Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Ως πότε θα ανεχόμαστε αυτόν τον εφιάλτη;

 



Σε μια περίοδο που έχουμε γεμίσει με πρόσωπα βιαστών και παιδεραστών αλλά και χυδαίων δημοσιογράφων, σιχαμένων δικηγόρων κι άθλιων πολιτικών που προσπαθούν με κάθε τρόπο να καλύψουν τα τέρατα, θα ήθελα να μνημονεύσω το λαμπρό πρόσωπο της κ.Κωνσταντίνας Ριτσάτου, καθηγήτριας του τμήματος θεάτρου στο ΑΠΘ, μιας ηρωίδας που στάθηκε αγέρωχη απέναντι στους ένστολους εισβολείς, σε μια ύστατη προσπάθεια να σώσει τόσο τον φοιτητή όσο και την ιδέα του πανεπιστημιακού ασύλου. Στο πρόσωπο της γυναίκας αυτής αλλά και στα μετέπειτα λεγόμενά της, θα μπορούσα να διακρίνω συνειρμικά τα σαστισμένα πρόσωπα των γονιών μας, οι οποίοι ανήκουν στην ηλικιακή κατηγορία που υπήρξε η μεγαλύτερη δεξαμενή ψήφων στη χειρότερη και πιο απάνθρωπη κυβέρνηση από εποχής Κωλέττη. 
Μέσα σε λιγότερο από δυο χρόνια οι "άριστοι" κατάφεραν να ρίξουν σε κώμα την ασθενική αστική δημοκρατία της χώρας, καταργώντας κάθε δομή κοινωνικής αλληλεγγύης, εμποδίζοντας με κάθε τρόπο τις ελεύθερες φωνές, γονατίζοντας την ήδη ρημαγμένη κοινωνία με περισσότερη αστυνομοκρατία, καταστρέφοντας μνημεία (Ακρόπολη, Μυκήνες, αρχαία στο σταθμό μετρό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη) είτε από αδιαφορία είτε προς όφελος μεγαλοεργολάβων, τρομοκρατώντας ξανά φιλήσυχους κατοίκους (Χίο, Λέσβο, Τήνο) όπως έκαναν κάποτε σε Κερατέα και Χαλκιδική και περιμένοντας με σαρδόνιο χαμόγελο τον θάνατο του απεργού πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα. 
Μέσα σε είκοσι μήνες, οι κυβερνώντες γέμισαν τις σελίδες της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδος με μια ατελείωτη λίστα ντροπιαστικών αποφάσεων και πράξεων, φουντώνοντας μέρα με την μέρα ένα ασφυκτικό ερώτημα πάνω από την αγανακτισμένη κοινωνία. "Ως πότε θα ανεχόμαστε αυτόν τον εφιάλτη;".

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

Γιοσέπ (2020)

 



Οι κλειστοί κινηματογράφοι της περασμένης χρονιάς στάθηκαν αφορμή να χάσουμε κάποια αξιόλογα κινηματογραφικά διαμάντια. Ένα απ' αυτά είναι το ιδιαίτερο αντιφασιστικό "Γιοσέπ" που αναφέρεται σε ένα σκοτεινό κομμάτι της γαλλικής ιστορίας. Ένα γεγονός που δυστυχώς συμβαίνει ξανά στις μέρες μας με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των προσφύγων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Αυτό φανερώνει πως όσο παραμένει ο κόσμος αδαής για την ιστορία του, τόσο εκείνη θα επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αφήνοντας ξανά με το πέρασμά της, πόνο και θάνατο..
Το συγκεκριμένο animation είναι ένα νοσταλγικό πισωγύρισμα μιας ιστορίας που περιγράφει ένας ετοιμοθάνατος γεροντάκος στον εγγονό του.  Αφορμή για την εξιστόρηση είναι ένα νεκρικό πορτραίτο που βρίσκεται στο διαμέρισμα που μένει ο παππούς, το οποίο προκαλεί αποστροφή στην κόρη του σε σημείο που θέλει να το πετάξει. Όταν όμως εκείνη φεύγει αφήνοντας μόνους τον παππού με τον εγγονό, εκείνος θα αρχίσει να του περιγράφει γεγονότα του παρελθόντος, τα οποία θυμάται με απίστευτη διαύγεια σε αντίθεση με το παρόν στο οποίο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει πρόσωπα και καταστάσεις. 
Μέσα από τις περιγραφές του παππού, μαθαίνουμε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που είχαν στηθεί στα γαλλοϊσπανικά σύνορα, για να "φιλοξενήσουν" χιλιάδες Ισπανούς αναρχικούς και κομμουνιστές που διέφυγαν από την ιβηρική χερσόνησο μετά την πτώση της Βαρκελώνης και την επικράτηση του δικτατορικού καθεστώτος του Φράνκο. Ηττημένοι κι αποδεκατισμένοι, οι Ισπανοί εξόριστοι θα προσπαθήσουν να μαζέψουν τα συντρίμμια τους έχοντας να αντιμετωπίσουν το μένος των Γάλλων δεσμοφυλάκων που δεν κρύβουν τα αντικομουνιστικά τους φρονήματα αλλά και την απαξίωση των Γάλλων πολιτών που τους αποκαλούν άθλιους.
Σ' αυτήν την επίγεια κόλαση, ζευγάρια χωρίζουν βιαίως και φίλοι που υπήρξαν σύντροφοι στο αντιφασιστικό μέτωπο του Ισπανικού Εμφυλίου, προσπαθούν να μάθουν για την μοίρα άλλων συναγωνιστών τους. Όταν όμως η αδικία κυριαρχεί κι η πείνα θεριεύει, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε κτήνος προσπαθώντας όχι μόνο να επικρατήσει ανάμεσα στους άλλους αλλά να επιβιώσει.




Ανάμεσα στους πολιτικούς εξόριστους βρίσκεται κι ο Γιοσέπ, μια ρομαντική ψυχή που αναζητά την αρραβωνιαστικιά του. Πιστός στον έρωτά του, πνίγει τον πόνο του κάνοντας σκίτσα στο χώμα, στους τοίχους και σε σκεύη. Η τακτική του αυτή θα συγκινήσει έναν δεσμοφύλακα, ο οποίος θα του προσφέρει μολύβι και χαρτί για να μπορεί να κάνει τα σχέδιά του με μια αξιοπρέπεια. Μ' αυτήν του την πράξη θα γεννηθεί μια ανιδιοτελής και ζεστή φιλία που θα κρατήσει για πολλά χρόνια. 
Μέσα από τα μάτια του Γιοσέπ θα ζήσουμε το δράμα των Ισπανών εξόριστων αλλά και τις σχέσεις μεταξύ αναρχικών και κομμουνιστών που παραμένουν τεταμένες, οδηγώντας τους σε συχνούς καβγάδες. Στην πορεία, αρκετοί απ' αυτούς θα πέσουν στην παγίδα που τους έχει στήσει ο Φράνκο καθώς τους καλεί να επιστρέψουν στην Ισπανία με την υπόσχεση πως δεν θα τους πειράξει. Αρκετοί απ' αυτούς θα δεχτούν την πρόσκληση αυτή, ανίδεοι πως από την άλλη μεριά των συνόρων τους περιμένει ο θάνατος. Όσοι απομείνουν στα κολαστήρια της Γαλλίας ευελπιστούν σε μια καλύτερη μεταχείριση από τους Γάλλους, η οποία δε θα 'ρθει ποτέ.  
Κάποια στιγμή ο Γιοσέπ το σκάει, λίγο πριν την παράδοση της Γαλλίας στους ναζί. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης καταργούνται καθώς οι κρατούμενοι περνάνε στα χέρια των Γερμανών κι οι δεσμοφύλακες αρχίζουν μια νέα απάνθρωπη υπηρεσία, στέλνοντας τους Εβραίους της Γαλλίας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Ανατολικής Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια μιας υπηρεσίας του, ο πρωταγωνιστής δεσμοφύλακας θα συναντηθεί ξανά με τον Γιοσέπ. Ξέροντας πως η σύλληψή του θα τον οδηγήσει στο θάνατο, θα τον βοηθήσει να αποδράσει με τίμημα μια μόνιμη αναπηρία στο δεξί του χέρι. 
Ο Γιοσέπ θα διαφύγει στο Μεξικό, όπου εκεί θα συνεχίσει τον αντιφασιστικό του αγώνα στο πλευρό της Φρίντα Κάλο. Θα επικεντρωθεί στο σχέδιο και θα καταγράψει σε βιβλίο τις μαρτυρίες του από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γαλλία. Η επικοινωνία του με τον δεσμοφύλακα δε θα κοπεί, φτάνοντας στο σημείο να συναντηθούν ξανά εκεί, περνώντας μαζί μια δημιουργική περίοδο, όπου μέσα από τις κουβέντες τους θα φανεί πως έχουν ωριμάσει ως όντα πολιτικά. Η τελευταία τους επικοινωνία θα είναι το τυπωμένο βιβλίου του Γιοσέπ που θα του το στείλει στη Γαλλία.
Έχοντας αυτήν την βαριά ιστορία στην αδύναμη μνήμη του, θα προσπαθήσει ο γεροντάκος να την περάσει στον εγγονό του, πιστεύοντας πως ο μικρός θα την εκτιμήσει και θα την διαφυλάξει στο πέρασμα του χρόνου, όταν αυτός θα 'χει αποδημήσει. Μέσα από την κουβέντα τους αυτή, ο μικρός θα συνειδητοποιησεί το λάθος που έκανε όλα αυτά τα χρόνια στο να μην προσεγγίσει τον παππού του για να τον γνωρίσει καλύτερα και να μάθει το παρελθόν του, το οποίο τελικά αποδεικνύεται ενδιαφέρον και σημαντικό. Παρ' όλα αυτά, ο νεαρός αποκτά αναπάντεχα έναν ήρωα στη ζωή του, που θα του δώσει έμπνευση για την μετεφηβική του ζωή. 



Παρόλο που ο δεσμοφύλακας είναι ένα πρόσωπο φανταστικό στην ιστορία, ο Γιοσέπ υπήρξε στα αλήθεια. Ο Γιοσέπ Μπαρτολί (1910-1995) ήταν ένας πολιτικοποιημένος σκιτσογράφος κι ενεργό μέλος της POUM, που έζησε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι αφού ξέφυγε από τους ναζί, διέφυγε στο Μεξικό όπου έζησε έναν παράφορο έρωτα με την Φρίντα Κάλο. Μετέπειτα μετακόμισε στην Νέα Υόρκη όπου καταξιώθηκε ως ένας αναγνωρισμένος μοντέρνος ζωγράφος. 
Το βιβλίο που εξέδωσε ο Γιοσέπ Μπαρτολί με τα σκίτσα του και τις μαρτυρίες του από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενέπνευσε τον επίσης καταξιωμένο κομίστα και σκιτσογράφο της Le Monde, Ορέλ (Φρομάν) να μεταφέρει την ιστορία του στη μεγάλη οθόνη. Ο δημιουργός επίλεξε έναν πρωτότυπο τρόπο να παρουσιάσει τη συγκεκριμένη ιστορία παντρεύοντας το κόμικς με το animation και συνδυάζοντας τα δικά του σχέδια με τα τα σκίτσα του Γιοσέπ, προσφέροντας μ' αυτόν τον τρόπο ένα ιδιαίτερο πρωτότυπο αποτέλεσμα. Με λιτή και καθαρή περιγραφή, μας "ξεναγεί" σε μια από τις επίγειες κολάσεις της Γηραιάς Ηπείρου όπου η σκληρότητα των έγκλειστων ανταγωνιζόταν με την ευαισθησία της ανθρωπιάς τους. 
Παράλληλα η σύνδεση που γίνεται με το παρόν, αποκαλύπτει πως πολλοί άνθρωποι που υπήρξαν μάρτυρες αυτών των γεγονότων έχουν πια φύγει από τη ζωή κι όσοι έχουν μείνει ενώνουν με μια λεπτή κλωστή τις νέες γενιές με τα γεγονότα αυτά. Αυτή η κλωστή μπορεί να παραμείνει γερή μόνο αν καταφέρουν να εξιστορήσουν τις μαρτυρίες τους σε ανθρώπους που νοιάζονται να τις ακούσουν. Αλλιώς η κλωστή αυτή σπάει και τα γεγονότα αυτά χάνονται για πάντα στη λήθη.  
Το "Γιοσέπ" το οποίο επιλέχτηκε στο επίσημο πρόγραμμα του 73ου Φεστιβάλ Κανών (που δεν διεξήχθη λόγω πανδημίας) κι απέσπασε το βραβείο κοινού και σεναρίου στις 26ες Νύχτες Πρεμιέρας, είναι μια πολιτική και βαθιά ανθρώπινη ταινία υψηλής αισθητικής και ειλικρίνειας. Μια ιστορία σκληρή αλλά συνάμα τρυφερή κι ελπιδοφόρα. 

Βαθμολογία: 8/10

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Θανάσιμη ερημιά




του Βαγγέλη Χερουβείμ 

Μόλις 15 χρόνια μετά την καταδίκη των δικτατόρων σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε σε πολλαπλά ισόβια, ο Ανδρέας Λεντάκης και άλλοι βασανισθέντες από τη χούντα δημοκράτες ,άνοιγαν τη συζήτηση για την αποφυλάκισή τους, για λόγους ανθρωπιστικούς. Για κανέναν από τους καταδικασμένους δεν ήταν επιχείρημα αποφυλάκισης η μεταμέλεια. Η δε ηλικία τους ήταν γύρω στα 70,με γηραιότερο τον Παττακό, που ήταν 77. Αποφυλακίστηκαν λοιπόν κάποιοι απ αυτούς, επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη "για λόγους υγείας". Αμετανόητοι βέβαια, συνέχισαν να υποστηρίζουν τα εγκλήματά τους με συνεντεύξεις, εμφανίσεις, απομνημονεύματα και δίνοντας την ευχή τους σε κάποιους εκδότες, σήμερα υπουργούς. 
Ο Στ.Παττακός, μετά από 15 χρόνια κάθειρξης, έζησε άλλα 26 ελεύθερος. Ο Μακαρέζος, άλλα 20. Δεν μπορεί να πει κανείς πως η Ελληνική Δημοκρατία τους φέρθηκε εξαντλώντας την εκδικητικότητά της. Μάλλον επιείκεια συνιστά η στάση της Πολιτείας που είχε καταλυθεί και υποδουλωθεί απ' αυτούς. Και ξέρουμε πως τα εγκλήματα κατά του Πολιτεύματος βρίσκονται στην κορυφή της απαξίας στο δικαιϊκό μας σύστημα. Ας φύγουμε όμως από την ιστορική συζήτηση, που ως γνωστόν δεν πρέπει να αφορά τους νέους ανθρώπους. Πάμε στο σήμερα. 
Ο Δημήτρης Κουφοντίνας βρίσκεται πάνω από 43 μέρες σε απεργία πείνας. Κάτι παραπάνω από πιθανός ο θάνατος, ή μια σοβαρότατη βλάβη στην υγεία του. Αίτημα της αποχής του, να εφαρμοστεί ο νόμος που φωτογραφικά ψηφίστηκε γι' αυτόν από την παρούσα κυβερνητική πλειοψηφία. Να γυρίσει στα υπόγεια του Κορυδαλλού, όπου έχει εκτίσει ήδη 16 χρόνια από την ισόβια ποινή του. 
Κανείς δεν πιστεύει και κανείς δεν ζητά να αποφυλακιστεί. Και πάντως, όχι ο ίδιος. Τα πρόσωπα που είναι αρμόδια ν απαντήσουν στο εύλογο αίτημά του, κωφεύουν ή αρνούνται με διάφορες αιτιολογίες, άκυρες στην ουσία. Όλο και περισσότεροι έχουμε αρχίσει να διακρίνουμε όσο κι αν δεν το περιμέναμε, πως αυτή η Κυβέρνηση, θέλει έναν Μπόμπι Σάντς, νεκρό, για να αισθανθεί πιο Σιδηρά; Από τυφλή εκδικητικότητα; Από κοντόφθαλμο υπολογισμό του κόστους; 
Προσωπικά, ηθικά και πολιτικά ήμουν και είμαι απολύτως απέναντι στην εγκληματική δράση αυτής της οργάνωσης. Η Αριστερά στην οποία παιδαγωγήθηκα από τα 17 μου, είχε πάντα καθαρότατη αντίθεση με την πρακτική και με τη θεωρία αυτών των ομάδων. Η παρούσα συζήτηση όμως δεν γίνεται γι' αυτό. Αφορά τα δικαιώματα που αναγνωρίζει το ισχύον δίκαιο με νόμους και κανονισμούς σε οποιονδήποτε κρατούμενο, ανεξάρτητα από το λόγο για τον οποίο πέρασε την πύλη της φυλακής. Αυτό δεν είναι καθορισμένο από καμιά μαγική ηγεμονία των αριστερών ιδεών, ούτε από καμιά επαναστατική δικαιϊκή ανατροπή. Είναι κατακτήσεις του αστικού φιλελεύθερου συστήματος και του Διαφωτισμού. 
Ο κρατούμενος δικαιούται ίσης μεταχείρησης. Να έχει τις δυνατότητες που του περιγράφει το δεδομένο σωφρονιστικό πλαίσιο, είτε τον λένε Δημήτρη Κουφοντίνα, είτε τον λένε Κυριάκο Παπαχρόνη, είτε τον λένε (και ξέρω πως θα ξινίσουν κάποια αγαπημένα μου πρόσωπα) Ηλία Κασιδιάρη. Εάν κάνει κανείς εκπτώσεις κι εξαιρέσεις στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων, ας περιμένει τις επιπτώσεις του αυταρχισμού και της βαρβαρότητας πρώτιστα στα κεφάλια εκείνων που λιγότερο θα ήθελε να δει να την πληρώνουν. 
Λοιπόν κανείς δεν περισσεύει στην υπεράσπιση του αυτονόητου δικαιώματος του κρατούμενου Δ.Κ και στην έκκληση να σωθεί η ζωή του. Δεν καταδικάστηκε σε θάνατο. Δεν υπάρχει στη χώρα αυτή εκτέλεση θανατικής ποινής μετά το 1972 και εδώ και αρκετά χρόνια δεν υπάρχει καν θανατική ποινή. Σ' αυτό το πλαίσιο και με αυτή την ελάχιστη κοινή παραδοχή θα έπρεπε να διαμορφώνεται η δημοκρατική και κοινωνική μας συνείδηση. Των γονιών και των παιδιών μας. Έστω κι αν διάφοροι κυβερνώντες δεν θέλουν να μαθαίνουν τα παιδιά ιστορία και κοινωνιολογία, μην τυχόν αποκτήσουν ανησυχίες... 
Θα περίμενε λοιπόν κανείς ν' ακουσει φωνές υπεράσπισης των δικαιωμάτων και από το χώρο που δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες ευαισθησίες. Από τη φιλελεύθερη δεξιά και το ακραίο κέντρο. Αλλά "Ω,τι θανάσιμη ερημιά...". 
Θα με εξέπληττε ευχάριστα αν έβγαινε ένα πολιτικό πρόσωπο με σημασία, λ.χ ένας συγγενής θύματος της "17 Ν" να μιλήσει για το αυτονόητο δικαίωμα του κρατούμενου. Από θέσεις φιλελεύθερες, του 18ου αιώνα. Και ας το έκανε κι από πολιτική υστεροβουλία επιτέλους. Από υπολογισμό, έστω επικοινωνιακό. Δεν ξέρω αν θα εισακουγόταν, δεν γνωρίζω οικογενειακούς συσχετισμούς και ισορροπίες πολιτικές. Όμως σίγουρα θα μέτραγε. 
Ας σωθεί μια ζωή, ας περισωθεί λίγη από τη φιλελεύθερη πρόσοψη των σωφρονιστικών διακηρύξεων. Κι ας είναι για ανεξερεύνητους λόγους. Άλλωστε και το αντίθετο, ανεξερεύνητο και αβυσσαλέο θα είναι.

Πηγή: Αυγή

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2021

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Ο Μισισίπης Καίγεται (1988)

 



Ο "Μισισίπης καίγεται" (ή Μισσισσίπης όπως θεωρούσα πως γραφόταν κάποτε) είναι το απόλυτο πολιτικό θρίλερ που είχε στοιχειώσει τα παιδικά μου χρόνια. Ο λόγος είναι ότι όταν είχα προσπαθήσει να το δω σε νεαρή ηλικία, δυσκολευόμουν να μπω στο κλίμα του και τα ζητήματα που έθιγε μου φαινόντουσαν τόσο μακρινά καθώς είχα την ψευδαίσθηση πως μεγάλωνα σε έναν κόσμο ιδανικό και δίκαιο. Τρεις σχεδόν δεκαετίες από την πρώτη μου απόπειρα, αποφάσισα να το παρακολουθήσω ξανά, προϊδεασμένος πως θα δω ένα συγκλονιστικό αριστούργημα, το οποίο δυστυχώς παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο, φανερώνοντας με τρανταχτό τρόπο πως το σκοτεινό παρελθόν έχει κυριαρχήσει ξανά στο δυσοίωνο παρόν που ζούμε. 
Η ταινία αναφέρεται σε ένα ρατσιστικό έγκλημα που συνέβη στο Μισισίπη το 1964, στο οποίο κάποια μέλη της τοπικής Κου Κλουξ Κλαν δολοφόνησαν τρεις ακτιβιστές που είχαν κατέβει στις νότιες πολιτείες για να απογράψουν τους μαύρους πολίτες ώστε να τους δοθεί δικαίωμα ψήφου αλλά κι η δυνατότητα να ιδρύσουν σχολεία και κέντρα περίθαλψης στις περιοχές που κατοικούσαν. Η δολοφονία αυτή μέχρι να εξιχνιαστεί, θα οδηγήσει την κοινότητα των μαύρων στα πρόθυρα μιας μαζικής εξέγερσης λόγω των συχνών επιθέσεων από τους λευκούς, κάτι που θα ωθήσει τους ρατσιστές να προβούν σε τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον τους.
Την ίδια στιγμή, το FBI θα στείλει δυο πράκτορες για να εξιχνιάσουν την υπόθεση των τριών "αγνοούμενων" ακτιβιστών. Οι έρευνες των δύο πρακτόρων θα αποδειχθούν αρκετά δύσκολες κι επικίνδυνες καθώς έχουν να αντιμετωπίσουν μια κλειστή συντηρητική κοινωνία, η οποία σιγοντάρει με τη σιωπή της τις δολοφονικές δράσεις της ΚΚΚ κι επικροτεί βουβά τις φασιστικές δηλώσεις των δημόσιων προσώπων της περιοχής. Όμως όσο πιο πιεστική γίνεται η στάση των πρακτόρων του FBI κι όσο στενεύει ο κλοιός γύρω από τους δολοφόνους, τόσο πιο βίαια βρυχάται το τέρας του φασισμού, προσπαθώντας να τρομοκρατήσει τόσο αυτούς που θεωρεί υποδεέστερούς του όσο κι αυτούς που επιχειρούν να το κατατροπώσουν. 




Αυτή τη φορά δε θα επικεντρωθώ τόσο στο κινηματογραφικό κομμάτι όσο στο θεματικό, το οποίο με συγκλόνισε αρκετά. Η κοφτερή ματιά του Άλαν Πάρκερ κι οι εκπληκτικές ερμηνείες του Τζιν Χάκμαν και του Γουίλιαμ Νταφόε, κατάφεραν να παρουσιάσουν σε απόλυτο βαθμό το κρυφό αρρωστημένο πρόσωπο τόσο της αμερικανικής κοινωνίας όσο και των υπολοίπων δυτικών χωρών. 
Το πρώτο χαστούκι της ταινίας το δεχόμαστε από το πρώτο κιόλας πλάνο με τις δυο βρύσες, όπου η μια προορίζεται για τους λευκούς κι η άλλη για τους μαύρους. Πρώτος κάνει την εμφάνισή του ένας λευκός μεσήλικας που πίνει νερό από τη βρύση των λευκών ενώ λίγο αργότερα ακολουθεί ένα μαύρο πιτσιρίκι που πίνει από τη βρύση των μαύρων. Με αυτά τα δυο πρόσωπα, ο Άλαν Πάρκερ προσπαθεί να μας δείξει χρησιμοποιώντας την ηλικία των δύο αυτών προσώπων, τη δύση της κυριαρχίας των λευκών και την επερχόμενη επικράτηση των μαύρων (τόσο πληθυσμιακά όσο και πολιτικά). 
Το δεύτερο χαστούκι έρχεται σε ένα διάλογο που έχουν οι δυο πρωταγωνιστές, όπου ο Γουίλιαμ Νταφόε ερμηνεύει έναν νεαρό του βορρά που δυσκολεύεται να κατανοήσει τον ρατσισμό των νοτίων ενώ από την άλλη ο Τζίν Χάκμαν έχοντας μεγαλώσει στα περίχωρα του Μισισίπη, προσπαθεί να του το αναλύσει φέρνοντας ως παράδειγμα μια παρελθοντική εγκληματική πράξη του πατέρα του, ο οποίος μη μπορώντας να βλέπει τον μαύρο γείτονά του να προκόβει στις αγροτικές εργασίες έχοντας αγοράσει ένα μουλάρι, του το σκοτώνει κρυφά δηλητηριάζοντας το νερό του, αναγκάζοντάς τον μαύρο γείτονά του να φύγει από την πόλη. Όταν ο Γουίλιαμ Νταφόε ζητάει από τον Τζίν Χάκμαν να του δικαιολογήσει την εγκληματική πράξη του πατέρα του, εκείνος του εξηγεί ψυχρά πως η απογοήτευσή του για τον γονιό του δεν κατευνάστηκε από τη ντροπή που εκείνος ένιωσε για την πράξη του αυτή. Τον ενοχλούσε όμως που ο πατέρα του δεν μπορούσε να καταλάβει πως η φτώχια έφταιγε για τη μίζερη ζωή του κι όχι οι μαύροι του νότου. Τα λόγια του Τζιν Χάκμαν, επιβεβαιώνουν τα όσα έχουν συμβεί στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδος, όπου ο καλά καμουφλαρισμένος φασισμός ξεπετάχτηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης μέσα από την νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, η οποία ξεσπούσε πάνω στους ξένους μετανάστες και τους αντιφασίστες ενώ τα τελευταία δύο χρόνια ο ίδιος φασισμός κουμαντάρει τα ηνία της χώρας με το κεκαλυμμένο προσωπείο ενός ακραίου κι απάνθρωπου νεοφιλελευθερισμού. 
Στη συνέχεια εξοργίστηκα με το ρατσιστικό παραλήρημα ενός τοπικού μεγαλοεπιχειρηματία που δυσκολευόταν να κρύψει τις φασιστικές του ιδεολογίες. Η οργή μου δε προκλήθηκε μόνο από τα λεγόμενά του αλλά και με τη σκέψη πως όλοι οι φασίστες του κόσμου είναι τα ίδια καθάρματα, με τον ίδιο ξύλινο λόγο και τα ίδια ακριβώς ηλίθια επιχειρήματα που πατάνε πάνω στη θρησκεία και την πατρίδα. Εξάλλου η ιστορία έχει δείξει πως τα μεγαλύτερα καθάρματα κρύβονται πίσω από τη θρησκεία, την πατρίδα και την οικογένεια. 
Το ερώτημα όμως που γεννάται εδώ είναι το εξής. Πως γίνεται να αναγνωρίζουμε με τόση ευκολία τις φασιστικές ιδεολογίες ξένων πολιτικών και λοιπών δημοσίων προσώπων αλλά να δυσκολευόμαστε να τις εντοπίσουμε στα λεγόμενα και στα πιστεύω εγχώριων πολιτικών και λοιπών προσωπικοτήτων που έχουν δημόσιο λόγο. Ίσως επειδή έχουμε μάθει να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας καθώς θεωρούμε πως είναι προτιμότερο να εθελοτυφλούμε μπροστά στην αλήθεια παρά να την αντιμετωπίζουμε κατάματα. Όμως είμαι βέβαιος πως αρκετοί μπορούν να ταυτίσουν την όψη του μεγαλοεπιχειρηματία της ταινίας που πλούτιζε εκμεταλλευόμενος τους μαύρους της περιοχής ενώ παράλληλα οργάνωνε τάγματα εφόδου εναντίον τους, με αρκετά καθάρματα της σημερινής πολιτικής σκηνής.




Επίσης, ο Άλαν Πάρκερ παρουσιάζει με έξυπνο τρόπο την αυτοκαταστροφική φύση του φασιστικού τέρατος, δείχνοντας πως οι άνθρωποι που δρουν μέσα σ' αυτό, στερούνται από κάθε ίχνος ήθους κι αξιοπρέπειας. Εξάλλου οι φασίστες δεν είναι τίποτα παραπάνω από μικρά ανθρωπάκια που νιώθουν ισχυρά όταν δρουν ως αγέλη, ενώ όταν στριμώχνονται μόνα τους σε παγίδες μετατρέπονται σε δειλά πλάσματα που εκλιπαρούν για τη σωτηρία τους. Εκεί αποκαλύπτεται ο φόβος τους κι η απελπισία τους, αλλά και το πόσο εύκολα μπορούν να πουλήσουν τόσο τα πιστεύω τους όσο και τους ομοϊδεάτες συντρόφους τους, με σκοπό να γλιτώσουν το δικό τους τομάρι. 
Τέλος, θέλω να υμνήσω ένα από τα πιο συγκλονιστικά πλάνα που έχω παρακολουθήσει στον κινηματογράφο με θέμα τον ρατσισμό. Αναφέρομαι στη σκηνή όπου μετά από μια επίθεση στο αγρόκτημα μιας οικογένειας μαύρων, ο πατέρας εξοργισμένος με την συνεχή τρομοκρατία των λευκών, βγαίνει με την καραμπίνα για να αντιμετωπίσει τους δράστες. Εκείνοι όμως τον ακινητοποιούν και τον κρεμούν σε ένα δέντρο. Η εικόνα με το αιωρούμενο σώμα του έχοντας πίσω του φόντο το φλεγόμενο κτήμα, μου έφερε στο νου το συνταρακτικό τραγούδι "Strange Fruits", για το οποίο είχε απαγορευτεί η μετάδοσή του εκείνον τον καιρό από τα αμερικανικά ραδιόφωνα. 
Κάποια στοιχεία που έμαθα για την ταινία, κάνοντάς με να την εκτιμήσω παραπάνω είναι πως ο τίτλος της βασίστηκε στον κωδικό αποστολής των πρακτόρων του FBI που είχαν αναλάβει την εξιχνίαση της υπόθεσης. Επίσης κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, οι κάτοικοι της περιοχής κατέστρεψαν δυο φορές τον εξοπλισμό του κινηματογραφικού συνεργείου προσπαθώντας να διακόψουν τα γυρίσματα κι ο Άλαν Πάρκερ κάλεσε σε δείπνο την κοινότητα των μαύρων για να τους ζητήσει συγγνώμη για τα εγκλήματα των λευκών. Όσο για την κοινότητα του Μισισίπη, εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υποστηρίζει πως δεν διαπράχθηκε κάποιο έγκλημα το 1964. Όσο για την ταινία, κατάφερε να διχάσει τους Αμερικανούς λόγω του θέματός της και γι' αυτό το λόγο αδικήθηκε στα κινηματογραφικά βραβεία. 
Ο "Μισισίπης Καίγεται" δεν είναι ένα ακόμη πολιτικό θρίλερ όπου οι αρχές προσπαθούν να εξιχνιάσουν ένα έγκλημα. Το σπουδαίο αυτό αριστούργημα του Άλαν Πάρκερ, είναι μια σπάνια κι άκρως σκληρή αυτοκριτική της ίδιας της Αμερικής για το σκοτεινό της παρελθόν, το οποίο έχει αρχίσει να αναβιώνει ξανά, οδηγώντας σε εμφυλιακές καταστάσεις την ξεπεσμένη παγκόσμια υπερδύναμη. Είναι μια αποκάλυψη του κεκαλυμμένου φασισμού που εξακολουθεί να επιβιώνει στις δυτικές κοινωνίες, αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να σηκώσει ξανά κεφάλι. Είναι μια πετυχημένη παρουσίαση της επικράτησης του φασισμού, στηριγμένη στο τρόμο των μειονοτήτων και των αδύναμων κοινωνικών ομάδων αλλά και στο φόβος της υπόλοιπης κοινωνίας που επιλέγει την απάθεια απέναντι στο έγκλημα που συντελείται μπροστά στα μάτια της. Το μόνο που λείπει από την ταινία, ήταν μια αναφορά στη δράση και το όραμα των τριών ακτιβιστών που δολοφονήθηκαν από τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν. 
Παρ' όλα αυτά, ο "Μισισίπης Καίγεται" είναι ένα συγκλονιστικό παράδειγμα που αποδεικνύει πως η έβδομη τέχνη μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση τόσο του ρατσισμού όσο και των υπολοίπων απάνθρωπων καταλοίπων που εξακολουθούν να μαστίζουν τις κοινωνίες μας. 

Βαθμολογία: 9/10

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Τα "Ερωτήματα" του Νίκου Γραικού

 


Τα Ερωτήματα του Νίκου Γραικού δεν είναι ένα ακόμη συνηθισμένο βιβλίο. Είναι μια αφήγηση εμπειριών, προβληματισμών και διαλόγων που ντύνονται αρμονικά με τις μελωδίες αγαπημένων ασμάτων. Είναι απλές στιγμές που κρύβουν μια αδιανόητη μαγεία. Εκείνη τη μαγεία που όλοι μας κυνηγάμε αναζητώντας έναν επίγειο παράδεισο, όπως υπήρξε η Αλόννησος για τον ίδιο. 
Επίσης μέσα από το βιβλίο του, θυμήθηκα την κουβέντα που είχαμε κάνει στο Παρίσι πέρσι, όπου μου παραπονέθηκε πως βγάζω θανατερές φωτογραφίες. Ομολογώ πως αισθάνθηκα μια απροσδιόριστη ικανοποίηση που ένταξε τη συζήτησή μας αυτή στο κεφάλαιο "Ταξιδεύει;". Σε ένα άλλο κεφάλαιο, επανάφερα στη μνήμη μου μια άλλη συζήτηση που είχαμε κάνει στο μουσείο της Ακρόπολης, στην οποία μου εξηγούσε τους λόγους που απέφευγε τα μουσεία. Τότε τα λεγόμενά του μου είχαν φανεί παράλογα, όμως μέσα από τα κείμενα του βιβλίου του κατάφερα να κατανοήσω τους λόγους που τον κάνουν να έχει την συγκεκριμένη άποψη. 
Αυτό όμως που με μάγεψε περισσότερο στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η ακόρεστη όρεξη για νέες εμπειρίες, η ανιδιοτελής ανάγκη για επικοινωνία με άλλους ανθρώπους κι η επίμονη μάχη για την πάταξη του φόβου που έχει ο καθένας μας στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου. 
Γι' αυτόν τον λόγο, θα κρατήσω τα λόγια από το τελευταίο ποίημα του βιβλίου, τα οποία με βρίσκουν απολύτως σύμφωνο. 
"Είμαι ένας μελαγχολικός αισιόδοξος. 
Θα μείνω λοιπόν, ότι και να γίνει, με τα πόδια γερά στη γη 
και το μυαλό στον ουρανό της ουτοπίας". 
Όσο για τα ερωτήματα που μας θέτει ο Νίκος μέσα από το βιβλίο του, είμαι βέβαιος πως θα απαντηθούν στις μελλοντικές μαζώξεις που θα συνοδευτούν με όμορφους μεζέδες, μπόλικο ουζάκι και ζεστά χαμόγελα.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Κοντινό Πλάνο (1990)

 



Παρόλο που είμαι λάτρης της ευαίσθητης κι ανθρώπινης φύσης του ιρανικού κινηματογράφου, άργησα πολύ να δω κάποια ταινία του Αμπάς Κιαροστάμι, κι ας έπεφτα συνεχώς πάνω σε πλάνα της πιο αναγνωρισμένης του ταινίας, του "Close-Up". Η θρυλική σκηνή με τη μοτοσυκλέτα αλλά και τα διθυραμβικά σχόλια που είχα διαβάσει για τα τελευταία λεπτά της ταινίας, μου είχαν προκαλέσει μια εμμονική επιθυμία γι' αυτήν την ταινία, αλλά για έναν αδιευκρίνιστο λόγο την ανέβαλα συνεχώς, σαν να αναζητούσα υποσυνείδητα την κατάλληλη στιγμή για να την δω. Κι όταν ήρθε τελικά η στιγμή αυτή, προτίμησα να ακολουθήσω την ίδια λογική που κάνω και με άλλες διάσημες ταινίες του παρελθόντος. Δε διάβασα την υπόθεση της ταινία, ούτε ανέτρεξα σε παλιότερες κριτικές της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να απολαύσω αυτό το μοναδικό κινηματογραφικό αριστούργημα αλλά να γίνω κομμάτι του ίδιου του έργου και να ζήσω την κάθε του στιγμή σαν να ήμουν παρών στα γεγονότα. 
Η ιστορία μιλάει για έναν νεαρό απατεώνα, ο οποίος προσπάθησε να εξαπατήσει μια πλούσια κινηματογραφοφιλική οικογένεια, υποδυόμενος τον διάσημο Ιρανό σκηνοθέτη Μοχσέν Μαχμαλμπάφ. Το γεγονός αυτό, τράβηξε το ενδιαφέρον του Αμπάς Κιαροστάμι, ο οποίος επισκέφθηκε τον νεαρό στη φυλακή ζητώντας του να κινηματογραφήσει τη δίκη που θα ακολουθούσε. Από την πρώτη στιγμή γίνεται αντιληπτή η ευγένεια αλλά και η ταπεινότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου, ο οποίος καταφέρνει να κερδίσει τη συμπάθεια τόσο της οικογένειας που τον μήνυσε, όσο και των σκηνοθετών Αμπάς Κιαροστάμι που τελικά αποφασίζει να κινηματογραφήσει τη συγκεκριμένη ιστορία αλλά και του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ που δέχεται να πάρει μέρος στην ταινία αυτή, συγκινημένος από την καλοσύνη αλλά και την αγάπη που είχε ο νεαρός κατηγορούμενος για τον κινηματογράφο. Όπως γίνεται κατανοητό, ο άνθρωπος αυτός καταφέρνει να κερδίσει και τις δικές μας καρδιές.
Η ταινία ξεκινάει λίγο μουδιασμένα και μονότονα με το πρώτο πλάνο να είναι μέσα σε ένα ταξί που μεταφέρει ένα δημοσιογράφο και δυο αστυνομικούς. Ακολουθεί η αναμονή μιας σύλληψης κι έπειτα η προσπάθεια του σκηνοθέτη Κιαροστάμι να συλλέξει στοιχεία για το περίεργο αυτό συμβάν. Η μη δομημένη περιγραφή των γεγονότων κουράζει και δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τους λόγους που έχει θεωρηθεί η συγκεκριμένη ταινία ως αριστούργημα της έβδομης τέχνης. Όμως αυτή η αμηχανία κρατάει για λίγο καθώς η συναισθηματική έκρηξη της ιστορίας έρχεται αστραπιαία, καθηλώνοντας ως τους τίτλους τέλους και τον πιο απαιτητικό θεατή. 



Η πρώτη συναισθηματική φόρτιση έρχεται με την επίσκεψη του Κιαροστάμι στις φυλακές για να συναντηθεί με τον Χοσέιν Σαμπζιάν. Ο νεαρός απατεώνας (αν και θεωρώ άδικο τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό γι' αυτόν τον άνθρωπο) αμέσως αναγνωρίζει τον Ιρανό σκηνοθέτη και με μεγάλο ενθουσιασμό δέχεται να κινηματογραφηθεί η δίκη του. Μάλιστα ο ίδιος φτάνει στο σημείο να παροτρύνει τον σκηνοθέτη να ασχοληθεί με το ζήτημά του καθώς θεωρεί πως μ' αυτόν τον τρόπο μπορούν να ακουστούν τα βάσανά του στους υπόλοιπους ανθρώπους. 
Ακολουθεί η δίκη, όπου τα πλάνα της δίνουν την εντύπωση πως είναι γυρισμένα κατά τη διάρκεια της πραγματικής δικαστικής ακρόασης. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθεται ο Χοσέιν Σαμπζιάν κι από πίσω του είναι μαζεμένη η οικογένεια που πήγε να εξαπατήσει. Αρχικά το κλίμα είναι αρνητικό απέναντί του, κάτι που επιβεβαιώνεται όταν η οικογένεια αρνείται να αποσύρει τη μήνυση. Παρόλα αυτά, το βλέμμα αλλά κι η χροιά της φωνής του Χοσέιν φανερώνουν μια απίστευτη ψυχική ηρεμία. Ο ίδιος έχοντας αναγνωρίσει το παράπτωμά του, προσπαθεί απλώς να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν στην πράξη αυτή. Παράλληλα με τις περιγραφές τόσο των κατήγορων όσο και του κατηγορουμένου, προβάλλονται διάφορα πλάνα που μας παρουσιάζουν τα γεγονότα, όπου στις σκηνές συμμετέχουν τα πραγματικά πρόσωπα του συμβάντος. Μ' αυτόν τον ευφάνταστο τρόπο, ο Αμπάς Κιαροστάμι, βοηθάει στη συμπλήρωση του παζλ της ιστορίας.  
Τα λόγια του Χοσέιν Σαμπζιάν μαρτυρούν μια ευαίσθητη ψυχή ενός ταπεινού ανθρώπου που σε μια ανύποπτη στιγμή ένιωσε σημαντικός και πως έχει κάποια αξία. Ο ίδιος δεν είχε σκοπό να κλέψει ούτε να ασκήσει βία. Ζώντας όμως σε μια κατάσταση ανέχειας, κατάφερε να νιώσει ανθρώπινα όταν για μια στιγμή υποδύθηκε κάποιον άλλον. Κατά κάποιον τρόπο αυτό που επιθυμούσε ήταν η αναγνωρισιμότητα αλλά κι η αξιοπρέπεια που έχουν οι άνθρωποι των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και πρόσωπα καταξιωμένα. Η όμορφη συμπεριφορά της πλούσιας οικογένειας προς το πρόσωπό του ήταν γι' αυτόν εθιστική, κάτι που τον απέτρεπε να τους αποκαλύψει την αλήθεια ενώ παράλληλα δεν αρνήθηκε το ενδεχόμενο πως ίσως να υποδυόταν ξανά τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη και σε άλλους ανθρώπους. Ο Χοσέιν Σαμπζιάν αναγνωρίζει την αδυναμία του αυτή. Γι' αυτό κι ο λόγος του στο δικαστήριο δεν είναι μελοδραματικός. Ούτε ζητάει τη λύπηση κανενός. 
Αντιθέτως, με τα λόγια του αυτά προσπαθεί να μας περάσει την εικόνα ενός αθέατου κόσμου, ο οποίος αποτελείται από μεροκαματιάρηδες, άνεργους, φτωχούς αλλά κι ανθρώπους αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων που δυσκολεύονται να αναδειχθούν και να ακουστούν. Όμως μέσα σ' αυτόν τον αθέατο κόσμο εξακολουθεί να υπάρχει η ανθρωπιά, η ευγένεια, η καλοσύνη και η ταπεινότητα. Στοιχεία που έχουν εξαφανιστεί στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ στις μέρες μας έχουν εκλείψει κι από τον δυτικό κόσμο ανεξαρτήτου κοινωνικής κι οικονομικής κατάστασης. Πρωταγωνιστής σ' όλη την ιστορία είναι η ζεστή φωνή του και το ειλικρινές του βλέμμα που μας καθηλώνουν ως το τέλος της ταινίας. Η αγάπη του για τον κινηματογράφο είναι συγκινητική κι ο τρόπος που μιλάει για την τέχνη αυτή, δείχνει πως στο εδώλιο κάθεται ένας άνθρωπος με πλούσιο ψυχικό κόσμο, για τον οποίον ποτέ δε δόθηκε η ανάλογη προσοχή αλλά κι η δυνατότητα να αξιοποιηθεί. Κι αν δε συνέβαινε το γεγονός αυτό, ίσως να μη μαθαινόταν ποτέ. 




Χωρίς μεγάλη προσπάθεια, ο Χοσέιν Σαμπζιάν θα κερδίσει την εκτίμηση και τη συμπάθεια της οικογένειας που πήγε να εξαπατήσει, οι οποίοι λίγο πριν την ολοκλήρωση της δίκης θα αποσύρουν τη μήνυση που του 'χουν κάνει. Όμως το παράπτωμα του πρέπει να τιμωρηθεί, κάτι το οποίο γίνεται με μειωμένη ποινή. Η όλη υπόθεση μας φέρνει όλους σε ένα δίλημμα καθώς από την μια καταδικάζουμε την απατεωνιά του αλλά από την άλλη ακούγοντας τους πραγματικούς σκοπούς του κατηγορουμένου για την πράξη του αυτή, αναγνωρίζουμε την σπανιότητα του χαρακτήρα του, την ευγένειά του και το ήθος του. Μεμιάς γινόμαστε εμείς ένοχοι απέναντι του, καθώς εκείνος αντιπροσωπεύει έναν κόσμο που χρόνια τώρα απαξιούμε να ασχοληθούμε μαζί του. 
Τα τελευταία λεπτά της ταινίας ξεπερνούν τα καθορισμένα όρια της κινηματογραφικής τέχνης καθώς φτάνουν στο σημείο να αποτυπώσουν ως έργο τέχνης ένα κομμάτι της πραγματικότητας, σπάραζοντας περαιτέρω την ήδη φορτισμένη συναισθηματική μας κατάσταση. Η κορύφωση έρχεται όταν ο συγκινημένος με την ιστορία του Χοσέιν Σαμπζιάν σκηνοθέτης Μοχσέν Μαχμαλμπάφ, συναντά τον νεαρό την μέρα της αποφυλάκισής του. Αναγνωρίζοντας ο Χοσέιν Σαμπζιάν το κινηματογραφικό του ίνδαλμα, και νιώθοντας τύψεις που χρησιμοποίησε το όνομά του για να εξαπατήσει μια οικογένεια, ξεσπάει σε αναφιλητά. Μεμιάς η σκηνή αυτή αποκτά μια πανανθρώπινη αξία που δύσκολα μπορεί να αποτυπωθεί γραπτώς. Το μόνο που θα μπορούσα να πω είναι πως ως θεατές γινόμαστε μάρτυρες ενός θαύματος που μόνο η αυθεντική τέχνη μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους. Με αυτόν τον τρόπο ο σκηνοθέτης Μοχσέν Μαχμαλμπάφ συγχωρεί τον νεαρό, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξιλεωθεί για το παράπτωμά του. 
Ακολουθεί η θρυλική σκηνή με τα δυο αυτά πρόσωπα πάνω στη μοτοσυκλέτα. Ο ενθουσιασμός του Χοσέιν Σαμπζιάν δε μπορεί να κρυφτεί, παρά το χαλασμένο μικρόφωνο που δεν επέτρεψε να καταγραφούν αυτά που λέει στο σκηνοθέτη κουνώντας με πάθος το χέρι του στον αέρα. Μ' αυτόν τον τόσο όμορφο κι ανθρώπινο τρόπο, πραγματοποιείται κι ένα όνειρό του που είχε εκμυστηρευτεί σε ένα από τα παιδιά της πλούσιας οικογένειας όταν υποδυόταν ακόμα πως είναι ο διάσημος σκηνοθέτης Μοχσέν Μαχμαλμπάφ. Αυτό το μαθαίνουμε κατά τη διάρκεια της δίκης όπου ένας από τους γιούς της οικογένειας δηλώνει πως ο Χοσέιν Σαμπζιάν, του είχε πει πως ήθελε να γυρίσει μια ταινία όπου εκείνος ως σκηνοθέτης συνομιλεί με τον πρωταγωνιστή πάνω σε ένα μηχανάκι που περιφέρεται μες στην πόλη. 
Το "Κοντινό Πλάνο" είναι ένα μοναδικό κινηματογραφικό θαύμα καθώς καταφέρνει να δέσει το ντοκουμέντο με τη μυθοπλασία, χρησιμοποιώντας τα ίδια πρόσωπα που συμμετείχαν στο γεγονός αυτό. Είναι μια πράξη καλοσύνης κι ανθρωπιάς καθώς υλοποιεί το όνειρο μιας ρομαντικής ψυχής που δεν έπαψε να ονειρεύεται κάτω από τα ασφυκτικά βάρη της ανέχειας και της φτώχιας. Είναι ένα πάντρεμα της πραγματικής ζωής με την τέχνη. Ή για να το θέσω καλύτερα, είναι μια σπάνια στιγμή όπου η πραγματική ζωή μετατρέπεται σε έργο τέχνης. 

Βαθμολογία: 9/10 

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

Soul

 



Η κινηματογραφική μου σχέση με τη Pixar ξεκινάει από τότε που άρχισα να εκτιμώ και να αναζητώ συνεχώς την μαγεία του καλού κινηματογράφου. Από το πολύ μακρινό πρώτο Toy Story, φτάνω στο σήμερα για να συνειδητοποιήσω πως η συγκεκριμένη παραγωγή animation έχει ωριμάσει τόσο πολύ που πλέον δεν περιορίζεται στις ιστορίες διασκέδασης αλλά προχωράει σε θεματολογίες υψηλής ψυχανάλυσης και συναισθηματικής νοημοσύνης. Την πρώτη φορά που παρατήρησα αυτήν την εντυπωσιακή μεταστροφή, ήταν με το αξεπέραστο διαμαντάκι "Inside Out" αλλά και με το συγκινητικό "Coco". Αυτή τη φορά η Pixar έρχεται με το "Soul" για να μας υπενθυμίσει πως μια ζωή την έχουμε κι οφείλουμε να απολαύσουμε τη κάθε μας στιγμή πριν είναι πια αργά διότι όσο πιο νωρίς συνειδητοποιήσουμε αυτό το θαύμα που βιώνουμε καθημερινά τόσο πιο κερδισμένοι και πλήρεις θα φτάσουμε στο τέλος της πορείας μας. 
Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Τζόι, ένας δάσκαλος μουσικής που έχει όνειρο να παίξει στα φημισμένα υπόγεια τζαζ μπαρ της Νέας Υόρκης. Το πάθος του για τη μουσική πέρα από δημιουργικό, λειτουργεί κι ως μια διακριτική παρωπίδα που τον αποκόπτει από τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς είναι επικεντρωμένος σε νότες και μελωδίες χάνοντας τις υπόλοιπες στιγμές της ζωής. Από το λίγο που τον μαθαίνουμε, παρατηρούμε πως δεν έχει φίλους ή κάποια σύντροφο και πως παραμένει αγκιστρωμένος στις πρωτοβουλίες της μητέρας του. Κατά κάποιον τρόπο δεν έχει ωριμάσει.
Όλα όμως θα αλλάξουν μετά από ένα αναπάντεχο ατύχημα που θα οδηγήσει τη ψυχή του Τζόι στο μεταίχμιο μεταξύ Υπερπέραν και Γης. Φοβούμενος το επερχόμενο άγνωστο κι επιθυμώντας να επιστρέψει στη γη καθώς του 'χε δοθεί η ευκαιρία να παίξει σε ένα κονσέρτο που για κείνον ήταν όνειρο ζωής, θα περάσει στο μεταβατικό στάδιο όπου οι αγέννητες ψυχές συγκεντρώνουν τα απαραίτητα εφόδια, ώστε να πάνε στη γη με τις κατάλληλες προδιαγραφές που θα ορίσουν τη νέα τους προσωπικότητα. Με ένα μπέρδεμα που θα ακολουθήσει, θα αναθέσουν στον Τζόι την πιο δύσκολη και πεισματάρα αγέννητη ψυχή, η οποία δε θέλει να επισκεφθεί τη γη. Σκοπός του είναι να κλέψει το "εισιτήριο" της και να επιστρέψει ο ίδιος πίσω για να επαναφέρει το σώμα του, το οποίο βρίσκεται σε κώμα. 
Η επιστροφή γίνεται αλλά με μια αναποδιά, η οποία θα κάνει τον Τζόι θεατή της ως τότε ζωής του. Από κείνη τη θέση θα παρατηρήσει ξεκάθαρα τους λάθος χειρισμούς και τις λάθος επιλογές που τον είχαν αιχμαλωτίσει σε ένα μανιακό πάθος για τη μουσική. Θα ανακαλύψει μικρές χαρές και απλές στιγμές που κρύβουν μια άγνωστη γι' αυτόν μαγεία και θα συγκινηθεί με εικόνες που μέχρι χθες τις προσπερνούσε αδιάφορα. Θα ενδιαφερθεί για τις ζωές άλλων ανθρώπων που ποτέ μέχρι τότε δεν είχε ρωτήσει. Στιγμές ανθρώπινες και ζεστές που καταφέρνουν να συγκινήσουν και την πιο πεισματάρα αγέννητη ψυχή. 
Μετά απ' αυτό το ψυχεδελικό ταξίδι μεταξύ ζωής και υπερπέραν, ο Τζόι θα ωριμάσει, θα αναγνωρίσει τα λάθη του και με θα νιώσει έτοιμος στη δεύτερη ευκαιρία που θα του δοθεί, να ζήσει μια πιο ισορροπημένη καθημερινότητα, όπου το πάθος του για μουσική μπορεί να συνυπάρξει με τις ανθρώπινες ανάγκες σου.   





Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που καταφέρνει ένα animation να εισχωρήσει στη μεταφυσική θεωρία του υπαρξισμού, όπου οι ψυχές, αγέννητες και πεθαμένες, συναντιούνται για να προετοιμάσουν το μεγάλο θαύμα της ζωής. Το "Soul" είναι ένα πετυχημένο πάντρεμα του αξεπέραστου "Inside Out" με το συγκινητικό "Coco". Μ' αυτόν τον τρόπο, τα δυο προηγούμενα διαμαντάκια της Pixar γίνονται προπομποί του "Soul", κλείνοντας μ' αυτόν τον τρόπο μια πετυχημένη μεταφυσική τριλογία. 
Στη συγκεκριμένη ιστορία, βρήκα απίστευτα εύστοχη την παρουσίαση των γραφειοκρατικών συμβούλων που προετοιμάζουν τις ψυχές κι έχουν όλοι το όνομα Τζέρι, καθώς κανείς δεν μπορεί να καταλάβει το ρόλο τους σ' εκείνον τον λαμπερά ονειρικό κι απόκοσμα χρωματιστό μινιμαλιστικό χώρο που δρουν. 
Πέρα όμως από τον φουτουριστικό κόσμο των ψυχών, η ταινία ξεχωρίζει και με την εντυπωσιακή σκιαγράφηση της Νέας Υόρκης, όπου παρουσιάζει με γήινα φθινοπωρινά χρώματα (η πιο όμορφη εποχή του χρόνου) τις γειτονιές, τους ανθρώπους και τα σπίτια-καταφύγιά τους ενώ παράλληλα εκφράζει μια δριμύτατη κριτική στους απάνθρωπους ρυθμούς των μεγαλουπόλεων με ανθρώπους-ζόμπι να ζουν και να περιφέρονται ως ζωντανοί-νεκροί στα μετρό και στις επιχειρήσεις. 
Αυτό είναι ένα σημείο της ταινίας που αξίζει να επισημανθεί. Πέρα από τους ζωντανούς και τους πεθαμένους-αγέννητούς όπου περιφέρονται σε χώρους φωτεινούς και χρωματιστούς, υπάρχουν κι οι "νεκρές" ψυχές που βρίσκονται σε ένα ενδιάμεσο τοπίο, το οποίο είναι σκοτεινό και γκρίζο. Ψυχές που λειτουργούν αυτοματοποιημένα χωρίς να γνωρίζουν πως ο χρόνος κυλάει σαν σκόνη και πως η μετάβασή τους από τη ζωή στο θάνατο δε θα γίνει αντιληπτή ούτε από τους ίδιους. Προσωπικά, εντυπωσιάστηκα πολύ όχι μόνο με τη σύλληψη αλλά και με την αποτύπωση και παρουσίαση αυτής της αρρωστημένης κατάστασης. 
Τέλος, ομολογώ πως μαγεύτηκα με τη μουσική της ταινίας, η οποία δε σταματά να παίζει καθ'όλη τη διάρκειά τους. Τόσο το περιεχόμενο όσο και η εξέλιξη της ιστορίας, μας κάνει μουσικές βόλτες από το φυσικό στο μεταφυσικό κομμάτι, μεταφέροντάς μας παράλληλα από τις υπέροχες τζαζ μελωδίες του Jon Batiste στις ψυχεδελικές νότες των Trent Reznor και Atticus Ross. Μ' αυτόν τον τρόπο, η μετάβαση πέρα οπτικά πραγματοποιείται και μουσικά.
Το "Soul" είναι ένα αριστούργημα που μιλάει κατευθείαν στη ψυχή. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μια ωδή στη ψυχή του κάθε ανθρώπου. Κι επειδή η ψυχή του καθενός μας είναι άυλη, η ταινία επικεντρώνεται περισσότερο στα ερεθίσματά της, τα οποία μπορούν να ταλαντευτούν με χρώματα και μελωδίες. Από την άλλη, εισχωρεί σε απίστευτα απαιτητικά μονοπάτια που πολύ φοβάμαι πως δύσκολα γίνονται κατανοητά στους εμπορικούς κινηματογραφικούς χώρους που κινείται η εταιρία παραγωγής. Αυτό όμως δεν μειώνει καθόλου την αξία της συγκεκριμένης ταινίας. Εξάλλου η Pixar το χει επεξεργαστεί αυτό με τις προηγούμενες ταινίες της κι έχει στρώσει το έδαφος τόσο για το "Soul" όσο και για τα επόμενα αριστουργήματα που μας επιφυλάσσει στο μέλλον. 

Βαθμολογία: 8/10

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Εάλω το κράτος!



Κάθε καθεστώς έχει από τη φύση του μια ημερομηνία λήξης. Ένα χαρακτηριστικό που το γνωρίζουν ακόμη κι αυτοί που καταλύουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ελευθερία. Γι' αυτό το λόγο, κάνουν ότι είναι δυνατόν για να δώσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη παράταση στην εξουσία που καταλαμβάνουν, άλλες φορές βιαίως κι άλλες φορές με ψέματα κι εθνικοπατριωτικές κορώνες. 
Πρώτη τους κίνηση είναι η δημιουργία ενός ελεγχόμενου επιτελικού κράτους, σπέρνοντας με αυτόν τον τρόπο το αντιδημοκρατικό καρκίνωμα στη διοίκηση ενός τόπου. Κι όσο μεγαλύτερο είναι το επιτελικό κράτος τόσο περισσότερο δαπανηρό για κάθε λαό είναι το εκάστοτε καθεστώς. 
Έπειτα ακολουθεί η φίμωση της ενημέρωσης και του δημόσιου λόγου. Με μεγάλα ποσά από το δημόσιο ταμείο (κίνηση που πέρα από αισχρή, αναδεικνύει και το πόσο τσίμπηδες είναι οι καθεστωτικοί) μετατρέπουν αναγνωρισμένους από το τηλεοπτικό κοινό δημοσιογράφους σε προπαγανδιστικά φερέφωνα. Δεν είναι τυχαίο που η ελευθεροτυπία στη χώρα μας κατρακύλησε στα επίπεδα του απύθμενου βούρκου άλλων μη δημοκρατικών χωρών. Το ότι υπάρχει αντιπολιτευτική φωνή μέσα από λίγες εφημερίδες, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ύπουλη κίνηση στο να ρίχνουν οι καθεστωτικοί στάχτη στα μάτια, δηλώνοντας πως η δημοκρατία εξακολουθεί να υφίσταται στη χώρα μας καθώς υπάρχουν κι αντιπολιτευτικές φωνές. Όμως, οι φωνές αυτές παρεμποδίζονται μέσα από την μονοπωλιακή διανομή του Τύπου που ελέγχει γνωστός μεγαλοεπιχειρηματίας (ίσως κι ο άτυπος πρωθυπουργός της χώρας μας). Το ελπιδοφόρο της όλης κατάστασης είναι πως αυτές οι λιγοστές εφημερίδες εξακολουθούν να επιβιώνουν με τη στήριξη του λαού και κυρίως όσων δεν έχουν αποβλακωθεί από τα τηλεοπτικά κανάλια και δεν έχουν θαμπωθεί με τις προσφορές προπαγανδιστικών εφημερίδων. 
Στη συνέχεια, το καθεστώς ενισχύει την αστυνομοκρατία για να ελέγξει τον εγχώριο εχθρό που δεν είναι άλλος από τον καταπιεσμένο λαό αλλά και τις ένοπλες δυνάμεις πουλώντας εθνικισμό και μίσος. Περισσότερο όμως επενδύουν στο φόβο του δικούς του λαού. 
Κι όταν πια το καθεστώς εδραιωθεί, αρχίζει το μεγάλο φαγοπότι μέχρι τελικής πτώσεων. 
Αν όλα αυτά σας φαίνονται οικεία, τότε καλό είναι να αρχίσετε να προβληματίζεστε με το που βαδίζουμε.
Αυτή τη φορά όμως το λουκούλλειο γεύμα στο τραπέζι είχε δυο καλεσμένους, ή για να το θέσω καλύτερα, το φαγοπότι των καθεστωτικών στερεί το επιδόρπιο των εγχώριων σκοταδιστών που δεν είναι άλλοι από τους εκπροσώπους της εκκλησίας. Αυτό είχε ως συνέπεια να γίνουμε μάρτυρες στην ανελέητη διαμάχη δυο τσακαλιών πάνω από το πτώμα ενός θύματος, του οποίου στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο ίδιος ο λαός. 
Μετά λοιπόν από δέκα μήνες καταστολής και κατάλυσης τόσο των δημοκρατικών αξιών όσο και της ελευθερίας, οι καθεστωτικοί φάνηκαν πως είναι γυμνοί κι αδύναμοι καθώς η εκκλησία κατάφερε να τους ξεφτιλίσει με το να ανοίξει τους ναούς σε καιρό πανδημίας και με το φοβισμένο λαό να μετράει δεκάδες θανάτους σε καθημερινή βάση. Σαφώς και δε πανηγυρίζουμε με την νίκη των σκοταδιστών αλλά είμαστε πλέον σε θέση να διακρίνουμε την ασυδοσία, τη φτηνή μαγκιά και το δούλεμα που έχουμε φάει όλους αυτούς τους μήνες. 
Πως θα καταφέρει πλέον η εξουσία να κρατήσει τα καταστήματα και τις επιχειρήσεις κλειστές όταν οι ρασοφόροι ανοίγουν με το έτσι θέλω τα μαγαζάκια τους;
Πως μπορούν να εμποδίσουν ξανά την ελεύθερη διακίνηση των πολιτών όταν με το έτσι θέλω οι εκκλησίες γεμίζουν με πιστούς;
Πως μπορούν να μας κουνήσουν ξανά το δάχτυλο όταν στις εσωκομματικές τους διαμάχες αλληλοκαρφώνονται με ευθύνες και ψεύδη;
Πως μπορούν να λένε πως έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους ενώ δεν έχουν προσφέρει τίποτα απολύτως, φτάνοντας στο σημείο να ζούμε τις καταστροφικές συνέπειες ένα χρόνο μετά την έξαρση της πανδημίας, αναμένοντας πλέον το τρίτο κύμα;
Κι εμείς ως λαός, πως μπορούμε κι ανεχόμαστε ακόμα όλη αυτή τη κατάσταση χωρίς να αντιδράμε. 
Σήμερα οι παπάδες κατέλυσαν το κράτος. Εάλω το κράτος!
Αυτό θα 'χει ως συνέπεια μια σφοδρότερη αντεπίθεση από μεριάς των καθεστωτικών. Μόνο που το μένος τους θα ξεσπάσει πάνω μας κι όχι πάνω στην εκκλησία. 
Καιρός λοιπόν να πέσει αυτό το καθεστώς κι επιτέλους να γίνει ο αναγκαίος διαχωρισμός εκκλησίας-κράτους. 

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

Οι καλύτερες ταινίες του 2020




Παρόλο που η χρονιά κύλησε με κλειστές τις κινηματογραφικές αίθουσες, θεωρώ πως άφησε πίσω της μια γκάμα αξιόλογων ταινιών, από τις οποίες κάποιες τις λάτρεψα και θεωρώ πως αξίζουν τον τίτλο των κλασικών έργων που μπορούν να διατηρήσουν τη μαγεία τους στο πέρασμα του χρόνου. Δυστυχώς λόγω της πανδημίας, λίγες απ' τις φετινές ταινίες κατάφερα να απολαύσω στις σκοτεινές αίθουσες. Ευελπιστώ πως αυτή η δυσάρεστη συνέπεια των δυστοπικών καιρών μας θα πάψει να υφίσταται με τη νέα χρονιά. 
Όπως και πέρσι, έτσι και φέτος αρκετές πολυδιαφημισμένες ταινίες με απογοήτευσαν οικτρά όπως το "Βαμμένο Πουλί", ο "Φάρος" και το "Mank" που με ανάγκασε να το διακόψω στα μισά της προβολής καθώς το βρήκα αρκετά βαρετό, ενώ το "Tenet" του Κρίστοφερ Νόλαν, με άφησε αδιάφορο οπότε δεν εντάχθηκα ούτε στους θαυμαστές αλλά ούτε και στους δυσαρεστημένους. Ομολογώ όμως ότι απόλαυσα τη μάχη που έδωσαν τα δυο αυτά στρατόπεδα το καλοκαίρι.
Σε αντίθεση με τις άλλες χρονιές, φέτος υπήρξαν αρκετές ταινίες αξιόλογες που δυστυχώς δεν κατάφεραν να μπουν στη δικιά μου δεκάδα. Θα μπορούσα όμως να τις επισημάνω συνοπτικά εδώ καθώς αρκετές απ' αυτές θεωρώ πως αξίζουν να αναφερθούν. Πρώτα απ' όλα το "Κατηγορώ" του Ρομάν Πολάνσκι, με το οποίο άνοιξα την περσινή κινηματογραφική χρονιά στον κινηματογράφο Μακεδονικόν της Θεσσαλονίκης αλλά και την νέα αντιρατσιστική κι αντιτραμπική ταινία του Σπάικ Λι "Da 5 Bloods", η οποία είχε μια δυναμική πολιτική χροιά και μια διαφορετική οπτική ματιά στον πόλεμο του Βιετνάμ αλλά σα σενάριο με απογοήτευσε σε αρκετά σημεία της. Επίσης η νέα υπαρξιακή ταινία του Τσάρλι Κάουφμαν "Σκέφτομαι να Βάλω ένα Τέλος", ενώ ξεκίνησε με ενδιαφέρον και με εύστοχους προβληματισμούς, τελικά κατέληξε σε ένα χαοτικό φινάλε που δυσκολεύτηκα να κατανοήσω. Επίσης νιώθω τυχερός που πρόλαβα να δω σε κινηματογραφική αίθουσα το "1917" του Σαμ Μέντες, μια καθαρά πολεμική ταινία που ήταν γυρισμένη μόνο για σκοτεινές αίθουσες. Είμαι βέβαιος πως χάνει ένα μεγάλο κομμάτι από τη μαγεία της αν η προβολή της περιοριστεί στις μικρές οθόνες των τηλεοράσεων και των υπολογιστών. Επίσης μέσα στο '20 είδα ένα αριστουργηματικό animation του '19 για το οποίο δεν ήξερα αν μπορώ να το εντάξω στη δεκάδα καθώς είχε κυκλοφορήσει τον προπερασμένο Σεπτέμβριο. Όμως το παραθέτω εδώ διότι πραγματικά αξίζει, οπότε επιτρέψτε μου να αναφερθώ στο εξαιρετικό "Έχασα το Σώμα μου". Τέλος, κλείνω με το συγκινητικό γαλλικό animation "Τα Χελιδόνια της Καμπούλ" καθώς κι αυτό αξίζει το ενδιαφέρον του κινηματογραφόφιλου κοινού. Κι αφού κατεύνασα τις ενοχές μου για τις παραπάνω ταινίες που δεν τοποθέτησα στη φετινή δεκάδα, συνεχίζω με τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς (για περισσότερη κριτική, πατήστε πάνω στους τίτλους των ταινιών).







Παρότι είμαι επίμονος λάτρης του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, ομολογώ πως παραδέχομαι τον αμερικανικό για τα δικαστικά του θρίλερ. Πόσο μάλλον όταν αυτά περιέχουν μια εκρηκτική πολιτική χροιά, επαναφέροντας χρόνια κοινωνικοπολιτικά προβλήματα τα οποία όχι μόνο δεν έχουν επιλυθεί αλλά μας φανερώνουν πως οδεύουμε σε σκοτεινότερες και περισσότερο δυστοπικές περιόδους. Η "Δίκη των 7 του Σικάγο" δεν είναι απλά μια ακόμη δικαστική υπόθεση αλλά ένα ιστορικό συμβάν που μας παρουσιάζει την δύναμη της λαϊκής οργής απέναντι στο άδικο αλλά και το ατέρμονο πάθος για την ελευθερία όταν το κράτος παραβιάζει το ίδιο του το σύνταγμα. 
Βαθμολογία: 7/10







Αυτό που έχω διαπιστώσει τα τελευταία χρόνια είναι πως ο ιταλικός κινηματογράφος δεν έχει κανένα σκοπό να μας απογοητεύσει κάθε φορά που καταπιάνεται με σοβαρότητα κι ειλικρίνεια στο επίμαχο θέμα της μαφίας. Μετά το σκληρό αριστούργημα "Σκοτεινές Ψυχές", το εσωστρεφές "Dogman" και το πιο εμπορικό "Suburra", ήρθε η κινηματογραφική απόδοση της πολύκροτης "Δίκης Μάξι", της μεγαλύτερης που πραγματοποιήθηκε στη γειτονική μας χώρα καθώς οδήγησε στο εδώλιο 475 μαφιόζους, γράφοντας μ' αυτόν τον τρόπο τον επίλογο της περιβόητης Κόζα Νόστρα. Ο "Προδότης" είναι ένα ακόμη καλό δείγμα μαφιόζικης ταινίας με εξαιρετικές ερμηνείες, ρεαλιστική απεικόνιση του τότε κλίματος και των γεγονότων αλλά και μια άκρως ειλικρινή αφήγηση που δεν επιδιώκει ούτε να ωραιοποιήσει κάποια κατάσταση ούτε να ηρωοποιήσει κάποιο πρόσωπο. 
Βαθμολογία: 7/10







Υπάρχει ένας άγραφος κινηματογραφικός κανόνας που έμαθα μετά από πολλές επισκέψεις στις αγαπημένες μου σκοτεινές αίθουσες. Ένας κανόνας που πάντα επισημαίνω όποτε βλέπω πως εφαρμόζεται. Ο κανόνας αυτός λέει πως μέσα στη χρονιά υπάρχουν πολλές αξιόλογες ταινίες που περνούν απαρατήρητες διότι δεν έχουν τις μαρκετίστικες πλάτες άλλων παραγωγικών εταιριών που σιγοντάρουν λιγότερο ενδιαφέρουσες ταινίες. Το πολωνικό Corpus Chrsti είναι ένα απ' αυτά τα ταπεινά διαμαντάκια που διανύουν για λίγες βδομάδες τις σκοτεινές μας αίθουσες και προσφέρουν απλόχερα ενδιαφέρουσες θεματολογίες στους λίγους τυχερούς που επιλέγουν να πάνε να τα παρακολουθήσουν. Στη συγκεκριμένη ταινία, ο Πολωνός σκηνοθέτης Γιαν Κομασά αναλύει με έναν υποβλητικό ρεαλισμό τη δυσκολία της συγχώρεσης, η οποία απαιτεί την κατατρόπωση του εγωισμού αλλά και τις μορφές του εγκλεισμού είτε αυτός γίνεται με φυλακή είτε με τον συντηρητισμό που καλύπτει και πνίγει την κάθε κοινωνία. Γι' αυτούς τους λόγους, θεωρώ πως το Corpus Christi είναι ένα εξαιρετικό διαμαντάκι που γίνεται αφορμή για πολύωρες αναλύσεις μετά το πέρας της προβολής του. 
Βαθμολογία: 7/10







Οι κλειστοί κινηματογράφοι της περασμένης χρονιάς στάθηκαν αφορμή να χάσουμε κάποια αξιόλογα κινηματογραφικά διαμάντια που δυστυχώς δε καταφέραμε να απολαύσουμε στις σκοτεινές αίθουσες. Ένα απ' αυτά είναι το ιδιαίτερο αντιφασιστικό "Γιοσέπ" που αναφέρεται σε ένα σκοτεινό κομμάτι της γαλλικής ιστορίας. Ένα γεγονός που δυστυχώς συμβαίνει ξανά στις μέρες μας με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των προσφύγων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Αυτό φανερώνει πως όσο παραμένει ο κόσμος αδαής για την ιστορία του, τόσο εκείνη θα επαναλαμβάνεται ως φάρσα, αφήνοντας για μια ακόμη φορά πόνο και θάνατο με το πέρασμά της.Το "Γιοσέπ" το οποίο επιλέχτηκε στο επίσημο πρόγραμμα του 73ου Φεστιβάλ Κανών (που δεν διεξήχθη λόγω πανδημίας) κι απέσπασε το βραβείο κοινού και σεναρίου στις 26ες Νύχτες Πρεμιέρας, είναι μια πολιτική και βαθιά ανθρώπινη ταινία υψηλής αισθητικής και ειλικρίνειας. Μια ιστορία σκληρή αλλά συνάμα τρυφερή κι ελπιδοφόρα. 
Βαθμολογία: 8/10



6. Soul




Η κινηματογραφική μου σχέση με τη Pixar ξεκινάει από τότε που άρχισα να εκτιμώ και να αναζητώ συνεχώς τη μαγεία του καλού κινηματογράφου. Από το πολύ μακρινό πλέον πρώτο "Toy Story", φτάνω στο σήμερα για να συνειδητοποιήσω πως η συγκεκριμένη παραγωγή animation έχει ωριμάσει τόσο πολύ που πλέον δεν περιορίζεται σε ιστορίες διασκέδασης αλλά προχωράει σε θεματολογίες υψηλής ψυχανάλυσης και συναισθηματικής νοημοσύνης. Την πρώτη φορά που παρατήρησα αυτήν την εντυπωσιακή μεταστροφή, ήταν με το αξεπέραστο διαμαντάκι "Inside Out" αλλά και με το συγκινητικό "Coco". Αυτή τη φορά έρχεται με το "Soul" για να μας υπενθυμίσει πως μια ζωή την έχουμε κι οφείλουμε να απολαύσουμε τη κάθε μας στιγμή πριν είναι πια αργά, διότι όσο πιο νωρίς συνειδητοποιήσουμε αυτό το θαύμα που βιώνουμε καθημερινά τόσο πιο κερδισμένοι και πλήρεις φτάνουμε στο τέλος της ύπαρξής μας. Το "Soul" είναι ένα αριστούργημα που μιλάει κατευθείαν στη ψυχή. Βασικά είναι μια ωδή στη ψυχή του κάθε ανθρώπου. Κι επειδή η ψυχή του καθενός μας είναι άυλη, η ταινία στηρίζεται κυρίως στα ερεθίσματα της, τα οποία μπορούν να ταλαντευτούν με χρώματα και μελωδίες. Από την άλλη, εισχωρεί σε απίστευτα απαιτητικά μονοπάτια που πολύ φοβάμαι πως δύσκολα γίνονται κατανοητά στους εμπορικούς κινηματογραφικούς χώρους που κινείται η Pixar. Όμως το ότι η ταινία γίνεται αποδεκτή σε πιο απαιτητικά μυαλά, δεν την μειώνει καθόλου. Εξάλλου η Pixar το χει επεξεργαστεί αυτό με τις προηγούμενες ταινίες της κι έχει στρώσει το έδαφος τόσο για το "Soul" όσο και για τα επόμενα αριστουργήματα που μας επιφυλάσσει μελλοντικά. 
Βαθμολογία: 8/10







Έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε αντιπολεμικές ταινίες με φόντο τα μέτωπα και με επίκεντρο το δράμα των θυμάτων που βρέθηκαν στα πεδία των μαχών. Σπανίως έχουμε στρέψει το βλέμμα μας στα μετόπισθεν τόσο σε αυτούς που πρωταγωνιστούν με τον ίδιο ζήλο για την πατρίδα όσο και σ' αυτούς που επιβιώνουν από το μακελειό αλλά κουβαλούν τα ψυχικά τους τραύματα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Και φυσικά ποτέ δεν έχουμε ασχοληθεί με το δύσκολο έργο των γυναικών, των οποίων ο αγώνας συνεχίζεται για πολλά χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου. Πάνω σ' αυτό το τόσο ευαίσθητο θέμα και πατώντας πάνω στο βιβλίο "Ο Πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας" της νομπελίστριας Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, ο νεαρός Ρώσος σκηνοθέτης Καντερίμ Μπαλάγκοφ προσφέρει ένα σπάνιο αντιπολεμικό δράμα, το οποίο τιμήθηκε στο περσινό φεστιβάλ των Καννών με το βραβείο 'Ένα Κάποιο Βλέμμα" και με το βραβείο FIPRESCI. 
Βαθμολογία: 8/10







Είναι κάποιες σπάνιες κινηματογραφικές στιγμές που τελειώνει η προβολή μιας ταινίας αλλά η ύπαρξή της εξακολουθεί να εξελίσσεται μες στο μυαλό μας για πολλές ώρες. Βγαίνεις από τη σκοτεινή αίθουσα συγκινημένος και περιφέρεσαι στους δρόμους της πόλης προβληματισμένος μες στην περιδίνηση ανήσυχων σκέψεων που σου 'χει επιφέρει. Γελάς ξανά με τις εύστοχες κι αστείες ατάκες των ηθοποιών, βουρκώνεις με τις συγκινητικές στιγμές της ιστορίας και μουδιάζεις όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο εχθρό σου, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο σου τον εαυτό. Το JoJo Rabbit όχι μόνο ανήκει σ' αυτού του είδους τις ταινίες αλλά το ξεπερνάει καθώς σε πιάνει απροετοίμαστο με αυτό που σου επιφυλάσσει κατά τη διάρκειά του. Είναι μια ταινία που τολμά και παράγει αληθινό συναίσθημα το οποίο ενώ σου πλασάρεται αρχικά σε μορφή σάτιρας στο τέλος μετατρέπεται σε φιτίλι που οδηγεί σε μία ανεξέλεγκτη συγκινητική έκρηξη. 
Βαθμολογία: 9/10







Ο "Μάρτιν Ήντεν" είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα που υμνεί την ατομική πρόοδο που συντελείται με προσπάθεια, μόχθο κι αξιοπρέπεια. Μόνο έτσι μπορεί ο καθένας να πιστέψει τον εαυτό του και παράλληλα να συνειδητοποιήσει τις ύπουλες κι ανήθικες καριέρες αρκετών που πάτησαν πάνω σε πλάτες άλλων για να αναγνωριστεί το κούφιο κι υποτυπώδες έργο τους. Και δυστυχώς στις μέρες μας υπάρχουν πολλοί τσίγκινοι τενεκέδες που κάνουν κρότο σε κάθε τομέα είτε πολιτιστικό, είτε πολιτικό, είτε φιλανθρωπικό. Είναι κρίμα που μόνο αυτοί ακούγονται, καθώς οι αληθινές κι ουσιώδεις πορείες κάποιων αυθεντικών ανθρώπων παραμένουν από τη φύση τους σιωπηλές και διακριτικές. Μέσα από την αυτοκαταστροφική μανία του πρωταγωνιστή, μένει ως δίδαγμα πως η απελπισία που πιάνει τον καθέναν όταν συνειδητοποιεί την ματαιότητα των πράξεών του, πρέπει να γίνεται κινητήριος μοχλός για την περαιτέρω προσωπική του βελτίωση. Εξάλλου όσο ξεχωρίζει κάποιος τόσο στενεύει ο κύκλος γύρω του. Είναι το τίμημα της προόδου. Αντιθέτως, αυτοί που πορεύονται με τους αυλικούς τους και κοκορεύονται για την ύπαρξή τους, δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από βαρίδια που τους κρατούν σε μια μη δημιουργική στασιμότητα. Είμαι βέβαιος πως οι κοινωνίες θα ήταν καλύτερες αν υπήρχαν αρκετοί "Μάρτιν Ήντεν" κι ο κινηματογράφος θα ήταν πολύ πιο πλούσιος αν έβγαιναν αντίστοιχες πετυχημένες μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη όπως συνέβη μ' αυτήν την ταινία. 
Βαθμολογία: 9/10 







Οι "Ιστορίες από το Δάσος με τις Καστανιές" είναι μια πανδαισία συναισθημάτων ζεστών κι ανθρώπινων. Με μια ταπεινή διακριτικότητα περιγράφει το δράμα της προσφυγιάς με τα καραβάνια των ανθρώπων που διασχίζουν τα δάση έχοντας μια βαλίτσα στο χέρι αλλά και της μετανάστευσης τόσο με την δύσκολη επικοινωνία που έχουν οι κάτοικοι με τους ξενιτεμένους όσο και με τις βουβές φιγούρες που στέκουν στη θάλασσα και θλιμμένες αγναντεύουν τον ορίζοντα καθώς ετοιμάζονται να επιβιβαστούν. Είναι ένας φόρος τιμής για μια περίοδο που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ένας ύμνος για έναν τρόπο ζωής που χάθηκε στη λησμονιά του παρελθόντος, σβήνοντας πολλά στοιχεία ανθρωπιάς κι ευγένειας που κουβαλούσαν οι λαοί τότε. Παράλληλα είναι μια επισκόπηση της περιόδου που υψωνόταν το Σιδηρούν Παραπέτασμα, χωρίζοντας τους ανθρώπους σε δυο κόσμους, αναγκάζοντας αρκετούς να μεταναστεύσουν από τη μια μεριά στην άλλη πριν προλάβουν να εγκλωβιστούν στο μη επιθυμητό "στρατόπεδο". Είναι ένα μυσταγωγικό ποίημα για τη χαρμολύπη των αναμνήσεών μας, την αγάπη για τον τόπο μας, τη θλίψη του ξενιτεμού και για τον πόνο της απώλειας. 
Βαθμολογία: 9/10







Ανακάλυψα τον μαγικό κινηματογραφικό κόσμο του Τέρενς Μάλικ τελείως τυχαία όταν πριν δυο δεκαετίες πήγα να δω το αντιπολεμικό αριστούργημα "Λεπτή Κόκκινη Γραμμή". Έκτοτε έγινα θαυμαστής της ματιάς του, της ευαισθησίας του αλλά της λυρικής περιγραφής που πετυχαίνει να την διαιωνίζει μέσα από τη σιωπή και τα βλέμματα των πρωταγωνιστών. Γι' αυτό το λόγο δεν με πτόησαν οι μέτριες κριτικές που διάβασα σε εγχώρια κινηματογραφόφιλα site κι έτρεξα αμέσως σε μια από τις λιγοστές σκοτεινές αίθουσες που φιλοξενούν την ταινία για να την απολαύσω. Κι η αλήθεια είναι πως παρά τις τρεις ώρες προβολής, βγήκα στο δρόμο συγκλονισμένος από τα πανέμορφα πλάνα της ορεινής αυστριακής φύσης, συγκινημένος από την τραγική ιστορία των δύο προσώπων και συνταραγμένος με το φινάλε που μου επιφύλασσε η ταινία. Η νέα ταινία του Τέρενς Μάλικ είναι ένας φόρος τιμής στους άγνωστους ήρωες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Σ' αυτούς που λησμονήθηκαν αμέσως μετά το θάνατό τους αλλά ευτυχώς κάποια ντοκούμεντα κατάφεραν να τους σώσουν από την λήθη. Παράλληλα είναι ένα λυρικό αντιφασιστικό αριστούργημα. Ένα από τα σπάνιας ομορφιάς κινηματογραφικά ποιήματα που έχω απολαύσει τα τελευταία χρόνια. 
Βαθμολογία: 9/10

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Η χρονιά της επιστροφής(;)...




Όταν έγραφα το περσινό αντίστοιχο πρωτοχρονιάτικο κείμενο, δυσκολευόμουν να διανοηθώ αυτό που θα ακολουθούσε. Παρόλο που είχαν ακουστεί οι πρώτες φήμες της έξαρσης του COVID-19, όλοι λίγο πολύ πιστεύαμε πως θα εξελισσόταν ως μια ακόμη περίπτωση του ιού SARS. 
Μάλιστα η χρονιά ξεκίνησε όμορφα, αισιόδοξα και δυναμικά. Όμορφα συναισθήματα που συναντούσα στους ανθρώπους γύρω μου, στους φίλους μου αλλά και στο στενό οικογενειακό μου κύκλο. Ίσως η είσοδος σε μια νέα δεκαετία κι η ανάγκη όλων μας για μια αλλαγή, να δημιούργησαν ένα αισιόδοξο κλίμα που δυστυχώς πατούσε σε μια λεπτή στρώση πάγου. 
Οι πρώτες ρωγμές της άστατης επιφάνειας που πατούσαμε, φάνηκαν στις αρχές του Φλεβάρη. Οι επιφυλάξεις μετατράπηκαν σε ανησυχία με τον φόβο να παραμονεύει σε κάθε ραγδαία εξέλιξη. Η πανδημία ήταν πλέον γεγονός κι όλοι περιμέναμε μουδιασμένοι την επερχόμενη καραντίνα. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο, η άνοιξη μας φάνηκε πως ήρθε ψυχρή και μουντή. 
Ο Μάρτιος ήταν από τους πιο παγωμένους χειμώνες που έχω βιώσει. Σαν να προσπάθησε ο καιρός να συμμεριστεί τον φόβο και τις ανησυχίες μας αλλά το κυριότερο να μας κρατήσει κλεισμένους στα σπίτια. Οι πόλεις άδειασαν κι οι βόλτες στους έρημους δρόμους της πρωτεύουσας δεν ήταν τίποτα παραπάνω από εικόνες μιας δυστοπικής ταινίας. Πρόσωπα χαμένα και φοβισμένα με τις εργασιακές, οικονομικές αλλά κι ερωτικές ανασφάλειες να χτυπούν κόκκινο. Μοναδική μας συντροφιά, οι εγκλωβισμένοι γείτονες και οι φίλοι μέσα από τις οθόνες των κινητών και των υπολογιστών μας. Ακολούθησαν στιγμές αναγκαστικής μοναξιάς που μας οδήγησαν σε αναστοχασμούς και νέους προβληματισμούς. Σαν κάποιος να μας οδήγησε σε μια αναθεώρηση αξιών, προτεραιοτήτων και σχέσεων. 
Ακολούθησαν καραντινάτα γενέθλια, καραντινότατο Πάσχα αλλά κι ο καραντινάτος ερχομός του καλοκαιριού. Ξανασμίξαμε, αγκαλιαστήκαμε ξανά και ξεχυθήκαμε ευτυχισμένοι και γεμάτοι ζωντάνια στα νησιά. Ανασάναμε. Ίσως ζήσαμε το ομορφότερο καλοκαίρι της ζωής μας. 
Κι έπειτα ήρθε το φθινόπωρο όπου διαπιστώσαμε βιαίως πως το καλοκαίρι του '19 εναποθέσαμε τις ελπίδες μας στους πιο άχρηστους, ηλίθιους κι επικίνδυνους ανθρώπους που μπορούσε να μας προτείνει ο εγχώριος πολιτικός κόσμος. Αυτοί οι γνώριμοι εγκληματίες, αντί να ενισχύσουν το σύστημα υγείας, προτίμησαν να τροφοδοτήσουν με εκατομμύρια τα τηλεοπτικά κανάλια, τον στρατό και την αστυνομία. Ένα νέο αντιδημοκρατικό καθεστώς εδραιώθηκε ύπουλα και διακριτικά εν μέσω πανδημίας στη χώρα μας. 
Ο φόβος του ιού έγινε φόβος κατά της αστυνομοκρατίας και των αφεντικών. Ένας φόβος πρωτόγνωρος για τη δικιά μου γενιά αλλά και τις νεότερες καθώς πρώτη φορά βιώνουμε την κατάργηση της δημοκρατίας και τον επικίνδυνο περιορισμό της ελευθερίας. Πρώτη φορά συνειδητοποιήσαμε πως μόνο οι εκλεκτοί των κυβερνώντων μπορούν να επωφεληθούν αλλά και να επιβιώσουν. Πρώτη φορά νιώθουμε γυμνοί κι ανήμποροι απέναντι σε ένα νεοφιλελεύθερο κράτος εφιαλτικά αστυνομοκρατούμενο.  
Μέσα από το '20 αποδείχθηκε πως η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση που κάποτε μας είχε οδηγήσει στην οικονομική καταστροφή, εξακολουθεί να αδιαφορεί επικίνδυνα για μας, πως η εκκλησία έγινε περισσότερο σκοταδιστική θέτοντας σε κίνδυνο το ποίμνιό της, πως οι ιδιώτες γύρισαν την πλάτη (κυρίως οι ιδιωτικές κλινικές) στον πόλεμο που ξέσπασε και οι κεφαλαιοκράτες πλούτισαν με λεφτά του δημοσίου. Πολλαπλά εγκλήματα που δύσκολα μπορούν να κρυφτούν παρά τη φίμωση των Μ.Μ.Ε. Η χρονιά που πέρασε γέμισε το βιβλίο της σύγχρονης ιστορίας με πολλές μαύρες σελίδες κι εμείς ως λαός συνειδητοποιήσαμε πως οι περισσότεροι κληρικοί, ένστολοι και κυβερνώντες είναι οι νέοι μας ύπουλοι κι ανήθικοι εχθροί που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε με θάρρος και πείσμα. Αν τελικά επικρατήσουν οριστικά, ο αργός θάνατος της χώρας μας θα γίνει ακαριαίος.
Γι' αυτόν το λόγο υποδέχομαι το νέο έτος με πολλές επιφυλάξεις καθώς θεωρώ πως είναι ένα έτος επιστροφής. Επιστροφή στο σκοταδισμό ή επιστροφή στην κανονικότητα; Αυτό θα φανεί στην πορεία αλλά πολύ φοβάμαι πως όλα αυτά τα χρόνια αποβλάκωσης κι ευθυνοφοβίας, θα μας οδηγήσουν άπραγους κι ανυπεράσπιστους σε εποχές επικίνδυνες και βίαιες. 
Όμως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Και μ' αυτήν την ελπίδα πορευόμαστε σε μια χρονιά περισσότερο δύσκολη απ' αυτήν του '20. 
Καλή δύναμη λοιπόν και καλή χρονιά γεμάτη υγεία, αγάπη και δημιουργία. 
Μόνο η αλληλεγγύη κι η αγάπη μπορούν να νικήσουν το σκοτάδι που μας έχει σκεπάσει.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

Μάρτιν Ίντεν (2019)

 



Τελευταία βραδιά για το 2020, και πόσο όμορφο είναι να αποχαιρετώ μια απολύτως δυστοπική χρονιά με μια αριστουργηματική ταινία που δυστυχώς δεν κατάφερα να απολαύσω στις σκοτεινές αίθουσες. Ο "Μάρτιν Ίντεν" προέκυψε ως μια αναπάντεχη κινηματογραφική πρόταση για το κλείσιμο της χρονιάς, αφήνοντάς μου μια ελπίδα πως όσες ταινίες κι αν βγαίνουν ετησίως, ο πραγματικά καλός κινηματογράφος δεν πρόκειται ποτέ να στερέψει. Αυτό για μένα σημαίνει πως η συγκίνηση, η ελπίδα, η επανάσταση κι ο έρωτας δε θα πάψουν να με μαγεύουν τόσο μέσα από την μεγάλη οθόνη των κινηματογράφων όσο κι από τη μικρή οθόνη του σπιτιού μου. 
Η ιστορία η οποία βασίστηκε σε βιβλίο του Τζακ Λόντον, μιλάει για έναν νεαρό Ιταλό, ο οποίος αναγκάστηκε να γίνει ναυτικός από τα έντεκα του χρόνια. Όμως σε μια αναπάντεχη στιγμή άλλαξε τόσο η ζωή του όσο κι η κοσμοθεωρία που είχε γι' αυτήν. Όλα ξεκινούν από τη στιγμή που ο ήρωας γλιτώνει έναν νεαρό από τα χέρια ενός τραμπούκου. Η σωτήρια επέμβασή του θα τον οδηγήσει στην έπαυλη του νεαρού. Εκεί ο πρωταγωνιστής θα 'ρθει σε επαφή με έναν άλλον κόσμο και θα ερωτευτεί την αδελφή του νεαρού που έσωσε. Μέσα από τις κουβέντες τους, θα εντυπωσιαστεί με τις γνώσεις και τον τρόπο ομιλίας της, κάτι που θα τον ωθήσει στον κόσμο των βιβλίων. 
Θέλοντας να κερδίσει την εκτίμηση αλλά και την καρδιά της νεαρής αριστοκράτισσας, ο Μάρτιν Ήντεν θα αρχίσει να διαβάζει βιβλία που βρίσκει σε χαμηλές τιμές από τα παλιατζίδικα της Νάπολης. Όμως καθώς εισχωρεί μέσα στα κείμενα του Μπωντλαίρ και του Σπένσερ, θα συνειδητοποιήσει πως θέλει να γίνει κι εκείνος συγγραφέας. Για να καταφέρει να εκπληρώσει το όνειρό του, θα χρειαστεί να συνεχίσει την εκπαίδευσή του από εκεί που τη σταμάτησε, δηλαδή το δημοτικό. Την απόφασή του αυτή θα την πάρει αφού εκμυστηρευτεί τις προσδοκίες του στην Έλενα, μ' εκείνη θα τον προτρέψει ευγενικά να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του για να είναι σε θέση να γράψει ένα βιβλίο. Παρά τις προσπάθειές του, ο Μάρτιν θα αποτύχει να ενταχθεί στο εκπαιδευτικό σύστημα, κάτι όμως που δεν θα τον πτοήσει καθώς θυμάται από τα μαθητικά του χρόνια, τον χλευασμό των παιδιών απέναντι στους μεγαλύτερους που προσπαθούσαν να μάθουν γράμματα. 
Παρά την αποτυχία του, ο Μάρτιν Ήντεν θα κυνηγήσει με μεγαλύτερο πάθος το όνειρό του. Θα φύγει από την Νάπολη και με διάφορες μικροδουλειές που θα κάνει για να τα βγάζει πέρα, θα συνεχίσει να γράφει και να στέλνει τα κείμενά του σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Οι επαναλαμβανόμενες αρνητικές απαντήσεις θα τον πεισμώσουν παραπάνω ενώ παράλληλα οι απάνθρωπες εργασιακές συνθήκες που βιώνει αυτός κι άλλοι συνάνθρωποί του, θα του αποδείξουν έμπρακτα πως οι άνθρωποι των κατώτερων κοινωνικών κι οικονομικών τάξεων δυσκολεύονται να 'ρθουν σ' επαφή με τα γράμματα και τις τέχνες. Εμπόδια που τους αναγκάζουν να παραμένουν για μα ζωή άβουλοι κι απαίδευτοι δούλοι των αφεντικών τους.




Με το πέρασμα των χρόνων, ο Μάρτιν Ίντεν αρχίζει να γίνεται η φωνή μιας κοινωνίας που βιώνει τον καθημερινό της πόνο βουβά, μακριά από τα σαλόνια των αστών και των αφεντικών. Τα κείμενά του γίνονται μαρτυρίες αυτών των ανθρώπων και χαρακτηρίζονται για τον ωμό ρεαλισμό τους. Αυτή η ωμότητα είναι η αιτία που δεν γίνονται τα κείμενά του ανεκτά τόσο σε εφημερίδες όσο και σε εκδοτικούς οίκους, μ' αποτέλεσμα να απορρίπτεται κάθε του λογοτεχνική πρόταση. Την ίδια άποψη έχει κι η σύντροφός του η Έλενα, η οποία παρόλο που διακρίνει το ταλέντο του Μάρτιν Ίντεν, τον συμβουλεύει να καταπιαστεί με πιο γλυκανάλατα θέματα που ίσως του επιφέρουν κάποια κέρδη. Συνειδητοποιώντας ο πρωταγωνιστής το συνειδησιακό χάσμα που υπάρχει ανάμεσα σε κείνον και τη σύντροφό του, αποφασίζει να την ξεναγήσει στον άγνωστο για κείνην κόσμο των φτωχογειτονιών της Νάπολης. Οι εικόνες που θα συναντήσει η Έλενα, όχι μόνο θα την συνταράξουν αλλά θα της προκαλέσουν και τις πρώτες αμφιβολίες για τη σχέση της με τον Μάρτιν. Μια σχέση που ήδη έχει αρχίσει να βάλλεται από τον οικογενειακό της κύκλο, καθώς οι γονείς της δυσκολεύονται να αποδεχθούν πως η κόρη τους έχει ερωτευτεί έναν λαϊκό φτωχό άνθρωπο. 
Ο πρωταγωνιστής όμως δεν απογοητεύεται με τις δυσκολίες που βρίσκει στο να γίνει αποδεκτός τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στον αριστοκρατικό χώρο. Συνεχίζει να διαβάζει και να αποκωδικοποιεί το προσωπικό ύφος άλλων συγγραφέων (ιδιαίτερη μνεία κάνει και στον Κίπλιγκ) και γράφει ασταμάτητα στέλνοντας τα χειρόγραφά του στους εκδότες ευελπιστώντας πως θα λάβει κάποια επιταγή απ' αυτούς. Οι αρνητικές απαντήσεις που δέχεται, τον κάνουν να στραφεί εναντίον του σιναφιού των εκδοτών, τους οποίους θεωρεί μία καλοκουρδισμένη απρόσωπη μηχανή. 
Με το πείσμα του, φτάνει πολύ συχνά στα όρια της οικονομικής ανέχειας, αλλά εξακολουθεί να έχει πίστη τόσο στον εαυτό του όσο και στο έργο του, ενώ παράλληλα έχει τη συμπαράσταση μιας φτωχής οικογένειας που τον έχει "υιοθετήσει". Παρά τις αρνητικές απαντήσεις, ο ίδιος πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα συναντήσει τον κριτικό που θα αναγνωρίσει το αληθινό του έργο. 
Παράλληλα, ο Μάρτιν έχει αρχίσει να εισχωρεί στον κόσμο του σοσιαλισμού και των εργατικών κινημάτων. Οι εμπειρίες και τα βιώματα της δύσκολη ζωή του μέσα στα καράβια και στα χυτήρια, έρχονται και δένουν με τις γνώσεις που αποκτά μέσα από τα βιβλία του Σπένσερ, του Νίτσε, του Μαρξ και του Δαρβίνου. Χωρίς να το αντιληφθεί, μετατρέπεται σιγά σιγά σε ένα ολοκληρωμένο ώριμο και συνειδητοποιημένο ον που πατάει σε δύο κόσμους αλλά συνάμα δεν ανήκει πουθενά. 
Σιγά σιγά το όνομά του αρχίζει να ακούγεται τόσο στους πνευματικούς όσο και στους αριστοκρατικούς χώρους. Όμως η εκτόξευσή του θα 'ρθει σε μια ανύποπτη στιγμή όπου ένας δημοσιογράφος θα τον χαρακτηρίσει σοσιαλιστή σε ένα του άρθρο. Αμέσως το όνομά του θα διαδοθεί παντού ενώ τα κείμενά του θα χαρακτηριστούν ως αριστουργήματα και θα γίνουν ανάρπαστα. Κείμενα τα οποία μέχρι χθες δε δεχόταν κανείς να τα διαβάσει. Κείμενα που δεν είχαν τροποποιηθεί ποτέ από τον πρωταγωνιστή, αναγκάζοντάς τον να αναρωτηθεί τι είναι αυτό που άλλαξε τους γύρω του, κάνοντάς τους να θεωρούν πλέον αξιόλογα τα κείμενα που κάποτε τα αποκαλούσαν σκουπίδια.




Η αλλαγή αυτή δεν βελτιώνει τη διάθεση του πρωταγωνιστή, παρόλο που ο ίδιος περίμενε πως και πως να αναγνωριστεί ως συγγραφέας. Ήδη είχε από καιρό χωρίσει με την Έλενα, συνειδητοποιώντας πως ήταν περισσότερα τα πράγματα που τους χώριζαν παρά αυτά που τους ένωναν. Μετά από έναν εκπληκτικό επαναστατικό λόγο που έβγαλε σε ένα οικογενειακό τραπέζι κατηγορώντας τους πλούσιους συνομιλητές του για τα δεινά της κοινωνίας, αποχώρησε από τον κύκλο της συντρόφου του, αισθανόμενος για τον εαυτό του πως εκεί μέσα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα μαύρο πρόβατο. 
Από την άλλη, μέσα από τους φλογερούς του λόγους σε εργατικά συνδικάτα, διαπιστώνει πως ούτε εκεί ανήκει καθώς έβλεπε πως η εργατική τάξη φοβάται να επαναστατήσει και να δράσει μόνη της ριζοσπαστικά, διότι είχε μάθει μια ζωή να έχει κάποιον πάνω από το κεφάλι της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ακούγονται απίστευτα αιρετικές οι ιδέες του για την ατομική πρόοδο του καθενός που θα επιφέρει και την συνολική πρόοδο της κοινωνίας αλλά και την αναμενόμενη αποτυχία του σοσιαλιστικού μοντέλου. 
Του μένει πια μόνο η συγγραφική του αναγνώριση, την οποία όμως αρνείται να αποδεχτεί. Βρίσκει αρκετά ψεύτικη την αναγνωρισιμότητα και το ενδιαφέρον αυτών που μέχρι χθες τον μείωναν ως συγγραφέα κι αρνιόντουσαν τα κείμενά του. Γι' αυτό το λόγο περνάει στην αντεπίθεση απέναντι σε ένα κατεστημένο που χειρίζεται το χώρο του βιβλίου ως έναν ακόμη στίβο κερδοσκοπίας και δημοσίων σχέσεων. 
Κατά κάποιον τρόπο η πορεία του πρωταγωνιστή, η οποία ξεκινάει από τα αμπάρια ενός πλοίου και καταφέρνει με δικές του προσπάθειες να κατακτήσει την κορυφή του λογοτεχνικού κόσμου, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια διαπίστωση πως όλα είναι ψεύτικα και μάταια. Ακόμη κι ο έρωτάς του με την Έλενα ήταν κούφιος, κι αυτό το συνειδητοποιεί όταν εκείνη επιστρέφει στη ζωή του για να του ζητήσει να παντρευτούν καθώς πλέον είναι αποδεκτός από την οικογένειά της. Η αρνητική διάθεση του Μάρτιν Ήντεν γίνεται χειμαρρώδης καθώς ο ίδιος έχει στερέψει από συναισθήματα και προσδοκίες. Η Έλενα γι' αυτόν δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ερωτική χίμαιρα που πλέον δεν έχει να του προσφέρει τίποτα απ' αυτά που προσδοκούσε. Όπως κι η νέα του σύντροφος που την αφήνει καθώς εκείνος δεν είναι σε θέση να της προσφέρει την αγάπη και τη στοργή που της αξίζει. 
Η έντονη ζωή του φτάνει στη κορύφωσή της κι από κει ξεκινάει η αυτοκαταστροφική κατρακύλα προς τα σκοτάδια της υπαρξιακής κατάθλιψης. Ως ένα πνευματικό ράκος περιφέρεται πια στους δρόμους της Νάπολης καθώς η ζωή γι' αυτόν δεν έχει πια κανένα νόημα διότι όλα τα βρίσκει ψεύτικα. Γι' αυτόν τον λόγο ακούει χαρμόσυνα την έναρξη του πολέμου, καθώς φαντάζεται πως οι ημιθανείς κοινωνίες θα καταφέρουν να αναγεννηθούν μέσα από τις στάχτες που θα αφήσουν πίσω τους οι επερχόμενες συρράξεις. Μια σκέψη ωμή αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστική, όπως τα κείμενά του.




Η ταινία μπορεί να σε κερδίσει για πολλούς λόγους αλλά όχι σκηνοθετικά καθώς ο Πιέτρο Μαρτσέλο δε ξεφεύγει από την πεπατημένη. Όμως μπορώ να του αναγνωρίσω τους εύστοχους πειραματισμούς με τους οποίους μας μπερδεύει με έναν τρόπο παιχνιδιάρικο, σε σημείο που αναρωτιόμαστε σε ποια χρονική περίοδο μας τοποθετεί τον ήρωα καθώς κάποια στοιχεία φαίνονται προπολεμικά και κάποια άλλα μεταπολεμικά. Μ' αυτόν τον τρόπο ο σκηνοθέτης καταφέρνει να προσδώσει μια έντονη διαχρονικότητα τόσο στον ήρωα όσο και στις ιδέες του. Όπως επίσης βρήκα εντυπωσιακή τη μεταφορά της ιστορίας από την Καλιφόρνια (όπου εκτυλίσσεται στο βιβλίο) στην Νάπολη.
Ερμηνευτικά λάτρεψα τον Λούκα Μαρινέλι στο ρόλο του Μάρτιν Ίντεν. Το μελαγχολικό του βλέμμα κι η δυναμική του όψη έδεσαν εξαιρετικά με τον λογοτεχνικό ήρωα, προσφέροντας μια αυθεντική ερμηνεία που δίνει την εντύπωση πως του ταίριαξε γάντι. Εξαιρετική κι απίστευτα ερωτεύσιμη η άγνωστη συμπρωταγωνίστριά του Τζέσικα Γκρέσι στο ρόλο της Έλενας. Τα δυο αυτά πρόσωπα αποκτούν μια τραγικότητα καθώς ενώ βγάζουν μια απίστευτη ερωτική χημεία κι ένα σπάνιο ταίριασμα, τελικά παραιτούνται εξαιτίας των άγραφων νόμων εκείνης της εποχής, που τους υποχρεώνουν να ζήσουν χώρια. 
Κάτι ακόμα που λάτρεψα στη συγκεκριμένη ταινία, είναι οι διάλογοι που ακούγονται. Από τους πιο απλούς όπως η σκηνή που ο παλιατζής χαρίζει τη γραφομηχανή στον πρωταγωνιστή ζητώντας του απλά να γράψει μελλοντικά ένα ποίημα γι' αυτόν μέχρι τους πύρινους λόγους του ήρωα τόσο στα συνδικάτα όσο και στα αριστοκρατικά τραπέζια που είναι καλεσμένος. Λόγια συνταρακτικά και συγκινητικά που σου δίνουν την εντύπωση πως γράφτηκαν σήμερα. Φταίει η διαχρονικότητά τους ή μήπως εμείς γυρίσαμε ξανά στους σκοτεινούς καιρούς του περασμένου αιώνα;
Ο "Μάρτιν Ίντεν" είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα που υμνεί την ατομική πρόοδο που συντελείται με προσπάθεια, μόχθο κι αξιοπρέπεια. Μόνο έτσι μπορεί ο καθένας να πιστέψει τον εαυτό του και παράλληλα να συνειδητοποιήσει τις ύπουλες κι ανήθικες καριέρες αρκετών που πάτησαν πάνω σε πλάτες άλλων για να αναγνωριστεί το κούφιο και υποτυπώδες έργο τους. Και δυστυχώς στις μέρες μας υπάρχουν πολλοί τσίγκινοι τενεκέδες που κάνουν κρότο σε κάθε τομέα είτε πολιτιστικό, είτε πολιτικό, είτε φιλανθρωπικό. Είναι κρίμα που μόνο αυτοί ακούγονται, καθώς οι αληθινές κι ουσιώδεις πορείες κάποιων αυθεντικών ανθρώπων παραμένουν από τη φύση τους σιωπηλές και διακριτικές. Μέσα από την αυτοκαταστροφική μανία του πρωταγωνιστή, μένει ως δίδαγμα πως η απελπισία που πιάνει τον καθέναν όταν συνειδητοποιεί την ματαιότητα των πράξεών του, πρέπει να γίνεται κινητήριος μοχλός για την περαιτέρω προσωπική του βελτίωση. Εξάλλου όσο ξεχωρίζει κάποιος τόσο στενεύει ο κύκλος γύρω του. Είναι το τίμημα της προόδου. Αντιθέτως, αυτοί που πορεύονται με τους αυλικούς τους και κοκορεύονται για την ύπαρξή τους, δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από βαρίδια που τους κρατούν σε μια χρόνια δημιουργική στασιμότητα. 
Είμαι βέβαιος πως οι κοινωνίες θα ήταν καλύτερες αν υπάρχουν αρκετοί "Μάρτιν Ίντεν" κι ο κινηματογράφος θα ήταν πολύ πιο πλούσιος αν έβγαιναν αντίστοιχες πετυχημένες μεταφορές βιβλίων στη μεγάλη οθόνη όπως συνέβη μ' αυτήν την ταινία. Ο "Μάρτιν Ίντεν" είναι ένα σπάνιο κινηματογραφικό διαμάντι που μπορώ να χαρακτηρίσω άφοβα διαχρονικό. Γι' αυτό και θεωρώ πως είναι το καλύτερο κλείσιμο της φετινής περίεργης κινηματογραφικής χρονιάς.

Βαθμολογία: 9/10