Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Καλή πατρίδα, σύντροφε (1986)



Έχω την εντύπωση πως για πρώτη φορά εντάσσω μία ελληνική ταινία στην κατηγορία "Αριστουργήματα του παρελθόντος". Αναφέρομαι σε μία ταινία που δε γνώριζα μέχρι που έπεσε στα χέρια μου ως προσφορά από μία σαββατιάτικη εφημερίδα. Το "Καλή πατρίδα, σύντροφε" με τράβηξε αρχικά από τον τίτλο της. Μέσα σε τρεις λέξεις αποτυπώνεται όλος αυτός ο πόνος της ξενιτιάς, του ξεριζωμού και της καθημερινής πάλης με την οποία κάποιοι συμπατριώτες μας προσπάθησαν να διατηρήσουν τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας μας, χιλιόμετρα μακριά. Παράλληλα με συγκίνησε η εξαιρετική συνέντευξη που παραχώρησε ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος στην εφημερίδα (αξίζει να τη διαβάσετε εδώ). Έχοντας πλέον παρακολουθήσει την ταινία, μπορώ να πω με βεβαιότητα πως η συγκίνηση κι η ανατριχίλα που πρόσφερε το έργο ήταν πολύ πιο έντονες απ' όσο υπόσχονταν ο τίτλος κι η συνέντευξη του δημιουργού.
Το χωριό Μπελογιάννης στα νότια σύνορα της Ουγγαρίας, το άκουσα πρώτη φορά όταν επισκέφθηκα την μαγυάρικη γη πριν από δέκα χρόνια. Με ελλιπής ακόμη γνώση πάνω στη σύγχρονη κι άγνωστη για πολλούς από εμάς ιστορία, δε κατάφερα να συνειδητοποιήσω εξαρχής την τραγική μοίρα των κατοίκων αυτής της κοινότητας. Αντιθέτως ένιωσα περήφανος που υπήρχε ένα ελληνόφωνο χωριό στην καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης. Όταν όμως άρχισα να ψάχνω ντοκουμέντα και μαρτυρίες για τον Ελληνικό Εμφύλιο, προσέγγιζα όλο και περισσότερο την αλήθεια, μ' αποτέλεσμα να αποκτήσει άλλο νόημα η ύπαρξη της συγκεκριμένης ελληνικής κοινότητας, όπως κι άλλων τόσων που δημιουργήθηκαν σε χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. 
Ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος γύρισε ένα ντοκιμαντέρ που μπορώ να το χαρακτηρίσω ως έργο-ζωής αντίστοιχο με την πολυαγαπημένη "Αγέλαστος Πέτρα" του Φίλιππου Κουτσαφτή. Δεν τον ωθούσε μόνο ένα ηθικό χρέος απέναντι στην Ιστορία κι ενάντια στη λήθη που προσπαθεί να σβήσει την κοινή μας μνήμη, αλλά τον τραβούσε και μία εσώψυχη ανάγκη να 'ρθει πιο κοντά στον πατέρα του. Μια αμεσότητα που πηγάζει σε κάθε πλάνο που ανοίγεται στην οθόνη και σε κάθε λέξη που βγαίνει από τα χείλη των κατοίκων του συγκεκριμένου χωριού.


Όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην ταινία είναι κάτοικοι του χωριού. Η αμηχανία τους στις ερμηνείες φανερώνει την ειλικρίνεια και την καλοπροαίρετη διάθεση που έχουν στο να μοιραστούν μαζί μας τον πόνο τους γι' αυτά που τράβηξαν οι ίδιοι κι οι γονείς τους αλλά και τον νόστο τους για την Ελλάδα. Η ιστορία είναι γεμάτη πολλά πρόσωπα. Ένας παππούς ξεναγεί το εγγόνι του που μόλις έφτασε στο χωριό με το τραίνο. Ένας Ούγγρος αγρότης προσπαθεί να πείσει την ερωμένη του να μη παντρευτεί αλλά και να μη γυρίσει στην Ελλάδα. Η Ελληνίδα που παντρεύεται μοιράζεται με τις φίλες της την επιθυμία της για τον επαναπατρισμό αλλά και τον φόβο που της προκαλεί η άγνωστη πατρίδα. Οι φίλες της προτιμούν να μείνουν Ουγγαρία καθώς νιώθουν περισσότερη ασφάλεια εκεί. Ο κοινοτάρχης που προϋπαντεί ένα πούλμαν με Έλληνες από την Γερμανία, όπου τους περιγράφει τη σύντομη ιστορία του χωριού. Ο βοσκός που περιφέρεται στο χωριό με τα ζώα του επιμένοντας να φορά την αντάρτικη στολή. Και τέλος, ο μικρός εγγονός που περιφέρεται στο χωριό συλλέγοντας ιστορίες από τους ανθρώπους. 
Κάθε μαρτυρία κι ένας διαφορετικός γολγοθάς. Όλοι μαζί όμως συμπληρώνουν την κοινότητα του χωριού, η οποία μετατρέπεται σε μία μοναδική οντότητα. Σύσσωμο το χωριό σε χαρές και λύπες, σε γάμους και κηδείες. Κανείς δε νιώθει μόνος. Κάθε φορά που κάποιος πέφτει, ένα αλληλέγγυο χέρι στρέφεται προς το μέρος του για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Ανιδιοτελείς κινήσεις κι ανθρώπινες στιγμές που ώρες ώρες σε κάνουν να ζηλεύεις την αδελφοσύνη και την αγαθή αγάπη αυτών των ανθρώπων. Εξάλλου μαζί πολέμησαν στα βουνά, μαζί προδόθηκαν κι ηττήθηκαν από τους άλλοτε συμμάχους τους και μαζί έφυγαν κρυφά κι αφού πέρασαν από Αλβανία και Γιουγκοσλαβία, βρέθηκαν σε Τσεχοσλοβακία, Πολωνία και Ουγγαρία αναζητώντας ένα νέο τόπο για να ριζώσουν. 
Μέσα από τις μαρτυρίες ανοίγονται αρκετές πληγές, οι οποίες οδηγούν σε δύσκολους προβληματισμούς αλλά και σε μία αγανάκτηση απέναντι σε όσους κουνάνε επιδεικτικά σήμερα το δάχτυλο δηλώνοντας πατριώτες κι εθνοσωτήρες, σε αντίθεση με ανθρώπους που πολέμησαν για την πατρίδα κι έχασαν τα πάντα αλλά ποτέ δεν μίσησαν ούτε απαίτησαν αποζημιώσεις διότι αγωνίστηκαν για μία ιδέα κι όχι για το ατομικό συμφέρον. 


Σπαρακτική η μαρτυρία μιας αντάρτισσας, η οποία βρισκόταν πίσω από τη γραμμή του πυρός διότι κουβαλούσε πάνω στα βουνά το βρέφος της. Οι δύσκολες συνθήκες της προκάλεσαν αρκετές πληγές τόσο σωματικές όσο και ψυχικές. Η ίδια δεν ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα διότι δεν έχει μείνει τίποτα πίσω. Όλοι οι αγαπημένοι της άνθρωποι εκτελέστηκαν. Όπως εκτελέστηκε κι ο αδελφός ενός γέρου κατοίκου στο χωριό. Όπως ο ίδιος εξιστορεί, ο αδελφός του γεννήθηκε χωρίς δάχτυλα στο ένα χέρι. Παρ' όλα αυτά ήταν εξαιρετικός σκοπευτής. Όταν οι Γερμανοί τον συνέλαβα, απόρησαν με την ευστοχία του. Του ζήτησαν να ρίξει μερικές βολές για να πειστούν. Εκείνος δε δίστασε να αποδείξει τη δεινότητά του. Των παρασημοφόρησαν για τον ηρωισμό του και τον εκτέλεσαν την ίδια μέρα. 
Σε Αντίθεση με τη γυναίκα που δεν ήθελε να επιστρέψει στην Ελλάδα, ένα άλλο ζευγάρι πήρε την απόφαση και κατέβηκε  όταν άρχισαν να δίνονται διαβατήρια στους πολιτικούς πρόσφυγες. Η χαρά τους μετατράπηκε σε πόνο όταν συνειδητοποίησαν πως όλη τους η περιουσία χάθηκε και μοιράστηκε σε άλλους ανθρώπους. Πικραμένοι επέστρεψαν στην Ουγγαρία.
Από την άλλη όσοι γεννήθηκαν στην Ουγγαρία, κουβαλούν τον μαρτυρικό σταυρό του απάτριδος. Στην Ελλάδα τους θεωρούν Ούγγρους και στην Ουγγαρία Έλληνες. Οι ίδιοι έχουν και τις δυο χώρες στην καρδιά τους αλλά γνωρίζουν καλά πως τους λείπουν οι ρίζες στα πόδια. Πόσοι σημερινοί μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς το βιώνουν αυτό και στη χώρα μας.
Συγκλονιστικός είναι κι ο μονόλογος ενός Έλληνα όταν πάει στο νεκροταφείο να ξεθάψει την μάνα του. Καθώς ο Ούγγρος αφαιρεί το χώμα, εκείνος στέκεται πάνω από το σταυρό κι εξιστορεί τον γολγοθά της μητέρας του. Πιστεύω πως ήταν η πιο δυνατή στιγμή της ταινίας.
Όπως επίσης δυνατή σκηνή είναι αυτή που ο πιτσιρικάς βρίσκει μια περίεργη εκκλησία μέσα στο δάσος, όπου στην είσοδό του μια γριά ζύμωνε το ψωμί μοιρολογώντας. Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του πιτσιρικά του είπε "σε τι να σου μιλήσω, στα ελληνικά, στα μακεδόνικα ή στα μαγυάρικα; με ποια γλώσσα να σου πω τον πόνο μου;". Ένα ποίημα είχε μόλις ξεπεταχτεί από τα σφιχτά χείλη της μαυροφορεμένης γυναίκας. 
Επίσης μου έκανε μεγάλη εντύπωση η κουβέντα που είχε ο ερωτευμένος Ούγγρος με μία Ελληνίδα. Τον πονούσε η φυγή των Ελλήνων. "Εσείς χτίσατε το χωριό αυτό, εσείς του δίνεται παλμό. Αν φύγετε ο τόπος αυτός θα πεθάνει". Κι εκεί έπεσα στη παγίδα να συγκρίνω το πως κοιτούσαν οι Ούγγροι, οι οποίοι δεν είναι ένας εύκολος λαός τους πολιτικούς πρόσφυγες σε αντίθεση με το πως αντιμετωπίζουμε εμείς αλλά κι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι τους Σύριους πρόσφυγες. 
Τέλος λάτρεψα την αγνότητα του βοσκού που με μεγάλη χαρά μάζεψε όσα χαρτιά χρειαζόταν για να επιστρέψει εκείνος και τα ζωντανά του στην Ελλάδα. Όσο ο αξιωματικός του τα σφράγιζε μας εμπιστευόταν τη χαρά του που θα γυρίσει πίσω και τα σχέδιά του για την στάνη που άφησε πίσω. Όλη αυτή η αγάπη κι η επιθυμία της επιστροφής συγκεντρωνόταν σε μία απλή ευχή "καλή πατρίδα". 
Τέλος, αυτό που λάτρεψα στην ταινία ήταν η εκπληκτική μουσική της Καραΐνδρου, η οποία πρόσφερε μια βαλκανική μελαγχολία στις μακρινές όχθες του Δούναβη. 
Το "Καλή Πατρίδα, Σύντροφε" είναι ένα εξαιρετικό κινηματογραφικό διαμάντι που καλό είναι να προβάλλεται πιο συχνά σε κινηματογραφικές αίθουσες και στα κρατικά κανάλια (εξάλλου ποιο ιδιωτικό κανάλι θα ενδιαφερόταν να ανοίξει τα μάτια του κοινού;). Είναι μία σπονδή στο ήθος, στη μνήμη, στη συντροφικότητα και στην αληθινή αγάπη για την πατρίδα. Μπράβο στην "Εφημερίδα των Συντακτών" που μας το πρόσφερε.

Βαθμολογία: 8/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου