και την αντίσταση του γιατρού. Το μόνο που ζητούν είναι να φύγει ο στρατιώτης ανώδυνα καθώς έχει ήδη ταλαιπωρηθεί πολύ στη ζωή του. Όσο όμως κι αν υπερισχύει η λογική, είναι δύσκολο η αγάπη να φέρει αυτό το τέλος.
Επίσης με άγγιξε πολύ η ιστορία της Μάσα, η οποία επιστρέφοντας στο Λένινγκραντ γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν νεαρό, ο οποίος ανήκει σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Όταν ο νεαρός αποφασίζει να γνωρίσει την κοπέλα στους γονείς του, εκείνοι αντιδρούν άκρως υποτιμητικά στο πρόσωπο της ηρωίδας. Ο πατέρας παρόλο που κάθεται στη κεφαλή του τραπεζιού, παραμένει αμέτοχος σχεδόν άβουλος στα τεκταινόμενα του οίκου ενώ η μάνα στήνει ένα εξευτελιστικό δικαστήριο προς την κοπέλα θεωρώντας την ως γυναίκα ελευθέρων ηθών που σίγουρα προσπάθησε να εμψυχώσει το ηθικό των φαντάρων με διάφορους τρόπους. Η αντίδραση του γιου πάνω στο τραπέζι είναι μεν εκκωφαντική αλλά αποδεικνύει πως κι ο ίδιος είναι ευνουχισμένος από την μάνα του, σε σημείο που να μη μπορεί να πάρει την οποιαδήποτε απόφαση για τη δική του ζωή. 
Ένα ακόμη στοιχείο του συγκεκριμένου κεφαλαίου, είναι η σχέση που είχαν οι εύρωστες οικογένειες με τον πόλεμο. Απολύτως καμία. Παρόλο που τα συμφέροντα αυτών των οικογενειών κάνουν τις εκάστοτε εξουσίες να στέλνουν τα παιδιά στον πόλεμο, οι ίδιοι δε θέλουν να έχουν ουδεμία σχέση με τους "κολασμένους" και τους κατατρεγμένους της γης. Αυτά τα επίγεια τέρατα που επιδιώκουν κατόπιν εορτής να καταθέτουν στεφάνια σε μνημεία πεσόντων, παράλληλα καταδικάζουν κι απεχθάνονται αυτούς που πολέμησαν γι' αυτούς. Με ένα άκρως ώμο αλλά και συνάμα ποιητικό τρόπο ο σκηνοθέτης μας αποκαλύπτει πως όσοι πορεύονται με το σύνθημα "Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια" είναι κατά βάθος οι μεγαλύτεροι προδότες όχι μόνο της κάθε χώρας αλλά και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. 
Μία ακόμη λεπτομέρεια που με συγκλόνισε ήταν σε ένα πλάνο του νοσοκομείου όπου διάφοροι τραυματίες πολέμου μιμούνται στον μικρό γιο της Ίγια διάφορα ζώα, με δυνατότερο πλάνο αυτό του φαντάρου με το κομμένο χέρι που προσποιείται το πέταγμα του αετού. Όταν έρχεται η σειρά του μικρού να μιμηθεί ένα ζώο, του ζητούν να κάνει τον σκύλο. Όμως ο μικρός τους παρατηρεί άβουλος και ντροπαλός. Τότε γίνεται ένας σύντομος διάλογος μεταξύ των τραυματισμένων φαντάρων που μου προκάλεσε μια απίστευτη ανατριχίλα. "Μα δε ξέρεις πως κάνουν οι σκύλοι;" τον ρωτάει ένας φαντάρος για να δεχτεί τη συγκλονιστική απάντηση ενός άλλου, "ίσως να μην τους πρόλαβε αφού φαγώθηκαν όλοι". Δε χρειάζεται να προσθέσω κάτι παραπάνω σ' αυτό. 


Η σκηνοθετική κορύφωσης της ταινίας όπου επισημαίνεται το τέλος της αθωότητας είναι η στιγμή που η γειτόνισσα των δυο κοριτσιών, η οποία είναι μοδίστρα, δίνει ένα υπέροχο πράσινο φόρεμα στη Μάσα. Η νεαρή κοπέλα το φοράει κι αρχίζει χαρούμενη έναν έντονο στροβιλισμό μες στο μικρό διαμέρισμα καθώς μετά από χρόνια νιώθει ξανά γυναίκα. Το έντονο πράσινο χρώμα του υφάσματος πάνω της έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα μουχλιασμένα και μουντά χρώματα του χώρου. Μέσα σ' αυτόν τον παιχνιδιάρικο στροβιλισμό κορμιών και χρωμάτων, παρατηρούμε την προσπάθεια της ελπίδας να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Όμως γρήγορα το γέλιο της μετατρέπεται σταδιακά σε κραυγή κι ο χορός σε ένα ξέσπασμα που δεν έχει τελειωμό. Κι έτσι ξαφνικά η προσπάθεια μετατρέπεται σε έναν επικήδειο βρόγχο. 
Παρόλο που η ταινία είναι δύσκολη στη θέαση, κερδίζει γρήγορα τις εντυπώσεις κυρίως με τις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών Βικτόρια Μιροσνιτσένκο (που μου θύμισε απίστευτα την Τίλντα Σουίντον) και της δυναμικής Βασίλισα Περελίτζινα στο ρόλο της Μάσα. Παράλληλα ενθουσιάστηκα με τα πλάνα και τη φωτογραφία της ταινίας, στην οποία φαίνεται πως χρησιμοποιήθηκε μια καθορισμένη παλέτα κόκκινων, πράσινων και λοιπών σκουριασμένων και μουχλιασμένων μουντών χρωμάτων από την φωτογράφο Ξένια Σερέντα, δίνοντάς μου την αίσθηση πως παρακολουθώ ένα ξεχασμένο αριστούργημα του πολυαγαπημένου μου σκηνοθέτη Κριστόφ Κισλόφσκι. 
Το "Ένα Ψηλό Κορίτσι" αποτελεί μία από τις ομορφότερες και πιο ιδιαίτερες ταινίες της φετινής χρονιάς αλλά προσωπικά μου δημιουργεί έναν έντονο προβληματισμό καθώς τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερες ταινίες ασχολούνται με την κοινωνική ανισότητα, τα μεταπολεμικά τραύματα και τα ιδεολογικά αδιέξοδα. Σαν να έχει αρχίσει ακόμη κι η έβδομη τέχνη να αφουγκράζεται την κοινωνική έκρηξη που θα επακολουθήσει στο εγγύς μέλλον.

Βαθμολογία: 8/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου