Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Μακρόνησος. Αν η λήθη σκοτώνει μία φορά, η λάθος μνήμη σκοτώνει δύο ...



Ο Θανάσης Κάππος μιλάει στην Ντίνα Μπατζιά

Ο Θανάσης Κάππος κινητοποιείται χρόνια για την προστασία του νησιού. Η Μακρόνησος, λέει, είναι ένα ζήτημα το οποίο έχει αφεθεί στη λήθη, ένα ζήτημα το οποίο τυπικά τελείωσε στα μέσα της 10ετίας του 1990, όταν η Μελίνα Μερκούρη το ανακήρυξε ως χώρο ιστορικής μνήμης. Από κει και πέρα δεν έχει γίνει τίποτε ουσιαστικό ώστε να προστατευθεί η Μακρόνησος. Η τελευταία ουσιαστική κίνηση έγινε πριν λίγο καιρό, όταν επιθεωρητές περιβάλλοντος και δημόσιας διοίκησης επισκέφθηκαν το νησί και είδαν ότι έχει γίνει μία τεράστια οικιστική λαθροπαραχάραξη.

Να ενταχθεί στα μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ

Η κατάρρευση του μνημείου είναι αντικειμενική συνθήκη, όλοι το βλέπουν και το ξέρουν. Και ο Δήμος Κέας, όλοι. Υπάρχουν εκεί σπίτια,μαντριά, αυτοκίνητα.
Το νησί πρέπει να προστατευθεί κι ο μόνος τρόπος προστασίας του είναι η ένταξή του στα μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. Αυτό είναι μία διαδικασία η οποία περνά μέσα από το υπουργείο Πολιτισμού. Πρέπει να γίνει η μελέτη, και ο δήμος Κέας, οι αντιστασιακές οργανώσεις, η κοινωνία , οι δημοκράτες, οι αριστεροί, να ευαισθητοποιηθούν και να συνδράμουν ώστε να δημιουργηθούν εκείνες οι προϋποθέσεις για να κατατεθεί ο φάκελλος από το υπουργείο Πολιτισμού στην ΟΥΝΕΣΚΟ. Αυτό αν δε λυθεί τώρα , δε θα λυθεί ποτέ.
Το βήμα αυτό για μένα, η σωτηρία της Μακρονήσου, είναι επιβεβλημένο, είναι εφάμιλλο της αναγνώρισης της Εθνικής Αντίστασης.

Οι δυσκολίες, η συγκυρία

Το νησί χάνεται, εξαφανίζεται η ιστορική και συλλογική μας μνήμη. Είναι μία από τις εγγενείς αδυναμίες της Αριστεράς, υπάρχει το αριστερό εθνόσημο, λυπάμαι που το λέω, είναι ποιος θα κάνει τη κίνηση για τη Μακρόνησο. Ομως η ουσία είναι το αποτέλεσμα, το να μπορέσει η Μακρόνησος να σωθεί.
Ο Θέμος Κορνάρος είχε πει πως αν αξίζει να ζήσουμε μετά από αυτό είναι για να δούμε την αλήθεια. Κι επειδή σ' αυτό το τόπο μίλησαν οι πράξεις τόσο για τους βασανιστές, όσο και για τους βασανιζόμενους και η όποια λαθροπαραχάραξη, το όποιο ξαναγράψιμο της Ιστορίας, η όποια αναθεωρητική Ιστορία, εδώ δεν έχει καμία δυνατότητα νοθείας, δεν μπορούν να παραχαράξουν, είναι επιτακτική αυτή η ανάγκη να σωθεί τώρα. Το να χαθεί κι άλλος χρόνος, είναι χρόνος που χάνεται από την Ιστορία, από την ανάγκη τα παιδιά μας να μάθουν και να καταλάβουν το τι έγινε τότε, τα απεχθή εγκλήματα που σημειώθηκαν για τη νεώτερη ελληνική και ευρωπαϊκή Ιστορία.

Να μην επιτρέψουμε σε όσους τεχνηέντως και με χυδαίο τρόπο πάνε να ξαναγράψουν την Ιστορία

Το θράσος της άλλης πλευράς είναι στοχευμένο, είναι λαθρο- παραχάραξη, διότι δεν τους επιτρέπεται η παραχάραξη σε κάτι που μίλησαν οι πράξεις, είναι ιστορικά τεκμήρια. Το θέμα είναι ότι διαπιστώνω πως η από δω πλευρά, η δική μας, η προοδευτική, η αριστερή , έχει μία αδυναμία να στηρίξει με τρόπο ουσιαστικό και να να απαντήσει, είναι από τα ελλείμματα της Αριστεράς εδώ και δεκαετίες. Ότι και να ειπωθεί, ότι και να γραφεί, δεν έχει καμία σημασία, το θέμα είναι να σωθεί η Μακρόνησος.

Ο Μάνος Κατράκης έσωσε σε ένα μπουκάλι τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου και τα έβγαλε από τη Μακρόνησο, και άλλες ιστορίες ... (2 αποσπάσματα από το βιβλίο)

Το βασανιστήριο της γάτας
«Μας γονατίσανε με το ζόρι κάτω, μας δέσανε τα χέρια πίσω και στη συνέχεια τα πόδια μαζί με τα χέρια και μας τσουβαλιάσανε τσίτσιδους, βάζοντας μπροστά στο στήθος μας την γάτα. Δέσανε μετά το τσουβάλι με ένα σκοινί, που από την άλλη μεριά το κράταγε ένας βασανιστής, που κάθονταν πάνω στον βράχο(…) και σπρώχνοντάς το, το πέταξαν στην θάλασσα. Και ξεκαρδίζονταν οι βασανιστές από τα γέλια από αυτή την κωμωδία…». (Κ. Λαμπρόπουλος «Καυτές Μνήμες», σελ. 169).

Πιπίνα Ελλή (αδερφή Παναγιώτη Ελλή που δολοφονήθηκε την νύχτα της 21ης Απριλίου 1967 στον Ιππόδρομο).
«Ο Παναγιώτης Ελλής πήγε στρατιώτης τον Απρίλιο του 1944 στις μεταβιβάσεις στο Μεσολόγγι και μετά από λίγο καιρό καταδικάστηκε μετά από σύντομη δίκη σε θάνατο για δήθεν αποστολή και απόδραση φαντάρων με προορισμό το βουνό και τους αντάρτες.
Η ποινή του δεν εκτελέστηκε και μετατράπηκε σε φυλάκιση. Κρατήθηκε σε ένα μικρό ανήλιαγο μπουντρούμι για δύο μήνες και αμέσως μετά μεταφέρθηκε στην Μακρόνησο στο 2ο τάγμα όπου και τον είχαν σε αυστηρή απομόνωση. Ήταν κάπου στην χαράδρα με μόνη “παρέα” ένα δέντρο στο οποίο ανέβαινε όποτε έπιανε βροχή για να σωθεί και να προφυλαχθεί από τα ορμητικά νερά.
Πέρασε κάθε είδους βασανιστήρια με στόχο να του αποσπάσουνε δήλωση μετάνοιας και την γνωστή υπογραφή. Αυτός όμως από όσα είχαμε κατά καιρούς συζητήσει ήταν αποφασισμένος να μην κάνει με τίποτα δήλωση.
Τους έβγαζαν κάθε μέρα έξω και τους απειλούσαν με τα πάντα. Τους έκαναν εικονικές εκτελέσεις για να τους σπάσουν το ηθικό και να τους πάρουν την πολυπόθητη δήλωση.
Μια μέρα ένας συγκρατούμενος του στην “χαράδρα” o Χρήστος Ιακωβίδης, άρχισε να φωνάζει: “Ζήτω ο Ελλής, θέλω να γίνω σαν κι αυτόν”.Toν πήραν αμέσως και άρχισαν να τον ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου και όπως μου είχε πει ο Παναγιώτης το πόδι του έβγαζε για μια εβδομάδα αίμα.
Ο Παναγιώτης, μετά την Μακρόνησο μεταφέρθηκε στον Αι-Στράτη για “φιλοξενία”, με ένα μικρό ενδιάμεσο διάλλειμα περίπου δύο μηνών όταν είχε βγει με άδεια και ερχόμενος στην Κομοτηνή για κάποια κομματική δουλειά συνελήφθη την ίδια μέρα.
Στην Μακρόνησο, βοηθούσε όποιον και όπως μπορούσε κάνοντας το καθετί για να τον ξαλαφρώσει από τα απάνθρωπα βασανιστήρια. Εκεί, το 1948 προς το τέλος, αρχές του 1949 εάν θυμάμαι καλά το χρονικό διάστημα έγινε πολύ καλός φίλος με τον φοιτητή της Ιατρικής και μετέπειτα γνωστό πνευμονολόγο Άδωνι Τριανταφύλλη.
Ο Άδωνις είχε περάσει φρικτά βασανιστήρια στην Μακρόνησο για τους γνωστούς πολιτικούς λόγους όπως και όλοι που πήγαν στην Μακρόνησο, αλλά και για το γεγονός του ότι ήταν πρώτος ξάδερφος της Λένας Τριανταφύλλη ιδιαιτέρας γραμματέως του Κωνσταντίνου Καραμανλή μέχρι το τέλος της ζωής του. Μάλλον δεν μπορούσαν να του το συγχωρέσουν, δεν εξηγείται αλλιώς το τόσο μεγάλο μίσος εναντίον του.
Τον είχαν πραγματικά σακατέψει και ο Παναγιώτης έκανε ότι μπορούσε για να τον προστατέψει και να τον βοηθήσει.
Τον έσωσε μια φορά μετά από έναν άγριο ξυλοδαρμό μεταφέροντας τον σε μια σκηνή όπου υπήρχαν γιατροί και κάποια ελάχιστα φάρμακα για να μπορέσουν να του επουλώσουν τα τραύματα του και τις πληγές που είχε σε όλο του το σώμα.
Του έπαιρνε πολλές φορές το βαρύ ντενεκέ με τις πέτρες που του έδιναν να κουβαλήσει μέχρι την κορυφή του βουνού με γρήγορα βήματα και τον αντικαθιστούσε με τον δικό του που ήταν ελαφρύτερος. Αμέσως μετά, κυρίως ο Καραφώτης ορμούσε επάνω του σαν να ήταν “τυφλός” και δεν υπολόγιζε τίποτα θέλοντας να τον σακατέψει.
Την νύχτα που ξέσπασε η δικτατορία, αν και είμαστε κάπως έτοιμοι για το τι έρχεται ίσως δεν το είχαμε υπολογίσει σωστά αναφορικά με τον χρόνο εκδήλωσης , ήρθε ένας φίλος και μας χτύπησε το κουδούνι κατά τις τρεις τα ξημερώματα για να μας προειδοποιήσει για τα γεγονότα.
Τον Παναγιώτη τον συνέλαβαν και τον πήγαν στον Ιππόδρομο, όπου το βράδυ εκείνο είχαν πάει πολύ κόσμο και αν θυμάμαι καλά και κάποιους επώνυμους. Η δολοφονία του από τον ίλαρχο Κωνσταντίνο Κότσαρη υπεύθυνο για την φύλαξη των κρατουμένων εκείνη την μοιραία νύχτα δεν νομίζω πως ήταν σε καμία περίπτωση τυχαία.
Φοβόντουσαν πως αν τον ξαναστείλουν φυλακή και εξορία θα κάνει ξανά τα ίδια, βοηθώντας τον κόσμο που θα ήταν δίπλα του, τους συνεξόριστους, τους φίλους και τους συντρόφους του.
Για να καταλάβετε, θα σας πω το εξής τρομερό γεγονός: Ήθελα να κάνω ένα μικρό μνημόσυνο σαράντα μέρες μετά τον θάνατο του και καμία εκκλησία δεν μας δέχτηκε. Με πολύ ζόρι και κόπο βρέθηκε ένας παπάς στην εκκλησία του Αγίου Παύλου στον Κολωνό που μάλιστα έφτιαξε μόνος του τα κόλλυβα.
Απέναντι, υπήρχε ένα μικρό καφενείο το οποίο υπάρχει ακόμη και σήμερα, το οποίο τότε το είχε ένας φίλος του αδερφού μου ο Μάνθος και προθυμοποιήθηκε να κεράσει τον κόσμο καφέ. Όμως ο κόσμος που είχε έρθει στο μνημόσυνο δεν ήθελε και φοβόταν να βγει από την εκκλησία γιατί γύρω ήταν γεμάτο τανκς και ασφαλίτες.
Τα συμπεράσματα δικά σας.
Εγώ, μετά ταλαιπωρήθηκα πολύ αλλά δεν μετανιώνω για τίποτα. Στην Μπουμπουλίνας με ανέκρινε ο ίδιος ο Ιωαννίδης μαζί με τον Λάμπρου, λέγοντας διάφορα πράγματα για τον Παναγιώτη.
Εγώ δεν έκανα απολύτως τίποτα σε όλα αυτά, παρά να του “απαντώ” με ένα χαμόγελο. Δεν ήξερε τι να κάνει, ήθελε να με εξαφανίσει πραγματικά από προσώπου γης. Ήθελε να πέσει κάτω από το τραπέζι και να μην ξανασηκωθεί. Με μια μικρή όμως διαφορά: ήταν τόσο κοντός που τα πόδια του δεν έφταναν στο πάτωμα.
Μου έλεγε διάφορα για περισσότερες από δύο ώρες, ώσπου σε μια στιγμή δεν κρατήθηκα και του λέω: “Καλά όλα αυτά, αλλά τα πόδια δε φτάνουν μέχρι το πάτωμα”. Tι ήταν να το πω, κόντεψε να με σκοτώσει. Φώναζε, ούρλιαζε να με βγάλουν έξω και να μη με δει ποτέ ξανά στα μάτια του.
Όπως και όταν έγινε η δίκη του αδερφού μου, συνέβησαν και εκεί μερικά παράξενα-δυσάρεστα. Δικηγόρος του δολοφόνου του αδερφού μου ήταν ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος. Όταν ήρθε η ώρα της δικής μου κατάθεσης, ακούω τον Λυκουρέζο πίσω μου να λέει: “Καλά κι αυτή είναι ίδια με τον αδερφό της”.
Την ίδια στιγμή ο πρόεδρος μου λέει: “Γύρνα πίσω για να δεις τον κατηγορούμενο και πες μου εάν τον αναγνωρίζεις”. Του απαντώ: “Δε γυρίζω, δε θέλω ούτε μια φορά στη ζωή μου να τον δω κατάματα”. «Θα σε βάλω φυλακή» μου λέει. «Κάνε ό,τι θες αλλα δεν θα μου πεις προς τα που να κοιτάω και ποιον να βλέπω…».
Αυτή είναι με πολύ λίγα λόγια η ιστορία του Παναγιώτη Ελλή με πολύ λίγα λόγια. Η ιστορία ενός ΗΡΩΑ, που πολλοί δεν έμαθαν ποτέ την ιστορία του». Φεύγοντας με σταμάτησε στην πόρτα με κράτησε από το μπράτσο και μου είπε: “Να τα γράψεις στο βιβλίο όπως σου τα ΄είπα, αλλιώς δεν θα ’χει νόημα”.


Πηγή: Στο Κόκκινο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου